Επειδή δε ωμίλησες και περί κολακείας και είπες ότι μισείς τους κόλακας, σε επαινώ και διά τούτο, δεν ηδυνάμην όμως να πράξω άλλως. Πρέπει δε να διακρίνωμεν και να καθορίσωμεν το έργον του επαινούντος και την υπερβολήν του κόλακος. Ο κόλαξ διά να καρπωθή ωφέλειαν ατομικήν και ολίγον φροντίζων περί της αληθείας, νομίζει ότι πρέπει τα πάντα να υπερεπαινή και ψεύδεται και προσθέτει εξ ιδίων τα περισσότερα προτερήματα τα οποία αποδίδει εις τον επαινούμενον, ούτως ώστε να μη διστάζη και τον Θερσίτην να παραστήση ωραιότερον του Αχιλλέως και περί του Νέστορος να είπη ότι ήτο ο νεώτερος των εκστρατευσάντων κατά της Τρωάδος. Είνε δε έτοιμος να ορκισθή ότι και του Κροίσου ο υιός έχει την ακοήν οξυτέραν από τον Μελάμποδα και ότι ο Φινεύς βλέπει καλλίτερα από τον Λυγγέα· αρκεί μόνον να ελπίζη ότι κάτι θα κερδίση από το ψεύδος. Εκείνος όμως ο οποίος απλώς επαινεί, δεν ψεύδεται, ούτε προσθέτει τίποτε το οποίον δεν υπάρχει, αλλά μεγαλοποιεί τα υπάρχοντα προτερήματα και τα αναδεικνύει ζωηρότερα. Προκειμένου λ. χ. περί ίππου, περί του οποίου γνωρίζομεν ότι είνε φύσει ευκίνητον και ταχύ ζώον, θα τολμήση να είπη ότι
Άκρον επ' ανθερίκων καρπόν θέεν ουδέ κατέκλα (14) ,
Ή «αελλοπόδων δρόμον ίππων» (15) .
Και αν επαινή οικίαν ωραίαν και τελείως σχεδιασμένην θα είπη·
Ζηνός που τοιήδε γ' Ολυμπίου ένδοθεν αυλή (16) .
Ο δε κόλαξ δύναται να είπη τον έπαινον τούτον και περί της καλύβης ενός χειροβοσκού και μόνον αν ελπίζη να λάβη τίποτε παρ' αυτού. Ούτω ο Κύναιθος ο κόλαξ Δημητρίου του Πολιορκητού, αφού εξήντλησεν όλας τας άλλας κολακείας, επήνει τον Δημήτριον ενοχλούμενον υπό βηχός ότι μελωδικώς έβηχεν.
Η διαφορά δε μεταξύ επαινούντων και κολακευόντων δεν είνε μόνον αυτή, ότι οι κόλακες δεν διστάζουν και να ψεύδωνται διά να γίνουν ευάρεστοι εις τους επαινουμένους, οι δε επαινούντες απλώς προσπαθούν να εξαίρουν τα πραγματικά προτερήματα, αλλ' έχουν και άλλην διαφοράν όχι μικράν· ότι οι κόλακες μεταχειρίζονται τας υπερβολάς αδιακρίτως και αμέτρως, ενώ οι επαινούντες αποφεύγουν τας μεγάλας υπερβολάς και δεν εξέρχονται των ορίων. Εκ των πολλών διακριτικών μεταξύ κολακείας και επαίνου σου ανέφερα μόνον τα ανωτέρω, διά να μη υποπτεύης όλους τους επαινούντας ως κόλακας, αλλά να διακρίνης και εκτιμάς δικαίως και τους μεν και τους δε.
Και τώρα, εάν θέλης, εφάρμοσε εις τους ιδικούς μου επαίνους τους ανωτέρω κανόνας διά να ίδης εάν πρέπη να καταταχθούν εις την μίαν ή την άλλην κατηγορίαν. Εάν προκειμένου περί ασχήμου έλεγα ότι είνε ομοία προς το άγαλμα της Κνίδου, δικαίως έπρεπε να θεωρηθώ αγύρτης και περισσότερον από τον Κύναιθον κόλαξ· αλλ' αφού είσαι τοιαύτη όπως όλοι σε γνωρίζουν, το τόλμημά μου δεν δύναται να θεωρηθή υπερβολικόν.
Ίσως θα είπης, μάλλον δε το είπες ήδη· σου επιτρέπω να επαινής το κάλλος μου, χωρίς όμως ο έπαινος να δύναται να θεωρηθή ασεβής, και να μη μ' εξομοιώνης προς θεάς, ενώ είμαι άνθρωπος. Αλλ' εγώ — αναγκάζομαι να είπω την αλήθειαν — δεν σε παρωμοίασα, φιλτάτη, προς θεάς, αλλά προς δημιουργήματα μεγάλων καλλιτεχνών, κατεσκευασμένα εκ μαρμάρου, χαλκού ή ελέφαντος. Νομίζω δε ότι δεν είνε ασεβές να συγκρίνη τις ανθρώπους προς ανθρώπινα έργα, εκτός εάν συ νομίζεις ότι είνε η πραγματική Αθηνά το υπό του Φειδίου κατασκευασθέν άγαλμα ή ότι εκείνο το οποίον κατεσκεύασεν εις την Κνίδον ο Πραξιτέλης όχι προ πολλών ετών είνε η ουρανία Αφροδίτη. Πρόσεξε μήπως η πραγματική ασέβεια είνε να έχη κανείς τοιαύτην ιδέαν περί των θεών, των οποίων την εξεικόνισιν θεωρώ εγώ τουλάχιστον αδύνατον εις τους ανθρώπους. Και αν όμως σε παρωμοίασα προς τας πραγματικάς θεάς, δεν έπραξα τούτο πρώτος εγώ, αλλά πολλοί και καλοί ποιηταί προ εμού και μάλιστα ο συμπολίτης σου Όμηρος, τον οποίον και θα καλέσω ως συνήγορον. Διά να καταδικασθώ εγώ πρέπει εξ άπαντος και αυτός να καταδικασθή μετ' εμού. Θα τον ερωτήσω δε ή μάλλον θα ερωτήσω σε αντ' αυτού — διότι καλώς πράττουσα μελετάς και απομνημονεύεις τας ωραιοτέρας των Ραψωδιών του — τι φρονείς περί αυτού όταν λέγη περί της αιχμαλώτου Βρισηίδος ότι ήτο ομοία με την χρυσήν Αφροδίτην ενώ έκλαιε τον Πάτροκλον; Και έπειτα, ως εάν δεν ήτο αρκετόν να την παρομοιάζη προς την Αφροδίτην, λέγει·
Είπε δ' άρα κλαίουσα γυνή εικυία θεήσιν (17)
Αφού λοιπόν τοιαύτα λέγει ο Όμηρος, τον μισείς και απορρίπτεις το βιβλίον του ή του επιτρέπεις να ελευθεριάζη εις τους επαίνους;
Αλλά και αν συ δεν του το επιτρέπης, τόσοι αιώνες του το επέτρεψαν και κανείς δεν τον κατηγόρησε διά τούτο, ούτε εκείνος όστις ετόλμησε να μαστιγώση την εικόνα του (18) , αλλ' ούτε εκείνος ο οποίος εσημείωσε τους μη γνησίους Ομηρικούς στίχους διά των οβελών, κατέταξε μεταξύ αυτών τους ανωτέρω (19) . Λοιπόν εις εκείνον επιτρέπεται να παρομοιάζη προς την Αφροδίτην βάρβαρον γυναίκα και μάλιστα κλαίουσαν, και εγώ (δεν αναφέρω το κάλλος σου, διότι δεν μου το επιτρέπεις) δεν θα παραβάλω προς θεών αγάλματα γυναίκα φαιδράν και μειδιώσαν, το οποίον έχουν κοινόν οι άνθρωποι με τους θεούς;
Αλλά και προκειμένου περί του Αγαμέμνονος, ιδέ πόσον εφείσθη των θεών ο Όμηρος και πόσον περιώρισεν εις το ανθρώπινον μέτρον τας παρομοιώσεις· κατά τους οφθαλμούς και την κεφαλήν λέγει ότι ήτο όμοιος προς τον Δία, κατά το μέσον του σώματος προς τον Άρην και κατά το στήθος προς τον Ποσειδώνα. Δηλαδή δεν του ήρκεσεν είς μόνος θεός διά να παραστήση ένα άνθρωπον. Εις άλλο μέρος πάλιν παρομοιάζει προς τον ανθρωποκτόνον Άρην οτέ μεν τούτον, οτέ δε άλλον και λέγει θεοειδή τον Φρύγα υιόν του Πριάμου, θεοείκελον δε πολλάκις τον υιόν του Πηλέως.
Αλλ' επανέρχομαι εις τα παραδείγματα τα αφορώντα γυναίκας· άκουσε δε τι λέγει κάπου·
Αρτέμιδι ικέλη ηέ χρυσέη Αφροδίτη (20) ·
και αλλαχού·
Οίη δ' Άρτεμις είσι κατ' ούρεος (21) .
Όχι δε μόνον τους ανθρώπους παρομοιάζει προς θεούς, αλλά και την κόμην του Ευφόρβου παρωμοίασε προς τας Χάριτας, καίτοι ήτο καταιματωμένη. Και τόσα είνε τα τοιαύτα παραδείγματα, ώστε δεν υπάρχει μέρος της Ομηρικής ποιήσεως το οποίον να μη στολίζεται υπό θείων εικόνων. Επομένως ή και εκείνα πρέπει να εξαλειφθούν ή και εις εμέ πρέπει να αφεθή η αυτή ελευθερία.
Τόσον δε ανεύθυνος είνε η χρήσις των εικόνων και των παρομοιώσεων, ώστε ο Όμηρος δεν εδίστασε και αυτάς τας θεάς να επαινέση με παρομοιώσεις προς αντικείμενα κατώτερα· τους οφθαλμούς της Ήρας παρωμοίασε προς τους των βοών· κάποιος δε άλλος απεκάλεσεν ιοβλέφαρον την Αφροδίτην. Και ποίος αγνοεί την ροδοδάκτυλον και αν ελάχιστα γνωρίζη τα Ομηρικά ποιήματα; Και αι παρομοιώσεις της μορφής είνε ίσως αι ολιγώτερον τολμηραί· αλλά πόσοι δεν εμιμήθησαν και αυτά τα ονόματα των θεών, ονομαζόμενοι Διονύσιοι και Ηφαιστίωνες, Ζήνωνες και Ποσειδώνιοι και Ερμείαι; Υπήρξε δε και μία Λητώ, σύζυγος Ευαγόρου του βασιλέως των Κυπρίων, και όμως η θεά δεν ηγανάκτησε και δεν την απελίθωσεν όπως την Νιόβην. Αφήνω τους Αιγυπτίους, οι οποίοι, αν και είνε οι πλέον εξ όλων δεισιδαίμονες, μεταχειρίζονται κατά κόρον τα θεία ονόματα και τα πλείστα ονόματά των προέρχονται εξ ουρανού.
Ώστε δεν υπάρχει λόγος να φοβήσαι τον έπαινον· διότι και αν εις το σύγγραμά μου υπάρχη τι το βλάσφημον κατά του θείου, συ είσαι δι' αυτό ανεύθυνος, εκτός εάν νομίζης ότι και η ανάγνωσις συνεπάγεται ευθύνην. Οι θεοί εμέ θα τιμωρήσουν, αφού προ εμού τιμωρήσουν τον Όμηρον και τους άλλους ποιητάς. Αμφιβάλλω όμως περί τούτου, αφού ουδέ τον άριστον των φιλοσόφων ετιμώρησαν, όστις είπεν ότι ο άνθρωπος είνε εικών θεού.
Είχα και πολλά άλλα να σου είπω, αλλά περιορίζομαι εις τ' ανωτέρω μόνον χάριν του Πολυστράτου, διά να δυνηθή να τ' απομνημονεύση.
ΠΟΛ. Και τώρα όμως αμφιβάλλω αν θα το καταφέρω, Λυκίνε· διότι πολλά είπες και υπερέβης της κλεψύδρας το όριον. Ως τόσον θα προσπαθήσω να τ' απομνημονεύσω· και τώρα πηγαίνω αμέσως προς αυτήν· θα φράξω δε και τ' αυτιά μου, διά να μη παρεμπέση τίποτε άλλο και μου τ' ανακατώση, ότε θα σφυριχθώ ως γελοίος ηθοποιός υπό των θεατών.
ΛΥΚ. Φρόντισε να παίξης καλά, Πολύστρατε. Εγώ δε, αφού σου παρέδωκα το δράμα, φεύγω και σε αφήνω· όταν δε θα έλθη η στιγμή της ψηφοφορίας των κριτών, θα εμφανισθώ και εγώ διά να ίδω αν επετύχαμεν.
ΕΤΑΙΡΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ
1.
Γλυκέρα και Θαΐς.
ΓΛΥΚΕΡΑ. Θυμάσαι, Θαΐ, τον στρατιώτην τον Ακαρνάνα, εκείνον τον λεβέντην με την χλαμύδα, που άλλοτε είχε ερωμένην το Αβρότονον, έπειτα δε ερωτεύθη εμένα; ή τον ελησμόνησες;
ΘΑΪΣ. Πώς δεν τον θυμάμαι; Δεν είνε αυτός που διεσκέδασε μαζή μας πέρυσι στην εορτήν των αλωνιών; Τι θέλεις να μου πης; διότι κάτι φαίνεται ότι σου συμβαίνει.
ΓΛΥΚ. Η Γοργόνα η παμπόνηρη, που μούκανε τη φίλη, μου τον πήρε.
ΘΑΪΣ. Και τώρα σ' αρνήθηκε κ' έπιασε ερωμένην την Γοργόνα;
ΓΛΥΚ. Ναι, Θαΐ, και δεν ξέρεις τι κακό μου έκαμε αυτό το πράμμα.
ΘΑΪΣ. Κακό είνε, αλλά δεν πρέπει να σου φαίνεται παράδοξον. Γίνεται πολύ συχνά μεταξύ μας των εταιρών. Λοιπόν δεν πρέπει ούτε υπερβολικά να λυπάσαι, ούτε να κατηγορής την Γοργόναν. Και το Αβρότονον δεν σε κατηγόρησε προτήτερα εσένα που της έκανες την ίδια απιστία, αν και ήσασθε φιλενάδες. Απορώ μόνον τι της εζήλεψεν ο στρατιώτης αυτός, εκτός αν είνε θεόστραβος και δεν είδε ότι τα μαλλιά της έχουν μισομαδήση κι' έχει αρχίση να κάνη φαλάκρα πάνω από το μέτωπον· τα χείλη της είνε ωχρά και νεκρικά, ο λαιμός της αδύνατος και φαίνονται η φλέβες και η μύτη της είνε μεγάλη. Το μόνο καλό που έχει είνε το ανάστημα· είνε ψηλή και ίσια σαν κυπαρίσσι και το χαμόγελό της έχει πολύ γλυκάδα.
ΓΛΥΚ. Νομίζεις, Θαΐ, ότι την επροτίμησε για την ωμορφιά της; Δεν ξέρεις ότι το Χρυσάριον, η μάννα της, είνε μάγισσα και ξέρει ξόρκια της Θεσσαλίας και κατεβάζει το φεγγάρι; Λέγουν δε ότι και πετά τη νύκτα, σαν νυκτερίδα. Αυτή με τα μαγικά που τον πότισε τον άνθρωπο τον ετρέλλανε και τώρα τον τρυγούν.
ΘΑΪΣ. Παρηγορήσου, Γλυκέριον· άλλον θαύρης και συ να τρυγήσης κι' αυτόν μούντζωσ' τον.
2.
Μύρτιον, Πάμφιλος και Δωρίς.
ΜΥΡΤΙΟΝ. Τ' είν' αυτά που μούπανε για σένα, Πάμφιλε, ότι παίρνεις την κόρην του Φείδωνος του ναυκλήρου, ότι, λέει, γενήκανε κι' όλας οι γάμοι σας; Και οι τόσοι όρκοι που μούκανες και τα δάκρυα εσβύστηκαν διά μιας και απαρνείσαι το Μύρτιον, τώρα μάλιστα που είμαι έγκυος οκτώ μηνών; Αυτό λοιπόν μόνον εκέρδισα από τον έρωτά σου, ότι μ' έφερες σ' αυτή την κατάστασι και μετ' ολίγον θα έχω εις βάρος μου και ένα παιδί, πράμμα πολύ βαρύ για μιαν εταίραν; Διότι δε θα το ρίξω το παιδί και μάλιστα αν γείνη αρσενικό, αλλά θα το ονομάσω Πάμφιλον και θα το έχω παρηγοριά για την απιστία σου· κι' όταν θα μεγαλώση, θα έλθη καμμιά φορά να σε μαλώση διά την διαγωγήν που έδειξες εις τη δυστυχισμένη του μητέρα. Αλλά να τη χαίρεσαι αυτήν που παίρνεις· είνε ένα σκιάχτρο. Την είδα εις τα τελευταία θεσμοφόρια με τη μητέρα της· και πού να ξέρω τότε η κακομοίρα ότι εξ αιτίας της θα έχανα τον Πάμφιλον; Δεν θέλω να σ' την κατηγορήσω και να σε λυπήσω, αλλά φαίνεται ότι δεν την επρόσεξες, αλλοιώτικα θα έβλεπες ότι τα μάτια της είνε πάρα πολύ γαλανά και αλλοίθωρα. Το ένα κυττάζει το άλλο· αλλ' οποίος έχει δη τον Φείδωνα τον πατέρα της και ξέρει τα μούτρα του, ξέρει και την κόρη του.
ΠΑΜΦΙΛΟΣ. Πόσην ώραν θα σε ακούω, Μύρτιον, να φλυαρής και να μου μιλάς για κορίτσια και γάμους με κόρες ναυκλήρων; Εγώ απ' αυτά δεν έχω είδησιν, ούτε ξέρω αν ο Φείδων από τον δήμον Αλωπεκής — διότι, υποθέτω, αυτόν εννοείς — έχει θυγατέρα εις ηλικίαν γάμου. Ξέρω μόνον ότι ούτε φίλος του πατέρα μου είνε, διότι ενθυμούμαι ότι προ καιρού ήσαν στα δικαστήρια δι' ένα χρέος ναυτικόν. Ο Φείδων εχρεώστει εις τον πατέρα μου ένα τάλαντον, νομίζω, και δεν ήθελε να πληρώση· και ο πατέρας του έκαμε αγωγήν εις το ναυτοδικείον, αλλά και πάλιν δεν τον επλήρωσε εντελώς, όπως απαιτούσε ο πατέρας. Αλλ' αν ήθελα να παντρευτώ, θ' άφηνα την θυγατέρα του Δημέου που εχρημάτισε πέρυσι στρατηγός και είνε και συγγενής μου από την μητέρα μου, να πάρω την κόρην του Φείδωνος; Αλλ' από πού τα έμαθες αυτά; Υποθέτω όμως ότι τα έφτιασες με τη φαντασία σου, διά να έχης να τρώγεσαι με νέας ζηλοτυπίας.
ΜΥΡΤ. Λοιπόν δεν παντρεύεσαι, Πάμφιλε;
ΠΑΜΦ. Είσαι τρελλή ή μεθυσμένη ακόμη, Μύρτιον, μολονότι χθες δεν ήπιαμε πολύ.
ΜΥΡΤ. Αυτή η Δωρίς μου το είπε και με κατελύπησε. Την έστειλα να μου αγοράση προβατόμαλλα για την κοιλιά μου και να ευχηθή για μένα εις την Λοχείαν Αρτέμιδα και στο δρόμο συνήντησεν, ως λέγει, την Λεσβίαν. . . . . αλλά πες του τα εσύ, Δωρί, η ίδια, εκτός αν τα είπες ψέματα.
ΔΩΡΙΣ. Να μου βγουν τα μάτια, κυρά, αν σούπα τίποτε ψέμα. Όταν περνούσα κοντά από το Πρυτανείον, είδα νάρχεται από πέρα και να χαμογελά η Λεσβία, κι' όταν εζύγωσε μούπε· Δεν τα ξέρεις; Ο αγαπητικός σας ο Πάμφιλος παντρεύεται τη θυγατέρα του Φείδωνα· κι' αν θες να βεβαιωθής πήγαινε και κύτταξε στο στενό και θα δης στέφανα στις πόρτες και θ' ακούσης αυλητρίδες και θόρυβο και τραγουδιστάδες που λεν το τραγούδι του γάμου.
ΠΑΜΦ. Λοιπόν επήγες κ' εκύτταξες, Δωρί;
ΔΩΡΙΣ. Ναι, και είδα όλα όσα μου είπε.
ΠΑΜΦ. Τώρα εννοώ τι συνέβη. Ούτε όλα όσα σου είπεν η Λεσβία, Δωρί, ήσαν ψέματα και συ εις το Μύρτιον είπες την αλήθειαν. Αλλ' άδικα εταραχθήκατε· διότι οι γάμοι δεν εγίνοντο εις το σπίτι μας. Τώρα θυμούμαι τι μου έλεγεν η μητέρα μου χθες όταν εγύρισα στο σπίτι· Πάμφιλε, μου έλεγε, ο συνομήλικός σου ο Χαρμίδης, ο γυιός του γείτονα του Αρισταινέτου, εφρονίμεψε και παντρεύεται· και συ έως πότε θα ζης με μια εταίρα; Την ήκουα με μισό αυτί να μουρμουρίζη αυτά και άλλα και αποκοιμήθηκα. Το πρωί δε εσηκώθηκε πολύ ενωρίς και όταν επερνούσα δεν είδα τίποτε απ' αυτά που είδε αργότερα η Δωρίς. Και αν δεν πιστεύης, πήγαινε πάλι, Δωρί, και κύτταξε καλά και θα δης ότι οι στέφανοι δεν είνε στη δική μας την πόρτα, αλλά στην πόρτα των γειτόνων.
ΜΥΡΤ. Μου χάρισες τη ζωή, Πάμφιλε· διότι θ' αυτοκτονούσα, αν αυτό ήτο αληθινό.
ΠΑΜΦ. Μα δεν είνε αληθινό, και πρέπει να είμαι τρελλός διά ν' απαρνηθώ το Μύρτιον, μάλιστα τώρα που μου ετοιμάζει και παιδί.
3.
Μήτηρ και Φίλιννα.
ΜΗΤΗΡ. Ετρελλάθηκες, παιδί μου Φίλιννα, ή τι έπαθες εις την χθεσινήν διασκέδασιν; Ο Δίφιλος ήρθε και μ' ευρήκε πρωί πρωί και με δάκρυα μου διηγήθη όσα του έκαμες. Μου είπεν ότι εμέθυσες κι' εσηκώθηκες κι' εχόρευσες εις το μέσον, ενώ αυτός σε ημπόδιζε και έπειτα εφίλησες τον φίλον του τον Λαμπρίαν και επειδή ο Δίφιλος εθύμωσε, τον αφήκες κ' επήγες και εκάθησες δίπλα στον Λαμπρίαν και τον αγκάλιασες και ο δικός σου πήγε να σκάση από το κακό του να βλέπη αυτά. Νομίζω δε ότι ούτε την νύκτα εκοιμήθηκες μαζί του, αλλά τον αφήκες να κλαίη κι' εξαπλώθηκες σε μια θρονίδα κοντά στο κρεββάτι κι' ετραγουδούσες για να τον σκάζης.
ΦΙΛΙΝΝΑ. Δεν σου είπε όμως τα δικά του, μητέρα, διότι δεν θάπερνες το μέρος του αν ήξερες τι προσβολές μου έκανε. Πριν νάρθη ο Λαμπρίας, με αφήκε κι' επήγε κι' εκρυφομιλούσε με τη Θαΐδα την αγαπητικιά του φίλου του· όταν δε είδε ότι εγώ εθύμωνα και του έγνεψα να τα θυμάται αυτά πούκανε, έπιασε από την άκρη τ' αυτιού την Θαΐδα, της γύρισε προς τα πίσω το κεφάλι και την εφίλησε τόσον δυνατά, ώστε παρ' ολίγον να της αποσπάση τα χείλια. Έπειτα εγώ έκλαια, αυτός δε εγέλα και εξακολουθούσε να μιλά εις τ' αυτί της Θαΐδος, εναντίον μου βέβαια, και η Θαΐς εχαμογέλα και μ' εκύτταζε. Όταν δε ήκουσαν ότι ήρχετο ο Λαμπρίας και εχόρτασαν από φιλιά, εχωρίσθηκαν· εγώ δε, αν και λυπημένη, εκάθησα δίπλα του διά να μη έχη προφάσεις να με κατηγορή έπειτα. Τότε εσηκώθηκε η Θαΐς και πρώτη εχόρευσε κι' εσήκωνε το φόρεμά της πολύ ψηλά κι' έδειχνε τα πόδια της, ωσάν τάχα μόνον αυτή τα είχε ώμορφα. Όταν δε έπαυσε, ο Λαμπρίας ο δικός της εσιώπα και δεν είπε τίποτε· ο Δίφιλος όμως είπε πολλούς επαίνους, εις την Θαΐδα, ότι εχόρευε με ρυθμόν και χάριν και ότι το βήμα της ηκολούθει με ακρίβειαν την κιθάραν, ότι το πόδι της ήτο κομψόν και άλλα πολλά τέτοια. Ενόμιζε κανείς ότι επαινούσε την Σωσσάνδραν του Καλάμιδος (22) και όχι την Θαΐδα, που την ξέρεις τι είνε, διότι την είδες πολλές φορές στο λουτρό. Και που να σου λέγω τι πειράγματα μου έκαμεν, η Θαΐς. Αν καμμιά άλλη, είπε, δεν ντρέπεται να φανή ότι έχει τις κνήμες σαν καλάμια, ας σηκωθή και ας χορεύση. Τι ήθελες τότε να κάμω, μητέρα; Εσηκώθηκα και εχόρεψα. Έπρεπε να μη σηκωθώ και να βεβαιώσω αυτό που έλεγε και ν' αφήσω την Θαΐδα να βασιλεύη εις το συμπόσιον;
ΜΗΤ. Δεν έπρεπε να πειραχθής, κόρη μου, και να δώσης τόσην σημασίαν· αλλά λέγε τι έγινε κατόπιν.
ΦΙΛ. Όλοι οι άλλοι μ' επαινούσαν και μόνον ο Δίφιλος δεν έλεγε τίποτε, αλλ' έγυρεν ανάσκελα κι' εκύτταζε προς το ταβάνι έως ότου εκουράσθηκα κ' έπαυσα να χορεύω.
ΜΗΤ. Και δεν είνε αλήθεια ότι εφίλησες τον Λαμπρίαν και τον αγκάλιασες καθισμένη δίπλα του; Γιατί δεν μιλάς; Αν τώκαμες αυτό είσαι ασυγχώρητη.
ΦΙΛ. Ήθελα να εκδικηθώ και να τον πικράνω όπως μ' επίκρανε.
ΜΗΤ. Έπειτα ούτε εκοιμήθης μαζή του, αλλά ετραγουδούσες, ενώ αυτός έκλαιε. Δεν σκέπτεσαι, κόρη μου, ότι είμεθα φτωχοί άνθρωποι, ούτε θυμάσαι πόσα μας έχει δώσει αυτό το παιδί και πώς θα περνούσαμε τον περασμένο χειμώνα αν η Αφροδίτη δεν μας τον έστελνε;
ΦΙΛ. Μπα, και γι' αυτό θ' ανέχωμαι να με προσβάλλη;
ΜΗΤ. Καλά να θυμώσης για τις προσβολές, αλλά να μη τον προσβάλλης και συ. Δεν ξέρεις ότι η βρυσιές ψυχραίνουν την αγάπη και πεισμώνουν τους ερωτευμένους; Εσύ πάντα τον κακομεταχειρίζεσαι, αλλά πρόσεξε να μη γίνη αυτό που λέει η παροιμία· να μη κόψουμε το σχοινί με το παρατράβηγμα.
4.
Μέλισσα και Βακχίς.
ΜΕΛΙΣΣΑ. Αν γνωρίζης, Βακχί, καμμιά γριά που να ξέρη, ξόρκια, σαν τις Θεσσαλές, και να μπορή με τα μάγια να κάνη τον άνδρα ν' αγαπήση την γυναίκα που εμίσησε, θα μου κάνης μεγάλη χάρι να μου την φέρης. Και θα της δώσω ό,τι θέλει και αν ακόμη μου ζητήση τα ρούχα που φορώ και τα χρυσαφικά· αρκεί να κάμη τον Χαρίνον να γυρίση στην αγάπη μου και να μισήση την Σιμμίχην όπως μισεί τώρα εμένα.
ΒΑΚΧΙΣ. Τι λες; δεν ζη πια μαζή σου, αλλ' έμπλεξε πάλι μ' εκείνην που έγεινε αφορμή νάρθη στα μαχαίρια με τους γονείς του; Γι' αυτήν δεν ηθέλησε να πάρη εκείνην την πλουσίαν που είχε, ως έλεγαν, προίκα πέντε τάλαντα. Θυμάμαι που μου τάλεγες.
ΜΕΛ. Τώρα μ' αφήκε εντελώς, Βακχί, και είνε πέντε μέρες σήμερα που δεν τον είδα καθόλου, αλλά μένει στου φίλου του του Παμμένου και διασκεδάζουν με την Σιμμίχην.
ΒΑΚΧ. Έχεις δίκιο, καϋμένη Μέλισσα, να είσαι στενοχωρημένη. Μα δεν μου λες, πώς εμαλώσετε; υποθέτω ότι θα υπάρχη καμμία σπουδαία αφορμή.
ΜΕΛ. Εκείνο που ξέρω είνε ότι προ ημερών είχε πάει στον Πειραιά, όπου τον έστειλε ο πατέρας του να ζητήση, νομίζω, χρήματα που του χρωστούν· και όταν εγύρισε και ήλθε εδώ είχε τα μούτρα κατεβασμένα· όταν δε έτρεξα να τον αγκαλιάσω και να τον φιλήσω, όπως συνειθίζω, μ' έσπρωξε και μου είπε· Πήγαινε να φιλάς τον Ερμότιμον τον ναύκληρον και να διαβάσης τι έχουν γράψη εις τους τοίχους του Κεραμεικού όπου τα ονόματά σας είνε ζευγαρωμένα (23) . Ποιόν Ερμότιμον λες και τι σημαίνουν αυτά; του είπα. Αυτός όμως δεν μου έδωκε καμμίαν απάντησιν, ούτε εδείπνησε, αλλ' έπεσε στο κρεββάτι και μου γύρισε τις πλάτες. Και τι δεν έκαμα διά να τον ξεθυμώσω, τι χάδια, τι φιλιά στο σβέρκο, όπως ήταν γυρισμένος προς το άλλο μέρος. Αυτός όμως όχι μόνον δεν εμαλάκωσε, αλλά και περισσότερον εθύμωσε και μου είπε· Αν εξακολουθής να μ' ενοχλής θα φύγω και ας είνε μεσάνυκτα.
ΒΑΚΧ. Κάτι όμως θα τρέχη μ' αυτόν τον Ερμότιμον.
ΜΕΛ. Να με δης και να με λυπηθής, Βακχί, να με δης πιο δυστυχισμένη παρ' ό,τι είμαι σήμερον, αν εγώ γνωρίζω κανένα Ερμότιμον ναύκληρον. Τέλος πάντων ο Χαρίνος εσηκώθη κι' έφυγε αξημέρωτα με το πρώτο λάλημα του πετεινού. Εγώ θυμήθηκα πως είπε ότι το όνομά μου ήτο γραμμένον εις ένα τοίχον του Κεραμεικού και έπεμψα την υπηρέτριαν μου την Ακίδα να ιδή αν αυτό είνε αλήθεια· το μόνον δε που είδε είνε ότι δεξιά όπως μπαίνομεν εις το Δίπυλον ήτο γραμμένο στον τοίχο «Η Μέλισσα αγαπά τον Ερμότιμον» και από κάτω «Ο ναύκληρος Ερμότιμος αγαπά την Μέλισσαν».
ΒΑΚΧ. Τι κάνουν αυτοί οι νέοι! Καταλαβαίνω ότι κάποιος που ήξευρε ότι ο Χαρίνος είνε ζηλιάρης ηθέλησε μ' αυτόν τον τρόπον να του ανάψη τη ζήλια· και αυτός αμέσως εθύμωσε. Αλλ' έννοια σου και αν τον συναντήσω πουθενά θα του μιλήσω. Δεν ξέρει, βλέπεις, τον κόσμο, είνε παιδί ακόμη.
ΜΕΛ. Πού να τον δης, πούνε κλεισμένος με την Σιμμίχην: Και όμως οι γονείς του έρχονται και μου τον ζητούν εμένα. Αλλά μόνον αν εύρω μια μάγισσα, όπως σου είπα, θα τον σώσω.
ΒΑΚΧ. Γνωρίζω μίαν μάγισσαν πολύ καλή, φιλτάτη μου, αν και δεν είνε πολύ γριά και τσακισμένη. Είνε από την Συρίαν και μια φορά που ο Φανίας μούκανε κι' εμένα απιστίες όπως τώρα σου κάνει σένα ο Χαρίνος, και μου είχε θυμώση, μου τον ξανάφερε στα νερά μου ύστερα από τέσσερους σωστούς μήνες που είχα πλέον απελπισθή· αλλά τα ξόρκια εθαυματούργησαν και τον έφεραν πάλι στην αγκαλιά μου.
ΜΕΛ. Και δεν μου λες τι έκαμε η μάγισσα, αν τα θυμάσαι ακόμη;
ΒΑΚΧ. Δεν ζητά και πολλά πράμματα· μίαν δραχμήν και ψωμί· χρειάζεται δε και ολίγο αλάτι, επτά οβολούς, θειάφι και δαδί. Αυτά τα παίρνει η γριά. Αλλά χρειάζεται κρασί από το οποίον μόνον αυτή πίνει. Πρέπει δε να έχη και κάτι από τον άνδρα που θέλεις να σου μαγεύση, φόρεμα, υπόδημα, ολίγες τρίχες ή τίποτε άλλο τέτοιο.
ΜΕΛ. Έχω κάτι παπούτσια του Χαρίνου.
ΒΑΚΧ. Αυτά κρεμά σ' ένα πάτερο και τα θυμιάζει με το θειάφι και ρίχτει το αλάτι στη φωτιά. Την ώρα εκείνη λέγει και τα δύο ονόματα, το δικό του και το δικό σου. Έπειτα βγάζει από τον κόρφο της μία σβούρα και τη γυρίζει και συγχρόνως μουρμουρίζει βιαστικά κάτι λόγια βαρβαρικά που τ' ακούς και σηκώνεται η τρίχα σου. Με αυτά ο Φανίας εγύρισε πάλιν σ' εμένα. Η αλήθεια είνε ότι και οι φίλοι του τού έκαμαν παρατηρήσεις και η Φοιβίς του ζητούσε πολλά, αλλ' εγώ πιστεύω ότι μάλλον τα μάγια μου τον έφεραν. Αλλ' η μάγισσα μου έμαθε και κάτι άλλο διά να κάνω τον Φανίαν να μισή και να σιχαίνεται την Φοιβίδα. Μου είπε να εύρω τα ίχνη των ποδιών της, να πατήσω εις το αριστερό με το δεξί μου πόδι και εις το δεξιόν με το αριστερό και αφού τα χαλάσω να λέγω: Πατώ επάνω σου και από κάτω μου σ' έχω. Και το έκαμα όπως μου παράγγειλε.
ΜΕΛ. Λοιπόν, Βακχί, μην παραμελήσης, μην παραμελήσης σε παρακαλώ, αλλά φέρε μου αυτή τη γυναίκα. Συ δε, Ακίδα, θα έχης έτοιμα το ψωμί και το θειάφι και όλα τα άλλα που χρειάζονται για το ξόρκισμα.
5.
Κλωνάριον και Λέαινα.
ΚΛΩΝΑΡΙΟΝ. Τι είνε αυτά τα παράξενα που ήκουσα για σένα, Λέαινα; Λέγουν ότι η Μέγιλλα από τη Λέσβο η πλουσία σ' ερωτεύεται ως άνδρας και κοιμάσθε μαζί και δεν ξέρω τι κάνετε μεταξύ σας. Α!εκοκκίνησες; Αλήθεια λοιπόν είνε;
ΛΕΑΙΝΑ. Αλήθεια, Κλωνάριον ντρέπομαι να σου τ' ομολογήσω είνε κάτι τι αλλόκοτον.
ΚΛΩΝ. Τι λες δι' όνομα της Δήμητρας; Τι θέλει από σένα αυτή η γυναίκα και τι κάνετε όταν είσθε μαζή; Δεν θέλεις να μου πης; Δεν μ' αγαπάς λοιπόν· αν μ' αγαπούσες δεν θα μου τα έκρυβες.
ΛΕΑΙ. Σ' αγαπώ περισσότερο από κάθε άλλη· αλλά τι θέλεις να σου πω. Αυτή η γυναίκα έχει πολύ ανδρικάς ορέξεις.
ΚΛΩΝ. Δεν εννοώ τι θέλεις να πης, εκτός αν είνε καμμιά τριβάς· διότι λέγουν ότι εις την Λέσβον είνε πολλές τέτοιες ανδρογυναίκες που δεν θέλουν να το κάνουν με τους άνδρες, αλλά πλησιάζουν γυναίκες, ως να είνε άνδρες.
ΛΕΑΙ. Κάτι τέτοιο είνε και αυτή.
ΚΛΩΝ. Λοιπόν, Λέαινα, αυτό να μου διηγηθής, πώς σου ρίχθηκε στην αρχή, πώς σε κατάφερε και τι έγινε κατόπιν.
ΛΕΑΙ. Είχαν τραπέζι αυτή και η Δημώνασσα η Κορινθία, άλλη πλουσία, η οποία κάνει την ίδια τέχνη με την Μέγιλλαν. Μ' εκάλεσαν λοιπόν να παίξω κιθάρα· αφού δε έπαιξα· και ήτο περασμένη η ώρα και αυτές είχαν μεθύση, η Μέγιλλα μου είπε: Είνε ώρα για ύπνο, Λέαινα, και επειδή είνε αργά μείνε να κοιμηθής μαζή μας· θα σε βάλλωμε στη μέση.
ΚΛΩΝ. Έμεινες; Και έπειτα τι έγεινε;
ΛΕΑΙ. Στην αρχή μ' εφιλούσαν σαν άνδρες και δεν περιωρίζοντο μόνον στα χείλη, αλλά και μέσ' στο στόμα και με αγκάλιαζαν και μούτριβαν τα βυζιά· η δε Δημώνασσα μούδιδε και δαγκωματιές αναμεταξύ στα φιλιά. Εγώ δεν μπορούσα να καταλάβω πού θα έφθανε αυτό το πράγμα. Έπειτα από κάμποση ώρα η Μέγιλλα, που είχε αρχίση να λυσσομανά, έβγαλε μια φενάκη πούχε στο κεφάλι της, τόσο καλά προσαρμοσμένην ώστε δεν διεκρίνετο, και παρουσιάσθη κουρεμένη σύρριζα σαν αθλητής από τους πλέον δυνατούς. Εγώ ετρόμαξα όταν την είδα. Αλλ' αυτή μου είπε· Έχεις ξαναϊδή, Λέαινα, ένα τόσο ώμορφο παλληκάρι; Αλλά δεν βλέπω, Μέγιλλα, της είπα, κανένα νέον εδώ. Μη μου δίδης θηλυκό όνομα, είπε· εγώ είμαι Μέγιλλος και έχω προ πολλού παντρευτή αυτήν την Δημώνασσαν· είνε η γυναίκα μου. Δεν μπόρεσα να μη γελάσω, Κλωνάριον, και είπα· Λοιπόν, Μέγιλλα, είσαι άνδρας και μας τώκρυβες, όπως λέγουν για τον Αχιλλέα ότι εκρυβότανε αναμεταξύ στα κορίτσια με γυναικεία ενδύματα; Αλλά έχεις και εκείνο που έχουν οι άνδρες και κάνεις της Δημώνασσας ό,τι κάνουν οι άνδρες; Εκείνο, είπε, Λέαινα, δεν το έχω· αλλά δεν το πολυχρειάζομαι· κάνω την δουλειά, ως θα ιδής, με τρόπον πολύ περισσότερον ευχάριστον. Μήπως είσαι, Ερμαφρόδιτος, της είπα, όπως λέγεται ότι υπάρχουν πολλοί που τάχουν και τα δυό; διότι ακόμη, Κλωνάριον, δεν μπορούσα να εννοήσω το πράγμα. Όχι, είπε, είμαι σωστός άνδρας. Ήκουσα, είπα τότε εγώ, την αυλητρίδα Ισμηνοδώραν από την Βοιωτίαν να διηγήται για την πατρίδα της και να λέγη ότι κάποιος εις τας Θήβας έγεινε από γυναίκα άνδρας. Τον έλεγαν, νομίζω, Τειρεσίαν και ήτο μεγάλος μάντις. Μήπως και σε σένα συνέβη κάτι τέτοιο; Όχι, Λέαινα, είπε· εγεννήθηκα ομοία με σας τις άλλες· αλλ' ο χαρακτήρ μου και η επιθυμία μου και όλα μου τα άλλα είνε ανδρικά, Και σου αρκεί η επιθυμία; της είπα. Αν δεν πιστεύης Λέαινα, μου είπε, έλα εδώ και θα βεβαιωθής ότι δεν είμαι εις τίποτε κατωτέρα από τους άνδρες. Διότι έχω και κάτι αντί εκείνου που έχουν οι άνδρες. Αλλά έλα κοντά και θα δης. Την αφήκα, Κλωνάριον, να κάμη ό,τι ήθελε, αφού τόσον μ' επαρακαλούσε, μου έδωκε δε και ένα περιδέραιον μεγάλης αξίας και μου εχάρισε διάφορα υφάσματα από τα λεπτοΰφαντα. Έπειτα εγώ την αγκάλιασα ως άνδρα και αυτή μ' εφιλούσε και έκανε και ελαχάνιαζε και ελιγώνετο από ηδονήν.
ΚΛΩΝ. Μα τέλος πάντων τι έκανε; Με ποίον τρόπον; Αυτό προ πάντων θέλω να μου πης.
ΛΕΑΙ. Μη ζητάς να μάθης περισσότερα· είνε τόσον αισχρά, ώστε, μα την Αφροδίτην, δεν θα σου πω τίποτε άλλο.
6.
Κρωβύλη και Κόριννα.
ΚΡΩΒΥΛΗ. Βλέπεις, Κόριννα, ότι δεν είνε τόσον φοβερόν όσον ενόμιζες να γείνη ένα κορίτσι γυναίκα. Αυτό το έμαθες τώρα, αφού εκοιμήθης μ' ένα ωραίον νέον κι' επήρες μίαν μναν, το πρώτον σου κέρδος, με το οποίον θα σου αγοράσω ένα ωραίον κόσμημα.
ΚΟΡΙΝΝΑ. Ναι, μητερούλα μου. Θέλω να μου πάρης ένα περιδέραιον που νάχη χάντρες κόκκινες της φωτιάς, όπως είνε της Φιλαινίδος.
ΚΡΩΒ. Ναι, τέτοιο θα σου πάρω. Αλλ' άκουσε να σου δώσω και μερικές συμβουλές τι πρέπει να κάνης και πώς να φέρεσαι στους άνδρες. Ξέρεις, κόρη μου, ότι άλλο μέσον για να ζήσωμε δεν έχομεν. Είνε δύο χρόνια που πέθανε ο μακαρίτης ο πατέρας σου και ξέρεις πώς επεράσαμε αυτό το διάστημα. Όταν εκείνος εζούσε, τα είχαμεν όλα, διότι ήτο σιδηρουργός και πρώτος τεχνίτης στο Πειραιά. Και τώρα ακούς όλους να λέγουν ότι, αφότου πέθανε ο Φιλίνος, δεν ξανάγεινε άλλος τέτοιος τεχνίτης. Στην αρχή επούλησα τις τσιμπίδες, το αμώνι και το σφυρί κι' επήρα δύο μναις και μ' αυτές εζήσαμε κάμποσον καιρόν. Έπειτα άλλοτε ύφαινα και άλλοτε έγνεθα και με δυσκολία έβγαζα το ψωμί μας. Αλλά είχα εσένα και επερίμενα ότι μίαν ημέραν θα μου φέρης την ευτυχία.
ΚΟΡ. Εννοείς την μναν;
ΚΡΩΒ. Όχι, αλλ' ήλπιζα ότι άμα μεγαλώσης και εγώ θα ζήσω κοντά σου και συ θ' αποκτήσης πλούτη και στολίδια και υπηρέτριες.
ΚΟΡ. Πώς θα γείνη αυτό, μαμά; Τι θέλεις να πης;
ΚΡΩΒ. Αρκεί να συναναστρέφεσαι τους νέους, να διασκεδάζης και να κοιμάσαι μαζή τους.
ΚΟΡ. Όπως η θυγατέρα της Δαφνίδος η Λύρα;
ΚΡΩΒ. Ναι.
ΚΟΡ. Αλλ' αυτή είνε εταίρα.
ΚΡΩΒ. Αι! και τι; Αυτό δεν είνε κακό. Και συ θα πλουτήσης σαν κι' αυτήν και θα έχης πολλούς εραστάς. Γιατί κλαις, παιδί μου; δεν βλέπεις πόσες είνε αυτού του είδους η γυναίκες, πώς τις αγαπούν οι άνδρες και τι χρήματα κερδίζουν; Θυμούμαι εγώ την Δαφνίδα τι κουρέλια φορούσε, πριν να μεγαλώση η κόρη της. Τώρα όμως βλέπεις με τι πολυτέλεια ζη, τι χρυσαφικά φορεί και τι ωραία φορέματα κ' έχει και τέσσαρες δούλες.
ΚΟΡ. Και πώς τ' απέκτησεν αυτά η Λύρα;
ΚΡΩΒ. Πρώτα πρώτα εφρόντισε να στολίζεται καλά, να έχη τρόπους και να φαίνεται ευχάριστη και γελαστή προς όλους, όχι όμως σαν και σένα που με το παραμικρόν χαχανίζεις, αλλά είχε ένα χαμόγελο με γλύκα και χάρι, είχε τρόπους ευγενείς και δεν εκορόιδευε κανένα από κείνους που την επλησίαζαν, ούτε τους εκυνήγα αυτή, αλλ' ούτε και ερωτεύετο πραγματικώς κανένα. Και αν καμμιά φορά την καλέσουν με πληρωμήν εις κανένα γεύμα, ούτε μεθά, διότι αυτό είνε άσχημον και οι άνδρες σιχαίνονται τις γυναίκες που έχουν αυτό το ελάττωμα, ούτε τρώγει λαίμαργα, όπως οι κακοσυνειθισμένοι άνθρωποι, αλλά πιάνει τα φαγητά με τα άκρα των δακτύλων και με σιωπήν τρώγει χωρίς να παραγεμίζη το στόμα και από τα δύο μέρη, και πίνει σιγά σιγά και δεν αδειάζει το ποτήρι διά μιας, αλλ' ολίγον κατ' ολίγον.
ΚΟΡ. Και αν τύχη να διψά, μαμά;
ΚΡΩΒ. Και τότε ακόμα. Έχει δε και τα λόγια της μετρημένα και δεν κοροϊδεύει κανένα από κείνους που συντρώγουν, αλλά προσέχει εις εκείνον που πληρώνει· κι' έτσι την αγαπούν όλοι. Εις δε το κρεββάτι ούτε λυσσασμένη φαίνεται, ούτε και κρύα, αλλά με κάθε τρόπον και μόνον ένα πράγμα επιδιώκει πώς να μαγεύη τον άνδρα και να τον κάμη να την αγαπήση. Μια τέτοια γυναίκα αρέσει σ' όλους τους άνδρες, αν γίνης δε και συ τέτοια, θα ευτυχήσωμεν κι' εμείς. Δόξα νάχουν οι θεοί, στην ωμορφιά είσαι πολύ καλλίτερη από τη Λύραν.... αλλά να δώσουν οι θεοί να ζήσης μόνον.
ΚΟΡ. Δε μου λες, μητέρα, όλοι αυτοί που παίρνουν τις γυναίκες με πληρωμή είνε σαν τον Εύκριτον που κοιμήθηκα χθες μαζή του;
ΚΡΩΒ. Όχι όλοι· μερικοί είνε καλλίτεροι, άλλοι μεγαλείτεροι στην ηλικίαν και άλλοι ασχημότεροι.
ΚΟΡ. Πρέπει να κοιμούμαι και με αυτούς;
ΚΡΩΒ. Ναι, κόρη μου, διότι οι άσχημοι δίδουν και τα περισσότερα, οι δε ώμορφοι νομίζουν ότι σου κάνουν και χάρι με την ωμορφιά των. Αλλά συ να προτιμάς πάντα εκείνους που δίδουν τα περισσότερα, αν θέλης γρήγορα να σε δείχνουν και να λένε· Βλέπεις την Κόρινναν την θυγατέρα της Κρωβύλης τι πλούτη έχει και πόσο ευτυχισμένη έκαμε την μητέρα της; Τι λες; θα τα κάμης αυτά; Ξέρω εγώ ότι θ' ακολουθήσης τις συμβουλές μου και εντός ολίγου θα γίνης η καλλίτερη απ' όλες. Αλλά τώρα πήγαινε να λουσθής, μήπως έλθη και σήμερα εκείνος ο νέος, ο Εύκριτος, γιατί μούπε ότι θάρθη.
7.
Μήτηρ και Μουσάριον.
ΜΗΤΗΡ. Αν πετύχωμεν κι' ένα άλλο τέτοιον εραστήν, Μουσάριον, κόρη μου, σαν το Χαιρέα, πρέπει να θυσιάσωμεν εις την πάνδημον Αφροδίτην (24) μίαν άσπρην αίγα, εις δε την εν κήποις ένα δαμάλι και να στεφανώσωμεν την πλουτοδότειραν θεάν, διότι η ευτυχία μας θα είνε πολύ μεγάλη. Βλέπεις τι απολαβάς έχομεν τώρα απ' αυτόν τον νέον, που ούτε οβολόν σου έδωκέ ποτε, ούτε φόρεμα σου αγόρασε, ούτε υποδήματα, ούτε καμμιά μυρουδιά, αλλά πάντα σε πληρώνει με προφάσεις, με υποσχέσεις και ελπίδες για τον κόκκινο Μάη· και όλω επαναλαμβάνει ότι αν ο πατέρας ... και αν πάρω την πατρική μου περιουσία, όλα θα είνε δικά σου. Σου ωρκίσθη δε και, όπως λες, ότι θα σε κάνη νόμιμη σύζυγον.
ΜΟΥΣΑΡΙΟΝ. Μου ωρκίσθη, μητέρα, εις τας δύο θεάς (25) και εις την Πολιούχον.
ΜΗΤ. Και συ, κουτή, τον πιστεύεις και διά τούτο όταν προ καιρού δεν είχε να πληρώση τον έρανόν του εις ένα φιλικόν γεύμα του έδωκες κρυφά από μένα το δακτυλίδι σου και αυτός το πούλησε και τώφαγε; Έτσι σου πήρε και τα δύο περιδέραια τα Ιωνικά, τα οποία σου έφερεν από την Έφεσον ο Χιώτης Πραξίας ο πλοίαρχος. Αφήνω τα φορέματα και τα πουκαμισάκια που σου έχει πάρη· και τέλος πάντων αυτός ο νέος είνε για μας κελεπούρι και θησαυρός.
ΜΟΥΣ. Είνε όμως ώμορφος και νεώτατος και μου λέγει με δάκρυα πως μ' αγαπά και είνε γυιός της Δεινομάχης και του Λάχητος του Αρεοπαγίτου και υπόσχεται ότι θα με πάρη γυναίκα του και έχομεν μεγάλας ελπίδας μόλις ο γέρος κλείση τα μάτια του.
ΜΗΤ. Λοιπόν, Μουσάριον, εάν έχωμεν ανάγκην από υποδήματα και ο υποδηματοποιός ζητά το δίδραχμον, θα του πούμε· Χρήματα δεν έχομεν, αλλ' αντί για χρήματα λάβε μερικές από τις ελπίδες μας· το ίδιο πρέπει να πούμε και στον αλευράν· και αν μας ζητούν το νοίκι, περίμενε, να πούμε στο νοικοκύρη, έως ότου να πεθάνη ο Λάχης ο Κολλυτεύς και άμα γίνη ο γάμος σε πληρώνομεν· δεν ντρέπεσαι να 'σαι η μόνη εταίρα που δεν έχεις σκουλαρίκια, ούτε περιδέραιον, ούτε φόρεμα από ύφασμα της Τάραντος;
ΜΟΥΣ. Και μήπως γι' αυτό, μητέρα, είνε πιο ευτυχείς και καλλίτερες, από μένα η άλλες;
ΜΗΤ. Όχι, αλλά είνε φρονιμώτερες και ξέρουν να κάνουν τη δουλειά τους· και δεν πιστεύουν τα αισθηματικά λόγια των νέων, που έχουν τους όρκους τόσον εύκολους· συ δε είσαι τόσον πιστή και τόσο τον αγαπάς, που δεν εννοείς να πλησιάσης άλλον παρά μόνο το Χαιρέα. Προ ολίγου καιρού, όταν ήρθ' εκείνος ο χωρικός από τας Αχαρνάς κ' έφερε δύο μνας, αμούστακος και αυτός — είχε πάρει την πούλησι απ' τα κρασιά του πατέρα του — τον έδιωξες με περιφρόνησι, γιατί θέλεις να κοιμάσαι μόνο με το μορφονιό το Χαιρέα.
ΜΟΥΣ. Τι; έπρεπε ν' αφήσω το Χαιρέα και να πάρω εκείνον τον βρωμιάρην τον χωριάτη; Για μένα το νοστιμώτερο γουρουνόπολο των Αχαρνών είνε ο καλός μου Χαιρέας (26)
ΜΗΤ. Ας είνε· εκείνος ήταν χωριάτης και βρωμερός. Αλλά τον Αντιφώντα του Μενεκράτους, ο οποίος σου επρόσφερε μίαν μναν διατί δεν τον εδέχθης; Δεν ήτο ωραίος και κομψός και της ίδιας ηλικίας με το Χαιρέα;
ΜΟΥΣ. Ναι, αλλ' ο Χαιρέας εφοβέρισε ότι θα μας έσφαζε και τους δύο αν με συνελάμβανε με τον Αντιφώντα.
ΜΗΤ. Όλοι οι άνδρες έτσι φοβερίζουν. Αλλ' αυτό δεν είνε λόγος να μην απολαύσης εσύ τα νειάτα σου και να ζήσης φρόνιμη, όχι ως εταίρα, αλλ' ως να ήσουν ιέρεια της Θεσμοφόρου. Αφήνω τα άλλα· σήμερον είνε η εορτή των αλωνιών· τι δώρον σου έκαμε διά την εορτήν;
ΜΟΥΣ. Μα δεν έχει, μητερούλα μου, το καϋμένο το παιδί.
ΜΗΤ. Μόνον αυτός δεν ευρήκε τρόπον να παίρνη από τον πατέρα του; Δεν μπορούσε να μεταχειρισθή ένα δόλον για ν' απατήση το γέρο και δεν φοβερίζει τη μάνα του ότι αν δεν του δώση θα πάη ναύτης και θα φύγη, αλλά κάθεται εδώ και μας βασανίζει και ούτε αυτός δίδει τίποτε, ούτε από κείνους που μας δίδουν μας αφήνει να παίρνωμεν; Αλλά νομίζεις, κόρη μου, ότι θα είσαι πάντα δεκαοκτώ ετών ή υποθέτεις ότι ο Χαιρέας θα έχη τα ίδια αισθήματα όταν θα γείνη πλούσιος και η μητέρα του θα τούβρη καμμιά νύφη με προίκα μεγάλη; Νομίζεις ότι θα θυμάται ακόμη τα δάκρυα ή τα φιλιά και τους όρκους, όταν θα έχη απέναντι του μιαν προίκα από πέντε τάλαντα;
ΜΟΥΣ. Θα θυμάται· απόδειξις ότι και τώρα δεν παντρεύτηκε, αλλ' αν και τον πιέζουν και τον αναγκάζουν, αρνείται.
ΜΗΤ. Να δώση ο Θεός να μη σε γελάση και τότε θα θυμηθής τα λόγια μου.
8.
Αμπελίς και Χρυσίς.
ΑΜΠΕΛΙΣ. Μπορεί ν' αγαπά ένας άνδρας που μήτε ζηλεύει, μήτε θυμώνει, μήτε σ' εκτύπησε ποτέ, ούτε σούκουψε τις πλεξούδες, ούτε σούσχισε τα φορέματα;
ΧΡΥΣΙΣ. Λοιπόν αυτά μόνον είνε του έρωτος αποδείξεις, Αμπελίτσα;
ΑΜΠ. Ναι· τέτοιος είνε ο θερμός άνδρας· τα άλλα, τα φιλήματα και τα δάκρυα και οι όρκοι και αι συχναί επισκέψεις είνε σημεία του έρωτος που αρχίζει· η φωτιά του όλη φαίνεται στη ζηλοτυπία, ώστε, αν, ως λέγεις, ο Γοργίας σε κτυπά και σε ζηλεύη, να είσαι ευχαριστημένη, να πιστεύης ότι σ' αγαπά και να εύχεσαι να είνε πάντα έτσι.
ΧΡΥΣ. Πάντα έτσι; Τι λες; Να με δέρνη πάντα;
ΑΜΠ. Όχι· αλλά να στενοχωρήται αν κυττάξης κανένα άλλον. Διότι αν δεν σ' αγαπά, γιατί να θυμώνη αν έχης και άλλον εραστήν;
ΧΡΥΣ. Αλλά δεν έχω κανένα, και αυτός ενόμισε άδικα ότι με αγαπά εκείνος ο πλούσιος, διότι κάποτε ανάφερα το όνομά του.
ΑΜΠ. Και αυτό είνε καλό, να νομίζη ότι σε κυνηγούν πλούσιοι· έτσι θ' ανησυχή περισσότερον και θα φιλοτιμήται να μη φανή κατώτερος εις τα δώρα του από τους αντεραστάς.
ΧΡΥΣ. Αλλ' αυτός μόνον θυμώνει και δέρνει, δεν δίδει δε τίποτε.
ΑΜΠ. Θα δώση· οι ζηλιάρηδες, όταν τους παρασφίξη η ζήλεια, γίνονται ανοικτοχέρηδες.
ΧΡΥΣ. Δεν εννοώ γιατί θέλεις και καλά να δέχωμαι μπάτσους, Αμπελίτσα.
ΑΜΠ. Όχι, αλλ' όπως σου είπα, ο έρωτας δυναμώνει όταν δη ότι δεν τον προσέχουν· εξ εναντίας δε, άμα ο εραστής βεβαιωθή ότι δεν έχει να φοβηθή αντίζηλον, η επιθυμία του ψυχραίνεται. Αυτά σου τα λέγω εγώ που έχω δουλέψη είκοσι χρόνια σ' αυτό το στάδιο, ενώ συ είσαι δεκαοκτώ ετών, ίσως δε και μικρότερη. Αν θέλης, θα σου διηγηθώ και κάτι που μου συνέβη όχι προ πολλών ετών· με είχε τότε ο Δημόφαντος ο τοκιστής που κατοικεί πίσω από την Ποικίλην. Αυτός ο τσιγγούνης δεν μούδωκε ποτέ περισσότερον από πέντε δραχμές και είχε την αξίωσιν να τώχη μονοπώλιον. Αλλά και ο ερωτάς του ήτο πολύ επιπόλαιος. Ποτέ δεν τον ήκουσα ν' αναστενάξη, ούτε τον είδα να δακρύση, ούτε ήρθε να μου κτυπήση ποτέ την πόρτα εις ώραν περασμένην της νύκτας, αλλά μόνον που εκοιμάτο καμμιά φορά μαζή μου και αυτό σπανίως. Αλλ' όταν μια φορά ήλθε και δεν τον εδέχθηκα — διότι ήτο μέσα ο Καλλίδης ο ζωγράφος που μούχε στείλη δέκα δραχμές — μ' έβρισε κι' έφυγε. Όταν δε είδε ότι επέρασαν πολλές ημέρες και εγώ δεν έστειλα να τον ζητήσω και ο Καλλίδης ήτον πάλι μέσα, ο Δημόφαντος ήρχισε ν' ανάβη και μια ημέρα που βρήκε ανοικτή την πόρτα εμπήκε και ήτο έξω φρενών· έκλαιε, μ' εκτύπα, εφοβέριζε να σκοτώση, μου έσχισε το φόρεμα και εις το τέλος μου έδωκε ένα τάλαντον και με είχε οκτώ ολόκληρους μήνες μοναχική. Και η γυναίκα του έλεγε σ' όλους ότι της τον ετρέλλανα με μάγια· αλλά τα μάγια ήτον η ζήλεια. Ώστε και συ, Χρυσίδα, να μεταχειρισθής για τον Γοργίαν τα ίδια μάγια· θα γείνη δε πλούσιος αυτός ο νέος άμα ο πατέρας του αποθάνη.
9.
Δορκάς, Παννυχίς, Φιλόστρατος, Πολέμων.
ΔΟΡΚΑΣ. Τι πάθαμε, κυρά, τι πάθαμε! Ο Πολέμων εγύρισε από τον πόλεμον πλούσιος, ως λένε· τον είδα δε κι' εγώ με μανδύα κατακόκκινον και με πολλούς ακολούθους. Και οι φίλοι του ως τον είδαν έτρεχαν να τον χαιρετούν. Έτσι ευρήκα καιρόν να πλησιάσω τον υπηρέτην που είχε πάη μαζή του έξω και τον αρώτησα· δεν μου λες, Παρμένων, του είπα, αφού τον εχαιρέτησα, πώς τα περάσατε και τι καλά εφέρατε από τον πόλεμον;
ΠΑΝΝΥΧΙΣ. Δεν έπρεπε να του πης αυτά αμέσως, αλλά : «Δοξάζω τους θεούς που σωθήκατε, μάλιστα τον φιλόξενον Δία και την πολεμικήν Αθηνάν· η κυρά μου δεν έπαυε να ρωτά και να πληροφορήται πού είσθε και τι κάνετε»· αν έλεγες δε και ότι έκλαια και πάντοτε θυμώμουνα τον Πολέμωνα, θα ήτο ακόμη καλλίτερα.
ΔΟΡΚ. Τα είπα όλα στην αρχή, αλλά εβιαζόμουνα να σου πω τι ήκουσα. Έτσι άρχισα την κουβέντα μου με τον Παρμένοντα· «Βέβαια, Παρμένων, θα βούιζαν τ' αυτιά σας εκεί που ήσαστε, διότι πάντοτε σας εμελέτα κι' έκλαιε η κυρά μου, μάλιστα αν ήρχετο κανείς από τον πόλεμον και όταν εμαθαίναμε ότι εσκοτώθηκαν πολλοί, ετράβα τα μαλλιά της, εκτύπα τα στήθια της και ήτον απαρηγόρητη».
ΠΑΝ. Εύγε, Δορκάς, ωραία τα είπες.
ΔΟΡΚ. Κατόπιν από αυτά τον αρώτησα αυτά που σου είπα· και αυτός μου είπε· δόξα νάχουν οι θεοί, λαμπρά εγυρίσαμεν.
ΠΑΝ. Έτσι απήντησε και αυτός, χωρίς να σου πη ότι μ' εθυμότανε ο Πολέμων, ότι μ' επιθυμούσε και ευχότανε να με ξαναδή;
ΔΟΡΚ. Έλεγε πολλά τέτοια. Αλλά κείνο που μας ενδιαφέρει είνε ότι έφεραν πολλά πλούτη, χρυσάφι, φορέματα, δούλους και ελεφαντοκόκαλο. Τόσα χρήματα έφερε ο Πολέμων, που τα μετρά με τον μέδιμνον, πολλούς μεδίμνους. Είχε δε και ο Παρμένων εις τον μικρόν του δάκτυλον ένα δακτυλίδι πολύ μεγάλο και πολύγωνον με μία πέτραν τρίχρωμη και κόκκινη εις το επάνω μέρος. Ήθελε να μου διηγηθή πώς επέρασαν τον ποταμόν Άλυν, πώς εσκότωσαν κάποιον Τιριδάταν, και πώς ανδραγάθησε ο Πολέμων στη μάχη που έκαμαν με τους Πισίδας· αλλ' εγώ τον αφήκα και έτρεξα να σε ειδοποιήσω διά να σκεφθής τι πρέπει να κάμης. Διότι αν έλθη ο Πολέμων — και εξάπαντος θάρθη άμα γλυτώση από τους γνωρίμους του — και εύρη εδώ στο σπίτι μας τον Φιλόστρατον, τι νομίζεις ότι θα κάμη;
ΠΑΝ. Πρέπει να σκεφθούμε, Δορκάς, τι πρέπει να γείνη, διότι ούτε τον Φιλόστρατον είνε φρόνιμον να διώξωμεν, που μας έδωκε προ ολίγων ημερών ένα τάλαντον, είνε δε και έμπορος και υπόσχεται να δώση πολλά, αλλ' ούτε και τον Πολέμωνα είνε καλόν να μη δεχθούμε, αφού εγύρισε με τόσα πλούτη, είνε δε και ζηλιάρης· και αφού όταν ήτο φτωχός ήτο ανυπόφορος, φαντάζεσαι τι είνε ικανός να κάνη τώρα.
ΔΟΡΚ. Α, νάτος, έρχεται.
ΠΑΝ. Θα λιποθυμήσω, Δορκάς, διότι δεν ξέρω τι να κάμω.
ΔΟΡΚ. Ω τρομάρα μου! έρχεται και ο Φιλόστρατος.
ΠΑΝ. Τι να γείνω; Γιατί δεν ανοίγει η γη να με καταπιή;
ΦΙΛΟΣΤΡΑΤΟΣ. Πάμε να πιούμε, Παννυχίδα.
ΠΑΝ. Με κατέστρεψες. Καλώς ώρισες, Πολέμων πολύ άργησες να μας έρθης.
ΠΟΛΕΜΩΝ. Ποιός είνε αυτός που σου μιλά; Σιωπάς; Ωραία! Εγώ ήρθα τρεχάτος από τας Θερμοπύλας σε πέντε μέρες από την επιθυμίαν να ιδώ αυτήν την γυναίκα και ορίστε την βρίσκω με άλλον. Αλλά καλά την παθαίνω και σ' ευχαριστώ, διότι έτσι δεν θα με τσακώσης πειά στα βρόχια σου.
ΦΙΛ. Και ποίος είσαι του λόγου σου;
ΠΟΛ. Δεν έχεις ακούση τον Πολέμωνα τον Στειριέα από την Πανδυονίδα φυλήν, άλλοτε χιλίαρχον, τώρα δε διοικητήν πεντακισχιλίων ανδρών, εραστήν της Παννυχίδος, όταν ακόμη την ενόμιζα ότι ήτον άνθρωπος;
ΦΙΛ. Τώρα όμως, αρχηγέ των μισθοφόρων, η Παννυχίς είνε δική μου· έλαβε ένα τάλαντον, θα λάβη δε και άλλον άμα διαθέσω το φορτίον που μούρθε αυτές τις μέρες. Και τώρα πάμε Παννυχίδα· άφησε δε αυτόν να κάνη τον χιλίαρχον εις την χώραν των Οδρυσσών (27) .
ΔΟΡΚ. Είνε ελευθέρα και μπορεί να σε ακολουθήση αν θέλη.
ΠΑΝ. Τι να κάμω, Δορκάς;
ΔΟΡΚ. Το καλλίτερο είνε να πας σπίτι. Έτσι που είνε θυμωμένος ο Πολέμων δεν είνε φρόνιμον να μείνης μαζή του· και η ζηλοτυπία θα τον ανάψη περισσότερον.
ΠΑΝ. Αν θέλης, πάμε μέσα.
ΠΟΛ. Σας προλέγω ότι σήμερον θα πιήτε μαζή διά τελευταίαν φοράν. Δεν έχω χύση τόσο αίμα εγώ στον πόλεμο για ν' αφήνω να μου μπαίνουν στο ρουθούνι. Κάλεσε τους Θράκας, Παρμένων, να έλθουν ωπλισμένοι και να πιάσουν την είσοδον του στενού. Εις το μέτωπον να παραταχθούν οι οπλίται και από τα δύο μέρη οι σφενδονίται και οι τοξόται, οι δε άλλοι κατόπιν.
ΦΙΛ. Για παιδαρέλια μας πήρες, βρε μισθοφόρε, και πολεμάς να μας εκφοβίσης μ' αυτά; Έσφαξες ποτέ σου κανένα κόκορα; Εγώ αμφιβάλλω αν έχης δη πόλεμον. Το πολύ που δύναμαι να σου αναγνωρίσω είνε ότι εχρημάτισες φρουρός σε κανένα μικρό οχύρωμα ως διμοιρίτης.