Ότι μεν λοιπόν δεν επιτρέπεται εις τούτον να με αποκηρύξη, αφού ήδη εξήντλησε την πατρικήν εξουσίαν και έκαμε χρήσιν των νόμων, και ότι ούτε άλλως είναι δίκαιον, μετά την ευεργεσίαν την οποίαν του έκαμα, να με αποπέμπη και εκδιώκη εκ της οικογενείας, μου φαίνεται ότι ικανώς ήδη απεδείχθη.
Τώρα δε ας έλθωμεν και εις την αιτίαν της αποκηρύξεως και ας εξετάσωμεν τι είνε το έγκλημα. Είνε δε ανάγκη πάλιν να ανατρέξωμεν εις την γνώμην του νομοθέτου. Και αν προς στιγμήν υποθέσωμεν ότι σου επιτρέπεται κατ' επανάληψιν ν' αποκηρύττης και ότι έχεις αυτήν την εξουσίαν και εναντίον ευεργέτου, πάλιν φρονώ ότι ουχί απολύτως, ουδέ δι' όλας τας αίτιας δύνασαι ν' αποκηρύττης. Ο νομοθέτης δεν είπεν, ότι οία δήποτε και αν είνε η αιτίασις του πατρός, ο υιός πρέπει να αποκηρύττεται, αρκεί ο πατήρ να το θέλη και να το ζήτηση δι' αγωγής. Αν ούτως είχε το πράγμα, τις η ανάγκη τότε του δικαστηρίου; Εξ εναντίας όμως, ω άνδρες δικασταί, ο νομοθέτης σας επιβάλλει να εξετάσετε εάν η οργή του πατρός έχη μεγάλας και δικαίας αφορμάς ή μη. Λοιπόν τούτο τώρα εξετάσατε. Θα σας βοηθήσω δε εις τούτο, διηγούμενος όσα συνέβησαν ευθύς από της θεραπείας του εκ της παραφροσύνης.
Άμα ανέκτησε το λογικόν του ο πατήρ μου, η πρώτη του φροντίς ήτο να ακυρώση την αποκήρυξιν και ήμουν σωτήρ και ευεργέτης και τα πάντα, εγώ τότε. Εις ταύτα δε νομίζω δεν ηδύνατο να ευρεθή καμμία αφορμή κατηγορίας εναντίον μου. Αλλά και μετά ταύτα τι εξ όλων των παραπτωμάτων δύναται να μου αποδώση; Ποίαν περιποίησιν και ποίαν υπηρεσίαν υιικήν παρέλειψα; πότε διενυκτέρευσα έξω της πατρικής οικίας; δύνασαι να με κατηγορήσης διά πότους απρεπείς και τρελλάς διασκεδάσεις; Ποίαν ασωτείαν έκαμα; Εις ποίον καταγώγιον έκαμα ταραχάς; Ποίος με κατηγόρησε; Κανείς. Αλλ' αυτά είνε εκείνα τα οποία ο νόμος θεωρεί ως τα κυρίως δίδοντα το δικαίωμα της αποκηρύξεως.
Αλλ' επήλθε το νόσημα της μητρυιάς. Λοιπόν δι'αυτό πταίω εγώ και απαιτείς να δικασθώ ως υπαίτιος του νοσήματος; Όχι, λέγεις. Αλλά διατί λοιπόν; Διότι κληθείς να την θεραπεύσης δεν θέλεις και επομένως είσαι άξιος αποκηρύξεως, επειδή απειθείς εις τον πατέρα σου. Αλλ' ας αναβάλωμεν το ζήτημα εάν μη δυνάμενος να πράξω όσα με διατάσσει δύναμαι να θεωρηθώ ως απειθών εις την πατρικήν θέλησιν• και περιορίζομαι απλώς να είπω ότι ο νόμος ούτε εις αυτόν δίδει το δικαίωμα να διατάσση εις εμέ τα πάντα αδιακρίτως, ούτε εις εμέ επιβάλλει το καθήκον να υπακούω εις όλα ανεξαιρέτως. Εκ των προσταγμάτων άλλα μεν δεν συνεπάγονται καμμίαν ευθύνην, αλλά δε είνε άξια οργής και τιμωρίας. Εάν ασθενής ο ίδιος, εγώ δε σε παραμελώ• εάν με διατάσσης να φροντίσω διά τα οικιακά μας πράγματα, εγώ δε αδιαφορώ• εάν με αποστέλλης να επιστατήσω εις τας αγροτικάς μας εργασίας, εγώ δε παρακούω. Πάντα ταύτα και τα προς αυτά όμοια δύνανται να θεωρηθούν ως εύλογοι αφορμαί και να προκαλέσουν δικαίως τας πατρικάς μομφάς• τα δε άλλα, όπως τα αναγόμενα εις τας τέχνας και την εξάσκησιν αυτών, ανήκουν εις τα δικαιώματα ημών των τέκνων και μάλιστα εάν ο πατήρ προσωπικώς δεν αδικήται. Εάν λόγου χάριν ο πατήρ διατάσση τον ζωγράφον υιόν του, αυτά, υιέ μου, να ζωγραφίζης και αυτά όχι, και εις τον μουσικόν, αυτήν την αρμονίαν παίζε και όχι την άλλην, και εις τον σιδηρουργόν, αυτά κατασκεύαζε και όχι τα άλλα, θα θεωρηθή δίκαιον ν' αποκηρύξη τον υιόν του διότι ούτος δεν εξασκεί την τέχνην κατά την γνώμην εκείνου; Δεν πιστεύω.
Η δε ιατρική όσον ευγενεστέρα και χρησιμωτέρα εις την ζωήν των ανθρώπων τέχνη είνε, τόσον και μεγαλειτέραν ελευθερίαν πρέπει να έχουν οι εξασκούντες αυτήν, μάλιστα δε είνε δίκαιον να έχουν και προνόμιά τινα, ουδόλως δε να εξαναγκάζωνται, ούτε να διατάσσωνται εις την εκτέλεσιν έργου ιερού, το οποίον εδιδάχθη υπό των θεών και εξασκείται υπό σοφών ανθρώπων• ούτε υπό την δουλείαν του νόμου να γίνεται, ούτε υπό το κράτος φόβου και τιμωρίας δικαστικής, ούτε να εξαρτάται από την ψήφον δικαστών, την απειλήν πατρός ή την οργήν οίου δήποτε άλλου. Ώστε και αν σου έλεγα σαφώς και κατηγορηματικώς, δεν θέλω να την θεραπεύσω, μολονότι δύναμαι, αλλ' έχω την επιστήμην μου μόνον διά τον εαυτόν μου και διά τον πατέρα μου, δι' όλους δε τους άλλους δεν είμαι ιατρός, ποίος τύραννος θα ήτο τόσω βίαιος ώστε να με αναγκάση να εξασκήσω την επιστήμην μου χωρίς να το θέλω; Εις το τοιούτον μου φαίνεται μόνον παρακλήσεις και ικεσίαι χωρούν, όχι δε νόμοι και θυμοί και αγωγαί ενώπιον των δικαστηρίων. Ο ιατρός πρέπει να πείθεται, όχι να διατάσσεται, να θέλη, όχι να φοβήται, να μη σύρεται διά της βίας προς τον άρρωστον, αλλά να μεταβαίνη θεληματικώς και ευχαρίστως. Η ελευθέρα τέχνη είνε απαλλαγμένη πατρικής κηδεμονείας, αφού εις τους ιατρούς αι πόλεις απονέμουν δημοσίας τιμάς και πρωτοκαθεδρίας και ασυδοσίαν και προνόμια.
Αυτά μόνον θα είχα να είπω υπέρ της επιστήμης, και αν συ μου την είχες διδάξει και πολύ εφρόντισες και εδαπάνησες διά να με κάμης επιστήμονα, εγώ δε ηρνούμην να εκτελέσω μίαν θεραπείαν, την περί ης ο λόγος, καίτοι δυνατήν. Τώρα δε πρέπει να σκεφθής πόσον αυθαίρετος είνε η άπαίτησίς σου να μη με αφίνης ελεύθερον να μεταχειρισθώ κατά βούλησιν πράγμα το οποίον είνε κτήμα μου απολύτως. Αυτήν την τέχνην εγώ έμαθα όχι ως υιός σου, ούτε υποκείμενος εις την κηδεμονείαν σου• και εν τοσούτω την έμαθα προς χάριν σου — και πρώτος συ την επωφελήθης—χωρίς να λάβω παρά σου καμμίαν βοήθειαν διά να σπουδάσω. Ποίον διδάσκαλον μου επλήρωσες; ποίων φαρμάκων την κατασκευήν; Ουδένα και ουδέν, αλλά πενόμενος εγώ και στερούμενος τα χρειώδη εσπούδαζα χάρις εις την συμπάθειαν και τον οίκτον των διδασκάλων μου. Τα μόνα δε εφόδια τα οποία είχα εκ μέρους του πατρός μου διά να σπουδάσω ήσαν η λύπη, η ερημία, η στέρησις, το μίσος της οικογενείας και η αποστροφή των συγγενών. Και εις ανταπόδοσιν τούτων έχεις την αξίωσιν να διευθύνης την επιστήμην μου και να είσαι κύριος εκείνων τα οποία απέκτησα όταν δεν ευρισκόμην υπό την εξουσίαν σου; Πρέπει να είσαι ευχαριστημένος διότι χωρίς να σου οφείλω τίποτε σε ευηργέτησα, ενώ δεν είχες το δικαίωμα να μου απαιτήσης και τότε καμμίαν χάριν.
Δεν πρέπει η ευεργεσία μου να μου γείνη του λοιπού καθήκον, ούτε η εκουσία εκδούλευσις να γείνη αφορμή ώστε να διατάσσωμαι να την επαναλαμβάνω ακουσίως, ούτε πρέπει να γείνη έθιμον ώστε ο ιατρός ο οποίος θα θεραπεύση άπαξ ένα να θεραπεύη όλους και πάντοτε όσους θέλει ο πρώτος θεραπευθείς. Τοιουτοτρόπως θα καθιστώμεν τυράννους ημών τους παρ' ημών θεραπευομένους και ως αμοιβήν θα έχωμεν να δουλεύωμεν αυτούς και εις πάντα διά τον οποίον θα μας διατάσσουν. Δύναται να γείνη πράγμα αδικώτερον τούτου; Διότι σε εθεράπευσα πάσχοντα σοβαρώς, νομίζεις ότι απέκτησες το δικαίωμα να καταχράσαι την επιστήμην μου;
Αυτά θα ηδυνάμην να είπω εάν ο πατήρ μου με διέτασσε να πράξω πράγματα δυνάμενα να γείνουν και εγώ δεν υπήκουα εις όλα, ούτε εξηναγκαζόμην να υπακούσω. Τώρα δε εξετάσετε και οποία είνε εκείνα τα οποία μου επέβαλε να πράξω• αφού εθεράπευσες εμέ, λέγει, από την παραφροσύνην, τώρα δε έπαθε τας φρένας και η σύζυγός του και πάσχει το αυτό νόσημα— διότι αυτήν την ιδέαν έχει—και όπως δι' εμέ απηλπίσθησαν και δι' αυτήν οι άλλοι ιατροί, συ δε, όπως απέδειξες, δύνασαι να θεραπεύσης πάσαν ασθένειαν, θεράπευσε και αυτήν και σώσε την από το νόσημα. Τούτο ούτω απλώς λεγόμενον δύναται να φανή πολύ λογικόν και μάλιστα εις ανθρώπους απλούς και απείρους της ιατρικής. Αλλ' εάν ακούσετε πώς δικαιολογώ εγώ την επιστήμην μου, θα μάθετε ότι ούτε τα πάντα είνε δυνατά εις τους ιατρούς, ούτε τα νοσήματα είνε της αυτής φύσεως όλα, ούτε δι' όλα είνε μία και η αυτή θεραπεία, ούτε τα φάρμακα έχουν την αυτήν ενέργειαν επί όλων των νοσημάτων• και τότε θα γείνη φανερόν ότι παρά πολύ διαφέρει από το μη θέλειν το μη δύνασθαι. Θα μου επιτρέψετε δε την επιστημονικήν ανάπτυξιν ταύτην και θα σας παρακαλέσω να μη θεωρήσετε απρεπές ούτε άσκοπον και ξένον προς την υπόθεσιν ή άκαιρον την περί τούτων ομιλίαν.
Εν πρώτοις καίτοι τα σώματα φαίνονται ότι έχουν την αυτήν σύστασιν, δεν έχουν όμως και την αυτήν φύσιν και ιδιοσυγκρασίαν. Αλλά τα μεν έχουν τας τάδε ιδιότητας• τα δε τας έχουν εις μεγαλείτερον ή ολιγώτερον βαθμόν. Αι διαφοραί δε αύται δεν υπάρχουν μόνον μεταξύ ανδρών και γυναικών, αλλά και μόνον μεταξύ ανδρών• και τούτων οι οργανισμοί δεν είνε όμοιοι κατά την κράσιν και την σύστασιν, διάφορα δε κατ' ανάγκην κατά το μέγεθος και κατά το είδος είνε και τα νοσήματα τα οποία τους καταλαμβάνουν• άλλα μεν εκ των σωμάτων είνε ευκολοθεράπευτα και το έργον του ιατρού δι' αυτά δεν είνε δυσχερές, άλλα δε είνε εις βαθμόν απελπιστικόν φιλάσθενα• και ευκόλως καταλαμβανόμενα υπό των νοσημάτων κυριεύονται υπό τούτων εντελώς. Το να νομίζη λοιπόν κανείς πάντα πυρετόν ή πάσαν φθίσιν ή περιπνευμονίαν ή παραφροσύνην ότι είνε μία και η αυτή νόσος εις όλους τους οργανισμούς, σημαίνει ότι δεν σκέπτεται ορθώς και λογικώς, ούτε είνε εκ των πεπειραμένων περί τα τοιαύτα ανθρώπων. Η αλήθεια είνε ότι τα αυτά νοσήματα εις άλλους μεν θεραπεύονται ευκόλως, εις άλλους δε δυσκολιότερον ή ουδόλως. Αν σπείρη τις σίτον εις διαφόρους αγρούς, άλλην μεν απόδοσιν θα έχη εις γην πεδινήν, παχείαν, ποτιστικήν, ευήλιον και καλώς αεριζομένην, όπου ο καρπός θα γείνη άφθονος και εκλεκτός, άλλην δε εις λεπτόγειον αγρόν ορεινόν και πετρώδη, άλλην εις γην κακώς ηλιαζομένην, άλλην εις υπώρειαν και εν γένει διάφορος θα είνε κατά τόπους η εσοδεία. Ομοίως και τα νοσήματα αναλόγως των οργανισμών εις τους οποίους εμπίπτουν αυξάνουν και δυναμώνουν ή εξασθενούν. Χωρίς λοιπόν να υπολογίση και εξετάση τας διαφοράς ταύτας ο πατήρ μου, νομίζει ότι πάσα παραφροσύνη είναι η αυτή εις όλα τα σώματα και μία η θεραπεία.
Εκτός τούτου ότι τα γυναικεία σώματα διαφέρουν μεγάλως των ανδρικών κατά την δύναμιν των νοσημάτων και κατά την πιθανότητα ή το απίθανον της ιάσεως είναι πρόδηλον. Διότι τα μεν ανδρικά είνε στερεά την σύστασιν και ισχυρά, γυμνασμένα δε εις κίνησιν και εις την ζωήν του ανοικτού αέρος• τα δε γυναικεία χαλαρά και άνευρα, αναπτυχθέντα εις την σκιάν και λευκά ένεκεν ελλείψεως αίματος και ανεπαρκείας θερμαντικού και πληθώρας υγρών• διά τούτο και ευκολώτερον των ανδρικών ασθενούν και κυριεύονται υπό των νοσημάτων, δυσκολώτερον θεραπεύονται και πολύ συχνά υποκύπτουν εις την παραφροσύνην. Επειδή είνε λίαν επιρρεπείς εις οργήν, πολύ ευερέθιστοι και λεπταί, ολίγην δύναμιν σώματος έχουν, ευκόλως περιπίπτουν εις το νόσημα εκείνο.
Δεν είναι επομένως δίκαιον να ζητήται παρά των ιατρών η αυτή θεραπεία δι' αμφότερα τα φύλα, αφού γνωρίζομεν ότι μέγα χάσμα υπάρχει μεταξύ των και ότι από της γεννήσεως διαφέρουν και καθ' όλον τον τρόπον του ζην και καθ' όλας τας πράξεις. Όταν λοιπόν λέγης ότι παρεφρόνησε πρέπει να προσθέτης και ότι γυνή ήτο εκείνη ήτις παρεφρόνησε, και μη συγχέης πάντα ταύτα υπό την λέξιν παραφροσύνη η οποία φαίνεται έν και το αυτό πράγμα σημαίνουσα, αλλά διακρίνων, όπως είναι και εις την φύσιν, εξέταζε τι είναι δυνατόν να γείνη διά τον άνδρα ή την γυναίκα ιδιαιτέρως• διότι ημείς οι ιατροί, ως ανωτέρω είπα, τούτο πρώτον εξετάζομεν, την φύσιν και την κράσιν του νοσούντος και ποίας ιδιότητας έχει κατά το μάλλον ή ήττον, αν επικρατή εις τον οργανισμόν του το θερμόν ή το ψυχρόν, αν το σώμα είναι νέον ή ηλικιωμένον, μέγα ή μικρόν, παχύ ή ολιγόσαρκον και όλα τα τοιαύτα. Και εν γένει αν κανείς εξετάση αυτά θα είνε λίαν αξιόπιστος όταν θα απελπίση ή θα δώση ελπίδας περί της θεραπείας. Αλλά και της παραφροσύνης τα είδη είνε πολυάριθμα και έχουν πολλάς και διαφόρους αιτίας• δι' ο ουδέ και ονόματα έχουν όμοια• διότι δεν είναι το αυτό η παράνοια και το παραλήρημα, η λύσσα και η μανία, αλλά ταύτα πάντα προσδιορίζουν διαφόρους βαθμούς της νόσου. Και τα αίτια εις μεν τους άνδρας είνε άλλα, εις δε τας γυναίκας άλλα• και μεταξύ αυτών των ανδρών διά μεν τους νέους είνε άλλα, διά δε τους γέροντας διαφορετικά. Εις τους νέους αφορμή γίνεται κατά το πλείστον η πληθώρα των χυμών• τους δε γέροντας πολλάκις είτε διαβολή εξερεθιστική, είτε οργή παράλογος κατά των οικείων αφού κατά πρώτον τους φέρει εις ταραχήν του λογικού, ολίγον κατ' ολίγον τους ρίπτει εις μανίαν. Τας δε γυναίκας πολλά είναι τα αίτια τα οποία τας οδηγούν ευκόλως εις την φρενοπάθειαν, μάλιστα δε το μίσος εναντίον τινός ή ο φθόνος δι' εχθρόν ευτυχούντα ή λύπη τις ή οργή• ολίγον κατ' ολίγον ταύτα υποκαίοντα και επί πολύ τρεφόμενα εις την ψυχήν απολήγουν εις μανίαν.
Τοιαύτα, πάτερ, έπαθε και η σύζυγός σου και ίσως κάτι την είχε λυπήσει προηγουμένως• διότι ουδένα εκείνη εμίσει, αλλά το πάθος είνε επίμονον και δεν είναι δυνατόν εις ην κατάστασιν ευρίσκεται να θεραπευτή υπό ιατρού• εάν δε άλλος τις αναλάβη να την θεραπεύση, τότε σου δίδω το δικαιωμα να με μισής ως ένοχον. Αλλά θα ομολογήσω και κάτι άλλο, ότι και αν δεν ήτο τόσον απελπιστική η κατάστασίς της, αλλά διεφαίνετο κάποια ελπίς σωτηρίας, πάλιν θα εδίσταζα να επιχειρήσω την θεραπείαν και να της δώσω φάρμακα, διότι θα εφοβούμην την τύχην και την δυσφήμισιν. Γνωρίζεις ότι γενικώς αποδίδεται εις τας μητρυιάς, και αν ακόμη είνε αγαθαί, ότι μισούν τους προγονούς των, και το μίσος τούτο θεωρείται ως κοινή μανία των γυναικών. Εάν λοιπόν συνέβαινε να λάβη κακήν τροπήν το νόσημα και τα φάρμακά μου να αποβούν ανωφελή, ίσως θα εκίνουν υποψίας ότι η θεραπεία μου συνετέλεσε σκοπίμως.
Τοιαύτη είνε η κατάστασις της συζύγου σου, πάτερ, και αναγκάζομαι να σου είπω ότι ουδέποτε θα βελτιωθή και αν μυριάκις πίη το φάρμακον• διά τούτο είνε περιττόν και να επιχειρήσω, εκτός αν μόνον με εξαναγκάζης διά ναποτύχω και δυσφημισθώ. Άφησε με να με ζηλεύουν οι ομότεχνοι. Εάν δε με αποκηρύξης πάλιν, εγώ καίτοι θα μείνω έρημος, δεν θα τρέφω εναντίον σου καμμίαν έχθραν. Και εάν, ο μη γένοιτο, σου επανέλθη το νόσημα—-διότι όταν λαμβάνουν νέας αφορμάς συνήθως υποτροπιάζουν αυτά τα νοσήματα — τι θα πράξω; Να είσαι βέβαιος ότι θα σε θεραπεύσω και τότε και ουδέποτε θα παραλείψω το καθήκον το οποίον η φύσις επιβάλλει εις τα τέκνα, ούτε θα λησμονήσω εγώ ότι είσαι πατήρ μου. Αλλά και αν θα επανέλθης εις το λογικόν, θα δύναμαι να ελπίσω ότι θα με αναγνωρίσης πάλιν ως υιόν σου; Ιδού, και με αυτά τα οποία τώρα κάμνεις, προκαλείς το νόσημα και το εξεγείρεις. Ενώ προ ολίγου χρόνου μόλις εσώθης από τοιαύτην ασθένειαν, πεισμόνεις και φωνάζεις και, το χειρότερον, θυμόνεις και εχθρεύεσαι και επικαλείσαι τους νόμους. Αλλοίμονον, πάτερ, τοιαύτα ήσαν και της προηγουμένης σου παραφροσύνης τα προοίμια.
ΦΑΛΑΡΙΣ
Λόγος πρώτος
Μας έπεμψεν, ω Δελφοί, ο ημέτερος ηγεμών Φάλαρις να φέρωμεν προς τον θεόν τούτον τον ταύρον και να δώσωμεν προς υμάς εξηγήσεις και περί αυτού και διά την προσφοράν του• ο σκοπός λοιπόν της αφίξεώς μας είναι ούτος και εκείνα δε τα οποία θέλει να σας ανακοινώσωμεν ο Φάλαρις είναι τα εξής. Εγώ, λέγει, ω Δελφοί, θα ήθελα με πάσαν θυσίαν να με γνωρίσουν οι Έλληνες οποίος πραγματικώς είμαι και όχι οποίον με παρέστησεν εις τους αγνοούντας η φήμη την οποίαν εσχημάτισαν όσοι με μισούν και με φθονούν αλλά προ πάντων θα επεθύμουν να γνωρισθώ από σας οι οποίοι είσθε ιερείς και συγκάθεδροι του Πυθίου Απόλλωνος και ούτως ειπείν σύνοικοι και υπό την αυτήν στέγην ζώντες μετά του θεού. Διότι νομίζω ότι αν απολογηθώ προς υμάς και σας πείσω ότι αδίκως θεωρούμαι σκληρός, δι' υμών θα απολογηθώ και προς όλους τους άλλους. Και δι' όσα θα είπω επικαλούμαι μάρτυρα τον θεόν τον οποίον δεν δύναταί τις να απατήση και διά ψευδών λόγων να παρασύρη• ανθρώπους είναι εύκολον να εξαπατήση τις, αλλά θεόν και μάλιστα ένα τοιούτον, αδύνατον να διαλάθη.
Ήμουν πολίτης της Ακράγαντος ουχί εκ των αφανών, αλλ' εκ των πλέον ευγενών και ανετράφην ως αρμόζει εις ελεύθερον άνδρα και εξεπαιδεύθην• πάντοτε δε ήμουν περιποιητικός προς την πόλιν και επεζήτουν την εύνοιαν αυτής, προς δε τους συμπολίτας μου επιεικής και μετριοπαθής, ουδεμίαν δε βιαιότητα ή σκαιότητα ή ύβριν και αυθαιρεσίας απέδιδε κανείς εις τον πρότερον εκείνον βίον μου. Αλλ' επειδή έβλεπα τους πολιτικούς αντιπάλους μου ότι με επεβουλεύοντο και εζήτουν πάντα τρόπον να με καταστρέψουν— ήτο δε διηρημένη η πόλις μας εις δύο αντιμαχόμενα κόμματα— δεν εύρισκα άλλον τρόπον ασφαλείας και σωτηρίας και δι' εμέ και διά την πολιτείαν παρά να συγκεντρώσω εις χείρας μου την εξουσίαν και να χαλιναγωγήσω τους αντιπολιτευομένους, ώστε να παύσουν τας εναντίον μου επιβουλάς των, την δε πόλιν να επαναφέρω εις την φρόνησιν και την ησυχίαν. Ευρήκα δε και πολλούς άνδρας μετριοπαθείς και φιλοπάτριδας, οι οποίοι επεδοκίμασαν την γνώμην μου και ανεγνώρισαν ότι ήτο αναγκαία τοιαύτη μεταβολή. Τούτους μετεχειρίσθην ως συναγωνιστάς και ευκόλως επέτυχα τον σκοπόν μου. Του λοιπού οι μεν εχθροί μου έπαυσαν τας ταραχάς και έγιναν ευπειθείς, εγώ διηύθυνα την πολιτείαν και η πόλις ήτο ήσυχος. Θανατώσεις ή εξορίας ή δημεύσεις ούτε εναντίον εκείνων οίτινες επεβουλεύθησαν την ζωήν μου έκαμα, καίτοι είναι αναγκαίον να γίνωνται τα τοιαύτα, μάλιστα κατά την αρχήν μιας δυναστείας• αλλ' ενόμιζα ότι με φιλανθρωπίαν και πραότητα, με ημερότητα και ισοτιμίαν θα τους έφερα εις την ευπείθειαν. Ευθύς λοιπόν με τους εχθρούς μου έκαμα ειρήνην και συνεφιλιώθην, τους πλείστους δ' εξ αυτών μετεχειριζόμην ως συμβούλους και ομοτραπέζους. Βλέπων δε ότι η πόλις εξ αμελείας των αρχόντων αυτής ευρίσκετο εις ελεεινήν κατάστασιν, καθότι πολλοί έκλεπτον ή μάλλον διήρπαζον τα κοινά, κατεσκεύασα υδραγωγεία και κρήνας, την εκόσμησα δι' οικοδομών δημοσίων και την ενίσχυσα διά τειχών και τας δημοσίας προσόδους ηύξησα ταχέως διά της επιμελείας της οικονομικής υπηρεσίας και διά την νεολαίαν εφρόντιζα και διά τους γέροντας επρονόησα και τον λαόν επεριποιούμην με θεάματα, διανομάς βοηθημάτων, πανηγύρεις και δημόσια γεύματα. Μου επροξένει δε φρίκην και μόνον να ακούσω περί εξυβρίσεως παρθένων ή διαφθοράς εφήβων ή απαγωγής γυναικών ή αποστολής δορυφόρων προς σύλληψιν πολίτου ή προς οίαν δήποτε τυραννικήν απειλήν.
Είχα δε αρχίσει και να σκέπτωμαι να εγκαταλείψω την αρχήν και να καταθέσω την εξουσίαν, καθότι αι φροντίδες της αρχής είχον αρχίσει να με κουράζουν και ο φθόνος ο οποίος με περιέβαλλε καθίστα επαχθέστερα τα βάρη της εξουσίας• αλλ' ήθελα να εύρω τρόπον ώστε μετά την παραίτησίν μου να μη έχη πλέον η πόλις ανάγκην τοιαύτης υπηρεσίας. Εν ω όμως εγώ με απλότητα τοιαύτα εσκεπτόμην, οι αντίπαλοί μου συνωμότουν εναντίον μου και συνεσκέπτοντο περί του πώς να στασιάσουν και με επιβουλευθούν και συνήρχοντο κρυφίως και συνήθροιζον όπλα και χρήματα και παρά των κατοίκων των γειτονικών πόλεων εζήτουν συνδρομήν και εις την Ελλάδα απέστελλον πρέσβεις προς τους Λακεδαιμονίους και Αθηναίους• όσα δε είχαν αποφασίσει περί εμού, εάν με συνελάμβανον και πώς θα με κατεσπάρασσαν με τας χείρας των και ποία βασανιστήρια θα εφήρμοζον εναντίον μου, ωμολόγησαν δημοσία όταν διά βασανιστηρίων ανεκρίθησαν. Εάν δε εγώ διέφυγα τας επιβουλάς των το οφείλω εις τους θεούς οίτινες μου απεκάλυψαν τα τεκταινόμενα και μάλιστα εις τον Πύθιον Απόλλωνα όστις δι' ονείρων με ειδοποίησε δι' όλα.
Και τώρα σας παρακαλώ να έλθετε εις την θέσιν μου, ω Δελφοί, να φαντασθήτε τον κίνδυνον εις τον οποίον ευρέθην και να μου είπετε τι έπρεπε να πράξω όταν ανύποπτος και απροφύλακτος παρ' ολίγον να συλληφθώ υπό των εχθρών μου και αν δεν είχα δίκαιον να ζητήσω τρόπον σωτηρίας. Προς στιγμήν έλθετε πλησίον μου εις την Ακράγαντα και αφού ίδετε τας συνωμοσίας και ακούσετε τας απειλάς των να μου είπετε τι έπρεπε να πράξω. Να φερθώ ακόμη προς αυτούς με φιλανθρωπίαν, να παραβλέψω και να ανεχθώ έως ου μετ' ολίγον με καταστρέψουν; Θα ήτο ως να προσέφερα τον τράχηλόν μου προς σφαγήν και απεφάσιζα να ίδω τα τέκνα και ό,τι άλλο έχω φίλτατον να εξοντωθούν προ των οφθαλμών μου. Δεν αμφιβάλλω ότι θα με ελέγατε ηλίθιον βλέποντές με τοιαύτα σκεπτόμενον και θα μου εδίδατε την συμβουλήν να λάβω γενναίας και ανδρικάς αποφάσεις και με την δικαίαν οργήν αδικημένου ανθρώπου να καταδιώξω τους εχθρούς μου και διά παντός τρόπου να εξασφαλισθώ διά το μέλλον. Τι λοιπόν έπραξα μετά τούτο; Έστειλα και έφερα ενώπιον μου τους ενόχους, επέτρεψα εις αυτούς ναπολογηθούν, έφερα αποδείξεις της ενοχής των και απέδειξα σαφώς τα καθέκαστα της επιβουλής των• αφού δε και αυτοί ηναγκάσθησαν να ομολογήσουν, τους ετιμώρησα όχι τόσον διότι εκινδύνευσεν η ζωή μου, αλλά διότι δεν με αφήκαν να μείνω εις τας αγαθάς μου διαθέσεις και τας αποφάσεις τας οποίας εξ αρχής έλαβα. Έκτοτε εξακολουθώ να προσέχω διά την ασφάλειάν μου, πάντα δε ο οποίος με επιβουλεύεται τιμωρώ. Και οι άνθρωποι κατηγορούν εμέ ως σκληρόν χωρίς να συλλογίζωνται ποίοι έδωκαν την αφορμήν. Βλέποντες τας συνεπείας και τας τιμωρίας, αίτινες δίδουν εις αυτούς την εντύπωσιν της σκληρότητος, με κατηγορούν δι' αυτάς, όπως εάν έβλεπέ τις ιερόσυλον ριπτόμενον από του βράχου{27}, προς τιμωρίαν, δεν ελάμβανεν υπ' όψει την ασέβειάν του και δεν εσυλλογίζετο πως εισήλθε την νύκτα εις τον ναόν και έκλεψε τα αφιερώματα και ύψωσε χείρα ασεβή προς το είδωλον του Θεού, αλλά κατηγόρει υμάς δι' υπερβολικήν αγριότητα, διότι ενώ είσθε Έλληνες και λέγετε ότι είσθε θεράποντες του Θεού εδέχθητε να υποστή ανθρωπος Έλλην πλησίον του ναού—διότι, ως λέγεται, ο βράχος δεν απέχει πολύ από την πόλιν των Δελφών—τοιαύτην τιμωρίαν. Αλλά νομίζω ότι και σεις θα εγελάτε αν τις έλεγε ταύτα εναντίον σας και όλοι οι άλλοι θα επεδοκίμαζον την εναντίον των ιεροσύλων σκληρότητα.
Εν γένει οι λαοί χωρίς να εξετάζουν οποίος είνε ο κυβερνών, είτε δίκαιος είτε άδικος, μισούν το όνομα της τυραννίας και τον τύραννον {28}, είτε Αιακός, είτε Μίνως, είτε Ραδάμανθυς είνε, και ομοίως επιζητούν να εξολοθρεύσουν όλους. Μη πιστεύοντες ότι δύνανται να υπάρξουν και καλοί τύραννοι, συμπεριλαμβάνουν και τούτους εις το αυτό όνομα και το αυτό μίσος. Εγώ τουλάχιστον ακούω ότι και αυτόθι εις την Ελλάδα υπήρξαν πολλοί τύραννοι σοφοί και υπό όνομα θεωρούμενον κακόν επέδειξαν αγαθόν και ήμερον χαρακτήρα, υπάρχουν δε και εις τον ναόν σας ανατεθειμένα γνωμικά αυτών, αγάλματα και άλλα αφιερώματα.
Αλλά και οι νομοθέται, ως γνωρίζετε, νομοθετούν περισσοτέρας ποινάς παρά αμοιβάς, καθότι όλα τα άλλα ουδέν ωφελούν εάν μη συνυπάρχη ο φόβος και το δέος της τιμωρίας. Εις ημάς δε τους τυράννους είνε πολύ αναγκαιότερος ο φόβος, καθότι κυβερνώμεν παρά την θέλησιν του λαού και ζώμεν μεταξύ ανθρώπων οίτινες μας μισούν και μας επιβουλεύονται. Πολλάκις μάλιστα ούτε ο φόβος μας είνε αρκετός, διότι οι εχθροί μας ενθυμίζουν τον περί της Ύδρας μύθον. Όσω τιμωρούμεν τόσω περισσότεραι αφορμαί τιμωριών αναφύονται. Και αν θέλωμεν να διατηρήσωμεν την αρχήν πρέπει να εξακολουθούμεν όπως ηρχίσαμεν να αποκόπτωμεν τας αναφυομένας αφορμάς και, όπως ο Ιόλαιος, να επικαίωμεν τας αποκοπτομένας κεφαλάς της Ύδρας. Εκείνος ο οποίος άπαξ θα εισέλθη εις αυτήν την οδόν, πρέπει να εξακολουθήση, άλλως αν δείξη επιείκειαν θα χαθή. Δύνασθε να πιστεύσετε ότι υπάρχει άνθρωπος τόσον άγριος και ανήμερος, ώστε να τέρπεται εις τας μαστιγώσεις και ν' ακούη κραυγάς πόνου και να βλέπη σφαζομένους, εάν δεν έχη σπουδαίαν αφορμήν να προσφεύγη εις τοιαύτας τιμωρίας; Ποσάκις εγώ εδάκρυσα διότι εμαστιγούντο άλλοι, ποσάκις δε αναγκάζομαι να θρηνώ και να οδύρωμαι διά την τύχην μου και ούτω να υποφέρω μεγαλειτέραν και χρονιωτέραν τιμωρίαν εγώ; Διότι δι' άνθρωπον εκ φύσεως αγαθόν, εξ ανάγκης δε σκληρόν, είνε πολύ λυπηρότερον να τιμωρή παρά να τιμωρήται. Και αν θέλετε να σας ομιλήσω ειλικρινώς, εάν μου επροτείνετο να εκλέξω, τι προτιμώ, να τιμωρήσω άλλους αδίκως ή ν' αποθάνω, να είσθε βέβαιοι ότι δεν θα εδίσταζα να προτιμήσω τον θάνατον παρά να τιμωρήσω αθώους. Αλλ' εάν τις μου είπη• Προτιμάς, Φάλαρι, να αποθάνης συ αδίκως ή να τιμωρήσης δικαίως τους εχθρούς σου; Βεβαίως θα προτιμήσω το τελευταίον. Διότι και πάλιν θα επικαλεσθώ την γνώμην σας, ω Δελφοί, και θα σας ερωτήσω, είνε προτιμότερον να αποθάνη τις αδίκως ή να σώζη αδίκως εκείνον όστις επεβουλεύθη την ζωήν του;
Δεν πιστεύω να είνε κανείς τόσον ανόητος ώστε να μη προτιμά να ζη μάλλον παρά να σώση τους εχθρούς του διά να τον καταστρέψουν. Εν τοσούτω εγώ και εις πολλούς εξ εκείνων οίτινες συνώμοσαν εναντίον μου και απεδείχθησαν εχθροί μου εχάρισα την ζωήν• και αναφέρω τον Άκανθον, όστις ευρίσκεται μεταξύ των απεσταλμένων μου, τον Τιμοκράτην και τον αδελφόν του Λεωγόραν, εις τους οποίους εχαρίσθην ένεκα της παλαιάς μας φιλίας.
Αλλά διά να γνωρίσετε καλλίτερα τον χαρακτήρα μου, πρέπει να ερωτήσετε τους ξένους τους ερχομένους εις την Ακράγαντα, πώς φέρομαι προς αυτούς και αν μεταχειρίζωμαι φιλανθρώπως τους ερχομένους εις την πόλιν μας. Θα μάθετε δε παρ' αυτών ότι έχω εις τους λιμένας ανθρώπους επίτηδες διά να με πληροφορούν ποίοι και πόθεν έρχονται διά να τους φιλοξενώ και τους προπέμπω κατ' αξίαν. Τινές δε έρχονται και επίτηδες διά να διατρίψουν πλησίον μου και μεταξύ αυτών είνε οι σοφώτατοι των Ελλήνων, οίτινες δεν αποφεύγουν την συναναστροφήν μου. Και αυτός ο σοφός Πυθαγόρας ήλθε προς εμέ προ ολίγου καιρού, όταν δε με εγνώρισε και είδεν ότι εκείνα τα οποία είχεν ακούσει περί εμού δεν ήσαν ακριβή, με απεχαιρέτισε με επαίνους διά την δικαιοσύνην μου και συλλυπούμενός με διά τας σκληρότητας εις τας οποίας ήμουν ηναγκασμένος να προσφεύγω. Νομίζετε λοιπόν ότι εκείνος ο οποίος φέρεται τόσον φιλανθρώπως προς τους ξένους, είνε δυνατόν να φέρεται αδίκως προς τους ιδικούς του, αν μη λαμβάνη παρ' αυτών σοβαράς αφορμάς;
Αυτά είχα να είπω προς υμάς ως απολογίαν• νομίζω δε ότι είνε αληθή και δίκαια και μάλλον επαίνου παρά μίσους άξια. Τώρα δε είνε καιρός να σας ομιλήσω περί του αφιερώματός μου, πόθεν και πώς απέκτησα τον ταύρον τούτον χωρίς να πληρώσω εκείνον ο οποίος τον κατεσκεύασε. Διότι δεν είμαι τόσον ανόητος ώστε να επιθυμώ την απόκτησιν τοιούτων αντικειμένων. Εκείνος ο οποίος τον κατεσκεύασεν ήτο Ακραγαντίνος ονόματι Περίλαος, καλός μεν χαλκεύς, κακός δε άνθρωπος. Ούτος έχων πολύ εσφαλμένην ιδέαν περί των αισθημάτων μου, ενόμιζεν ότι θα με ευχαριστεί εάν επενόει νέον τι βασανιστήριον, διότι ενόμιζεν ότι μου ήτο επιθυμία απαραίτητος να βασανίζω ανθρώπους. Κατεσκεύασε λοιπόν αυτόν τον χάλκινον ταύρον, φυσικώτατον και ωραιότατον και μου τον έφερε• μόνον η κίνησις και ο μυκηθμός του έλειπε διά να νομισθή ζωντανός. Όταν δε τον είδα αμέσως ανεφώνησα ότι πρέπει να σταλή ως αφιέρωμα εις τον Πύθιον Απόλλωνα και ότι είνε άξιον του θεού αφιέρωμα. Αλλ' ο Περίλαος ο οποίος ήτο εκεί μου είπε• Και τι θα είπης όταν θα ίδης την τέχνην με την οποίαν είνε εσωτερικώς κατασκευασμένος και τον σκοπόν εις τον οποίον δύναται να χρησιμεύση; Ανοίξας δε τότε τα νώτα του ταύρου, όταν θέλης, είπε, να τιμωρήσης κανένα θα τον εισάγης εις αυτό το μηχάνημα και θα τον κλείης εντός αυτού. Έπειτα θα προσαρμόζης αυτούς τους αυλούς εις τους ρώθωνας του ταύρου και θα διατάσσης ν' ανάπτουν φωτιάν κάτω από την κοιλίαν του. Τότε ο κλεισμένος εντός του ταύρου θα καταληφθή από τρομερούς πόνους και θ' αρχίση να φωνάζη, αλλ' αι κραυγαί του θα εξέρχωνται από τους αυλούς ως παθητικώταται μελωδίαι και ο ταύρος θα εκπέμπη συγκινητικούς μυκηθμούς και αρμονικάς θρηνωδίας, ούτως ώστε εκείνος μεν θα τιμωρήται, συ δε θα τέρπεσαι υπό μουσικής. Άμα ήκουσα ταύτα, εσιχάθηκα την πολυμήχανον κακίαν του ανθρωπου και εμίσησα την καταχθονιότητα του μηχανήματος και απεφάσισα να τιμωρήσω τον εφευρέτην διά της εφευρέσεώς του. Και του είπα• Εάν, Περίλαε, όλα αυτά δεν είνε ψεύδη, πρέπει να εισέλθης ο ίδιος εις το μηχάνημα σου, να μιμηθής τας κραυγάς των βασανιζομένων και ν' αποδείξης την αλήθειαν της τέχνης σου, διά να ίδωμεν αν αληθώς αι κραυγαί σου θα μεταβληθούν εις μελωδίας. Ο Περίλαος υπήκουσεν, αφού δε εισήλθεν εις τον ταύρον και τον έκλεισα, διέταξα ν' ανάψουν υπό το μηχάνημα πυρ και του είπα• Τώρα λάβε την αμοιβήν την οποίαν αξίζει η θαυμαστή σου τέχνη και ως διδάσκαλος της μουσικής άρχισε πρώτος να παίζης. Και αυτός μεν ετιμωρήθη δικαίως διά την εφεύρεσίν του• εγώ δε διατάξας να τον εξαγάγουν, ενώ ακόμη έζη και ανέπνεε, διά να μη μιάνη το κατασκεύασμά του, παρήγγειλα να τον ρίψουν εκ των κρημνών, καθαρίσας δε τον χάλκινον ταύρον, τον έστειλα προς υμάς διά ν' αφιερωθή εις τον θεόν, διέταξα δε συγχρόνως να γραφή επ' αυτού όλη η διήγησις, το όνομα εμού του αφιερούντος και του τεχνίτου Περιλάου, την επίνοιαν τούτου και την δικαιοσύνην την ιδικήν μου, την δικαίαν τιμωρίαν, την μουσικήν του χαλκέως και το πρώτον πείραμα της μουσικής ταύτης.
Υμείς δε, ω Δελφοί, θα πράξετε έργον δικαιοσύνης να τελέσετε θυσίαν υπέρ εμού μετά των απεσταλμένων, να τοποθετήσετε δε τον ταύρον εις καλόν μέρος του ναού ώστε να βλέπουν όλοι πώς φέρομαι εγώ προς τους κακούς και πώς τιμωρώ τας περιττάς προς κακουργίαν επιθυμίας των. Διότι είνε αρκετή διά να φανερώση τον χαρακτήρα μου και μόνη η τιμωρία του Περιλάου και η αφιέρωσις του ταύρου, τον οποίον δεν εφύλαξα δι' άλλων τιμωρουμένων μελωδήματα και τίποτε άλλο δεν έπαιξα εις αυτό το μουσικόν όργανον παρά μόνον του τεχνίτου τας κραυγάς και ότι μόνον αυτόν μετεχειρίσθην διά να δοκιμάσω την τέχνην του και εις αυτόν έπαυσα την βάρβαρον εκείνην και απάνθρωπον μουσικήν. Επί του παρόντος αρκούμαι εις αυτό το αφιέρωμα, θα κάμω δε και άλλα πολλάκις, όταν δ' θεός συντελέση ώστε να μη ευρίσκωμαι εις την ανάγκην να τιμωρώ.
Ταύτα, ω Δελφοί, είνε όσα σας γράφει ο Φάλαρις, αληθή όλα όπως επράχθησαν, είνε δε δίκαιον να πιστεύσετε την μαρτυρίαν μας, διότι και εις θέσιν είμεθα να τα γνωρίζωμεν και ουδένα λόγον έχομεν να ψευσθώμεν. Εάν δε πρέπει να προσεύχεσθε και υπέρ ανθρώπου όστις αδίκως θεωρείται κακός και χωρίς να το θέλη αναγκάζεται να τιμωρή, σας παρακαλούμεν ημείς οι Ακραγαντίνοι, οι οποίοι είμεθα Έλληνες και Δωριείς την καταγωγήν, να δεχθήτε την φιλίαν την οποίαν σας προσφέρει ο Φάλαρις, ο οποίος έχει την διάθεσιν να κάμη πολλάς δωρεάς και εις το κοινόν σας και ιδιαιτέρως εις ένα έκαστον από σας. Λάβετε λοιπόν τον ταύρον και αναθέσατέ τον και ευχηθήτε και υπέρ της Ακράγαντος και υπέρ του Φαλάριδος και μήτε ημάς αποπέμψετε απράκτους, μήτε εκείνον προσβάλλετε και ούτε τον θεόν να στερήσετε ωραιοτάτου και συγχρόνως δικαιοτάτου αναθήματος.
Φ Α Λ Α Ρ Ι Σ
Λόγος δεύτερος
Ούτε των Ακραγαντίνων, ω άνδρες Δελφοί, είμαι απεσταλμένος, ούτε του Φαλάριδος ατομικός φίλος, ούτε με συνδέει προς αυτόν αγάπη τις ή μελλούσης φιλίας ελπίς• αλλ' αφού ήκουσα όσα είπον οι πρέσβεις αυτού μετριόφρονα και φρόνιμα, απέβλεψα δε εις το συμφέρον της θρησκείας και εις το συμφέρον όλων ημών, όχι μόνον διά το παρόν αλλά και διά το μέλλον, λαμβάνω τον λόγον διά να σας συμβουλεύσω να μη προσβάλετε ένα ηγεμόνα όστις θέλει να είνε ευσεβής, ούτε ν' απορρίψετε αφιέρωμα το οποίον ήδη προωρίσθη διά τον θεόν και μάλιστα διότι τούτο θα χρησιμεύση και θα μείνη ως παράδειγμα τριών εκ των σπουδαιοτάτων πραγμάτων, τέχνης καλλίστης και ιδέας κακίστης και δικαίας τιμωρίας. Εγώ τουλάχιστον νομίζω ότι και το να διστάσετε όπως δήποτε περί τούτου και να συσκέπτεσθε εάν πρέπει να δεχθήτε το αφιέρωμα ή να το επιστρέψετε, είνε ήδη ανόσιον ή μάλλον αποτελεί υπερβολικήν ασέβειαν• διότι είνε καθαρά ιεροσυλία και πολύ μεγαλειτέρα των άλλων• εάν είνε ιερόσυλοι οι κλέπτοντες τα ήδη αφιερωμένα εις τον θεόν, είνε πολύ περισσότερον ιερόσυλοι εκείνοι οίτινες εμποδίζουν και τους σκεπτομένους να αφιερώσουν τι εις το ιερόν. Σας παρακαλώ δε, διότι είμαι και εγώ Δελφός και εξ ίσου με υμάς μετέχω εις την κοινήν φήμην, εάν διατηρήται, και εις την δυσφήμισιν εάν τοιαύτη τις δημιουργηθή εκ του ζητήματος, περί του οποίου πρόκειται, μήτε ν' αποκλείωμεν του ιερού τους ευσεβείς, ούτε την πόλιν να παριστώμεν εις όλον τον κόσμον ως κατηγορούσαν τα πεμπόμενα προς τον θεόν αφιερώματα και υποβάλλουσαν τους αφιερούντας εις δίκην και ψήφον• διότι ουδείς πλέον θα τολμήση ναφιερώση, αφού θα γνωρίζη ότι ο θεός δεν θα δεχθή ό,τι πρότερον δεν επιδοκιμάσουν οι κάτοικοι των Δελφών.
Αλλ' ο Πύθιος Απόλλων εξέφερεν ήδη την δικαίαν περί του αφιερώματος γνώμην• διότι αν εμίσει τον Φάλαριν και απεστρέφετο το δώρον αυτού, θα του ήτο εύκολον να το βυθίση εις το μέσον του Ιονίου πελάγους μετά του πλοίου το οποίον το έφερε• εξ εναντίας όμως συνετέλεσεν ώστε να ταξειδεύση το πλοίον, ως λέγεται, με λαμπρόν καιρόν και να φθάση σώον μετά του φορτίου του εις την Κίρραν.{29} Εκ τούτου γίνεται φανερόν ότι δέχεται προθύμως την ευσέβειαν του ηγεμόνος. Πρέπει λοιπόν και ημείς συμφώνως προς την γνώμην του θεού να ψηφίσωμεν και να προσθέσωμεν τον ταύρον τούτον εις τα άλλα κοσμήματα του ναού. Διότι θα είνε λίαν άτοπον όταν εστάλη προς τον θεόν δώρον τόσον μεγαλοπρεπές, να δοθή εκ του ιερού ψήφος καταδικαστική και ως αμοιβή προς τον αφιερωτήν να σταλή η καταδίκη ότι ούτε να αφιερώση θεωρείται άξιος.
Εκείνος, ο οποίος υποστηρίζει τα εναντία προς εμέ, ως εάν προ ολίγου καιρού ήλθεν εξ Ακράγαντος, διηγείται εις βάρος του τυράννου σφαγάς και βιασμούς και αρπαγάς και απαγωγάς σχεδόν ως αυτόπτης, ενώ γνωρίζομεν ότι ουδέποτε εισήλθεν εις πλοίον και ουδέποτε απεμακρύνθη των Δελφών. Αλλά διά τα τοιαύτα ούτε τους παρουσιαζομένους ως παθόντας πρέπει να πιστεύωμεν όταν τα διηγούνται, — διότι είνε άδηλον αν λέγουν την αλήθειαν — πολύ δε ολιγώτερον εις εκείνους οίτινες κατηγορούν διά πράγματα τα οποία δεν γνωρίζουν. Αλλά και αν τι τοιούτον συνέβη εις την Σικελίαν, δεν ανήκει εις τους Δελφούς να το εξετάζουν, εκτός εάν αντί ιερέων αξιούμεν τώρα ότι είμεθα δικασταί και αντί να θυσιάζωμεν και κατά τα άλλα να υπηρετούμεν τον θεόν, να συζητούμεν εάν τινες των κατοικούντων πέραν του Ιονίου πελάγους τυραννούνται δικαίως ή αδίκως.
Ας αφήσωμεν τους άλλους να φροντίζουν διά τας υποθέσεις των και ημείς ας φροντίζωμεν διά τας ιδικάς μας και να εξετάζωμεν πώς ήσαν άλλοτε και πώς είνε τώρα και τι είνε το καλλίτερον και συμφερώτερον δι' ημάς. Ότι κατοικούμεν εις κρημνούς και γεωργούμεν εις πέτρας είνε περιττόν να περιμένετε να το μάθετε από τον Όμηρον, αφού το βλέπετε με τους οφθαλμούς σας.
Εάν επεριμέναμεν να ζήσωμεν από την γην μας θα είχαμεν την πείναν παντοτεινόν σύντροφον. Ο ναός και ο Πύθιος Απόλλων, το χρηστήριον και οι θυσιάζοντες και οι προσφέροντες αφιερώματα είνε των Δελφών οι αγροί και το εισόδημα• εξ αυτών η ευπορία μας, εξ αυτών η τροφή μας — διότι πρέπει μεταξύ μας να λέγωμεν την αλήθειαν—και όπως λέγουν οι ποιηταί, άσπαρτα και αγεώργητα φυτρώνουν δι' ημάς τα πάντα, γεωργούντος του θεού, όστις όχι μόνον ό,τι καλόν παράγεται εις την Ελλάδα μας παρέχει, αλλά και όσα καλά γίνονται εις την Φρυγίαν, την Λυδίαν, την Περσίαν, την Ασσυρίαν, την Φοινίκην, την Ιταλίαν και τας υπερβορείους χώρας, όλα εις τους Δελφούς προσκομίζει. Κατόπιν δε του θεού και εις δευτέραν μοίραν ημείς τιμώμεθα υπό πάντων και ευπορούμεν και ευτυχούμεν. Ούτω συνέβαινεν εις τους παλαιούς χρόνους, ούτω γίνεται μέχρι σήμερον και δεν πρέπει να παύσωμεν ούτω να ζώμεν. Δεν αναφέρεται δε ότι εδόθη ποτέ εις τους Δελφούς ψήφος δι' ανάθημα, ούτε ημποδίσθη τις να θυσιάση ή να αφιερώση. Και διά τούτο νομίζω ότι έφθασεν εις τόσω μεγάλην ακμήν το ιερόν των Δελφών και έχει τόσον πλούτον αφιερωμάτων. Δεν πρέπει λοιπόν να νεωτερίσωμεν εις τίποτε και να εισαγάγωμεν νόμους εναντίους προς τα πάτρια, να λεπτολογώμεν διά τα αναθήματα και να εξετάζωμεν την προέλευσιν των πεμπομένων, πόθεν και παρά τίνος και οποία είνε, αλλά να τα δεχώμεθα χωρίς πολυπραγμοσύνην και να τα αναθέτωμεν, υπηρετούντες και τον θεόν και τους ευσεβείς. Μου φαίνεται δε, συμπολίται, ότι θα σκεφθήτε άριστα περί του προκειμένου εάν συλλογισθήτε ότι πρόκειται περί πολλών και μεγάλων πρώτον περί του θεού και του ναού, των θυσιών και των αναθημάτων, των αρχαίων εθίμων και θεσμών και περί της δόξης του μαντείου, έπειτα δε υπέρ όλης της πόλεως, των κοινών συμφερόντων και των συμφερόντων εκάστου εξ ημών των κατοίκων, προ πάντων δε περί της καλής ή κακής φήμης ημών εις όλον τον κόσμον. Εάν σκέπτεσθε φρονίμως δεν βλέπω τι δύνασθε να θεωρήσετε μεγαλείτερον και αναγκαιότερον τούτου.
Δεν πρόκειται σήμερον περί του Φαλάριδος μόνον, περί ενός τυράννου, ούτε περί του χαλκίνου τούτου ταύρου, αλλά περί όλων των βασιλέων και όλων των ηγεμόνων όσοι τώρα ζητούν την γνώμην του μαντείου, και περί του χρυσού και αργύρου και των άλλων πολυτίμων τα οποία πολλάκις αφιερούνται εις τον θεόν διότι πρώτον από του θεού πρέπει ν' αρχίσωμεν την εξέτασιν. Διά ποίον λόγον λοιπόν δεν θα πράξωμεν και εις την προκειμένην περίπτωσιν ό,τι εγίνετο πάντοτε προκειμένου περί αναθημάτων; ή ποίαν αιτίασιν έχομεν κατά των παλαιών εθίμων διά να θεσπίσωμεν νέα; Και εκείνο το οποίον ουδέποτε έγεινεν, αφ' ότου κατοικούμεν εις αυτήν την πόλιν και ο Πύθιος δίδει χρησμούς και ο τρίπους λαλεί και η ιέρεια εμπνέεται, θα γείνη σήμερον και θα υποβάλωμεν εις κρίσιν και εξέτασιν τους αφιερωτάς; Ένεκα του παλαιού εθίμου το οποίον επιτρέπει εις όλους ελευθέρως να αφιερούν βλέπετε από πόσα πλούτη εγέμισε το ιερόν, καθότι όλοι αφιερώνουν, τινές δε και υπέρ τας δυνάμεις των• εάν δε γίνετε κριταί και εξετασταί των αναθημάτων, φοβούμαι ότι δεν θα έχωμεν ποίους να κρίνωμεν, διότι ουδείς θα θελήση να γείνη υπόδικος, να δαπανά και να υποβάλλεται εις θυσίας διά να δικάζεται έπειτα και να κινδυνεύη. Και θα είνε πλέον υποφερτή η ζωή εις εκείνον όστις θα κριθή ανάξιος και αφιερώματα να προσφέρη;
Α Λ Ε Ξ Α Ν Δ Ρ Ο Σ Ή Ψ Ε Υ Δ Ο Μ Α Ν Τ Ι Σ
Συ μεν ίσως, ω φίλτατε Κέλσε {30} νομίζεις μικρόν και εύκολον εκείνο το οποίον μου παραγγέλλεις, δηλαδή να σου γράψω βιβλίον περί του βίου και των τεχνασμάτων, των τολμημάτων και των μαγειών του αγύρτου Αλεξάνδρου του Αβωνοτειχίτου και σου το πέμψω• αλλ' εάν θέλη τις να περιγράψη τα καθέκαστα ακριβώς, δεν θα είνε ευκολώτερον από το να ιστορήση τας πράξεις του Αλεξάνδρου, υιού του Φιλίππου• τόσον ούτος υπήρξε μέγας κατά την κακίαν, όσον εκείνος κατά την αρετήν. Αλλ' όμως εάν μέλλης να αναγνώσης με επιείκειαν όσα θα σου γράψω και να συμπληρώσης τας ελλείψεις της ιστορίας, θα αναλάβω τον άθλον και του Αυγείου τον σταύλον, αν όχι όλον, αλλ' όσον δύναμαι θα προσπαθήσω να καθαρίσω, εξάγων ολίγους κοφίνους, ώστε να δύνασαι εξ εκείνων να συμπεράνης πόση και πόσον απερίγραπτος ήτον η όλη κόπρος, την οποίαν τρισχίλιοι βόες επί πολλά έτη θα ηδύναντο να παραγάγωσι.
Εντρέπομαι και διά τους δύο, διά σε και διά τον εαυτόν μου• διά σε, απαιτούντα να παραδοθή εις τους μεταγενεστέρους διά της γραφής η μνήμη ανθρώπου τρισκαταράτου και διά τον εαυτόν μου καταγινόμενον εις τοιούτον έργον και ασχολούμενον διά τας πράξεις ανθρώπου ο οποίος δεν είνε άξιος να αναγινώσκουν περί αυτού οι μορφωμένοι άνθρωποι, αλλά μάλλον να τον βλέπουν εις μέγιστον θέατρον σπαρασσόμενον υπό πιθήκων ή αλωπέκων. Αλλ' εάν τις μας κατηγορήση διά τούτο θα έχωμεν να αντιτάξωμεν άλλο τι παραπλήσιον. Και ο Αριανός ο μαθητής του Επικτήτου, Ρωμαίος εκ των πρώτων, όστις καθ' όλον του τον βίον ησχολείτο με την παιδείαν, έπαθέ τι παρόμοιον και δύναται ν' απολογηθή υπέρ ημών. Αυτός κατεδέχθη να γράψη τον βίον του ληστού Τιλλιβόρου. Ημείς δε θα ιστορήσωμεν τας πράξεις ληστού πολύ ωμοτέρου, καθόσον δεν ελήστευεν εις τα δάση και τα όρη, αλλ' εις τας πόλεις, και δεν ελεηλάτει μόνον την Μυσίαν και τα περί την Ίδην μέρη, ούτε ολίγας χώρας της Ασίας τας ερημοτέρας, αλλά όλον, δύναταί τις να είπη, το ρωμαϊκόν κράτος εγέμισεν η ληστεία του.
Και εν πρώτοις θα προσπαθήσω, να σου τον περιγράψω διά του λόγου, ώστε να τον παραστήσω όσον το δυνατόν ομοιότερον, καίτοι δεν είμαι πολύ δυνατός εις την περιγραφήν. Κατά το σώμα, διά να σου παραστήσω και τούτο, ήτο υψηλός, ωραίος και αληθώς θεοπρεπής, λευκός το χρώμα και με γένεια όχι πολύ πυκνά. Κόμη πρόσθετος ήτο τόσον καλώς προσηρμοσμένη εις την ιδικήν του ώστε δεν διεκρίνετο ότι ήτο ξένη. Οι οφθαλμοί του είχον πολλήν ζωηρότητα και λάμψιν γοητευτικήν, η δε φωνή του ήτο μελωδική και λίαν ευάρεστος• εν γένει δε κατά το εξωτερικόν ήτο τέλειος. Τοιούτος ήτο κατά την μορφήν• όσον διά την ψυχήν και τον χαρακτήρα του, αλεξίκακε Ηρακλή και Ζευ αποτρόπαιε {31}, και Διόσκουροι σωτήρες, μη δώσετε εις φίλους ή εχθρούς να συναντήσουν τοιούτον άνθρωπον και να εμπέσουν εις τα δίκτυά του. Κατά την πανουργίαν και την νοημοσύνην υπερείχε κατά πολύ των άλλων ανθρώπων, επί πλέον δε ήτο υπερβολικά περίεργος και ευκόλως εμάνθανε και είχε ισχυρόν το μνημονικόν και ζωηράν την αντίληψιν• αλλά τα προτερήματα ταύτα μετεχειρίζετο προς το κακόν. Έχων δε τοιαύτην δύναμιν και ικανότητα, εντός ολίγου υπερέβη τους περιφημοτέρους διά την κακίαν των, τους Κέρκωπας, τον Ευρύβατον, τον Φρυνώνδαν, τον Αριστόδημον και τον Σώστρατον. Γράφων ποτέ προς τον γαμβρόν του Ρουτιλλιανόν και ομιλών περί του εαυτού του με την μεγαλειτέραν του μετριοφροσύνην, διετείνετο ότι είνε όμοιος προς τον Πυθαγόραν. Ζητώ συγγνώμην από τον Πυθαγόραν, ο οποίος ήτο σοφός ανήρ και θεσπέσιος κατά τας ιδέας• αλλ' εάν ήτο σύγχρονος του ημετέρου Αλεξάνδρου, είμαι βέβαιος ότι θα εφαίνετο μικρός απέναντι αυτού. Αλλά δι' όνομα των Χαρίτων, μη νομίσης ότι λέγω ταύτα διά να υβρίσω τον Πυθαγόραν ή ότι θέλω να τους φέρω εις παραλληλισμόν και να συγκρίνω τας πράξεις των ως ομοίας. Εάν όμως κανείς συναθροίση όσα κάκιστα και βλασφημότατα ελέχθησαν εναντίον του Πυθαγόρου, τα οποία εγώ δεν πιστεύω, δεν θα δυνηθούν ταύτα να δώσουν ελαχίστην και αμυδράν ιδέαν περί της αχρειότητος του Αλεξάνδρου. Πρέπει να φαντασθής μίαν ψυχήν χωρίς ηθικήν συνείδησιν, θρασείαν και μη γνωρίζουσαν εμπόδια, ακούραστον εις την εκτέλεσιν των αποφασισθέντων, πειστικήν και προσελκύουσαν την εμπιστοσύνην, δεξιώς υποκρινομένην την αγαθότητα και κρύπτουσαν τους αληθείς της σκοπούς υπό εκδηλώσεις αντιθέτους. Πας όστις τον έβλεπε διά πρώτην φοράν απήρχετο με την εντύπωσιν ότι ήτο ο εντιμότατος των ανθρώπων, ο πραότατος και συγχρόνως, ο μετριοφρονέστατος και αφελέστατος. Εκτός τούτου έτεινε πάντοτε προς τα μεγάλα και ουδέν μικρόν επεχείρει, αλλά μόνον περί μεγάλων εσκέπτετο.
Όταν ήτο έφηβος, και ήτο πολύ ευειδής νέος, ως ηδύνατό τις να συμπεράνη εκ των λειψάνων του κάλλους του, επορνεύετο αναιδώς και αντί χρημάτων προσεφέρετο εις τους βουλομένους. Μεταξύ δε των άλλων εραστών του κάποιος μάγος εξ εκείνων οίτινες διατείνονται ότι γνωρίζουν θαυματουργούς μαγείας και εξορκισμούς και υπόσχονται να διευκολύνουν έρωτας, εκδικήσεις κατά των εχθρών και ευρέσεις θησαυρών και κληρονομιών επιτυχίας—ούτος ιδών ότι ο νέος ήτον ευφυής και καταλληλότατος προς εξυπηρέτησιν των σκοπών του και ότι δεν ερωτεύετο ολιγώτερον την κακίαν του παρ' όσον αυτός το κάλλος του, τον εσπούδασε και τον μετεχειρίζετο ως βοηθόν και συνεργάτην. Ο μάγος εκείνος φανερά ήτο δήθεν ιατρός, εγνώριζε δε, όπως η γυνή του Αιγυπτίου Θόωνος, φάρμακα πολλά μεν εσθλά μεμιγμένα, πολλά δε λυγρά,{32} των οποίων όλων κληρονόμος και διάδοχος έγεινεν ο Αλέξανδρος. Ήτο δε ο διδάσκαλος εκείνος και εραστής την καταγωγήν Τυανεύς, εκ των μαθητευσάντων πλησίον Απολλωνίου του Τυανέως {33} και γνωριζόντων όλας αυτού τας αγυρτείας. Βλέπεις εκ ποίας σχολής προήλθεν ο ημέτερος άνθρωπος.
Ο Τυανεύς εκείνος απέθανε, ο δε Αλέξανδρος, ο οποίος είχε γεμίσει γένεια, το δε κάλλος, εκ του οποίου ηδύνατο να ζήση, είχε χάσει την ανθηρότητά του, περιέπεσεν εις πενίαν• και δεν περιωρίσθη εις μικράς επιχειρήσεις, αλλά συνεταιρίσθη με κάποιον χρονογράφον εκ Βυζαντίου, από τους λαμβάνοντας μέρος εις τους δημοσίους αγώνας, πολύ φαυλότερον τον χαρακτήρα-—ωνομάζετο δε, νομίζω, Κοκκωνάς.—Οι δύο συνέταιροι περιεφέροντο κάμνοντες μαγείας και αγυρτείας και εκμεταλλευόμενοι την ευπιστίαν των παχέων ανθρώπων, όπως απεκάλουν, κατά το ιδιαίτερον ιδίωμα των μάγων, τους απλοϊκούς. Εν τω μεταξύ δε τούτω ανεκάλυψαν και μίαν γυναίκα πλουσίαν, Μακέτιν ονομαζομένην, η οποία ήτο μεν περασμένη την ηλικίαν, αλλ' ήτο ακόμη φιλάρεσκος• και επί τινα καιρόν ετρέφοντο παρ' αυτής• και την ηκολούθησαν εκ της Βιθυνίας εις την Μακεδονίαν. Ήτο δε η γυνή εκείνη εκ της Πέλλης, η οποία άλλοτε επί των Μακεδόνων βασιλέων ήτο πόλις ακμάζουσα και ευτυχής, τώρα δε είχεν ολίγους και απόρους κατοίκους. Εκεί είδον όφεις υπερμεγέθεις, λίαν εξημερωμένους και ακάκους, ώστε εσιτίζοντο υπό γυναικών και εκοιμώντο μετά των παιδίων και πατούμενοι δεν εξηρεθίζοντο και ενοχλούμενοι δεν ωργίζοντο και γάλα έπινον από του μαστού, όπως τα βρέφη-—υπάρχουν δε πολλοί εις το μέρος εκείνο, εξ ου και προήλθε, φαίνεται, ο περί Ολυμπιάδος μύθος, κατά τον οποίον δράκων τοιούτος συνεκοιμάτο με την σύζυγον του Φιλίππου, όταν αύτη ήτο έγκυος τον Αλέξανδρον. Οι δύο συνέταιροι ηγόρασαν έν εκ των ερπετών τούτων το καλλίτερον αντί ολίγων οβολών. Και εντεύθεν, κατά τον Θουκυδίδην, ήρχισεν ο πόλεμος. Οι δύο εκείνοι φαυλότατοι και θρασύτατοι και προς πάσαν κακουργίαν προθυμότατοι ευκόλως εννόησαν ότι τους ανθρώπους διευθύνουν δύο μεγάλοι τύραννοι, η ελπίς και ο φόβος, και ότι ο δυνάμενος να επωφεληθή τούτους καταλλήλως ταχέως θα πλουτήση• διότι έβλεπον ότι και εις τους δύο, και εις τον φοβούμενον και εις τον ελπίζοντα, η πρόγνωσις είνε λίαν αναγκαία και επιθυμητή• δι' αυτής δε πάλαι επλούτησαν και έγειναν περίφημοι οι Δελφοί, η Δήλος, η Κλάρος και αι Βραγχίδαι, καθότι οι άνθρωποι αναγκάζονται πάντοτε υπό των προειρημένων τυράννων, της ελπίδος και του φόβου, να τρέχουν εις τα μαντεία και να ζητούν να μάθουν τα μέλλοντα και προς τούτο να προσφέρουν εκατόμβας και ν' αφιερώνουν χρυσάς πλίνθους. Ταύτα σκεπτόμενοι και συζητούντες απεφάσισαν να ιδρύσουν μαντείον και να δίδουν χρησμούς με την πεποίθησιν ότι, εάν η επιχείρησις επετύγχανε, θα εγίνοντο ταχέως πλούσιοι και ευτυχείς. Τωόντι δε όχι μόνον επέτυχον, αλλά και τ' αποτελέσματα υπερέβησαν τας προσδοκίας και τας ελπίδας των.