WeRead Powered by ReaderPub
Λουκιανός - Άπαντα, Τόμος Πέμπτος cover

Λουκιανός - Άπαντα, Τόμος Πέμπτος

Chapter 11: ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥ {39}
Open in WeRead

About This Book

A collection of short satirical dialogues and essays that skewers pretension among philosophers, sophists, and religious impostors, blending sharp irony, mock encomia, and comic biographies. Topics move from debates on technical arts and public spectacles to flamboyant death scenes and ritual parodies, using imagined speeches and interlocutors to expose vanity, hypocrisy, and superstition. The tone alternates learned allusion with colloquial wit, and the pieces favor rhetorical performance and anecdotal comedy over systematic argument, inviting readers to laugh at human affectation while reflecting on beliefs, reputation, and the social roles of wisdom and spectacle.

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥ {39}

Όταν ο Αλέξανδρος είδε τον ποταμόν Κύδνον ωραίον και διαυγή, με βάθος όχι επικίνδυνον και ρεύμα όχι πολύ ορμητικόν και εν καιρώ θέρους ψυχρόν, επομένως λίαν κατάλληλον διά κολύμβημα, μου φαίνεται ότι και αν ήτο βέβαιος ότι θα ησθένει, όπως ησθένησε, δεν θα κατενίκα την επιθυμίαν να λουσθή. Όταν δε ίδη κανείς οικίαν και κατά το μέγεθος μεγαλοπρεπή και κατά το κάλλος μοναδικήν, καταλαμπομένην υπό φωτός, απαστράπτουσαν εκ χρυσού και καταστόλιστον από τοιχογραφίας ανθηράς, δεν είνε φυσικόν να επιθυμήση να εκφωνήση λόγον εντός αυτής, αν τύχη να είνε εκ των καταγινομένων εις την ρητορικήν, να αναδειχθή εντός αυτής και διακριθή, να την γεμίση με την φωνήν του και καθ' όσον είνε δυνατόν να γίνη και αυτός μέρος του κάλλους της; Αν αρκεσθή μόνον να την παρατηρήση λεπτομερώς και αφού την θαυμάση απέλθη χωρίς να εκφράση τον θαυμασμόν του, χωρίς να την χαιρετήση και της απευθύνη μίαν προσφώνησιν, ως να είνε άλαλος ή σιωπά σκοπίμως εκ φθόνου, δεν θα είπετε ότι ο τοιούτος δεν είνε φιλόκαλος, ούτε αισθάνεται το ωραίον και δεν θ' αποδώσετε εις την διαγωγήν του πολλήν αγροικίαν και απειροκαλίαν; Βεβαίως είνε αμουσία να δεικνύη τις τοιαύτην αδιαφορίαν προς θεάματα τόσον ωραία και τόσον τερπνά και να μη εννοή ότι ο τρόπος της εκδηλώσεως του θαυμασμού προς το ωραίον δεν είνε ο αυτός διά τους απλούς ανθρώπους και διά τους μορφωμένους• διά τους απλούς ανθρώπους αρκεί να ίδωσι μόνον και να παρατηρήσουν, να περιφέρουν το βλέμμα και ν' αναβλέψουν προς την οροφήν, να χειρονομήσουν επιδοκιμαστικώς και ησύχως ν' απολαύσουν την ηδονήν του θεάματος, διότι φοβούνται μήπως δεν δυνηθούν να είπουν τι άξιον των βλεπομένων• αλλ' εκείνος ο οποίος βλέπει με έμπειρον και σοφόν βλέμμα τα ωραία, δεν θ' αρκεσθή, νομίζω, ν' απολαύση μόνον διά της οράσεως το τερπνόν, ούτε θα δυνηθή να μείνη άφωνος θεατής του κάλλους• αλλά θα προσπαθήση όσον δύναται και να το μελετήση και διά του λόγου ν' αποδώση την ηδονήν την οποίαν του παρέχει το θέαμα. Η δε απόδοσις δεν θα είνε μόνον έπαινος του οίκου — διότι τούτο ίσως αρμόζει μόνον εις τον νησιώτην εκείνον νέον όστις, ιδών το μέγαρον του Μενελάου και υπερβολικώς καταπλαγείς, παρέβαλε τον εκ χρυσού και ελέφαντος διάκοσμον αυτού προς τον ήλιον και τα άστρα, διότι μόνον αυτά εγνώριζε και τίποτε από τα θαυμάσια της γης — αλλ' ο σοφός και θα ομιλήση εντός αυτής και, αφού συγκαλέση τους επιφανεστέρους των πολιτών, θα κάμη επίδείξιν ρητορικήν και τούτο θα είνε μέρος του επαίνου.

Νομίζω δε ότι είνε από τα πλέον ευχάριστα πράγματα μέγαρον τόσον ωραίον να ανοίγεται προς υποδοχήν λόγων ρητορικών και να πληρούται επαίνων και επευφημιών, να αντηχή δε, όπως τα σπήλαια, ήρεμα και να παρακολουθή τα λεγόμενα και να παρατείνη τους τελευταίους ήχους της φωνής και να επαναλαμβάνη τας τελευταίας λέξεις των περιόδων, ως προσεκτικός ακροατής, ο οποίος απομνημονεύει τα λεγόμενα και επαινεί τον ομιλούντα και τον ανταμείβει ούτω κατά τρόπον κολακευτικόν. Ομοίως αντιλαλούσιν εις τα αυλήματα των ποιμένων οι βράχοι και η φωνή επανέρχεται προς την αφετηρίαν της, αποδιδομένη υπό της ηχούς• οι δε απλοί άνθρωποι νομίζουν ότι η απάντησις έρχεται προς τους άδοντας ή κραυγάζοντας από κάποιαν παρθένον κατοικούσαν μεταξύ των κρημνών και κρυπτομένην εντός των πετρών.

Εγώ τουλάχιστον φρονώ ότι και του ρήτορος η διάνοια εξυψούται αναλόγως της πολυτελείας του οίκου και την ψυχήν του αναπτερώνει του θεάματος η υποβολή. Διότι κάτι τι εκ του ωραίου εισδύει διά των οφθαλμών μέχρι της ψυχής και αφού στολίση τους λόγους τους εκπέμπει ευγενεστέρους. Πώς πιστεύομεν ότι η όψις των όπλων {40} επηύξησε το πολεμικόν μένος του Αχιλλέως εναντίον των Φρυγών και όταν εφόρεσε και εδοκίμασε την πανοπλίαν έγινεν ορμητικώτερος και ακράτητος εις την επιθυμίαν του πολέμου, και δεν θα παραδεχθώμεν ότι το κάλλος του περιβάλλοντος δεν συντελεί εις την διέγερσιν των ρητορικών χαρισμάτων; Εις τον Σωκράτην ήτο αρκετόν να κάθεται υπό πλάτανον ωραίον επί χλόης πυκνής και πλησίον πηγής διαυγούς παρά τον Ιλισσόν διά να ευρίσκη την ειρωνείαν την οποίαν εξέχυνεν εναντίον του Φαίδρου του Μυρνουσίου και να ελέγχη τα ρητορικά ελαττώματα του Λυσίου. Και εκεί εκάλει τας Μούσας και επίστευεν ότι θα ήρχοντο εις την μοναξίαν εκείνην διά να τον βοηθούν εις τας περί έρωτος ομιλίας του. Δεν εντρέπετο δε, άνθρωπος γέρων, να καλή παρθένους διά να λάβουν μέρος εις τας φιλοπαιδικάς διαλέξεις του• και ημείς θα νομίσωμεν ότι και απρόσκλητοι ακόμη δεν θα έλθουν εις μέρος τόσον ωραίον; Δεν προσφέρομεν εις αυτάς μόνον σκιάν και κάλλος πλατάνου, και αν ακόμη αντί της πλατάνου του Ιλισσού πρόκειται περί της χρυσής πλατάνου του βασιλέως των Περσών. Εκείνη μόνον διά την πολυτέλειάν της ήτο θαυμαστή• τέχνη δε ή κάλλος ή τέρψις ή συμμετρία και ευρυθμία δεν συνυπήρχον ούτε ενεμιγνύοντο με τον χρυσόν, αλλ' ήτο το θέαμα βαρβαρικόν, πλούτος μόνον, προκαλών τον φθόνον των βλεπόντων και την έπαρσιν των εχόντων. Έπαινος κανείς. Αλλ' ούτε εσκοτίζοντο οι Αρσακίδαι {41} διά τα ωραία πράγματα, ούτε χάριν της τέρψεως επεδείκνυαν την πολυτέλειάν των και δεν εφρόντιζον να κινήσουν εις έπαινον τους θεατάς, αλλά να τους εκπλήξουν• διότι δεν είνε φιλόκαλοι, αλλά φιλόπλουτοι οι βάρβαροι. Το κάλλος δε του οίκου τούτου δεν είνε δι' οφθαλμούς βαρβάρων, ούτε διά Περσικήν αλαζονείαν ή βασιλικήν καύχησιν, αλλ' ούτε και διά πένητας• έχει ανάγκην ευφυούς θεατού ο οποίος να μη βλέπη μόνον με τους οφθαλμούς, αλλά και η σκέψις να παρακολουθή την όρασιν. Ότι βλέπει προς το κάλλιστον μέρος της ημέρας — κάλλιστον δε και ποθεινότατον αυτής είνε η ανατολή — και μόλις ανατείλη ο ήλιος, τον υποδέχεται και πληρούται φωτός απλέτου άμα ανοιχθώσιν αι θύραι, ότι έχει την διεύθυνσιν των αρχαίων ναών, ότι αναλογεί το μήκος προς το πλάτος και αμφότερα ταύτα προς το ύψος, ότι τα παράθυρα είνε μεγάλα και ανοίγονται προς όλα τα σημεία του ορίζοντος και ανταποκρίνονται προς όλας τας ώρας του έτους,—πάντα ταύτα δεν είνε ευχάριστα και άξια επαίνων;

Προσέτι δύναταί τις να θαυμάση εις την οροφήν το ωραίον μετά του απερίττου, το ανεπίλυπτον του διακόσμου και την συμμετρίαν και ευπρέπειαν των χρυσωμάτων, και ότι η χρήσις του χρυσού έγινε κατά τρόπον ώστε να μη υποπτεύη τις φειδώ, αλλά να διακρίνη φιλόκαλον λιτότητα, όπως εις γυναίκα σεμνήν και ωραίαν αρκεί διά ν' αναδείξη το κάλλος της ή λεπτόν περιδέραιον περί τον τράχηλον ή εις τον δάκτυλον δακτύλιος καλλιτεχνικός, ή ενώτια, ή πόρπη ή ταινία συγκρατούσα την κόμην και τοσούτον προσθέτουσα εις το κάλλος όσον εις το ένδυμα η πορφύρα. Εξ εναντίας αι εταίραι και μάλιστα αι ασχημότεραι εξ αυτών και το ένδυμα έχουν ολόκληρον πορφυρούν και ο τράχηλος των είνε κατακόσμητος με χρυσόν, διότι εις την πολυτέλειαν επιζητούν το θελκτικόν και τας ατελείας του κάλλους των προσπαθούν να καλύψουν και συμπληρώσουν διά του στολισμού. Διότι νομίζουν ότι και οι βραχίονες των θα γίνουν λαμπρότεροι όταν προσθέσουν εις αυτούς την λάμψιν του χρυσού, και η δυσμορφία του ποδός θα κρυφτή υπό του χρυσού υποδήματος και αυτό το πρόσωπον θα γίνη ερασμιώτερον βλεπόμενον ομού με λάμποντα κοσμήματα. Και εκείναι μεν ούτω σκέπτονται. Η δε σεμνή γυνή του χρυσού κάμνει χρήσιν εις τον στολισμόν της μετρίως και κατά το πρέπον• πιστεύω μάλιστα ότι δεν θα ησχύνετο και εντελώς ακόσμητον και γυμνόν να δείξη το κάλλος της.

Λοιπόν και η οροφή του οίκου τούτου, ή μάλλον η κεφαλή, και καθ' εαυτήν μεν παρουσιάζει ευχάριστον όψιν, ο δε χρυσός την στολίζει τόσον, όσον και ο ουρανός κατά την νύκτα λαμπρύνεται υπό των άστρων κατά διαστήματα και φαίνεται ως σπαρμένος από πύρινα άνθη. Εάν δε ήτο ολόκληρος πυρ, δεν θα μας εφαίνετο ωραίος, αλλά φοβερός. Δύναταί τις δε και να παρατηρήση ότι εδώ ο χρυσός δεν είνε ανωφελής, ούτε μόνον διά την τέρψιν των οφθαλμών εγκατεσπαρμένος εις τον λοιπόν διάκοσμον, αλλ' εκπέμπει και ιδιαιτέραν λάμψιν και ολόκληρον τον οίκον λαμπρύνει με την ακτινοβολίαν του• διότι όταν το φως προσπίπτη επ' αυτού και των χρωμάτων, λάμπουν από κοινού και η ζωηρότης των διπλασιάζεται.

Τα υψηλά και κορυφαία μέρη του οίκου είνε τοιαύτα, ώστε έχουν ανάγκην εγκωμιαστού όπως ο Όμηρος, διά να τον ονομάση υψόροφον, όπως τον θάλαμον της Ελένης, ή αιγλήεντα, όπως τον Όλυμπον. Τον δε άλλον διάκοσμον και τας ζωγραφιάς των τοίχων και των χρωμάτων τα κάλλη και την ζωηρότητα εκάστου, την τελειότητα και την φυσικότητα, ορθώς δύναταί τις να παραβάλλη προς την εαρινήν όψιν ευανθούς λειμώνος, με την διαφοράν ότι η μεν άνθησις εκείνη μαραίνεται και αποβάλλει το κάλλος, ενώ το έαρ τούτο είνε παντοτεινόν και ο λειμών αμάραντος και τα άνθη αθάνατα, καθότι μόνον η όρασις τα εγγίζει και δρέπει την ηδονήν του θεάματος.

Τις λοιπόν δύναται να μη ενθουσιασθή βλέπων τόσα και τοιαύτα ωραία πράγματα και τις δεν θα παρακινηθή και υπέρ την δύναμίν του να ομιλήση εν μέσω αυτών, σκεπτόμενος ότι θα είνε μεγάλη εντροπή να φανή κατώτερος των αντικειμένων τα οποία βλέπει; Το θέαμα των ωραίων πραγμάτων θέλγει όχι μόνον τους ανθρώπους, αλλά και αυτά τα ζώα• και ο ίππος μου φαίνεται ότι με περισσοτέραν ευχαρίστησιν τρέχει εις μέρος επίπεδον και εις έδαφος μαλακόν, το οποίον δέχεται απαλά το πάτημα και ενδίδει ολίγον εις τον πόδα και δεν τον απωθεί με τραχύτητα. Τότε ο ίππος τερπόμενος αναπτύσσει όλον του τον δρόμον και, αφηνόμενος καθ' ολοκληρίαν εις την ορμήν του, αμιλλάται και προς το κάλλος της πεδιάδος. Το δε παγώνι, όταν αρχίζη η άνοιξις και ευρίσκεται εις λειμώνα, όπου τα άνθη ανοίγουν δροσερά και με χρωματισμούς ζωηρούς και ερασμίους, ανοίγει τα πτερά του και τα επιδεικνύει εις την λάμψιν του ηλίου, ανυψώνει την ουράν και την σχηματίζει εις κύκλον, επιδεικνύον τα ιδικά του άνθη και το έαρ των πτερών, ως αν ο λειμών το προκαλή εις άμιλλαν. Στρέφεται δε περί εαυτό και περιφέρεται και περιάγει εν πομπή τα κάλλη του. Τότε φαίνεται και θαυμασιώτερον υπό το φως, διότι τα χρώματά του μεταβάλλονται και μετατρέπονται και αλλάσσουν κάλλος. Τούτο δε συμβαίνει ιδίως εις τους κύκλους τους οποίους έχει εις τα άκρα των πτερών και τους οποίους περιβάλλουν οι χρωματισμοί της ίριδος. Ό,τι προ ολίγου εφαίνετο ως χαλκός, άμα ολίγον μετακινηθή, παρουσιάζει όψιν χρυσού, και εκείνο το οποίον εις το φως του ηλίου φαίνεται κυανούν, άμα σκιασθή, μεταβάλλεται εις πρασινωπόν• τόσον μεταχρωματίζεται εις το φως το πτέρωμά του. Ότι δε και η θάλασσα είνε ικανή να μας προκαλέση και μας κινήση εις επιθυμίαν όταν φαίνεται γαληνιαία, το γνωρίζετε και χωρίς να το είπω• και εντελώς χερσαίος και άπειρος των ταξειδίων αν είνε τις, πάντως επιθυμεί να εισέλθη εις πλοίον, ν' ακτοπλοήση ή ν' ανοιχθή εις το πέλαγος, μάλιστα εάν βλέπη ότι ο άνεμος είνε ούριος και ελαφρώς κολπεί το ιστίον, το δε πλοίον μαλακά και ελαφρά ολισθαίνει επί των κυμάτων.

Λοιπόν και του οίκου τούτου το κάλλος είνε ικανόν και να εμπνεύση ρήτορα και να εξυψώση την ευφράδειάν του και κατά πάντα τρόπον να συντελέση ώστε ν' αναδειχθή. Εγώ τουλάχιστον πιστεύω και έχω περί τούτων πεποίθησιν• και εις τον οίκον τούτον ήλθα διά να ομιλήσω, ελκόμενος υπό του κάλλους του, ως υπό μαγείας ή Σειρήνος• ελπίζω δε, και αν μέχρι τούδε οι λόγοι μου ήσαν μέτριοι, να αναδειχθούν εδώ ωραίοι, καθότι το περιβάλλον θα χρησιμεύση εις αυτούς ως λαμπρόν ένδυμα.

Αλλ' ενώ ωμίλουν, άλλος ρήτωρ, ουχί αξιοπεριφρόνητος, αλλά μάλιστα πολύ άξιος της προσοχής σας, ως διατείνεται, απεπειράτο να με διακόψη και αντικρούση τα λεγόμενα. Τώρα δε ότε έπαυσα λέγει ότι δεν είνε αληθή και απορεί πώς υποστηρίζω ότι κατάλληλον προς επίδειξιν ευφραδείας είνε το κάλλος οίκου κοσμημένου με χρώματα και χρυσόν, ενώ κατά την γνώμην του το εναντίον είνε αληθές. Αλλά μάλλον, αν θέλετε, αυτός ας σηκωθή και ας αναπτύξη τας ιδέας του ενώπιον υμών ως δικαστών και ας είπη διατί θεωρεί συντελεστικώτερον και ευνοϊκώτερον προς την ευγλωττίαν την απλότητα και την ασχημίαν του περιβάλλοντος. Ηκούσατε τους ιδικούς μου λόγους, ώστε δεν νομίζω αναγκαίον να δευτερολογήσω περί του αυτού θέματος. Αυτός δε ας ομιλήση τώρα και εγώ θα του παραχωρήσω την θέσιν μου και θα σιωπήσω.

Ο προλαλήσας ρήτωρ, ω άνδρες δικασταί, είπε πολλούς και μεγάλους επαίνους δι' αυτόν τον οίκον και με την ευφράδειάν του τον εστόλισε• εγώ δε όχι μόνον δεν θα τον ψέξω, αλλά και νομίζω ότι πρέπει να υπερθεματίσω εις όσα εκείνος είπε. Διότι όσω ωραιότερος θα σας φανή, τόσον ακατάλληλος προς εκφώνησιν λόγου θ' αποδειχθή. Και εν πρώτοις, επειδή ο αντίπαλος ωμίλησε περί γυναικών, στολισμού και χρυσού, θα επιτρέψετε και εις εμέ να μεταχειρισθώ το αυτό παράδειγμα. Λέγω λοιπόν ότι ο πλούσιος στολισμός όχι μόνον δεν αναδεικνύει το κάλλος μιας ωραίας γυναικός, αλλά και εναντιούται εις την εντύπωσιν αυτού, καθότι πάντες όσοι την βλέπουν καταπλήσσονται υπό του χρυσού και των πολυτίμων λίθων, αντί να θαυμάζουν το χρώμα της γυναικός ή το βλέμμα ή τον τράχηλον, τον βραχίονα ή τους δακτύλους• ο θεατής παραβλέπτων ταύτα, στρέφει όλην του την προσοχήν εις τον σαρδικόν ή τον σμάραγδον, το περιδέραιον ή το βραχιόλι, είνε δε επόμενον εκείνη να λυπηθή βλέπουσα ότι παροράται και ότι οι στολισμοί της δεν αφήνουν τους θεατάς να την επαινούν, αλλ' υποβιβάζουν εις δευτέραν μοίραν το κάλλος της. Κατ' ανάγκην νομίζω ότι και ο επιδεικνύων λόγους εντός τόσων ωραίων οικοδομών θα πάθη το αυτό. Διότι εις το μέγεθος των πέριξ ωραίων πραγμάτων χάνεται το κάλλος των λόγων και αμαυρούται και εξαφανίζεται, όπως εάν εισαγάγη τις λύχνον εις πυρκαϊάν μεγάλην ή επιδείξη μύρμηκα επί ελέφαντος ή καμήλου.

Πρέπει λοιπόν ν' αποφεύγη τοιούτον περιβάλλον ο ρήτωρ, καθότι εκτός των άλλων και η φωνή του ταράσσεται και χάνει την ευκρίνειαν και την καθαρότητα εις μέρος τόσον εύηχον, το οποίον αντιλαλεί και αντιφωνεί και αντιλέγει, και καλύπτει την φωνήν η ηχώ, όπως η σάλπιγξ τον ήχον των αυλών εάν συμπέσουν, ή τους κελευστάς η θάλασσα, όταν συνοδεύουν την κωπηλασίαν με άσμα συγχρόνως με τον θόρυβον του κύματος• διότι επικρατεί ο μεγαλείτερος ήχος και καλύπτει την ασθενεστέραν φωνήν.

Αλλά και εκείνο το οποίον είπεν ο αντίπαλος, ότι ο ωραίος οίκος εμπνέει και ανυψόνει τον ρήτορα και τον παρακινεί έτι μάλλον εις την εκφώνησιν λόγου, μου φαίνεται ότι δεν είνε αληθές, αλλ' ότι μάλιστα συμβαίνει το εναντίον. Εκπλήττει δηλαδή και προξενεί συστολήν και συνταράσσει την σκέψιν και καθιστά δειλότερον τον ρήτορα, σκεπτόμενον πόσον θ' αποτύχη αν οι λόγοι του δεν φανούν όμοιοι προς το ωραίον περιβάλλον. Ουδείς άλλος δύναται να φανή τόσον δειλός όσον εκείνος ο οποίος, φορών ωραίαν πανοπλίαν, τρέπεται εις φυγήν προ των άλλων• τα ωραία όπλα καθιστούν φανερωτέραν την δειλίαν του. Τούτο δε νομίζω ότι υπελόγιζε και ο ρήτωρ εκείνος του Ομήρου, όστις περί ωραιότητος ελάχιστον εφρόντιζε, παρουσιάζετο δε ως απλοϊκός και εντελώς άπειρος άνθρωπος, διά να φαίνεται απροσδόκητον και επομένως να κάμνη περισσοτέραν εντύπωσιν το κάλλος των λόγων του. Άλλως τε δεν είνε δυνατόν παρά και η σκέψις του ρήτορος ν' απασχολείται υπό του θεάματος και η προσοχή του να περισπάται και ελαττούται, καθότι θα προσέχη περισσότερον εις το να βλέπη παρά να σκέπτεται και το θέαμα θα τον προσελκύη και δεν θα τον αφήνη να προσέχη εις τα λεγόμενα και δεν είνε δυνατόν παρά να φανή κατώτερος εαυτού, αφού το πνεύμα του θ' αντιπερισπάται υπό του κάλλους και του πλούτου των αντικειμένων τα οποία θα βλέπη. Παραλείπω ότι και οι παρόντες, οίτινες προσήλθον διά να τον ακούσουν εντός τοιούτου οίκου, από ακροατών θα γίνουν θεαταί και πρέπει να έχη κανείς το ρητορικόν θέλγητρον του Δημοδόκου ή του Φημίου, του Θαμύριδος ή του Αμφίωνος ή του Ορφέως, ώστε να δυνηθή ν' αποσπάση το πνεύμα αυτών από τα θεάματα. Έκαστος εξ αυτών ευθύς άμα εισέλθη και ευρεθή εν μέσω τόσον θαυμασίων θεαμάτων θα προσηλωθή εις αυτά και θα χάση πάσαν προσοχήν και ενδιαφέρον διά τους λόγους, εκτός αν είνε εντελώς τυφλός ή, όπως συνεδριάζει η βουλή του Αρείου Πάγου, η ακρόασις του λόγου γίνεται εν καιρώ νυκτός και εις το σκότος. Ότι δε η δύναμις των λόγων δεν δύναται να ανταγωνισθή προς το θέλγητρον της δράσεως μαρτυρεί και ο περί των Σειρήνων μύθος παρατιθέμενος εις τον περί των Γοργόνων• διότι αι πρώται κατεγοήτευον τους πλησίον πλέοντας διά των ασμάτων και της μελωδίας των, αλλ' η γοητεία αύτη είχεν ανάγκην διαρκείας τινός διά να φέρη αποτέλεσμα, το οποίον σημαίνει ότι δεν ήτο πανίσχυρος• υπάρχει δε και παράδειγμα ανθρώπου όστις κατώρθωσε να διέλθη χωρίς να παρασυρθή υπό του θέλγητρου του άσματος. Το κάλλος όμως των Γοργόνων ήτο ισχυρότατον, και θίγον την ψυχήν εις τα καιριώτατα, έφερεν αμέσως εις έκστασιν και αφασίαν τους βλέποντας, καθώς δε ο μύθος λέγει, και απελιθούντο υπό του θαυμασμού. Επομένως και εκείνο το οποίον είπε περί του παγονιού ο αντίπαλος νομίζω ότι συνηγορεί υπέρ της ιδέας μου• διότι και εκείνου το θέλγητρον υπάρχει εις την όψιν και όχι εις την φωνήν. Και αν τις παρουσιάση μίαν αηδόνα ή ένα κύκνον και τους βάλη να κελαδήσουν, ενώ δε κελαδούν παρουσιάση και παγόνι το οποίον να σιωπά, δεν έχω αμφιβολίαν ότι προς αυτό θα στραφή η ψυχή του θεατού, μη προσέχουσα πλέον εις τα άσματα εκείνων. Τόσον ακαταγώνιστος φαίνεται ότι είνε η διά της οράσεως τέρψις.

Και αν θέλετε θα επικαλεσθώ την μαρτυρίαν ανδρός σοφού, όστις θα μαρτυρήση ότι πολύ επικρατέστερα των λεγομένων είνε τα βλεπόμενα. Λοιπόν, κήρυξ, κάλεσε τον εξ Αλικαρνασσού Ηρόδοτον τον υιόν του Λύξου• και επειδή ο σοφός εκείνος υπήκουσεν εις την πρόσκλησιν, ας παρουσιασθή και ας μαρτυρήση. Επιτρέψατέ του δε να ομιλήση. προς υμάς Ιονιστί κατά την συνήθειάν του• Όσα είπε προς υμάς, ω άνδρες δικασταί, ο ρήτωρ ούτος, διά ν' αποδείξη την υπεροχήν της δράσεως προς την ακοήν είνε αληθή• ώτα γαρ απιστότερα οφθαλμών τυγχάνει εόντα». Ακούετε τι λέγει ο μάρτυς και πώς εις την όρασιν αποδίδει τα πρωτεία• και πολύ δικαίως• διότι οι μεν λόγοι είνε πτερωτοί, δι' ο και λέγονται έπη πτερόεντα, και άμα εξέλθουν εκ του στόματος πετούν και φεύγουν• η τέρψις όμως των θεαμάτων είνε διαρκεστέρα και, παραμένουσα επί πολύ, κατορθώνει πάντως να υποτάξη τον θεατήν•

Πώς λοιπόν να μη είνε δεινός ανταγωνιστής του ρήτορος οίκος τόσον ωραίος και αξιοθαύμαστος; Αλλά δεν ανέφερα ακόμη το μεγαλείτερον επιχείρημα, ότι δηλαδή και σεις οι δικασταί, ενώ ημείς ομιλούμεν, στρέφετε το βλέμμα σας προς την οροφήν και θαυμάζετε τους τοίχους και εξετάζετε τας τοιχογραφίας την μίαν μετά την άλλην. Και δεν πρέπει να εντρέπεσθε διά τούτο, διότι το πάθημά σας είνε εντελώς ανθρώπινον και τοσούτω μάλλον συγνωστόν καθ' όσον τα αντικείμενα τα οποία προσελκύουν την προσοχήν σας είνε τόσον ωραία και τόσον ποικίλα. Η τελειότης της τέχνης και η ακρίβεια με την οποίαν έχουν εξεικονισθή αυταί αι ιστορικαί παραστάσεις συνδυάζουν αληθώς το ωφέλιμον μετά του τερπνού, διότι μετά της τέρψεως δίδουν μαθήματα αρχαίας ιστορίας και έχουν ανάγκην θεατών σοφών. Και διά να μη μας εγκαταλείψετε εντελώς ημάς τους ρήτορας και στρέψετε εξ ολοκλήρου την προσοχήν σας εις τα θεάματα εκείνα, θα προσπαθήσω να σας τα περιγράψω διά του λόγου. Ελπίζω δε ότι θα ευχαριστηθήτε ακούοντες εκείνα τα οποία και βλέποντες θαυμάζετε. Ίσως δε και διά τούτο θα μ' επαινέσετε και θα με προτιμήσετε από τον αντίπαλον, καθότι κατ' αυτόν τον τρόπον θα διπλασιάσω την τέρψιν σας. Βλέπετε δε πόσον δύσκολον είνε το τόλμημά μου, να επιχειρήσω χωρίς χρώματα, χωρίς σχήματα και πίνακα να γράψω τοιαύτας εικόνας• διότι η ζωγραφική των λόγων είνε τέχνη με μικρά εφόδια.

Δεξιά λοιπόν όπως εισερχόμεθα, η ιστορία ενός ήρωος εξ Άργους αναμιγνύεται προς γεγονός το οποίον συνέβη εις την Αιθιοπίαν• ο Περσεύς φονεύει το κήτος, ελευθερώνει την Ανδρομέδαν και μετ' ολίγον θα την νυμφευθή και θα την οδηγήση εις την Ελλάδα. Το επεισόδιον τούτο είνε συνέχεια της εκστρατείας του κατά των Γοργόνων. Και ο τεχνίτης εις μικρόν χώρον περιέλαβε πολλά αισθήματα, όπως την αιδημοσύνην και τον φόβον της παρθένου, ήτις εκ του ύψους του βράχου παρατηρεί την μάχην, και την ερωτικήν τόλμην του νέου και την φοβεράν όψιν του θηρίου. Και τούτο μεν ακολουθεί με ωρθωμένας τας ακάνθας του και ανοίγον φοβερόν στόμα• ο δε Περσεύς με την αριστεράν επιδεικνύει την κεφαλήν της Μεδούσης, με την δεξιάν δε διαπερά το θηρίον με το ξίφος του. Και το κήτος όσον μεν αντίκρυσε την Μέδουσαν απελιθώθη ήδη, όσον δε μένει εισέτι ζωντανόν κατακόπτεται διά του ξίφους.

Κατόπιν της εικόνος ταύτης έρχεται η παράστασις μιας δικαιοτάτης τιμωρίας, την οποίαν ο ζωγράφος υποθέτω ότι παρέλαβεν από τον Ευριπίδην ή τον Σοφοκλήν, διότι και εκείνοι εζωγράφισαν παρομοίαν εικόνα. Οι δύο νέοι και φίλοι, ο εκ Φωκίδος Πυλάδης και ο θεωρούμενος ως αποθανών ήδη Ορέστης, εισέρχονται εις τα ανάκτορα και χωρίς να εννοηθούν φονεύουν τον Αίγισθον.

Η Κλυταιμνήστρα έχει ήδη φονευθή και φαίνεται ημίγυμνος επί τινος κλίνης• οι δε θεράποντες όλοι, κατάπληκτοι διά τα γενόμενα, φαίνονται άλλοι μεν ότι κραυγάζουν, άλλοι δε ότι παρατηρούν γύρω διά να εύρουν μέρος να φύγουν. Αξιοπαρατήρητος δε είνε η λεπτότης του καλλιτέχνου όστις ό,τι υπάρχει ασεβές εις το γεγονός, το οποίον εξεικονίζει, το δεικνύει ως τετελεσμένον και ως τοιούτον το παρατρέχει και παρουσιάζει τους δύο νέους καθ' ην στιγμήν φονεύουν τον μοιχόν.

Έπειτα φαίνεται θεός ωραίος εις εφηβικήν ηλικίαν, καταγινόμενος εις χαρίεσσαν παιδιάν. Ο Βράγχος καθήμενος επί πέτρας κρατεί υψηλά λαγόν και παίζει δεικνύων αυτόν προς τον σκύλλον του, ο οποίος φαίνεται έτοιμος να πηδήση εις ύψος και ν' αρπάση τον λαγόν. Παρίσταται δε εις την σκηνήν και ο Απόλλων, ο οποίος μειδιά τερπόμενος να βλέπη και το παιγνίδι του παιδιού και τας προσπαθείας του σκύλλου.

Έπειτα πάλιν παρουσιάζεται ο Περσεύς εις τα προ του φόνου του κήτους κατορθώματά του και φαίνεται αποκόπτων την κεφαλήν της Μεδούσης, ενώ η Αθηνά τον σκεπάζει με την ασπίδα της. Ο Περσεύς κάμνει το ανδραγάθημα χωρίς να το βλέπη, διότι παρατηρεί την Γοργόνα επί της ασπίδος ως εις κάτοπτρον, γνωρίζων ότι, αν την ητένιζε κατ' ευθείαν, το αποτέλεσμα θα ήτο ν' απολιθωθή. Εις το άνω δε μέρος του μεσαίου τοίχου, του απέναντι της θύρας, υπάρχει ναός της Αθηνάς, εις τον οποίον η θεά παρίσταται δι' αγάλματος εκλεκτού λίθου, όχι όμως με πολεμικήν αμφίεσιν, αλλ' ως θεά πολεμική ησυχάζουσα. Μετ' αυτήν άλλη Αθηνά, όχι λιθίνη αυτή, αλλά ζωγραφιστή, την οποίαν καταδιώκει ερωτικώς ο Ήφαιστος, και αυτή φεύγει• εκ της διώξεως δε εκείνης εγεννήθη ο Εριχθόνιος.

Έπεται άλλη εξεικόνισις μύθου αρχαίου. Ο τυφλός Ωρίων φέρει επί των ώμων του τον Κηδαλίωνα, ο οποίος του δεικνύει την οδόν προς το φως. Και ο ήλιος ανατείλας θεραπεύει την τύφλωσιν του Ωρίωνος, ο δε Ήφαιστος βλέπει τα τελούμενα εκ της Λήμνου. Εις άλλην εικόνα κατόπιν παρίσταται ο Οδυσσεύς υποκρινόμενος τον παράφρονα, διότι δεν ήθελε να συνεκστρατεύση με τους Ατρείδας• είνε δε παρόντες και οι πρέσβεις, οίτινες ήλθον να τον καλέσουν εκ μέρους των Ατρειδών. Η υπόκρισις της παραφροσύνης είνε πιθανή• ο Οδυσσεύς έχει ζεύξη το όχημα κατά τρόπον τόσον ανόητον, ώστε φαίνεται ότι δεν γνωρίζει τι πράττει• προδίδεται όμως εξ αιτίας του μικρού του τέκνου. Ο Παλαμήδης του Ναυπλίου, εννοήσας την πανουργίαν, αρπάζει τον Τηλέμαχον και ξιφουλκήσας απειλεί να τον φονεύση και εις την υπόκρισιν της παραφροσύνης αντιτάσσει την κωμωδίαν της οργής• ο δε Οδυσσεύς φοβηθείς παύει να υποκρίνεται τον τρελλόν• το πατρικόν φίλτρον υπερισχύει και τον επαναφέρει εις την αλήθειαν.

Εις την τελευταίαν εικόνα παρίσταται η Μήδεια, διακαιομένη υπό της ζηλοτυπίας, βλέπουσα τα τέκνα της με βλέμμα άγριον και φαινομένη ότι κάτι κακόν σκέπτεται• κρατεί δε ήδη το ξίφος, τα δε δυστυχή παιδία κάθηνται γελώντα, ουδέν εκ των μελλόντων να γίνουν υποπτεύοντα, μολονότι βλέπουν το ξίφος εις τας χείρας της μητρός των.

Λοιπόν, ω άνδρες δικασταί, δεν βλέπετε πώς όλα ταύτα προσελκύουν την προσοχήν του ακροατού και την συγκεντρώνουν εις το θέαμά των και αφήνουν μόνον τον ομιλούντα; Εγώ δε σας ανέφερα ταύτα όχι διά να θεωρήσετε τον αντίπαλον παράτολμον και θρασύν, αφού εξετέθη εις τόσον δύσκολον επιχείρησιν, και τον καταδικάσετε και τον μισήσετε και τον αφήσετε εις το μέσον του λόγου του, αλλά μάλλον διά να τον υποστηρίξετε και ει δυνατόν να τον ακούσετε με κλειστούς οφθαλμούς, έχοντες υπ' όψιν την δυσχέρειαν εις την οποίαν ευρίσκεται• διότι μόλις ούτω, αν του χρησιμεύσετε όχι ως δικασταί, αλλ' ως υποστηρικταί, θα δυνηθή να μη φανή παντάπασιν ανάξιος της πολυτελείας του οίκου. Μη εκπλαγήτε δε εάν κάμνω τοιαύτας παρακλήσεις χάριν αντιπάλου• η αγάπη μου προς τον οίκον τούτον είνε τόση, ώστε ήθελα και ο ρήτωρ όστις ομιλεί εντός αυτού ν' επιτύχη και διακριθή.

ΠΑΤΡΙΔΟΣ ΕΓΚΩΜΙΟΝ

Ότι ουδέν είνε γλυκύτερον της πατρίδος έχει λεχθή προ πολλού. Αλλ' όχι μόνον γλυκύτερον, αλλά και σεπτότερον και ιερώτερον δεν υπάρχει τίποτε άλλο. Διότι όλων, όσα οι άνθρωποι νομίζουν σεβαστά και ιερά, η πατρίς είνε η αιτία, η οποία και μας τα εδίδαξε και μας ανέθρεψεν εις την πίστιν και τον σεβασμόν αυτών. Οι περισσότεροι εκ των ανθρώπων θαυμάζουν τα μεγέθη, τας λαμπρότητας και τας πολυτελείς οικοδομάς των πόλεων, αλλά τας πατρίδας αγαπούν όλοι. Και δεν υπάρχει κανείς και εκ των πλέον τερπομένων εις τα ταξείδια και τα θεάματα, όστις να παρεσύρθη τόσον εις τον θαυμασμόν του δι' όσα θαυμαστά είδεν εις ξένας χώρας, ώστε να λησμονήση την πατρίδα του. Εκείνος δε ο οποίος υπερηφανεύεται διότι είνε πολίτης ευδαίμονος πόλεως, μου φαίνεται ότι αγνοεί ποίον σεβασμόν πρέπει να απονέμη εις την πατρίδα του. Εγώ τουλάχιστον τέρπομαι να τιμώ και αυτό το όνομα της πατρίδος μου. Διότι όταν συγκρίνωμεν διαφόρους πόλεις μεταξύ των, πρέπει να εξετάζωμεν το μέγεθος, το κάλλος και την αφθονίαν των χρησίμων πραγμάτων. Αλλ' όταν πρόκειται περί εκλογής, ουδείς θα προτιμήση αντί της πατρίδος του άλλην πόλιν ως λαμπροτέραν, αλλά θα ηύχετο μεν να ήτο και η πατρίς του ομοία με τας πλουσιωτέρας, προτιμά όμως αυτήν οιαδήποτε και αν είνε. Τούτο δε ακριβώς πράττουν και τα καλά τέκνα και οι χρηστοί πατέρες• διότι ούτε υιός καλός και ενάρετος δύναται να προτιμήση άλλον αντί του πατρός του, ούτε πατήρ δύναται να παραμελήση τον υιόν του και αντ' αυτού ν' αγαπήση άλλον ως τέκνον του• εξ εναντίας τόσον οι πατέρες τυφλούνται υπό του φίλτρου των, ώστε τα τέκνα των φαίνονται εις αυτούς τα ωραιότερα και ευρωστότερα και υπό πάσαν έποψιν καλλίτερα• εκείνος δε ο οποίος δεν βλέπει κατ' αυτόν τον τρόπον το τέκνον του, δεν μου φαίνεται να έχη οφθαλμούς πατρός.

Της πατρίδος λοιπόν το όνομα είνε το πρώτον και οικειότατον εις όλους• διότι ουδέν μας είνε οικειότερον από τον πατέρα μας. Εάν δέ τις απονέμη εις τον πατέρα του τον δίκαιον σεβασμόν, όπως και ο νόμος και η φύσις προστάζουν, έπεται ότι πρέπει και την πατρίδα προ πάντων να σέβεται και αγαπά. Διότι και αυτός ο πατήρ ανήκει εις την πατρίδα και ο πατήρ του πατρός και όλοι οι πρόγονοι και μέχρι των πατρίων θεών φθάνει το όνομα. Και αυτοί οι θεοί αγαπούν τας πατρίδας των• ναι μεν εποπτεύουν όλα τα ανθρώπινα και θεωρούν ως κτήσεις αυτών όλην την γην και την θάλασσαν, αλλ' έκαστος εξ όλων των πόλεων προτιμά το μέρος εις το οποίον εγεννήθη. Ούτω αι πλέον σεβασταί πόλεις είνε εκείναι αίτινες υπήρξαν πατρίδες θεών, και αι ιερώτεραι νήσοι είνε εκείναι εις τας οποίας τιμάται η γέννησις θεών και αι πλέον ευάρεστοι λατρείαι εις τους θεούς είνε εκείναι αίτινες προσφέρονται εις την ιδιαιτέραν εκάστου πατρίδα. Αφού δε εις τους θεούς είνε τόσον αγαπητόν το όνομα της πατρίδος, πώς να μη είνε ακόμη περισσότερον εις τους ανθρώπους; Από την πατρίδα του είδεν έκαστος κατ' αρχάς τον ήλιον• καίτοι δε ο θεός ούτος είνε κοινός εις όλους, έκαστος όμως τον νομίζει ως θεόν πατρικόν, διότι κατά πρώτον τον είδεν από την πατρίδα του.

Εις την πατρίδα του ήρχισε και να λαλή, διδαχθείς πρώτον την διάλεκτον του τόπου του, και εκεί εγνώρισε τους θεούς. Εάν δε κανείς εγεννήθη εις πατρίδα τόσω μικράν, ώστε ν' αναγκασθή να μεταβή εις άλλην προς ευρυτέραν εκπαίδευσιν, και την εκπαίδευσιν ταύτην οφείλει εις την πατρίδα του• διότι άνευ της πατρίδος του ουδέ το όνομα και την ύπαρξιν της πόλεως εκείνης θα εμάνθανε.

Νομίζω ότι οι άνθρωποι πάσαν τέχνην και μάθησιν αποκτούν διά να γίνουν ούτω χρησιμότεροι εις την ιδιαιτέραν πατρίδα. Αποκτούν δε και περιουσίας παρακινούμενοι υπό της φιλοτιμίας να συνεισφέρουν και υπέρ των κοινών της πατρίδος αναγκών. Και τούτο κατά την γνώμην μου είνε καθήκον αυτών, διότι δεν πρέπει να φαίνωνται αχάριστοι, αφού εις την πατρίδα οφείλουν τας μεγίστας ευεργεσίας. Εάν θεωρούμεν καθήκον να αποδίδωμεν τας ευεργεσίας εις τα άτομα, κατά μείζονα λόγον οφείλομεν ν' ανταμείβωμεν τας προς ημάς ευεργεσίας της πατρίδος. Αι πόλεις έχουν νόμους τιμωρούντας τα τέκνα τα οποία φαίνονται αχάριστα προς τους γονείς• πρέπει λοιπόν και εις την κοινήν πάντων μητέρα, την πατρίδα, να ευγνωμονούμεν, διότι μας ανέθρεψε και διότι μας εδίδαξε τους νόμους.

Δεν υπάρχει παράδειγμα ανθρώπου όστις μεταβάς εις άλλην πόλιν ελησμόνησε τον τόπον εις τον οποίον εγεννήθη. Αλλά και εκείνοι οίτινες δυστυχούν εις τα ξένα, συχνά ενθυμούνται την πατρίδα, ως το μέγιστον των αγαθών• και εκείνοι οι οποίοι ευτυχούν, μολονότι κατά τα άλλα είνε ευχαριστημένοι, θεωρούν ως μεγίστην στέρησιν ότι δεν κατοικούν εις την πατρίδα, αλλ' εις ξένην γην. Το ξενήτευμα φαίνεται ως όνειδος• διά τούτο δε και όσοι εις τα ξένα κατώρθωσαν να αναδειχθούν είτε διά του πλούτου, είτε διά της δόξης, είτε διά της παιδείας, είτε δι' ανδραγαθημάτων, βλέπομεν να σπεύδουν να επανέλθουν εις την πατρίδα και να νομίζουν ότι μόνον εκεί δύνανται να απολαύσουν καλλίτερα την ευτυχίαν των. Τοσούτω δε μάλλον επιθυμεί τις να επιστρέψη εις την πατρίδα του, όσω περισσότερον τιμάται μακράν αυτής.

Και οι νέοι αγαπούν την πατρίδα• αλλά και οι γέροντες όσον αυξάνει η φρόνησίς των, τόσον διακαέστερος γίνεται ο προς την πατρίδα πόθος των. Πάντες οι γηράσαντες εύχονται και σπεύδουν ν' αποθάνουν εις την πατρίδα των• εκεί όπου ήρχισαν να ζουν θέλουν και να τελευτήσουν και να καταθέσουν το σώμα των εις την γην, ήτις τους ανέθρεψε και εις τους προγονικούς των τάφους. Εις όλους φαίνεται δυστύχημα μέγα να μένουν και μετά θάνατον εις την ξενητειάν και να κοιμώνται τον αιώνιον εις ξένην γην.

Παρά των αυτοχθόνων δύναταί τις να μάθη πόσον οι γνήσιοι πολίται είνε αφωσιωμένοι εις την πατρίδα των. Οι ξένοι, ως νόθοι, ευκόλως μεταναστεύουν, ούτε γνωρίζοντες, ούτε αγαπώντες πατρίδος όνομα• έχοντες δε ως μέτρον ευτυχίας την ικανοποίησιν των τέρψεων του στομάχου των, θεωρούν ως πατρίδα πάντα τόπον, εις τον οποίον θα έχουν τα προς την ζωήν χρήσιμα. Αλλ' εκείνοι διά τους οποίους η πατρίς είνε αληθής μήτηρ, αγαπούν την γην όπου εγεννήθησαν και ανετράφησαν, αδιάφορον αν είνε μικρά και τραχεία και άγονος• και όταν δεν δύνανται να επαινέσουν την γονιμότητα και την ωραιότητα της γης, πάλιν δεν δυσκολεύονται να εύρουν λόγους διά να εγκωμιάζουν την πατρίδα των. Αν άλλοι υπερηφανεύωνται διά τας ευρείας πεδιάδας του τόπου των, διά τους λειμώνας και την ποικίλην φυτείαν αυτών, και αυτοί ευρίσκουν τρόπον να εγκωμιάσουν την πτωχήν πατρίδα• μη δυνάμενοι να την λέγουν ιπποτρόφον, την επαινούν ως κουροτρόφον.{42}

Και νησιώτης αν είνε τις και δύναται να ευτυχή εις ξένην χώραν, πάλιν ποθεί να επανέλθη εις την πατρίδα του• και αθανασία αν του προσφέρουν, προτιμά ν'αποθάνη και να ταφή εις την πατρίδα του. Της πατρίδος ο καπνός θα του φανή λαμπρότερος από το πυρ της ξενητειάς.

Τόσον δε πολύτιμον είνε γενικώς της πατρίδος το όνομα, ώστε και οι νομοθέται εις όλας τας χώρας ως μεγαλειτέραν τιμωρίαν επέβαλαν την εξορίαν. Δεν φρονούν δε μόνον οι νομοθέται ούτω, αλλά και οι διοικούντες στρατούς• και εις τας μάχας ως μεγίστην παρακίνησιν θεωρούν να λέγουν εις τους στρατιώτας ότι ο πόλεμος γίνεται χάριν της πατρίδος. Και ουδείς ο μη φιλοτιμούμενος εκ τούτου να πολεμήση καλώς. Το όνομα της πατρίδος και τον δειλόν μεταβάλλει εις ανδρείον.

ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΔΙΨΑΔΩΝ

Προλαλιά.

Τα νότια μέρη της Λιβύης καλύπτονται υπό βαθείας άμμου και κατακαίονται υπό του ηλίου• είνε δε εις μεγάλην έκτασιν έρημα, εντελώς άγονα, πεδινά καθ' ολοκληρίαν, και ούτε χλόη, ούτε φυτά, ούτε νερόν υπάρχει• εάν δε πουθενά εις τα κοιλώματα των πετρών διατηρείται ολίγον εκ της βροχής, και τούτο είνε βορβορώδες και βρωμερόν, όσον δε και αν διψά ο άνθρωπος δεν δύναται να πίη. Διά ταύτα η χώρα είνε ακατοίκητος. Αλλά πώς να κατοικηθή όταν έχη κλίμα τόσον φρικτόν και είνε τόσον ξηρά και άφορος; Είνε τόσος ο καύσων και τόσον φλογερός και πεπυρακτωμένος ο αήρ και τόσον βράζει η άμμος, ώστε η χώρα εκείνη αποβαίνει εντελώς άβατος.

Μόνον οι Γεράμαντες, λαός γειτονικός, εισχωρούν ενίοτε εις την έρημον ταύτην• είνε άνθρωποι σκηνίται, εύρωστοι και ευκίνητοι, ζώντες ως επί το πλείστον εκ της θήρας. Κυνηγούντες φθάνουν και μέχρι της ερήμου κατά το χειμερινόν ηλιοστάσιον, μάλιστα δε όταν έχη βρέξη και ο καύσων μετριάζεται, η δε άμμος ποτισθείσα γίνεται κάπως βατή. Θηρεύουν δε αγρίους όνους, στρουθοκαμήλους και μάλιστα πιθήκους και ενίοτε ελέφαντας• διότι αυτά μόνον τα ζώα αντέχουν εις την δίψαν και ανέχονται περισσότερον το υπερβολικόν καύμα του ηλίου. Αλλά και οι Γεράμαντες, άμα εξαντλήσουν τας τροφάς τας οποίας έχουν μεθ' εαυτών, επιστρέφουν αμέσως, φοβούμενοι μήπως η άμμος υπερθερμανθείσα καταστή δύσβατος και, μη δυνάμενοι να εξέλθουν, χαθούν ως εντός δικτύων μετά της λείας των. Τωόντι ο θάνατος αυτών είνε άφευκτος, εάν ο ήλιος, αφού απορροφήση τους υδρατμούς και καταξηράνη το έδαφος, γίνη φλογερώτερος, διότι εκ της υγρασίας, ήτις είνε τροφή του πυρός, ενισχύεται η θερμότης του.

Αλλά πάντα όσα ανέφερα, ο καύσων, η δίψα, η ερημία και το ότι ουδέν έχει τις να περιμένη εκ της γης, θα σας φανούν ολιγώτερον ανυπόφορα και επικίνδυνα από εκείνο το οποίον θα αναφέρω• και διά τούτο η χώρα εκείνη είνε κατ' εξοχήν άξενος, και οι άνθρωποι πρέπει να την αποφεύγουν. Ερπετά διάφορα, υπερμεγέθη και πολυπληθή και τερατώδη κατά τας μορφάς και φοβερά δηλητηριώδη υπάρχουν εις την έρημον εκείνην και άλλα μεν φωλεύουν και ζουν εντός της άμμου, άλλα δε τρέχουν εις την επιφάνειαν, φύσαλλοι, ασπίδες, έχιδναι, κεράσται, βουπρήσται, ακοντίαι, αμφίσβαιναι και δράκοντες, προσέτι δε δύο ειδών σκορπιοί, εκ των οποίων οι μεν βαδίζουν κάτω εις το έδαφος και είνε υπερμεγέθεις και η ουρά των αποτελείται εκ πολλών σπονδύλων, οι δε άλλοι πετούν και είνε υμενόπτεροι, όπως αι ακρίδες, οι τέττυγες και αι νυκτερίδες. Πλήθος τοιούτων φρικτών πτηνών καθιστά απρόσιτον την Λιβύην εκείνην.

Αλλά το φοβερώτερον εξ όλων των ερπετών, τα οποία τρέφει η άμμος, είνε η διψάς, όφις όχι πολύ μεγάλος, όμοιος με έχιδναν, του οποίου το δάγκωμα είνε βίαιον και το δηλητήριον φοβερόν, και αμέσως προξενεί τρομερούς και απαύστους πόνους. Καίει και σαπίζει τας σάρκας και ανάπτει τρομεράν φλόγα εις το σώμα, οι δε δηχθέντες κραυγάζουν ως να ευρίσκωνται εντός πυράς. Αλλ' ό,τι προ πάντων τους βασανίζει είνε δίψα υπερβολική, εξ ης ωνομάσθη και το ερπετόν. Διψούν τρομερά και το παραδοξότερον είνε ότι όσω πίνουν τόσω περισσότερον ανάπτει η δίψα των, την οποίαν και ολόκληρος ο Νείλος ή ο Ίστρος δεν δύνανται να σβύσουν, αλλά το νερόν παροξύνει την δίψαν αυτών όπως το έλαιον την πυράν.

Τούτο εξηγούν οι ιατροί λέγοντες ότι το δηλητήριον του ερπετού είνε πυκνόν, όσον δε διαλύεται διά του ποτού, γίνεται, ως είνε επόμενον, υγρότερον και πλέον ευκίνητον και εις μεγαλειτέραν έκτασιν διαδίδεται. Εγώ δεν είδα κανένα ο οποίος να έπαθε τοιούτον δυστύχημα και να μη δόσουν οι θεοί να ίδω άνθρωπον ούτω βασανιζόμενον• αλλ' ούτε μετέβην εις την Λιβύην ποτέ και νομίζω ότι καλώς έπραξα. Αλλά γνωρίζω έν επίγραμμα, το οποίον ήκουσα παρά τινος φίλου, όστις το ανέγνωσεν επί της επιταφίου στήλης ανθρώπου όστις απέθανε κατ' αυτόν τον τρόπον. Επέστρεφα, μου διηγήθη, εκ της Λιβύης εις την Αίγυπτον και επορευόμην κατά μήκος της μεγάλης Σύρτιος, διότι άλλη οδός δεν υπήρχεν• εκεί δε συνήντησα παρά την ακτήν ένα τάφον βρεχόμενον υπό του κύματος, επί του οποίου υπήρχε στήλη με επιγραφήν διηγουμένην τον τρόπον καθ' όν απέθανεν ο εκεί ενταφιασθείς. Επί της στήλης υπήρχεν ανάγλυφον παριστών άνθρωπον όρθιον εντός λίμνης, όπως οι ζωγράφοι παριστούν τον Τάνταλον, ο οποίος ελάμβανε διά των χειρών ύδωρ προφανώς διά να πίη. Μία διψάς ήτο προσκεκολλημένη εις τον πόδα του, πολλαί δε γυναίκες αντλούσαι ύδωρ το έχυνον επ' αυτού. Πλησίον εφαίνοντο αυγά στρουθοκαμήλων, τας οποίας, ως είπον, κυνηγούν οι Γεράμαντες. Ιδού δε και το επίγραμμα το οποίον υπήρχεν επί της στήλης και το οποίον αξίζει να αναφέρω αυτολεξεί.

«Πάσχω ως ο Τάνταλος• καιόμενος υπό του φρικτού δηλητηρίου, και την βάσανον της δίψης μου αδύνατον να καταπαύσουν του Δαναού αι θυγατέρες, αδιακόπως καταγινόμεναι ν' αντλούν ύδωρ».

Υπήρχον δε και τέσσαρες άλλοι στίχοι, αναφέροντες πώς, ενώ αφήρει τα αυγά, εδήχθη υπό του ερπετού, αλλά δεν τους ενθυμούμαι πλέον. Διότι οι περίοικοι συλλέγουν τα αυγά εκείνα και τα εκτιμούν πολύ, όχι μόνον ως τροφήν αλλά και διότι τα μεταχειρίζονται ως σκεύη και ποτήρια αφού τα κενώσουν.

Επειδή δεν υπάρχει χώμα αλλά άμμος παντού, η κατασκευή αγγείων κεραμεικών είνε αδύνατος. Τα δε μεγαλείτερα εκ των αυγών εκείνων χρησιμοποιούνται και ως καλύμματα της κεφαλής• το ήμισυ εκάστου εξ αυτών αρκεί διά να καλύψη την κεφαλήν. Εκεί λοιπόν παρά τα αυγά ενεδρεύουν αι διψάδες, και όταν πλησιάση άνθρωπος, εξέρχονται εκ της άμμου και τον δαγκώνουν, αυτός δε παθαίνει εκείνα τα οποία ανέφερα, και όσον πίνει τόσον περισσότερον διψά και ουδέποτε κατορθόνει να χορτάση νερόν.

Σας διηγήθην ταύτα όχι διότι θέλω να συναγωνισθώ προς τον ποιητήν Νίκανδρον {43} και να σας δείξω ότι εμελέτησα την φύσιν των Λιβυκών ερπετών• τοιαύτη ασχολία θα ήρμοζε μάλλον εις ιατρούς, οίτινες πρέπει να γνωρίζουν ταύτα διά να δύνανται με την τέχνην των να τα καταπολεμούν• αλλά νομίζω (και σας εξορκίζω εις τον Φίλιον Δία να μη κατακρίνετε την παρομοίωσιν ως απρεπή διά την ανάμιξιν εις αυτήν θηρίων) ότι και εγώ παθαίνω αναφορικώς προς υμάς κάτι ανάλογον προς ό,τι παθαίνουν διά το νερόν οι δηχθέντες υπό της διψάδος. Όσον περισσότερον παρουσιάζομαι ενώπιον υμών, τόσω περισσότερον το επιθυμώ, η δίψα μου παροξύνεται και γίνεται ακατάσχετος και νομίζω ότι ουδέποτε θα κορεσθώ εξ αυτού του ποτού. Και πολύ δικαίως• διότι πού δύναμαι να εύρω ύδωρ τόσον διαυγές και καθαρόν; Ώστε συγχωρήσατε εάν, δηχθείς και εγώ εις την ψυχήν με το γλυκύτατον τούτο και υγιεινότατον δήγμα, πίνω απλήστως και κρατώ ανοικτόν το στόμα υπό τον κρουνόν• εύχομαι μόνον να μη εξαντληθή η προθυμία σας εις το να με ακροάσθε και με εγκαταλείψετε διψώντα εισέτι και έχοντα το στόμα ανοικτόν• η δίψα μου προς υμάς είνε άσβεστος, διότι, κατά τον σοφόν Πλάτωνα, τα καλά δεν προξενούν κόρον• «κόρος ουδείς των καλών».

ΠΕΡΙ ΟΡΧΗΣΕΩΣ

ΛΥΚΙΝΟΣ. Επειδή λοιπόν, Κράτων, τόσην δεινήν κατηγορίαν, εις την οποίαν φαίνεται ότι προ πολλού ήσο παρεσκευασμένος, εξήνεγκες κατά του χορού και της ορχηστικής εν γένει τέχνης και εναντίον ημών οίτινες τερπόμεθα εις το θέαμα τούτο, και είπες ότι αποδίδομεν μεγάλην σπουδαιότητα εις πράγμα τοσον γελοίον και γυναικώδες, άκουσε πόσον έσφαλες και πώς έκαμες το λάθος να κατηγορήσης έν από τα καλλίτερα πράγματα της ζωής. Αλλ' είσαι δικαιολογημένος, διότι συνείθισες να ζης πάντοτε ζωήν λιτήν και απέριττον και να θεωρής καλόν μόνον παν ό,τι είνε τραχύ, και ούτω εξ αγνοίας ενόμισες ότι και ο χορός είνε άξιος κατηγορίας.

ΚΡΑΤΩΝ. Τι θέλεις να φρονώ, Λυκίνε, περί ενός ανθρώπου με ανδρικόν φρόνημα, ο οποίος μάλιστα καταγίνεται εις την παιδείαν και την φιλοσοφίαν και ο οποίος αφήνων αυτάς τας σοβαράς ασχολίας και την μελέτην των παλαιών συγγραφέων, κάθηται και ακούει αυλούς και βλέπει θηλυπρεπή άνθρωπον, ο οποίος φορεί ενδύματα μαλακά και τραγουδεί άσεμνα άσματα και μιμείται γύναια ερωτικά, όπως αι περιώνυμοι διά την ασέλγειαν αυτών Φαίδραι και Παρθενώπαι και Ροδόπαι, και όλα αυτά συνοδευόμενα με χειροκροτήματα και τερετίσματα και ποδοκροτήματα, πράγματα γελοιωδέστατα αληθώς και ελάχιστα πρέποντα εις άνδρα ελεύθερον και όμοιον με σε; Διά τούτο, όταν έμαθα ότι διέρχεσαι τον καιρόν σου εις τοιαύτα θεάματα, όχι μόνον εντράπηκα διά λογαριασμόν σου, αλλά και ελυπήθην, διότι αφήσας τον Πλάτωνα, τον Χρύσιππον και τον Αριστοτέλη, διασκεδάζεις, όπως εκείνοι οίτινες ξύουν τα ώτα των με πτερόν, ενώ υπάρχουν τόσα άλλα ακούσματα και θεάματα σπουδαία. Και αν δεν υπήρχον οι κυκλικοί αυληταί{44} και οι άδοντες σεμνά άσματα εν συνοδεία κιθάρας, υπάρχει η σοβαρά τραγωδία και η ευθυμοτάτη κωμωδία, αι οποίαι και εις τους αγώνας έχουν εισαχθή. Πρέπει να κάμης μακράν απολογίαν προς τους πεπαιδευμένους, εάν θέλης να μη σε αποκηρύξουν και σε εκδιώξουν εκ του ομίλου των σπουδαίων ανθρώπων. Αλλά το καλλίτερον είνε, κατά την γνώμην μου, ν' αρνηθής μίαν και καλήν και να λέγης ότι ουδόλως υπέπεσες εις τοιαύτην παρεκτροπήν. Αν εξακολούθησης όμως, υπάρχει φόβος να μεταβληθής εξ ανδρός εις Λυδήν ή Βάκχην, διά το οποίον δεν θα πταίης μόνον συ, αλλά και ημείς οι οποίοι δεν σε απεσπάσαμεν, όπως τον Οδυσσέα, εκ του λωτού διά να σ' επαναφέρωμεν εις τας προτέρας ασχολίας, πριν ή σε κατακυριεύσουν αι Σειρήνες του θεάτρου. Αλλ' ο εξ εκείνων κίνδυνος απηυθύνετο μόνον προς τα ώτα και μόνον κηρού είχε ανάγκην ο διερχόμενος πλησίον αυτών• συ δε όχι μόνον διά της ακοής, αλλά και διά των οφθαλμών φαίνεται ότι έχεις υποδουλωθή καθ' ολοκληρίαν.

ΛΥΚΙΝ. Πωπώ, Κράτων, εξαγριωμένον και φοβερόν απέλυσες εναντίον μου τον σκύλλον σου. {45} Αλλά το παράδειγμα των λωτοφάγων και των Σειρήνων μου φαίνεται ότι δεν ταιριάζει παντάπασιν εις εκείνα που έπαθα, καθ' όσον δι' εκείνους οι οποίοι έτρωγον τον λωτόν και ήκουον τας Σειρήνας το αποτέλεσμα ήτο ολέθριον, ενώ εις εμέ όχι μόνον ευχάριστον είνε, αλλά και προς το καλόν μου συντελεί• διότι δεν περιπίπτω εις λήθην και άγνοιαν, αλλ' αν θέλης να σου είπω όλην την αλήθειαν, εκ του θεάτρου επανήλθα πολύ συνετώτερος και οξυδερκέστερος και δύναμαι να είπω, όπως ο Όμηρος, ότι ο βλέπων το θέαμα εκείνο

τερψάμενος νείται και πλείονα ειδώς. {46}

ΚΡΑΤ. Κακό που έπαθες, Λυκίνε• όχι μόνον δεν εντρέπεσαι δι' αυτά, αλλά φαίνεσαι και υπερηφανευόμενος. Και το φοβερώτερον είνε ότι ούτε ελπίδα θεραπείας παρουσιάζεις, αφού τολμάς να επαινής πράγματα τόσον αισχρά και αξιοκαταφρόνητα.

ΛΥΚΙΝ. Δεν μου λέγεις, Κράτων, αυτά τα οποία λέγεις περί ορχήσεως και των γινομένων εις το θέατρον, τα λέγεις κατόπιν ιδίας αντιλήψεως ή, χωρίς να γνωρίζης τα θεάματα εκείνα, τα κατηγορείς και τα ονομάζεις αισχρά και κατάπτυστα; Διότι εάν μεν τα είδες, ευρίσκεσαι εις την αυτήν θέσιν με εμέ, εάν δε όχι, πρόσεξε μήπως η κατηγορία σου είνε παράλογος και φανής ότι εξ επιπολαιότητος κατηγορείς πράγματα τα οποία δεν γνωρίζεις.

ΚΡΑΤ. Αυτό μου έλειπε τώρα, με αυτά τα γένεια που έχω και τα ψαρά μαλλιά να πηγαίνω να κάθωμαι μεταξύ των γυναίων εκείνων και των ανοήτων θεατών, και μάλιστα να χειροκροτώ και να επευφημώ άνθρωπον ελεεινόν, ο οποίος χωρίς λόγον και απρεπέστατα χοροπηδά και λυγίζει το σώμα του.

ΛΥΚΙΝ. Είσαι δικαιολογημένος, Κράτων, αφού δεν είδες ποτέ τοιούτον θέαμα. Αλλ' αν ήθελες να με ακούσης και να έλθης να ίδης μόνον δοκιμαστικώς, είμαι βέβαιος ότι του λοιπού θα έσπευδες προ των άλλων διά να καταλάβης θέσιν κατάλληλον, ώστε να βλέπης και ν' ακούης ακριβώς τα πάντα.

ΚΡΑΤ. Να μη 'δω σωτηρία {47} άν ποτε φθάσω εις τοιούτον εξευτελισμόν. Πρέπει ν' αρχίσω να ξυρίζωμαι και να μαδώ τας τρίχας μου {48} διά να καταντήσω εις τοιαύτην αναξιοπρέπειαν• λυπούμαι δε και σε που σε βλέπω τόσον ξετρελλαμένον με αυτάς τας αηδίας.

ΛΥΚΙΝ. Θέλεις ν' αφήσης, αγαπητέ μου, αυτάς τας ύβρεις και να μ' ακούσης να σου ομιλήσω περί ορχήσεως και διά τα καλά της και να σου αποδείξω ότι δεν είνε μόνον τερπνή, αλλά και οφελεί τους θεατάς, να σου παραστήσω πώς τους μορφώνει και τους διδάσκει και πώς ρυθμίζει τας ψυχάς των, γυμνάζουσα αυτάς δι' ωραίων θεαμάτων και εξαιρέτων ακουσμάτων και επιδεικνύουσα μίαν ωραίαν αρμονίαν μεταξύ ψυχής και σώματος; Το ότι η όρχησις εκτελεί πάντα ταύτα με μουσικήν και ρυθμόν, δεν είνε λόγος διά να κατακριθή, αλλά μάλλον να επαινεθή.

ΚΡΑΤ. Δεν έχω καιρόν ν' ακούω ένα παράφρονα να επαινή το νόσημά του• αλλ' αφού επιμένεις να φλυαρήσης, δεν έχω δυσκολίαν να σου κάμω αυτήν την φιλικήν ευχαρίστησιν και να θέσω εις την διάθεσίν σου την ακοήν μου, καθότι δεν έχω ανάγκην κηρού {49}, διά ν' ακούω ανοησίας χωρίς να προσέχω εις αυτάς. Ώστε θα σιωπήσω και λέγε ό,τι θέλεις και ως να μη σε ακούη κανείς.

ΛΥΚΙΝ. Ευχαριστώ, Κράτων, διότι αυτό ακριβώς ήθελα• είμαι δε βέβαιος ότι μετ' ολίγον δεν θα σου φαίνωνται ανοησίαι αυτά τα οποία θα σου είπω. Εν πρώτοις, μου φαίνεται, αγνοείς τελείως ότι η τέχνη της ορχήσεως ούτε χθεσινήν, ούτε προχθεσινήν έχει την καταγωγήν, ούτε από την εποχήν των προπατόρων μας ή των προπατόρων αυτών ήρχισε• αλλ' εκείνοι οι οποίοι έγραψαν τα αληθέστερα περί της αρχής της ορχήσεως λέγουν ότι αύτη συμπίπτει με την δημιουργίαν του παντός και ότι ανεφάνη συγχρόνως με τον αρχαιτότατον των θεών, τον Έρωτα. Η κίνησις των άστρων, η περιφορά των πλανητών περί τους απλανείς και η εύρυθμος αυτών σχέσις και η αρμονία είνε δείγματα της αρχεγόνου ορχήσεως. Ολίγον δε κατ' ολίγον αναπτυσσομένη και βελτιουμένη διά νέων προσθηκών, φαίνεται ότι έφθασε σήμερον εις την άκραν τελειότητα και κατέστη πολύμορφον και παναρμόνιον και πολύμουσον αγαθόν.