WeRead Powered by ReaderPub
Λουκιανός - Άπαντα, Τόμος Έκτος cover

Λουκιανός - Άπαντα, Τόμος Έκτος

Chapter 21: 13. Λεόντιχος, Χηνίδας και Υμνίς.
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

A collection of short, witty dialogues and prose pieces that satirize artistic taste, religious superstition, and philosophical posturing. The texts stage mock debates about famous artworks and cultural practices, offer humorous symposiums and dreamlike episodes, and parody literary and theatrical conventions. A playful, ironic narrator combines detailed ekphrasis with skeptical commentary to expose vanity, gullibility, and the gap between appearance and reality, while experimenting with voice and rhetorical display to question how images, stories, and social performance shape reputation and belief.

ΠΟΛ. Σε λιγάκι που θα μας δης να ερχώμεθα εις επίθεσιν και θ' αστράφτουν τα όπλα, θα μάθης τι είμαι και ποιός είμαι.

ΦΙΛ. Καλά να παρασκευασθήτε και νάρθετε. Εγώ δε και αυτός εδώ ο Τίβιος — διότι μόνον αυτός με ακολουθεί — θα σας πάρωμεν με τις πέτρες και θα σας κάμωμεν να μη ξέρετε από πού να φύγετε.

10.
Χελιδόνιον και Δροσίς.

ΧΕΛΙΔΟΝΙΟΝ. Δεν σούρχεται πειά, Δροσί, ο νέος ο Κλεινίας; Έχω πολύν καιρόν να τον δω στο σπίτι σας.

ΔΡΟΣΙΣ. Δεν έρχεται· του απηγόρευσε ο δάσκαλός του να με πλησιάζη.

ΧΕΛ. Και ποιός είνε ο δάσκαλος του; Μήπως ο παιδαγωγός Διότιμος; Αυτός είνε φίλος μου.

ΔΡΟΣ. Όχι, αλλ' ο Αρισταίνετος που κακό χρόνο νάχη.

ΧΕΛ. Εκείνος ο κατσουφιασμένος με τα πολλά μαλλιά και τα μεγάλα γένεια, που συνειθίζει να περιπατή εις την Ποικίλην Στοάν με τους νέους;

ΔΡΟΣ. Εκείνος ο απατεώνας που να τον δω να τον τραβά στην κρεμάλα ο δήμιος από τα γένεια.

ΧΕΛ. Και γιατί τώρα αυτός έκαμε τον Κλεινίαν να τραβηχτή από σένα;

ΔΡΟΣ. Δεν ξέρω, Χελιδόνιον· αλλ' ενώ το παιδί δεν εκοιμήθη ποτέ με άλλην, αφ' ότου εγνώρισε γυναίκα — και η πρώτη γυναίκα που πλησίασε ήμουν εγώ — έχει τρεις ημέρες τώρα να φανή εδώ. Και επειδή ήρχισα να στενοχωρούμαι — δεν ξέρω δε τι μου συμβαίνει μ' αυτό το παιδί — έστειλα την Νεβρίδα να τον ζητήση εις τα μέρη όπου συχνάζει, εις την Αγοράν ή εις την Ποικίλην. Αυτή δε μου είπε ότι τον είδε να περιπατή με τον Αρισταίνετον και του έκαμε νεύμα από μακράν. Αυτός εκοκκίνισε κεχαμήλωσε τα μάτια του και δεν εγύρισε πειά να την κυτάξη. Ήρχοντο προς την πόλιν και η Νευρίς τους ηκολούθησε έως στο Δίπυλον· αλλ' επειδή ο Κλεινίας δεν εγύρισε να την κυτάξη, επέστρεψε χωρίς να έχη τίποτε θετικόν να μου πη. Δεν μπορείς να φαντασθής τι έχω υποφέρη από τότε να σκέπτωμαι τι έχει μαζή μου το αγόρι μου, μήπως το δυσαρέστησα εις τίποτε ή μήπως αγάπησε άλλην και μ' εμίσησε, ή μήπως ο πατέρας του τον εμπόδιζε να έλθη. Πολλές τέτοιες σκέψεις έκανα και βράδυ βράδυ βλέπω και έρχεται ο Δρόμων και μου φέρνει αυτό το γράμμα απ' αυτόν. Πάρ' το και διάβασ' το, Χελιδόνιον νομίζω ότι ξέρεις γράμματα.

ΧΕΛ. Ας δούμε τι λέει. Το γράψιμο δεν είνε πολύ καθαρόν και φανερώνει ότι αυτός που έγραψε το γράμμα ήτο βιαστικός. Αλλ' ας διαβάσωμεν· «Ότι σε αγαπούσα, Δροσί, έχω μάρτυρας τους θεούς».

ΔΡΟΣ. Το κακόμοιρο, από την βιάσι και την ταραχή του αλησμόνησε να γράψη το χαιρετισμό (28) .

ΧΕΛ. «Και τώρα όχι από μίσος, αλλ' εξ ανάγκης σε αποφεύγω· διότι ο πατέρας με παρέδωκεν εις τον Αρισταίνετον να με διδάξη φιλοσοφίαν και εκείνος έμαθε τας σχέσεις μας και μου έκαμε αυστηράς επιπλήξεις και μου είπεν ότι είνε απρεπές ο υιός του Αρχιτέλους και της Ερασικλείας να συζή με μίαν εταίραν και ότι είνε πολύ καλλίτερον να προτιμώ την αρετήν από την ηδονήν».

ΔΡΟΣ. Να μη ξημερωθή ο ξεκουτιάρης που διδάσκει τέτοια πράμματα το παιδί.

ΧΕΛ. «Και είμαι αναγκασμένος να κάνω ό,τι μου λέει, διότι με παρακολουθεί και με παραφυλάττει αυστηρώς και δεν μου επιτρέπει να στρέψω τα μάτια μου σε άλλον παρά μόνον εις αυτόν και αν είμαι φρόνιμος και κάνω παν ό,τι μου λέγει, μου υπόσχεται να γείνω καθ' όλα ευτυχής και ενάρετος, αφού γυμνασθώ εις τους κόπους και την σκληραγωγίαν. Αυτά σου έγραψα μίαν στιγμήν που κατώρθωσα να διαφύγω την επίβλεψίν του. Ευτύχει και ενθυμού τον Κλεινίαν».

ΔΡΟΣ. Πώς σου φαίνεται το γράμμα, Χελιδόνιον :

ΧΕΛ. Βέβαια δεν είνε καθόλου ευχάριστον, αλλά το «ενθυμού τον Κλεινίαν» αφήνει κάποιαν ελπίδα.

ΔΡΟΣ. Έτσι κι' εμένα μου 'φάνηκε. Αλλά πεθαίνω από έρωτα και τι να κάμω δεν ξέρω. Ο Δρόμων έλεγεν ότι ο Αρισταίνετος είνε παιδεραστής και με την πρόφασιν των μαθημάτων έχει τα ωραιότερα παιδιά· και με τον Κλεινίαν κρυφομιλεί και του υπόσχεται ότι θα τον κάμη μεγάλον και ένδοξον. Εκτός τούτου τον παίρνει και διαβάζουν μαζή κάτι ερωτικούς λόγους των παλαιών φιλοσόφων προς τους μαθητάς των και όλο με τον Κλεινίαν καταγίνεται. Εφοβέριζε δε ο Δρόμων ότι θα τα πη αυτά και στον πατέρα του παιδιού.

ΧΕΛ. Έπρεπε, Δροσί, να τον μπουκώσης τον Δρόμωνα.

ΔΡΟΣ. Τον εφιλοδώρησα, αλλά και χωρίς αυτό είνε με το μέρος μου· διότι και αυτόν τον πονεί το δόντι για την Νεβρίδα.

ΧΕΛ. Όλα θα παν καλά και να μη ανησυχής. Εγώ δε σκέπτομαι και να γράψω στον τοίχον εις τον Κεραμεικόν, όπου ο Αρχιτέλης συνειθίζει να περιπατή, ότι ο Αρισταίνετος διαφθείρει τον Κλεινίαν κι' έτσι θα βοηθήσω τον Δρόμωνα εις την ενέργειάν του.

ΔΡΟΣ. Και πώς μπορείς να το γράψης χωρίς να σε δουν;

ΧΕΛ. Θα πάω νύκτα και θα το γράψω με κάρβουνο.

ΔΡΟΣ. Ευχαριστώ, Χελιδόνιον, διά την συμμαχίαν σου εναντίον του αγύρτου Αρισταινέτου.

11.
Τρύφαινα και Χαρμίδης.

ΤΡΥΦΑΙΝΑ. Ξανακούστηκε να δώσης πέντε δραχμές σε μιαν εταίραν για να κοιμηθής μαζή της κι' έπειτα στο κρεββάτι να γυρίζης απ' τάλλο μέρος, ν' αναστενάζης και να κλαις; Αλλ' ούτε ήπιες με όρεξιν, ούτε έφαγες· διότι και στο τραπέζι σ' έβλεπα που εδάκρυζες και όλη την ώρα δεν έπαυσες να κλαις σαν παιδάκι. Δεν μου λες λοιπόν, Χαρμίδη, γιατί κάνεις έτσι; Πες μου· τι σου συμβαίνει διά να έχω τουλάχιστον αυτό το κέρδος που αγρύπνησα μαζή σου όλη τη νύκτα.

ΧΑΡΜΙΔΗΣ. Είμαι τρελλός από έρωτα, Τρύφαινα, και δεν υποφέρω πειά.

ΤΡΥΦ. Ότι δεν είσαι ερωτευμένος μαζή μου είνε φανερόν, διότι, δεν θα με παρημέλεις, αφού μ' έχεις εις την διάθεσί σου και δεν θα μ' έσπρωχνες όσες φορές έκαμα να σ' αγκαλιάσω και εις το τέλος έβαλες μεταξύ μας το φόρεμά σου ως τείχος διά να μη μπορώ να σου 'γγίξω. Ποια είνε λοιπόν αυτή που αγαπάς; Πες μου, και ίσως μπορέσω να σε βοηθήσω εις τον έρωτά σου, διότι ξέρω από τέτοια.

ΧΑΡΜ. Την ξέρεις πολύ καλά και σε ξέρει· διότι δεν είνε από τας αγνώστους εταίρας.

ΤΡΥΦ. Πες μου τ' όνομά της, Χαρμίδη.

ΧΑΡΜ. Το Φιλημάτιον.

ΤΡΥΦ. Είνε δύο μ' αυτό το όνομα· ποιά από τις δυο; Η Πειραιώτισσα που διεκορεύθη προ ολίγου καιρού και την έχει ερωμένην ο Δάμυλλος ο υιός του στρατηγού, ή η άλλη, που την λένε Παγίδα;

ΧΑΡΜ. Αυτή είνε, και πραγματικώς ο δυστυχής έχω πέση εις την παγίδα και να γλυτώσω δεν μπορώ.

ΤΡΥΦ. Και γι' αυτήν έκλαιγες;

ΧΑΡΜ. Ναι.

ΤΡΥΦ. Και την αγαπάς πολύν καιρό ή νεοσύλλεκτος είσαι;

ΧΑΡΜ. Όχι, είνε εφτά μήνες σχεδόν από την εορτήν των Διονυσίων, που την είδα πρώτη φορά.

ΤΡΥΦ. Και την είδες ολόκληρη ή μόνον το πρόσωπο και όσα μέρη από το σώμα της αφήνει να φαίνωνται μία γυναίκα που έχει πατήση τα σαράντα πέντε;

ΧΑΡΜ. Και όμως ορκίζεται ότι κατά τον επόμενον Ελαφηβολιώνα (29) θα κλείση τα είκοσι δύο.

ΤΡΥΦ. Και συ καλλίτερα πιστεύεις τους όρκους της παρά τα μάτια σου; Να την παρατηρήσης με προσοχή και να δης στους κροτάφους της, όπου μόνον έχει δικά της μαλλιά· τα άλλα είνε ψεύτικα και ξένα. Αλλ' εις τους κροτάφους, όταν εξασθενήση η μπογιά που τα βάφει, αρχίζουν και ξασπρίζουν. Και αν αυτό δεν σε αρκή, προσπάθησε να τη δης και γυμνήν.

ΧΑΡΜ. Ποτέ δεν συγκατετέθη εις αυτό.

ΤΡΥΦ. Εννοείται, διότι ήξερε ότι θα την σιχαθής, άμα δης της άσπρες κηλίδες που έχει, διότι από το λαιμό έως τα γόνατα ομοιάζει με πάρδαλιν. Και έκλαιες διότι δεν απήλαυσες μια τέτοια γυναίκα; Βέβαια θα σου κάνη δυσκολίας και περιφρονήσεις.

ΧΑΡΜ. Ναι, Τρύφαινα, αν και έχει λάβει τόσα και τόσα από μένα. Και τώρα επειδή δεν είχα να της δώσω της χίλιες δραχμές που μου ζητούσε, διότι ο πατέρας είνε σφικτός και δεν μου δίδει, εδέχθη τον Μοσχίωνα και σ' εμένα έκλεισε την πόρτα· εγώ δε για να την πεισμώσω και να της αποδώσω τη λύπη που μου προξένησε, επήρα σένα.

ΤΡΥΦ. Μα την Αφροδίτην δεν θαρχόμουνα, αν ήξερα ότι μ' επήρες μ' αυτόν τον σκοπόν, διά να πεισμώσης άλλην και μάλιστα ένα σαράβαλο σαν το Φιλημάτιον. Αλλά φεύγω, γιατί ξημερόνει· έχει λαλήση τρεις φορές ο πετεινός.

ΧΑΡΜ. Μη φεύγης τόσο γρήγορα, Τρύφαινα· διότι αν είνε αληθινά αυτά που λες για το Φιλημάτιον, η περρούκα, το βάψιμον και το παρδαλό της δέρμα, ούτε θα γυρίσω πειά να την κυτάξω.

ΤΡΥΦ. Ρώτησε τη μητέρα σου, αν έτυχέ ποτε να τη δη στο λουτρό. Όσω για τα χρόνια της, να ρωτήσης τον πάππο σου, αν ζη ακόμη.

ΧΑΡΜ. Λοιπόν αφού είνε τέτοια, ας ρίξωμε κάτω το τείχος που μας χωρίζει, και έλα ν' αγκαλιασθούμε και ν' απολαύσωμεν ο είς τον άλλον. Με το Φιλημάτιον κάθε σχέσις ετελείωσε.

12.
Ιόεσσα, Πυθιάς και Λυσίας.

ΙΟΕΣΣΑ. Με περιφρονείς, Λυσία; Έχεις δίκιο γιατί ούτε χρήματα σου εζήτησα ποτέ, ούτε την πόρτα σούκλεισα να σου πω ότι έχω άλλον μέσα, ούτε σε ηνάγκασα ν' απατήσης τον πατέρα σου, ή να κλέψης τίποτε από την μητέρα σου και να μου το φέρης ως κάνουν η άλλες, αλλ' από την πρώτη στιγμή σ' εδέχθηκα χωρίς πληρωμή και χωρίς δώρα. Ξέρεις πόσους εραστάς έδιωξα, τον Ηθοκλέα που είνε τώρα πρύτανις, τον Πασσίωνα τον πλοίαρχον και τον ομήλικόν σου τον Μέλισσον, αν και προ ολίγου καιρού απέθανεν ο πατέρας του κ' επήρε στα χέρια του την περιουσία. Εγώ δε είχα μόνον εσένα, όπως η Σαπφώ τον Φάωνα, και δεν είχα μάτια για άλλον, ούτε άνοιγα την πόρτα μου εις άλλον παρά σε σένα· διότι ενόμιζα η ανόητη ότι οι όρκοι σου ήσαν αληθινοί και για σένα ήμουν φρόνιμη, ως η Πηνελόπη, και δεν έδιδα προσοχή εις την μητέρα που θύμωνε και με κατηγορούσε στις φιλενάδες μου. Αλλά συ άμα ενόησες ότι ήμουν αφωσιωμένη και πέθαινα για σένα, πότε με την Λύκαινα έπαιζες μπροστά μου, για να με σκάζης, πότε, ενώ ήσουν πλαγιασμένος μαζή μου, επαινούσες την αρπίστριον Μαγίδιον. Εγώ δε έκλαια, γιατί ενοούσα ότι τα έκανες αυτά για να με βρίζης. Και προ καιρού, όταν διεσκεδάζατε μαζή, ο Θράσων, συ και ο Δίφιλος, είχατε εκεί την αυλητρίδα Κυμβάλιον και την Πυραλλίδα, που είνε εχθρά μου και συ το ήξερες. Όταν δε εφίλησες το Κυμβάλιον πέντε φορές ολίγον μ' επείραξε· διότι τον εαυτόν σου ύβριζες που φιλούσες μια τέτοια γυναίκα· αλλά πώς μπορούσα να σε βλέπω να κάνης νεύματα στην Πυραλλίδα και κάθε φορά που έπινες να της προσφέρης το ποτήρι και να λες του υπηρέτου στ' αυτί, αν δεν ζητήση η Πυραλλίς να μη δώση σε κανένα άλλον να πιή; Εις το τέλος εδάγκασες ένα μήλο, μια στιγμή που είδες τον Δίφιλον να μην προσέχη — διότι μιλούσε με τον Θράσωνα — και με τρόπο έσκυψες και το πέταξες στον κόρφο της και αυτή το φύλαξε ανάμεσα στα βυζιά της και τόκρυψε στο στηθόδεσμό της. Δεν εφρόντισες καν να μη σε δω. Αλλά γιατί μου τα κάνεις αυτά; Τι κακό μεγάλο ή μικρό σου έκαμα και εις τι σ' επίκρανα; Ποιόν άλλον εκύταξα; Δεν ζω μόνο για σένα; Δεν είνε μεγάλη αμαρτία αυτή, Λυσία, να πικραίνης μια δυστυχισμένη γυναικούλα, που τρελλαίνεται για σένα; Αλλ' υπάρχει θεός, η Αδράστεια, που τα βλέπει αυτά, Ίσως θα με λυπηθής μόνον όταν ακούσης είτε ότι έβαλα θηλειά στο λαιμό μου κ' επνίγηκα, είτε ότι έπεσα στο πηγάδι, ή ευρήκα άλλον τρόπον θανάτου για να μη σου γίνωμαι εμπόδιο και ενόχλησις. Τότε θα καμαρώσης για το ωραίο σου κατόρθωμα. Τι με αγριοκυτάζεις και τρίζεις τα δόντια; Αν έχης τίποτε να με κατηγορήσης, να το πης, και αυτή η Πυθιάς ας μας κρίνη. Πώς χωρίς να μου δώσης καμμίαν απάντησιν φεύγεις και μ' αφήνεις; Βλέπεις, Πυθιάς, τι τραβώ απ' αυτόν τον Λυσίαν;

ΠΥΘΙΑΣ. Τι σκληρή καρδιά, να μη τον συγκινούν τα δάκρυα της. Είνε πέτρα και όχι άνθρωπος. Αλλ' αν θέλης την αλήθεια, Ιόεσσα, εσύ τον έκαμες έτσι, που τον αγαπούσες υπερβολικά και του το φανέρωνες. Δεν έπρεπε να του δείχνης τόση αγάπη, διότι οι άνδρες όταν το καταλάβουν το παίρνουν απάνω τους. Παύσε να κλαις και αν θέλης να μ' ακούσης, κλείσε του μια ή δυο φορές την πόρτα όταν έλθη· και θα δης ότι η αγάπη του θ' ανάψη πάλιν και θα σ' αγαπήση όπως τον αγαπάς.

ΙΟΕΣ. Τι λες; Να κλείσω την πόρτα του Λυσία; Λυτό δεν γίνεται. Και τι άλλο θέλω παρά να έρχεται;

ΠΥΘ. Μη σε μέλη και θα ξανάρθη.

ΙΟΕΣ. Με κατέστρεψες, Πυθιάς· σε ήκουσε όταν έλεγες «Κλείσε του την πόρτα».

ΛΥΣΙΑΣ. Δεν εγύρισα δι' αυτήν, Πυθιάς, διά την οποίαν μόνον περιφρόνησιν αισθάνομαι, αλλά για σένα, διότι δεν θέλω να με κατηγορής και να λες «Είνε σκληρόκαρδος ο Λυσίας».

ΠΥΘ. Αλήθεια, αυτό είπα, Λυσία.

ΛΥΣ. Πώς θέλεις να την υποφέρω, Πυθιάς, αυτήν την Ιόεσσαν που τώρα κλαίει, αφού την έπιασα να κοιμάται με ένα νέον και να μου κάνη απιστίες;

ΠΓΘ. Μα τέλος πάντων, Λυσία, μη λησμονής ότι είνε εταίρα. Αλλά πότε την έπιασες να κοιμάται με άλλον;

ΛΥΣ. θα είνε έξ μέρες τώρα· έξ βέβαια, αφού ήτο δευτέρα του μηνός και σήμερα έχομε εφτά. Ο πατέρας μου, επειδή εγνώριζε ότι αγαπούσα αυτή τη γυναίκα, μ' έκλεισε μέσα και διέταξε τον θυρωρόν να μη μου ανοίξη την πόρτα. Εγώ όμως, επειδή δεν υπέφερα να περάσω την νύκτα χωρίς αυτήν, διέταξα τον δούλον μας Δρόμωνα, να μου κάμη πλάτες για ν' ανέβω στον τοίχο της αυλής εις το μέρος που είνε χαμηλώτερος. Να μη σου τα πολυλογώ, ανέβηκα έτσι, επήδησα έξω και ήλθα· ευρήκα δε την πόρτα της αυλής καλά κλεισμένη. Ήσαν μεσάνυκτα. Λοιπόν δεν εκτύπησα, αλλ' ανεσήκωσα σιγά σιγά την πόρτα κ' εγύρισα τον στρόφιγγα, όπως είχα κάμη και άλλοτε, κι' εμπήκα χωρίς να κάνω θόρυβο. Μέσα εκοιμούντο όλοι κι' εγώ επροχώρησα τοίχο-τοίχο κ' έφθασα στο κρεββάτι.

ΙΟΕΣ. Ω Δήμητρα, τι θα πη; Με πνίγει η αγωνία.

ΛΥΣ. Επειδή ήκουσα δύο αναπνοές, στην αρχή ενόμισα ότι εκοιμάτο μαζή της η Λυδή· είχα όμως λάθος, διότι όταν έψαξα ευρήκα το πρόσωπον ενός νέου χωρίς γένεια, πολύ τρυφερού, ο οποίος είχε σύρριζα κομμένα τα μαλλιά, εμύριζε δε και αυτός από αρώματα. Αν είχα μαζή μου την στιγμή εκείνη σπαθί, σας ορκίζομαι ότι... Τι γελάτε, Πυθιάς; Σου φαίνονται ότι είνε για γέλοια αυτά που λέγω;

ΙΟΕΣ. Αυτό λοιπόν, Λυσία, ήτον η αφορμή του θυμού σου; Ο νέος που εκοιμάτο μαζή μου ήτο αυτή, η Πυθιάς.

ΠΥΘ. Μην του το λες, Ιόεσσα.

ΙΟΕΣ. Γιατί να μην του το πω; Ήτον η Πυθιάς, καλέ μου· την είχα καλέση να κοιμηθούμε μαζή, διότι δεν είχες έρθη και ήμουν στενοχωρημένη.

ΛΥΣ. Η Πυθίας είχε τα μαλλιά της κομμένα σύρριζα και εντός έξ ημερών εμεγάλωσαν και έγιναν πάλι τόσα;

ΙΟΕΣ. Από την αρρώστεια που είχε πάθη είχαν αρχίση να πέφτουν τα μαλλιά της και τα ξύρρισε και τώρα φορεί φενάκην. Δείξε του, Πυθιάς, δείξε του για να πιστέψη. Ορίστε ο νέος ο αντεραστής που εζήλεψες.

ΛΥΣ. Τι ήθελες να κάμω, Ιόεσσα, ερωτευμένος όπως ήμουν και αφού τον έψαξα με τα χέρια μου;

ΙΟΕΣ. Τώρα όμως επείσθης. θέλεις τώρα να σου θυμώσω κι' εγώ; Και θα έχω περισσότερο δίκιο.

ΛΥΣ. Όχι, αλλά έλα τώρα να πιούμε· ας πιή και η Πυθιάς μαζή μας, διότι είνε δίκαιον να λάβη και αυτή μέρος εις τας σπονδάς.

ΙΟΕΣ. Ας μείνη. Αλλά τι έπαθα εξ αιτίας σου, λεβέντη Πυθία.

ΠΥΘ. Εγώ όμως πάλιν σας εσυμφιλίωσα, ώστε μη θυμώνης μαζή μου. Πρόσεξε όμως, Λυσία, μην πης σε κανένα για τα μαλλιά μου.

13.
Λεόντιχος, Χηνίδας και Υμνίς.

ΛΕΟΝΤΙΧΟΣ. Για πες, Χηνίδα, στη μάχη με τους Γαλάτας πώς ώρμησα μπροστά από τους άλλους ιππείς με το λευκό μου το άλογο, και πώς οι Γαλάται, αν και είνε πολληκάρια, ετσάκισαν ευθύς ως με είδαν και κανείς δεν είχε το κουράγιο να σταθή και αντιμετρηθή μαζή μου. Εγώ τότε επέταξα την λόγχην κι' επέρασα πέρα και πέρα τον αρχηγό των μαζή με το άλογο του. Αλλά μερικοί απ' αυτούς, αφού ετσάκισαν, κατώρθωσαν να μαζευτούν και να σχημαΤιςουν τετράγωνον· ετράβηξα λοιπόν το σπαθί και ώρμησα κατ' επάνω των σαν θηρίο· ανέτρεψα τους πρώτους επτά και τους κατεπάτησε το άλογο μου και με το σπαθί έσχισα εις δύο την κεφαλήν ενός των λοχαγών μαζή με την περικεφαλαίαν. Μετ' ολίγον εφθάσατε σεις οι άλλοι, Χηνίδα, όταν πλέον είχα τρέψη εις φυγήν τους εχθρούς.

ΧΗΝΙΔΑΣ. Μήπως έδειξες ολιγωτέραν ανδρείαν, Λεόντιχε, εις την Παφλαγονίαν, όταν εμονομάχησες με τον σατράπην :

ΛΕΟΝΤ. Καλά που μου το θύμησες, διότι δεν ήτο μικρόν κι' εκείνο το ανδραγάθημα. Ο σατράπης ήτο πελώριος κι' εθεωρείτο πολύ δυνατός εις τα όπλα. Αυτός λοιπόν διά να δείξη περιφρόνησιν προς τους Έλληνας, εβγήκε από την παράταξιν, επήδησε εις το μέσον και επροκάλει οποίον ήθελε να μονομαχήση μαζή του. Οι άλλοι, οι λοχαγοί και οι ταξίαρχοι και αυτός ο διοικητής μας, αν και δεν ήτο δειλός άνθρωπος — είχαμεν αρχηγόν τον Αρίσταιχμον τον Αιτωλόν, άριστον ακοντιστήν, εγώ δε ήμουν ακόμη χιλίαρχος — επτοήθησαν. Εγώ όμως είχα το θάρρος να δεχθώ την πρόκλησιν και εξέφυγα από τα χέρια των φίλων μου που ήθελαν να μ' εμποδίσουν, διότι εφοβούντο διά την ζωήν μου, βλέποντες τον βάρβαρον να λάμπη με τα επίχρυσά του όπλα, να επισείη την λόγχην και το μέγα και φοβερόν λοφείον της περικεφαλαίας του....

ΧΗΝ. Κι' εγώ εφοβήθηκα τότε, Λεόντιχε, και θυμάσαι πώς σ' εκράτησα και σ' επαρακαλούσα να μη κινδυνεύσης· διότι αν συ εφονεύεσο, εγώ δεν θα μπορούσα πειά να ζήσω.

ΛΕΟΝΤ. Εγώ όμως με θάρρος επροχώρησα εις το μέσον, ωπλισμένος όχι χειρότερα από τον Παφλαγόνα, αλλά κατάχρυσος και εγώ, ώστε ήλθε βοή θαυμασμού και από το μέρος των δικών μου και από το μέρος των βαρβάρων· διότι και εκείνοι άμα με είδαν με εγνώρισαν, προ πάντων από την ασπίδα, από τα φάλαρα και το λοφείον. Για πες, Χηνίδα, με ποίον τότε με παρωμοίασαν όλοι;

ΧΗΝ. Με ποίον άλλον παρά με τον Αχιλλέα τον υιόν της Θέτιδος και του Πηλέως; Τόσον ωραία σου επήγαινε η περικεφαλαία και η φοινικίς (30) και τόσον η ασπίς άστραπτε.

ΛΕΟΝΤ. Όταν συνεπλάκημεν, ο βάρβαρος με επλήγωσε πρώτος ελαφρά· μόλις με άγγισε το κοντάρι του λίγο παραπάνω από το γόνατον· εγώ δε αφού με τη λόγχη διεπέρασα την ασπίδα του, τον εκτύπησα εις το στήθος και η λόγχη τον επέρασε πέρα και πέρα. Έπειτα ώρμησα και του έκοψα την κεφαλήν με την σπάθην, επήρα τα όπλα του και επέστρεψα εις το στρατόπεδον. Είχα δε την κεφαλή του καρφωμένη επάνω στη λόγχη μου και ήμουν λουσμένος από το αίμα.

ΥΜΝΙΣ. Φρίκη! Μ' αυτά τα φοβερά και αηδή πράμματα που διηγείσαι περί του εαυτού σου, Λεόντιχε, και με την ευχαρίστησι που φαίνεται ότι σου προξενεί το αίμα, ούτε να σε κυτάξη κανείς μπορεί, όχι να πιή και να κοιμηθή μαζή σου. Λοιπόν εγώ φεύγω.

ΛΕΟΝΤ. θα σου δώσω διπλή πληρωμή.

ΥΜΝ. Δε μπορώ να κοιμηθώ μ' ένα φονηά.

ΛΕΟΝΤ. Μη φοβάσαι, Υμνίς· αυτά που σου διηγήθηκα έγιναν στην Παφλαγονία· εδώ έχομεν ειρήνην.

ΥΜΝ. Α όχι, είσαι μαγαρισμένος άνθρωπος· το αίμα έσταζεν επάνω σου από την κεφαλήν του βαρβάρου, που είχες καρφωμένη τη λόγχη σου. Και νομίζεις ότι εγώ μπορώ ν' αγκαλιάσω και να φιλήσω ένα τέτοιον άνδρα; θεός φυλάξοι! Κατά τι διαφέρει ένας τέτοιος από τον δήμιον;

ΛΕΟΝΤ. Και όμως αν μ' έβλεπες με τα όπλα μου δεν έχω αμφιβολίαν ότι θα μ' ερωτεύεσο.

ΥΜΝ. Και μόνον που σε ακούω, Λεόντιχε, μου έρχεται αναγούλα και μου φαίνεται ότι βλέπω τους σκοτωμένους και μάλιστα τον κακομοίρη το λοχαγό με τη κεφαλή σχισμένην εις δύο. Τι νομίζεις; Αν σ' έβλεπα την ώρα εκείνη και να δω τους σκοτωμένους πεσμένους κάτω, έχω την ιδέαν ότι θα πέθαινα, εγώ που ούτε πετεινόν δεν είδα ποτέ μου να τον σφάζουν.

ΛΕΟΝΤ. Τόσον δειλή και μικρόψυχη είσαι, Υμνίς; Εγώ ενόμιζα ότι θα ηυχαριστείσο ν' ακούσης αυτάς τας διηγήσεις.

ΥΜΝ. Αυτά να πας να τα λες σε τίποτε ανδρογυναίκες από τη Λήμνο ή Δαναΐδες, αν εύρης· εγώ φεύγω να πάω στη μητέρα μου τώρα που είνε ακόμη μέρα. Έλα και συ μαζή μου, Γραμίτσα· συ δε χαίρε, λαμπρέ χιλίαρχε και φονηά όσων θέλεις.

ΛΕΟΝΤ. Μείνε, σε παρακαλώ, Υμνίς, μείνε....Έφυγε.

ΧΗΝ. Εσύ φταις, Λεόντιχε, που τρόμαξες το άμαθο κορίτσι με τα φοβερά λοφεία και με τας διηγήσεις απιστεύτων ανδραγαθημάτων. Εγώ την είδα αμέσως πώς εκιτρίνησε, όταν διηγείσο περί του λοχαγού, πώς ετρόμαξε και έφριξε όταν είπες ότι του έκοψες την κεφαλήν.

ΛΕΟΝΤ. Ενόμιζα ότι έτσι θα της αρέσω καλλίτερα. Αλλά και συ με αποτελείωσες, Χηνίδα, που μ' έκαμες να διηγηθώ την μονομαχίαν.

ΧΗΝ. Τι ήθελες να κάμω; Αφού έβλεπα ότι ήθελες να κόβης κούρες, σ' εβοήθησα. Αλλά συ το παράκαμες. Καλά, έκοψες την κεφαλήν εκείνου του κακομοίρη του Παφλαγόνος· τι ήθελες να την καρφώσης κι' επάνω στη λόγχη και να στάζη πάνω σου το αίμα;

ΛΕΟΝΤ. Αυτό αλήθεια είνε βρώμικο, Χηνίδα, και έπρεπε να περιορισθώ εις τα άλλα, τα οποία ήσαν καλά φτιασμένα. Πήγαινε λοιπόν και προσπάθησε να την καταφέρης νάρθη να κοιμηθή μαζή μου.

ΧΗΝ. θέλεις να της πω ότι όλα, αυτά που της διηγήθης ήσαν ψέμματα για να της δείξης ανδρείαν;

ΛΕΟΝΤ. Όχι, δεν κάνει, Χηνίδα· είνε 'ντροπή.

ΧΗΝ. Αλλοιώτικα δεν θα έλθη. Διάλεξε λοιπόν το έν από τα δύο, ή να σε πιστεύουν ως ήρωα και να σε μισούν, ή να κοιμηθής με την Υμνίδα και να ομολογήσης ότι είπες ψέμματα.

ΛΕΟΝΤ. Και τα δύο είνε δύσκολα, αλλά προτιμώ την Υμνίδα. Πήγαινε λοιπόν να της πης ότι ήσαν ψέμματα, αλλ' όχι όλα.

14.
Δωρίων και Μυρτάλη.

ΔΩΡΙΩΝ. Τώρα με διώχνεις, Μυρτάλη, που έγεινα φτωχός εξ αιτίας σου. Όταν σου κουβαλούσα τόσα και τόσα, ήμουν αγαπητικός, ήμουν σύζυγος και κύριος, ήμουν άνδρας και αφέντης, ήμουν τα πάντα. Αλλά τώρα που έγεινα πανί με πανί, επήρες αγαπητικό τον Βιθυνόν έμπορον κι' εμένα με αφήνεις έξω να κλαίω 'μπρός στην πόρτα σου την ώρα που εκείνον τον έχεις στην αγκαλιά σου και τον φιλείς και περνάτε την νύκτα μαζή και λες μάλιστα ότι είσαι και γκαστρωμένη απ' αυτόν.

ΜΥΡΤΑΛΗ. Μούρχεται να σκάσω, Δωρίων, όταν σ' ακούω να λες ότι μου έστελνες πολλά και ότι εφτώχυνες εξ αιτίας μου. Έλα να λογαριάσωμε από την αρχή τι και τι μου έφερες.

ΔΩΡ. Καλά λες, Μυρτάλη, ας τα λογαριάσωμε. Στην αρχή σου έφερα υποδήματα από την Σικυώνα δύο δραχμών· έχομε λοιπόν δύο δραχμές.

ΜΥΡΤ. Ναι, μα κοιμήθηκες δύο νύκτες.

ΔΩΡ. Και όταν ήρθα από την Συρίαν σου έφερα ένα βάζο με άρωμα της Φοινίκης, δύο δραχμών και αυτό, μα τον Ποσειδώνα.

ΜΥΡΤ. Και εγώ όταν έφευγες σου εχάρισα εκείνο το ποκαμισάκι που σου έφθανε μέχρι των μηρών, για να το φορής όταν κωπηλατούσες. Το είχε λησμονήση στο σπίτι μας ο Επίουρος ο πρωρεύς όταν εκοιμάτο μαζή μου.

ΔΩΡ. Το γνώρισε προ καιρού στη Σάμο ο Επίουρος και μου το πήρε με φιλονεικία μεγάλη. Όταν ήλθαμεν από τον Βόσπορον, σου έφερα κρομμύδια της Κύπρου και παστόψαρα, πέντε σαπέρδες και τέσσερης πέρκες. Δε θυμάσαι; Σου έφερα ακόμη οκτώ παξιμάδια ναυτικά κι' ένα καλάθι και σύκα από την Καρύαν και αργότερα σανδάλια επίχρυσα από τα Πάταρα, αχάριστη, θυμούμαι ότι σου έφερα μια φορά κι' ένα μεγάλο τυρί από το Γύθειο.

ΜΥΡΤ. Πέντε δραχμές ίσως αξίζουν όλα αυτά.

ΔΩΡ. Όσα μπορεί να δώση ένας φτωχός ναύτης, άνθρωπος μισθωτός. Τώρα όμως που επροβιβάστηκα κι' έγεινα τοίχαρχος του δεξιού, δεν κάνεις καλά να με περιφρονής. Αλλά και προ καιρού στην εορτή της Αφροδίτης, δεν έρριξα εις τα πόδια της θεάς μία δραχμή ασημένια για σένα; Έπειτα πάλιν επλήρωσα δυό δραχμές για υποδήματα της μητέρας σου και πολλές φορές έχω βάλη στο χέρι αυτής της Λυδής πότε δύο και πότε τέσσερους οβολούς. Όλα αυτά αν τα μαζέψης κάνουν περιουσίαν για ένα ναύτην.

ΜΥΡΤ. Τα κρομμύδια και τα παστόψαρα, Δωρίων;

ΔΩΡ. Ναι· αυτά είχα, αυτά σου έφερνα. Αν ήμουν πλούσιος, δεν θα τραβούσα κουπί. Στη μητέρα μου δεν έφερα ποτέ ούτε ένα κεφάλι σκόρδο. Ήθελα νακούσω τώρα και τα δώρα που έλαβες από τον Βιθυνόν.

ΜΥΡΤ. Πρώτα πρώτα αυτό το πουκαμισάκι· το βλέπεις; αυτός μου το αγόρασε, όπως και το περιδέραιον το πιο χονδρό από τα δύο που φορώ.

ΔΩΡ. Αυτό θυμάμαι ότι το είχες και προτήτερα.

ΜΥΡΤ. Εκείνο που ήξερες ήτο πολύ λεπτότερον και δεν είχε σμαράγδους. Αυτός μούφερε και αυτά τα σκουλαρίκια και ένα τάπητα, μου έδωκε δε και δύο μνας προ καιρού και μας επλήρωσε το νοίκι, όχι σάνδαλα από τα Πάταρα και τυρί από το Γύθιο και πράσιν' άλογα.

ΔΩΡ. Αλλά δεν σκέπτεσαι και τι σίχαμα είνε αυτός που κοιμάσαι μαζή του; Εξ άπαντος τα πενήντα τα έχει περάση, είνε καραφλός και το πρόσωπο του έχει το χρώμα του κάβουρα. Αλλά δεν βλέπεις τουλάχιστον τα δόντια του; Χαριτωμένος άνθρωπος μα τους Διοσκούρους, μάλιστα όταν τραγουδή και θέλη να κάμη τον τρυφερόν· γαϊδούρι σωστό που γκαρίζει. Αλλά τέτοιος αγαπητικός σου ταιριάζει, εύχομαι δε και ν' αποκτήσης μαζή του παιδί που να μοιάζη του πατέρα του. Εγώ δεν θα χαθώ· θα βρω καμμιά Δελφίδα ή κανένα Κυμβάλιον ή τη γειτόνισσά σας την αυλητρίδα, τέλος πάντων μια γυναίκα που να ταιριάζωμεν. Τάπητας δε και περιδέραια και δύο μνας δεν έχομεν όλοι να δίδωμεν.

ΜΥΡΤ. Τι ευτυχισμένη θα είνε 'κείνη που θ' αποκτήση αγαπητικό σαν και σένα, Δωρίων. Θα της φέρνης κρομμύδια της Κύπρου και τυρί του Γυθίου, όταν θα επιστρέφης από τα ταξείδια σου.

15.
Κοχλίς και Παρθενίς.

ΚΟΧΛΙΣ. Γιατί κλαις, Παρθενί, και από πού έρχεσαι με τους αυλούς σπασμένους;

ΠΑΡΘΕΝΙΣ. Ο στρατιώτης ο Αιτωλός εκείνος ο αψηλός, ο αγαπητικός της Κροκάλης, μ' εκτύπησε, γιατί μ' ευρήκε στης αγαπητικιάς του, όπου με είχε πάει με πληρωμή να παίξω ο Γόργος ο αντεραστής του. Αυτός μούσπασε τους αυλούς. Ενώ διεσκέδαζαν και εγώ έπαιζα, ώρμησε μέσα ο Αιτωλός, μου άρπαξε τους αυλούς και τους τσάκισε, αναποδογύρισε το τραπέζι και έχυσε το κρασί. Έπειτα άρπαξε τον χωριάτην τον Γόργον και τον έσυρε από τα μαλλιά και άρχισε να τον κτυπά αυτός — νομίζω ότι ονομάζεται Δεινόμαχος αυτός ο στρατιώτης — και ο συστρατιώτης του με τόση λύσσα που δεν γνωρίζω αν θα ζήση ο άνθρωπος· διότι έτρεξε αίμα πολύ από τη μύτη του και το πρόσωπο του επρίσθη όλο κι' εμαύρισε.

ΚΟΧΛ. Ετρελλάθη ο στρατιώτης εκείνος ή μεθυσμένος ήτο;

ΠΑΡΘ. Από ζηλοτυπία και υπερβολικόν έρωτα. Η Κροκάλη νομίζω ότι του είχε ζητήση δύο τάλαντα, αν ήθελε να την έχη μόνον αυτός· επειδή δε ο Δεινόμαχος δεν τα έδωκε, του έκλεισε κατάμουτρα την πόρτα, καθώς ήκουσα, και εκάλεσε τον Γόργον από την Οινόην, γεωργόν πλούσιον και καλόν άνθρωπον ο οποίος προ πολλού την αγαπούσε. Μ' εκάλεσε κι' εμένα για να παίξω και διεσκέδαζαν. Είχε δε προχωρήση το γλέντι κι' εγώ έπαιζα κάποιον λυρικόν σκοπόν, ο χωρικός εσηκώθη να χορέψη, η Κροκάλη εχειροκρότει και η διασκέδασις επήγαινε λαμπρά· αλλά τότε ακούσαμε φωνές· εκτυπούσαν στην πόρτα της αυλής και μετ' ολίγον ώρμησαν μέσα έως οκτώ νέοι πολύ δυνατοί, ήτο δε μαζή των και ο Μεγαρεύς. Αμέσως μας έκαμαν άνω κάτω και έρριψαν χάμω τον Γόργον, όπως είπα, και τον εποδοπατούσαν. Η Κροκάλη δεν ξέρω πώς κατώρθωσε και τώστριψε και κρύφθηκε στο σπίτι της Θεσπιάδος της γειτόνισσας. Εμένα μ' εκτύπησε ο Δεινόμαχος και μου είπε «Γκρεμίσου απ'εδώ» και αφού μούσπασε τους αυλούς μου τους πέταξε. Τώρα πηγαίνω να τα πω στον αφέντη μου· επήγε δε και ο χωρικός νάβρη μερικούς φίλους που έχει εδώ στην πόλι διά να ενεργήσουν να συλληφθή ο Μεγαρεύς και να παραδοθή εις τους πρυτάνεις.

ΚΟΧΛ. Αυτά κερδίζει κανείς από τους έρωτας των στρατιωτικών, ξύλο και έπειτα δικαστήρια. Σου λέγουν ότι είνε αρχηγοί και χιλίαρχοι και όταν πρόκειται να πληρώσουν, περίμενε να γείνη μισθός και άμα πάρω χρήματα σου κάνω ότι θέλεις. Α να χαθούν οι ψεύτες! Καλά κάνω εγώ που δεν θέλω να τους ξέρω. Προτιμώ ένα ψαρά, ένα ναύτην ή γεωργόν που δεν μεγαλοπιάνεται, αλλά λέει λίγα και δίνει πολλά· αυτοί όμως που φορούν τα λοφεία και διηγούνται πολέμους και ανδραγαθήματα, μόνον αέρας φρέσκος είνε, Παρθενί.

ΟΝΕΙΡΟΝ Ή ΑΛΕΚΤΡΥΩΝ


ΜΙΚΥΛΛΟΣ. Κακό χρόνο νάχης, αναθεματισμένε πετεινέ, φωνακλά και φθονερέ. Τη στιγμή που ήμουν πλούσιος κι' έβλεπα, ένα πολύ ευχάριστον όνειρον και ήμουν σε μεγάλη ευτυχία, μ' εξύπνησες με μια τρομερά φωνή. Ούτε την νύκτα λοιπόν δε μπορώ να γλυτώσω εξ αιτίας σου από την αναθεματισμένη τη φτώχεια; Αν κρίνω από τη μεγάλη ησυχία που είνε έξω και από το κρύο που δεν άρχισε ακόμη, όπως συμβαίνει κατά τις πρωινές ώρες, να με παγόνη — αυτό σαν τον καλλίτερο ωροδείκτη με ειδοποιεί ότι πλησιάζει να ξημερώση — δεν είνε ακόμη μεσάνυχτα, και όμως αυτός ο ξενύχτης, ως να τον έχουν βάλη να φυλάττη το χρυσούν δέρας, ήρχισε από νωρίς να κράζη. Αλλά θα μου το πληρώσης. Ας ξημερώση μόνον και θα δης τι ξύλο έχεις να φας, διότι τώρα θα πηδάς και θα μου ξεφεύγης στο σκοτάδι.

ΠΕΤΕΙΝΟΣ. Γιατί θυμώνεις, αφέντη Μίκυλλε; Εγώ νομίζω ότι σου κάνω χάρι αν σου συντομεύσω όσο μπορώ την νύχτα, για να πιάσης δουλειά από την αυγήν και προφθάσης τις πολλές εργασίες που έχεις. Αν πριν βγη ο ήλιος τελειώσης ένα παπούτσι, θα βγάλης το ψωμί σου. Αλλ' αν προτιμάς να κοιμάσαι, εγώ θα ησυχάσω και θα γείνω πιο άφωνος από τα ψάρια· όμως πρόσεξε μήπως εις τα όνειρα σου είσαι πλούσιος και όταν ξυπνήσης πεθάνης της πείνας.

ΜΙΚ. Ω Ζευ θαυμαστέ και Ηρακλή αλεξίκακε, τι είνε αυτό που συμβαίνει; Σαν άνθρωπος ελάλησε ο πετεινός;

ΠΕΤ. Παράδοξο σου φαίνεται ότι μιλώ σαν άνθρωπος;

ΜΙΚ. Παράδοξο λέει; Κάποιο κακό θα μου συμβή και οι θεοί ας με σώσουν.

ΠΕΤ. Μου φαίνεται, Μίκυλλε, ότι είσαι πολύ αμαθής και δεν εδιάβασες εις τα ποιήματα του Ομήρου ότι και του Αχιλλέως το άλογο Ξάνθος αφήκε το χρεμέτισμα και ήρχισε μέσα εις την μάχην ν' απαγγέλλη στίχους και όχι, όπως εγώ τώρα, λόγους πεζούς. Αλλά και μάντις ήτο εκείνος ο ίππος και επροφήτευε τα μέλλοντα και τούτο δεν εφαίνετο εις κανένα παράδοξον, ούτε κανείς από κείνους που τον ήκουαν επεκαλέσθη τον αλεξίκακον διά να τον σώση από το απαίσιον άκουσμα. Τι θα έκανες αν σου μιλούσε η καρίννα της Αργούς ή αν ήκουες αυτόφωνον χρησμόν (31) της Δωδώνης, ή έβλεπες πετσιά να έρπουν και κρέατα βοδεινά να μουγκρίζουν, μισοψημένα και περασμένα εις τα σουβλιά; (32) Εγώ δε που μένω πλησίον του Ερμού του πολυλογωτέρου και ρητορικωτέρου των θεών και ζω μαζή με σας τους ανθρώπους είνε πολύ φυσικόν να μάθω εύκολα την ανθρωπίνην γλώσσαν. Αλλ' αν μου υποσχεθής να κρατήσης μυστικόν ό,τι θα σου πω, θα σου φανερώσω την αληθινήν αιτίαν που ομιλώ ως άνθρωπος και πώς μου συνέβη αυτό.

ΜΙΚ. Μωρέ, μήπως εξακολουθώ να ονειρεύωμαι και σ' ακούω στον ύπνο μου να μου μιλάς έτσι; Αλλά τέλος πάντων πες μου, σε παρακαλώ, καλέ μου κόκορα, πώς απέκτησες την ανθρωπίνην φωνήν. Δεν πρέπει δε να φοβάσαι μήπως φανερώσω το μυστικόν, διότι ποίος θα με πιστεύση αν πω ότι το ήκουσα από ένα πετεινόν;

ΠΕΤ. Άκουσε λοιπόν· αυτό το οποίον θα σου πω είνε πολύ παράδοξον· η αλήθεια όμως είνε ότι αυτός που τον βλέπεις σήμερον πετεινόν ήτο μια φορά, όχι προ πολλού καιρού, άνθρωπος.

ΜΙΚ. Ήκουσα και άλλοτε κάτι τέτοιο· ένας νέος που ελέγετο Αλεκτρυών έγεινε φίλος του Άρεως και διεσκέδαζε μαζή του και τον είχε σύντροφον εις τους έρωτάς του. Όταν ο Άρης επήγαινε να κοιμηθή με την Αφροδίτην, έπαιρνε και τον Αλεκτρυόνα και επειδή υπώπτευε και εφοβείτο τον Ήλιον, μήπως τον ίδη και τον μαρτυρήση εις τον Ήφαιστον, άφηνε τον νέον ως σκοπόν έξω από την πόρτα διά να τον ειδοποιή άμα ανέτελλεν ο Ήλιος. Αλλά κάποτε απεκοιμήθη ο Αλεκτρυών και χωρίς να το θέλη αφήκεν αφρούρητον τον φίλον του· ο Ήλιος χωρίς να εννοηθή επλησίασε και είδε την Αφροδίτην και τον Άρην, ο οποίος εκοιμάτο αμέριμνα, διότι επίστευεν ότι ο Αλεκτρυών θα τους ειδοποιεί, αν ήρχετο κανείς· και ούτω ο Ήφαιστος ειδοποιήθη από τον Ήλιον και τους συνέλαβε, και τους έδεσε με τα δεσμά που είχε κατασκευάση προ πολλού γι' αυτόν το σκοπό. Ο Άρης εθύμωσε για την αμέλεια του Αλεκτρυόνος και τον έκαμε πουλί, όπως σήμερον, αλλά τον αφήκε να διατηρήση την πανοπλίαν που φορούσε, και έτσι διατηρεί ακόμη την περικεφαλαίαν στο κεφάλι. Σεις δε κατόπιν για να δικαιολογηθήτε εις τον Άρην εξακολουθείτε από τότε να κράζετε, χωρίς ανάγκην, άμα νοιώσετε ότι ο Ήλιος πλησιάζει να φανή, και να ειδοποιήτε.

ΠΕΤ. Αυτά λέγονται, Μίκυλλε, αλλ' η δική μου η ιστορία συνέβη διαφορετικά και πολύ αργότερα εγώ μετεμορφώθηκα εις αλεκτρυόνα.

ΜΙΚ. Πώς; Είμαι περίεργος να το μάθω.

ΠΕΤ. Έχεις ακούση για κάποιον Πυθαγόραν Μνησαρχίδην από την Σάμον;

ΜΙΚ. Εννοείς τον σοφιστήν εκείνον τον αγύρτην που ενομοθέτει ούτε κρέατα να τρώγωμεν οι άνθρωποι, ούτε κουκιά, τα οποία εις εμένα αρέσουν υπερβολικά, και παρήγγελλε στους ανθρώπους που ακολουθούν τας ιδέας του να μη μιλήσουν εις το διάστημα πέντε ετών;

ΠΕΤ. Μάθε λοιπόν και ότι πριν να γίνη Πυθαγόρας υπήρξεν Εύφορβος.

ΜΙΚ. Λέγουν ότι ήτο μεγάλος κατεργάρης και απατεών, κυρ κόκορα.

ΠΕΤ. Είμαι εγώ αυτός, ώστε παύσε, φίλε μου, να με υβρίζης, αφού δεν γνωρίζεις ακριβώς τι άνθρωπος ήμουν.

ΜΙΚ. Αυτό που μου λες είνε ακόμη παραδοξώτερο. Πετεινός φιλόσοφος! Ειπέ μου όμως, υιέ του Μνησάρχου, πώς μας έγινες από άνθρωπος πουλί και πώς από Σάμιος έγινες Ταναγρικός (33) διότι αυτά μου φαίνονται σαν παραμύθια και δεν είνε εύκολο να τα πιστεύση κανείς, αφού μάλιστα έχω παρατηρήση σ' εσένα και δύο πράγματα που δεν ταιριάζουν με την διδασκαλίαν του Πυθαγόρα.

ΠΕΤ. Ποία;

ΜΙΚ. Το ένα είνε ότι είσαι φλύαρος και φωνακλάς, ενώ εκείνος εδίδασκε να μένουν άφωνοι πέντε ολόκληρα χρόνια· το δε άλλο είνε εντελώς παράνομον. Χθες επειδή δεν είχα τίποτε άλλο να σου δώσω να φας, σου έρριξα κάτι κουκιά που είχα όταν ήρθα και συ τα πήρες και τάφαγες χωρίς να διστάσης· ώστε ή ψέμματα λες ή είσαι ο Πυθαγόρας και έκαμες την παρανομίαν να φας κουκιά, πράγμα το οποίον, σύμφωνα με όσα εδίδασκες, είνε ως να έφαες το κεφάλι του πατέρα σου.

ΠΕΤ. Δεν εννοείς, Μίκυλλε, γιατί το έκαμα αυτό, γιατί δεν γνωρίζεις ότι κάθε ζωή έχει και δική της δίαιτα. Εγώ όταν ήμουν άνθρωπος δεν έτρωγα κουκιά, διότι εφιλοσόφουν· τώρα όμως δεν μ' εμποδίζει τίποτε να τρώγω, διότι αυτή η τροφή είνε των πουλιών και δεν μας απαγορεύεται. Αλλ' αν έχης όρεξι, θα σου διηγηθώ πώς από τον Πυθαγόραν έγινα όπως είμαι τώρα και από ποίας προηγουμένας μετεμψυχώσεις επέρασα και πώς έζησα εις εκάστην από αυτάς.

ΜΙΚ. Λέγε. θα μου είνε τόσον ευχάριστον αυτό, ώστε αν μου έλεγε κανείς τι προτιμώ, να ακούσω αυτήν του την διήγησιν ή να ξαναδώ το γλυκύτατον τούτο όνειρον που έβλεπα προ ολίγου, δεν ξέρω τι θα προτιμήσω· τόσον εξ ίσου ευχάριστα μου φαίνονται και τα δύο και σου κάνω την τιμήν να σε εκτιμώ όσον και το πολυτιμότατον εκείνο όνειρον.

ΠΕΤ. Ακόμη το θυμάσαι εκείνο το όνειρον και διατηρείς εις την μνήμην σου μάταια πράγματα και, ως ο ποιητής λέγει, καταδιώκεις με την φαντασίαν σου μίαν ευτυχίαν που ήτο καπνός και διελύθη;

ΜΙΚ. Ούτε θα λησμονήσω ποτέ, κυρ κόκορα, τα πράγματα που είδα· τόση πολλή γλύκα μου αφήκε εις τα μάτια το όνειρο, ώστε μόλις δύναμαι ν' ανοίγω τα βλέφαρα μου που κολλούν από το μέλι. Τα πράγματα που είδα με γαργαλίζουν όπως το φτερό που στριφογυρίζομε στ' αυτί μας.

ΠΕΤ. Πολύ θαυμαστόν ήτο αυτό το όνειρον. Λέγουν ότι τα όνειρα πετούν, αλλ' η πτήσις των περιορίζεται εις τον ύπνον· βλέπω όμως ότι το δικό σου υπερβαίνει τα όρια και εξακολουθείς να το βλέπης με ανοικτούς οφθαλμούς. Τόσο καθαρόν ήτο και τόσο σ' εγοήτευσε. θέλω λοιπόν ν' ακούσω τι ήτο αυτό το όνειρον, το οποίον σ' έκαμε τόσον ευτυχή.

ΜΙΚ. Σου λέγω ευχαρίστως, διότι μου είνε ευχάριστον να το ενθυμούμαι και να μιλώ γι' αυτό. Αλλά συ, Πυθαγόρα, πότε θα μου διηγηθής τας μετεμψυχώσεις σου;

ΠΕΤ. Όταν παύσης να ονειρεύεσαι και σπογγίσης από τα μάτια σου το μέλι. Λοιπόν άρχισε πρώτος και πες μου από πού σου ήλθε το όνειρον, από τας Ελεφαντίνας ή από τας Κερατίνας πύλας (34) ;

ΜΙΚ. Από καμμιά τέτοια, Πυθαγόρα.

ΠΕΤ. Και όμως ο Όμηρος λέγει ότι υπάρχουν μόνον αυταί αι δύο πύλαι από τας οποίας έρχονται τα όνειρα.

ΜΙΚ. Άφησε τον αυτόν τον ξεκουτιάρη που δεν ξέρει τίποτε για όνειρα. Ίσως τα φτωχικά όνειρα που έβλεπε εκείνος — και δεν θα τάβλεπε και καλά γιατ' ήτο στραβός — να βγαίνουν από αυτές τις πόρτες· το δικό μου όμως το γλυκύτατον όνειρον βγήκε από χρυσή πόρτα και ήτο χρυσόν και αυτό, ήτο κατάχρυσα στολισμένον και είχε μαζή του του κόσμου το χρυσάφι.

ΠΕΤ. Παύσε, Μίδα νεώτερε, να χρυσολογής· διότι το όνειρόν σου πολύ ομοιάζει με τους πόθους εκείνου και μου φαίνεται ότι από τον ύπνον σου επέρασαν ολόκληρα μεταλλεία χρυσού.

ΜΙΚ. Είδα πολύ χρυσάφι, Πυθαγόρα, πολύ, και δεν φαντάζεσαι πόσον ήτο ωραίον και πόσον έλαμπε. Τι λέγει ο Πίνδαρος εκεί που επαινεί το χρυσάφι; Αν ξέρης τους στίχους, όπου λέγει για το νερό ότι είνε άριστον και έπειτα θαυμάζει τον χρυσόν, σε παρακαλώ να μου τους θυμίσης. Θυμάσαι, είνε στην αρχή του βιβλίου και εις το καλλίτερο του ποίημα.

ΠΕΤ. Εννοείς εκείνο που λέγει,

    Άριστον μεν ύδωρ, ο δε χρυσός αιθόμενον πυρ
    άτε διαπρέπει νυκτί μεγάνορος έξοχα πλούτου;

ΜΙΚ. Αυτό ακριβώς· σαν να είδε το ίδιο όνειρο ο Πίνδαρος, επαινεί το χρυσάφι. Και τώρα για να σου το διηγηθώ, Πετεινέ, πρέπει να σου πω ότι χθες, όπως ξέρεις, δεν έφαγα εδώ. Διότι ο Ευκράτης ο πλούσιος με συνήντησεν εις την αγοράν και μου είπε να λουσθώ και να πάω να δειπνήσω μαζή του.

ΠΕΤ. Αυτό το ξέρω καλά, διότι έμεινα νηστικός όλην την ημέραν έως αργά την νύκτα που ήλθες πιομένος και μου έφερες εκείνα τα πέντε κουκιά, τα οποία δεν είνε πολύ πλούσιον δείπνον δι' ένα πετεινόν ο οποίος υπήρξεν αθλητής και ηγωνίσθη όχι αδόξως εις τους Ολυμπιακούς αγώνας.

ΜΙΚ. Μετά το δείπνον ήλθα και αμέσως έπεσα να κοιμηθώ, αφού σου έρριψα τα κουκιά, και σε λιγάκι με επεσκέφθη θείον όνειρον, ως λέγει ο Όμηρος....

ΠΕΤ. Πρώτα να μου διηγηθής, Μίκυλλε, τι συνέβη εις του Ευκράτους, πώς επεράσατε εις το δείπνον και όλα τα καθέκαστα του συμποσίου· έτσι θα δειπνήσης δύο φορές, μίαν πραγματικώς και μίαν διά της φαντασίας, σαν να ονειρεύεσαι και ν' αναμασάς εις την μνήμην σου εκείνα που έφαγες.

ΜΙΚ. Εφοβούμην μήπως σε ζαλίσω με αυτάς τας διηγήσεις· αλλ' αφού το θέλεις, θα σου διηγηθώ. Δεν είχα ποτέ εις την ζωήν μου, Πυθαγόρα, καθίση σε τραπέζι πλουσίου και είχα την καλήν τύχην χθες να συναντήσω τον Ευκράτην. Τον εχαιρέτησα όπως συνειθίζω και τον είπα αφέντην και αμέσως ετράβηξα για να μη περπατώ μαζή του, όπως ήμουν κακοντυμένος, και τον ντροπιάζω· αυτός όμως μου φώναξε και μούπε· Μίκυλλε, σήμερον έχω τραπέζι, γιατί εορτάζω τα γενέθλια της κόρης μου, κι' εκάλεσα πολλούς από τους φίλους μου. Επειδή δε ένας από αυτούς είνε άρρωστος και δεν μπορεί νάρθη να φάγη μαζή μας, να λουσθής εσύ και να ελθής, εκτός αν ο προσκεκλημένος ειδοποιήση ότι θα έλθη, διότι τώρα είνε αμφίβολον αν θα έλθη. Εγώ εχαιρέτησα και έφυγα, ευχόμενος σ' όλους τους θεούς να στείλουν κανένα πυρετόν, καμμιά πλευρίτιδα ή ποδάγραν εις εκείνον τον αδιάθετον του οποίου ήμουν εγώ αναπληρωτής και αντίδειπνος και διάδοχος. Από της στιγμής εκείνης μέχρι του λουτρού μου εφάνη ότι επέρασε ένας αιώνας και διαρκώς παρετήρουν την ώραν εις το ηλιακόν ωρολόγι και ανυπομονούσα να φθάση η ώρα του λουτρού. Όταν δε τέλος πάντων ήλθε η ώρα επλύθηκα βιαστικά κ' εφόρεσα τα καλά μου, δηλαδή εγύρισα το φορεμά μου, ώστε να φαίνεται η καθαρή του μεριά. Αλλ' όταν έφθασα εις του Ευκράτους είδα εις την είσοδον πολλούς άλλους και εκείνον τον άρρωστον που μ' εκάλεσαν ν' αντικαταστήσω. Τον έφερναν τέσσεροι δούλοι πάνω σε φορείο. Εφαίνετο δε ότι πραγματικώς δεν ήτο καλά, διότι και ανεστέναζε κ' εσιγόβηχε κι' αγωνιζότανε τα βγάλη από τα πλεμόνια του φλέγμα που δεν έβγαινε· ήτο δε και κατακίτρινος και πρισμένος και περίπου εξηντάρης. Ήκουσα ότι ήτο φιλόσοφος από κείνους που κάθονται και φλυαρούν με τα παιδαρέλια. Εννοείς ότι η γενειάδα του ήτο μεγαλοπρεπής και είχε χρόνια να ψαλιδισθή. Όταν δε ο ιατρός Αρχίβιος του έκαμε την παρατήρησιν ότι έκαμε άσχημα νάρθη εις την κατάστασι που ήτο, είπε· Δεν πρέπει κανείς να παραμελή τα καθήκοντά του, μάλιστα όταν είνε φιλόσοφος, και αν ακόμη όλα του κόσμου τα νοσήματα τον εμποδίζουν. Αν δεν ερχόμουν, θα το εθεώρει ο Ευκράτης περιφρόνησιν. Εξ εναντίας, είπα εγώ, θα σου εγνώριζε χάρι αν έμενες ναποθάνης στο σπίτι σου, αντί να βγάλης τη ψυχή σου μαζή με το φλέγμα εις το γεύμα του. Αλλ' εκείνος από περιφάνεια έκαμε ότι δεν άκουσε. Σε λιγάκι παρουσιάσθη ο Ευκράτης ερχόμενος από το λουτρόν· και όταν είδε τον Θεσμόπολιν — διότι αυτό είνε το όνομα του φιλοσόφου — Διδάσκαλε, του είπε, σ' ευχαριστώ που ήλθες στο σπίτι μας· αλλά και αν δεν ήρχεσο, θα σου 'στέλναμε από όλα σπίτι σου και δεν θα εκοπίαζες. Κ' ενώ έλεγε αυτά, επήρε από το χέρι τον Θεσμόπολιν και τον εβοήθησε νάμπη· τον υπεστήριζαν δε και οι υπηρέται. Εγώ ετοιμαζόμουν να φύγω· ο δε Ευκράτης εστράφη και εφαίνετο ότι δεν ήξευρε τι να κάμη· αλλ' επειδή με είδε πολύ σκυθρωπόν, μου είπε· Έλα μέσα και συ, Μίκυλλε, να φας μαζή μας. Θα πω στο γυιό μου να πάη να φάη με τη μητέρα του στο γυναικωνίτη, για να γίνη θέσις για σένα. Εμπήκα λοιπόν σα λύκος που κινδύνευσε να μείνη με το στόμα ανοικτό· αλλ' ήμουν ντροπιασμένος, γιατί έγινα αφορμή να διωχθή από το τραπέζι το παιδί του Ευκράτους. Όταν δε ήτο καιρός ν' αρχίση το δείπνον, πρώτα εσήκωσαν τον Θεσμόπολιν πέντε υπηρέται δυνατοί και αυτοί όχι χωρίς δυσκολίαν και τον ετοποθέτησαν εις ένα από τα ανάκλιντρα και τούβαλαν δεξιά και αριστερά μαξιλάρια διά να τον στηρίζουν στην ίδια θέσι. Και επειδή κανείς δεν ήθελε να κατακλιθή κοντά του, έβαλαν εμένα εις εκείνην την θέσιν κι' έτσι ήμεθα γειτόνοι εις το τραπέζι. Το δείπνον ήτο πλούσιον, η ποικιλία των φαγητών μεγάλη και όλα τα σκεύη ήσαν χρυσά και αργυρά· ποτήρια χρυσά, υπηρέται ωραίοι και ενώ ετρώγαμε έπαιζαν μουσικοί και γελωτοποιοί και εν γένει επεράσαμε λαμπρά. Εμένα όμως δεν μ' αφήκεν ο Θεσμόπολις ν' απολαύσω το γεύμα, διότι συχνά με ενοχλούσε με ομιλίες περί αρετής και μ' εδίδασκεν ότι αι δύο αποφάσεις κάνουν μίαν κατάφασιν και ότι αν είνε ημέρα δεν είνε νύκτα ή μου έλεγε ότι έχω κέρατα (35) και αλλά πολλά τοιαύτα μου έψαλλε, χωρίς να τον παρακαλέσω και χωρίς να έχω ανάγκην και έτσι μου κατέστρεψε την διασκέδασιν και δεν μ'άφηνε ν' ακούσω την μουσικήν και τα τραγούδια. Έτσι επέρασα εις το γεύμα, κυρ κόκορα.

ΠΕΤ. Δεν εκαλοπέρασες, ταλαίπωρε Μίκυλλε, αφού η τύχη σου σ' έρριξε κοντά εις εκείνον τον φλύαρον γέροντα.

ΜΙΚ. Άκουσε τώρα και το όνειρον. Έβλεπα ότι ο Ευκράτης ήτο άτεκνος και απέθανε. Εις την διαθήκην του με αφήκε κληρονόμον όλης της περιουσίας του· άμα δε απέθανε έγινα κύριος της περιουσίας και ήρχισα να ξοδεύω το χρήμα και με τα δυο μου χέρια, χωρίς να υπάρχη φόβος να το εξαντλήσω. Όλα δε τα άλλα, φορέματα και έπιπλα και σκεύη και υπηρέται, έγιναν, ως ήτο επόμενον, δικά μου. Όταν έβγαινα έξω, εκαθόμουν σε αμάξι με λευκά άλογα, μισοξαπλωμένος και όλοι μ' εκύταζαν και μ' εζήλευαν. Εφορούσα τα φορέματα του Ευκράτους και δακτυλίδια μεγάλα πάνω από δεκαπέντε και διέταξα να ετοιμασθή λαμπρό γεύμα για να υποδεχθώ τους φίλους μου. Αυτοί, όπως γίνεται στα όνειρα, ήλθαν, το γεύμα ήρχισε και το ποτήρι εδούλευε. Αλλά την στιγμήν που έκανα προπόσεις με χρυσά ποτήρια για καθένα από τους παρόντας και οι υπηρέται έφερναν το γλύκυσμα, έκραξες και μας έκανες άνω κάτω το συμπόσιον, αναποδογύρισες τα τραπέζια και όλα εκείνα τα πλούτη διελύθησαν ως όνειρον. Βλέπεις λοιπόν ότι δεν εθύμωσα εναντίον σου άδικα. Και τρεις νύκτες αν διαρκούσε αυτό το όνειρο, θα το έβλεπα ευχαρίστως.

ΠΕΤ. Τόσον φιλοχρήματος και φιλόπλουτος είσαι, Μίκυλλε, και ως ευτυχίαν νομίζεις μόνον και θαυμάζεις το να έχη κανείς πολύ χρυσάφι;

ΜΙΚ. Δεν το νομίζω αυτό μόνον εγώ, Πυθαγόρα, αλλά και συ ο ίδιος όταν ήσουν Εύφορβος εστόλιζες τα μαλλιά σου με χρυσόν και άργυρον για να πηγαίνης να πολεμάς εναντίον των Αχαιών και πού; εις τον πόλεμον όπου είναι προτιμότερον να σιδηροφορή κανείς παρά να χρυσοφορή· όμως συ και τότε ενοούσες να έχης δεμένα με χρυσόν τα μαλλιά σου και να πηγαίνης εις τας μάχας. Και μου φαίνεται ότι ο Όμηρος λέγει για τα μαλλιά σου ότι ήσαν όπως των Χαρίτων διότι «χρυσώ τε και αργύρω εσφήκωντο». Πολύ καλλίτερα και ωραιότερα εφαίνοντο όπως συνεπλέκοντο με το χρυσάφι και έπαιρναν την λάμψιν του. Αλλά τέλος πάντων αν συ, Χρυσοκόμη, ο οποίος ήσο υιός του Πάνθου, τόσον εξετίμας τον χρυσόν, δεν είνε και τόσον παράδοξον αλλά και ο πατέρας όλων των ανθρώπων και των θεών, ο υιός του Κρόνου και της Ρέας, όταν αγάπησε την κόρην εκείνην από το Άργος, δεν ευρήκε άλλο πράγμα ωραιότερον από αυτό εις το οποίον να μεταμορφωθή και να διαφύγη την φύλαξίν του Ακρισίου — διότι θα έχης βέβαια ακούση ότι μετεμορφώθη εις χρυσόν και εχύθη από την στέγην και έτσι συνευρέθη με την κόρην που αγαπούσε. Είνε δε περιττόν να σου αναφέρω πόσας ανάγκας των ανθρώπων υπηρετεί ο χρυσός και πως όλους που τον έχουν τους αναδεικνύει ωραίους και σοφούς και δυνατούς και πως τους δίδει τιμήν και δόξαν και πολλάκις από αφανείς και αδόξους τους κάνει εντός ολίγου περιβλέπτους και ξακουστούς. Γνωρίζεις βέβαια τον γείτονά μου και ομότεχνον, τον Σίμωνα, ο οποίος όχι προ πολλού καιρού εδείπνησε στο σπίτι μου, όταν κατά την εορτήν των Κρονίων είχα μαγειρεύση φάβα και είχα ρίξει μέσα δύο κομμάτια λουκάνικο.