WeRead Powered by ReaderPub
Λουκιανός - Άπαντα, Τόμος Πέμπτος cover

Λουκιανός - Άπαντα, Τόμος Πέμπτος

Chapter 17: ΧΑΡΩΝ Ή ΕΠΙΣΚΟΠΟΥΝΤΕΣ
Open in WeRead

About This Book

A collection of short satirical dialogues and essays that skewers pretension among philosophers, sophists, and religious impostors, blending sharp irony, mock encomia, and comic biographies. Topics move from debates on technical arts and public spectacles to flamboyant death scenes and ritual parodies, using imagined speeches and interlocutors to expose vanity, hypocrisy, and superstition. The tone alternates learned allusion with colloquial wit, and the pieces favor rhetorical performance and anecdotal comedy over systematic argument, inviting readers to laugh at human affectation while reflecting on beliefs, reputation, and the social roles of wisdom and spectacle.

Αρκούμαι εις αυτά, φίλε μου, εκ των πολλών τα οποία ηδυνάμην να σου είπω περί της αξίας της ορχήσεως, διά να μη αγανακτής και θεωρής ανεξήγητον την αγάπην την οποίαν τρέφω προς αυτήν. Εάν δε θελήσης να συμμερισθής μετ' εμού το θέαμα, είμαι βέβαιος ότι θα σε κατακτήση και η αγάπη σου προς τον χορόν θα φθάση μέχρι μανίας. Και δεν θα ευρεθώ εις την ανάγκην να σου είπω, όπως η Κίρκη•

Θαύμα μ' έχει ως ούτι πιών τάδε φάρμακ' εθέλχθης {82},

διότι θα μαγευθής χωρίς συγχρόνως ν' αποκτήσης όνου κεφαλήν ή καρδίαν χοίρου• {83} αλλά το μεν πνεύμα σου θα γίνη ισχυρότερον, τόσον δε θα ευχαριστηθής, ώστε και εις άλλους θα δώσης να πίουν εκ του ποτού. Εκείνο που λέγει ο Όμηρος περί της χρυσής ράβδου του Ερμού, ότι και «ανδρών όμματα θέλγει ων εθέλει»,

τους δ' αύτε και υπνώοντας εγείρει, {84}

τούτο εντελώς εφαρμόζεται και εις την όρχησιν, η οποία και τους οφθαλμούς θέλγει και το πνεύμα διεγείρει και εξυψώνει μέχρι των γεγονότων τα οποία αναπαριστά.

ΚΡΑΤ. Τώρα, Λυκίνε, σε πιστεύω και σε ακούω με όλην μου την προσοχήν. Να ενθυμήσαι δε, φίλε μου, όταν θα πας εις το θέατρον, να κρατήσης και δι' εμέ μίαν θέσιν, διά να συμμερισθώ και εγώ την σοφίαν την οποίαν εκείθεν αποκομίζεις.

ΕΥΝΟΥΧΟΣ

ΠΑΜΦΙΛΟΣ. Από που έρχεσαι, Λυκίνε, και γιατί γελάς; Η αλήθεια είνε ότι πάντοτε είσαι εύθυμος, αλλά σήμερον η ευθυμία σου είνε, φαίνεται, τόσον εξαιρετική, ώστε δεν δύνασαι να κρατηθής.

ΛΥΚΙΝΟΣ. Έρχομαι από την αγοράν, Πάμφιλε• θα γελάσης δε και συ ομοίως αν ακούσης την δίκην εις την οποίαν παρευρέθηκα, δίκην μεταξύ φιλοσόφων.

ΠΑΜΦ. Και μόνον ότι φιλόσοφοι έχουν δίκας μεταξύ των είνε αρκετά γελοίον, διότι πρέπει, και αν η αφορμή της διενέξεώς των είνε σπουδαία, να λύουν τας διαφοράς των ειρηνικώς.

ΛΥΚΙΝ. Πώς ήτο δυνατόν να δικασθούν ειρηνικώς άνθρωποι οι οποίοι άμα αντικρύσθησαν έρριψαν ο ένας εναντίον του άλλου ολοκλήρους αμάξας ύβρεων, φωνάζοντες και πεισματωδώς αντιλογούντες;

ΠΑΜΦ. Μήπως, Λυκίνε, εφιλονείκουν περί φιλοσοφικών ζητημάτων, όπως συνήθως συμβαίνει όταν ανήκουν εις αντιθέτους σχολάς;

ΛΥΚΙΝ. Καθόλου, αλλά κάτι άλλο συνέβαινε• διότι ήσαν ομόφρονες και της αυτής σχολής. Αλλ' εγίνετο δίκη πραγματική ενώπιον δικαστηρίου αποτελουμένου από τους επιφανεστέρους, πρεσβυτέρους και σοφωτάτους των πολιτών, ενώπιον των οποίων πας άλλος θα εντρέπετο να είπη την έλαχίστην άτοπον λέξιν και όχι να φθάση εις τόσην αναισχυντίαν.

ΠΑΜΦ. Λοιπόν δεν μου λέγεις τώρα ποίον ήτο το αντικείμενον της δίκης, διά να μάθω και το αίτιον της τόσης σου ευθυμίας;

ΛΥΚ. Ως γνωρίζεις, ο αυτοκράτωρ έχει ορίση μισθόν όχι μικρόν διά τους φιλοσόφους κατά σχολάς, τους Στωικούς, τους Πλατωνικούς και Επικουρίους, προσέτι δε και τους Περιπατητικούς, μισθόν ίσον δι' όλους. Άμα δε κανείς των μισθοδοτουμένων αποθάνη, ο αντικαταστάτης του εκλέγεται διά ψηφοφορίας κατόπιν διαγωνισμού υπό των επιφανεστέρων πολιτών και τα έπαθλα του αγώνος τούτου δεν είνε δέρμα βωδινόν, ούτε ένα σφακτόν, όπως εις τους ομηρικούς αγώνας, αλλά δέκα χιλιάδες δραχμαί κατ' έτος υπό τον όρον ο ούτω μισθοδοτούμενος να διδάσκη φιλοσοφίαν τους νέους.

ΠΑΜΦ. Αυτά τα γνωρίζω, ήκουσα δε ότι και κάποιος εξ αυτών απέθανε προ ολίγου καιρού, ο είς εκ των Περιπατητικών, νομίζω.

ΛΥΚ. Λοιπόν αυτή είνε, Πάμφιλε, η Ελένη διά την οποίαν οι δύο φιλόσοφοι εμονομάχουν. Αλλ' έως εδώ το μόνον γελοίον ήτο ότι, ενώ έλεγαν ότι είνε φιλόσοφοι και καταφρονούν τα χρήματα, έπειτα ηγωνίζοντο δι' αυτά ως υπέρ κινδυνευούσης πατρίδος, θρησκείας και τάφων προγονικών.

ΠΑΜΦ. Το βέβαιον είναι ότι οι Περιπατητικοί δεν αποκλείουν εις τα δόγματά των την αγάπην των χρημάτων, αλλά θεωρούν τον πλούτον ως τρίτον αγαθόν.

ΛΥΚΙΝ. Καλά λέγεις. Αυτά τωόντι λέγουν και επομένως ο πόλεμος των ήτο υπέρ των πατρίων. Αλλ' άκουσε τώρα και τα κατόπιν. Πολλοί ήσαν οι λαβόντες μέρος εις τους επιταφίους εκείνους αγώνας• αλλά την νίκην διεφιλονείκουν δύο, ο γέρων Διοκλής — ξέρεις ποιόν λέγω, εκείνον τον φιλόνεικον και θυμώδη—και ο Βαγώας ο θεωρούμενος ευνούχος. Κατ' αρχάς επέδειξεν έκαστος την ρητορικήν του δεινότητα και την γνώσιν των φιλοσοφικών δογμάτων, προ πάντων δε των Αριστοτελικών θεωριών• εφαίνοντο δε και οι δύο εξίσου δυνατοί. Αλλ' ο αγών δεν περιωρίσθη μόνον εις τας ιδέας• ο Διοκλής αφήσας την επίδειξιν των φιλοσοφικών του γνώσεων εστράφη προς το πρόσωπον του Βαγώα και ήρχισε να επικρίνη τον βίον αυτού• έπειτα δε και ο Βαγώας απαντών επετέθη προσωπικώς κατά του αντιπάλου του.

ΠΑΜΦ. Αυτό είνε σωστό, Λυκίνε, και αυτά κυρίως έπρεπε να εξετασθούν εις τον διαγωνισμόν εκείνον και αν εγώ ήμουν κριτής, μου φαίνεται ότι αυτό κυρίως θα εξήταζα και θα έδιδα την ψήφον μου μάλλον εις εκείνον του οποίου ο βίος είνε χρηστότερος παρά εις εκείνον ο οποίος είνε εις τους λόγους δεξιώτερος και ικανώτερος εις τας συζητήσεις.

ΛΥΚ. Καλά λέγεις και εις τούτο συμφωνώ μαζή σου. Αφού δε έρριψαν εναντίον αλλήλων όλας του κόσμου τας ύβρεις και τας κατηγορίας, ο Διοκλής είπεν εις το τέλος ότι ουδέ επιτρέπεται εις τον Βαγώαν να παρουσιάζεται ως φιλόσοφος και να διδάσκη φιλοσοφίαν και να διεκδική αμοιβάς δι' αυτήν, καθότι είνε ευνούχος. Έλεγε δε ότι όχι μόνον από την φιλοσοφίαν πρέπει να αποκλείωνται οι τοιούτοι, αλλά και από τους ναούς και από πάσαν συνέλευσιν ανθρώπων και πάσαν θρησκευτικήν τελετήν, καθότι είνε απαίσιοι και, αν κανείς εξερχόμενος τους συναντήση, είνε κακόν συναπάντημα. Ο ευνούχος, ως έλεγεν, ούτε άνδρας, ούτε γυναίκα είνε, αλλά κάτι τι σύνθετον και μικτόν και τερατώδες, έξω της ανθρωπίνης φύσεως.

ΠΑΜΦ. Αληθώς το θέμα της συζητήσεως ήτο πρωτότυπον, αρχίζω δε και εγώ να διατίθεμαι ευθύμως από αυτήν την αλλόκοτην κατηγορίαν. Ο δε άλλος τι είπε; Εσιώπησεν ή διέψευσε την κατηγορίαν;

ΛΥΚΙΝ. Κατ' αρχάς εφάνη ότι κατελήφθη υπό εντροπής και δειλίας, όπως συμβαίνει συνήθως εις τους ευνούχους, και επί πολύ εσιώπα και εκοκκίνιζε και ίδρωνεν επί τέλους δε με φωνήν λεπτήν και γυναικείαν απήντησεν ότι δεν είχε δίκαιον ο Διοκλής ν' αποκλείη από την φιλοσοφίαν ένα άνθρωπον διά τον λόγον ότι είνε ευνούχος, αφού και εις γυναίκας επιτρέπεται να διδάσκωνται και να διδάσκουν φιλοσοφίαν και ως παραδείγματα ανέφερε την Ασπασίαν, την Διοτίμαν και την Θαργηλίαν και κάποιον ακαδημαϊκόν Κελτόν, ευνούχον, ο οποίος ολίγον προ των ημερών μας είχε διακριθή ως σοφιστής εις την Ελλάδα. {85} Ο Διοκλής απήντησεν ότι και εκείνον, αν παρουσιάζετο και είχε τας αυτάς αξιώσεις, θα απέκλειε, χωρίς να λογαριάση την υπόληψιν την οποίαν είχε μεταξύ των πολλών. Ανέφερε δε και λόγους διαφόρους οίτινες είχον λεχθή και προς εκείνον υπό των Στωικών και των Κυνικών σκωπτόντων την σωματικήν του ατέλειαν.

Το ζήτημα λοιπόν ετίθετο προς τους δικαστάς αν έπρεπε να γίνη δεκτός εις τον διαγωνισμόν ευνούχος αξιών να του ανατεθή η διδασκαλία των νέων. Και ο μεν Διοκλής έλεγεν ότι ο φιλόσοφος πρέπει να έχη και αρτιότητα σώματος και προ πάντων μεγάλην γενειάδα, η οποία να εμπνέη εις τους προσερχομένους διά να διδαχθούν εμπιστοσύνην και να είνε αξία των δέκα χιλιάδων δραχμών τας οποίας θα λαμβάνη από τον αυτοκράτορα• ο ευνούχος όμως είναι χειρότερος και του βακήλου• {86} διότι ο μεν βάκηλος υπήρξε και επ' ολίγον καιρόν εις την ζωήν του άνδρας, ενώ του ευνούχου απεκόπησαν ευθύς εξ αρχής τα ανδρικά γνωρίσματα και μετεβλήθη εις ζώον αμφίβολον, όπως αι κορώναι, αι οποίαι ούτε εις τας περιστεράς ούτε εις τους κόρακας συγκαταλέγονται. Ο δε άλλος αντέτεινεν ότι ο αγών δεν ήτο περί σωματικών προτερημάτων, αλλ' έπρεπε να εξετασθούν τα προσόντα του πνεύματος και του χαρακτήρος και η γνώσις των φιλοσοφικών δογμάτων• και εκάλει ως μάρτυρα τον Αριστοτέλην, όστις τόσον θαυμασμόν έτρεφε προς τον ευνούχον Ερμείαν, τον τύραννον της Ατάρνης, ώστε και θυσίας προσέφερεν εις αυτόν ως θεόν. Ετόλμησε δε ο Βαγώας και να προσθέση ότι ο ευνούχος είνε πολύ καταλληλότερος διά τους νέους διδάσκαλος, διότι δεν ηδύνατο να κινήση υποψίας, ούτε να κατηγορηθή ως ο Σωκράτης ως διαφθείρων τους νέους. Επειδή δε ο αντίπαλός του τον έσκωψε και διά το αγένειον πρόσωπόν του, έδωκε την εξής αστείαν, ως τουλάχιστον την ενόμιζεν, απάντησιν• Εάν πρέπει να κρίνωμεν τους φιλοσόφους από τα γένεια, τότε ο τράγος πρέπει να προτιμηθή από όλους.

Επειτα παρενέβη εις την συζήτησιν κάποιος τρίτος—του οποίου το όνομα θα μου επιτρέψης ν' αποσιωπήσω—και είπε• Και όμως, ω άνδρες δικασταί, εάν εκδυθή αυτός ο έχων το πρόσωπον άτριχον και την φωνήν γυναικείαν και καθ' όλα τα άλλα ομοιάζων προς ευνούχον, θα παρουσιασθή πολύ ανδρικός. Αν δεν είνε ψευδή όσα λέγονται περί αυτού, και ως μοιχός συνελήφθη μίαν φοράν, «άρθρα εν άρθροις έχων» {87}, όπως λέγει ο νόμος του Σόλωνος• αλλά τότε καταφυγών εις τον ευνούχον, ως εις κρησφύγετον, απελύθη, διότι οι δικασταί επίστευσαν μάλλον εις την μορφήν του παρά εις την κατηγορίαν. Τώρα όμως μου φαίνεται ότι είνε έτοιμος ν' αλλάξη γνώμην χάριν του μισθού.

Οι λόγοι ούτοι εκίνησαν γενικόν γέλωτα ως ήτο επόμενον. Ο δε Βαγώας περισσότερον εταράσσετο, ήλλασσε χρώματα και ελούετο υπό ψυχρού ιδρώτος. Ευρίσκετο εις αμηχανίαν, διότι και το έγκλημα της μοιχείας δεν ηδύνατο ν' αποδεχθή και την κατηγορίαν ταύτην εθεώρει χρήσιμον εις τον παρόντα αγώνα.

ΠΑΜΦ. Αληθώς αστεία είνε όλα αυτά και φαντάζομαι ότι θα εγελάσατε πολύ οι παριστάμενοι. Αλλά πώς ετελείωσεν η υπόθεσις και τι απεφάσισαν οι δικασταί;

ΛΥΚ. Δεν εσυμφώνησαν όλοι, αλλ' οι μεν ήσαν της γνώμης να τον εκδύσουν και να τον εξετάσουν όπως τους αγοραζομένους μούλους, διά να πεισθούν αν ηδύνατο να φιλοσοφή διά των όρχεων, οι δε άλλοι επρότειναν κάτι τι ακόμη αστειότερον, να καλέσουν γυναίκας εκ των εμπορευομένου τον έρωτα και να του επιβάλουν να συνευρεθή με μίαν εξ αυτών, να παρίσταται δε είς εκ των δικαστών, ο πρεσβύτερος και αξιοπιστότερος, διά να βεβαιωθή εάν φιλοσοφή. Έπειτα, επειδή όλων τα εντόσθια είχον αρχίση να πονούν από τους σπασμούς του γέλωτος, απεφάσισαν να παραπέμψουν την δίκην εις την Ιταλίαν. Τώρα δε, ως λέγεται, ο Διοκλής γυμνάζεται εις την ρητορικήν και ετοιμάζει την κατηγορίαν και ανακινεί την υπόθεσιν της μοιχείας. Πράττει δηλαδή ό,τι οι αδέξιοι δικηγόροι• διότι προσπαθών ν' αποδείξη ότι ο αντίπαλός του είνε ανήρ, ενεργεί κατά του συμφέροντός του. Ο δε Βαγώας εις άλλα, ως λέγεται, καταγίνεται• εξασκείται εις τον ανδρισμόν και έχει την υπόθεσίν του διηνεκώς ανά χείρας, ελπίζων ότι εις το τέλος θα νικήση, αν αποδείξη ότι δεν είνε κατώτερος των επιβητόρων όνων. Αυτή, φαίνεται, φίλε μου, θεωρείται ως η ορθοτέρα αντίληψις της φιλοσοφίας και ως αναμφισβήτητος απόδειξις. Ώστε και διά τον υιόν μου, ο οποίος είνε ακόμη πολύ μικρός, θα ευχηθώ να έχη όχι το πνεύμα, ούτε την γλώσσαν, αλλά το αιδοίον κατάλληλον διά την φιλοσοφίαν.

ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΔΗΜΩΝΑΚΤΟΣ

Και η καθ ημάς εποχή δεν υπήρξε παντελώς άγονος εις ανθρώπους σπουδαίους και αξιομνημονεύτους, όχι μόνον διά την υπερφυσικήν σωματικήν δύναμιν, αλλά και διά την τελείαν σοφίαν• εννοώ δε τον Βοιώτιον Σώστρατον, τον οποίον οι Έλληνες απεκάλουν και εθεώρουν Ηρακλήν, και κυρίως τον φιλόσοφον Δημώνακτα. Τους εγνώρισα και τους εθαύμασα, τον δεύτερον δε εξ αυτών, τον Δημώνακτα, και επί πολύ συνανεστράφην. Και όσον μεν διά τον Σώστρατον εις άλλο βιβλίον {88} έκαμα λόγον περί του τεραστίου αναστήματός του, περί της υπερβολικής του δυνάμεως, της υπαιθρίου επί του Παρνασσού ζωής του, πως εκοιμάτο επί των χόρτων και έζη αγρίαν ζωήν και έπραττεν έργα σύμφωνα προς το όνομά του φονεύων ληστάς, ανοίγων οδούς εις δύσβατα μέρη και κατασκευάζων γεφύρας εις τας επικινδύνους διαβάσεις.

Είνε δε δίκαιον να γράψω τώρα και περί του Δημώνακτος το μεν διά να μεταδώσω όσον δύναμαι εις τους μεταγενεστέρους την μνήμην του, το δε διά να έχουν οι αγαθοί την φύσιν νέοι και προς την φιλοσοφίαν ρέποντες παράδειγμα τελείας αρετής και εκ της εποχής μας και να μιμούνται εκείνον όστις, ως εγνώρισα, υπήρξεν άριστος φιλόσοφος, και να μη αποβλέπουν αποκλειστικώς και μόνον εις τα αρχαία υποδείγματα.

Ο Δημώναξ κατήγετο εκ Κύπρου, από οικογένειαν επιφανή, και διά την κοινωνικήν αυτής τάξιν και διά τον πλούτον. Αλλά περιφρονήσας πάντα ταύτα και ποθήσας αγαθά ευγενέστερα, επεδόθη εις την φιλοσοφίαν, χωρίς να παρακινηθή υπό του Αγαθοδούλου, ούτε του προ τούτου υπάρξαντος Δημητρίου, ούτε του Επικτήτου• ήκουσε μεν την διδασκαλίαν όλων τούτων, προσέτι δε και του Τιμοκράτους του Ηρακλεώτου, ανδρός σοφού διακρινομένου και κατά την ευφράδειάν και κατά την σοφίαν, αλλ'εξ ιδίας κλίσεως προς τα καλά και εμφύτου προς την φιλοσοφίαν αγάπης, ήτις εξεδηλώθη από της παιδικής του ηλικίας, κατεφρόνησεν όλα τα ανθρώπινα αγαθά και εξ ολοκλήρου αφωσιώθη εις την ελευθερίαν και την παρρησίαν. Υπήρξε δε ο βίος του ευθύς και τα ήθη του αγνά και ανεπίληπτα και διά τους άλλους ήτο υπόδειγμα ο χαρακτήρ του και η ειλικρίνεια των φιλοσοφικών του αρχών. Δεν έφθασε δε εις την φιλοσοφικήν ταύτην τελειότητα χωρίς παρασκευήν και μάθησιν, αλλά και τους ποιητάς εμελέτησε και τους περισσοτέρους εγνώριζεν από μνήμης και εις το λέγειν είχεν ασκηθή και τα φιλοσοφικά δόγματα εγνώριζε κατά βάθος. Είχε προσέτι γυμνάση το σώμα του και εξασκήση προς την καρτερίαν, η δε κυρία φροντίς αυτού ήτο να μη έχη ανάγκην κανενός• διά τούτο και όταν ενόησεν ότι δεν ηδύνατο πλέον να επαρκή εις εαυτόν, απήλθεν εκουσίως εκ της ζωής, αφήσας μεγάλην υπόληψιν εις τους αρίστους των Ελλήνων.

Δεν περιωρίσθη δε εις έν είδος φιλοσοφίας, αλλ' αναμίξας διάφορα δεν εφαίνετο εις ποίον εξ αυτών έδιδε την προτίμησίν του• φαίνεται όμως ότι κάπως περισσότερον απέκλινε προς την Σωκρατικήν φιλοσοφίαν, μολονότι κατά το ένδυμα και την απλότητα του βίου εφαίνετο μιμούμενος τον Διογένην, χωρίς όμως να επιτηδεύη παράξενον τρόπον βίου διά να θαυμάζεται και κινή την περιέργειαν• Έζη όπως όλοι και συνανεστρέφετο τους πάντας με αφέλειαν, χωρίς την ελαχίστην έπαρσιν.

Την ειρωνείαν του Σωκράτους δεν μετεχειρίζετο, αλλ' αι ομιλίαι του ήσαν πλήρεις αττικής χάριτος, ούτως ώστε οι συναναστρεφόμενοι αυτόν ούτε τον κατεφρόνουν ως χυδαίον, ούτε τας επιτιμήσεις του απέφευγον ως άγαν αυστηράς, αλλ' απήρχοντο καταγοητευμένοι, κοσμιώτεροι, ευθυμότεροι και αισιόδοξοι. Ουδέποτε τον είδε κανείς να φωνάζη, να φιλονεική με πείσμα ή ν' αγανακτή, και όταν ακόμη ευρίσκετο εις την ανάγκην να επιπλήξη κανένα• αλλά τα μεν σφάλματα κατέκρινε, προς δε τους σφάλλοντας ήτο επιεικής, μιμούμενος τους ιατρούς, οι οποίοι θεραπεύουν τα νοσήματα, αλλά δεν οργίζονται κατά των αρρώστων. Εφρόνει ότι το σφάλμα είνε ανθρώπινον, θείον δε ή άξιον ανθρώπου ισοθέου το να διορθώνη τους σφάλλοντας. Τοιούτον βίον ζων, διά μεν τον εαυτόν του δεν είχε καμμίαν ανάγκην, τους φίλους του όμως εβοήθει• και εις εκείνους μεν εξ αυτών οίτινες ενόμιζον ότι ευτυχούν υπενθύμιζεν ότι διά πρόσκαιρα αγαθά υπερηφανεύονται, εκείνους δε οι οποίοι εθλίβοντο ένεκα πενίας ή ελυπούντο δι' εξορίαν ή παρεπονούντο διά γήρας ή διά νόσημα, παρηγόρει με φαιδρότητα λέγων• Δεν βλέπετε ότι εντός ολίγου θα τελειώσουν αυτά τα οποία σας λυπούν, θα επέλθη δε λήθη και των ευτυχημάτων και των δεινοπαθημάτων και όλοι θα φθάσωμεν εις αιωνίαν ελευθερίαν; Εφρόντιζε να συμφιλιώνη αδελφούς διχονοούντας και να επαναφέρη την ειρήνην μεταξύ των γυναικών και των συζύγων. Συνέβη δε και ν' απευθύνη με ευφράδειαν παραινέσεις προς λαούς στασιάζοντας και να τους πείση να έλθουν εις μετριοπαθέστερα αισθήματα χάριν της πατρίδος. Τοιούτος ήτο ο τρόπος της φιλοσοφίας του, πράος και ήμερος και φαιδρός.

Τον ελύπει μόνον ασθένεια ή θάνατος φίλου, διότι ως μέγιστον των ανθρωπίνων αγαθών εθεώρει την φιλίαν. Διά τούτο ήτο φίλος προς όλους και δεν υπήρχε κανείς τον οποίον να μη εθεώρει οικείον, αφού ήτο άνθρωπος. Δεν απέφευγε δε την συναναστροφήν κανενός και μόνον από εκείνους απεμακρύνετο των οποίων η διαφθορά τού εφαίνετο αθεράπευτος. Πάντα δε ταύτα έπραττε και έλεγε μετά χάριτος και καλωσύνης και, ως ο κωμικός ποιητής είπε, πάντοτε η πειθώ εκάθητο επί των χειλέων του. Διά τούτο και ο λαός όλος των Αθηνών και οι άρχοντες τον εθαύμαζον καθ' υπερβολήν και τον εθεώρουν ως πρόσωπον εξαιρετικόν. Το βέβαιον είνε ότι κατ' αρχάς ηνόχλει τους περισσοτέρους η ειλικρίνεια του και εκίνησεν εναντίον του μίσος όχι μικρότερον εκείνου το οποίον κατέστρεψε τον Σωκράτην, συνώμοσαν δε και κατ' αυτού διάφοροι Άνυτοι και Μέλητοι και του απέδιδον τας αυτάς κατηγορίας, ότι δεν τον είδε κανείς ποτε να προσφέρη θυσίαν και ότι μόνος εξ όλων δεν είχε μυηθή εις τα Ελευσίνια μυστήρια. Τότε εφόρεσε καθαρόν ένδυμα, έθεσε στέφανον επί της κεφαλής του και, εμφανισθείς με θάρρος εις την συνέλευσιν του λαού, απελογήθη διά τα μεν με γλυκύτητα, διά τα δε τραχύτερον ή όσον ήθελε. Διά την κατηγορίαν ότι δεν προσέφερέ ποτε θυσίαν εις την Αθηνάν είπε• Μη απορείτε, ω άνδρες Αθηναίοι, εάν δεν της προσέφερα θυσίαν έως τώρα, διότι ενόμιζα ότι δεν έχει ανάγκην από τας θυσίας μου. Διά δε την άλλην κατηγορίαν, την περί των μυστηρίων, είπεν ότι δεν ηθέλησε να μυηθή εις αυτά σκεπτόμενος ότι, αν μεν εις τα μυστήρια εγίνοντο πράξεις κακαί, δεν θα ηδύνατο να τας αποσιωπήση προς τους αμυήτους, αλλά θα τους απέτρεπεν από αυτά• εάν δε ήσαν καλά, θα τ' απεκάλυπτεν εις όλους εκ φιλανθρωπίας. Ώστε οι Αθηναίοι, ενώ είχον ετοιμασθή να τον λιθοβολήσουν, κατεπραΰνθησαν αμέσως και διετέθησαν συμπαθώς προς αυτόν, έκτοτε δε ήρχισαν να τον σέβωνται και έφθασαν να τον θαυμάζουν, καίτοι ο προς αυτούς λόγος του ήρχισε με τραχύ προοίμιον• Άνδρες Αθηναίοι, είπε, έρχομαι προς υμάς στεφανωμένος ως σφάγιον και δύνασθε να θυσιάσετε και εμέ, διότι προ πολλού δεν ετελέσατε θυσίας υπό αισίους οιωνούς.

Τώρα θα αναφέρω τινά εξ όσων είπεν ευστόχως και ευφυώς• νομίζω δε πρέπον ν' αρχίσω από τον Φαβωρίνον {89} και εξ εκείνων τα οποία προς αυτόν είπεν ο Δημώναξ.

Όταν ο σοφιστής εκείνος ήκουσε παρά τινος ότι ο Δημώναξ έσκωπτε τας ομιλίας του και μάλιστα τας μελωδίας τας οποίους παρενέβαλλεν εις αυτάς, και κατηγόρει τούτο ως θηλυπρεπές και ανάρμοστον εις την φιλοσοφίαν, μετέβη προς τον Δημώνακτα και του είπε ποίος ήτο αυτός ο οποίος εχλεύαζε τους λόγους του. Άνθρωπος, απήντησεν ο Δημώναξ, του οποίου τα ώτα δεν απατώνται. Επιμένοντος δε του σοφιστού και ερωτώντος τον Δημώνακτα• ποία εφόδια έχεις, συ ο αστείος διά να διατείνεσαι ότι είσαι φιλόσοφος; Όρχεις, απήντησεν ο Δημώναξ. Άλλην φοράν ο αυτός ηρώτα τον Δημώνακτα ποίον φιλοσοφικόν σύστημα προτιμά. Εκείνος δε απήντησε• ποίος σου είπεν ότι φιλοσοφώ; Και απομακρυνόμενος εγέλασε δυνατά• ερωτήσαντος δε του άλλου διατί γελά, Διότι θέλεις να διακρίνωνται οι φιλόσοφοι από τα γένεια, ενώ συ είσαι σπανός. Μίαν φοράν ο Σιδώνιος, ο οποίος υπήρξε σοφιστής εκ των ευδοκίμων εις τας Αθήνας, έλεγε περί του εαυτού του ότι εδοκίμασε και εγνώρισε πάσαν φιλοσοφίαν• αλλά μάλλον ας επαναλάβωμεν αυτούς τους λόγους του• εάν ο Αριστοτέλης με καλέση, έλεγε, θα τον ακολουθήσω εις το Λύκειον αν ο Πλάτων, θα μεταβώ εις την ακαδημίαν• αν ο Ζήνων, θα διατρίψω εις την Ποικίλην Στοάν αν ο Πυθαγόρας με καλέση, θα σιωπήσω. Τότε εσηκώθη εκ του μέσου των ακροατών ο Δημώναξ και του είπεν• Ο Πυθαγόρας λοιπόν σε καλεί.

Όταν δε ο Πύθων, νεανίσκος ωραίος, και υιός πλουσίου Μακέδόνος, τον παρηνώχλει και του απηύθυνε μίαν ερώτησιν σοφιστικήν και επέμενε ζητών την λύσιν, Εκείνο το οποίον γνωρίζω, παιδί μου, του είπε, είνε ότι είσαι τετραπερασμένος. Επειδή δε ο νέος εθύμωσε διά το διφορούμενον εκείνο σκώμμα {90} και του είπεν απειλητικώς, θα σου δείξω τώρα αμέσως τον άνδρα, ο Δημώναξ εγέλασε και ηρώτησεν• ώστε έχεις άνδρα;

Είχεν εμπαίξη ένα αθλητήν Ολυμπιονίκην, ο οποίος παρουσιάσθη με ένδυμα χρωματιστόν, ο δε αθλητής τον εκτύπησε με πέτραν εις την κεφαλήν, και το αίμα ήρχισε να τρέχη. Οι παρόντες ηγανάκτησαν, ως εάν αυτοί εκτυπήθησαν, και εφώναζαν να υπάγουν εις τον ανθύπατον, ο δε Δημώναξ, όχι, είπεν, εις τον ανθύπατον, αλλ' εις τον ιατρόν.

Άλλοτε εύρε καθ' οδόν δακτύλιον και διά τοιχοκολλήσεως εις την αγοράν εζήτει εκείνον όστις τον έχασε να προσέλθη, να είπη το βάρος του δακτυλίου, το είδος και την σφραγίδα του δακτυλιολίθου διά να τον λάβη• μετέβη λοιπόν κάποιος ευειδής νεανίσκος, διατεινόμενος ότι αυτός απώλεσε τον δακτύλιον. Αλλ' επειδή ο Δημώναξ είδεν ότι εψεύδετο, του είπε• Πήγαινε, παιδί μου, και φύλαττε τον δακτύλιον σου, διότι δακτυλίδι δεν έχασες.

Κάποιος Ρωμαίος γερουσιαστής, παρεπιδημών εις τας Αθήνας, παρουσίασεν εις τον Δημώνακτα τον υιόν του, νέον ωραιότατον, αλλά θηλυπρεπή και μαλθακόν, και του είπε• Σε χαιρετά ο υιός μου. Ωραίος είνε, είπεν ο Δημώναξ, άξιος σου και όμοιος προς την μετέρα του.

Έλεγεν ότι κάποιος Κυνικός φιλόσοφος, ο οποίος είχεν ως ένδυμα δέρμα άρκτου, έπρεπε να ονομάζεται όχι Ονωράτος, όπως ελέγετο, αλλ' Αρκτεσίλαος.

Ερωτηθείς υπό τινος πώς ορίζει την ευτυχίαν, απήντησεν ότι μόνον τον ελεύθερον θεωρεί ευδαίμονα. Αλλ' ελεύθεροι είνε πολλοί, είπεν ο άλλος. Εκείνον, είπεν ο Δημώναξ, θεωρώ ελεύθερον, όστις ούτε ελπίζει τι, ούτε φοβείται. Και πώς είνε δυνατόν τούτο, είπεν ο άλλος, αφού όλοι είμεθα δούλοι αυτών των δύο αισθημάτων; Και όμως, απήντησεν ο Δημώναξ, αν εξετάσης κατά βάθος τα ανθρώπινα πράγματα, θα ίδης ότι ούτε ελπίδος ούτε φόβου είνε άξια, καθότι πάντως θα λήξουν και τα λυπηρά και τα ευχάριστα.

Ο Περεγρίνος ο Πρωτεύς τον επέπληττε, διότι ως επί το πλείστον εγέλα και έσκωπτε, και του έλεγε• Δημώναξ, δεν γίνεσαι ολίγον κυνικός;{91} Ο Δημώναξ του απεκρίθη• Και συ Περεγρίνε, δεν γίνεσαι ολίγον άνθρωπος;

Όταν δε κάποιος φυσικός ωμίλει περί των αντιπόδων, ο Δημώναξ τον παρέλαβε και τον ωδήγησεν εις έν φρέαρ, δείξας δε την σκιάν ήτις εφαίνετο εις τον νερόν, ηρώτησε• Μήπως τοιούτους εννοείς τους αντίποδας;

Αλλά και προς ένα όστις έλεγεν ότι ήτο μάγος και εγνώριζεν εξορκισμούς διά των οποίων ηδύνατο να πείση οιονδήποτε και να λάβη παρ' αυτού όσα ήθελε, Και εγώ, είπεν, είμαι ομότεχνός σου, και αν θέλης, ακολούθησε με εις την αρτοπόλιδα και θα ίδης ότι δι' ενός εξορκισμού και μικρού μαγικού μέσου θα την πείσω να μου δώση ψωμιά, εννοών ότι το νόμισμα είνε ισοδύναμον με εξορκισμόν.

Όταν ο Ηρώδης ο περίφημος επένθει τον αγαπητόν του μαθητήν Πολυδεύκην, όστις απέθανε προώρως, και διέτασσε να του ετοιμάζουν όχημα και ίππους, ως εάν επρόκειτο ο νεκρός να τους μεταχειρισθή, και να παρασκευάζουν δι' αυτόν δείπνον, ο Δημώναξ μετέβη και του είπε• Σου φέρω επιστολήν από τον Πολυδεύκην. Ο Ηρώδης εχάρη, νομίζων ότι όπως οι άλλοι και ο Δημώναξ εκολάκευε τας ανοησίας της θλίψεώς του και είπε. Λοιπόν, Δημώναξ, τι ζητεί ο Πολυδεύκης; Παραπονείται ότι ακόμη δεν επήγες να τον εύρης. Ο ίδιος πενθών τον αποθανόντα υιόν του έμενε κατάκλειστος• τότε δε μετέβη προς αυτόν ο Δημώναξ και του είπεν ότι είνε μάγος και ηδύνατο να καλέση την σκιάν του υιού του εκ του άδου, εάν του ανέφερε και μόνον τρεις ανθρώπους οι οποίοι δεν έκλαυσαν ποτέ κανένα. Επειδή δε ο Ηρώδης ευρέθη εις απορίαν και επί πολύ δεν ηδύνατο να δώση απάντησιν— διότι δεν είχε, φαίνεται, κανένα τοιούτον ν' αναφέρη—Λοιπόν, γελοίε, του είπε, πώς νομίζεις ότι συ μόνος πάσχεις αφόρητα, ενώ βλέπεις ότι κανείς δεν είνε απηλλαγμένος θλίψεων;

Έσκωπτε συνήθως και εκείνους οίτινες εις τας ομιλίας των μετεχειρίζοντο πολύ αρχαίας και ασυνήθεις λέξεις, προς ένα δε εκ τούτων, όστις εις ερώτησίν του απήντησεν εις υπεραττικίζουσαν γλώσσαν, είπεν• Εγώ, φίλε μου, σε ηρώτησα σήμερον και συ μου απαντάς από την εποχήν του Αγαμέμνονος.

Όταν είς εκ των φίλων του τον εκάλεσε να μεταβούν εις τον ναόν του
Ασκληπιού και προσευχηθούν, Πολύ κουφόν, είπε, νομίζεις τον
Ασκληπιόν, εάν δεν δύναται να μας ακούση και απ' εδώ προσευχομένους.

Όταν ποτέ είδε δύο φιλοσόφους αμαθεστάτους, οίτινες συνεζήτουν αλληλοϋβριζόμενοι και ο μεν απηύθυνεν ανοήτους ερωτήσεις, ο δε άλλος απήντα παραλόγως, Δεν σας φαίνεται, φίλοι μου, είπε προς τους παρισταμένους, ότι ο μεν είς εκ τούτων αμέλγει τράγον, ο δε άλλος κρατεί από κάτω κόσκινον διά να δεχθή το γάλα;

Ο Αγαθοκλής ο περιπατητικός έλεγεν υπερηφανευόμενος ότι είνε ο μόνος και ο πρώτος εκ των διαλεκτικών• ο δε Δημώναξ του είπεν• Αλλ' αν, Αγαθοκλή, είσαι ο πρώτος, δεν είσαι ο μόνος, εάν δε είσαι ο μόνος δεν είσαι πρώτος.

Όταν ο Κέθηγος ο πρώην ύπατος μεταβαίνων εις την Ασίαν ως πρεσβευτής προς τον πατέρα του, διήλθεν εξ Ελλάδος και έλεγε και έπραττε πολλά γελοία, κάποιος εκ των φίλων του Δημώνακτος είπε• Μέγα κάθαρμα είνε αυτός. Μα τον Δία, απήντησεν ο Δημώναξ, ούτε μέγα.

Όταν δε είδε τον φιλόσοφον Απολλώνιον προπεμπόμενον υπό πολυαρίθμων μαθητών — ανεχώρει δε κληθείς υπό του βασιλέως εις Ρώμην διά να τον έχη σύντροφον και διδάσκαλον,— είπεν• Ιδού ο Απολλώνιος και οι Αργοναύται του. {92}

Ερωτηθείς αν η ψυχή είνε αθάνατος, Όπως και όλα τα άλλα, απήντησε. Περί δε του Ηρώδου έλεγεν ότι εις αυτόν εφηρμόζετο το λεχθέν υπό του Πλάτωνος, ότι δεν έχομεν μίαν μόνον ψυχήν, διότι δεν θα ήτο η αυτή ψυχή ήτις παρέθετε γεύματα εις την Ρηγίλην και τον Πολυδεύκην, ως να ήσαν ζώντες, και η οποία συνέθετε τόσον ωραίους λόγους. {93} Ετόλμησε δέ ποτε και να ερωτήση δημοσία τους Αθηναίους, όταν ήκουσε την προκήρυξιν διά την τελετήν των Ελευσινίων μυστηρίων, διά ποίαν αιτίαν απέκλειον από τα μυστήρια ταύτα τους βαρβάρους, ενώ ο ιδρύσας αυτά Εύμολπος ήτο βάρβαρος και Θραξ.

Παρεσκευάζετο μίαν φοράν να ταξειδεύση εν καιρώ χειμώνος και είς εκ των φίλων του, Δεν φοβείσαι, του είπε, μήπως ναυαγήση το πλοίον και σε φαν τα ψάρια; Και δεν θα ήτο αχαριστία, απήντησε, να μη θέλω να με φάγουν τα ψάρια, αφού εγώ τόσα ψάρια έχω φάγη;

Ένα ρήτορα, ο οποίος πολύ κακώς ωμίλησε, συνεβούλευσε να μελετά και να γυμνάζεται• ο δε ρήτωρ είπε• Πάντοτε απαγγέλλω μόνος μου. Επόμενον λοιπόν είνε να ομιλής τόσον άσχημα αφού έχεις τόσον μωρόν ακροατήν.

Ιδών δέ ποτε ένα μάντιν, όστις έδιδε τας μαντείας του επί πληρωμή, Δεν εννοώ, του είπε, διατί ζητείς πληρωμήν• εάν θέλης να πληρώνεσαι ως δυνάμενος να μεταβάλλης τα προωρισμένα υπό των Μοιρών, όσα και αν ζητήσης θα είνε ολίγα• εάν δε όλα θα γίνουν όπως ο θεός ώρισε, τι αξίαν έχει η μαντική σου;

Όταν δε μίαν φοράν κάποιος Ρωμαίος, γέρων και σωματώδης, επεδείκνυε προς αυτόν την δεξιότητα του εις τους ξιφισμούς, κτυπών διά του ξίφους εις πάσσαλον, και τον ηρώτα πώς του εφαίνετο ως ξιφομάχος, Λαμπρός, του είπε, αν έχης ξύλινον ανταγωνιστήν.

Αλλά και εις τας δυσκόλους ερωτήσεις είχε πολύ ευστόχους απαντήσεις• όταν δε κάποιος τον ηρώτησε διά να γελάση με την αμηχανίαν του• Εάν καύσω ξύλα χιλίων μνων, Δημώναξ, πόσων μνων καπνός θα γίνη; Ζύγισε, απήντησεν ο Δημώναξ, την στάκτην και όλον το υπόλοιπον θα είνε καπνός.

Κάποιος Πολύβιος, πολύ απαίδευτος και σολοικίζων εις την γλώσσαν άνθρωπος, είπεν• Ο βασιλεύς μ' ετίμησε με την Ρωμαϊκήν πολιτείαν, θέλων να είπη με την Ρωμαϊκήν πολιτογράφησιν. Ο δε Δημώναξ του είπεν• Είθε να σ' έκαμνε μάλλον Έλληνα παρά Ρωμαίον.

Ιδών ένα εκ των κομψευομένων υπερηφανευόμενον διά το πλάτος της πορφύρας, ήτις εστόλιζεν ως παρυφή το ένδυμά του, έσκυψε και του εψιθύρισεν εις το ους, εγγίσας το ένδυμά του• Αυτό πριν από σε το εφόρει πρόβατον και ήτο πρόβατον.

Προκειμένου να λουσθή, εδίσταζε να εισέλθη εις το νερόν, επειδή ήτο καθ' υπερβολήν ζεστόν• κάποιος δε παριστάμενος τον κατηγόρησεν ως δειλόν. Δεν μου λες, είπεν ο Δημώναξ, εάν καώ, υπέρ πατρίδος θα το πάθω;

Τι φρονείς περί του κάτω κόσμου; τον ηρώτησέ τις. Περίμενε, απήντησε, και άμα πάω θα σου γράψω.

Κάποιος Άδμητος, ασήμαντος ποιητής, έλεγεν ότι έγραψε μονόστιχον επίγραμμα, το οποίον άφηνε παραγγελίαν να χαραχθή επί της στήλης του τάφου του• ιδού δε και το επίγραμμα:

Γαία λαβ' Αδμήτου έλυτρον, βη δ' εις θεόν αυτός {94}.

Και ο Δημώναξ γελάσας είπε• Τόσον ωραίον είνε, Άδμητε, το επίγραμμα, ώστε ήθελα να είχεν ήδη χαραχθή.

Όταν τις είδεν εις τας κνήμας του τα συνήθη του γήρατος αποτελέσματα, ηρώτησε• Τι είνε αυτά, Δημώναξ; Ο δε φιλόσοφος μειδιάσας, Ο Χάρων μ' εδάγκωσεν, είπεν.

Ιδών ένα Λακεδαιμόνιον να μαστιγώνη τον δούλον του, Τι κάνεις εκεί; του είπεν• Ομότιμόν σου αναδεικνύεις τον δούλον; {95}

Κάποια Δανάη είχε δίκην με τον αδελφόν της, και ο Δημώναξ της είπε• Μη φοβηθής να υποβληθής εις κρίσιν, αφού δεν είσαι η Δανάη η θυγάτηρ του Ακρισίου.

Κατεδίωκε με τα σκώμματά του προ πάντων εκείνους οίτινες εφιλοσόφουν προς επίδειξιν και όχι χάριν της αληθείας• ιδών δε ένα Κυνικόν, όστις εφόρει φιλοσοφικόν τρίβωνα και είχε πήραν, αλλ' αντί βακτηρίας εκράτει γουδοκόπανον και εκραύγαζε λέγων ότι είνε οπαδός του Αντισθένους, του Κράτητος και του Διογένους, Μη ψεύδεσαι, του είπε, διότι είσαι μαθητής του Υπερίδου. {96} Όταν έβλεπε πολλούς των αθλητών να παραβαίνουν τους κανόνας και να δάκνουν κατά το αγώνισμα του παγκρατίου, έλεγε, Πολύ δικαίως οι εξυμνούντες τους σημερινούς αθλητάς τους αποκαλούν λέοντας.

Έξυπνον δε και δηκτικόν ήτο και εκείνο το οποίον είπε προς τον ανθύπατον, ο οποίος ήτο εκ των θηλυπρεπών, οίτινες μαδούν τα σκέλη και το σώμα ολόκληρον. Κάποιος Κυνικός είχεν αναβή εις πέτραν και κατηγόρει τον άνθύπατον διά τούτο και τον απεκάλει κίναιδον, και ο ανθύπατος οργισθείς ήτο έτοιμος να διατάξη να τον μαστιγώσουν μέχρι θανάτου ή να τον εξορίση. Ο δε Δημώναξ παρατυχών παρεκάλεσε τον ανθύπατον να τον συγχωρήση, καθότι ήτο συνήθεια και κανών των Κυνικών να μεταχειρίζωνται θρασείαν γλώσσαν. Ας είνε, είπεν ο ανθύπατος, προς χάριν σου• αλλ' εάν το επαναλάβη, τι πρέπει να πάθη; Και ο Δημώναξ απήντησε• Διάταξε τότε να μαδηθή και αυτός.

Όταν δε κάποιος, εις τον οποίον ο βασιλεύς ενεπιστεύθη την διοίκησιν στρατευμάτων και μιας χώρας εκ των μεγαλειτέρων, ηρώτησε τον Δημώνακτα πώς έπρεπε να κυβερνήση, Χωρίς θυμόν, απήντησεν ο φιλόσοφος. Να λέγης ολίγα και ν' ακούης πολλά.

Όταν άλλος τον ηρώτησεν εάν και αυτός τρώγη τηγανίτες, Νομίζεις, είπεν, ότι η μέλισσες κατασκευάζουν το μέλι διά τους μωρούς;

Ιδών δε εις την Ποικίλην Στοάν ανδριάντα του οποίου η χειρ είχε αποκοπή, Αργά, είπεν, οι Αθηναίοι ετίμησαν τον Κυναίγειρον με ανδριάντα.

Όταν είδε τον Ρουφίνον τον Κύπριον — εννοώ τον χωλόν Περιπατητικόν — να περιπατή εις το Λύκειον, είπε• Δεν γνωρίζω τίποτε αναισχυντότερον από χωλόν Περιπατητικόν.

Μίαν φοράν ο Επίκτητος τον επέπληττε και συγχρόνως τον συνεβούλευσε να συνάψη γάμον και να τεκνοποιήση. Αυτός δε του απέδωκε την επίπληξιν απαντήσας• Να μου δώσης μίαν από τας θυγατέρας σου, Επίκτητε. {97}

Άξιον δε απομνημονεύσεως είνε και εκείνο το οποίον είπε προς τον Αριστοτελικόν φιλόσοφον Ερμίνον• διότι γνωρίζων ότι ήτο φαυλότατος και έπραττε παντός είδους κακά, τον ήκουε δε να έχη εις το στόμα του διηνεκώς τον Αριστοτέλην και τας Δέκα Κατηγορίας, {98} του είπεν• Ερμίνε, αληθώς είσαι άξιος δέκα κατηγοριών.

Οι Αθηναίοι μιμούμενοι τους Κορινθίους εσκέπτοντο να ιδρύσουν και αυτοί θέατρον μονομάχων. Αλλ' εμφανισθείς ο Δημώναξ εις την συνέλευσιν είπε• Πριν λάβετε τοιαύτην απόφασιν, Αθηναίοι, πρέπει να καταλύσετε τον βωμόν του Ελέου.

Όταν ποτέ μετέβη εις Ολυμπίαν, οι Ηλείοι εψήφισαν να του ιδρύσουν χαλκούν ανδριάντα, αλλ' αυτός τους απέτρεψεν ειπών• Ούτω θα φανήτε ότι υβρίζετε τους προγόνους σας, αφού μήτε εις τον Σωκράτην, μήτε εις τον Διογένην έστησαν εκείνοι ανδριάντα.

Ήκουσα δε αυτόν να λέγη και προς ένα νομομαθή, ότι οι νόμοι κινδυνεύουν να είνε άχρηστοι, είτε διά τους κακούς, είτε διά τους χρηστούς γίνονται• διότι οι μεν καλοί δεν έχουν ανάγκην νόμων, οι δε κακοί δεν γίνονται καλλίτεροι υπό των νόμων. Εκ των στίχων δε του Ομήρου επανελάμβανε συνήθως τον εξής•

Κάτθαν' ομώς ότ' αεργός ανήρ ότε πολλά εοργώς.

Τον Θερσίτην εθεώρει ως καλόν Κυνικόν ρήτορα. Ερωτηθείς δε μίαν φοράν, ποίος εκ των φιλοσόφων του αρέσει, είπε• Όλοι είνε θαυμαστοί• αλλ' εγώ λατρεύω τον Σωκράτην, θαυμάζω τον Διογένην και αγαπώ τον Αρίστιππον.

Έζησεν εκατόν σχεδόν έτη, χωρίς νοσήματα και λύπας, χωρίς να ενοχλήση ή να ζητήση παρά κανενός τίποτε, χρήσιμος εις τους φίλους και ουδένα αποκτήσας ποτέ εχθρόν. Τόσην δε αγάπην έτρεφον προς αυτόν οι Αθηναίοι και όλοι οι Ελληνες, ώστε όταν διέβαινεν εσηκώνοντο οι άρχοντες, όλοι δε εσιώπων. Κατά δε τα τέλη του βίου του, όταν πλέον ήτο υπέργηρως, εδείπνει και εκοιμάτο απρόσκλητος εις οιανδήποτε οικίαν ήθελεν• εκείνοι δε οίτινες εδέχοντο την επίσκεψίν του, την εθεώρουν περίπου θείαν εμφάνισιν και ως ευτυχή οιωνόν. Όταν δε μετέβαινεν εις την αγοράν, αι αρτοπώλιδες εφιλονείκουν μεταξύ των, διότι εκείνη ήτις θα του έδιδεν άρτον, το εθεώρει ευτυχίαν και όλαι ήθελον να του δίδουν. Αλλά και τα παιδία τού προσέφερον οπωρικά και τον ωνόμαζον πατέρα. Όταν δέ ποτε συνέβη εις τας Αθήνας στάσις, εισήλθεν εις την συνέλευσιν του λαού και μόνον η εμφάνισίς του επέβαλε σιγήν. Ιδών δε ότι ειρήνευσαν, απήλθε χωρίς να είπη τίποτε.

Όταν είδεν ότι δεν ηδύνατο πλέον να επαρκή εις τας ανάγκας της ζωής, είπε προς τους παρόντας φίλους του τους στίχους διά των οποίων οι κήρυκες αναγγέλλουν το τέλος των αγώνων•

Λήγει μεν αγών των καλλίστων άθλων ταμίας, καιρός δε καλεί μηκέτι μέλλειν {99}

Και παραιτηθείς πάσης τροφής απήλθεν εκ του βίου φαιδρός, όπως πάντοτε εφαίνετο προς τους συναναστρεφομένους αυτόν.

Μικρόν προ του θανάτου του, κάποιος τον ηρώτησε• Περί ταφής τι παραγγέλλεις; Μη σκοτίζεσθε δι' αυτό, είπε, διότι η οσμή θα με θάψη. — Και δεν είνε εντροπή, είπεν ο άλλος να γίνη το σώμα ενός τοιούτου ανθρώπου τροφή των ορνέων και των σκύλων; — Τόσω το καλλίτερον, απήντησεν ο φιλόσοφος, αν γίνω και μετά θάνατον χρήσιμος εις μερικά ζώα.

Οι Αθηναίοι τον έθαψαν μεγαλοπρεπώς και διά δημοσίας δαπάνης και επί πολύ τον επένθησαν. Το δε λίθινον κάθισμα, όπου συνείθιζε να αναπαύεται οσάκις εκουράζετο, επροσκύνουν και εστόλιζον με στεφάνους προς τιμήν του φιλοσόφου, θεωρούντες ιεράν και την πέτραν επί της οποίας εκάθητο. Την κηδείαν του συνώδευσαν όλοι, μάλιστα οι φιλόσοφοι, οίτινες και εσήκωσαν και μετέφεραν το πτώμα του μέχρι του τάφου.

Αυτά τα ολίγα εκ των πολλών του ανεκδότων απεμνημόνευσα• αλλά και εκ τούτων δύνανται οι αναγινώσκοντες να κρίνουν οποίος υπήρξεν ο άνθρωπος εκείνος.

ΧΑΡΩΝ Ή ΕΠΙΣΚΟΠΟΥΝΤΕΣ

Ερμής και Χάρων.

ΕΡΜΗΣ. Τι γελάς, Χάρων, και διατί αφήκες το πλοίον σου και ήλθες εδώ, ενώ δεν συνειθίζεις νανεβαίνης εις τον επάνω κόσμον;

ΧΑΡΩΝ Επεθύμησα, ω Ερμή, να ίδω πώς είνε τα πράγματα της ζωής και τι πράττουν οι άνθρωποι, αλλά προ πάντων τι χάνουν, όταν πεθαίνουν, και μας έρχωνται κάτω όλοι με κλάμματα• διότι κανείς δεν κάνει αυτό το ταξείδι χωρίς δάκρυα. Εζήτησα λοιπόν από τον βασιλέα του Άδου άδειαν μιας ημέρας και, όπως ο Θεσσαλός εκείνος νέος {100}, ανέβηκα εις το φως. Σε συναντώ δε εις κατάλληλον στιγμήν, διότι δεν αμφιβάλλω ότι θα μου χρησιμεύσης ως ξεναγός και θα με συνοδεύσης διά να μου δείξης τα καθέκαστα, ώστε να τα ίδω όλα.

ΕΡΜ. Δεν έχω καιρόν, πορθμεύ• διότι έχω να εκτελέσω μίαν παραγγελίαν του Διός διά την γην• ξέρεις δε πόσον οξύθυμος είνε και φοβούμαι μήπως αν βραδύνω με καταδικάση να μένω παντοτινά κάτω εις το σκότος ή, όπως προ καιρού τον Ήφαιστον, μ' αρπάξη από το πόδι και με πετάξη κάτω, από τον ουρανόν κι' έπειτα θα χωλαίνω και θα γελούν και για μένα οι άλλοι.

ΧΑΡ. Θα μ' αφήσης λοιπόν να γυρίζω εις την γην χωρίς να ξέρω πού πηγαίνω, ενώ είμαι φίλος σου και σύντροφος εις την μεταφοράν των νεκρών; Αλλ' έπρεπε να θυμάσαι, υιέ της Μαίας, τουλάχιστον ότι ποτέ δεν σ' έβαλα ν' αδειάζης νερό ή να τραβάς κουπί, αλλά σε αφίνω και ροχαλίζεις ξαπλωμένος στο κατάστρωμα, ενώ έχεις χέρια τόσον δυνατά, ή αν εύρης κανένα φλύαρον νεκρόν κάθεσαι και κουβεντιάζετε εις όλον το ταξείδι, εγώ δε, αν και γέρος, τραβώ μόνος και τα δύο κουπιά. Να χαρής τον πατέρα σου, αγαπητέ μου μικρέ Ερμή, μη μ' αφήσης, αλλ' οδήγησέ με να δω πώς ζουν οι άνθρωποι, διά να μη γυρίσω άπρακτος• διότι εάν συ δεν με βοηθήσης δεν θα διαφέρω από τυφλόν• όπως εκείνοι δεν βλέπουν και σκοντάφτουν εις το σκότος, ούτω και εγώ δεν καλοβλέπω εις το φως. Έλα λοιπόν, Κυλλήνιε, και δεν θα λησμονήσω ποτέ αυτήν την χάριν.

ΕΡΜ. Θα γείνης αφορμή να φάω ξύλο• περί τούτου είμαι βέβαιος, αλλά τι να κάμω; Όταν ένας φίλος με παρακαλή τόσον επιμόνως, μπορώ ν' αποφύγω; Αλλά να ίδης όλα τα καθέκαστα ακριβώς είνε αδύνατον, Χάρων• διότι αυτό θ' απαιτούσε χρονοτριβήν πολλών ετών και εγώ έπειτα θα κηρυχθώ λιποτάκτης. Αλλά και συ θ' άναγκασθής να διακόψης τα έργα του θανάτου προς ζημίαν της εξουσίας του Πλούτωνος και επί πολύν καιρόν θα παύσης να μεταφέρης τους νεκρούς. Ο δε τελώνης Αιακός θα θυμώση, διότι δεν θα εισπράττη πλέον ούτε ένα οβολόν. Πρέπει να σκεφθούμε λοιπόν πώς θα δυνηθής να ίδης τα κυριώτερα από τα συμβαίνοντα εις την ζωήν.

ΧΑΡ. Σε αφήνω να σκεφθής το καλλίτερον, διότι εγώ δεν γνωρίζω τίποτε και είμαι ξένος εις τον επάνω κόσμον.

ΕΡΜ. Πρώτα πρώτα, Χάρων, πρέπει να εύρωμεν ένα ψηλό μέρος διά να ίδης απ' εκεί τα πάντα. Εάν σου ήτο δυνατόν ν' ανέβης εις τον ουρανόν, το πράγμα θα ήτο εύκολον• διότι έτσι θα έβλεπες από πάνω παν ό,τι συμβαίνει εις την γην. Αλλ' επειδή έχεις πάντοτε να κάμης με σκιάς και δεν σου επιτρέπεται να εισέλθης εις τα ανάκτορα του Διός, πρέπει να εύρωμεν κανένα υψηλό βουνό.

ΧΑΡ. θυμάσαι, Ερμή, τι σας λέγω εις τα ταξείδιά μας; Όταν φυσήση δυνατός άνεμος και μας έρχεται από τα πλάγια εις το πανί και σηκώνονται κύματα μεγάλα, σεις από άγνοιαν της ναυτικής τέχνης φωνάζετε να μαζευθή το πανί ή να χαλαρωθή ολίγον η σκότα ή να τραβήξωμεν κατά τον άνεμον, αλλ' εγώ σας λέγω να μη ανησυχήτε, διότι γνωρίζω τι πρέπει να γείνη. Έτσι και συ τώρα κάνε ό,τι νομίζεις καλόν, ως να είσαι κυβερνήτης• εγώ δε ως επιβάτης θα υπακούω με σιωπήν και ησυχίαν εις όλας σου τας διαταγάς.

ΕΡΜ. Καλά λέγεις• εγώ ξέρω τι πρέπει να γείνη και θα εύρω το κατάλληλον μέρος διά να επισκοπήσωμεν τα ανθρώπινα πράγματα. Λοιπόν ο Καύκασος είνε κατάλληλος ή μάλλον ο Παρνασσός• αλλά και από τους δύο καταλληλότερος είνε ο Όλυμπος. Αλλ' ο Όλυμπος μου ενθυμίζει μίαν καλήν ιδέαν, πρέπει όμως και συ να βοηθήσης και να κοπιάσης ολίγον.

ΧΑΡ. Να διατάσσης μόνον και θα σε υπηρετήσω όσον δύναμαι.

ΕΡΜ. Ο ποιητής Όμηρος λέγει ότι του Αλπέως οι γυιοί, οι οποίοι ήσαν δύο όπως ημείς, όταν ακόμη ήσαν παιδιά επεχείρησαν μίαν φοράν να ξερριζώσουν την Όσσαν και να την θέσουν επάνω εις τον Όλυμπον και έπειτα το Πήλιον επάνω εις αυτήν, διότι ενόμιζαν ότι κατ' αυτόν τον τρόπον θα εσχημάτιζαν κλίμακα αρκετήν διά να φθάσουν εις τον ουρανόν. Και εκείνα μεν τα παιδάρια ετιμωρήθησαν διά την αναίδειάν των ημείς δε — αφού δεν έχομεν κανένα κακόν ή ασεβή σκοπόν κατά των θεών —διατί δεν τους μιμούμεθα και να κυλίσωμεν διάφορα όρη και να τα θέσωμεν το ένα επί του άλλου, ώστε να κατασκευάσωμεν όσον το δυνατόν υψηλήν σκοπιάν;

ΧΑΡ. Και θα δυνηθώμεν, Ερμή, μόνον οι δύο μας να σηκώσωμεν το Πήλιον και την Όσσαν;

ΕΡΜ. Γιατί όχι, Χάρων; Ή έχεις την ιδέαν ότι είμεθα πλέον αδύνατοι από τα παιδαρέλια εκείνα, αφού μάλιστα είμεθα και θεοί;

ΧΑΡ. Όχι• αλλά το πράγμα μου φαίνεται πολύ μεγάλο και δύσκολο.

ΕΡΜ. Επόμενον είνε, διότι είσαι αμαθής, Χάρων, και δεν έχεις το χάρισμα το ποιητικόν. Ο θαυμάσιος όμως Όμηρος με δύο στίχους μεταφέρει και αλληλεπιθέτει τα βουνά και εις μίαν στιγμήν μας κάνει κλίμακα διά τον ουρανόν. Αλλ' απορώ πώς νομίζεις αυτά απίστευτα, αφού γνωρίζεις τον Άτλαντα, ο οποίος σηκώνει τον κόσμον με όλους ημάς εις τους ώμους του και είνε ένας μόνον. Θα έχης δε ίσως ακούση και περί του αδελφού μου του Ηρακλέους ότι αντικατέστησέ ποτε τον Άτλαντα εκείνον και του πήρε το φορτίον του διά να τον ξεκουράση ολίγον.

ΧΑΡ. Τα ήκουσα και αυτά, αλλ' αν είνε αληθινά, συ, Ερμή, και οι ποιηταί το ξέρετε.

ΕΡΜ. Αληθέστατα, Χάρων. Διότι διά ποίον λόγον άνθρωποι σοφοί θα εψεύδοντο; Λοιπόν ας ξεκουνήσωμεν την Όσσαν πρώτον, ακολουθούντες τας οδηγίας του ποιήματος και του αρχιτέκτονος,

αυτάρ επ' Όσση, Πήλιον εινοσίφυλλον {101}.

Βλέπεις, πόσον εύκολα και πόσον ποιητικώς τα εκαταφέραμεν; Τώρα θ' ανέβω να ίδω αν είνε ανάγκη να βάλωμεν και άλλο βουνό απάνω. Μωρέ, πόσον χαμηλότερα είμεθα ακόμη από τον ουρανόν• από τα ανατολικά μόλις φαίνεται η Ιονία και η Λυδία, από δε τα δυτικά παράλια δεν φαίνεται τίποτε πέραν της Ιταλίας και Σικελίας και από τον βορράν μόνον τα κάτω του Ίστρου διακρίνονται, προς νότον δε η Κρήτη ολίγον και αμυδρά φαίνεται. Πρέπει να μετακινήσωμεν και την Οίτην και έπειτα επάνω εις όλα αυτά να τοποθετήσωμεν και τον Παρνασσόν.

ΧΑΡ. Έτσι να κάμωμεν. Πρόσεξε μόνον να μη υψώσωμεν το έργον μας πέραν του πιθανού και έπειτα καταρρεύση και συγκρημνισθώμεν, πληρώσωμεν δε την ευπιστίαν μας εις την οικοδομικήν του Ομήρου με τα κεφάλια μας που θα τσακισθούν.

ΕΡΜ. Μη σε μέλει και όλα θα πάνε καλά. Μετακίνησε την Οίτην και επάνω εις αυτήν ας θέσωμεν τον Παρνασσόν. Και τώρα ανεβαίνω πάλιν διά να ίδω. Λαμπρά• βλέπω τα πάντα. Ανέβα τώρα και συ.

ΧΑΡ. Δόσε μου το χέρι σου, Ερμή, διότι δεν μου είνε εύκολον να σκαρφαλώσω τόσο ψηλά.

ΕΡΜ. Αφού θέλεις να δης τα πάντα, Χάρων, πρέπει και να κινδυνεύσης ολίγον. Όταν κανείς είνε περίεργος πρέπει να έχη και το θάρρος του κινδύνου. Κρατήσου από το χέρι μου και πρόσεξε να μην πατής εις τα ολισθηρά μέρη. Λαμπρά• ανέβηκες και συ. Αφού δε ο Παρνασσός έχει δύο κορυφάς, πάρε συ την μίαν και εγώ την άλλην και ας καθήσωμεν• τώρα δε κύτταζε γύρω και βλέπε.

ΧΑΡ. Βλέπω μίαν εκτεταμένην ξηράν και μίαν μεγάλην λίμνην, η οποία την περιβρέχει, όρη και ποταμούς, μεγαλειτέρους από τον Κωκυτόν και τον Πυριφλεγέθοντα και ανθρώπους μικρούς—μικρούς και μερικές από της φωληές των.

ΕΡΜ. Είνε πόλεις αυτές που νομίζεις φωληές.

ΧΑΡ. Το ξέρεις, Ερμή, ότι δεν εκάμαμε τίποτε και ότι αδίκως μετεκινήσαμεν τον Παρνασσόν ομού με την Κασταλλίαν και την Οίτην και τα άλλα βουνά;

ΕΡΜ. Διατί;

ΧΑΡ. Δεν βλέπω τίποτε καθαρά απ' αυτό το ύψος. Η επιθυμία μου δεν ήτο να ίδω πόλεις και όρη μόνον όπως εις της ζωγραφιές, αλλά και ανθρώπους, και να διακρίνω τι κάνουν και ν' ακούσω τι λέγουν, όπως την πρώτην στιγμήν που με συνήντησες και με είδες να γελώ και με ηρώτησες γιατί γελούσα• είχα ακούση κάτι το οποίον μου εφάνη πολύ αστείον.

ΕΡΜ. Τι;

ΧΑΡ. Κάποιος είχε προσκληθή από ένα φίλον του εις γεύμα διά την επιούσαν, και ενώ έλεγε «μάλιστα, θα έλθω χωρίς άλλο», έπεσε μία κεραμίδα από την στέγην, τον βρήκε στο κεφάλι και τον αφήκε στον τόπο. Αυτό μου εφάνη πολύ αστείον, διότι έβλεπα ότι έδιδεν υπόσχεσιν την οποίαν δεν θα ηδύνατο να εκτελέση. Μου φαίνεται δε ότι καλλίτερα θα κάμωμεν να κατέβωμεν λίγο χαμηλότερα, διότι θέλω να βλέπω και ν' ακούω συγχρόνως.

ΕΡΜ. Μη σε μέλει• και δι' αυτό θα φροντίσω• θα δανεισθώ από τον Όμηρον ένα εξορκισμόν διά να σε κάμω να βλέπης πολύ δυνατά. Να θυμάσαι μόνον άμα απαγγείλω τους στίχους να παύσης να αμβλυωπής και να βλέπης τα πάντα καθαρά.

ΧΑΡ. Λέγε λοιπόν.

ΕΡΜ. Αχλύν δ' αύ τοι απ' οφθαλμών έλον, ή πριν επήεν,