ΧΟΡΟΣ
Λόγια κακά ακούσθηκαν εδώ και πριν και τώρα.
Αλλ' όμως παύσε, γέροντα, να βρίζης το παιδί σου.
ΑΔΜΗΤΟΣ
Πες ό,τι θέλεις· ξέρω εγώ πως θα σου απαντήσω.
Εάν σου κακοφαίνεται ν' ακούης την αλήθεια,
δεν έπρεπε να μου φερθής, όπως εσύ εφέρθης.
ΦΕΡΗΣ
Αν πέθαινα για χάρι σου, χειρότερο θα ήτον.
ΑΔΜΗΤΟΣ
Το ίδιο είναι ο θάνατος του γέρου και του νέου;
ΦΕΡΗΣ
Μία ζωή θα ζήσωμε και όχι δύο.
ΑΔΜΗΤΟΣ
Είθε
να ζήσης περισσότερον ακόμα κι' από τον Δία.
ΦΕΡΗΣ
Αυτούς που σε εγέννησαν αδίκως καταριέσαι,
ενώ κακό δεν σούκαμαν.
ΑΔΜΗΤΟΣ
Τώρα μονάχα βλέπω
πόσο σ' αρέσει η ζωή.
ΦΕΡΗΣ
Σ' εσένα δεν αρέσει,
που άλλος για σένα πέθανε και τώρα τον παιδεύεις;
ΑΔΜΗΤΟΣ
Είναι σημάδι και αυτό δικής σου ανανδρίας.
ΦΕΡΗΣ
Τώρα θα πης πως πέθανεν η Άλκηστις για μένα!
ΑΔΜΗΤΟΣ
Εύχου να μη με χρειασθής ποτέ, σε καμμιά ανάγκη?
ΦΕΡΗΣ
Πάρε και άλλες σαν κι' αυτήν για νάχης να πεθαίνουν.
ΑΔΜΗΤΟΣ
Δική σου είναι η ντροπή, που ήθελες να ζήσης.
ΦΕΡΗΣ
Ε, τι να γίνη! είναι γλυκό το φως που ο θεός μας δίνει.
ΑΔΜΗΤΟΣ
Δεν έχεις ανδρική καρδιά στα στήθη σου, δεν έχεις.
ΦΕΡΗΣ
Δεν χαίρεσαι, γιατί νεκρόν τον γέρο δεν κηδεύεις.
ΑΔΜΗΤΟΣ
Μα θα πεθάνης άδοξος, σαν θάρθη η σειρά σου.
ΦΕΡΗΣ
Όταν πεθάνω, λέγε μου ό,τι θέλεις. Δεν θακούω.
ΑΔΜΗΤΟΣ
Αλλοίμονο, τι αδιάντροπα είναι τα γηρατειά!
ΦΕΡΗΣ
Αυτή δεν ήταν αναιδής? κουτή μονάχα ευρήκες.
ΑΔΜΗΤΟΣ
Φύγε και άφησε μ' εδώ να θάψω τον νεκρό μου.
ΦΕΡΗΣ
Φεύγω και θάψε την εσύ, που είσαι κι' ο φονιάς της.
Αλλά θα δώσης μια φορά λόγο στους συγγενείς της?
άνδρας δεν θα είναι ο Άκαστος, αν κάποτε δεν έλθη
να τιμωρήση άγρια της αδελφής τον φόνο.
ΑΔΜΗΤΟΣ
Λοιπόν κατάρα και σ' εσέ, κατάρα και στην μάννα,
Κ' οι δυο, αν κ' έχετε παιδί, εν τούτοις θα γυρνάτε
χωρίς παιδί. Στο σπίτι μου κανείς σας να μην έλθη.
Κι' αν είναι και με κήρυκες ναπαρνηθώ το σπίτι,
το σπίτι που γεννήθηκα, βεβαίως θα το κάμω.
Κ' εμάς που βρήκε η συμφορά τώρ' ας την υποστούμε
και ας το πάμε στην πυρά το σώμα του νεκρού μας.
ΧΟΡΟΣ
Αλλοίμονο, η δύστυχη, το θύμα αυτό της τόλμης.
Χαίρε, ω γενναία γυναίκα, εσύ, χαίρε, εσύ η μεγάλη.
Είθε ο Χθόνιος Ερμής κι' ο Άδης να δειχθούνε
ευνοϊκοί σε σένα. Και αν υπάρχη εκεί κάτω
για τους καλούς κάτι καλό πλειότερο απ' τους άλλους
είθε να τώχης συ η καλή σαν κάθεσαι στο πλάι
της Περσεφόνης, γυναικός του Πλούτωνος στον Άδη.
(Εξέρχεται η κηδεία βραδέως.)
Αυλαία
ΠΡΑΞΙΣ Γ'
(Η αυτή σκηνογραφία. Από την μεσαίαν θύραν
εξέρχεται ο θεράπων)
ΘΕΡΑΠΩΝ
Είδαν πολλούς τα μάτια μου στο σπίτι τούτο ξένους
κι' από τα πέρατα της γης στου Αδμήτου το τραπέζι
πάρα πολλοί εκάθισαν. Μα σαν αυτόν τον ξένον
χειρότερον δεν είδανε τα μάτια μου ως τώρα.
Αφού είδε πως ο Άδμητος είχε νεκρόν στο σπίτι,
αυτός εν τούτοις τόλμησε ναρθή να καταλύση.
Έπειτα δεν τον έφθασαν εκείνα που του πήγα
να φάη, αλλ' εζήτησε και άλλα να του φέρω.
Επήρε εις το χέρι του το ξύλινο ποτήρι
και ήρχισε μαύρο κρασί να πίνη ως που η φλόγα
επότισε το σώμα του και τώκαμε καμίνι.
Τότε με μύρτα εστόλισεν αμέσως το κεφάλι
και ήρχισε να τραγουδή σαν σκύλλος που ουρλιάζει.
Διπλή τότε ακουγότανε η μουσική στο σπίτι
γιατί εκείνος ούρλιαζε, χωρίς να τόνε μέλη
για τη δική μας συμφορά, ενώ ημείς οι άλλοι
εκλαίγαμε τον θάνατο της δύστυχης κυράς μας.
Όμως από τον ξένο μας εκρύβαμε τη λύπη,
γιατί έτσι διέταξε ο Άδμητος σε όλους.
Και έτσι ενώ τώρα εγώ φροντίζω μέσ' στο σπίτι
για ένα ξένο, που ληστής θα είναι ή κακούργος,
εκείνη πάει, χωρίς εγώ να πάω από πίσω,
χωρίς να πιάσω μια στιγμή το χέρι και να κλάψω
εκείνην που για όλους μας μητέρα, αλήθεια, ήταν.
Γιατί από πολλά κακά μας έσωζε, με γλύκα,
όταν περνούσε τον θυμό του Αδμήτου. Έχω δίκηο
λοιπόν να τον σιχαίνωμαι τον ξένο μας που ήρθε
μέσα σε τέτοιες συμφορές;
ΗΡΑΚΛΗΣ
(Εξέρχεται από την μεσαίαν θύραν κλονιζόμενος από μέθην).
Ε, συ, γιατί τα μούτρα σου κατεβασμένα, τάχεις;
Δεν πρέπει ο δούλος σκυθρωπός να δέχεται τον ξένο,
αλλά να είναι πρόσχαρος. Εσύ βλέπεις τον φίλο
του αφέντη σου εδώ μπροστά και με κοιτάζεις έτσι
με πρόσωπο περίλυπο και ζαρωμένα φρύδια,
σαν να σου τρώγεται η ψυχή για κάποια ξένην έννοια.
Έλα εδώ κοντύτερα σοφώτερος να γίνης,
Ξέρεις τι είδους πράγματα είνε των θνητών; Βεβαίως
δεν ξέρεις. Κ' έχεις δίκαιον που να τα μάθης; Έλα
λοιπόν νακούσης. Ο θνητός μια μέρα θα πεθάνη
κι' ούτε υπάρχει άνθρωπος να ξέρη αν θα ζήση
ως αύριο. Γιατί κανείς δεν ξέρει που πηγαίνει
η Τύχη, κι' ούτε ημπορεί με τέχνη να το μάθη.
Τώρα λοιπόν που τάμαθες της τύχης από μένα
κύτταξε πως να την χαρής σήμερα τη ζωή σου?
πίνε, και τάλλα άφησ' τα στην τύχη να τα κάμη.
Τίμα και την γλυκύτερη θεά για τους ανθρώπους,
την Κύπριδα, γιατ' η θεά είναι καλή και ακούει.
Όλα τα άλλα άφησ' τα, και άκουσε μ' εμένα
γιατί μου φαίνεται σωστά πως λέω, αλήθεια, λόγια.
Ξέχνα λοιπόν την λύπη σου κ' έλα να πιής μαζί μου.
Γίνου ανώτερος εσύ, απ' όλα αυτά και βάλε
στεφάνι στο κεφάλι σου. Δεν έχω αμφιβολία
πως με ποτήρια άφθονα την λύπη σου θα διώξης
και την φροντίδα σου. Αφού θνητοί έχουμε γίνει,
πρέπει και να σκεπτώμεθα ωσάν θνητοί. Γιατ' όποιος
όλη του την ζωή περνά με ζαρωμένα φρύδια
και σοβαρός, μου φαίνεται τουλάχιστον εμένα
πως δεν περνά ζωή αυτός, μα συμφορά.
ΘΕΡΑΠΩΝ
Τα ξέρω
πως είναι αυτά που λες σωστά, μα τώρα δεν είν' ώρα
για γέλια και για όρεξι.
ΗΡΑΚΛΗΣ
Για μια γυναίκα ξένη
τόσω λυπάσαι! ο αφέντης σου και η κυρά σου ζούνε.
ΘΕΡΑΠΩΝ
Ζούνε; Τι λες; Τη συμφορά δεν ξέρεις του σπιτιού μας;
ΗΡΑΚΛΗΣ
Όχι. Εκτός αν ψέμματα ο κύριος σου είπε.
ΘΕΡΑΠΩΝ
Είναι πολύ φιλόξενος, και για να μη λυπήση
τον ξένο του.
ΗΡΑΚΛΗΣ
Λέγε λοιπόν τι συμφορά σας βρήκε;
ΘΕΡΑΠΩΝ
Πήγαινε στο καλό εσύ χαρούμενος. Οι άλλοι
εμείς ας τηνε κλάψωμε τη συμφορά του αφέντη.
ΗΡΑΚΛΗΣ
Δεν φαίνεται απ' τα λόγια σου να πρόκειται για ξένον.
ΘΕΡΑΠΩΝ
Αν ήταν ξένος ο νεκρός, δεν μ' έμελε να βλέπω
εσένα να γλεντάς εδώ.
ΗΡΑΚΛΗΣ
Βέβαια, για έναν ξένο
δεν έπρεπε να μείνω εγώ χωρίς φιλοξενία.
ΘΕΡΑΠΩΝ
Δεν είναι ξένος ο νεκρός. Είναι πολύ δικός μας.
ΗΡΑΚΛΗΣ
Πώς; Πάει τέτοια προσβολή ο Άδμητος σε μένα
να κρύψη από τον ξένον του τη λύπη του;
ΘΕΡΑΠΩΝ
Δεν ήλθες
σε μια στιγμή κατάλληλη. Εμείς έχομε πένθος.
Δεν βλέπεις μαύρα που φορώ, δεν βλέπεις τα μαλλιά μου
κομμένα;
ΗΡΑΚΛΗΣ
Ποιός επέθανε; Μήπως παιδί κανένα
ή μήπως ο πατέρας του ο γέρος;
ΘΕΡΑΠΩΝ
Όχι ξένε,
επέθανε η γυναίκα του.
ΗΡΑΚΛΗΣ
Τι λες; Με τέτοιο πένθος
στο σπίτι με εδεχθήκατε;
ΘΕΡΑΠΩΝ
Ντρεπότανε να διώξη
τον ξένο από το σπίτι του, ο Άδμητος, σαν ήλθε.
ΗΡΑΚΛΗΣ
Ω άμοιρε, τι σπάνια γυναίκα εστερήθης!
ΘΕΡΑΠΩΝ
Εκείνη μόνο εχάθηκε; Όλοι είμαστε χαμένοι.
ΗΡΑΚΛΗΣ
Είδα εγώ τα μάτια σας γεμάτα δάκρυα, είδα
πως τα μαλλιά σας είχατε κομμένα. Μα εκείνος
με έπεισε πως πέθανε κάποιος απ' έξω ξένος.
Διά της βίας με εκράτησε στο σπίτι το θλιμμένο,
και άρχισα να πίνω εγώ, ενώ αυτός πενθούσε.
Τώρα μπορώ να κάθωμαι εγώ στεφανωμένος
να πίνω και να τραγουδώ; Το σφάλμα είναι δικό σου
που δεν μου είπες τίποτα γι' αυτήν την δυστυχία.
Και τώρα πού την θάψανε; Πού είναι να τους εύρω;
ΘΕΡΑΠΩΝ
Στον δρόμο που στην Λάρισα πηγαίνει κατ' ευθείαν
έξω απ' τα προάστεια? εκεί θα ιδής τον τάφο
όλον από άσπρο μάρμαρο, καλοπελεκημένον.
ΗΡΑΚΛΗΣ
Ω συ καρδιά μου, που έκαμες τόσα και τόσα ως τώρα
και χέρι εσύ, ήρθε ο καιρός να δείξετε ποίος είναι
εκείνος που εγέννησεν η Αλκμήνη από τον Δία
κάτω από την Τίρυνθα, η κόρη του Ηλεκτρυόνος.
Γιατί πρέπει να σώσω εγώ την δύστυχη γυναίκα
που προ ολίγου επέθανε, και να την φέρω πάλι
στο σπίτι της, στον Άδμητο, και χάρι να του κάμω.
Τον μαυροφόρον θάνατον θα πάω να προφθάσω
τον βασιλέα των νεκρών, κάτω εκεί στον τάφο
έτοιμον των θυμάτων του το αίμα να ρουφήξη.
Κ' αν πέσω απάνω του άξαφνα και με τα δυο μου χέρια
καλά τον σφίξω, βέβαια κανείς δεν θα μπορέση
να μου τον πάρη από εκεί, αν πρώτα δεν αφήση
από τα ματωμένα του πλευρά του την γυναίκα.
Κι' αν αποτύχω, ή ο θάνατος δεν έλθη να αρπάξη
το αιματωμένο γλύκισμα, στον Άδη θα κατέβω
σ' τανήλια βασίλεια της Περσεφόνης κάτω
να την ζητήσω. Και καμμιά αμφιβολία δεν έχω
πως θα την φέρω γρήγορα την Άλκηστιν απάνω
στα χέρια του συζύγου της να τηνε παραδώσω
που πρόθυμος εδέχθηκε στο σπίτι του τον ξένο
αν κ' είχε τέτοια συμφορά κ' εσκέφθηκε να κρύψη
τόσω γενναίο τον πόνο του, κανένα μη λυπήση.
Ποίος είναι πιο φιλόξενος στων Θεσσαλών τη χώρα
κι' απ' όλους όσοι κατοικούν εις την Ελλάδα; Όμως
τόσω γενναίος αν φάνηκε, αχάριστον δεν βρήκε.
(Εξέρχεται δεξιά)
ΣΚΗΝΗ Β'.
ΑΔΜΗΤΟΣ
(Εισέρχεται με την κεφαλήν προς τα κάτω και πλησιάζων βλέπει έξω προς
την θύραν τον πλόκαμον κρεμασμένον εις σημείον πένθους).
Αλλοίμονο! Αλλοίμονο! Τι μαύρη η επιστροφή μου
και μαύρη του ανακτόρου μου η όψι! Αλλοίμονο μου!
Αλλοίμονο, που να σταθώ και που να πάω τώρα,
και τι να πω; Καλλίτερα να είχα κ' εγώ πεθάνει!
Τι άτυχον μ' εγέννησεν η μάννα μου! Ζηλεύω
τους πεθαμμένους, και ήθελα να ήμουνα μαζί τους.
Δεν θέλω ούτε την αυγή να βλέπω πια, μα ούτε
στη γη απάνω να πατώ? τόσω αγαπούσα εκείνην
που μ' άρπαξεν ο θάνατος στον Άδη να την δώση.
ΧΟΡΟΣ
Προχώρησε, προχώρησε. Πήγαινε μέσ' στο σπίτι.
ΑΔΜΗΤΟΣ
Αλλοίμονο!....
ΧΟΡΟΣ
Ο πόνος σου τους στεναγμούς αξίζει.
ΑΔΜΗΤΟΣ
Ωχ!
ΧΟΡΟΣ
Ξέρω στην οδύνην σου πως είσαι βυθισμένος.
ΑΔΜΗΤΟΣ
Αλλοίμονο.....
ΧΟΡΟΣ
Μα οι στεναγμοί νεκρό δεν ανασταίνουν.
ΑΔΜΗΤΟΣ
Ω! Ω!
ΧΟΡΟΣ
Είναι πολύ σκληρόν να μην ξαναντικρύσης
μίας γυναίκας πρόσωπον που τόσον αγαπούσες.
ΑΔΜΗΤΟΣ
Μου εθύμισες τον πόνο που ξεσχίζει την καρδιά μου.
Δεν είναι άλλη συμφορά στον κόσμο πιο μεγάλη
παρά να χάση την πιστή γυναίκα του. Στο σπίτι
γυναίκα μου καλλίτερα να μην την είχα φέρει.
Ζηλεύω τους ανθρώπους που δεν έχουνε γυναίκα
ούτε παιδιά. Μία ζωή, μονάχα η δική τους,
και αν χαθή, ο πόνος της πάντα πιο λίγος είναι.
Αλλά να βλέπη άρρωστα κανένας τα παιδιά του
και το κρεββάτι του έρημο το νυφικό, είναι λύπη
αβάσταχτη, ενώ χωρίς παιδιά μπορεί να μείνη,
κ' ενώ μπορούσε άγαμος να ζήση τη ζωή του.
ΧΟΡΟΣ
Μια συμφορά αβάσταχτη αλήθεια μας ευρήκε.
ΑΔΜΗΤΟΣ
Αλλοίμονο!....
ΧΟΡΟΣ
Τους στεναγμούς σου παύσε.
ΑΔΜΗΤΟΣ
Αλλοίμονό μου.
ΧΟΡΟΣ
Είναι βαρειά η συμφορά και όμως.
ΑΔΜΗΤΟΣ
Ωχ, ωιμένα!
ΧΟΡΟΣ
Κάμε ολίγη υπομονή, δεν είσαι συ ο πρώτος......
ΑΔΜΗΤΟΣ
Ωχ!
ΧΟΡΟΣ
...,. Που χάνεις τη γυναίκα σου. Όλοι οι θνητοί υποφέρουν,
ο ένας μία συμφορά, ο άλλος πάλιν άλλην!
ΑΔΜΗΤΟΣ
Ω λύπες αλησμόνητες, και πένθη μας για εκείνους
που αγαπημένους είχαμε και που η γη τους πήρε.
Ποιος τάχα να μ' εμπόδισε να πέσω μέσ' στον τάφο
νεκρός κ' εγώ ναναπαυθώ στο πλάι εκείνης που ήταν
στον κόσμο η καλλίτερη γυναίκα; Δυο ο Άδης
ψυχές θα είχε αντί μιας, πιστά συνηνωμένες
από μια πίστι ανίκητη, κι' η δυο μαζί τη λίμνη
του κάτω κόσμου αχώριστες μαζί θα την περνούσαν.
ΧΟΡΟΣ
Εγώ είχα κάποιον συγγενή, που είχεν ένα μόνο
παιδί μέσα στο σπίτι του, ο Χάρος του το πήρε.
Κι' όμως την λύπη υπέφερε, αν κ' έμεινε μονάχος
και γέρος με άσπρα πια μαλλιά σκυμμένος απ' τα χρόνια.
ΑΔΜΗΤΟΣ
Ω σπίτι μου, την θύρα σου πως να περάσω τώρα;
πως θα τους δω τους τοίχους σου, πούχουν αλλάξει τώρα.
Αλλοίμονο. Τι διαφορά! Με πεύκα του Πηλίου
και με τραγούδια άλλοτε του γάμου μου εμπήκα
κρατώντας μέσ' στα χέρια μου το αγαπημένο χέρι
της νύφης. Από πίσω 'μας πυκνή ακολουθία
μ' άλλα τραγούδια ερχότανε, και όλοι απ' την καρδιά τους
μας εμακάριζαν εμέ κ' εκείνην που εχάθη
γιατί κ' οι δυο ευγενείς κι' από γενιά μεγάλη
ενώναμε την τύχη μας. Τώρα ούτε τραγούδια,
ούτε χαρές υμεναίου πια, μα στεναγμοί και θρήνοι.
Και όχι άσπρα πέπλα. Πένθιμα στολίδια με προπέμπουν
στο νυφικό δωμάτιον, που ερήμωσεν ο Χάρος.
ΧΟΡΟΣ
Μέσα στην ευτυχία σου η συμφορά σ' ευρήκε
ενώ δεν την περίμενες. Συ όμως ζης ακόμα
και αναπνέεις. Επέθανε εκείνη και σ' αφήνει
με όλες της αγάπες της. Τι τάχα νέο βρίσκεις
σ' αυτό; Δεν είσαι μόνος σου. Κι' άλλοι πολλοί ως τώρα
έχασαν της γυναίκες των.
ΑΔΜΗΤΟΣ
Η τύχη της νομίζω
απ' τη δική μου πιο καλή πως είναι, αν και τω όντι
έτσι δεν φαίνεται. Αυτή εσώθηκε απ' τους πόνους
κι' από της λύπες, κ' ένδοξον ευρήκε τέλος. Όμως
εγώ που εσώθηκα απ' τον θάνατον δεν πρέπει
να ζήσω τώρα μόνος μου, γιατί καλά το νοιώθω
ότι θα είναι θλιβερή στο μέλλον η ζωή μου.
Πώς να τολμήσω τώρα πια να μπω σ' αυτό το σπίτι;
ποιός τώρα θα με υποδεχθή και θα με χαιρετίση
με λόγια γλυκομίλητα; Που να στραφώ; Ερημία
είναι παντού, μέσα στο σπίτι τώρα
και θα με διώχνει, έρημο το νυφικό κρεββάτι,
έρημο και το κάθισμα που εκάθητο εκείνη.
Παντού αταξία και μόνωσις, κ' εμπρός στα γόνατα μου
με κλάμματα θα πέφτουνε τα ορφανά παιδιά μου
κ' οι δούλοι την κυρία τους θα κλαιν την πεθαμμένη.
Αυτά μέσα στο σπίτι μου με περιμένουν. Έξω
θα βλέπω και θα λαχταρώ τους άλλους που θα ζουν
με της γυναίκες τους. Γιατί η ομήλικες μ' εκείνην
θα μου σπαράζουν την καρδιά. Και οι εχθροί θα πούνε
«Να εκείνος που δεν ήθελε ο ίδιος να πεθάνη
και ζη μιαν άτιμη ζωή, αφού από ανανδρία
έδωσε την γυναίκα του στον τόπο του. Είναι άνδρας
αυτός, που τώρα εχθρεύεται και τους γονείς του ακόμη,
γιατί δεν εδεχθήκανε για κείνον να πεθάνουν;»
Αυτήν την φήμη εκέρδησα εκτός από την λύπη.
Γιατί λοιπόν καλλίτερα να ζω, αφού θ' ακούω
τα λόγια τα φαρμακερά κοντά στη συμφορά μου;
ΧΟΡΟΣ
Με την βοήθεια των Μουσών επέταξα στα ύψη
της επιστήμης, κ' έμαθα πολλά, αλλά δεν ηύρα
τίποτε δυνατώτερον απ' την Ανάγκη. Ούτε
γι' αυτήν υπάρχει φάρμακον κανένα στης σανίδες
της Θράκης που έγραψε ο Ορφεύς απάνω τι γιατρεύει
το σώμα μας και την ψυχή, ούτε σε όσα ο Φοίβος
στους Ασκληπιάδας έδωκε να πολεμούν τους πόνους
και να βοηθούνε τους θνητούς. Είναι η θεά η μόνη
που ούτε ακούει στους βωμούς ούτε αγάλματα έχει
ούτε και θέλει τάμματα. Είθε, ω θεά μεγάλη,
να μη μας έλθης στη ζωή χειρότερη από τώρα.
Γιατί ο Ζευς εκτελεστή στας αποφάσεις σ' έχει.
Εσύ έχεις την δύναμι σίδερα να δαμάζης
και τίποτα δεν σέβεται η άγρια θέλησίς σου
Και σένα τώρα, Άδμητε, μέσ' στους γερούς δεσμούς της
σ' ετύλιξε. Υπόμεινε. Γιατί τα δάκρυά σου
πίσω δεν θα σου φέρουνε εκείνην που εχάθη.
Σκέψου ότι και των θεών τα νόθα κατεβαίνουν
στον Άδη. Εκείνη ήτανε αγαπητή σε όλους
και όταν ζούσε, αγαπητή και πεθαμμένη θα είναι.
Γιατί πραγματικώς εσύ για σύζυγον επήρες
την πλέον ευγενέστερην γυναίκα αυτού του κόσμου.
Μήτε πως είναι ο τάφος της σαν άλλοι, να νομίζης
αλλά θα έχη της τιμές που οι θεοί μας έχουν
και θα είναι αντικείμενον του σεβασμού των ξένων.
Όλοι περνώντας από εκεί θα λένε, «Αυτή η γυναίκα
πέθανε για τον άνδρα της, και τώρα ευτυχισμένη
ζη με τους μάκαρας θεούς. Χαίρε, ω θεά, και είθε
την ευτυχία και σε μας να δώσης!» Με τα λόγια
4αυτά θα χαιρετίζεται ο τάφος της. Αλλ' όμως
μου φαίνεται ο Ηρακλής πως είναι αυτός που φθάνει.
ΣΚΗΝΗ Δ'.
Οι αυτοί.—ΗΡΑΚΛΗΣ
(Ο Ηρακλής υποβαστάζει μίαν γυναίκα σκεπασμένην με πέπλον)
ΗΡΑΚΛΗΣ
Στον φίλον πρέπει, Άδμητε, τίποτα να μην κρύβης
μέσα στα βάθη της ψυχής, και ελεύθερα να λέγης
τι σου συμβαίνει. Μια φορά που ευρέθηκα κοντά σου
είχα και την αξίωσιν να θεωρούμαι φίλος
στη συμφορά σου. Αλλά εσύ μου έκρυψες πως έχεις
μέσα στο σπίτι σου νεκράν την Άλκηστιν, κ' εδέχθης
να με ξενίσης, λέγοντας πως δεν είναι δικός σου
ο άνθρωπος που πέθανε, αλλά είναι κάποιος ξένος.
Κ' εγώ αφού εστεφάνωσα με άνθη το κεφάλι
σπονδάς έκαμα στους θεούς, σε λυπημένο σπίτι.
Παραπονούμαι που σ' εμέ εφέρθης σαν εις ξένον,
αλλά δεν θέλω πιο πολύ να σε λυπήσω τώρα.
Άκουσε όμως τι εδώ με κάνει να γυρίσω.
Πάρε την γυναίκα αυτήν και να μου την φυλάξης
ως να γυρίσω απ' των Θρακών την χώρα που πηγαίνω
να πάρω εκείνα τάλογα που των Βιστόνων έχει
ο βασιλεύς στο άρμα του, αφού θα τον σκοτώσω.
Αν τύχη—ο μη γένοιτο—να μην το επιτύχω
και δεν γυρίσω, πάρε την, για δούλαν μέσ' στο σπήτι.
Αλήθεια, εκοπίασα πολύ για να την πάρω.
Σε κάποιο αγώνα έτυχα, που ήτανε βραβεία
άξια για τους νικητάς. Από αυτόν την πήρα
για έπαθλον της νίκης μου. Οι νικηταί του δρόμου
έπαιρναν άλογα. Αυτοί που ενίκησαν στην πάλη
και στην πυγμή, αγωνίσματα πιο δύσκολα, κοπάδια
έπαιρναν βώδια, μα και μια γυναίκα παραπάνω.
Αφού λοιπόν ευρέθηκα τυχαίως στους αγώνας
κ' ενίκησα, δεν ήθελα τέτοιο βραβείο ν' αφήσω.
Πάρ' την λοιπόν και φρόντισε γι' αυτήν. Γιατί δεν είναι
γυναίκα που να έκλεψα. Μου εστοίχισε η νίκη.
Ίσως και συ με τον καιρό θα με ευχαριστήσης.
ΑΔΜΗΤΟΣ
Ούτε από περιφρόνησι ούτε για εχθρό σ' επήρα
και σούκρυψα της άμοιρης γυναίκας μου την τύχη.
Αλλά στης τόσες λύπες μου ακόμα μία λύπη
θα ήτανε να σ' έβλεπα σ' άλλον να πας να μείνης.
Ήταν για μένα αρκετόν να κλαίω τη συμφορά μου.
Όσω για την γυναίκα αυτή, θα σε παρακαλέσω
σε ένα άλλον Θεσσαλόν να τήνε δώσης, σε ένα
που να μην έπαθε κι' αυτός ό,τι εγώ έχω πάθει.
Έχεις εσύ φίλους πολλούς Φεραίους, μη θελήσης
να ζωντανεύη η ανάμνησις της συμφοράς μου. Είναι
αδύνατον, στο σπίτι μου βλέποντας την γυναίκα
να μείνω αδάκρυτος. Με φθάνει η λύπη που βαραίνει
την πονεμένη μου ψυχή. Κ' έπειτα πως να θρέψω
μια νέα γυναίκα μέσα εδώ, γιατί γυναίκα νέα
απ' τα στολίδια φαίνεται κ' απ' τα φορέματά της.
Πού να την βάλω; Βέβαια μέσα στους άνδρες όχι.
Πώς μέσ' στους νέους ημπορεί αγνή αυτή να μείνη;
Δεν είναι εύκολο, Ηρακλή, τον νέον να συγκρατήσης
κ' εγώ για το συμφέρον σου φροντίζω. Ή να την βάλω
μέσα εις το δωμάτιον της πεθαμένης; Τότε
πρέπει και το κρεββάτι της εκείνης να της δώσω.
Αλλά διπλή κατακραυγή φοβούμαι πως θα μ' εύρη
πρώτον κανείς από τον λαόν μην πη ότι προδίδω
αυτήν που με ευεργέτησε, αν μοιρασθώ με άλλην
την κλίνη μου, και δεύτερον κι' αυτή η πεθαμμένη.
Και ξέρεις πόσον άξια του σεβασμού μου είναι.
Πρέπει βεβαίως με φρόνησιν να ενεργώ.
(Προς την γυναίκα)
Συ όμως
όποια κι' αν είσαι μάθε το. Μοιάζεις πολύ μ' εκείνην,
έχεις το ίδιο ανάστημα και την μορφή την ίδια
της άμοιρης Αλκήστιδος. Αλλοίμονο, λυπήσου
και πάρτην απ' τα μάτια μου να μην την βλέπω, εμπρός μου.
Είν' αρκετή η οδύνη μου, μη μου προσθέτεις κι' άλλην.
την βλέπω και μου φαίνεται πως βλέπω την δική μου,
και μου ραγίζεται η καρδιά και τρέχουνε τα μάτια
ποτάμι. Ω τι άτυχος που είμαι! Πως την νοιώθω
όλην την πίκρα στην ψυχή του πένθους μου!...
ΧΟΡΟΣ
Βεβαίως
εγώ δεν ημπορώ να 'πω πως είσαι ευτυχισμένος.
Αλλ' όμως με υπομονή πρέπει να υποστούμε
ό,τι μας δίνουν οι θεοί.
ΗΡΑΚΛΗΣ
Πως ήθελα να είχα
τόση μεγάλη δύναμι να πάω στον κάτω κόσμο
να πάρω την γυναίκα σου κ' εδώ να σου την φέρω!
ΑΔΜΗΤΟΣ
Ξέρω καλά πως το ήθελες. Μα πώς αυτό να γίνη;
Δεν ζωντανεύουν οι νεκροί, το φως δεν ξαναβλέπουν.
ΗΡΑΚΛΗΣ
Στη λύπη μην αφήνεσαι. Υπομονή να κάμης.
ΑΔΜΗΤΟΣ
Είν' εύκολες η συμβουλές, δύσκολο να υποφέρης.
ΗΡΑΚΛΗΣ
Μήπως κερδίζεις τίποτα με κλάμματα;
ΑΔΜΗΤΟΣ
Το ξέρω
κ' εγώ, αλλ' όμως με τραβά η λύπη άθελα μου.
ΗΡΑΚΛΗΣ
Ε, βέβαια, η αγάπη μας για εκείνον που πεθαίνει
μας φέρνει δάκρυα.
ΑΔΜΗΤΟΣ
Αυτή η αγάπη με σκοτώνει
ακόμη περισσότερον από όσον λέγω
ΗΡΑΚΛΗΣ
Αλήθεια
σπανία γυναίκα έχασες. Ποιός λέει το εναντίον;
ΑΔΜΗΤΟΣ
Δεν έχει πια η ζωή για εμέ καμμιά χαρά.
ΗΡΑΚΛΗΣ
Ο χρόνος,
τη λύπη σου σιγά σιγά θα την γλυκάνη. Τώρα
είναι απάνω στην ορμή.
ΑΔΜΗΤΟΣ
Αλήθεια αν ο χρόνος
που λέγεις είναι ο θάνατος.
ΗΡΑΚΛΗΣ
Μία γυναίκα άλλη
και νέος γάμος θάρθουνε τη λύπη σου να παύσουν.
ΑΔΜΗΤΟΣ
Σιώπησε! Συ ετόλμησες να πης αυτά τα λόγια;
ΗΡΑΚΛΗΣ
Μα τι; Ποτέ δεν σκέπτεσαι να παντρευτής; θα μείνης
χήρος για πάντοτε;
ΑΔΜΗΤΟΣ
Καμμιά γυναίκα δεν υπάρχει
που νάρθη το κρεββάτι μου να μοιρασθή μαζή μου.
ΗΡΑΚΛΗΣ
Τι περιμένεις απ' αυτό να ωφεληθή η νεκρή σου;
ΑΔΜΗΤΟΣ
Όπου κι' αν είναι της χρωστώ να την τιμώ.
ΗΡΑΚΛΗΣ
Δεν λέω
βέβαια είσ' αξιέπαινος. Αλλ' όμως είναι τρέλλα.
ΑΔΜΗΤΟΣ
Βέβαια είμ' αξιέπαινος. Ποτέ δεν θα ονομάσης
γαμπρό εμένα.
ΗΡΑΚΛΗΣ
Σ' επαινώ βεβαίως γιατί είσαι
πιστός εις την γυναίκα σου.
ΑΔΜΗΤΟΣ
Αν την προδώσω κάποτε, να μη σώσω να ζήσω,
αν και εκείνη τώρα πια δεν ζη για να μ' ακούση
ΗΡΑΚΛΗΣ
Δέξου την τώρα αυτήν εδώ στο ευγενικό σου σπίτι.
ΑΔΜΗΤΟΣ
Όχι. Εις τον πατέρα σου τον Δία σε ορκίζω.
ΗΡΑΚΛΗΣ
Αν δεν το κάμης, πρόσεξε, γιατί είν' αμαρτία.
ΑΔΜΗΤΟΣ
Αλλ' αν το κάμω την καρδιά θα μου την τρώη η λύπη.
ΗΡΑΚΛΗΣ
Υπάκουσε? στο σπίτι σου ίσως σ' ευρή ευτυχία.
ΑΔΜΗΤΟΣ
Είθε να μην την έφερνες ποτέ απ' τους αγώνας
βραβείο την γυναίκα αυτή.
ΗΡΑΚΛΗΣ
Όταν εγώ νικήσω
είναι σαν να ενίκησες κ' εσύ.
ΑΔΜΗΤΟΣ
Καλός ο λόγος,
αλλά όμως η γυναίκα αυτή ας φύγη.
ΗΡΑΚΛΗΣ
Ναι, θα φύγη,
αν πρέπη. Αλλά κύτταξε πρώτα αν πρέπη.
ΑΔΜΗΤΟΣ
Πρέπει,
εκτός αν εναντίον μου θυμώσης.
ΗΡΑΚΛΗΣ
Επιμένω,
και για να επιμένω εγώ θα πη πως κάτι ξέρω.
ΑΔΜΗΤΟΣ
Αφού το θέλεις ας γενή. Αλλά αυτό που κάνεις
διόλου δεν μου είναι ευχάριστον.
ΗΡΑΚΛΗΣ
Μπορεί ναρθή μια μέρα
που ίσως θα μ' ευγνωμονής. Υπάκουσε με τώρα.
ΑΔΜΗΤΟΣ
(Προς τους δούλους)
Πηγαίνετε την μέσα σεις, αφού πρέπει να γίνη.
ΗΡΑΚΛΗΣ
Α, δεν την εμπιστεύομαι στους δούλους την γυναίκα.
ΑΔΜΗΤΟΣ
Τότε, αν θέλης, μόνος σου οδήγησε την μέσα.
ΑΛΚΗΣΤΙΣ
ΗΡΑΚΛΗΣ
Όχι? εγώ στα χέρια σου θα σου την παραδώσω.
ΑΔΜΗΤΟΣ
Δεν την αγγίζω. Μόνη της μπορεί να μπη στο σπίτι.
ΗΡΑΚΛΗΣ
Στο χέρι σου το δεξιό μπορώ να σου την δώσω.
ΑΔΜΗΤΟΣ
Πολύ με βιάζεις κάτι τι να κάμω που δεν θέλω.
ΗΡΑΚΛΗΣ
Μην την φοβάσαι. Άπλωσε το χέρι να την πιάσης.
ΑΔΜΗΤΟΣ
Να το το χέρι μου λοιπόν, τα μάτια αλλού γυρίζω
σαν της Γοργόνας νάκοβα την κεφαλή.
ΗΡΑΚΛΗΣ
Την ηύρες;
ΑΔΜΗΤΟΣ
Την ηύρα.
ΗΡΑΚΛΗΣ
Κράτα την καλά. Και θάρθη μια ημέρα
που θα το πης και μόνος σου πως ήτανε γενναίος
ο γυιός του Διός, ο ξένος σου. Για κύτταξέ την τώρα.
(Της αφαιρεί τον πέπλον)
και ιδέ αν της γυναίκας σου μοιάζει πολύ.
Η λύπη την θέσι της παραχωρεί στην ευτυχία.
ΑΔΜΗΤΟΣ
(Στρεφόμενος και βλέπων)
Θεοί μου!
Τι να ειπώ. Ανέλπιστο είναι αυτό το θαύμα!
Είναι η γυναίκα μου αυτή που βλέπω, ή είναι πλάνη
που μου την στέλνουνε οι θεοί για να με ξεγελάσουν;
ΗΡΑΚΛΗΣ
Όχι είν' η γυναίκα σου αυτή που βλέπεις.
ΑΔΜΗΤΟΣ
Μήπως
είναι κανένα φάντασμα από τον κάτω κόσμον;
ΗΡΑΚΛΗΣ
Όχι, δεν είναι ο ξένος σου κανένας μάγος.
ΑΔΜΗΤΟΣ
Είναι
λοιπόν αυτή η γυναίκα μου που έθαψα προ ολίγου;
ΗΡΑΚΛΗΣ
Μην αμφιβάλης. Αν κ' εγώ ο ίδιος δεν θαυμάζω,
πως δυσπιστείς στην τύχη σου.
ΑΔΜΗΤΟΣ
Μπορώ να την αγγίξω,
να της μιλήσω, ημπορώ σαν νάταν ιδική μου,
γυναίκα πάλι ζωντανή;
ΗΡΑΚΛΗΣ
Μπορείς να της μιλήσης,
αφού έχεις ό τι επιθυμείς τόσω πολύ.
ΑΔΜΗΤΟΣ
Ω μάτια,
και σώμα της γυναίκας μου αγαπημένα, πάλι
σας έχω, ενώ δεν ήλπιζα, να σας ιδώ ποτέ μου!
ΗΡΑΚΛΗΣ
Τα έχεις, είθε απ' τους θεούς κανείς να μη ζηλέψη.
ΑΔΜΗΤΟΣ
Ω του μεγάλου μας Διός ευγενικό βλαστάρι,
είθε να είσαι ευτυχής και να σε προστατεύη
ο πατέρας που σ' εγέννησε. Γιατί εσύ μονάχος
την τύχη μου μετέβαλες. Αλλ' όμως απ' τον Άδη
πώς την επήρες και στο φως την έφερες του κόσμου;
ΗΡΑΚΛΗΣ
Πάλαιψα με τον Θάνατον, όπου τήνε κρατούσε.
ΑΔΜΗΤΟΣ
Και πού έγινεν ο αγών αυτός;
ΗΡΑΚΛΗΣ
Στον τάφο της απάνω
ήμουν κρυμμένος, ώρμησα την άρπαξε στα χέρια....
ΑΔΜΗΤΟΣ
Αλλά γιατί σιωπηλή στέκει;
ΗΡΑΚΛΗΣ
Γιατί δεν πρέπει
ν' ακούσης την φωνή της πριν να γίνουν αι θυσίαι
εις τους θεούς του Άδου, πριν περάσουν τρεις ημέρες.
Αλλά στο σπίτι πάρε την δίκαιος όπως είσαι,
και εις το μέλλον, Άδμητε, να είσαι ευσεβής στους ξένους.
Και τώρα χαίρε. Φεύγω εγώ να κάμω ό,τι οφείλω,
και ό,τι μου επέβαλε, του βασιλέως Σθενέλου ο γυιός.
ΑΔΜΗΤΟΣ
Μείνε μαζί μας, κάθησαι μαζί μας να δειπνήσης.
ΗΡΑΚΛΗΣ
Άλλοτε μένω. Βιάζομαι να φύγω τώρα.
ΑΔΜΗΤΟΣ
Είθε
να επιτύχης, γρήγορα να έλθης πάλι πίσω.
Στη χώρα και στο κράτος μου προστάζω οι πολίται
να χαιρετίσουν με χορούς την ευτυχία μου όλοι,
και να προσφέρουν στους βωμούς την κνίσα από ταύρους.
Γιατί για μας ανέτειλαν καλλίτερες ημέρες
από της πριν. Είμαι ευτυχής τώρα, και δεν το αρνούμαι.
ΧΟΡΟΣ
Με χίλιους τρόπους φαίνεται η ισχύς των αθανάτων
κ' είναι πολλά τανέλπιστα, που οι θεοί μας στέλνουν.
Δεν γίνεται ό,τι βέβαιον νομίζομεν. Και όμως
βρίσκει τον τρόπο ο θεός τανέλπιστα να κάμη.
Έτσι και στης Αλκήστιδος τον θάνατον συνέβη.
***
Η Σειρά των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων, των Εκδόσεων Φέξη, υπήρξεν ένας
σταθμός στα ελληνικά χρονικά. Για πρώτη φορώ προσφερόταν συστηματικά
στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, η αρχαία ελληνική σκέψη (ιστορία,
φιλοσοφία, ποίηση, δράμα, δικανικός και πολιτικός λόγος) σε
δημιουργικές μεταφορές της, από τους άριστους μεταφραστές του τόπου,
στην πιο σύγχρονη μορφή που πήρε, εξελισσόμενο, το γλωσσικό της όργανο,
Ο Όμηρος, οι Τραγικοί κι ο Αριστοφάνης, ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο
Πλάτων, ο Ξενοφών, ο Αριστοστέλης, ο Θεόκριτος, ο Θεόφραστος, ο
Επίκτητος, ο Πλούταρχος, ο Λουκιανός κλπ. προσφέρονται και σήμερα, στις
κλασικές πια μεταφράσεις των Πολυλά, Ραγκαβή, Μωραϊτίδη, Κονδυλάκη,
Ποριώτη, Γρυπάρη, Τανάγρα, Πολέμη, Καμπάνη, Καζαντζάκη, Βάρναλη,
Αυγέρη, Βουτιερίδη, Ζερβού, Φιλαδελφέως, Τσοκόπουλου, Σιγούρου, Κ.
Χρηστομάνου κλπ. σε μια σύγχρονη σειρά εκδόσεων βιβλίου τσέπης, πράγμα
που επίσης γίνεται για πρώτη φορά, συστηματικά, στην Ελλάδα.
Άλκηστης Σύμφωνα με τον όρο που είχε θέσει ο Θεός, ο Άδμητος θα γινόταν
αθάνατος, αν κάποιος στενός συγγενής του δεχόταν να θυσιαστή γι' αυτόν
το σκοπό. Οι γονείς του δεν δέχονται, μα η γυναίκα του η Άλκηστις
προσφέρεται πρόθυμα να θυσιαστή, δίδοντας έτσι μοναδικό παράδειγμα
συζυγικής αφοσίωσης.
Η «ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ» ΑΝΑΤΥΠΩΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ
ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ.
ΑΘΗΝΑΙ, ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ 36
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ΤΣΙΜΙΣΚΗ 61
ΤΙΜΗ ΤΟΜΟΥ ΔΡΑΧΜΕΣ 10