ΟΤΙ ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΙΣΤΕΥΩΜΕΝ ΕΥΚΟΛΑ ΤΗΝ ΔΙΑΒΟΛΗΝ
Φοβερόν πράγμα είνε η άγνοια και πολλών κακών γίνεται πρόξενος εις τους ανθρώπους, διότι ρίπτει επί των πραγμάτων ως μίαν ομίχλην και την αλήθειαν αμαυρόνει και την διαγωγήν εκάστου ανθρώπου επισκοτίζει. Ομοιάζομεν επομένως όλοι προς τους πλανωμένους εις το σκότος ή μάλλον παθαίνομεν όμοια με τους τυφλούς• και άλλοτε μεν προσκόπτομεν εις τα αντικείμενα, χωρίς να δυνάμεθα να προσέχωμεν, άλλοτε δε χωρίς ανάγκην τα υπερβαίνομεν• και ό,τι μεν είνε πλησίον και προ των ποδών μας δεν βλέπομεν, το δε μακράν ευρισκόμενον και πολύ απέχον φοβούμεθα ως να μας ενοχλή. Εν γένει δε εις πάσαν μας πράξιν δεν κατορθώνομεν ν' αποφεύγωμεν τα σφάλματα και ως επί το πλείστον ολισθαίνομεν. Διά τούτο η άγνοια έχει δώση ήδη εις τους τραγικούς ποιητάς μυρίας υποθέσεις δραμάτων, όπως τα δυστυχήματα των Λαβδακιδών και των Πελοπιδών και τα παρόμοια• διότι αι πλείσται των συμφορών αι οποίαι αναβιβάζονται εις την σκηνήν, δύναται κανείς να εύρη ότι προξενούνται υπό της αγνοίας, ως υπό κακοποιού τινος πνεύματος. Λέγω δε αυτά αποβλέπων, και εις άλλα, αλλά προπάντων εις τας μη αληθείς και εναντίον οικείων και φίλων διαβολάς, ένεκα των όποιων και οικογένειαι έγιναν άνω κάτω και πόλεις κατεστράφησαν εξ ολοκλήρου, πατέρες έγιναν θηρία κατά των τέκνων και αδελφοί κατά των αδελφών και τέκνα κατά των γονέων και ερασταί κατά των ερωμένων• πολλαί δε φιλίαι διερρήχθησαν και οικογένειαι περιήλθον εις διχόνοιαν, ένεκα της ευπιστίας εις τας διαβολάς.
Διά να υποπίπτωμεν λοιπόν όσον το δυνατόν ολιγώτερον εις αυτάς, θέλω να δείξω διά του λόγου, ως επί εικόνος, τι είνε η διαβολή, πώς αρχίζει και ποία αποτελέσματα έχει. Αλλ' ο Απελλής ο Εφέσιος {59}μ' επρόλαβεν ήδη εις την σύνθεσιν αυτής της εικόνος• διότι και αυτός συκοφαντηθείς προς τον Πτολεμαίον {60} ως λαβών μέρος μετά του Θεοδότου εις την συνωμοσίαν της Τύρου, ενώ ο Απελλής ούτε την Τύρον είχεν ίδη ποτέ ούτε τον Θεοδόταν, περί του οποίου απλώς εγνώριζεν εξ ακοής ότι ήτο είς των υπάρχων του Πτολεμαίου και του ήτο ανατεθειμένη η διοίκησις της Φοινίκης. Αλλά κάποιος αντίζηλος εις την τέχνην, Αντίφιλος {61} ονομαζόμενος, κινούμενος υπό φθόνου διά την παρά του βασιλέως εύνοιαν προς τον Απελλήν και ζηλεύων αυτόν διά την τέχνην, τον κατηγόρησε προς τον ηγεμόνα ως ένοχον εις όλα και ότι κάποιος τον είδεν εις την Φοινίκην να συντρώγη με τον Θεοδόταν και καθ' όλον το δείπνον να κρυφομιλή προς αυτόν• και το συμπέρασμά του ήτο ότι η αποστασία της Τύρου και η κατάληψις του Πηλουσίου ήσαν αποτελέσματα της συμβουλής του Απελλού. Ο δε Πτολεμαίος, ο οποίος και κατά τα άλλα δεν ήτο και πολύ συνετός άνθρωπος, αλλ' είχεν ανατραφή με κολακείαν ηγεμονικήν, τόσον εξηρεθίσθη και συνεταράχθη υπό της απροσδόκητου εκείνης διαβολής, ώστε χωρίς να σκεφθή όπως έπρεπε και εννοήση το απίθανον της διαβολής, ότι ο διαβάλλων ήτο αντίζηλος εις την τέχνην προς τον διαβαλλόμενον και ότι ο ζωγράφος ήτο ανίκανος να πράξη τοιαύτην προδοσίαν και μάλιστα αφού είχεν ευεργετηθή παρ' αυτού και περισσότερον από κάθε άλλον ζωγράφον τιμηθή, αλλά και χωρίς καθόλου να εξετάση εάν ο Απελλής εταξείδευσεν εις την Τύρον, κατελήφθη ευθύς υπό οργής και εγέμισεν από κραυγάς τα ανάκτορα, καταβοών εναντίον του αχαρίστου, του επιβούλου και συνωμότου. Και αν είς εξ εκείνων οίτινες είχον συλληφθή διά την συνωμοσίαν δεν ηγανάκτει διά την αναισχυντίαν του Αντιφίλου και δεν ελυπείτο τον δυστυχή Απελλήν και δεν εμαρτύρει ότι ο άνθρωπος εις ουδεμίαν σχέσιν ήλθε με αυτούς, θα εκαρατομείτο και θα ετιμωρείτο διά τα γενόμενα εις την Τύρον διά τα οποία ήτο εντελώς αθώος. Λέγεται δε ότι ο Πτολεμαίος τότε από τόσην εντροπήν κατελήφθη διά την πλάνην του, ώστε εις μεν τον Απελλήν εδώρησεν εκατόν τάλαντα, τον δε Αντίφιλον του παρέδωκεν ως δούλον. Ο Απελλής τότε εις ανάμνησιν των κινδύνων τους οποίους διέτρεξεν, εζωγράφισε μίαν εικόνα διά να εκδικηθή την διαβολήν. Δεξιά κάθηται άνθρωπος με πολύ μεγάλα ώτα σχεδόν όπως του Μίδου, ο οποίος εκτείνει την χείρα του προς την Διαβολήν ερχομένην προς αυτόν και ευρισκομένην ακόμη εις απόστασιν. Εκατέρωθεν αυτού στέκονται δύο γυναίκες, η Άγνοια, υποθέτω, και η Υποψία. Εκ του άλλου δε μέρους έρχεται η Διαβολή, γύναιον υπερβολικά ωραίον, θυμωμένον δε και τεταραγμένον, ως να κατέχεται υπό λύσσης και οργής• και εις μεν την αριστεράν κρατεί δάδα φλεγομένην, με την δεξιάν δε σύρει από την κόμην ένα νέον ο οποίος υψώνει προς τον ουρανόν τας χείρας και επικαλείται μάρτυρας τους θεούς. Του συμπλέγματος τούτου προηγείται άνθρωπος ωχρός και δύσμορφος, ο οποίος έχει το βλέμμα άγριον και ομοιάζει προς εκείνους τους οποίους μακρά ασθένεια έχει εξαντλήση. Και μαντεύει κανείς ότι ούτος παριστά τον Φθόνον. Αλλά συμπαρίστανται και δύο άλλαι γυναίκες, αι οποίαι ενθαρρύνουν και περιποιούνται την Διαβολήν και διευθετούν τα ενδύματά της. Κατά την εξήγησιν δε την οποίαν μου έδωκεν ο ερμηνευτής της εικόνος, εκ τούτων η μεν μία ήτο η Επιβουλή, η δε άλλη η Απάτη. Κατόπιν ήρχετο μία άλλη της οποίας ο ιματισμός ήτο πολύ πένθιμος• εφόρει μαύρα και είχε τας παρειάς κατασπαραγμένας, νομίζω δε ότι αυτή ελέγετο Μεταμέλεια• και εστρέφετο προς τα οπίσω δακρύουσα και με εντροπήν μεγάλην και συνεσταλμένη έβλεπε προς την πλησιάζουσαν Αλήθειαν. Κατ' αυτόν τον τρόπον ο Απελλής παρέστησε δια της ζωγραφικής τον κίνδυνον τον οποίον διέτρεξεν.
Τώρα δε ας προσπαθήσωμεν και ημείς κατά μίμησιν του Εφεσίου ζωγράφου να παραστήσωμεν τα χαρακτηριστικά της διαβολής, αφού προηγουμένως την καθορίσωμεν, διότι ούτω η εικών μας θα γίνη περισσότερον παραστατική. Η διαβολή λοιπόν είνε κατηγορία η οποία γίνεται εν απουσία και αγνοία του κατηγορουμένου και πιστεύεται μονομερώς και χωρίς ν' ακουσθή αντίρρησις και απολογία. Τοιαύτη είνε η κακία περί της οποίας πρόκειται να ομιλήσωμεν. Επειδή δε, όπως εις τας κωμωδίας, τρία είνε τα πρόσωπα μεταξύ των οποίων γίνεται η διαβολή, ο διαβάλλων, ο διαβαλλόμενος και εκείνος προς τον οποίον γίνεται η διαβολή, ας εξετάσωμεν έκαστον εξ αυτών ιδιαιτέρως και τον τρόπον κατά τον οποίον έκαστος ενεργεί. Και εν πρώτοις, αν θέλετε, ας παρουσιάσωμεν τον πρωταγωνιστήν του δράματος, δηλαδή τον εργάτην της διαβολής. Ότι δεν είνε αγαθός άνθρωπος ούτος είνε εις όλους ευνόητον διότι ουδείς αγαθός δύναται να γίνη κακών αίτιος εις άλλον• εξ εναντίας το γνώρισμα των αγαθών ανθρώπων είνε τα ευεργετήματα τα οποία κάμνουν προς τους φίλους και δεν αποκτούν την καλήν υπόληψιν εκ των αδικημάτων τα οποία κινούν την οργήν και το μίσος των άλλων. Έπειτα ότι ο τοιούτος είνε άδικος, παράνομος και ασεβής και επιζήμιος εις εκείνους τους οποίους συναναστρέφεται, είνε εύκολον να εννοηθή. Διότι τις δύναται να αρνηθή ότι η ισότης εις όλα και το ν' αρκήται κανείς μόνον εις ό,τι του ανήκει είνε έργον δικαιοσύνης, η δε ανισότης και η πλεονεξία είναι αδικία; Εκείνος δε ο οποίος κρυφίως μεταχειρίζεται την διαβολήν κατά των απόντων, πώς δεν είναι πλεονέκτης, αφού σφετερίζεται ολόκληρον τον ακροατήν, του προκαταλαμβάνει τα ώτα και τα αποφράσσει και τα καθιστά εντελώς απρόσιτα εις την απολογίαν, διότι τα έχει ήδη προκαταβολικώς γεμίση με την συκοφαντίαν;
Το τοιούτον είνε εσχάτη αδικία, ως θα έλεγον και οι άριστοι των νομοθετών, όπως ο Σόλων και ο Δράκων, οι οποίοι υπεχρέωσαν τους δικαστάς να υπόσχωνται με όρκον ότι θα ακροαστούν ες ίσου και τα δύο διάδικα μέρη και ότι θα δείξουν ίσην ευμένειαν προς τους δικαζομένους, έως ου συγκρίνοντες την απολογίαν προς την κατηγορίαν, ίδουν ποία είνε η δικαιοτέρα. Πριν δε παραβληθή η απολογία προς την κατηγορίαν, οι νομοθέται απεφάνθησαν ότι η κρίσις θα είνε ασεβής και ανόσιος. Δυνάμεθα να είπωμεν ότι και αυτοί οι θεοί θα αγανακτήσουν, εάν εις τον κατήγορον παρέχωμεν πάσαν ελευθερίαν να λέγη ό,τι θέλει, προς δε τον κατηγορούμενον κλείωμεν τα ώτα μας ή του επιβάλλωμεν σιωπήν και τον καταδικάζωμεν μόνον επί τη βάσει της κατηγορίας. Ώστε ορθώς δύναταί τις να είπη ότι αι διαβολαί δεν γίνονται κατά τον νόμον και κατά τον δικαστικόν όρκον. Εάν δε υπάρχη κανείς όστις φρονεί ότι δεν πρέπει να πιστεύωμεν εις τους νομοθέτας, οίτινες συμβουλεύουν να γίνωνται αι κρίσεις με τοιαύτην δικαιοσύνην και αμεροληψίαν, νομίζω ότι δύναμαι να επικαλεσθώ την γνώμην ενός ποιητού, του αρίστου, ο οποίος ορθώτατα απεφάνθη ή μάλλον ενομοθέτησε περί τούτων. Ο ποιητής ούτος {62} λέγει•
μήτε δίκην δικάσης, πριν άμφω μύθον ακούσης. {63}
Εγνώριζεν, υποθέτω, και ούτος ότι εκ των πολλών αδικημάτων τα οποία συμβαίνουν εις τον κόσμον, ουδέν είνε χειρότερον και αδικώτερον από το να καταδικασθούν άνθρωποι χωρίς να κριθούν και χωρίς ν' απολογηθούν• εις τούτο δε τείνουν όλαι αι προσπάθειαι του συκοφάντου, ο οποίος εκθέτει τον διαβαλλόμενον άκριτον εις την οργήν εκείνου προς τον οποίον γίνεται η συκοφαντία• και επειδή η κατηγορία γίνεται κρυφίως, στερεί τον διαβαλλόμενον του δικαιώματος της απολογίας. Διότι είνε χωρίς θάρρος και δειλοί εν γένει οι τοιούτοι άνθρωποι και δεν πράττουν τίποτε φανερά, αλλά ενεδρεύοντες τοξεύουν εκ του αφανούς, ώστε να μη είνε δυνατή καμμία αντίστασις και αντεπίθεσις, αλλ' οι αντίπαλοι να φονεύωνται χωρίς να γνωρίζουν τον επιτιθέμενον και τας διαθέσεις του. Τούτο είνε η μεγίστη απόδειξις ότι οι διαβάλλοντες δεν λέγουν τίποτε αληθές• διότι εάν τις έχη συναίσθησιν ότι αι κατηγορίαι τας οποίας απευθύνει εναντίον ενός άλλου είνε αληθείς, τον κατηγορεί και φανερά και δεν φοβείται την απολογίαν και την υπεράσπισίν του, όπως ουδείς, ο οποίος δύναται να νικήση φανερά, θα μεταχειρισθή ποτε ενέδραν και απάτην εναντίον των εχθρών. Δύναται δε κανείς να ίδη τους τοιούτους προ πάντων εις τας βασιλικάς αυλάς, ευνοουμένους των αρχόντων και ηγεμονευόντων, εκεί όπου ο φθόνος είνε πολύς, απειράριθμοι δε αι υποψίαι και πολυαριθμώταται αι αφορμαί των κολακειών και των συκοφαντιών• διότι πάντοτε, όπου υπάρχουν μεγαλείτεραι ελπίδες, εκεί και οι φθόνοι είνε φοβερώτεροι και τα μίση πλέον επικίνδυνα και αι ζηλοτυπίαι ανηθικώτεραι εις τα μέσα τα οποία μεταχειρίζονται• όλοι αλληλοεπιτηρούνται και, καθώς οι μονομαχούντες, προσέχουν ν' ανακαλύψουν μέρος τι απροφύλακτον του σώματος διά να κτυπήσουν εκεί. Επειδή έκαστος θέλει να είνε πρώτος, απωθεί και παραγκωνίζει τον πλησίον και, αν δύναται, υποσκελίζει και ανατρέπει τον προ αυτού ευρισκόμενον. Ούτω δε ο μεν τίμιος ευθύς και ευκόλως ανατρέπεται και παραγκωνίζεται και επί τέλους εκδιώκεται ατιμωτικώς, ο δε κόλαξ και εις τας τοιαύτας κακοηθείας επιτηδειότερος επιτυγχάνει και καθ' όλα επικρατεί• διότι εκείνο το οποίον είπεν ο Όμηρος είνε μεγάλη αλήθεια•
ξυνός Ενυάλιος και τύν κτανέοντα κατέκτα. {64}
Επειδή λοιπόν εις τον ανταγωνισμόν των δεν πρόκειται περί μικρών, επινοούν παντός είδους πλεκτάνας εναντίον αλλήλων, εκ των οποίων η μάλλον επικίνδυνος και ταχύτερον φθάνουσα εις αποτέλεσμα είνε η συκοφαντία, η οποία αρχίζει από φθόνον ή μίσος σκόπιμον και επιφέρει αποτελέσματα τραγικά και πλήρη από συμφοράς. Δεν είνε δε μικρόν ούτε απλούν τούτο, ως δύναταί τις να νομίση, αλλ' έχει ανάγκην πολλής τέχνης, όχι μικράς οξυνοίας και εξαιρετικής επιμελείας. Διότι δεν θα έβλαπτε τόσον η διαβολή, εάν δεν εγίνετο κατά τρόπον κινούντα την εμπιστοσύνην ούτε θα ενίκα την ισχυροτέραν όλων αλήθειαν, εάν δεν είχε πολύ θέλγητρον και πιθανότητα και δεν μετεχειρίζετο μυρία άλλα μέσα, διά να εξαπατά τους δεχομένους την συκοφαντίαν.
Διαβάλλεται ως επί το πλείστον εκείνος ο οποίος έχει μεγάλας ευνοίας και αξιώματα και ο οποίος διά τούτο φθονείται υπό των αντιζήλων, τους οποίους υπερέβη. Όλοι διευθύνουν κατ' αυτού τα βέλη των θεωρούντες αυτόν κώλυμα και εμπόδιον εις την πρόοδόν των και έκαστος νομίζει ότι αυτός θα γίνη πρώτος εάν τον κορυφαίον εκείνον κατανικήση και ρίψη εκ της ευνοίας. Συμβαίνει και εδώ κάτι παρόμοιον προς ό,τι γίνεται εις τους αγώνας των δρομέων• και εκεί ο μεν καλός δρομεύς, ευθύς άμα δοθή το σύνθημα, προσέχει μόνον εις τον δρόμον του και όλαι του αι προσπάθειαι τείνουν προς το τέρμα• ελπίζων δε μόνον εις τους πόδας του διά την νίκην, ουδόλως ενοχλεί τον πλησίον του τρέχοντα, ούτε μελετά τίποτε κακόν εναντίον των άλλων αγωνιστών ο δε κακός και αγύμναστος ανταγωνιστής, μη ελπίζων να νικήση διά της ταχύτητος των ποδών του, καταφεύγει εις την πανουργίαν και μόνον δι' έν πράγμα σκέπτεται, πώς να κρατήση ή να εμποδίση τον προτρέχοντα και δυνηθή να προηγηθή αυτός, καθότι εάν δεν επιτύχη τούτο, δεν υπάρχει άλλος τρόπος να νικήση. Ομοίως γίνεται και εις τας ευνοίας των μεγάλων• εκείνος ο οποίος έχει την πρώτην θέσιν εις αυτάς περιβάλλεται υπό επιβουλών, και καταλαμβανόμενος απροφύλακτος, ανατρέπεται υπό των εχθρών, εν μέσω των οποίων ευρίσκεται, ενώ ούτοι αγαπώνται μεταξύ των και η κοινή προσπάθεια δια να βλάψουν τους άλλους τους συνδέει ως φιλία.
Διά να γίνεται δε πιστευτή η διαβολή δεν είνε τυχαίον και εύκολον επινόημα, αλλ' εις αυτό συνίσταται όλη η τέχνη των και προσέχουν μεγάλως να μη αποδώσουν εις τον συκοφαντούμενον ιδιότητα ή πράξιν η οποία δεν του ταιριάζει και δύναται να φανή ξένη προς αυτόν. Ως επί το πλείστον φροντίζουν να μετατρέψουν προς το κακόν τα προτερήματα του διαβαλλομένου και ούτω αι κατηγορίαι των γίνονται πιθαναί• τον ιατρόν λ. χ. διαβάλλουν ως δηλητηριαστήν, τον πλούσιον ως επιδιώκοντα να γίνη τύραννος και τον αυλικόν ως προδίδοντα τον ηγεμόνα του.
Ενίοτε δε και εκείνος προς τον οποίον γίνεται η διαβολή παρέχει τας αφορμάς της συκοφαντίας και οι κακοήθεις εκείνοι άνθρωποι διά να επιτύχουν ασφαλέστερον του λέγουν πράγματα τα οποία δύνανται να εύρουν ηχώ εις τον χαρακτήρα του. Εάν εννοήσουν ότι είνε ζηλότυπος, ο τάδε, του λέγουν, έκαμε νεύμα προς την γυναίκα σου κατά το δείπνον και στραφείς προς αυτήν εστέναξε, η δε Στρατονίκη {65} δεν τον έβλεπεν με δυσαρέσκειαν. Εν γένει δε αι προς αυτόν διαβολαί έχουν χαρακτήρα ερωτικόν και μοιχικόν. Εάν είνε ποιητής και έχη μεγάλην ιδέαν περί του εαυτού του, μάθε, του λέγουν, ότι ο Φιλόξενος εχλεύασε τα ποιήματά σου και τα κατηγόρησε ότι είνε άμμετρα και κακοσύνθετα. Προς δε τον ευσεβή και φιλόθεον ο φίλος του συκοφαντείται ως άθεος και ανόσιος, ότι περιφρονεί τα θεία και αρνείται την θείαν πρόνοιαν• αυτός δε εξοργίζεται αμέσως, ως είνε επόμενον, και αποστρέφεται τον φίλον του, χωρίς να περιμείνη την ακριβή απόδειξιν της κατηγορίας. Εν γένει επινοούν και λέγουν εκείνα προ πάντων τα οποία γνωρίζουν ότι δύνανται να κινήσουν την οργήν του ακούοντος• γνωρίζοντες δε πού έκαστος δύναται ευκολώτερον να πληγωθή, τοξεύουν και ακοντίζουν εις το σημείον τούτο, και η απότομος οργή θα τον ταράξη τόσον, ώστε να μη του δώση καιρόν και ηρεμίαν προς εξέτασιν της αληθείας• και αν ο κατηγορηθείς θελήση να απολογηθή, να τον εύρη τόσον προκατειλημμένον υπό της πιθανότητος της κατηγορίας, ώστε να μη του επιτρέψη να δικαιολογηθή.
Αποτελεσματικώτατον δε είνε το είδος της συκοφαντίας το οποίον εναντιούται προς την επιθυμίαν του ακούοντος. Ούτω συνέβη όταν κάποιος διέβαλε τον Πλατωνικόν Δημήτριον προς τον Πτολεμαίον τον επονομασθέντα Διόνυσον, ότι ο Δημήτριος έπινε νερόν και μόνος εκ των άλλων δεν εφόρεσε γυναικεία ενδύματα κατά την εορτήν των Διονυσίων• και εάν, όταν εκλήθη υπό του Πτολεμαίου, δεν εφρόντιζεν από πρωίας να πίη δημοσία και φορέσας εσθήτα του Τάραντος {66} να παίξη κύμβαλον και να χορεύση, θα εθανατώνετο ίσως ως μη επιδοκιμάζων τον βίον του βασιλέως, αλλά κατακρίνων και πολεμών τας ηδονάς αυτού.
Διά δε τον Αλέξανδρον η μεγαλειτέρα και η πλέον επιτυχής διαβολή ήτο αν κατηγορείτο κανείς ότι δεν εσέβετο και δεν επροσκύνα τον Ηφαιστίωνα. Όταν δηλαδή απέθανεν ο Ηφαιστίων, ο Αλέξανδρος ηθέλησε να προσθέση εις την άλλην του δόξαν και την χειροτονίαν ενός θεού και ανεκήρυξε θεόν τον αποθανόντα φίλον του. Ευθύς δε αι πόλεις ανήγειραν ναούς και τεμένη και βωμούς, θυσίαι δε και εορταί ετελούντο εις τον νέον τούτον θεόν και ο μεγαλείτερος όρκος δι' όλους ήτο να ορκίζωνται εις τον Ηφαιστίωνα. Εάν δε κανείς εμειδία διά τα γινόμενα ή δεν εδείκνυε μεγάλην ευσέβειαν, η τιμωρία του ήτο θάνατος. Οι δε κόλακες, εκμεταλλευόμενοι την παιδαριώδη ταύτην επιθυμίαν του Αλεξάνδρου, την εξηρέθιζον και την ενίσχυον, διηγούμενοι εμφανίσεις του Ηφαιστίωνος εις τα όνειρά των και εν καιρώ ημέρας, αποδίδοντες εις αυτόν θεραπείας και διαφημίζοντες την μαντικήν του δύναμιν• του απένεμον δε θυσίας ως θεού συμπαρέδρου του Διός και αποτρέποντος τους κινδύνους. Ο δε Αλέξανδρος ετέρπετο ν' ακούη ταύτα, επί τέλους δε επίστευσε και ο ίδιος και υπερηφανεύετο επί τη ιδέα ότι δεν ήτο μόνον υιός θεού, αλλά και θεούς άλλους ηδύνατο να δημιουργή. Ουκ ολίγοι εκ των φίλων του Αλεξάνδρου κατά την εποχήν εκείνην απήλαυσαν τους πικρούς καρπούς της θεοποιήσεως του Ηφαιστίωνος, διότι εσυκοφαντήθησαν ότι δεν ετίμων εκείνον τον οποίον όλοι οι άλλοι εθεώρουν θεόν, και διά τούτο απεδιώχθησαν και εξέπεσαν από την εύνοιαν του βασιλέως. Τότε και ο εκ Σάμου Αγαθοκλής, στρατηγός του Αλεξάνδρου και ευνοούμενος παρ' αυτού, παρ' ολίγον να ριφθή εις τους λέοντας, διότι εσυκοφαντήθη ότι διερχόμενος πλησίον του τάφου του Ηφαιστίωνος εδάκρυσε. Αλλά τον εβοήθησεν, ως λέγεται, ο Περδίκκας, ο οποίος ωρκίσθη προς τον Αλέξανδρον εις όλους τους θεούς και εις τον Ηφαιστίωνα ότι, ενώ εκυνήγει, ενεφανίσθη προς αυτόν ολοφάνερα ο θεός και του παρήγγειλε να είπη προς τον Αλέξανδρον να μη κακοποιήση τον Αγαθοκλήν, καθότι δεν εδάκρυσεν εξ απιστίας, ούτε διότι εθεώρει ως νεκρόν τον Ηφαιστίωνα, αλλά διά την ανάμνησιν της παλαιάς των φιλίας.
Η κολακεία και η διαβολή τότε μάλιστα εύρεν έδαφος όταν προσηρμόσθη εις το πάθος του Αλεξάνδρου• διότι καθώς εις τας πολιορκίας οι πολιορκούντες δεν διευθύνουν τας προσπαθείας των εις τα υψηλά και απόκρημνα μέρη του τείχους, αλλ' εάν ανακαλύψουν μέρος τι αφύλακτον, χαλασμένον ή χαμηλόν, εις τούτο επιτίθενται με όλας των τας δυνάμεις, καθότι εκείθεν δύνανται ευκολώτερα να εισχωρήσουν και κυριεύσουν την πόλιν, ούτω και οι συκοφάνται ό,τι βλέπουν ασθενές και χαλαρόν και ευκολοδιάβατον μέρος εις την ψυχήν, τούτο προσβάλλουν και προς αυτό διευθύνουν τας πολιορκητικάς των μηχανάς και επί τέλους εκπορθούσι την πόλιν χωρίς κανείς ν' αντισταθή, ούτε να εννοήση την έφοδον. Και άμα εισέλθουν εντός των τειχών πυρπολούν και καίουν τα πάντα, σφάζουν και εξορίζουν. Τοιαύτη είνε η οικτρά τύχη ψυχής κατακυριευομένης και υποδουλομένης. Ως μηχανήματα δε πολιορκητικά κατά του ακούοντος χρησιμεύουν εις αυτούς η απάτη, το ψεύδος, η επιορκία, η επίμονος ενέργεια, η αναισχυντία και πλείσται άλλαι ραδιουργίαι• η μεγαλειτέρα δε εξ όλων τούτων είνε η κολακεία, η οποία είνε συγγενής ή μάλλον αδελφή της συκοφαντίας. Διότι όσον γενναίος και αν είνε κανείς και έχη ψυχήν με αδαμάντινον περίβλημα, δεν θα δυνηθή να μη υποχωρήση εις τας επιθέσεις της κολακείας και μάλιστα όταν η διαβολή υποσκάπτη και αφαιρή τα θεμέλια του τείχους το οποίον την προστατεύει.
Και η μεν εξωτερική επίθεσις είνε τοιαύτη. Εσωτερικώς δε πολλοί προδόται συμβοηθούν και καλούν και τας πύλας ανοίγουν και κατά πάντα τρόπον υποβοηθούν εις το να κυριευθή ο προς ον απευθύνεται η διαβολή. Οι προδόται δε ούτοι είνε πρώτον η αγάπη προς το νέον, ήτις είνε φυσική εις τους ανθρώπους, και το αψίκορον, έπειτα δε η κλίσις προς τας παραδόξους διηγήσεις. Διότι δεν γνωρίζω πώς τερπόμεθα όλοι από τα κρυφίως λεγόμενα και πλήρη υπονοιών. Γνωρίζω ανθρώπους των οποίων την ακοήν γαργαλίζουν τόσον ευχαρίστως αι διαβολαί, όσον τα πτερά με τα οποία ξύουν τα ώτα των. Όταν λοιπόν με την συμμαχίαν όλων τούτων επιπέσωσιν οι συκοφάνται, νικούν κατά κράτος και κυριεύουν, άλλως τε δε η νίκη των δεν δύναται να είνε δύσκολος, καθ' όσον ουδείς αντιπαρατάσσεται και ανθίσταται εις τας επιθέσεις των διότι όπως οι κάτοικοι πόλεως κυριευομένης εν καιρώ νυκτός, οι συκοφαντούμενοι φονεύονται κοιμώμενοι. Και το λυπηρότερον εξ όλων είνε ότι ο συκοφαντηθείς, μη γνωρίζων τα γενόμενα, πηγαίνει προς τον φίλον του χαρούμενος, διότι έχει την συνείδησιν καθαράν, και ομιλεί και φέρεται όπως πάντοτε, ενώ ο δυστυχής είνε κατά παντοίους τρόπους παγιδευμένος• ο δε φίλος του εάν μεν είνε γενναιόψυχος, ελεύθερος τον χαρακτήρα και ειλικρινής, αφήνει αμέσως ελευθέραν διέξοδον εις την οργήν και την αγανάκτησίν του• και, δίδων ούτω αφορμήν εις την απολογίαν, εννοεί ότι αδίκως εθύμωσε κατά του φίλου του• εάν δε είνε ταπεινού και αγενούς χαρακτήρος, υποδέχεται μεν και προσμειδιά βεβιασμένως, αλλ' ενδομύχως μισεί και κρυφίως τρίζει τους οδόντας και, όπως ο ποιητής λέγει, «βυσσοδομεύει την οργήν».
Δεν μου φαίνεται πράγμα αδικώτερον και δουλοπρεπέστερον από τούτο, να καταπίνη κανείς και να τρέφη κρυφίως την χολήν και το μίσος και να το αφήνη ν' αυξάνη κρυφίως εις την ψυχήν του• και άλλα μεν να φρονή, άλλα δε να λέγη και να παίζη με ιλαρόν και εύθυμον πρόσωπον τραγωδίαν εμπαθεστάτην και πλήρη από δηλητήριον. Συμβαίνει δε τούτο κυρίως όταν ο συκοφαντών θεωρείται προ πολλού φίλος του συκοφαντουμένου και εν τοσούτω τον κατηγορεί• τότε δεν θέλουν ν' ακούσουν τίποτε από τους συκοφαντουμένους και επιχειρούντας ν' απολογηθώσι, διότι η φαινομενική παλαιά φιλία τους έχει προδιαθέση να θεωρούν την κατηγορίαν αξιόπιστον και αναμφισβήτητον• και δεν σκέπτονται ότι και μεταξύ εκείνων τους οποίους συνδέει μεγάλη φιλία γεννώνται πολλάκις πολλαί αφορμαί μίσους, αι οποίαι διαφεύγουν την προσοχήν των άλλων. Ενίοτε δε οι ένοχοι διά να προλάβουν την εναντίον των κατηγορίαν σπεύδουν και κατηγορούν τους άλλους. Εν γένει ουδείς θα ετόλμα να συκοφαντήση εχθρόν• ακριβώς διότι η έχθρα του θα επρόδιδε την συκοφαντίαν• συκοφαντούνται συνήθως οι θεωρούμενοι φίλοι. Φροντίζουν δε συγχρόνως οι συκοφαντούντες να δεικνύουν ενδιαφέρον δι' εκείνους προς τους οποίους απευθύνεται η διαβολή, οίτινες ούτω πείθονται ότι χάριν του συμφέροντός των ουδέ των φιλτάτων αυτών εφείσθησαν οι κατήγοροι.
Υπάρχουν δε και άνθρωποι οίτινες και αν κατόπιν εννοήσωσιν ότι αδίκως κατηγορήθησαν προς αυτούς οι φίλοι των, όμως εξ εντροπής δι' όσα επίστευσαν δεν τολμούν πλέον να τους πλησιάσουν, ούτε να τους ατενίσουν• φαίνονται ως να θεωρούν εαυτούς προσβληθέντας διότι ηπατήθησαν και κατηγόρησαν αθώους.
Λοιπόν ο βίος των ανθρώπων έχει γεμίση από συμφοράς εκ των διαβολών, αι οποίαι τόσον ευκόλως και ανεξετάστως πιστεύονται. Η Άντεια, αφού πρώτη επεχείρησε να προσελκύση εις τον έρωτά της τον Βελλεροφόντην, λέγει προς τον σύζυγόν της•
τεθναίης, ω Προίτ' ή κάκτανε Βελλεροφόντην ός μ' έθελεν φιλότητι μιγήμεναι ουκ εθελούση, {67}
ενώ αυτή επροκάλεσε και ο ήρως την επεριφρόνησεν. Εκινδύνευσε δε ο νέος να φονευθή εις την πάλην του προς την Χίμαιραν και να τιμωρηθή ούτω διά την σωφροσύνην του και τον σεβασμόν του προς τον φιλοξενούντα, διότι η κακοήθης εκείνη γυνή τον εσυκοφάντησεν. Η δε Φαίδρα, ομοίως κατηγορήσασα τον προγονόν της Ιππόλυτον, κατώρθωσε να τον καταρασθή ο πατήρ του, ενώ, ως οι θεοί γνωρίζουν, ουδέν ανόσιον έπραξεν ο δυστυχής νέος.
Αλλά θα παρατηρήση τις ότι ενίοτε, όταν ο διαβάλλων είνε κατά τα άλλα δίκαιος και φαίνεται συνετός, είνε αξιόπιστος και κατ' ανάγκην δίδομεν προσοχήν και πίστιν εις τους λόγους του, καθότι τον θεωρούμεν ανάξιον να πράξη τοιούτον κακούργημα. Υπήρξεν άλλος δικαιότερος από τον Αριστείδην; Όμως και εκείνος επολέμησε τον Θεμιστοκλήν και εξηρέθιζε τον λαόν εναντίον του, διότι, ως ο ίδιος ωμολόγησε, δεν ήτο ολιγώτερον του αντιπάλου του ευαίσθητος εις τα θέλγητρα της φιλοδοξίας. Και ήτο μεν δίκαιος ως προς τους άλλους, αλλ' ήτο άνθρωπος και αυτός και είχε χολήν και δεν ήτο απηλλαγμένος του μίσους όπως και της αγάπης.
Και αν αληθεύη η ιστορία του Παλαμήδους, ο φρονιμώτατος εκ των Αχαιών και κατά τα άλλα άριστος φαίνεται ότι εκ φθόνου επεβουλεύθη την ζωήν ανδρός συγγενούς και φίλου, ο οποίος συνεξεστράτευσε διά να εκτεθή μετ' αυτού εις τους αυτούς κινδύνους• τόσον είνε φυσικόν εις όλους τους ανθρώπους να υποπίπτωσιν εις αυτά τα πάθη. Και τι να είπωμεν περί του Σωκράτους, όστις αδίκως κατηγορήθη προς τους Αθηναίους ως ασεβής και διαφθορεύς; είτε περί του Θεμιστοκλέους και του Μιλτιάδου, οίτινες μετά τόσας νίκας εθεωρήθησαν ύποπτοι προδοσίας; Τα παραδείγματα είνε άπειρα και τα περισσότερα γνωστά.
Τι πρέπει λοιπόν να πράττη ο φρόνιμος άνθρωπος, όστις αμφιβάλλει περί της αγαθότητας ή της ειλικρινείας ενός φίλου του; Μου φαίνεται ότι πρέπει ν' ακολουθήση την συμβουλήν την οποίαν ο Όμηρος δίδει εις τον μύθον των Σειρήνων, παραγγέλλων να αποφεύγωμεν τας ολεθρίας ηδονάς των διηγήσεων, να φράσσωμεν τα ώτα και να μη τα τείνωμεν ανοικτά και απροφύλακτα εις τους κόλακας• αλλ' αφού καταστήσωμεν αυστηρόν θυρωρόν το λογικόν προς όλα τα λεγόμενα, τα μεν καλά να δεχώμεθα, τα δε κακά ν' αποκλείωμεν και αποδιώκωμεν διότι είνε γελοίον εις μεν τας οικίας μας να έχωμεν θυρωρούς, τα δε ώτα μας και τον νουν ν' αφήνωμεν ανοικτά.
Όταν λοιπόν έρχεται κανείς και μας λέγη τοιαύτα, πρέπει να εξετάζωμεν το πράγμα καθ' εαυτό, χωρίς ούτε εις την ηλικίαν του λέγοντος ν' αποβλέπωμεν, ούτε εις τον άλλον του βίον, ούτε εις την πειστικότητα των λόγων του. Διότι όσον πειστικότερος είνε τόσον επιμελέστερον πρέπει να εξετασθούν τα λεγόμενά του. Δεν πρέπει να εμπιστευώμεθα εις ξένην κρίσιν αντί δε να παραδίδωμεν την εμπιστοσύνην μας εις το μίσος του άλλου, πρέπει να επιφυλάττωμεν εις εαυτούς την εξέτασιν της αληθείας και ν' αφήνωμεν εις τον διαβάλλοντα τον φθόνον• αφού δε φανερά εξετάσωμεν τα λεγόμενα και υπό των δύο, τότε να δώσωμεν το μίσος ή την αγάπην μας. Αλλ' αν χωρίς τας προφυλάξεις ταύτας και με την πρώτην εντύπωσιν της κατηγορίας αποφασίσωμεν, το πράγμα θα είνε παιδαριώδες, ταπεινόν και πολύ άδικον. Αλλ' ως είπαμεν εις την αρχήν, όλων τούτων αιτία είνε η άγνοια και ότι εκάστου η ψυχή και η γνώμη ευρίσκεται εις το σκότος• και αν κανείς εκ των θεών απεκάλυπτε τι έχομεν όλοι εις την καρδίαν και τον νουν, η διαβολή θα έφευγε και θα έπιπτεν εις το βάραθρον, διότι πλέον δεν θα είχε θέσιν εις τον κόσμον, αφού τα πράγματα θα εφωτίζοντο υπό της αληθείας.
ΖΕΥΣ ΕΛΕΓΧΟΜΕΝΟΣ
ΚΥΝΙΣΚΟΣ. Εγώ, ω Ζευ, δεν θα σ' ενοχλήσω να σου ζητώ πλούτον και χρυσόν ή να με κάμης βασιλέα, τα οποία συνήθως επιθυμούν και ζητούν παρά σού οι άλλοι και εις εσέ δεν είνε πολύ εύκολον να τα δώσης• διότι βλέπω ότι ως επί το πλείστον παρακούεις εις τας ευχάς των. Μίαν μόνην χάριν και αυτήν ευκολωτάτην θα ήθελα να μου κάμης.
ΖΕΥΣ. Ποίαν χάριν; διότι έχω διάθεσιν να σ' ευχαριστήσω και μάλιστα αφού, ως λέγεις, θα ζητήσης μικρά πράγματα.
ΚΥΝΙΣ. Να μου απαντήσης εις μίαν ερώτησιν όχι δύσκολον.
ΖΕΥΣ. Αληθώς η ευχή σου είνε μικρά και εύκολος, ώστε ερώτα ό,τι θέλεις.
ΚΥΝΙΣ. Ιδού τι θέλω• θα ανέγνωσες βέβαια και συ τα ποιήματα του Ομήρου και του Ησιόδου• ειπέ μου λοιπόν εάν είνε αληθή εκείνα που αναφέρουν περί της Ειμαρμένης και των Μοιρών, ότι δεν δύναται κανείς ν' αποφύγη όσα αυταί ορίσουν εις έκαστον όταν γεννάται.
ΖΕΥΣ. Αληθέστατα• διότι δεν υπάρχει τίποτε το οποίον να μη ώρισαν αι Μοίραι, αλλά πάντα όσα γίνονται στρέφονται εις το αδράκτι των και εξ αρχής έχουν αποφασισμένον το αποτέλεσμα και δεν είνε δυνατόν να γίνη άλλως.
ΚΥΝΙΣ. Λοιπόν, όταν ο ίδιος Όμηρος εις άλλο μέρος των ποιημάτων του λέγει
μη και υπέρ μοίραν δόμον Αϊδος εισαφίκηαι {68}
και αλλά τοιαύτα, πρέπει να είπωμεν ότι δεν ξέρει τι λέγει;
ΖΕΥΣ. Εννοείται• διότι δεν είνε δυνατόν να γίνη τίποτε έξω από τον νόμον των Μοιρών, τίποτε αντίθετον προς ό,τι εκλώσθη. Αλλ' οι ποιηταί όσα μεν ψάλλουν όταν ευρίσκωνται υπό την έμπνευσιν των Μουσών είνε αληθή• αλλ' όταν τους αφήσουν αι Μούσαι και συνθέτουν μόνοι τα ποιήματά των, σφάλλουν και λέγουν αντίθετα προς ό,τι προηγουμένως είπον. Είνε όμως δικαιολογημένοι, αφού είνε άνθρωποι, να μη γνωρίζουν την αλήθειαν, όταν απομακρύνεται η θεότης η οποία προηγουμένως τους ενέπνεε και ελάλει δι' αυτών.
ΚΥΝΙΣ. Καλά αυτά. Αλλά σε παρακαλώ να μου απαντήσης και εις τούτο• δεν είνε τρεις αι Μοίραι, η Κλωθώ, η Λάχεσις και η Άτροπος;
ΖΕΥΣ. Βεβαίως.
ΚΥΝΙΣ. Τότε η Ειμαρμένη και η Τύχη—διότι και αυταί είνε πολύ φημισμέναι— τι είνε και ποίαν δύναμιν έχουν η καθεμία από αυτάς; Έχουν ίσην δύναμιν με τας Μοίρας ή μήπως είνε και κατά τι ανώτεραι από αυτάς; Διότι ακούω να λέγουν όλοι ότι τίποτε δεν είνε δυνατώτερον από την Τύχην και την Ειμαρμένην.
ΖΕΥΣ. Δεν επιτρέπεται να τα γνωρίζης όλα, Κυνίσκε. Αλλά διατί με ηρώτησες περί των Μοιρών;
ΚΥΝΙΣ. Όχι, πρέπει προηγουμένως να μου απαντήσης εάν και αυταί μας εξουσιάζουν και εξαρτώμεθα αναγκαίως από το νήμα των.
ΖΕΥΣ. Βεβαίως. Αλλά διατί εμειδίασες;
ΚΥΝΙΣ. Εθυμήθηκα εκείνα τα οποία λέγει ο Όμηρος εκεί όπου σε παριστά εις την συνέλευσιν των θεών να δημηγορής και προκαλής τους άλλους θεούς, διατεινόμενος ότι δύνασαι να κρεμάσης τα πάντα από μίαν χρυσήν αλυσίδα• και έλεγες ότι συ μεν θα κρεμάσης εκ του ουρανού την αλυσίδα, όλοι δε οι θεοί συγχρόνως, εάν θέλουν να κρεμασθούν εις αυτήν και να προσπαθήσουν να σε σύρουν, δεν θα δυνηθούν, ενώ συ, αν θέλησης, ευκόλως όλους
αυτήκεν γαίη ερύσαι αυτή τε θαλάσση. {69}
Όταν ήκουα αυτούς τους στίχους, σ' εθαύμαζα διά την δύναμίν σου και έτρεμα• αλλά τώρα βλέπω ότι και συ ομού με την αλυσίδα και τας απειλάς σου κρέμεσαι, κατά την ομολογίαν σου, από το λεπτόν νήμα των Μοιρών. Μου φαίνεται λοιπόν ότι δικαιότερον θα εκαυχάτο η Κλωθώ, η οποία και σε ακόμη κρατεί κρεμάμενον εις το αδράκτι της, όπως το ψάρι εις το καλάμι του ψαρά.
ΖΕΥΣ. Δεν εννοώ πού τείνουν αυταί σου αι ερωτήσεις.
ΚΥΝΙΣ. Ιδού πού τείνουν• και σ' εξορκίζω εις τας Μοίρας και την Ειμαρμένην να μη θυμώσης και να μη με κακομεταχειρισθής, διότι σου ομιλώ με ειλικρίνειαν. Εάν τα πράγματα είνε όπως τα λέγεις και αι Μοίραι έχουν εξουσίαν επί όλων και ουδέν και παρ' ουδενός δύναται να μεταβληθή εξ εκείνων τα οποία αυταί άπαξ απεφάσισαν, τότε διά ποίον λόγον οι άνθρωποι σας προσφέρομεν θυσίας και εκατόμβας και ζητούμεν από σας την ευτυχίαν μας; Διότι δεν εννοώ τι δυνάμεθα να περιμένωμεν από σας, αφού ούτε από τους κακούς δυνάμεθα να σωθώμεν διά των ευχών, ούτε κανέν ευεργέτημα είνε δυνατόν να λάβωμεν παρά των θεών.
ΖΕΥΣ. Γνωρίζω πόθεν προέρχονται αυτά τα ευφυή σου ερωτήματα• είνε των αναθεματισμένων σοφιστών, οίτινες λέγουν ότι οι θεοί δεν προνοούμεν περί των ανθρώπων. Και λέγουν τα τοιαύτα από ασέβειαν, αποτρέπουν δε και τους άλλους να μας προσφέρουν θυσίας και να μας απευθύνουν ευχάς, ως πράγματα τάχα μάταια και ανωφελή• διότι ούτε φροντίζομεν διά τας πράξεις σας, ούτε έχομεν καμμίαν εξουσίαν επί των πραγμάτων του κόσμου. Αλλά θα πληρώσουν ακριβά αυτάς τας βλασφημίας.
ΚΥΝΙΣ. Σου ορκίζομαι εις το αδράκτι της Κλωθούς, ω Ζευ, ότι δεν σου έκαμα τας ερωτήσεις αυτάς επειδή επείσθην εις τα λεγόμενα παρ' εκείνων, αλλά δεν γνωρίζω πώς η ομιλία μας προχωρούσα έφθασεν εις το συμπέρασμα ότι είνε περιτταί αι θυσίαι. Εάν δε θέλης, θα σου απευθύνω εκ νέου συντόμους τινάς ερωτήσεις και σε παρακαλώ να μου απαντήσης όσον το δυνατόν ακριβέστερα.
ΖΕΥΣ. Ερώτα, αφού έχεις καιρόν να χάνης εις τοιαύτας φλυαρίας.
ΚΥΝ. Λέγεις ότι τα πάντα προέρχονται εκ των Μοιρών;
ΖΕΥΣ. Μάλιστα.
ΚΥΝ. Και δύνασθε οι θεοί ν' αλλάσσετε και ανακλώθετε τας αποφάσεις των
Μοιρών;
ΖΕΥΣ. Ουδόλως.
ΚΥΝ. Θέλεις λοιπόν να είπω τι προκύπτει εκ τούτου ή είνε φανερόν και χωρίς να το είπω;
ΖΕΥΣ. Είνε φανερόν. Αλλ' αυτοί οι οποίοι θυσιάζουν δεν το πράττουν από ανάγκην και προς ανταπόδοσιν, ως ν' αγοράζουν τα ευεργετήματα τα οποία λαμβάνουν από ημάς, αλλά τιμούν την υπεροχήν μας.
ΚΥΝ. Μου είνε αρκετόν αυτό, αφού και συ ομολογείς ότι από τας θυσίας δεν προέρχεται καμμία ωφέλεια, αλλ' είνε μόνον τιμή εκ μέρους των ανθρώπων προς την θείαν υπεροχήν. Αν ήτο όμως εδώ κανείς εκ των σοφιστών εκείνων, θα σε ηρώτα ίσως πώς λέγεις ότι οι θεοί υπερέχουν, ενώ είνε δούλοι όπως οι άνθρωποι και ευρίσκονται υπό την εξουσίαν των αυτών κυριών των Μοιρών. Διότι δεν αρκεί ότι είνε αθάνατοι διά να είνε δι' αυτό και καλλιτέρα η θέσις των• εξ εναντίας διά τούτο η τύχη των είνε χειροτέρα, διότι τους μεν ανθρώπους ελευθερώνει ο θάνατος, διά σας δε το πράγμα τραβά εις μέγα μάκρος, η δουλεία σας γίνεται αιωνία και στρέφεται εις ατελεύτητον κλωστήν.
ΖΕΥΣ. Αλλ' αυτή η αιωνιότης, Κυνίσκε, και το ατελεύτητον είνε ευδαιμονία δι' ημάς, διότι έχομεν όλα τα αγαθά.
ΚΥΝ. Όχι όλοι, αλλά και μεταξύ σας υπάρχουν περιορισμοί και μεγάλη ανισότης• συ είσαι ευτυχής, διότι είσαι βασιλεύς και δύνασαι να ανασύρης την γην και την θάλασσαν όπως τον κάδον από το πηγάδι• αλλ' ο Ήφαιστος είνε χωλός και βάναυσος και καταδικασμένος να εργάζεται εις την φωτιάν• ο δε Προμηθεύς και εσταυρώθη κάποτε. Περί δε του πατρός σου τι να είπω, αφού και τώρα ακόμη ευρίσκεται δέσμιος εις τον Τάρταρον; Λέγουν δε ότι και ερωτεύεσθε και πληγώνεσθε και ενίοτε γίνεσθε δούλοι εις τους ανθρώπους• ως παράδειγμα δε αναφέρω τον αδελφόν σου που έγινε δούλος εις τον Λαομέδοντα, και τον Απόλλωνα που εχρημάτισε δούλος του Αδμήτου. Αυτά δεν μου φαίνονται ν' αποτελούν μεγάλην ευτυχίαν• αλλά φαίνεται ότι και από σας άλλοι μεν είνε ευτυχείς και έχουν καλήν μοίραν, άλλοι δε το εναντίον. Παραλείπω ότι και ληστεύεσθε καθώς ημείς και οι ναοί σας συλούνται υπό των ιεροσύλων και από πλουσιώτατοι γίνεσθε εις μίαν στιγμήν πτωχότατοι• πολλοί δε που είσθε χρυσοί ή άργυροι διελύθητε διά του πυρός εις χωνευτήριον και επωλήθητε ως μέταλλον, διότι φαίνεται ούτω σας είχαν ορίση αι Μοίραι.
ΖΕΥΣ. Πρόσεξε, Κυνίσκε, διότι αυτά τα οποία λέγεις είνε υβριστικά και θα μετανοήσης μίαν ημέραν δι' αυτά.
ΚΥΝ. Μη χάνης τας απειλάς σου, ω Ζευ, αφού γνωρίζεις ότι δεν θα πάθω τίποτε παρά μόνον ό,τι η Μοίρα απεφάσισε πριν με απειλήσης• διότι βλέπω ότι και αυτοί οι ιερόσυλοι δεν τιμωρούνται όλοι, αλλ' οι περισσότεροι σας διαφεύγουν, επειδή φαίνεται ότι δεν ήτο πεπρωμένον να συλληφθούν.
ΖΕΥΣ. Δεν είπα εγώ ότι θα είσαι κανείς εξ εκείνων οι οποίοι καταγίνονται ν' αποδείξουν διά της διαλεκτικής ότι δεν υπάρχει θεία πρόνοια;
ΚΥΝΙΣ. Πάρα πολύ τους φοβάσαι, ω Ζευ, δεν γνωρίζω διατί• διότι παν ό,τι σου λέγω υποπτεύεις ότι το έμαθα από αυτούς. Αλλ' εγώ —διότι από ποίον άλλον παρά από σε δύναμαι να μάθω την αλήθειαν—θα ήθελα να σου απευθύνω και μίαν άλλην ερώτησιν• τι είνε αυτή η Πρόνοια; Μοίρα ή άλλη θεότης ανωτέρα, η οποία διευθύνει και τας Μοίρας;
ΖΕΥΣ. Σου το είπα και προηγουμένως ότι δεν επιτρέπεται να γνωρίζης τα πάντα. Αλλ' ενώ εις την αρχήν είπες ότι θα μου απευθύνης μίαν ερώτησιν, δεν παύεις να με ζαλίζης με λεπτολογίας• βλέπω δε ότι ο σκοπός σου είνε ν' αποδείξης ότι δεν προνοούμεν καθόλου διά τα ανθρώπινα πράγματα.
ΚΥΝ. Δεν το λέγω εγώ αυτό, αλλά συ προ ολίγου είπες ότι αι Μοίραι διατάσσουν τα πάντα, εκτός εάν τώρα μετενόησες δι' όσα είπες και τα αναιρείς και θέλεις να σφετερισθής όσα απέδωκες εις την Ειμαρμένην.
ΖΕΥΣ. Όχι, αλλ' η Μοίρα εκτελεί δι' ημών τα καθέκαστα.
ΚΥΝ. Εννοώ• λέγετε ότι είσθε ένα είδος υπηρετών και βοηθών των Μοιρών. Αλλά και πάλιν αυταί είνε που προνοούν, σεις δε είσθε ως σκεύη και εργαλεία των Μοιρών.
ΖΕΥΣ. Πώς δηλαδή;
ΚΥΝ. Όπως το σκεπάρνι και το τρύπανον διά τον ξυλουργόν βοηθεί μεν εις την τέχνην, αλλά κανείς δεν δύναται να είπη ότι αυτά είνε οι τεχνίται, ούτε το πλοίον είνε έργον του σκεπαρνιού ή του τρυπάνου, αλλά του ναυπηγού. Αναλόγως λοιπόν αυτή που ναυπηγεί τα πάντα είνε η Ειμαρμένη, σεις δε είσθε τρύπανα και σκεπάρνια των Μοιρών και επομένως οι άνθρωποι έπρεπε να προσφέρουν θυσίας εις την Ειμαρμένην και παρ' αυτής να ζητούν τα αγαθά, αλλ' αντί τούτου τιμούν τους θεούς με θυσίας και λιτανείας. Αλλά και την Ειμαρμένην δεν είνε ανάγκη να τιμούν και να σέβωνται, διότι δεν νομίζω να είνε δυνατόν και εις αυτάς ακόμη τας Μοίρας ν' αλλάξουν και να μεταβάλουν τίποτε εξ όσων έχουν αποφασισθή εξ αρχής περί ενός εκάστου. Διότι η Άτροπος δεν θα επέτρεπε να στρέψη κανείς αντιθέτως το αδράχτι και ν' αναλύση της Κλωθούς το έργον.
ΖΕΥΣ. Ώστε τώρα, Κυνίσκε, διατείνεσαι ότι ούτε τας Μοίρας πρέπει να σέβωνται οι άνθρωποι. Φαίνεται ότι θέλεις να εξευτελίσης τα πάντα. Αλλ' ημείς οι θεοί, αν όχι δι' άλλο, αλλά τουλάχιστον διότι μαντεύομεν και προλέγομεν όσα υπό των Μοιρών έχουν προορισθή, δικαίως τιμώμεθα.
ΚΥΝ. Είνε πολύ ανωφελές, ω Ζευ, να προβλέπη κανείς τα μέλλοντα, αφού πάντως είνε αδύνατον να τ' αποφύγη• ή μήπως θέλεις να είπης ότι εκείνος ο οποίος θα μάθη από πρόρρησιν ότι, μέλλει να φονευθή διά σιδήρου δύναται να αποφύγη τον θάνατον εάν ζήση κατάκλειστος; Αδύνατον διότι η Μοίρα θα τον κάμη να εξέλθη και θα τον στείλη εις το κυνήγι, όπου θα συναντήση το βέλος ή την λόγχην από την οποίαν θα φονευθή. Και ο Άδραστος έρριψε την λόγχην του εναντίον ενός αγριοχοίρου και τον μεν αγριόχοιρον απέτυχε, εφόνευσε δε τον υιόν του Κροίσου, διότι η λόγχη είχεν απαράβατον εντολήν των Μοιρών να διευθυνθή προς τον νεανίσκον. Αλλά και ο χρησμός ο δοθείς εις τον Λάιον δεν είνε γελοίος;
μη σπείρε τέκνων άλλοκα δαιμόνων βία ει γαρ τεκνώσεις παίδ', αποκτενή σ'ο φυς• {70}
διότι περιττή μου φαίνεται ήτο η συμβουλή διά πράγματα τα οποία πάντως θα συνέβαινον όπως συνέβησαν. Ο χρησμός δεν ημπόδισε και να τεκνοποιήση και να φονευθή υπό του υιού του. Ώστε δεν βλέπω διατί ζητείτε αμοιβήν διά την μαντικήν σας. Παραλείπω ότι συνειθίζετε να δίδετε ως επί το πολύ χρησμούς αμφιβόλους, επιδεκτικούς αντιθέτων εξηγήσεων και σκοτεινούς, όπως εκείνος ο οποίος προέλεγεν ότι όστις διαβή τον Άλυν θα καταλύση μέγα κράτος, χωρίς να καθορίζη τίνος εκ των δύο αντιπάλων, του Κροίσου ή του Κύρου, το κράτος ενόει.
ΖΕΥΣ. Ο Απόλλων, Κυνίσκε, είχε κάποιαν αφορμήν να είνε θυμωμένος κατά του Κροίσου, διότι απεπειράθη να τον απατήση και του έψησε συγχρόνως κρέατα αμνού και χελώνης.
ΚΥΝ. Έπρεπε να μη θυμώνη αφού είνε θεός• αλλά και διότι εξηπατήθη ο Λυδός υπό του χρησμού ήτο πεπρωμένον, νομίζω, και διά να μη εννοήση σαφώς τα μέλλοντα η Ειμαρμένη το είχε προαποφασίση• ώστε και η μαντική σας είνε έργον εκείνης.
ΖΕΥΣ. Και εις ημάς δεν αφήνεις τίποτε, αλλ' εις μάτην λοιπόν είμεθα θεοί και ούτε πρόνοιαν τινά εις τα πράγματα του κόσμου εξασκούμεν, ούτε των θυσιών είμεθα άξιοι, ως αληθινά τρύπανα και σκεπάρνια; Αλλ' έχεις δίκαιον να με καταφρονής, διότι ενώ έχω, ως βλέπεις, τον κεραυνόν έτοιμον, σε ανέχομαι να λέγης τόσα εναντίον μας.
ΚΥΝ. Κτύπα, ω Ζευ, εάν μου είνε πεπρωμένον ν' αποθάνω κεραυνόπληκτος, και δεν θα κατηγορήσω σε διά το κτύπημα, αλλά την Κλωθώ, η οποία διά σου θα με πλήξη. Ούτε τον κεραυνόν θα θεωρήσω αίτιον του τραύματος. Αλλά θ' απευθύνω μίαν ερώτησιν εις εσέ και την Ειμαρμένην, συ δε θα μου αποκριθής και αντ' εκείνης• διότι η απειλή σου μου έφερεν εις την μνήμην αυτήν την σκέψιν. Διατί, σας παρακαλώ, αφήνετε τους ιεροσύλους και τους ληστάς και τόσους υβριστάς, βιαστάς και επιόρκους και αντ' αυτών πολλάκις κεραυνοβολείτε μίαν δρυν, μίαν πέτραν ή πλοίου ιστόν, το οποίον δεν κάνει τίποτε κακόν, ενίοτε δε και αγαθόν τινα και ευσεβή οδοιπόρον; Διατί σιωπάς, ω Ζευ; Ή ούτε τούτο δεν επιτρέπεται να γνωρίζω;
ΖΕΥΣ. Όχι βέβαια. Είσαι πολύ περίεργος και δεν γνωρίζω από πού μου εκουβάλησες όλας αυτάς τας αυθάδεις απορίας.
ΚΥΝ. Ώστε να μη σας ερωτήσω, σε και την Πρόνοιαν και την Ειμαρμένην, διατί ο Φωκίων, ο οποίος ήτο έντιμος άνθρωπος, απέθανεν εις τόσην πενίαν και στέρησιν και ο Αριστείδης προ αυτού, ο Καλλίας δε και ο Αλκιβιάδης, νέοι διεφθαρμένοι, είχαν μεγάλα πλούτη και ο Μειδίας ο αυθάδης και ο Χάροψ ο Αιγινήτης, άνθρωπος κίναιδος, ο οποίος εφόνευσε την μητέρα του διά της πείνης; Διατί ο Σωκράτης παρεδόθη εις τους ένδεκα, ο δε Μέλητος δεν παρεδόθη; Διατί ο Σαρδανάπαλος εβασίλευεν ενώ ήτο θηλυπρεπής, τόσοι δε χρηστοί άνδρες εκ των Περσών εθανατώνοντο υπ' αυτών κατά σκληρότατον τρόπον, διότι δεν επεδοκίμαζον τα γινόμενα; Και διά να μη σας αναφέρω τα σύγχρονα λεπτομερώς, και σήμερον οι μεν φαύλοι και οι πλεονέκται ευτυχούν, οι δε τίμιοι και αγαθοί άνθρωποι ζουν πτωχοί και βασανίζονται υπό μυρίων νοσημάτων και δυστυχημάτων.
ΖΕΥΣ. Δεν γνωρίζεις, Κυνίσκε, ποίας τιμωρίας υποφέρουν οι κακοί μετά θάνατον και πόση ευδαιμονία επιφυλάσσεται εις τους αγαθούς;
ΚΥΝ. θέλεις να μου επαναλάδης τα λεγόμενα περί Άδου, περί των Τιτυών και των Ταντάλων. Αλλ' εγώ, εάν τίποτε από αυτά αληθεύη, θα το μάθω όταν αποθάνω• επί του παρόντος δε θα ήθελα τον ολίγον καιρόν που θα ζήσω να ευτυχώ και μετά θάνατον ας μου σπαράσσουν το ήπαρ δεκαέξ γύπες• να μη διψώ όμως εδώ όπως ο Τάνταλος και να περιμένω να ξεδιψάσω εις τας νήσους των Μακάρων, αναπαυόμενος μετά των ηρώων εις το λιβάδι των Ηλυσίων.
ΖΕΥΣ. Τι λέγεις; δυσπιστείς ότι υπάρχουν κολάσεις και αμοιβαί και δικαστήριον, εις το οποίον εξετάζονται αι πράξεις ενός εκάστου;
ΚΥΝ. Ακούω ότι υπάρχει κάποιος Μίνως εκ Κρήτης, ο οποίος δικάζει αυτά τα πράγματα. Αλλά δεν μου απαντάς και εις μίαν ερώτησιν, την οποίαν θα ήθελα να απευθύνω προς αυτόν, αφού λέγεται ότι είνε υιός σου;
ΖΕΥΣ. Τι ήθελες να τον ερωτήτης, Κυνίσκε;
ΚΥΝ. Ποίους προ πάντων τιμωρεί;
ΖΕΥΣ. Τους κακουργούντας, δηλαδή τους φονείς, ιεροσύλους και άλλους τοιούτους.
ΚΥΝ. Ποίους δε αποστέλλει εις την διαμονήν των ηρώων;
ΖΕΥΣ. Τους αγαθούς και ευσεβείς και εκείνους οίτινες έζησαν με αρετήν.
ΚΥΝ. Και διατί τούτο;
ΖΕΥΣ. Διότι οι μεν είνε άξιοι αμοιβής, οι δε άξιοι τιμωρίας.
ΚΥΝ. Εάν δε κανείς έπραξεν ακουσίως καμμίαν κακήν πράξιν, φρονείς ότι πρέπει και ούτος να τιμωρήται;
ΖΕΥΣ. Καθόλου.
ΚΥΝ. Επομένως και αν κανείς χωρίς να το θέλη, έπραξε το καλόν, ούτε αυτός πρέπει να ανταμειφθή;
ΖΕΥΣ. Βεβαίως δεν είνε άξιος.
ΚΥΝ. Κανένα λοιπόν, ω Ζευ, δεν πρέπει ν' ανταμείβη, ούτε να τιμωρή ο δικαστής του Άδου.
ΖΕΥΣ. Πώς κανένα;
ΚΥΝ. Διότι δεν πράττομεν τίποτε οι άνθρωποι με την θέλησίν μας, αλλ' υπακούομεν εις μίαν ανάγκην αναπόφευκτον, εάν είνε αληθή εκείνα τα οποία προηγουμένως ωμολόγησες, ότι η Μοίρα είνε πάντων η αιτία• και αν φονεύη κανείς, αυτή φονεύει, και αν ιεροσυλή, εκτελεί της Μοίρας προσταγήν. Ώστε εάν ο Μίνως θέλη να είνε δίκαιος δικαστής, πρέπει να τιμωρήση την Ειμαρμένην αντί του Σισύφου και την Μοίραν αντί του Ταντάλου. Διότι τι έπταισαν εκείνοι, αφού εξετέλεσαν διαταγάς;
ΖΕΥΣ. Εις τοιαύτας ερωτήσεις δεν αξίζει να σου δοθή απάντησις• είσαι θρασύς και σοφιστής και σε αφήνω.
ΚΥΝ. Ήθελα κάτι ακόμη να σ' ερωτήσω• πού μένουν αι Μοίραι και πώς κατορθώνουν να επαρκούν εις τόσας φροντίδας και τόσας λεπτομερείας, και μάλιστα αφού είνε μόνον τρεις. Διότι μου φαίνεται ότι ζουν πολύ κοπιώδη και όχι ευτυχή ζωήν, αφού έχουν τόσας δυσκόλους ασχολίας, και αληθώς δύναται και περί αυτών να λεχθή ότι δεν εγεννήθησαν με καλήν μοίραν. Εγώ τουλάχιστον, αν μου εδίδετο να εκλέξω, δεν θ' αντήλλασσα την ζωήν μου με την ιδικήν των, αλλά θα επροτιμούσα να ζήσω ακόμη πτωχότερος παρά να κάθωμαι και να κλώθω με αδράκτι φορτωμένον τόσας φροντίδας και να επιβλέπω τα καθέκαστα εις τον βίον των ανθρώπων• Αλλ' αν δεν σου είνε εύκολον να μου απαντήσης και εις αυτά, ω Ζευ, αρκούμαι και εις όσα μου είπες• διότι είνε αρκετά διά να σαφηνίσουν το ζήτημα της Ειμαρμένης και της Προνοίας• τα λοιπά δε ίσως δεν ήτο πεπρωμένον να μάθω.