WeRead Powered by ReaderPub
Λουκιανός - Άπαντα, Τόμος Τρίτος cover

Λουκιανός - Άπαντα, Τόμος Τρίτος

Chapter 10: Α Π Ο Κ Η Ρ Υ Τ Τ Ο Μ Ε Ν Ο Σ {25}
Open in WeRead

About This Book

The volume gathers a series of comic prose pieces and dialogues by a classical satirist, centering on a deliberately fantastical voyage that describes impossible islands, wine rivers, and hybrid creatures to parody fanciful travelogues and mythmakers. Other texts stage mock debates, speeches, and dialogues that lampoon tyrants, false prophets, oracle-seekers, and rhetorical affectation while questioning historians and poets. Tone alternates between exuberant nonsense and pointed irony, using imaginative narrative, parody, and philosophical bite to expose credulity, literary excess, and superstition. The collection combines extended fictional episodes with shorter dialogues and invective, aiming to entertain and provoke critical reflection.

ΤΥΡΑΝΝΟΚΤΟΝΟΣ{24}

Ανέβη τις εις την ακρόπολιν διά να φονεύση τον τύραννον• και αυτόν μεν δεν εύρε• φονεύσας δε τον υιόν του αφήκε το ξίφος εις το σώμα του. Έπειτα ήλθεν ο τύραννος και ιδών τον υιόν του νεκρόν εφονεύθη με το αυτό ξίφος. Ο ανελθών και φονεύσας τον υιόν του τυράννου ζητεί αμοιβήν ως τυραννοκτόνος.

Δύο τυράννους φονεύσας αυθημερόν, ω άνδρες δικασταί, τον μεν ήδη ηλικιωμένον, τον δε ακμαίον και έτοιμον να συνέχιση τα πατρικά αδικήματα, έρχομαι να ζητήσω μίαν και διά τους δύο αμοιβήν. Είμαι ο μόνος εξ όλων των τυραννοκτόνων, όστις δι' ενός κτυπήματος εξώντωσα δύο φαύλους και εφόνευσα τον μεν υιόν διά του ξίφους, τον δε πατέρα διά της αγάπης του προς τον υιόν του. Και ο μεν τύραννος ικανώς ετιμωρήθη δι' όσα μας έχει κάμει, διότι ζων είδε τον υιόν του να προαποθάνη, έπειτα δε και αυτός ηναγκάσθη να γίνη παραδόξως τυραννοκτόνος του εαυτού του• ο δε υιός του εφονεύθη υπ' εμού, μ' εβοήθησε δε και μετά θάνατον εις άλλον φόνον• και όταν μεν έζη ελάμβανε μέρος εις τας αδικίας του πατρός του, όταν δε απέθανεν έγινε πατροκτόνος όπως ηδύνατο.

Ο καταλύσας λοιπόν την τυραννίαν είμαι εγώ και το ξίφος μου, το οποίον τα πάντα εξετέλεσεν, ήλλαξα δε την τάξιν των φόνων και ενεωτέρισα εις τον τρόπον της θανατώσεως των αχρείων, καθότι τον μεν δυνατώτερον και δυνάμενον ν' αμυνθή εφόνευσα εγώ, τον γέροντα δε μόνον διά της παραχωρήσεως του ξίφους. Ενόμιζα επομένως ότι και περισσοτέρα τιμή θα μου απενέμετο παρ' υμών και αμοιβάς θα ελάμβανα ισαρίθμους με τους φονευθέντας, καθότι δεν σας απήλλαξα μόνον από τα σημερινά παθήματα, αλλά και από τον φόβον των μελλόντων κακών και σας έδωκα ασφαλή την ελευθερίαν, διότι ουδείς έμεινε διά να κληρονομήση και συνεχίση την αδικίαν. Και όμως κινδυνεύω, αφού τόσα κατώρθωσα, μόνος εγώ ναποπεμφθώ παρ' υμών αβράβευτος και μόνος να στερηθώ της αμοιβής των νόμων, τους οποίους διεφύλαξα. Και ο αντίπαλος μου ούτος μου φαίνεται ότι δεν φροντίζει υπέρ των κοινών, ως λέγει, και διά τούτο πολεμεί την απαίτησίν μου, αλλά διότι λυπείται τους φονευθέντας και εκδικείται κατ' εκείνου όστις έγινε του θανάτου αυτών αίτιος.

Αλλά θα μου επιτρέψετε, ω άνδρες δικασταί, να διηγηθώ διά βραχέων τα αδικήματα της τυραννίας, καίτοι καλώς τα γνωρίζετε• καθότι ούτω θα εννοήσετε το μέγεθος της ευεργεσίας μου και περισσότερον θα ευχαριστηθήτε, σκεπτόμενοι από ποία κακά εσώθητε. Διότι δεν υπεφέραμεν, όπως πολλάκις άλλοι, απλήν τυραννίαν και δουλείαν, ούτε είχαμεν να κάμωμεν με τας ορέξεις μόνον ενός αυθέντου, αλλά μόνοι εξ όσων ποτέ υπέφεραν ομοίαν δυστυχίαν δύο αντί ενός τυράννους είχαμεν και διττά οι δυστυχείς υπεφέραμεν αδικήματα. Ο γέρων, είνε αληθές, ήτο κατά πολύ μετριοπαθέστερος, εις τους θυμούς του ηπιώτερος, εις τας τιμωρίας βραδύτερος και εις τας επιθυμίας νωθρότερος, ίσως διότι ήδη η ηλικία συνεκράτει την σφοδρότητα των ορμών του και του εχαλιναγώγει τας ορέξεις των ηδονών.

Αλλά λέγεται και ότι υπό του υιού του παρεσύρθη εις την τυραννίαν χωρίς να το θέλη, καθότι αυτός εκ φύσεως δεν ήτο πολύ τυραννικός, αλλ' έγεινε τύραννος υπακούων εις εκείνον διότι ήτο καθ' υπερβολήν φιλότεκνος, ως εφάνη άλλως τε, και ο υιός του ήτο το παν δι' αυτόν και εις αυτόν επείθετο και έπραττε τα αδικήματα τα οποία εκείνος υπηγόρευε και ετιμώρει όσους εκείνος υπεδείκνυε και εις όλα υπήκουεν εις τας θελήσεις του και ήτο ο υιός τύραννος του τυράννου, ο δε πατήρ δορυφόρος των επιθυμιών του υιού του. Ο δε υιός τας μεν τιμάς παρεχώρει εις τον πατέρα λόγω ηλικίας και την εξουσίαν μόνον κατ' όνομα δεν είχεν• η εκτέλεσις όμως της τυραννίας και η πραγματική υπόστασις ήτο αυτός. Αυτός παρείχε την πίστιν και την ασφάλειαν εις την μοναρχίαν και μόνος αυτός είχε την απόλαυσιν των αδικημάτων. Αυτός ήτο ο συγκρατών εις πειθαρχίαν τους δορυφόρους, ο ενισχύων την φρουράν, ο εμπνέων φόβον εις τους τυραννουμένους, ο σφάζων τους επικινδύνους, ο εξοντώνων τους εφήβους, ο προσβάλλων την τιμήν των εγγάμων• υπ' αυτού εγίνοντο αι απαγωγαί των παρθένων και οσάκις εσφάγησαν άνθρωποι ή εξωρίσθησαν και αφηρέθησαν περιουσίαι και εβασανίσθησαν και υβρίσθησαν πολίται, πάντα ταύτα ήσαν τολμήματα νεανικά. Ο γέρων δε εκείνος ηκολούθει εις την πρωτοβουλίαν του υιού και εβοήθει εις τας αδικίας και επεδοκίμαζε του υιού τας αυθαιρεσίας και το πράγμα έγινεν αφόρητον διότι όταν τα πάθη προσλαμβάνουν την δύναμιν της εξουσίας δεν έχουν πλέον όρια εις τα ανομήματά των. Ό,τι δε προ πάντων επροξένει λύπην ήτο ότι προεβλέπομεν μακράν ή μάλλον ατελεύτητον την δουλείαν και ότι διαδοχικώς η πόλις θα παρεδίδετο άλλοτε εις άλλον τύραννον και ο λαός θα εγίνετο κληρονομία φαύλων. Δεν είνε μικρά ελπίς το να σκέπτωνται οι τυραννούμενοι και να λέγουν καθ' εαυτούς «αλλά μετ' ολίγον θα παύση να μας τυραννή• εντός ολίγου θαποθάνη και θανακτήσωμεν την ελευθερίαν μας». Δι' αυτούς όμως ουδέν τοιούτον ηδυνάμεθα να ελπίζωμεν, αλλ' εβλέπαμεν ήδη έτοιμον τον διάδοχον της εξουσίας. Διά τούτο κανείς εκ των τολμηρών και ομοφρόνων προς εμέ δεν ετόλμα να επιχειρήση τι εναντίον του τυρράννου, αλλ' η ελευθερία ευρίσκετο εις πλήρη απόγνωσιν και η τυραννία εφαίνετο ακαταμάχητος, καθότι δεν είχαμεν να πολεμήσωμεν προς ένα, αλλά προς περισσοτέρους.

Αυτά όμως δεν εφόβισαν εμέ και ούτε η δυσκολία της πράξεως με απεθάρρυνε, ούτε ο κίνδυνος με εδειλίασε, μόνος δε, εντελώς μόνος προς τόσω ισχυράν και πολυάριθμον τυραννίαν, μάλλον δε όχι μόνος, αλλά μετά του ξίφους, το οποίον μου εχρησίμευσεν ως σύμμαχος και εν μέρει συντυραννοκτόνος, έκαμα το τόλμημα, αποφασισμένος ν' αποθάνω, αλλά παρηγορούμενος ότι ο θάνατός του θα είχεν ως αποτέλεσμα την κοινήν απελευθέρωσιν. Συναντήσας δε την πρώτην φρουράν και τρέψας όχι ευκόλως τους δορυφόρους εις φυγήν, φονεύων πάντα συναντώμενον και πάντα ανθιστάμενον, έφθασα εις τον κύριον σκοπόν της επιχειρήσεώς μου, εις την μόνην δύναμιν της τυραννίας και την αφορμήν των συμφορών μας. Τον εύρον ενός του φρουρίου της ακροπόλεως και μολονότι ημύνθη και αντέστη γενναίως, τον εφόνευσα και τον εξήπλωσα κατά γης πλήρη τραυμάτων.

Η τυραννία καθηρέθη ούτω και ο σκοπός μου είχεν εκτελεσθή. Από της στιγμής εκείνης ήμεθα όλοι ελεύθεροι• υπελείπετο μόνον ο γέρων ακόμη, άοπλος, απολέσας τους σωματοφύλακας, μη έχων πλέον τον μέγαν δορυφόρον του, έρημος και μη αξίζων να τον πλήξη χειρ γενναίου ανδρός. Και τότε, ω άνδρες δικασταί, εσκεπτόμην και έλεγα κατ' εμαυτόν• Όλα έχουν καλώς, τα πάντα έγειναν και κατωρθώθησαν αλλά κατά τίνα τρόπον θα τιμωρηθή ο υπολειπόμενος; Εμού και της χειρός μου είνε ανάξιον να τον τιμωρήσω, διότι κινδυνεύω ούτω, αφ' ου έκαμα τόσω λαμπρόν και γενναίον κατόρθωμα, να το αμαυρώσω• πρέπει δε να ζητήσω άλλον δήμιον, διότι δεν είνε άξιος, να υποστή την αυτήν τύχην με τον υιόν του. Ας αφήσω εδώ το ξίφος πλησίον του νεκρού και όταν θα έλθη και ίδη ας τιμωρηθή μόνος του. Εις το ξίφος αναθέτω την εκτέλεσιν των λοιπών. Αφ' ου εσκέφθην ταύτα ανεχώρησα, το δε ξίφος μου, όπως προέβλεψα, έπραξε κατά την παραγγελίαν μου και ετυραννοκτόνησε και έδωκε, τέλος εις το δράμα μου.

Έρχομαι λοιπόν φέρων εις υμάς την δημοκρατίαν και κηρύττω εις όλους να αναθαρρήσουν και αναγγέλλω την επάνοδον της ελευθερίας. Και τώρα απολαύσετε τους καρπούς των έργων μου. Ως βλέπετε, εις την ακρόπολιν ουδείς υπάρχει πλέον φαύλος, ουδείς διατάσσει, αλλ' είμεθα ελεύθεροι ν' απονέμωμεν τιμάς, να δικάζωμεν και να συζητούμεν κατά τους νόμους, και όλα αυτά τα οφείλετε εις εμέ και εις την τόλμην μου, διά τον ένα εκείνον φόνον, μετά τον οποίον ο πατήρ δεν ηδύνατο να ζήση πλέον. Διά ταύτα ζητώ να μου δοθή παρ' υμών, η πρέπουσα αμοιβή, όχι διότι είμαι φιλοκερδής ή μικροπρεπής και διότι ευηργέτησα την πατρίδα αποβλέπων εις την αμοιβήν, αλλά διότι θέλω να επικυρωθούν τα κατορθώματά μου διά της δωρεάς και να μη διαβληθούν, ούτε να καταστή άδοξον το κατόρθωμα μου κρινόμενον ως ατελές και ανάξιον βραβεύσεως.

Ο αντίπαλος αντιλέγει ότι δεν είνε δίκαιον να ζητώ τιμάς και να λάβω αμοιβήν, διότι δεν είμαι τάχα τυραννοκτόνος και δεν έπραξα ό,τι ο νόμος ορίζει και το έργον μου δεν είνε πλήρες, ώστε να δικαιούμαι να ζητήσω αμοιβήν. Τον ερωτώ λοιπόν τι ήθελε να πράξω; Δεν ανέβην εις το φρούριον; Δεν εφόνευσα; δεν ηλευθέρωσα; υπάρχει πλέον κανείς ο διατάσσων; κανείς ο προστάζων; απειλεί κανείς αυθέντης; με διέφυγε κανείς εκ των κακούργων; Δεν δύνασαι ν' αρνηθής. Η ειρήνη αποκατέστη παντού και μετ' αυτής οι νόμοι και ελευθερία πλήρης και δημοκρατία ασφαλής και οικογενειακή τιμή ανύβριστος και οι παίδες ουδένα διατρέχουν κίνδυνον και αι θυγατέρες των πολιτών είνε ασφαλείς και η πόλις εορτάζει την κοινήν ευτυχίαν.

Ποίος λοιπόν είνε όλων τούτων ο αίτιος; ποίος είνε ο οποίος έπαυσε τα μεν και εξησφάλισε τα άλλα; Εάν υπάρχη άλλος έχων δικαίωμα να τιμηθή αντί εμού του παραχωρώ το βραβείον και παραιτούμαι της αμοιβής. Εάν όμως μόνος εγώ έπραξα τα πάντα, αποτολμήσας, κινδυνεύσας, αναβάς εις την ακρόπολιν, φονεύσας, τιμωρήσας απ' ευθείας ή δι' άλλου, διατί θέλεις να ελαττώσης την σημασίαν των κατορθωμάτων μου διατί προσπαθείς να πείσης την πόλιν να φανή προς εμέ αχάριστος;

—Διότι δεν εφόνευσες τον ίδιον τον τύραννον, ο δε νόμος δίδει αμοιβήν εις τον τυραννοκτόνον. — Και τι διαφέρει, ειπέ μου, να φονεύση κανείς αυτόν ή να γείνη αίτιος του θανάτου του; Εγώ νομίζω ότι δεν υπάρχει καμμία διαφορά• ο δε νομοθέτης αποβλέπει μόνον εις την ελευθερίαν, την δημοκρατίαν και την απαλλαγήν από τα δεινά της τυραννίας• αυτά τιμά, αυτά έκρινεν άξια αμοιβής, δεν θα τολμήσης δε να ισχυρισθής ότι δεν έγειναν αυτά εξ αιτίας μου. Διότι, εάν εφόνευσα εκείνον άνευ του οποίου ο τύραννος δεν ηδύνατο να ζη, εγώ εφόνευσα τον τύραννον. Είναι ιδικόν μου έργον ο φόνος, διότι εγώ διηύθυνα την χείρα του. Παύσε λοιπόν να λεπτολογής διά τον τρόπον του θανάτου και μη εξετάζης πώς απέθανεν, αλλ' αν δεν υπάρχη πλέον και αν εξ αιτίας μου δεν υπάρχη. Αλλά διά να συκοφαντήσης τους ευεργέτας της πόλεως δύνασαι ίσως να κάμης ζήτημα και αν όχι με ξίφος, αλλά με λίθον ή ξύλον ή κατ' άλλον τρόπον εφόνευσα τύραννον. Αλλ' εάν επολιόρκησα τύραννον και διά της πείνης τον έφερα εις την ανάγκην ν' αυτοκτονήση, θα έλεγες και τότε ότι έπρεπε να τον φονεύσω ιδιοχείρως ή θα διετείνεσο ότι δεν συνεμορφώθην προς τον νόμον, ενώ ούτω ο κακούργος απέθανε σκληρότερον θάνατον;

Έν μόνον πρέπει να εξετάζης, τούτο ν' απαιτής και περί τούτου να λεπτολογής, αν μένη κανείς εκ των κακών, αν υπάρχη αφορμή φόβου ή υπόμνησις των συμφορών μας. Εάν δε όλα εκαθαρίσθησαν και παντού επικρατή ειρήνη, είνε ίδιον συκοφάντου να προσπαθής διά της επικρίσεως του τρόπου καθ' ον έγειναν τα πράγματα να με στερήσης την αμοιβήν της πράξεώς μου.

Εγώ ενθυμούμαι ότι εις τους νόμους αναφέρεται και τούτο, εκτός εάν από την πολλήν δουλείαν ελησμόνησα τα υπ' αυτών αναφερόμενα, ότι τα καθιστώντα το έγκλημα του φόνου είνε διττά, πρώτον εάν κανείς ο ίδιος εφόνευσε και δεύτερον, εάν αυτός μεν δεν εφόνευσεν ούτε ιδιοχείρως έπραξε τον φόνον, αλλ' ηνάγκασε και έδωκεν αφορμήν του φόνου. Αμφοτέρους τούτους τιμωρεί εξ ίσου ο νόμος και πολύ δικαίως• διότι η παρακίνησις δεν είνε ολιγώτερον της πράξεως εγκληματική• είνε λοιπόν περιττή η εξέτασις του τρόπου καθ' ον έγεινεν ο φόνος. Αφού τον ούτω φονεύοντα νομίζεις δίκαιον να τιμωρηθή ως φονεύς και δεν νομίζεις ότι πρέπει να απολύεται, πώς δεν θεωρείς ισότιμον με τους ευεργέτας εκείνον ο οποίος κατά τον αυτόν τρόπον ευηργέτησε την πόλιν; Αλλ' ουδέ τούτο δύνασαι να είπης, ότι εγώ απλώς εφόνευσα τον υιόν του τυράννου, επήλθε δε αποτέλεσμα αγαθόν χωρίς εγώ να το θέλω. Διότι, τι ηδυνάμην να φοβηθώ, αφού ήδη είχε φονευθή ο δυνατώτερος; Διατί δε αφήκα το ξίφος εις το σώμα του φονευθέντος, εάν δεν προεμάντευα ακριβώς αυτό το οποίον έγεινεν; Εκτός εάν θα ισχυρισθής ότι ο φονευθείς δεν ήτο τύραννος, ούτε είχεν αυτήν την ονομασίαν, ούτε ότι θα εδίδατε ευχαρίστως πολλάς αμοιβάς διά ν' αποθάνη. Αλλά δεν θα είπης τίποτε τοιούτον. Και αφού ο τύραννος εφονεύθη δεν θα δώσης αμοιβήν εις εκείνον ο οποίος έγεινεν αίτιος του θανάτου αυτού; ω της μικρολογίας. Τι σε μέλει πώς απέθανεν, αφού απολαμβάνεις ελευθερίαν και τι περισσότερον απαιτείς από εκείνον όστις σου απέδωκε την δημοκρατίαν; Ως ο ίδιος λέγεις, ο νόμος εξετάζει μόνον την ουσίαν των πραγμάτων, τας δε λεπτομερείας παραλείπει και δεν πολυπραγμονεί. Μήπως και εάν εκδιώξη κανείς τύραννον δεν θα είνε άξιος να λάβη αμοιβήν τυραννοκτόνου; πολύ δικαίως, διότι και εκείνος ελευθερίαν αντί δουλείας θα μας προσφέρη. Αλλ' εκείνο το οποίον εγώ έπραξα δεν είνε εξορία ούτε αφίνει τον φόβον και την ανάγκην δευτέρας επαναστάσεως, αλλ' υπήρξε τελεία καθαίρεσις και εξόντωσις όλου του γένους του τυράννου και το κακόν απεκόπη εκ της ρίζης. Αλλά σας παρακαλώ να εξετάσετε τα πάντα εξ αρχής μέχρι τέλους, εάν θέλετε, διά να ίδετε εάν παρελείφθη τι το οποίον απαιτεί ο νόμος και εάν μου λείπη καμμία εκ των αρετών τας οποίας πρέπει να έχη ο τυραννοκτόνος. Πρώτον πρέπει να έχη χαρακτήρα γενναίον και φιλοπατρίαν τοιαύτην, ώστε προθύμως να κινδυνεύη χάριν των κοινών συμφερόντων και χάριν της σωτηρίας των πολλών να θυσιάζη την ζωήν του. Λοιπόν εφάνην εγώ άνανδρος και απεδειλίασα προβλέπων τους κινδύνους εις τους οποίους θα εξετιθέμην; Δεν θα τολμήση κανείς να είπη τίποτε τοιούτον περί εμού.

Λοιπόν ας μείνωμεν εις το δεδομένον τούτο και ας υποθέσωμεν ότι μόνον ηθέλησα και απεφάσισα ταύτα και ότι ουδέν καλόν αποτέλεσμα προήλθεν, αλλά μόνον διότι είχα τοιαύτην προαίρεσιν, αξιώ να λάβω αμοιβήν ως ευεργέτης της πόλεως. Εγώ μεν δεν ηδυνήθην, άλλος δε μετ' εμέ εφόνευσε τον τύραννον• λοιπόν δεν νομίζεις ότι θα ήτο παράλογον και άδικον να μου δοθή η αμοιβή; και μάλιστα αν έλεγα• είχα τον πόθον, το ηθέλησα, το επεχείρησα, εδοκίμασα και μόνον διότι είχα την προαίρεσιν είμαι άξιος να τιμηθώ ως τυραννοκτόνος, τι θα απεκρίνεσο τότε; Τώρα όμως δεν λέγω τούτο, αλλά και ανέβηκα εις το φρούριον και πολύ εκοπίασα προ του φόνου του νέου• διότι μη υποθέσετε ότι είνε τόσον εύκολον και άκοπον το πράγμα να νικήση κανείς φρουράν και να υπερισχύση δορυφόρων και να τους τρέψη εις φυγήν, αλλ' αυτό είνε σχεδόν το μέγιστον εις την τυραννοκτονίαν και το κυριώτερον. Βέβαια αυτός ο τύραννος δεν είνε τι μέγα και δυσνίκητον και δυσφόνευτον, αλλ' οι φρουρούντες και υποστηρίζοντες την τυραννίαν. Όστις νικήση αυτούς τα πάντα κατώρθωσε και το υπολειπόμενον είνε μικρόν. Δεν θα κατώρθωνα να φθάσω μέχρι των τυράννων, εάν δεν ενίκων τους γύρω αυτών φύλακας και δορυφόρους όλους, αν εκείνους όλους δεν κατετρόπωνα προηγουμένως. Ουδέν άλλο προσθέτω, αλλ' επαναλαμβάνω• την φρουράν ενίκησα, τους δορυφόρους κατέκοψα και τον τύραννον αφύλακτον, άοπλον, γυμνόν της δυνάμεως του κατέστησα. Δεν σου φαίνεται λοιπόν ότι διά ταύτα είμαι άξιος τιμής ή εξακολουθείς ακόμη να απαιτής παρ' εμού τον φόνον του τυράννου; Αλλ' εάν και φόνον απαιτής και ο φόνος υπάρχει• δεν είμαι αναίμακτος, αλλ' έκαμα μεγάλην και γενναίαν σφαγήν νέου ακμαίου και εις όλους φοβερού, εξ αιτίας του οποίου και ουδείς ετόλμα να επιβουλευθή την ζωήν του τυράννου, όστις εις αυτόν είχε πεποίθησιν, και ήτο ίσος με πολλούς δορυφόρους. Λοιπόν δεν είμαι άξιος αμοιβής, αλλά πρέπει αφού τοιαύτα κατώρθωσα να μείνω χωρίς τιμάς; Και αν εφόνευα ένα δορυφόρον, αν εσκότωνα ένα υπηρέτην του τυράννου, ένα δούλον πιστόν, δεν θα εφαίνετο και τούτο μέγα, να ανέλθω εις την ακρόπολιν και εκεί μεταξύ των ενόπλων ανδρών να φονεύσω ένα εκ των φίλων του τυράννου;

Τώρα δε σκέψου και ποίος ήτο ο φονευθείς• υιός τυράννου, μάλλον δε τύραννος και αυτός και τύραννος χειρότερος και πλέον ανυπόφορος, σκληρότερος εις τας τιμωρίας του και βιαιότερος εις τας ύβρεις, το δε σπουδαιότερον κληρονόμος και διάδοχος όστις επί πολύ θα ηδύνατο να παρατείνη την δυστυχίαν μας. Θέλεις να δεχθώμεν ότι μόνον τούτο έπραξα και ότι ζη ακόμη ο τύραννος, διαφυγών τον θάνατον; Λοιπόν διά τούτο ζητώ βραβείον. Τι λέγετε; δεν θα δώσετε;, Δεν ήτο εκείνος τον οποίον εφοβείσθε; δεν ήτο δεσποτικός; δεν ήτο σκληρός; δεν ήτο ανυπόφορος;

Τώρα επικαλούμαι την προσοχήν σας και εις το εξής σπουδαίον σημείον• και εκείνο το οποίον απαιτεί παρ' εμού ο αντίπαλος άριστα έπραξα και τον τύραννον εφόνευσα δι' άλλου φόνου, ουχί απλώς, ούτε δι' ενός τραύματος, το οποίον αυτός θα εθεώρει πολύ ελαφράν τιμωρίαν διά τοιαύτα αδικήματα, αλλά τον εβασάνισα προηγουμένως με πολλήν λύπην και τον έκαμα να ίδη εκείνον τον οποίον υπερηγάπα οικτρώς φονευμένον και κυλιόμενον εις το αίμα του, υιόν εις την ακμήν της νεότητος, αν και φαύλον, και ομοιάζοντα προς αυτόν. Αυτά είνε διά τους πατέρας τα θανάσιμα τραύματα, αυτά είνε τα ξίφη τα οποία πρέπει να μεταχειρίζωνται οι δίκαιοι τυραννοκτόνοι και τοιούτος πρέπει να είνε ο θάνατος των ωμών τυράννων, τοιαύτη η τιμωρία η αρμόζουσα εις τόσα εγκλήματα. Το ναποθάνη ευθύς και ναγνοή, να μη ίδη κανέν τοιούτον θέαμα, δεν είνε τιμωρία αξία δι' ένα τύραννον. Διότι δεν ηγνόουν, ούτε εκ των άλλων ηγνόει κανείς πόσην ο τύραννος έτρεφε προς τον υιόν του αγάπην και ότι δεν θα ήτο ικανός ουδ' επ' ολίγον καιρόν να ζήση κατόπιν αυτού. Πάντες ίσως οι πατέρες αγαπούν ομοίως τα τέκνα των• αλλ' αυτός δικαίως τον ηγάπα κάπως περισσότερον των άλλων, διότι έβλεπεν ότι εκείνος ήτο ο μόνος υποστηρικτής και φύλαξ της τυραννίας, και μόνος προέβαλλε το στήθος του χάριν του πατρός και παρείχεν εις την εξουσίαν του την ασφάλειαν. Ώστε αν όχι διά την αγάπην, αλλά διά την απελπισίαν εγνώριζα ότι θα απέθνησκεν ευθύς, διότι θα ενόμιζε την ζωήν πλέον ανωφελή, αφού θα έχανε την ασφάλειαν την οποίαν του παρείχεν ο υιός του. Με όλα λοιπόν συγχρόνως τον επολιόρκησα, με την φυσικήν αδυναμίαν, την λύπην, την απόγνωσιν, τον φόβον, την διάψευσιν των ελπίδων του διά το μέλλον. Ταύτα μου εχρησίμευσαν ως σύμμαχοι εναντίον του• και ούτω τον ηνάγκασα να φθάση εις την απόφασιν της αυτοκτονίας. Απέθανε δε άτεκνος, περίλυπος, κλαίων και οδυρόμενος, πενθών βραχύ μεν πένθος, αλλ' αρκετόν δι' ένα πατέρα, και το φοβερώτερον εφόνευσεν αυτός εαυτόν, το οποίον είνε ο οικτρότατος των θανάτων και πολύ φοβερώτερος παρά εάν φονευθή κανείς υπό άλλου.

Πού είνε το ξίφος μου; μήπως κανείς άλλος το γνωρίζη; μήπως είνε άλλου τινός όπλον; ποιος το ανεβίβασεν εις την ακρόπολιν; ποίος το μετεχειρίσθη πριν ή το μεταχειρισθή ο τύραννος; τις το απέστειλε κατ' εκείνου; ξίφος, σύντροφε και διάδοχε των κατορθωμάτων μου, μετά τόσους κινδύνους και μετά τόσους φόνους μας περιφρονούν και μας θεωρούν αναξίους αμοιβής. Και αν μόνον χάριν τούτου εζήτουν παρ' υμών την τιμήν, αν έλεγον άνδρες δικασταί, ο τύραννος απεφάσισε να αποθάνη και επειδή ευρέθη εκείνην την ώραν άοπλος, το ξίφος μου τον υπηρέτησε και προς την απελευθέρωσίν μας συνετέλεσε, δεν θα μ' ενομίζατε άξιον τιμής και αμοιβής μόνον διότι είμαι κύριος πράγματος τόσον πατριωτικού; Δεν θα με αντημείβατε; δεν θα με κατετάσσατε μεταξύ των ευεργετών και δεν θα εφυλάσσατε το ξίφος ως κειμήλιον ιερόν; και δεν θα το επροσκυνείτε μετά των θεών;

Και τώρα δυνάμεθα να φαντασθώμεν τι έπραξε και τι είπεν ο τύραννος προ του θανάτου του. Όταν εγώ τον εφόνευα και του κατέφερα πολλά τραύματα εις τα φαινόμενα μέρη του σώματος, ώστε να προξενήση μεγαλειτέραν λύπην εις τον πατέρα του και εις το πρώτον βλέμμα να του σπαράξη την ψυχήν, ο νέος ανεφώνησε γοερώς επικαλούμενος τον πατέρα του, όχι βέβαια ως βοηθόν και σύμμαχον, διότι εγνώριζεν ότι ήτο γέρων και αδύνατος, αλλά διά να ίδη την δυστυχίαν του. Εγώ μετά τούτο έφυγα• αφού έγεινα ποιητής της όλης τραγωδίας, αφήκα εις τον τραγωδόν τον νεκρόν και την σκηνήν και το ξίφος και τα λοιπά του δράματος• φθάσας δ' εκείνος και ιδών τον μονογενή υιόν του μόλις αναπνέοντα ακόμη, καταιματωμένον και κατασφαγμένον και φέροντα τραύματα πολλά και συνεχή, ανεφώνησε• τέκνον μου εχαθήκαμεν, εφονεύθημεν, ετυραννοκτονήθημεν, Πού είνε ο φονεύς σου; διατί δεν φονεύει και εμέ; τι με αφίνει αφ' ου ήδη ο θάνατός σου, τέκνον μου, με φονεύει; ή με περιφρονεί ως γέροντα και με την βραδύτητα θέλει να με τιμωρήση περισσότερον και παρατείνει τον θάνατόν μου και κάμνει μακρότερον το μαρτύριόν μου;

Και ενώ έλεγε ταύτα εζήτει το ξίφος• διότι ήτο άοπλος, επειδή είχε πεποίθησιν εις την εξ αιτίας του υιού του ασφάλειαν. Αλλ' ουδέ τούτο του έλειψε, διότι και τούτο ήδη του είχα προπαρασκευάσει και διά την τραγικήν του απόφασιν το είχα εγκαταλείψει. Αποσπάσας λοιπόν εκ του σώματος του υιού του το ξίφος είπε• Προ ολίγου με εφόνευσες, τώρα δε ανάπαυσε με, ξίφος, και δόσε παρηγορίαν εις πατέρα πενθούντα, με γεροντικήν χείρα δυστυχή συνεργάσθητι και σφάξε, τυραννοκτόνησε και από την θλίψιν απάλλαξε. Είθε να σε συνήντων πρώτος εγώ και να επρολάμβανα να φονευθώ πρώτος. Θα απέθνησκα ούτω τουλάχιστον με την ιδέαν ότι μένει εκείνος ο οποίος θα μ' εκδικηθή. Τώρα αποθνήσκω άτεκνος και ουδέ φονέα ευρίσκω διά να με φονεύση. Και ενώ έλεγε ταύτα συγχρόνως, εβύθιζε το ξίφος εις το στήθος του τρέμων και μη έχων δύναμιν, έχων την απόφασιν, αλλ' όχι και την δύναμιν να εκτελέση την απόφασίν του. Πόσαι τιμωρίαι είνε αυτά; πόσα τραύματα; πόσοι θάνατοι; πόσαι τυραννοκτονίαι; και πόσας δωρεάς αξίζουν;

Τέλος πάντων είδατε όλοι τον μεν νέον νεκρόν κατακείμενον, πράγμα το οποίον δεν ήτο μικρόν και εύκολον έργον, τον δε γέροντα να τον έχη περιβάλει με τους βραχίονάς του και το αίμα των ν' αναμιγνύεται, ως σπονδή της ελευθερίας και της νίκης, έργον του ξίφους μου, το οποίον ευρίσκετο μεταξύ αυτών, άξιον του κυρίου του και μαρτυρούν ότι πιστώς με υπηρέτησεν. Εάν έπραττα εγώ τούτο θα είχεν ολιγωτέραν σημασίαν, ενώ τώρα το καινοφανές το καθιστά λαμπρότερον. Ο καταλύσας λοιπόν την τυραννίαν όλην είμαι εγώ• διαμοιράζεται δε εις πολλούς το έργον, όπως εις τα δράματα• και τα μεν πρώτα μέρη υπεκρίθην εγώ, τα δεύτερα δε ο υιός του τυράννου και τα τρίτα αυτός ο τύραννος• το δε ξίφος μας υπηρέτησεν όλους.

Α Π Ο Κ Η Ρ Υ Τ Τ Ο Μ Ε Ν Ο Σ {25}

Νέος τις, τον οποίον ο πατήρ του είχεν αποκληρώσει, εσπούδασεν ιατρικήν. Έπειτα εθεράπευσε τον πατέρα του, ο οποίος έπαθεν από παραφροσύνην και οι ιατροί τον είχον απελπίσει, ο δε πατήρ του τον ανεγνώρισε πάλιν ως υιόν του. Μετά ταύτα έπαθε και η μητρυιά του τας φρένας και ο πατήρ του τον παρεκάλεσε να την θεραπεύση και επειδή ηρνήθη, ο πατήρ του τον απεκήρυξεν εκ νέου.

Δεν είνε νέα δι' υμάς, ω άνδρες δικασταί, ούτε θα σας εκπλήξουν όσα ο πατήρ μου ταύτην την στιγμήν ενεργεί εναντίον μου, ούτε πρώτην φοράν με καταδιώκει κατ' αυτόν τον τρόπον η οργή του, αλλ' είνε πρόχειρον εις αυτόν αυτό το μέσον της τιμωρίας και πολύ συχνά έρχεται εις το δικαστήριόν σας. Αλλά το καινοφανές εις την δυστυχίαν μου τώρα είναι ότι εγώ μεν δεν έπραξα τίποτε διά το οποίον να κατηγορούμαι, αλλά κινδυνεύω να τιμωρηθώ διά την επιστήμην μου, επειδή δεν δύναται να υπακούη εις όλας τας διαταγάς του πατρός μου. Αλλά δύναται να γείνη τι παραλογώτερον από το να θεραπεύη ο ιατρός κατά διαταγήν, όχι όπως η επιστήμη δύναται, αλλ' όπως ο πατήρ θέλει; Θα ήτο ευχής έργον αν η ιατρική είχε και φάρμακον το οποίον όχι μόνον τους παράφρονας να θεραπεύη, αλλά και των αδίκως, οργιζομένων την οργήν να παύη, διά να δυνηθώ να θεραυπεύσω και τούτο το νόσημα του πατρός μου. Τώρα η μεν παραφροσύνη του εντελώς έπαυσεν, αλλ' η οργή του επί μάλλον επιτείνεται• και το χειρότερον είνε ότι διά μεν τους άλλους όλους είνε φρόνιμος, μόνον δε εναντίον εμού ο οποίος τον εθεράπευσα, μαίνεται. Βλέπετε ποίαν αμοιβήν έλαβα διά την θεραπείαν• με αποκηρύττει και πάλιν και διά δευτέραν φοράν με αποκληροί. Φαίνεται ότι με ανεκάλεσε μόνον και μόνον διά να με εκδιώξη εκ νέου και εντός ολίγου και ούτω ατιμασθώ περισσότερον.

Εγώ, προκειμένου περί πραγμάτων εξαρτωμένων εκ της θελήσεώς μου και δυνατών, δεν περιμένω να με διατάξη• και όταν έπασχε προσήλθον εις βοήθειάν του χωρίς να με καλέση. Αλλ' όταν πρόκηται περί νοσήματος το οποίον δεν επιδέχεται καμμίαν θεραπείαν, ουδέ να επιχειρήσω θέλω, προκειμένου δε περί της γυναικός εκείνης είμαι δικαίως ακόμη ατολμότερος• διότι σκέπτομαι τι έχω να πάθω από τον πατέρα μου, εάν αποτύχω, αφού και χωρίς ν' αρχίσω την θεραπείαν αποκηρύττομαι. Λυπούμαι διά το πάθημα της μητρυιάς μου, ω άνδρες δικασταί, διότι ήτο αγαθή γυνή, και διά τον πατέρα μου ο οποίος στενοχωρείται δι' αυτήν, αλλά προ πάντων λυπούμαι διότι φαίνομαι ότι απειθώ και παρακούω εις τας πατρικάς προσταγάς, μη δυνάμενος να τας εκτελέσω, και ένεκα του ανιάτου της νόσου και διά την αδυναμίαν της επιστήμης μου. Αλλά μου φαίνεται ότι δεν είνε δίκαιον να αποκηρύττεταί τις, διότι δεν πράττει όσα δεν δύναται και όσα δεν υπεσχέθη.

Εκ των παρόντων δύνασθε να κρίνετε περί των αιτίων διά τα οποία και προηγουμένως με απεκήρυξεν. Αλλ' εγώ νομίζω ότι αρκετά απελογήθην διά της κατόπιν διαγωγής μου και διά την σημερινήν του κατηγορίαν θα προσπαθήσω να απολογηθώ όσον δύναμαι, διηγούμενος μικρά τινα περιστατικά εκ του βίου μου. Εγώ ο αυθάδης και απειθής υιός, ο οποίος γίνομαι αφορμή καταισχύνης εις τον πατέρα και φαίνομαι ανάξιος της οικογενείας μου, την πρώτην φοράν, ενώ τόσα μου κατεβόα και μου απέδιδεν ο πατήρ μου δι' ολίγων απήντησα. Απελθών δε εκ της πατρικής οικίας εσκεπτόμην ότι η καλλιτέρα κρίσις και ψήφος δι' εμέ θα ήτο ο κατόπιν βίος μου, εάν εφαίνετο διαψεύδων όλα τα παραπτώματα τα οποία μου απέδιδεν ο πατήρ μου, αν επεδιδόμην εις τας ευγενεστέρας ασχολίας και συνανεστρεφόμην τους αρίστους. Προέβλεπα δε και υπώπτευα τα γενόμενα, καθότι ο πατήρ μου είχε τάσιν εις το να οργίζεται αδίκως και να αποδίδη ψευδή εγκλήματα εις τον υιόν του• και υπήρχόν τινες, οίτινες ενόμιζον ταύτα αρχήν παραφροσύνης, προανακρούσματα και ακροβολισμόν νοσήματος, το οποίον δεν θα εβράδυνε να επέλθη και να εκδηλωθή με μίσος παράλογον και σκληρότητα και βλασφημίας εις πάσαν στιγμήν και δίκας και οργήν και παντός είδους εξάψεις. Διά τούτο ενόμισα ότι δεν θα εβράδυνα να λάβω ανάγκην της ιατρικής. Ξενητευθείς λοιπόν και μαθητεύσας πλησίον των καλλιτέρων ξένων ιατρών και αναπτύξας πολλήν επιμέλειαν και φιλοπονίαν, έμαθα την επιστήμην. Όταν δε επέστρεψα ευρήκα τον πατέρα μου πάσχοντα ήδη καθαρώς τας φρένας• και οι εντόπιοι ιατροί τον είχον απελπίσει, διότι δεν ήσαν εις θέσιν να διαγνώσουν κατά βάθος και ακριβώς τα νοσήματα. Αλλ' εγώ ως καλός υιός ούτε εμνησικάκησα διά την αποκλήρωσίν μου, ούτε επερίμενα να με καλέσουν διότι δεν είχα και καμμίαν αφορμήν εναντίον του, αφού παν ό,τι μου έκαμε δεν προήρχετο απ' αυτού, όπως ήδη είπον, αλλ' εκ του νοσήματος. Μετέβην λοιπόν απρόσκλητος, αλλά δεν ήρχισα αμέσως την θεραπείαν, διότι ούτω πράττομεν οι ιατροί και η τέχνη μας διδάσκει να εξετάζωμεν πρώτον εάν το νόσημα είνε θεραπεύσιμον ή αθεράπευτον και υπερβαίνη τα όρια της επιστήμης• και τότε αν μεν είναι ιάσιμον επιχειρούμεν την θεραπείαν και πάσαν επιμέλειαν καταβάλλομεν διά να σώσωμεν τον πάσχοντα• εάν δε ίδωμεν ότι το νόσημα έχει ήδη επικρατήσει και νικήσει τον οργανισμόν, ούτε δοκιμάζομεν κατ' αυτού τα φάρμακά μας, διότι ακολουθούμεν παλαιάν τινα παραγγελίαν των προπατόρων της ιατρικής επιστήμης, οίτινες έλεγον ότι δεν πρέπει να επιχειρούμεν την θεραπείαν νοσημάτων, τα οποία έχουν ήδη επικρατήσει.

Ιδών λοιπόν ότι ο πατήρ μου ευρίσκετο ακόμη εις κατάστασιν παρέχουσαν ελπίδας και ότι το πάθος του δεν ήτο υπέρτερον της επιστήμης, αφού επί πολύ τον εξήτασα λεπτομερώς και ακριβώς, ήρχισα την θεραπείαν και με θάρρος του έδιδα φάρμακα, καίτοι πολλοί εκ των παρόντων εθεώρουν υπερβολικήν την δόσιν του φαρμάκου και εσυκοφάντουν την θεραπείαν και ήσαν έτοιμοι προς κατηγορίας. Και αυτή δε η μητρυιά μου εφοβείτο και εδυσπίστει, όχι διότι με εμίσει, αλλά διότι εφοβείτο και εγνώριζεν ακριβώς την δεινήν κατάστασιν εις την οποίαν ευρίσκετο ο πατήρ μου• συζώσα με τον άρρωστον, εγνώριζε μόνη αυτή τα καθέκαστα του νοσήματός του. Αλλ' εγώ χωρίς ν' αποδειλιάσω παντάπασι—διότι εγνώριζα ότι δεν με ηπάτησαν τα συμπτώματα, ούτε η επιστήμη θα μ' επρόδιδεν—εβεβαίουν την ίασιν από της αρχής της θεραπείας, μολονότι τινές εκ των φίλων μου με συνεβούλευαν να μη έχω τόσην αυτοπεποίθησιν, μήπως η αποτυχία γείνη αφορμή μεγαλειτέρας συκοφαντίας εναντίον μου, ότι ηθέλησα να εκδικηθώ τον πατέρα διά δηλητηρίου, επειδή εμνησικάκουν δι' όσα έπαθα εκ μέρους αυτού. Το βέβαιον είνε ότι εντός ολίγου εθεραπεύθη και ανέκτησε το λογικόν και την διαύγειαν του πνεύματος• οι δε συμπολίται εθαύμαζον και η μητρυιά μου επεδαψίλευεν επαίνους και ήτο φανερά η μεγάλη της χαρά και διά την ιδικήν μου επιτυχίαν και διά την θεραπείαν του πατρός μου. Ούτος δε—και επικαλούμαι την μαρτυρίαν του—χωρίς να διστάση και χωρίς να παρακινηθή υπό άλλου, άμα έμαθε τα γενόμενα ανεκάλεσε την αποκήρυξιν, με ανεγνώρισεν εκ νέου ως υιόν του και με απεκάλεσε σωτήρα και ευεργέτην, ομολογών δε ότι τώρα εγνώρισε την αξίαν και την αγαθότητα του χαρακτήρας μου και μετενόει διά την προτέραν προς εμέ διαγωγήν του.

Τούτο επροξένησεν ευχαρίστησιν μεν εις πολλούς αγαθούς ανθρώπους, λύπην δε εις τους μοχθηρούς, οίτινες χαίρουν περισσότερον διά μίαν αποκήρυξιν παρά διά μίαν υιοθεσίαν. Είδα δε τότε ότι το πράγμα δεν έκαμεν ομοίαν εντύπωσιν εις όλους, αλλ' ότι τινές ήλλαξαν χρώμα και το βλέμμα των εταράχθη και το πρόσωπον αυτών έδειξε δυσαρέσκειαν, όπως συμβαίνει εις τον φθόνον και το μίσος. Αλλ' ημείς δεν εδίδαμεν προσοχήν παρά μόνον εις την χαράν, διότι επανεβλεπόμεθα και συνεφιλιούμεθα μετά τον μακρόν μας αποχωρισμόν.

Αλλά μετ' ολίγον ήρχισε και η μητρυιά μου να πάσχη από νόσημα σοβαρόν και παράδοξον• το παρηκολούθησα δε ευθύς από της αρχής του• και δεν ήτο απλούν, ουδέ ελαφρόν είδος μανίας, αλλ' ως παλαιόν κακόν το οποίον υπεκρύπτετο προ πολλού εις την ψυχήν της, εξέσπασε διά μιας και εκδηλωθέν την κατεκυρίευσεν. Έχομεν πολλά σημεία εκ των οποίων διαγινώσκομεν τους πάσχοντας από ανίατον παραφροσύνην, έν δε παράδοξον παρετήρησα εις εκείνην την γυναίκα• προς μεν τους άλλους είνε ημερωτέρα και ενώπιον αυτών το νόσημά της ησυχάζει• άμα δε ίδη ιατρόν ή και μόνον ακούση το όνομα ιατρού, εξερεθίζεται μεγάλως, το οποίον είνε σημείον της δεινής και ανιάτου καταστάσεώς της.

Ταύτα δε βλέπων εγώ εστενοχωρούμην και ελυπούμην την γυναίκα, διότι είνε καλή και αδίκως πάσχει. Ο δε πατήρ μου εξ αμαθείας — διότι ούτε την προέλευσιν, ούτε την αιτίαν, ούτε την σοβαρότητα του νοσήματος εγνώριζε — μου είπε να την θεραπεύσω και να της δώσω το αυτό φάρμακον διότι ενόμιζεν ότι έν μόνον είδος παραφροσύνης υπάρχει και ότι το νόσημα της συζύγου του ήτο το ίδιον με το ιδικόν του και εκ της αυτής θεραπείας είχεν ανάγκην. Όταν δε του είπα την καθαράν αλήθειαν, ότι είνε αδύνατον να σωθή η γυνή και ωμολόγησα ότι το νόσημα ήτο υπέρτερον των δυνάμεων μου, κατελήφθη υπό αγανακτήσεως και οργής και έλεγεν ότι εκουσίως εγκατέλειπα εις την τύχην της την γυναίκα, ότι ήθελα την καταστροφήν της και διά την αδυναμίαν της τέχνης κατηγόρει εμέ. Και είνε μεν σύνηθες εις τους λυπουμένους να θυμώνουν κατ' εκείνων οι οποίοι λέγουν προς αυτούς απεριφράστως την αλήθειαν• αλλ' εγώ θα προσπαθήσω να δικαιολογηθώ και υπέρ του εαυτού μου και υπέρ της επιστήμης.

Και θαρχίσω από τον νόμον, κατά τον οποίον ούτος θέλει να με αποκηρύξη, διά ναποδείξω ότι δεν έχει τώρα όπως πριν το προς τούτο δικαίωμα. Δεν επιτρέπει ο νομοθέτης εις όλους, πατέρα, να αποκηρύττωσιν αδιακρίτως τα τέκνα των οσάκις θέλουν, ουδέ δι' οιανδήποτε αιτίαν, αλλ' όπως εις τους πατέρας επέτρεψε να αποστρέφωνται τα τέκνα των, ούτω και περί των τέκνων επρονόησεν, ώστε να μη αδικούνται υπό των πατέρων και διά τούτο δεν αφήκε να γίνεται με απόλυτον έλευθερίαν και χωρίς δίκην η τιμωρία των τέκνων, αλλ' ώρισε να κρίνεται εις δικαστήριον και ως κριτάς προσδιώρισε εκείνους οίτινες ούτε από οργήν, ούτε από διαβολήν θα επηρεασθούν εις την κρίσιν του δικαίου• διότι εγνώριζε ότι πολλάκις και εις πολλούς παράλογοι αφορμαί προκαλούν την οργήν και άλλοι μεν παρασύρονται από ψευδείς εισηγήσεις, άλλοι πιστεύουν εις δούλον ή μοχθηρόν γύναιον. Δεν έκρινε λοιπόν δίκαιον να γίνεται η αποκλήρωσις χωρίς δίκην, ούτε αυθαιρέτως και διά μιας τα τέκνα να αποπέμπωνται εκ της πατρικής οικίας, αλλ' ώρισε να χύνεται και νερόν υπέρ αυτών {26}, να έχουν το δικαίωμα της απολογίας και να μη μένη τίποτε ανεξέταστον. Αφού λοιπόν ο νόμος εις μεν τον πατέρα δίδει το δικαίωμα της κατηγορίας, την δε κρίσιν, εάν η κατηγορία του είνε δικαία, αφήνει εις υμάς τους δικαστάς, εκείνο μεν διά το οποίον τώρα με κατηγορεί και διά το οποίον αγανακτεί, ας το αφήσωμεν κατά μέρος επί του παρόντος, προ τούτου δε εξετάσετε εάν έχη το δικαιωμα να αποκηρύττη αφού άπαξ απεκήρυξε και έκαμε χρήσιν του δικαιώματος το οποίον του δίδει ο νόμος και εξεπλήρωσε την πατρικήν αυτήν εξουσίαν, έπειτα δε πάλιν με ανεγνώρισε και ανεκάλεσε την αποκήρυξιν. Εγώ υποστηρίζω ότι είνε αδικώτατον το τοιούτον, δήλα δή να είνε απεριόριστον το δικαίωμα της τιμωρίας των τέκνων και πολλαπλαί αι τιμωρίαι και ο φόβος αιώνιος, ο δε νόμος οτέ μεν να συμμερίζεται την οργήν του πατρός, οτέ δε και μετ' ολίγον να ξεθυμώνη μετ' αυτού και πάλιν να επανέρχεται εις την οργήν και ούτω το δίκαιον να στρέφεται πότε ούτω και πότε άλλως, αναλόγως προς τας κατά καιρόν διαθέσεις των πατέρων. Βεβαίως διά πρώτην φοράν είνε δίκαιον να συναγανακτή μετά του πατρός ο νόμος και να του αναγνωρίζη το δικαίωμα της τιμωρίας των τέκνων αλλ' εάν άπαξ εξαντλήση την εξουσίαν του και κάμη χρήσιν του δικαιώματος και ικανοποιήση την οργήν του, έπειτα δε, εάν, μεταπεισθείς ότι το αποκηρυχθέν τέκνον είνε αγαθόν, το υιοθετήση εκ νέου, πρέπει να μείνη εις αυτό το σημείον και να μη μεταπηδά ούτε να αλλάσση γνώμην και να μεταβάλη την κρίσιν. Διότι όταν μεν γεννάται το τέκνον ουδέν υπάρχει γνώρισμα ότι θα γείνη κακόν ή καλόν και διά τούτο επιτρέπεται εις τους πατέρας να αποβάλλουν τους αναξίους της οικογενείας των, καθότι τους ανέθρεψαν χωρίς να γνωρίζουν οποίοι θ' απέβαινον. Όταν όμως εν γνώσει και εκουσίως και κατόπιν δοκιμασίας ανακαλούν τους αποκηρυχθέντας, πώς δύναται να δικαιολογηθή η μετάγνωσις και η ανάμιξις εκ νέου του νόμου; Ο νομοθέτης δύναται να σου είπη• εάν αυτός ο υιός σου ήτο κακός και άξιος ν' αποκηρυχθή, διατί ανεκάλεσες την αποκήρυξιν; διατί τον επανέφερες εις την οικίαν σου; διατί κατήργησες την απόφασιν του νόμου; Ήσο ελεύθερος και ηδύνασο να μη πράξης ταύτα. Διότι δεν σου επιτρέπεται να παίζης με τους νόμους, ούτε διά τας ιδιοτροπίας σου να συγκαλής τα δικαστήρια και να υποβάλης εις κόπους τους δικαστάς και να τους μεταχειρίζεσαι ως υπηρέτας των ορέξεών σου, ούτως ώστε οτέ μεν να τιμωρούν, οτέ δε να συμφιλιώνουν, κατά τας διαθέσεις σου. Μίαν φοράν εγέννησες, μίαν φοράν ανέθρεψες, μίαν φοράν έχεις και το δικαίωμα ν' αποκηρύττης ως αντάλλαγμα τούτων και τότε εάν δικαίως το απαιτής• αλλά το απεριόριστον και αιώνιον δικαίωμα της αποκηρύξεως είνε πάρα πολύ και υπερβαίνει την πατρικήν εξουσίαν.

Λοιπόν προς Θεού, ω άνδρες δικασταί, μη επιτρέψετε εις αυτόν, αφού εκουσίως ανεκάλεσε την αποκήρυξιν και κατήργησε την παλαιάν απόφασιν του δικαστηρίου και έδειξε μεταμέλειαν, πάλιν να επανέλθη εις την αυτήν τιμωρίαν και ν' ανατρέξη εις την πατρικήν εξουσίαν, η οποία εγένετο ήδη εκπρόθεσμος και έχασε την δύναμίν της, αφού ενηργήθη ήδη υπ' αυτού και εξηντλήθη. Βλέπετε ότι και εις τα άλλα δικαστήρια εάν τις νομίζη ότι ηδικήθη υπό των διά κλήρου εκλεγομένων δικαστών, ο νόμος επιτρέπει να κάμη έφεσιν εις άλλο δικαστήριον• εάν όμως οι διάδικοι εκουσίως εκλέξουν δικαστάς και αναθέσουν εις αυτούς, ν' αποφασίσουν διαιτητικώς περί της διενέξεως των, η αναθεώρησις της δίκης δεν επιτρέπεται. Όταν δε τούτο δεν επιτρέπεται εις εκείνους, οίτινες εξέλεξαν άλλους διά να κρίνουν, πολύ δικαιότερον είνε να εμμένουν εις εκείνο, το οποίον οι ίδιοι απεφάσισαν. Ούτω λοιπόν και συ εάν εκείνον τον οποίον απεκήρυξες ως ανάξιον της οικογενείας σου και ηδύνασο να μη τον ανακαλέσης πλέον, έπειτα τον έκρινες καλόν και τον εκάλεσες πάλιν πλησίον σου, δεν έχεις πλέον το δικαιωμα να τον αποκηρύξης. Ότι δεν είνε άξιος να υποστή την αυτήν τιμωρίαν έχει μαρτυρηθή υπό σου, όστις ήδη ωμολόγησες ότι είνε χρηστός. Κατ' ανάγκην λοιπόν εις την ανάκλησιν της αποκηρύξεως και την συγχώρησιν δεν χωρεί μετάνοια, μετά τόσην κρισολογίαν και δύο δίκας, την πρώτην κατά την οποίαν εζήτησες την αποκήρυξιν και την δευτέραν κατά την οποίαν μετεμελήθης και κατήργησες την αποκήρυξιν. Αφού ανεκάλεσες τας προηγουμένας σου αποφάσεις, βεβαιοίς τας κατόπιν αποφάσεις σου. Μένε λοιπόν εις τας τελευταίας και τήρησε την γνώμην σου. Πρέπει να είσαι πατήρ• διότι τούτο ηθέλησες, τούτο έκρινες, τούτο ενέκρινες.

Εγώ νομίζω ότι και αν δεν ήμην γνήσιον τέκνον σου, αλλ' υιοθετημένον και ήθελες να με αποκήρυξης, πάλιν δεν θα είχες δικαίωμα• διότι εκείνος όστις ηδύνατο να μη πράξη τι, δεν δικαιούται, αφού το έπραξε, να το αναιρέση. Αφού δε εγώ και γνήσιον τέκνον του ήμην, έπειτα δε πάλιν αυτοβούλως και αυτοπροαιρέτως με υιοθέτησε, πώς είνε δίκαιον να με αποπέμψη εκ νέου και επανειλημμένως να με στερήση τα υιικά δικαιώματα; Και δούλος αν ήμην, και νομίσας κατ' αρχάς ότι είμαι φαύλος μ' έβαλες εις τα δεσμά, μεταπεισθείς δε έπειτα ότι ουδέν κακόν έπραξα, μου έδωκες την ελευθερίαν μου, νομίζεις ότι σου επετρέπετο να με επαναφέρης εις την αυτήν δουλείαν; Ουδόλως. Διότι περί των τοιούτων αποφάσεων αξιούν οι νόμοι να είνε ανέκκλητοι και διά παντός να ισχύουν. Θα ηδυνάμην να είπω πολλά ακόμη περί του ότι δεν επιτρέπεται εις τον πατέρα ν' αποκηρύττη τον άπαξ αποκηρυχθέντα και εκουσίως συγχωρηθέντα, αλλ' αρκούμαι εις αυτά.

Τώρα δε ας ίδωμεν ποίος είμαι, όταν ο πατήρ μου θέλη να με αποκηρύξη• και δεν θα είπω ότι την μεν πρώτην φοράν ήμουν χωρίς επάγγελμα, τώρα δε ιατρός• διότι η επιστήμη ουδόλως θα συντελέση προς υπεράσπισίν μου• ουδέ ότι τότε μεν ήμουν νέος, τώρα δε έχω ηλικίαν ώριμον, ήτις είνε εγγύησις ότι δεν δύναται να κάμω παρεκτροπάς και αφροσύνας• διότι και τούτο ίσως δεν είνε πολύ σημαντικόν. Αλλά την πρώτην φοράν, χωρίς να του κάμω τίποτε κακόν, ως δύναμαι να βεβαιώσω, αλλά και χωρίς να του κάμω τίποτε καλόν μ' εξεδίωξε• τώρα δε, ότε είμαι σωτήρ και ευεργέτης του (δύναται να υπάρξη μεγαλειτέρα αχαριστία;) αφού τον έσωσα και με την βοήθειάν μου διέφυγε τοιούτον κίνδυνον, με ανταμείβει κατ' αυτόν τον τρόπον παρευθύς διά την θεραπείαν εκείνην. Χωρίς κανένα λόγον αποπέμπει εκείνον όστις δικαίως ηδύνατο να εκδικηθή διά την άδικον αποκήρυξίν του, και όχι μόνον δεν εμνησηκάκησεν, αλλά και τον έσωσε και του επανέφερε το λογικόν. Δεν ήτο μικρά, ουδέ κοινή και τυχαία η προς αυτόν ευεργεσία μου, ω άνδρες δικασταί, και όμως βλέπετε, τι απολαμβάνω τώρα παρ' αυτού. Εάν δε αυτός δεν ενθυμήται ένεκα της ασθενείας του τα τότε γενόμενα, αλλ' υμείς όλοι γνωρίζετε τι έπραττε κατά την ασθένειάν του, πως έπασχε και εις ποίαν κατάστασιν εγώ τον παρέλαβα, όταν οι άλλοι ιατροί είχον απελπισθή να τον κάμουν καλά, οι δε συγγενείς του τον απέφευγον και ούτε ετόλμων να τον πλησιάσουν, και εις τοιαύτην υγείαν τον επανέφερα, ώστε σήμερον να δύναται να διεξάγη δίκας και να συζητή περί των νόμων. Αλλ' έχεις, πατέρα, πρόχειρον παράδειγμα διά να καταλάβης εις ποίαν κατάστασιν ήσο τότε• ήσο περίπου εις την κατάστασιν της γυναικός σου και εγώ σε επανέφερα εις την προτέραν σου φρόνησιν. Δεν είνε λοιπόν δίκαιον να με ανταμείβης κατ' αυτόν τον τρόπον και μόνον εναντίον μου να μεταχειρίζεσαι τον νουν τον οποίον με την βοήθειάν μου ανέκτησες.

Ότι δε δεν ήτο μικρά η ευεργεσία την οποίαν σου έκαμα, φαίνεται και εξ εκείνων τα οποία μου κατηγορείς. Αφού με μισείς διότι δεν θεραπεύω την γυναίκα σου, η οποία ευρίσκεται εις τα έσχατα και πάσχει δεινώς, έπρεπε μάλλον να με υπεραγαπάς διότι από ομοίαν δυστυχίαν σε έσωσα και να μου γνωρίζης χάριν διά την τοιαύτην ευεργεσίαν. Συ όμως αχαριστότατα άμα ανέκτησες το λογικόν με ενήγαγες εις το δικαστήριον και ως αμοιβήν της σωτηρίας σου με τιμωρείς, επανέρχεσαι εις το αρχαίον μίσος σου και τον αυτόν νόμον επικαλείσαι. Ωραίαν αμοιβήν δίδεις εις την επιστήμην και κατ' αξίαν πληρώνεις τα φάρμακα, καταδιώκων τον ιατρόν, αφού σου έδωκε την υγείαν. Υμείς δε, ω άνδρας δικασταί, θα επιτρέψετε εις αυτόν να τιμωρήση τον ευεργέτην του, να εκδιώξη τον σωτήρα του, να μισή εκείνον όστις τον εθεράπευσε και να καταδιώκη εκείνον όστις τον ανέστησε; Βεβαίως όχι, αν είσθε δίκαιοι. Διότι και αν συνέβαινε να είμαι μέγας πταίστης, μου οφείλει μίαν χάριν όχι μικράν, εις ην αποβλέπων ο πατήρ μου και ενθυμούμενος, έπρεπε να παύση να μνησικακή και προθύμως να με συγχωρήση και μάλιστα αφού το καλόν το οποίον του έκαμα είνε τοιούτον, ώστε να υπερβαίνη την προσβολήν. Νομίζω ότι τοιαύτη είνε η θέσις μου απέναντι τούτου, τον οποίον έσωσα και όστις μου οφείλει την ζωήν, αφού του απέδωκα την ύπαρξιν και το λογικόν, ότε ήδη οι άλλοι ιατροί τον είχον απελπίσει και ωμολόγουν ότι η επιστήμη των ήτο ανίκανος να καταπολεμήση το νόσημά του.

Τούτο δε μου φαίνεται ότι έτι μάλλον μεγαλοποιεί την ευεργεσίαν μου, ότι χωρίς να είμαι υιός του τότε και χωρίς να έχω ανάγκην ή καθήκον να τον θεραπεύσω, αλλ' αν και ανεξάρτητος και ξένος, αφού ο φυσικός μας δεσμός είχε λυθή, δεν εφάνην αδιάφορος, αλλ' εκουσίως, απρόσκλητος και αυθόρμητος επήγα προς αυτόν, τον εβοήθησα, τον επεριποιήθην επιμελώς, τον εθεράπευσα, τον επανέφερα εις την υγείαν και ως πατέρα μου τον έσωσα. Ούτω δε έκαμα την καλλιτέραν απολογίαν διά την αποκήρυξίν μου και διά της αγάπης έπαυσα την οργήν του, διά της φιλοστοργίας κατέλυσα τον νόμον και διά μεγάλου ευεργετήματος εξηγόρασα την επάνοδον εις την οικογένειάν μου. Εις περίστασιν τόσον κρίσιμον επέδειξα την προς τον πατέρα αφοσίωσίν μου και διά της επιστήμης μου έγινα άξιος να υιοθετηθώ εκ νέου και εις την δυστυχίαν ανεδείχθην γνήσιος υιός. Πόσα νομίζετε ότι υπέφερα, πόσον εκοπίασα να είμαι διηνεκώς πλησίον του, να τον υπηρετώ, να παρακολουθώ το νόσημά του; και άλλοτε μεν υπεχώρουν εις την ορμήν του πάθους, άλλοτε δε οσάκις ολίγον το νόσημα ενέδιδε, εφήρμοζα κατ' αυτού τα υποδεικνυόμενα υπό της επιστήμης μέσα. Το δυσκολώτατον δε και κινδυνωδέστατον πράγμα εις την ιατρικήν είνε να θεραπεύη τις τοιούτους ασθενείς και να τους πλησιάζη ευρισκομένους εις τοιαύτην κατάστασιν• διότι πολλάκις εις τας στιγμάς των παροξυσμών του πάθους των μεταδίδουν εις τους περιστοιχούντας αυτούς την λύσσαν υπό της οποίας κατέχονται. Και όμως όλα ταύτα δεν με απεθάρρυναν, ούτε με απεδειλίασαν, αλλά μένων διαρκώς πλησίον του πάσχοντος και παλαίων προς το νόσημα, το κατέβαλα επί τέλους διά των φαρμάκων.

Οι ακούοντες ταύτα θα είπουν ίσως• και είνε τάχα μέγας κόπος να δώση κανείς έν φάρμακον εις άρρωστον; Αλλά προ του φαρμάκου πρέπει να γίνουν πολλά, να προπαρασκευασθή ο άρρωστος διά την πόσιν του φαρμάκου και να διαθέση καταλλήλως τον οργανισμόν διά την θεραπείαν• προσέτι δε να επιμεληθή την όλην ιδιοσυγκρασίαν του αρρώστου διά καθαρσίων και ισχναντικών και διά καταλλήλου διαίτης• και να του επιβάλη κίνησιν όσην απαιτείται και ύπνον και ανάπαυσιν. Εις αυτά οι μεν άλλοι άρρωστοι ευκόλως πείθονται• οι παράφρονες όμως, μη διευθυνόμενοι υπό του λογικού, δυσκόλως υποτάσσονται εις τον ιατρόν και εις την θεραπείαν ανθίστανται. Όταν δε κατορθώσωμεν να φθάσωμεν εις το τέλος της θεραπείας και αρχίζωμεν να ελπίζωμεν, επέρχεται πολλάκις μικρόν ατάκτημα, το οποίον ανατρέπει και καταστρέφει διά μιας ό,τι κατωρθώσαμεν με τόσην δυσκολίαν, το νόσημα ανακτά την δύναμίν του και η επιστήμη μας ηττάται. Θα επιτρέψετε λοιπόν εις τούτον ναποκηρύξη πάλιν εκείνον όστις υπέφερε πάντα ταύτα και προς νόσημα τόσον φοβερόν επάλαισε και το πλέον δυσπολέμητον εκ των νοσημάτων ενίκησε; Θα του επιτρέψετε να ερμηνεύη τους νόμους όπως θέλει εναντίον του ευεργέτου και θα τον αφήσετε να υβρίζη την φύσιν; Εγώ υπακούων εις την φύσιν, ω άνδρες δικασταί, σώζω και διαφυλάττω τον πατέρα μου, αδιαφορών αν με αδική• αυτός δε, ακολουθών ως λέγει τους νόμους, προσπαθεί να καταστρέψη και θέλει να στερήση της οικογενείας του τον υιόν του, όστις τον ευηργέτησε. Ενώ αυτός είνε μισότεκνος, εγώ γίνομαι φιλοπάτωρ. Εγώ σέβομαι την φύσιν, αυτός αδιαφορεί προς την φύσιν και την καθυβρίζει. Ιδού πατήρ, όστις αδίκως μισεί• ιδού υιός όστις αδικώτερον αγαπά. Διότι αναγκάζομαι υπό του πατρός μου να κατηγορώ τον εαυτόν μου, ότι ενώ μισούμαι αγαπώ και αγαπώ περισσότερον του δέοντος. Η φύσις μάλλον εις τους πατέρας επιτάσσει ναγαπούν τους υιούς των παρά εις τους υιούς ναγαπούν τους πατέρας των.

Αλλ' ο πατήρ μου εκουσίως και τους νόμους παραβαίνει, οίτινες δεν επιτρέπουν την αποκήρυξιν των τέκνων τα οποία ουδέν κακόν έπραξαν, και την φύσιν περιφρονεί, ήτις εμπνέει πολύ φίλτρον εις τους γεννήτορας προς τα τέκνα των• και μολονότι έχει τας μεγαλειτέρας αφορμάς διά να διάκηται ευμενώς προς εμέ, πολύ απέχει να τρέφη προς εμέ και αυτήν την αγάπην την οποίαν επιβάλλει η φύσις• ούτε λαμβάνει τουλάχιστον εμέ ως υπόδειγμα και δεν μιμείται την αγάπην μου. Αλλ' ω δυστυχία μου, με μισεί ενώ τον αγαπώ και με αποδιώκει ενώ του είμαι αφωσιωμένος• με αδικεί ενώ τον ευεργετώ και ενώ τον εγκολπούμαι με αποκηρύττει, τους δε φιλόπαιδας νόμους ως μισόπαιδας μεταχειρίζεται εναντίον μου. Τι πόλεμος είνε αυτός τον οποίον εγείρεις, πάτερ μου, μεταξύ των νόμων και της φύσεως;

Δεν είνε ταύτα, δεν είνε όπως τα θέλεις• κακώς ερμηνεύεις ω πάτερ, τους καλώς κειμένους νόμους. Η φύσις και ο νόμος δεν αντιμάχονται εις την αγάπην, αλλά συμβαδίζουν και συντρέχουν προς άρσιν των αδικημάτων. Υβρίζεις τον ευεργέτην, αδικείς την φύσιν. Διατί ομού με την φύσιν αδικείς και τους νόμους; Ενώ οι νόμοι θέλουν να είνε καλοί και δίκαιοι και να προστατεύουν τα τέκνα, συ απαιτείς παρ' αυτών το εναντίον και διεγείρων αυτούς εναντίον του τέκνου σου τους διεγείρεις εναντίον όλων και δεν τους αφίνεις να προστατεύουν την μεταξύ πατέρων και τέκνων αγάπην όπως θέλουν, αφού δεν έγιναν εναντίον των μη αδικούντων. Εκείνος δε ο οποίος ζητεί παρά των νόμων να τιμωρούν διά να μη ανταμείψη και δι' όσα ευηργετήθη, σκεφθήτε εις ποίαν υπερβολήν αδικίας φθάνει.