WeRead Powered by ReaderPub
Λουκιανός - Άπαντα, Τόμος Τέταρτος cover

Λουκιανός - Άπαντα, Τόμος Τέταρτος

Chapter 3: ΡΗΤΟΡΩΝ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΣ {71}
Open in WeRead

About This Book

A satirical divine council unfolds as immortal beings complain about the ceaseless burdens of serving human needs: the sun must drive his chariot all day, the moon keep vigil, Apollo hurry between oracles, Asclepius endure sick visitors, and winds, sleep, and dreams labor for mortals. Zeus laments endless administrative duties—overseeing sacrifices, weather, wars, courts, and petty disputes—and fears that philosophical denial of the gods will end offerings. To resolve accumulated complaints he orders a public trial, instructing Hermes and the personified Justice to summon judges and supervise fair proceedings. The dialogue uses divine bureaucracy to probe piety, responsibility, and tensions between belief and skepticism.

ΡΗΤΟΡΩΝ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΣ {71}

Ερωτάς, νεανίσκε, πώς δύνασαι να γίνης ρήτωρ και ν' αποκτήσης το ευγενέστατον και τόσον τιμώμενον όνομα του σοφιστού• διότι, ως λέγεις, θα σου είνε ανυπόφορος η ζωή, εάν δεν δυνηθής ν' αποκτήσης τοιαύτην δύναμιν λόγου, ώστε να είσαι ακατανίκητος και απαράμιλλος και να θαυμάζεσαι υπό πάντων και όλοι να σε προσβλέπουν και να σε θεωρούν περισπούδαστον μεταξύ των Ελλήνων και να προστρέχουν πανταχόθεν διά να σε ακούσουν. Επιθυμείς λοιπόν να μάθης ποίοι είνε οι δρόμοι οίτινες οδηγούν προς την τοιαύτην επιτυχίαν• αλλ' ευχαρίστως, φίλε μου, θα σου δώσω την συμβουλήν την οποίαν ζητείς, αφού μάλιστα είσαι νέος και έχων τας ευγενεστέρας φιλοδοξίας δεν γνωρίζεις πώς να τας πραγματοποιήσης. Εις τοιαύτην περίπτωσιν η συμβουλή είνε πράγμα ιερόν. Ώστε άκουσε την γνώμην μου και έχε μεγάλην πεποίθησιν ότι πολύ ταχέως θα καταστής δυνατός και να εννοής τα πρέποντα και να τα εκφράζης μ' ευφράδειαν, αρκεί μετά τούτο να εμμείνης εις όσα θα σε συμβουλεύσω, να τα μελετάς επιμελώς και μετά προθυμίας να οδεύσης έως ου φθάσης εις το τέρμα του δρόμου. Ο σκοπός δεν είνε μικρός ούτε ανάξιος πολλής επιμελείας, αλλ' εξ εναντίας αξίζει πολλούς κόπους και αγρυπνίας και πολλάς άλλας κακοπαθείας. Σκέψου πόσοι οι οποίοι πριν ήσαν μηδαμινοί έγιναν ένδοξοι και πλούσιοι και μάλιστα ευγενέστατοι διά της ρητορικής.

Αλλά μη φοβηθής ούτε να σε αποθαρρύνη το μέγεθος των δυσχερειών με την ιδέαν ότι έχεις να υποφέρης μυρίους κόπους διά να φθάσης εις τον σκοπόν• διότι εγώ δεν θα σε οδηγήσω από δρόμον τραχύν και ορεινόν, εις τον οποίον θα χύσης πολύν ιδρώτα, ώστε να υπάρχη φόβος ότι εις το μέσον θ' αποκάμης και θα γυρίσης• διότι τότε δεν θα διέφερα από τους άλλους οι οποίοι ακολουθούν τον μακρόν εκείνον και ανηφορικόν και κοπιώδη δρόμον, εις τον οποίον οι περισσότεροι αποκάμνουν και απελπίζονται. Η ιδική μου συμβουλή έχει τούτο το ιδιαίτερον και εξαιρετικόν, ότι θα σε οδηγήση από οδόν λίαν ευχάριστον και συγχρόνως συντομωτάτην, κατάλληλον δι' ιππασίαν και κατηφορικήν, διά της οποίας με πολλήν ευθυμίαν και καλοπέρασιν, διά μέσου λειμώνων ευανθών και σκιάς πυκνής, με όλην την άνεσιν, χωρίς να ταχύνης το βήμα και χωρίς να ιδρώσης, θα φθάσης εις το άκρον και εις την επιτυχίαν εντελώς άκοπα, θ' απολαύσης, όπως εις τα συμπόσια, ξαπλωμένος και χωρίς να πνευστιάσης• και από του ύψους θα βλέπης εκείνους οι οποίοι θα ευρίσκωνται ακόμη εις την βάσιν της ανωφερείας, μετά δυσκολίας ανέρποντες εις δυσβάτους και ολισθηρούς κρημνούς, ενίοτε δε και κρημνιζόμενοι κατακέφαλα και καταπληγωνόμενοι εις τας τραχείας πέτρας. Ενώ δε αυτοί θα βασανίζωνται κατ' αυτόν τον τρόπον, συ θα ευρίσκεσαι προ πολλού επάνω, στεφανωμένος και ευδαιμονέστατος και θα έχης ήδη αποκτήση σχεδόν κοιμώμενος όλα τα αγαθά όσα δύναται κανείς να ελπίζη από την ρητορικήν.

Η υπόσχεσις, ως βλέπεις, είνε πολύ μεγάλη• σ' εξορκίζω δε εις τον φίλιον Δία να μη δυσπιστήσης διότι σου υπόσχομαι τοιαύτην επιτυχίαν με τόσην ευκολίαν. Εάν ο Ησίοδος, μόνον διότι έλαβεν ολίγα φύλλα εκ του Ελικώνος, έγινεν αμέσως από ποιμένος ποιητής και έλαβε παρά των Μουσών το χάρισμα και την δύναμιν να ψάλλη των θεών και των ηρώων την καταγωγήν, είνε αδύνατον να γίνη κανείς εντός ολίγου καιρού ρήτωρ, το οποίον είνε πολύ κατώτερον της ποιητικής τέχνης, εάν μάθη την προς τούτο ταχυτέραν οδόν;

Ως παράδειγμα θα σου διηγηθώ την ευφυά επινόησιν ενός Σιδωνίου εμπόρου, η οποία απέτυχε και απέβη ανωφελής ένεκεν απιστίας. Κατ' εκείνην την εποχήν ήτο κύριος της Περσίας ο Αλέξανδρος, ο οποίος μετά την μάχην των Αρβήλων είχε καθαιρέση τον Δαρείον• έπρεπε δε να διατρέχουν καθ' όλας τας διευθύνσεις το κράτος οι γραμματοκομισταί διά να κομίζουν τας διαταγάς του Αλεξάνδρου. Αλλ' η οδός η από Περσίας εις Αίγυπτον ήτο πολύ μακρά, διότι έπρεπε να παρακάμπτουν όρη, έπειτα δε διά της Βαβυλωνίας να μεταβαίνουν εις την Αραβίαν και κατόπιν να διέρχωνται εκτεταμένην έρημον διά να φθάνουν εις την Αίγυπτον. Το διάστημα ήτο δι' άνδρα ευκίνητον είκοσι το ολιγώτερον ημερών. Τούτο εστενοχώρει τον Αλέξανδρον, καθότι, μαθών ότι οι Αιγύπτιοι παρεσκεύαζον στασιαστικόν κίνημα, δεν ηδύνατο ν' αποστείλη ταχέως οδηγίας εις τους σατράπας του. Τότε λοιπόν ο Σιδώνιος έμπορος, εγώ, ειπέ, βασιλεύ, υπόσχομαι να σου δείξω οδόν σύντομον μεταξύ Περσίας και Αιγύπτου• εάν οι αγγελιαφόροι σου περάσουν επάνω από τα όρη— και προς τούτο θα χρειασθούν μόνον τρεις ημέρας—θα φθάσουν τάχιστα εις την Αίγυπτον. Και είχε δίκαιον. Ο Αλέξανδρος όμως δεν επίστευσεν, αλλ' εθεώρησεν απατεώνα τον έμπορον. Ούτω, όταν η επαγγελία είνε παράδοξος, φαίνεται εις τους πολλούς απίθανος. Πρόσεξε λοιπόν μήπως και συ πάθης το αυτό• διότι άμα δοκιμάσης, θα πεισθής ότι ουδέν θα σε εμποδίση να γίνης ρήτωρ και ουδέ μίαν ολόκληρον ημέραν θα χρειασθής διά να υπερβής το όρος μεταξύ Περσίας και Αιγύπτου.

Θα μιμηθώ δε τον γνωστόν Κέβητα και διά του λόγου θα συνθέσω εικόνα διά να σου παραστήσω και τας δύο οδούς• διότι δύο είνε οι δρόμοι οι οποίοι φέρουν προς την ρητορικήν, με την οποίαν μου φαίνεσαι υπερβολικά ερωτευμένος. Λοιπόν να φαντασθής την ρητορικήν ότι κάθηται επί υψηλού μέρους και ότι είνε ωραιοτάτη και σεμνή• και εις μεν την δεξιάν κρατεί το κέρας της Αμαλθείας υπερπλήρες από παντοίους καρπούς, εις δε τα αριστερά της να φαντασθής τον Πλούτον παριστάμενον ολόχρυσον και αξιέραστον. Εκτός δε τούτου η Δόξα και η Ισχύς να την συντροφεύουν και οι Έπαινοι γύρω της όμοιοι με μικρούς Έρωτας να πετούν και να περιπλέκωνται. Εάν συνέβη να ίδης πουθενά τον Νείλον παριστάμενον διά της ζωγραφικής,—τον παριστούν δε ξαπλωμένον επί κροκοδείλου ή ιπποπόταμου, εξ ων πολλοί ευρίσκονται εις αυτόν, και γύρω του πολλά μικρά παιδία παίζοντα, τα οποία ονομάζουν οι Αιγύπτιοι πήχεις—τοιούτοι είνε και πέριξ της ρητορικής οι έπαινοι. Πλησίασε τώρα συ ο εραστής ο επιθυμών το ταχύτερον να φθάσης εις την κορυφήν, διά να νυμφευθής την επ' αυτής καθημένην και αποκτήσης όλα εκείνα, τον πλούτον, την δόξαν και τους επαίνους• διότι όλα εκείνα κατά τον νόμον, γίνονται κτήματα εκείνου ο οποίος θα την νυμφευθή. Όταν πλησιάσης εις το όρος, κατ' αρχάς μεν απελπίζεσαι ότι θα δυνηθής να φθάσης εις την κορυφήν• η εντύπωσις είνε ομοία προς εκείνην την οποίαν έκαμεν εις τους Μακεδόνας η Άορνος πέτρα όταν την είδον απόκρημνον εξ όλων των μερών, τόσον ώστε ουδέ εις πτηνά ήτο εύκολον να φθάσουν επάνω και μόνον ένας Διόνυσος ή Ηρακλής ηδύνατο να την κυριεύση. Αυτή είνε η πρώτη σου εντύπωσις• αλλά μετ' ολίγον βλέπεις δύο δρόμους, εκ των οποίων ο είς είνε μάλλον ατραπός στενή, πετρώδης και πλήρης ακανθών, εις την οποίαν μαντεύεις πολλήν δίψαν και ιδρώτα. Ο Ησίοδος επρόλαβεν ήδη και την περιέγραψε κάλλιστα, ώστε είνε περιττόν να την περιγράψω και εγώ. Η δε άλλη οδός είνε ανθηρά και δροσερά, όπως ολίγον προηγουμένως είπα.

Αλλά δεν θέλω διά της επαναλήψεως των αυτών πραγμάτων να σε εμποδίζω και να σε κάνω να χρονοτριβής, ενώ από τούδε δύνασαι να γίνης ρήτωρ. Τούτο μόνον νομίζω αναγκαίον να προσθέσω ότι η τραχεία εκείνη και ανηφορική οδός δεν παρουσιάζει πολλά ίχνη οδοιπόρων, και αν φαίνωνται μερικά, είνε πολύ παλαιά. Εγώ ο δυστυχής ανέβηκα από εκείνην και υπέφερα πολλά χωρίς ανάγκην. Την άλλην, η οποία είνε ομαλή και δεν έχει καμμίαν τραχύτητα, την είδα μακρόθεν χωρίς να περάσω εξ αυτής• διότι ήμουν νέος και δεν διέκρινα το καλλίτερον, αλλ' ενόμιζα ότι ο ποιητής εκείνος, ο οποίος λέγει ότι εκ των κόπων φύονται να αγαθά {72} έλεγε την αλήθειαν. Αλλ' η αλήθεια δεν ήτο αυτή• διότι βλέπω τους περισσοτέρους εκ των ρητόρων να επιτυγχάνουν διά της προτιμήσεως αυτής της οδού εις το στάδιόν των. Όταν θα φθάσης λοιπόν εις την αρχήν της αναβάσεως, καλώς γνωρίζω ότι θ' απορήσης και από τούδε ευρίσκεσαι εις αμφιβολίαν περί του ποίαν οδόν να ακολουθήσης. Αλλ' εγώ θα σου είπω τι πρέπει να πράξης διά να φθάσης ευκολώτατα εις την ακροτάτην κορυφήν, να ευτυχήσης, να νυμφευθής την ρητορικήν και να γίνης εις όλους θαυμαστός. Αρκεί ότι εγώ έσφαλα και εκοπίασα ματαίως. Διά σε ας φύωνται όλα άσπορα και ακαλλιέργητα, όπως επί των χρόνων του Κρόνου.

Ευθύς λοιπόν θα παρουσιασθή ενώπιον σου άνθρωπος δυνατός, σκληραγωγημένος, με το βάδισμα αρρενωπόν, ηλιοκαής, θαρραλέος, το βλέμμα και έξυπνος, ο οποίος είνε οδηγός της τραχείας εκείνης οδού και ο οποίος θ' αρχίση να σου λέγη ματαίας τινάς φλυαρίας διά να σε πείση να τον ακολουθήσης. Θα σου δείξη τα ίχνη του Δημοσθένους και του Πλάτωνος καί τινων άλλων, τα οποία είνε μεν μεγάλα και υπερβαίνουν τα σημερινά, αλλ' έχουν αμαυρωθή υπό του χρόνου και μόλις φαίνονται• και θα σου είπη ότι θα ευτυχήσης και θα γίνης ο εκλεκτός της ρητορικής, εάν ακολουθήσης την οδόν εκείνην και βαδίσης όπως οι περπατούντες επί των σχοινίων. Θα σου είπη ότι απαιτείται μεγάλη προσοχή, διότι, εάν ολίγον τι παραπατήσης ή αν κλίνης προς το έν ή το άλλο μέρος και χάσης την ισορροπίαν, θα εκτραπής εκ της καλής οδού η οποία φέρει προς τον γάμον• θα σε συμβουλεύση έπειτα να μιμηθής τους αρχαίους και θα σου δώση παλαιά υποδείγματα λόγων, δυσκολομίμητα, οποία είνε τα έργα της παλαιάς τέχνης, του Ηγησίου λ. χ. του Κριτίου και του Νησιώτου, σφικτά, νευρώδη και σκληρά και με αυστηράν ακρίβειαν γραμμών, και θα σου είπη ότι είνε αναγκαίον και απαραίτητον να κουρασθής, ν' αγρυπνίσης, να πίνης μόνον νερόν και να επιμείνης• διότι είνε αδύνατον άνευ τούτων να διανύσης την οδόν. Το δε περισσότερον ανιαρόν είνε ότι και τον καιρόν της οδοιπορίας θα σου ορίση πάρα πολύν, έτη πολλά• δεν αριθμεί με ημέρας και μήνας, αλλά με ολοκλήρους Ολυμπιάδας, ούτως ώστε και μόνον να τον ακούη κανείς κουράζεται και απελπίζεται εκ των προτέρων και στέλλει εις τον κόρακα την επιδιωκομένην εκείνην ευτυχίαν. Επί πλέον ζητεί και αμοιβήν όχι μικράν διά τας τόσας κακοπαθείας και δεν δέχεται να σε οδηγήση, εάν προηγουμένως δεν πληρωθή καλά. Αυτά θα είπη ο φαντασμένος εκείνος και αληθώς αρχαίος και κρονόληρος άνθρωπος, ο οποίος θα σου υποδεικνύη προς μίμησιν νεκρούς και θα σε συμβουλεύη να ανασκάπτης λόγους προ πολλού θαμμένους εις την γην, ως τι μέγιστον αγαθόν• θα σε συμβουλεύη να μιμήσαι τον υιόν του μαχαιροποιού {73} και τον άλλον εκείνον τον υιόν κάποιου γραφέως Ατρομήτου{74}, και ταύτα εν καιρώ ειρήνης, ότε μήτε του Φιλίππου εκστρατεία απειλείται, ούτε ο Αλέξανδρος προστάζει, διά να θεωρήται, όπως άλλοτε, χρήσιμος η ρητορική εκείνων• αλλά και δεν γνωρίζει ότι σήμερον ευρέθη άλλη οδός σύντομος και εύκολος, η οποία οδηγεί κατ' ευθείαν εις την ρητορικήν. Συ όμως ούτε να πεισθής, ούτε προσοχήν να δώσης εις αυτόν, διά να μη σε συντρίψη πουθενά και να μη σε κάμη να γηράσης προώρως εκ των κόπων.

Αλλ' εάν πάντως είσαι ερωτευμένος και θέλης το ταχύτερον να συνέλθης με την ρητορικήν, ενώ ακόμη ευρίσκεσαι εις την ακμήν σου, και μάλιστα να την ίδης να τρέχη προς εσέ, αυτόν τον δασύτριχον και καθ' υπερβολήν ανδροπρεπή οδηγόν άφησε ν' αναβαίνη ο ίδιος και να οδηγή όσους άλλους κατορθώνει να εξαπατά, ν' ασθμαίνη και να πνίγεται εις τον ιδρώτα. Να στραφής δε προς την άλλην οδόν, όπου θα εύρης μεταξύ πολλών άλλων και ένα πάνσοφον και ωραιότατον άνδρα, ο οποίος έχει χορευτικόν το βάδισμα, γυρμένην την κεφαλήν, γυναικείον το βλέμμα, μελιτώδη την φωνήν και αποπνέει αρώματα. Θα τον ίδης να ξύνη την κεφαλήν δια του άκρου του δακτύλου του και να διευθετίζη ολίγας μεν ακόμη, σγουράς όμως και υακινθίνας τρίχας και θα τον νομίσης ως Σαρδανάπαλον αβρότατον ή Κινύραν ή ως αυτόν τον Αγάθονα της τραγωδίας τον αξιέραστον ποιητήν. Σου αναφέρω ταύτα διά να δυνηθής να τον γνωρίσης ευκόλως και να μη σου διαφύγη πόοσωπον τόσον έξοχον και προσφιλές εις την Αφροδίτην και τας Χάριτας. Αλλά τι λέγω; Και κλειστούς εάν έχης τους οφθαλούς και αυτός πλησίαση και είπη τι, ανοίξας το μελίρρητον εκείνο στόμα, και εκπέμψη την συνήθη του φωνήν, θα εννοήσης ότι δεν είνε κανείς όμοιος με ημάς τους άλλους θνητούς, «οι αρούρης καρπόν έδομεν> {75}, αλλά πνεύμα ουράνιον με δρόσον ή με αμβροσίαν τρεφόμενον. Εις τούτον λοιπόν άμα προσέλθης και παραδόσης τον εαυτόν σου, εντός ολίγου θα γίνης ρήτωρ και περίφημος και, όπως αυτός λέγει, βασιλεύς των λόγων θα καταστής ακόπως και θα διευθύνης τα τέθριππα του λόγου. Άμα σε παραλάβη, θα σε διδάξη τα προκαταρκτικά• αλλά μάλλον ας αφήσω αυτόν να σου είπη τι Θα σε διδάξη• διότι είνε γελοίον να ομιλώ αντί τοιούτου ρήτορος• εγώ, ο οποίος είμαι ίσως ανίκανος να διερμηνεύσω τόσον μεγάλα και σπουδαία πράγματα και υπάρχει φόβος να πέσω και να συντρίψω κάπου τον ήρωα τον οποίον υποκρίνομαι.

Να ομιλήση λοιπόν προς σε ως εξής περίπου, αφού θωπεύση την κόμην η οποία του υπολείπεται και υπομειδιάση το γλυκερόν και απαλόν μειδίαμα το οποίον συνειθίζει και μιμηθή την Αυτοθαΐδα την κωμικήν, την Μαλθάκην ή την Γλυκέραν {76} εις την γλυκύτητα της φωνής• διότι το αρρενωπόν είνε αγροίκον και δεν αρμόζει εις τον αβρόν και εράσμιον ρήτορα. Θα είπη λοιπόν με πολλήν μετριοφροσύνην περί του εαυτού του. Μήτοι, αγαπητέ, σε απέστειλεν ο Πύθιος Απόλλων προς εμέ ως τον άριστον των ρητόρων, όπως, ότε ο Χαιρεφών ηρώτησεν αυτόν, απήντησε ποίος ήτο ο σοφώτατος τον χρόνων εκείνων; {77} Εάν δεν συνέβη τούτο, αλλ' υπό της φήμης ωδηγήθης να έλθης, ακούων τους πάντας να ομιλούν μετά μεγάλου θαυμασμού δι' ημάς, να μας υμνούν, να καταπλήσσωνται και να πτήσσουν ενώπιον μας, δεν θα βραδύνης να εννοήσης προς ποίον δαιμόνιον άνδρα έρχεσαι. Εάν δε περιμένης να ίδης κανένα ανάλογον προς τούτον ή εκείνον, ουδένα τοιούτον θα ίδης, αλλ' άνδρα πολύ ανώτερον και υπερβαίνοντα πάσαν προσδοκίαν, όσον ο Τιτυός, ο Ώτος ή ο Εφιάλτης {78} διαφέρουν από τους κοινούς ανθρώπους• τοσούτον η φωνή μου θέλει σου φανή ανωτέρα της φωνής των άλλων όσον η σάλπιγξ υπερέχει τους αυλούς και οι τέτυγες τας μελίσσας και οι χοροί την μουσικήν ήτις δίδει τον τόνον.

Αφού δε θέλεις και συ να γίνης ρήτωρ και τούτο παρ' άλλου δεν δύνασαι να διδαχθής ευκολώτερον, ακολούθει μόνον, αγαπητέ, όσα θα είπω και μιμού πάντα και τους κανόνας, τους οποίους θα ορίσω, ακριβώς φύλαττε. Αλλά προχώρει αμέσως χωρίς να διστάσης, ούτε να πτοηθής επειδή δεν εξησκήθης εις τα προεισαγωγικά της ρητορικής, εκείνα τα οποία άλλοι διδάσκαλοι μετά πολλού κόπου διδάσκουν εις τους ανόητους και ματαίους• ουδεμίαν ανάγκην αυτών έχεις• αλλά με ανίπτους πόδας, κατά την παροιμίαν, είσελθε και μη φοβείσαι ότι, και αν ακόμη ούτε τα γράμματα γνωρίζεις να γράφης, θα επιτύχης ολιγώτερον διότι αυτά δεν έχουν σχέσιν με την ρητορικήν.

Και εν πρώτοις θα σου είπω ποία εφόδια πρέπει να έχης διά την πορείαν και ποίας προμηθείας πρέπει να κάμης διά να δυνηθής το ταχύτερον να διανύσης την οδόν. Έπειτα καθ' οδόν και ενώ θα προχωρούμεν άλλα μεν θα σου δεικνύω, άλλα δε θα σε συμβουλεύω, και πριν ή δύση ο ήλιος θα σε αναδείξω ρήτορα ανώτερον όλων και οποίος είμαι εγώ, ο οποίος αναντιρρήτως κατέχω την κορυφήν και το μέσον και την αρχήν μεταξύ των καταγινομένων εις τους λόγους. Ως μέγιστον λοιπόν εφόδιον κόμιζε την αμάθειαν και μετ' αυτής θράσος και τόλμην και αναισχυντίαν• την εντροπήν δε ή την χρηστότητα, την μετριοφροσύνην και το ερύθημα να τ' αφήσης εις την κατοικίαν σου• διότι είνε ανωφελή και μάλιστα αντίθετα προς τον σκοπόν. Αλλά και βοήν παράλαβε όσον το δυνατόν ισχυροτέραν και τόνον φωνής αναίσχυντον και βάδισμα όπως το ιδικόν μου. Αυτά μόνον είνε λίαν αναγκαία και ενίοτε μόνον αυτά είνε αρκετά. Και το ένδυμά σου να είνε ανθηρόν και λευκόν, προερχόμενον εκ της Τάραντος, ώστε να διαφαίνεται το σώμα, τα δε υποδήματά σου να είνε αττικά και γυναικεία, ανοικτά εις διάφορα μέρη ή εμβάδες της Σικυώνος με λευκά κοσμήματα, να έχης δε πολλούς ακολούθους και πάντοτε να κρατής βιβλίον. Αυτά απαιτούνται εκ μέρους σου• τα δε άλλα καθ' οδόν και ενώ θα προχωρής θα βλέπης και θα ακούης. Και τώρα άκουσε τι πρέπει να κάμης διά να σε αναγνωρίση η ρητορική και να σε πλησίαση και να μη σε αποστραφή και σε αποπέμψη ως αμύητόν τινα και κατάσκοπον των μυστηρίων. Εν πρώτοις πρέπει να επιμεληθής το εξωτερικόν σου και να φροντίσης να είσαι ωραία ενδεδυμένος• έπειτα δε να εκλέξης δεκαπέντε ή το πολύ είκοσι αττικάς λέξεις και αφού τας μάθης τελείως να τας έχης προχείρους και εις το άκρον της γλώσσης, όπως το άττα και κάτα και μων και αμηγέπη και λώστε και τα τοιαύτα και οιονδήποτε λόγον σου να τον αλατίζης με αυτά• διά δε τα άλλα ουδόλως να σκοτίζεσαι αν είνε ανόμοια με τας λέξεις εκείνας και ετερογενή και αταίριαστα• το εξωτερικόν ένδυμα μόνον να είνε ωραίον και εύχρωμον και είνε αδιάφορον αν το εσωτερικόν είνε από χονδροειδές ύφασμα. Έπειτα να έχης προμήθειαν αχρήστων, παραξένων και σπανίως απαντωμένων εις τους παλαιούς λέξεων τας οποίας να πετάς εις πάσαν ευκαιρίαν• διότι ούτω ο πολύς λαός θα σε προσέχη και θα σε θεωρή θαυμαστόν και ανώτερον κατά την παιδείαν, εάν λ. χ. το αποξύω λέγης αποστλεγγίζω, το ηλίω θέρεσθαι λέγεις ηλιθερείσθαι (θερμαίνεσθαι εις τον ήλιον), τον αρραβώνα προνόμιον, την αυγήν ακροκνεφές. Ενίοτε δε να κατασκευάζης και ο ίδιος νέας και αλλοκότους λέξεις και νομοθέτει να λέγεται ο δεινός εις την απαγγελίαν εύλεξις, ο συνετός σοφόνους, ο ορχηστής χειρόσοφος. Αν σολοικίσης δε ή βαρβαρίσης, μόνην επανόρθωσιν να έχης την αναισχυντίαν και πρόχειρον αμέσως το όνομα ποιητού ή συγγραφέως ούτε υπάρχοντος, ούτε υπάρξαντος ποτέ, ο οποίος ούτω συνείθιζε να λέγη και ήτο σοφός ανήρ και εγνώριζε τελείως την γλώσσαν.

Τα παλαιά συγγράμματα περιττόν να αναγινώσκης, ούτε τον φλύαρον Ισοκράτην, ούτε τον άχαριν Δημοσθένην, ούτε τον ψυχρόν Πλάτωνα, αλλ' εκείνα τα οποία εγράφησαν ολίγον προ ημών και τα οποία λέγονται μελέται {79} διά να δύνασαι ν' αντλής εξ αυτών οσάκις παρουσιάζεται ανάγκη, όπως εξ αποθήκης και κατά προαίρεσιν.

Όταν δε παρουσιασθή ανάγκη να ομιλήσης δημοσία και οι παρόντες σου προτείνουν θέμα ομιλίας, όλα όσα είνε δύσκολα να τα παριστάς ως εύκολα και να τα εκφαυλίζης, λέγων ότι δεν εξέλεξαν τίποτε σοβαρόν• άμα δε εκλέξουν το θέμα, μη διστάσης και μη βραδύνης ν' αρχίσης, αλλά λέγε ό,τι σου έλθη εις την γλώσσαν και μη φροντίζης διά την σειράν, ώστε το πρώτον να είνε πρώτον και το δεύτερον μετ' αυτό και το τρίτον έπειτα• αλλ' εκείνο το οποίον θα σου έλθη πρώτον λέγε το εις την αρχήν, αδιαφορών αν η περικνημίς θα τύχη εις το μέτωπον, εις την κνήμην δε η περικεφαλαία. Αλλά σπεύδε και λέγε αδιάκοπα και να μη σιωπάς μόνον. Και αν τύχη να ομιλής περί αδικήματος ή μοιχείας γενομένης εις τας Αθήνας, να διηγηθής τι γίνεται εις τας Ινδίας και τα Εκβάτανα. Εις όλα δε αυτά να αναμιγνύης τον Μαραθώνα και τον Κυναίγειρον, διότι άνευ αυτών δεν δύναται να γίνη τίποτε. Και πάντοτε κάτι να αναφέρης περί της τομής του όρους Άθω υπό του Ξέρξου, περί της γεφυρώσεως του Ελλησπόντου, περί του σκοτισμού του ηλίου υπό των Περσικών βελών• και ο Ξέρξης να τρέπεται εις φυγήν και ο Λεωνίδας να θαυμάζεται και τα γράμματα του Οθρυάδου ν' αναγινώσκωνται• η Σαλαμίς και το Αρτεμίσιον και αι Πλαταιαί ν' αναφέρωνται πολλάκις και συχνά, επί όλων δε τούτων αι ολίγαι εκείναι αττικαί λέξεις να σκορπίζωνται ως άνθη και συχνά να επαναλαμβάνεται το άττα και το δήπουθεν και αν δεν υπάρχει καμμία ανάγκη, διότι ωραία είνε και όταν ασκόπως λέγωνται.

Εάν δέ ποτε παρουσιασθή και ευκαιρία άσματος, δύνασαι να ψάλλης τα πάντα και οτιδήποτε να μεταβάλλης εις μελωδίαν. Αν δέ ποτε δεν ευρίσκης τίποτε κατάλληλον διά να το ψάλλης, ν' απαγγείλης την φράσιν «ω άνδρες δικασταί» με μελωδίαν, και τούτο θα είνε αρκετόν διά να δώση την εντύπωσιν της αρμονίας. Συχνά να επαναλαμβάνης το επιφώνημα «οίμοι των κακών», κτύπα τον μηρόν σου, κάμνε λαρυγγισμούς και απόπτυε θορυβωδώς ενώ ομιλείς και κίνει τα οπίσθια ενώ βαδίζεις. Και αν οι ακροαταί δεν σ' επευφημούν, ν' αγανακτής και να τους υβρίζης• εάν δ' εγείρωνται εξ εντροπής και ετοιμάζωνται να εξέλθουν, διάτασσε να καθήσουν και εν γένει να τους μεταχειρίζεσαι ως τύραννος.

Διά να θαυμάζουν δε και κατά ποσόν των λόγων σου, ν' αρχίζης από τα Τρωικά, και μάλιστα, εάν θέλης, από τους γάμους του Δευκαλίωνος και της Πύρρας, και να φθάνης εις τα σύγχρονα• διότι όσοι θα εννοούν θα είνε ολίγοι και αυτοί θα σιωπήσουν φοβούμενοι την γλώσσαν σου• αλλά και αν είπουν τι, θα θεωρηθή ότι το λέγουν εκ φθόνου• οι δε πολλοί θα θαυμάζουν την στάσιν σου, την φωνήν, το βάδισμα, τας κινήσεις, την μελωδίαν, το υπόδημα και το άττα σου εκείνο, και βλέποντες τον ιδρώτα τον οποίον θα χύνης και την πνευστίασίν σου, δεν θα δύνανται ν' αμφιβάλλουν ότι είσαι μέγας ήρως του λόγου. Άλλως τε και το να ομιλής εκ του προχείρου και ταχέως δικαιολογεί και κρύπτει πολλά και θαυμάζεται υπό των πολλών, ώστε πρόσεξε να μη γράψης ποτέ και να μη προπαρασκευάζης τους λόγους σου, διότι τότε υπόκεινται εις έλεγχον ακριβή.

Οι δε φίλοι σου ας επικροτούν πάντοτε και ας πληρώνουν ούτω τα γεύματα τα οποία παρέχεις• εάν ίδουν ότι τα χάνεις, να σε βοηθούν και να σου δίδουν καιρόν να εύρης την φράσιν σου κατά τα διαλείμματα των επευφημιών, διότι και περί τούτου πρέπει να φροντίζης, να έχης εις το ακροατήριον φίλους και υποστηρικτάς. Αυτήν την συνδρομήν θα σου παρέχουν οι φίλοι ενώ θα ομιλής• μετά ταύτα δε θα σε συνοδεύουν απερχόμενον και ομιλούντα περί του λόγου τον οποίον απήγγειλες. Και αν συναντήσης τινά, να ομιλής περί του εαυτού σου μετά θαυμασμού, ν' αυτοεπαινήσαι κατά κόρον και να γίνεσαι φορτικός εις τον συναντώμενον. «Τι είνε ο Δημοσθένης απέναντί μου;» Ή «ίσως διαγωνίζομαι προς ένα εκ των παλαιών ρητόρων• τους συγχρόνους ούτε τους λαμβάνω υπ' όψιν» και τα τοιαύτα.

Αλλά το μεγαλείτερον και αναγκαιότατον προς την επιτυχίαν ολίγον έλειψε να παραλείψω• να εμπαίζης όλους τους άλλους ρήτορας• και αν μεν κανείς εξ αυτών ομιλήση καλώς, να παριστάς τον λόγον του ως ξένον και όχι ιδικόν του• εάν δε τα καταφέρη μετρίως, όλα του ας είνε ελαττωματικά. Και εις τας δημοσίας διαλέξεις πρέπει να εισέρχεσαι τελευταίος, διότι τούτο δίδει επισημότητα• ενώ δε σιωπούν όλοι ακροώμενοι, ρίπτε ένα έπαινον παράξενον, ο οποίος ν' αποστρέψη και ταράξη την προσοχήν των άλλων, ώστε να αισθάνωνται όλοι ναυτίαν και να φράσσουν τα ώτα διά να μη ακούουν τας αηδείς σου υπερβολάς. Να μη χειρονομής δε πολλάκις προς εκδήλωσιν της εντυπώσεώς σου, διότι τούτο είνε ευτελές, ούτε να σηκωθής περισσότερον της μιας φοράς ή δύο το πολύ• και υπομειδία διά τα πλείστα εκ των λεγομένων, ώστε να φαίνεσαι ότι δεν σου αρέσουν, ευκόλως δε ευρίσκει κανείς αφορμάς κατηγοριών και ευκολώτερον πιστεύονται αι κατακρίσεις από τους επαίνους. Κατά τα άλλα απαιτείται προ πάντων θάρρος• η τόλμη, η αναισχυντία και το ψεύδος να σου είνε πρόχειρα, τον όρκον να έχης πάντοτε επί των χειλέων και φθόνον δι' όλους και μίσος και βλασφημίαν και διαβολάς πιθανάς. Αυτά θα σε καταστήσουν εντός ολίγου περίφημον και περίβλεπτον.

Ταύτα διά τον δημόσιόν σου και φανερόν βίον• εις δε την ιδιαιτέραν σου ζωήν ως κανόνα να έχης να πράττης τα πάντα, να παίζης κύβους, να μεθύης, να λαγνεύης, και να μοιχεύης ή τουλάχιστον να καυχάσαι ότι είσαι τοιούτος, και αν δεν πράττης τίποτε, και να διηγήσαι προς όλους σχετικάς ιστορίας και να επιδεικνύης ερωτικάς επιστολάς υπό γυναικών δήθεν γραφείσας• διότι πρέπει να φροντίζης να φαίνεσαι αξιέραστος και να πιστεύεται ότι αγαπάσαι υπό των γυναικών• και τούτο θα σχετισθή υπό των πολλών με την ρητορικήν και θα λέγεται ότι και εις τους γυναικωνίτας ακόμη επιτυγχάνης. Μη εντραπής δε να φαίνεσαι ότι έχεις και άνδρας εραστάς, καίτοι είσαι με γένεια και μάλιστα φαλακρός. Πρέπει να έχης και τοιούτου είδους φίλους• και εάν δεν εύρης έξω, να μεταχειρισθής τους δούλους σου. Διότι και αυτά συντελούν πολύ εις την ρητορικήν επιτυχίαν• η αναισχυντία και το θράσος γίνονται μεγαλείτερα. Βλέπεις πόσον αι γυναίκες είνε πλέον φλύαροι και υπερβαίνουν τους άνδρας εις τας ύβρεις; Λοιπόν εάν παθαίνης ό,τι και αυταί, θα υπερτερήσης τους άλλους ρήτορας• αλλά πρέπει ν' αποψιλώνης και άλλα μεν μέρη του σώματος, μάλιστα δε εκείνα τα οποία γνωρίζεις. Και το στόμα σου ακόμη να είναι έτοιμον διά πάσαν ευκαιρίαν και η γλωσσά σου ας χρησιμεύη και διά τους λόγους και εις παν ό,τι άλλο δύναται• δύναται δε όχι μόνον να σολοικίζη και να βαρβαρίζη, να φλυαρή ή να επιορκή, να υβρίζη ή να συκοφαντή και να ψεύδεται, αλλά και την νύκτα να υποβοηθή εις άλλας ανάγκας και μάλιστα αν είνε τόσοι πολλοί οι έρωτες, ώστε να μη επαρκής• εις τοιαύτην περίπτωσιν πρέπει να αναμιγνύεται εις όλα, να γίνεται επινοητική και να μη σιχαίνεται τίποτε.

Εάν, παιδί μου, μάθης καλώς αυτά,—είνε δε εύκολον, διότι δεν έχουν τίποτε το δυσμάθητον—σου υπόσχομαι μετά πεποιθήσεως ότι εντός ολίγου θα γίνης άριστος ρήτωρ και όμοιος προς εμέ. Τα δε κατόπιν, όσα αγαθά θ' αποκτήσης εκ της ρητορικής, είνε περιττόν να σου τα λέγω. Βλέπεις εμέ, ο οποίος είχα πατέρα αφανή και όχι ελεύθερον, και είχε δουλεύση περισσότερον από τον Ξόιν και Θμούιν, {80} μητέρα δε ράπτριαν εις έν σταυροδρόμιον. Εγώ δε, ο οποίος κατά την εφηβικήν μου ηλικίαν δεν εθεωρούμην άσχημος, κατ' αρχάς υπηρέτουν μόνον διά να τρέφωμαι ένα ελεεινόν και φιλάργυρον εραστήν• όταν δε ενόησα ότι αυτή η οδός είνε εύκολος και ηκολούθησα αυτήν, έφθασα εις την κορυφήν, διότι—και ας με συγχώρηση η αγαπητή Αδράστεια {81}—είχα άφθονα τα εφόδια τα οποία ανέφερα, το θράσος, την αμάθειαν και την αναισχυντίαν, και η πρώτη μου φροντίς ήτο ν' αφήσω το όνομα Ποθεινός και να γίνω ομώνυμος προς τους υιούς του Διός και της Λήδας. {82} Έπειτα συνοικίσας με μίαν γραίαν ετρεφόμην υπ' αυτής, προσποιούμενος ότι ήμουν ερωτευμένος με την εβδομηκοντούτιδα εκείνην γυναίκα, η οποία είχε μόνον τέσσαρα δόντια ακόμη και αυτά σφραγισμένα με χρυσόν. Αλλ' η πενία με ηνάγκαζε να υποβάλλωμαι εις την βαρείαν εκείνην εργασίαν και η πείνα συνετέλει να μου φαίνωνται γλυκύτατα τα ψυχρά φιλήματα τα οποία ελάμβανα από την νεκροφόραν εκείνην. Παρ' ολίγον δε να κληρονομήσω όλα όσα είχε, εάν είς αχρείος δούλος δεν την ειδοποίει ότι είχον αγοράση δηλητήριον διά ν' απαλλαγώ απ' αυτήν.

Εξεδιώχθην με λακτίσματα, αλλ' όμως και τότε δεν περιέπεσα εις στερήσεις, αλλ' έγεινα ρήτωρ και δικηγορώ και ως επί το πλείστον προδίδω τους πελάτας μου και υπόσχομαι εις τους ανοήτους ότι έχω εξασφαλίση υπέρ αυτών τους δικαστάς• και ναι μεν νικώμαι ως επί το πλείστον, αλλ' όμως οι φοίνικες και οι στέφανοι δεν λείπουν από την θύραν μου• {83} αυτά τα δολώματα μεταχειρίζομαι διά να προσελκύω τους δυστυχείς διαδίκους.

Αλλά και το να μισούμαι υπό πάντων και να είμαι περίφημος διά τον μοχθηρόν μου χαρακτήρα περισσότερον παρά διά την ευφράδειάν μου και να με δακτυλοδεικτούν λέγοντες ότι είμαι ο τελειότερος εις πάσαν κακίαν, δεν μου φαίνεται να είνε μικρόν. Αυτά σε συμβουλεύω, τα οποία συνεβούλευσα πολύ πρότερον εις τον εαυτόν μου και, μα την πάνδημον Αφροδίτην, δεν μετενόησα, αλλ' εξ εναντίας είμαι λίαν ευχαριστημένος. Αρκετά σου είπα.

Αφού είπη ταύτα ο λαμπρός εκείνος άνθρωπος, θα παύση• συ δε, εάν πεισθής εις τους λόγους του, θα φθάσης ευκόλως εις την εκπλήρωσιν των πόθων σου• και ουδέν θα σ' εμποδίση, αν ακολουθήσης τους κανόνας του, να διαπρέπης εις τα δικαστήρια, να είσαι δημοφιλής και αξιέραστος και να έχης ερωμένην όχι γραίαν κωμικήν, όπως ο διδάσκαλός σου, αλλά γυναίκα ωραιοτάτην, την Ρητορικήν• και θα δύνασαι να λέγης περί του εαυτού σου δικαιότερον ή όπως ο Πλάτων είπε περί του Διός, ότι φέρεσαι επί πτερωτού οχήματος. Εγώ δε, ο οποίος είμαι ταπεινός και δειλός, θα αποσυρθώ εκ του σταδίου και θα παύσω να σχετίζωμαι την ρητορικήν, διότι δεν έχω τα ιδικά σας προσόντα αλλά και ήδη έχω παύση, ώστε ακόπως ν' ανακηρύττεσθε θριαμβευταί και να θαυμάζεστε• αλλά τούτο μόνον να μη λησμονήτε, ότι δεν ενικήσατε με την ταχύτητά σας, αλλ' εφθάσατε ταχύτερα εις τον σκοπόν, διότι ηκολουθήσατε την εύκολον και πλαγίαν οδόν.

ΙΚΑΡΟΜΕΝΙΠΠΟΣ Ή ΥΠΕΡΝΕΦΕΛΟΣ

ΜΕΝΙΠΠΟΣ. Λοιπόν από της γης μέχρι της σελήνης, όπου έκαμα τον πρώτον σταθμόν, είνε τρεις χιλιάδες στάδια• από την σελήνην έως εις τον ήλιον πεντακόσιοι περίπου παρασάγγαι• και απ' εκεί έως εις τον ουρανόν και την ακρόπολιν του Διός το διάστημα δι' ένα ευκίνητον αετόν θα είνε μιας ημέρας.

ΦΙΛΟΣ. Δι' όνομα των Χαρίτων, Μένιππε, τι σημαίνουν αυτοί οι αστρονομικοί υπολογισμοί και τι μετράς μόνος σου; Διότι προ πολλού σε παρακολουθώ να διατρέχης ηλίους και σελήνας και να μετράς σταθμούς και παρασάγγας ατελειώτους.

ΜΕΝ. Μη εκπλήττεσαι, φίλε μου, διότι ασχολούμαι με αυτά τα μετεωρολογικά και ουράνια• λογαριάζω το διάστημα του ταξειδίου το οποίον έκαμα προ ολίγου.

ΦΙΛ. Και όπως οι Φοίνικες, υπελόγιζες τον δρόμον σου από την κίνησιν των άστρων;

ΜΕΝ. Όχι, αλλ' εις αυτά τα άστρα εταξείδευσα.

ΦΙΛ. Διάβολε, πολύ μακρόν όνειρον θα είδες, αφού ελησμόνησες και εκοιμήθης ολοκλήρους παρασάγγας.

ΜΕΝ. Σου φαίνεται ότι διηγούμαι όνειρον, ενώ εγώ προ ολίγου ήλθα από τα ανάκτορα του Διός.

ΦΙΛ. Πώς είπες; Συ ο Μένιππος μας έπεσες από τον ουρανόν;

ΜΕΝ. Βέβαια εγώ έρχομαι σήμερον από εκείνον τον μέγαν Δία, αφού ήκουσα και είδα θαυμάσια πράγματα. Αν δεν με πιστεύης, και η απιστία σου με κάνει να χαίρω έτι περισσότερον, διότι σημαίνει ότι η ευτυχία μου είνε τόσον μεγάλη, ώστε καταντά απίστευτος.

ΦΙΛ. Και πώς είνε δυνατόν, Θείε και ολύμπιε Μένιππε, εγώ, ο οποίος εγεννήθηκα από ανθρώπους και ζω επί της γης, να δυσπιστήσω προς άνδρα υπερνέφελον και, διά να είπω ως ο Όμηρος, ένα εκ των ουρανιώνων; Αλλ' αν θέλης, εξήγησέ μου κατά ποίον τρόπον ανέβης εκεί επάνω και πού ευρήκες σκάλαν τόσο μεγάλην. Διότι κατά την όψιν δεν ομοιάζεις πολύ μ' εκείνον τον νεαρόν Φρύγα, ώστε να υποθέσω ότι και σένα ανήρπασε μεταμορφωθείς εις αετόν ο Ζευς διά να του χρησιμεύης ως οινοχόος.

ΜΕΝ. Ότι με εμπαίζεις το καταλαμβάνω και δεν απορώ εάν η παράδοξος ιστορία μου σου φαίνεται ως μύθος. Μάθε όμως ότι ούτε κλίμακα εχρειάσθηκα διά την ανάβασιν, ούτε εξ έρωτος με ανήρπασεν αετός. Είχα δικά μου πτερά.

ΦΙΛ. Τούτο υπερβαίνει και όσα διηγούνται περί Δαιδάλου, αφού εκτός των άλλων και χωρίς να το φανταζώμεθα μας έγινες από άνθρωπος γεράκι ή καρακάξα.

ΜΕΝ. Σωστά το εμάντευσες, φίλε μου, διότι και εγώ εμηχανεύθηκα το πτέρωμα εκείνο του Δαιδάλου.

ΦΙΛ. Και δεν εφοβήθης, τολμηρότατε των ανθρώπων όλων, μήπως καταπέσης κάπου εις την θάλασσαν και γίνης αφορμή ν' αποκτήσωμεν και Μενίππειον πέλαγος, όπως το Ικάριον;

ΜΕΝ. Καθόλου• ο Ίκαρος είχε τα πτερά κολλημένα με κερί, επομένως δεν εβράδυνε να τα λυώση ο ήλιος και ούτω εμάδησε και κατέπεσε. Αι δικαί μου όμως αι πτέρυγες δεν ήσαν από κερί.

ΦΙΛ. Τι λες; Αρχίζω σιγά σιγά να πιστεύω αυτά τα οποία διηγείσαι.

ΜΕΝ. Άκουσε τι έκαμα• συνέλαβα ένα μεγάλον αετόν και ένα γύπα από τους πλέον δυνατούς και τους έκοψα τα πτερά ομού με τους ώμους…. αλλά μάλλον πρέπει να σου διηγηθώ πώς μου ήλθεν εξ αρχής η ιδέα, αν έχης καιρόν να με ακούσης.

ΦΙΛ. Ευχαρίστως, αφού από τώρα είμαι μετέωρος και κρέμομαι από τα χείλη σου και ανυπομόνως περιμένω το τέλος της διηγήσεως. Μάλιστα σε παρακαλώ να μη με αφήσης κρεμάμενον από τ' αυτιά εις το μέσον της διηγήσεως.

ΜΕΝ. Άκουσε λοιπόν, διότι δεν είνε ευγενές ν' αφήση κανείς ένα φίλον του με το στόμα ανοικτόν και μάλιστα, όπως συ λέγεις, κρεμάμενον από τ' αυτιά. Εγώ εξετάζων τα πράγματα του κόσμου δεν εβράδυνα να εύρω γελοία και ευτελή και αβέβαια όλα τα ανθρώπινα, δηλαδή τα πλούτη, τας εξουσίας και τας βασιλείας• και περιφρονήσας αυτά, έκρινα ότι η περί τούτων ασχολία γίνεται εμπόδιον εις την μελέτην των αληθώς σπουδαίων ζητημάτων κ' επροσπαθούσα να ανυψώσω την σκέψιν μου και να την στρέψω προς το σύμπαν. Αλλ' εδώ έπεσα εις μεγάλην απορίαν• εν πρώτοις δεν ηδυνάμην να εννοήσω πώς έγινεν ο λεγόμενος υπό των σοφών κόσμος• ούτε τον δημιουργόν του ημπορούσα να εύρω, ούτε την αρχήν και τον σκοπόν του. Έπειτα όταν εξήταζα τα καθέκαστα εις έτι μεγαλειτέραν απορίαν έπεφτα• έβλεπα με απορίαν τα άστρα όπως είνε σκορπισμένα εις τον ουρανόν και απόθουν να μάθω τι πράγμα να είνε ο ήλιος• προπάντων δε παράδοξος και αλλόκοτος μου εφαίνετο η σελήνη και εσκεπτόμην ότι αι μεταβολαί των σχημάτων της θα είχαν μυστηριώδη τινά αιτίαν. Αλλά και η ταχεία αστραπή και η κρατούσα βροντή και η βροχή, η χιών και η χάλαζα, η οποία πίπτει με τόσην ορμήν, δεν μου εφαίνοντο ολιγώτερον προβληματικά και σκοτεινά. Ενόμισα λοιπόν ότι το καλλίτερον το οποίον είχα να κάμω ήτο ν' αποταθώ εις τους φιλοσόφους και ζητήσω παρ' αυτών την λύσιν των αποριών μου• διότι τους εφανταζόμην ότι είνε κάτοχοι πάσης αληθείας. Εδιάλεξα τους σοφωτέρους εξ αυτών, ως ηδύνατο κανείς να συμπεράνη από την σκυθρωπότητα και την ωχρότητα του προσώπου και από το μέγεθος της γενειάδος των. Και τωόντι αμέσως μου έκαμαν την εντύπωσιν ανθρώπων οι οποίοι λέγουν υψηλά πράγματα και γνωρίζουν τα θαυμάσια του ουρανού. Εις τούτους παρεδόθην με την υπόσχεσιν μεγάλου ποσού χρημάτων, των οποίων μέρος μεν κατέβαλα αμέσως, μέρος δε θα έδιδα όταν θ' απέκτων την όλην σοφίαν, και εζήτησα να με κάμουν αστρονόμον και να με διδάξουν την τάξιν του σύμπαντος. Αλλ' αυτοί όχι μόνον δεν με απήλλαξαν από την παλαιάν άγνοιαν, αλλά και εις μεγαλειτέρας αμφιβολίας μ' έρριψαν με τας αρχάς, τα τέλη, τας ατόμους, τα κενά, τας ύλας και ιδέας και άλλα τοιαύτα κολοκύθια, τα οποία μου έρριπταν κατά κεφαλής. Αλλ' εκείνο προ πάντων το οποίον με εθύμωνεν ήτο ότι εις όσα έλεγαν δεν συνεφώνουν μεταξύ των, αλλ' αι γνώμαι των αντεμάχοντο και ήσαν εντελώς αντίθετοι• και όμως απήτουν να πεισθώ εις όσα έλεγαν και έκαστος ήθελε να μ' ελκύση προς την γνώμην του.

ΦΙΛ. Παράδοξον αυτό• άνθρωποι σοφοί να μη συμφωνούν περί των μεγάλων αληθειών και να έχουν περί αυτών διαφόρους γνώμας.

ΜΕΝ. Θα γελάσης πολύ, φίλε μου, όταν ακούσης ποίαν αλαζονείαν έχουν και πόσην αγυρτείαν εις όσα λέγουν. Ενώ έζησαν πάντοτε επί της γης και ουδόλως υπερέχουν ημάς τους άλλους οι οποίοι βαδίζομεν εδώ κάτω, αλλ' ούτε η όρασίς των είνε οξυτέρα και μερικοί μάλιστα από γήρας και οκνηρίαν δεν καλοβλέπουν, όμως έλεγαν ότι βλέπουν τα πέρατα του ουρανού, εμετρούσαν το μέγεθος και την απόστασιν του ηλίου, έφθαναν εις τα διαστήματα τα υπεράνω της σελήνης και ως να έπεσαν από τα άστρα ωμίλουν διά τα μεγέθη και τα σχήματά των. Ενώ δε πολλάκις δεν είνε εις θέσιν να ειπούν ακριβώς πόσα στάδια είνε από τα Μέγαρα μέχρι των Αθηνών, ετόλμων να λέγουν πόσων πήχεων είνε η απόστασις μεταξύ σελήνης και ηλίου και υπελόγιζον της ατμοσφαίρας τα ύψη και της θαλάσσης τα βάθη και τας περιόδους της γης ανεμέτρουν. Προσέτι έγραφαν κύκλους και εσχημάτιζον τρίγωνα επί τετραγώνων και σφαίρας διαφόρους με τα οποία δήθεν καταμετρούν τον ουρανόν. Έπειτα δε πώς να μη τους θεωρώ ανοήτους και τυφλωμένους από αλαζονείαν όταν περί πραγμάτων τόσων σκοτεινών δεν ομιλούν με υποθέσεις, αλλ' ισχυρογνωμούν και αποκρούουν με θυμόν πάσαν άλλην γνώμην και σχεδόν με όρκον υποστηρίζουν ότι ο ήλιος είνε σίδηρος πεπυρακτωμένος, ότι η σελήνη κατοικείται, ότι τα άστρα πίνουν υδρατμούς, τους οποίους ο ήλιος ως διά κάδου ανασύρει εκ της θαλάσσης και τους μοιράζει εξ ίσου εις αυτά. Αλλ' η αντιγνωμία των ευκόλως γίνεται αντιληπτή. Σκέψου προς θεού αν δύνανται να συμβιβασθώσι τα δόγματά των και αν δεν είνε εντελώς αντίθετα• εν πρώτοις αι γνώμαι των περί του κόσμου είνε αντιφατικαί• οι μεν λέγουν ότι ο κόσμος είνε αγέννητος και ανώλεθρος• {84} οι δε ετόλμησαν να είπουν και ποίος τον εδημιούργησε και κατά ποίον τρόπον κατεσκευάσθη. Εκείνο δε το οποίον προ πάντων μου εφαίνετο παράδοξον και ακατανόητον είνε ότι, ενώ ωμίλουν περί ενός δημιουργού του παντός, δεν εξήγουν ούτε πόθεν ήλθεν ούτος, ούτε που εστέκετο και κατεσκεύαζε τα καθέκαστα, αφού προ της γενέσεως του παντός αδύνατον να εννοηθή χρόνος και τόπος.

ΦΙΛ. Φαίνεται, Μένιππε, ότι είνε πολύ τολμηροί εις τα τερατολογήματα αυτοί οι σοφοί.

ΜΕΝ. Και τι θα έλεγες εάν ήκουες τι λέγουν περί ιδεών και ασωμάτων {85} ή περί του πέρατος και του απείρου; διότι και αυτή είνε μία από τας ζωηροτέρας φιλονεικίας των, καθότι οι μεν περιορίζουσι το παν διά τέλους, οι δε φρονούν ότι δεν έχει τέλος. Αλλά και ότι οι κόσμοι είνε πολυάριθμοι {86} υπεστηρίζετο υπό τινων εξ αυτών, οίτινες κατηγόρουν τους άλλους τους διδάσκοντας ότι ο κόσμος είνε ένας. Κάποιος δε άλλος {87} άνθρωπος όχι ειρηνικός έλεγεν ότι ο πόλεμος είνε πατήρ των όλων. Και πού να σου λέγω τας ιδέας τας οποίας έχουν περί των θεών; Κατά τους μεν ο θεός ήτο αριθμός,{88} άλλοι δε ωρκίζοντο εις τους σκύλους, τας χήνας και τους πλατάνους.{89} Τινές καθαιρέσαντες όλους τους θεούς έδωκαν όλην την εξουσίαν του σύμπαντος εις ένα και μόνον, ώστε ήρχιζα και να στενοχωρούμαι από έλλειψιν θεών• άλλοι εξ εναντίας πλέον γενναιόδωροι τους ήθελαν πολλούς, τους διήρουν δε εις τάξεις και απεκάλουν ένα πρώτον θεόν, τους δε άλλους κατέτασσον εις δευτέραν και τρίτην τάξιν θεότητος. {90} Προσέτι οι μεν εθεώρουν το θείον κάτι τι ασώματον και άμορφον, οι δε το εφαντάζοντο με σώμα. {91} Έπειτα δεν ήσαν όλοι της γνώμης ότι οι θεοί προνοούν διά τα εδώ πράγματα, αλλ' υπήρχον μερικοί οίτινες τους εστέρουν την όλην φροντίδα περί του κόσμου, όπως ημείς απολύομεν από τας δημοσίας υπηρεσίας τους φθάνοντας εις βαθύ γήρας ούτω δε τους παρουσιάζομεν ομοίους περίπου προς τα βωβά πρόσωπα της σκηνής. Μερικοί επροχώρουν ακόμη περισσότερον και ουδόλως επίστευον εις την ύπαρξιν θεών, αλλ' άφηνον τον κόσμον να γυρίζη αδέσποτος και ακυβέρνητος. {92}

Εγώ δε ακούων αυτά δεν ετόλμων να δείξω απιστίαν προς σοφούς τόσον μεγαλοφώνους και με τόσον σεβασμίας γενειάδας. Και μου συνέβαινεν ακριβώς εκείνο το οποίον λέγει ο Όμηρος• πολλάκις δηλαδή έκλινα να πιστεύσω προς ένα εξ αυτών.

έτερος δε με θυμός έρυκεν. {93}

Ευρεθείς εις τοιαύτην απορίαν απηλπίσθην ότι θα μου ήτο δυνατόν επί της γης ν' ακούσω τίποτε αληθές περί των ζητημάτων τούτων και τότε εσκέφθην ότι διά μιας θα εύρισκα την λύσιν όλων των αποριών μου, εάν υπήρχε τρόπος ν'αποκτήσω πτερά και ν' ανέβω εις τον ουρανόν. Την ελπίδα δε ότι θα το επετύγχανα μου έδιδε κυρίως μεν ο πόθος μου, αλλά και ο μυθοποιός Αίσωπος, όστις παριστά τους αετούς και τους κανθάρους, ενίοτε δε και τας καμήλους {94} ότι δύνανται να φθάνουν εις τον ουρανόν. Ν' αποκτήσω όμως πτερά δικά μου δεν έβλεπα να υπήρχε κανείς τρόπος• αλλ' εάν προσήρμοζα επάνω μου πτερά γυπός ή αετού διότι μόνον αυτά δύνανται ν' ανθέξουν εις το βάρος του ανθρωπίνου σώματος ίσως το πείραμά μου θα επετύγχανε. Συνέλαβα λοιπόν τα όρνεα και έκοψα σύρριζα του μεν αετού την δεξιάν πτέρυγα, του δε γυπός την αριστεράν• έπειτα τας έδεσα με δυνατά λουριά και τας προσήρμοσα εις τους ώμους μου, εις δε τα άκρα των μακρών πτερών κατεσκεύασα λαβάς διά τα χέρια μου και έπειτα ήρχισα να κάνω δοκιμάς. Κατ' αρχάς έκανα μικρά αναπηδήματα και συγχρόνως εκίνουν τα χέρια μου και κατώρθωνα να χαμηλοπετώ, όπως αι χήνες, ανυψούμενος εις τον αέρα και βαδίζων συγχρόνως. Όταν δε είδα ότι το πράγμα επετύγχανε, έγινα τολμηρότερος εις τας δοκιμάς μου• ανέβηκα εις την Ακρόπολιν και ερρίφθηκα κάτω από τον κρημνόν προς το θέατρον του Διονύσου• επέταξα χωρίς κίνδυνον, και τότε ήρχισα να έχω μεγαλειτέρας φιλοδοξίας. Κατά το επόμενον πείραμα εσηκώθηκα από την Πάρνηθα ή από τον Υμηττόν κ' επέταξα μέχρι Γερανείας, απ' εκεί δε μέχρι του Ακροκορίνθου, υπεράνω του οποίου επέρασα. Έπειτα επροχώρησα άνω της Φολόης και του Ερυμάνθου και έφθασα μέχρι του Ταϋγέτου. Αι ασκήσεις ηύξησαν την τόλμην μου και τώρα πλέον δεν εζήλευα τα πτηνά, αλλ' είχα φιλοδοξίας ακόμη μεγαλειτέρας. Ανέβηκα εις τον Όλυμπον και αφού έκαμα μίαν προμήθειαν τροφών όσον το δυνατόν ελαφροτέραν εξεκίνησα κατ' ευθείαν προς τον ουρανόν. Κατ' αρχάς μ' εζάλιζε το ύψος, αλλ' έπειτα συνείθισα. Όταν δε έφθασα εις την σελήνην, πολύ υπεράνω των νεφών, ησθάνθην ότι είχα κουρασθή, μάλιστα εις την αριστεράν πτέρυγα, την γυπίνην. Επλησίασα λοιπόν εις την σελήνην και εκάθησα διά ν' αναπαυθώ. Παρατηρών δε άνωθεν έβλεπα, καθώς ο Ζευς του Ομήρου, άλλοτε μεν την χώραν των ιπποτρόφων Θρακών, άλλοτε δε την χώραν των Μυσών και μετ' ολίγον, κατά βούλησιν, την Ελλάδα, την Περσίαν ή τας Ινδίας. Όλα δε αυτά τα θεάματα μου επροξένουν ποικίλας και μεγάλας τέρψεις.

ΦΙΛ. Και αυτά να μου τα διηγηθής, Μένιππε, διά να μάθω όλας τας λεπτομερείας του ταξειδίου, ακόμη και αν είνε επουσιώδεις. Εγώ τουλάχιστον περιμένω ν' ακούσω πολλά περί του σχήματος της γης και όλων των επ' αυτής πραγμάτων, πώς σου εφαίνοντο όταν τα έβλεπες από πάνω.

ΜΕΝ. Η απαίτησίς σου είνε δικαία• λοιπόν να με ακολουθήσης και διά της ακοής ν' ανέβης μαζί μου μέχρι της σελήνης και απ' εκεί θα ίδης μετ' εμού πώς είνε όλα τα επί της γης πράγματα. Και εν πρώτοις να φαντασθής ότι βλέπεις την γην πολύ μικροτέραν από την σελήνην, τόσον ώστε εγώ, όταν έξαφνα έσκυψα και παρετήρουν επί πολύ, ήμουν εις απορίαν και εσκεπτόμην πού είνε τα τόσον μεγάλα βουνά και η τόση θάλασσα, και αν δεν διέκρινα τον κολοσσόν της Ρόδου και τον πύργον της Φάρου, βεβαίως δεν θα εννοούσα ότι αυτό το οποίον έβλεπα ήτο η γη. Αλλ' αυτά με το ύψος των και ο ωκεανός ο οποίος έστιλβεν υπό την λάμψιν του ηλίου μ' έκαμαν να εννοήσω ότι ήτο η γη. Αφού δ' επρόσεξα, ήρχισα να διακρίνω όλην την κίνησιν των ανθρώπων και τον τρόπον κατά τον οποίον ζουν, όχι μόνον κατά έθνη και πόλεις, αλλά διέκρινα καθαρά και τους ταξειδεύοντας, τους πολεμούντας, τους γεωργούντας, τους δικαζομένους, τα γύναια, τα θηρία και εν γένει πάντα όσα τρέφει η ζωοδότειρα γη.

ΦΙΛ. Αυτά τα οποία λέγεις είνε εντελώς απίθανα και αντιφατικά• διότι αφού προ ολίγου μετά δυσκολίας διέκρινες την γην, η οποία εχάνετο εις την απόστασιν, και αν ο κολοσσός δεν σ' εβοήθει να την διακρίνης, θα ενόμιζες ίσως ότι βλέπεις άλλο τι, πώς τώρα, ως να έγινες αίφνης Λιγγεύς, διακρίνεις όλα τα επί της γης, τους ανθρώπους, τα θηρία παρ' ολίγον δε και τας φωλεάς των κουνουπιών;

ΜΕΝ. Η παρατήρησίς σου είνε σωστή και μου ενθυμίζει περιστατικόν το οποίον έπρεπεν εξ αρχής ν' αναφέρω, δεν γνωρίζω δε πώς το παρέλειψα. Όταν ανεγνώρισα την γην, τα δε άλλα δεν ηδυνάμην να διακρίνω ένεκα της αποστάσεως και διότι η όρασίς μου δεν έφθανε, το πράγμα μ' εστενοχώρησε μεγάλως και ευρισκόμην εις πολλήν αμηχανίαν. Ενώ δε ευρισκόμην εις αυτήν την στενοχωρίαν και σχεδόν έκλαια, παρουσιάσθη ο φυσικός Εμπεδοκλής, ο οποίος εφαίνετο ως καρβουνιάρης στακτωμένος και κατακαμμένος. Εγώ, όταν τον είδα, πρέπει να το ομολογήσω— εταράχθηκα ολίγον και ενόμισα ότι έβλεπα φάντασμα της σελήνης, αυτός όμως• Μη φοβείσαι, μου είπε, Μένιππε,

ού τις τοι θεός ειμί, τι μ' αθανάτοισιν εΐσκεις; {95}

Είμαι ο φυσικός Εμπεδοκλής• όταν δ' ερρίφθηκα εις τον κρατήρα της Αίτνης, ο καπνός με ήρπασε και μ' έφερεν εδώ πάνω και τώρα κατοικώ εις την σελήνην και ως επί το πολύ αεροβατώ και τρέφομαι με δρόσον. Έρχομαι λοιπόν να σου διαλύσω την απορίαν εις την οποίαν ευρίσκεσαι• διότι μαντεύω ότι είσαι στενοχωρημένος και λυπείσαι, επειδή δεν δύνασαι να βλέπης καθαρά τι γίνεται επί της γης. Πολύ καλά έκαμες, του είπα, φίλτατε Εμπεδοκλή, και όταν μετ' ολίγον θα πετάξω πάλιν οπίσω εις την Ελλάδα, θα σου κάμω σπονδάς εις την καπνοδόχην μου και κατά την πρώτην του μηνός θα προσεύχωμαι ανοίγων τρεις φορές το στόμα προς την σελήνην. Μα τον Ενδυμίονα, είπεν ο Εμπεδοκλής, δεν ήλθα χάριν της αμοιβής, αλλά σ' ελυπήθη η ψυχή μου όταν σε είδα στενοχωρημένον. Λοιπόν ξέρεις τι πρέπει να κάμης διά να γίνης οξυδερκής; Μα τον Δία, του είπα, δεν υπάρχει άλλος τρόπος παρά να μου αφαιρέσης την ομίχλην η οποία μου σπεπάζει τα μάτια• τώρα μου φαίνεται σαν να είνε κολλημμένα τα μάτια μου από τσίμπλες. Εις τούτο, μου είπεν, ούτε της ιδικής μου συνδρομής έχεις ανάγκην διότι την οξυδέρκειαν την έχεις φέρη από την γην. Δεν σ' εννοώ, του είπα. Λησμονείς, είπε, ότι έχεις επάνω σου την δεξιάν πτέρυγα αετού; Αυτό το ξέρω, απήντησα• αλλά τι κοινόν υπάρχει μεταξύ πτέρυγος και οφθαλμού; Ότι, είπεν ο Εμπεδοκλής, ο αετός έχει την όρασιν πολύ οξυτέραν από τα αλλά ζώα, ώστε μόνος αυτός δύναται να βλέπη ατενώς προς τον ήλιον• διακρίνεται δε ο βασιλικός και γνήσιος αετός εκ τούτου, αν βλέπη προς τον ήλιον χωρίς να κλείη τα βλέφαρα. Αυτά τωόντι λέγονται, είπα, και τώρα μετανοώ διότι ήλθα εδώ χωρίς προηγουμένως να βγάλω τα μάτια μου και να τα αντικαταστήσω με οφθαλμούς αετού. Τώρα ήλθα χωρίς να είμαι καθ' όλα βασιλικώς παρασκευασμένος, αλλ' ομοιάζω με τους νόθους εκείνους και αμφιβόλου γνησιότητος αετούς. Και όμως από σε εξαρτάται, είπεν ο Εμπεδοκλής, να γίνη αμέσως ο είς εκ των οφθαλμών σου βασιλικός• διότι αν θέλησης να πετάξης ολίγον μόνον με την μίαν πτέρυγα και να κρατής ακίνητον την πτέρυγα του γυπός, ο αντίστοιχος προς την κινουμένην πτέρυγα οφθαλμός σου, ο δεξιός, θα γίνη οξυδερκής• ο άλλος όμως δεν υπάρχει τρόπος να μη μείνη ασθενέστερος, αφού ανήκει εις πτηνόν το οποίον έχει την όρασιν αμβλυτέραν. Αρκετόν είνε, είπα εγώ, και αν μόνον ο δεξιός μου οφθαλμός γίνη αέτειος, και μόνον με αυτόν θα βλέπω καλά, αφού πολλάκις, μου φαίνεται, έχω ιδή τους μαραγκούς να παρατηρούν μόνον με τον ένα οφθαλμόν και ούτω να κάνουν ευθύτερα τα ξύλα που κατεργάζονται.