WeRead Powered by ReaderPub
Λουκιανός - Άπαντα, Τόμος Έκτος cover

Λουκιανός - Άπαντα, Τόμος Έκτος

Chapter 25: ΣΥΜΠΟΣΙΟΝ Ή ΛΑΠΙΘΑΙ
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

A collection of short, witty dialogues and prose pieces that satirize artistic taste, religious superstition, and philosophical posturing. The texts stage mock debates about famous artworks and cultural practices, offer humorous symposiums and dreamlike episodes, and parody literary and theatrical conventions. A playful, ironic narrator combines detailed ekphrasis with skeptical commentary to expose vanity, gullibility, and the gap between appearance and reality, while experimenting with voice and rhetorical display to question how images, stories, and social performance shape reputation and belief.

ΠΕΤ. Τον ξέρω εκείνον τον κοντόν τον πατσομύτην, που άμα έφαγε έκλεψε το μόνο πιάτο που είχαμε το χωματένιο, τώκρυψε κάτω από τη μασχάλη του και έφυγε. Τον είδα με τα μάτια μου εγώ, Μίκυλλε.

ΜΙΚ. Αυτός το έκλεψε και έπειτα έκανε όρκους σ' όλους τους θεούς ότι δεν ήξευρε τίποτε; Αλλά γιατί δεν εφώναζες τότε, κυρ Πετεινέ, και δεν με ειδοποιούσες όταν έβλεπες ότι μας ελήστευαν;

ΠΕΤ. Δεν μπορούσα τότε να μιλήσω, αλλ' έκραξα. Τέλος πάντων τι ήθελες να πης για τον Σίμωνα;

ΜΙΚ. Είχε ένα ανεψιόν υπερβολικά πλούσιον που λεγότανε Δριμύλλος. Αυτός εν όσω ζούσε δεν έδωκε ποτέ ούτε οβολόν εις τον Σίμωνα. Αλλά πώς να του δώση αφού ούτε αυτός άγγιζε τα χρήματά του; Προ ολίγου καιρού όμως απέθανε και όλα εκείνα τα πλούτη τα εκληρονόμησεν ο Σίμων και τώρα εκείνος ο κουρελής που έγλυφε τα πιάτα σαν σκυλί, φορεί ωραία και μεγαλοπρεπή φορέματα, έχει αμάξια και χρυσά ποτήρια και τραπέζια με πόδια από ελεφαντοκόκκαλο και όλοι τον χαιρετούν, εμάς δε ούτε στρέφεται να μας δη. Προ ολίγων ημερών τον συνήντησα και του είπα, χαίρε Σίμων αυτός δε με θυμόν είπε εις τους ακολούθους του· Πέστε σ' αυτόν τον φτωχόν να μη μικραίνη το όνομά μου, διότι δεν ονομάζομαι Σίμων, αλλά Σιμωνίδης. Τώρα δε τον ερωτεύονται και η γυναίκες και αυτός κάνει τον δύσκολον και τας περιφρονεί και αν πλησιάζη μερικές, φαίνεται ως να το κάνη από συγκατάβασιν και οίκτον και αυτές φοβερίζουν ότι αν τας αρνηθή θ' αυτοκτονήσουν. Βλέπεις πόσα ευτυχήματα δίδει ο χρυσός, αφού και τους άσχημους μεταβάλλει εις αξιεράστους, όπως η περίφημος ζώνη της Αφροδίτης. Ξέρεις δε και αυτά που έχουν πη οι ποιηταί·

    Ω χρυσέ δεξίωμα κάλλιστον (36)

και

    Χρυσός γαρ έστιν ο βρωτών έχει κράτη (37) ;

Αλλά γιατί εγέλασες, κυρ Πετεινέ;

ΠΕΤ. Διότι ομοίως με τους άλλους και συ, Μίκυλλε, έχεις ψευδή ιδέαν περί των πλουσίων, ενώ έπρεπε να ξέρης, ότι η ζωή των είνε πολύ δυστυχεστέρα από τη δική μας. Σου τα λέγω αυτά εγώ που έγινα πολλάκις και φτωχός και πλούσιος και εγνώρισα όλων των ειδών τη ζωή· μετ' ολίγον καιρόν δε και συ θα γνωρίσης όλα αυτά.

ΜΙΚ. Τώρα είνε η σειρά σου να μου διηγηθής και συ πώς μετεμορφώθης και πώς επέρασες την κάθε σου ζωήν.

ΠΕΤ. Θα σου πω με λίγα λόγια ότι δεν είδα άλλον να ζη πιο ευτυχισμένος από σένα.

ΜΙΚ. Από μένα; Την ευτυχία μου να κάμης! Με αναγκάζεις να σε βρίζω. Αλλ' άρχισε από τον Εύφορβον και πε μου πώς έγινες Πυθαγόρας και έπειτα τα άλλα μέχρι του Πετεινού· διότι θα έχης ιδή και πάθη πολλά εις τις τόσες διαφορετικές ζωές που πέρασες.

ΠΕΤ. Θα εχρειάζετο πολλή ώρα να σου διηγηθώ πώς εις την αρχήν η ψυχή μου εστάλη από τον Απόλλωνα και εισήλθεν εις σώμα ανθρώπου διά να τιμωρηθή. Αυτά ούτε εις εμέ επιτρέπεται να σου είπω, ούτε εις εσέ να τ' ακούσης. Έπειτα έγινα Εύφορβος...

ΜΙΚ. Να μου πης προηγουμένως εάν κι'εγώ μετεμορφώθην άλλοτέ ποτε, όπως εσύ.

ΠΕΤ. Βέβαια.

ΜΙΚ. Και τι ήμουν; Αν μπορής να μου το πης, επιθυμώ πολύ να το μάθω.

ΠΕΤ. Εσύ; Ήσουν μυρμήγκι των Ινδιών από κείνα που βγάζουν το χρυσάφι από την γην.

ΜΙΚ. Και δεν κρατούσα ο κακομοίρης ολίγα κομμάτια από κείνο το χρυσάφι για να τάχω σ' αυτή τη ζωή να μπορέσω να ζήσω; Έπειτα απ' αυτή τη ζωή τι θα γίνω; Θα το ξέρης βέβαια και αυτό, διότι αν μου μέλλεται τίποτε καλλό, θα σηκωθώ τώρα αμέσως να κρεμασθώ από το πάτερο που στέκεσαι.

ΠΕΤ. Δεν υπάρχει τρόπος να το μάθης αυτό. Αφού έγινα Εύφορβος — επανέρχομαι εις την διήγησίν μου — επολέμησα εις την Τρωάδα και αφού μ' εφόνευσε ο Μενέλαος ύστερα από χρόνια έγινα Πυθαγόρας. Έως τότε έμενα άστεγος και επερίμενα να μου φτιάση νέαν κατοικίαν ο Μνήσαρχος.

ΜΙΚ. Κι' εζούσες χωρίς να τρως και να πίνης;

ΠΕΤ. Βέβαια, διότι η τροφή και το ποτόν μόνον στο σώμα χρειάζονται.

ΜΙΚ. Λοιπόν να μου διηγηθής πρώτα τα συμβάντα της Τρωάδος. Όπως τα λέγει ο Όμηρος έγιναν;

ΠΕΤ. Πώς μπορούσε να τα ξέρη αυτός, Μίκυλλε, που όταν εγίνοντο ήτο Καμήλα εις τα Βάκτρα; Εγώ σου λέγω ότι τίποτε δεν υπήρξε τόσον υπερφυσικόν όσον ο Όμηρος τα περιγράφει· ούτε ο Αίας ήτο τόσο μεγαλόσωμος, ούτε και αυτή η Ελένη ήτο τόσον ωραία. Την είδα· ήτον άσπρη με μακρό λαιμό, όπως δύναται κανείς και να συμπεράνη αφού ήτο κόρη κύκνου· κατά τα άλλα ήτο πολύ ηλικιωμένη και σχεδόν ομήλικος με την Εκάβην, αφού ο Θησεύς την έκλεψε πρώτος και την είχεν εις τας Αθήνας κατά την εποχήν του Ηρακλέους, ο δε Ηρακλής είχε κυριεύση προ των Αχαιών την Τροίαν. Αυτά μου τα διηγείτο ο πατέρας μου Πάνθος, ο οποίος εις πολύ νεαράν ήλικίαν είδε, ως έλεγε, τον Ηρακλέα.

ΜΙΚ. Και ο Αχιλλεύς ήτο τόσο τέλειος, ή μύθος είνε και όσα αναφέρουν γι' αυτόν οι ποιηταί;

ΠΕΤ. Με αυτόν δεν συνηντήθην ποτέ εις τας μάχας, Μίκυλλε, ούτε γνωρίζω ακριβώς όσα συνέβαινον μεταξύ των Ελλήνων. Πώς να τα ξέρω που ήμουν εχθρός των; Τον φίλον όμως του Αχιλλέως τον Πάτροκλον δεν εδυσκολεύθηκα να φονεύσω με μια κονταριά.

ΜΙΚ. Έπειτα εσένα σ' εφόνευσε ο Μενέλαος πολύ ευκολώτερα. Αλλά γι' αυτά είπαμε αρκετά, τώρα δε να μου πης για τον Πυθαγόρα.

ΠΕΤ. Διά να είμαι ειλικρινής, πρέπει να σου ομολογήσω ότι ήμουν μάλλον σοφιστής παρά φιλόσοφος· δεν ήμουν όμως απαίδευτος, αλλά εγνώριζα από όλα, εταξείδευσα δε και εις την Αίγυπτον διά να γνωρίσω τους σοφούς και τους προφήτας της χώρας εκείνης κι' εκατέβηκα εις τα άδυτα των ναών, όπου ανέγνωσα και εσπούδασα τας βίβλους του Ώρου και της Ίσιδος· έπειτα επήγα εις την Ιταλίαν, όπου τόσην εντύπωσιν έκαμα εις τους εκεί Έλληνας, ώστε μ' εθεώρησαν ως θεόν.

ΜΙΚ. Τα έχω ακούση αυτά και ότι εθεωρείσο ότι απέθανες και ξανάζησες και ότι μίαν φοράν τους έδειξες ότι είχες μηρόν χρυσόν. Αλλά δεν μου λες πώς σου επήλθεν η ιδέα ν' απαγορεύσης να τρώγουν κρέας και κουκιά οι οπαδοί σου;

ΠΕΤ. Μη εξετάζης αυτά τα πράγματα, Μίκυλλε.

ΜΙΚ. Διατί, κυρ Πετεινέ;

ΠΕΤ. Διότι ντρέπομαι να σου πω την αλήθεια γι' αυτό το πράγμα.

ΜΙΚ. Και όμως δεν έπρεπε να κρύπτης τίποτε από άνθρωπον φίλον και συγκάτοικον· δεν λέγω αφέντην.

ΠΕΤ. Δεν είχε κανένα λόγον σπουδαίον αυτή η απαγόρευσις, αλλ' έβλεπα ότι αν έλεγα τα συνειθισμένα και όμοια με τα λεγόμενα υπό των πολλών, δύσκολα θα προσείλκυα τους ανθρώπους και δύσκολα θα τους έκανα να με θαυμάζουν, ενώ όσον πλέον παράξενα έλεγα και έκανα, τόσον σοβαρώτερος και σοφώτερος θα εθεωρούμην. Διά τούτο επροτίμησα να καινοτομήσω και να λέγω μυστηριώδη πράγματα, ούτως ώστε να τα εξηγούν ο μεν ούτω ο δε άλλως και να θαυμάζουν, όπως συμβαίνει με τους σκοτεινούς χρησμούς. Αλλά δεν σου τώλεγα; Τώρα με περιφρονείς και συ.

ΜΙΚ. Όχι τόσον όσον τους Κροτωνιάτας, τους Μεταποντίνους και Ταραντίνους και τους άλλους που σε ακολουθούσαν άφωνοι από θαυμασμόν κι' επροσκυνούσαν τα ίχνη των ποδιών σου. Αφού δε 'γδύθηκες τον Πυθαγόραν ποίους ενδύθηκες κατόπιν;

ΠΕΤ. Την Ασπασίαν την Μιλησίαν εταίραν.

ΜΙΚ. Τι λες! Ώστε και γυναίκα εκτός των άλλων έγινε ο Πυθαγόρας; Και υπήρξε εποχή που έκανες αυγά συ ο σημερινός πετεινός και συνέζης με τον Περικλήν ως Ασπασία και του εγέννας παιδιά και έξενες μαλλιά και έγνεθες και εφιλαρεσκεύεσο ως εταίρα;

ΠΕΤ. Αυτά δεν συνέβησαν μόνον σ' εμένα, αλλά και εις τον Τειρεσίαν προηγουμένως και εις τον Καινέα τον υιόν του Ελάτου· ώστε αν εμπαίξης εμέ και εκείνους εμπαίζεις.

ΜΙΚ. Και δε μου λες, σου ήτο πλέον ευχάριστον όταν ήσουν άνδρας ή όταν ο Περικλής σε οικονομούσε;

ΠΕΤ. Είνε τώρα ερωτήσεις αυταί; Εις αυτά ούτε ο Τειρεσίας ενόμισε πρέπον ν' απαντήση.

ΜΙΚ. Κι' αν δε μου το πης εσύ, ο Ευριπίδης το εξήγησεν αρκετά, όταν είπεν ότι θα επροτιμούσε να λάβη μέρος εις τρεις μάχας παρά να γεννήση μίαν φοράν.

ΠΕΤ. Και όμως θα έλθη ημέρα, Μίκυλλε, και δεν θα βραδύνη, που θα δοκιμάσης και συ τους πόνους του τοκετού· διότι θα γίνης και συ γυναίκα και μάλιστα πολλές φορές εις το μέλλον.

ΜΙΚ. Μίλα καλά, μωρέ πετεινέ, που νομίζεις ότι όλοι είνε Μιλήσιοι και Σάμιοι. Για σένα λένε ότι όταν ήσουν Πυθαγόρας και ωραίος έφηβος εχρησίμευσες πολλάκις ως Ασπασία εις τον τύραννον της πατρίδος σου. Και μετά την Ασπασίαν άνδρας ή γυναίκα έγινες;

ΠΕΤ. Ο κυνικός Κράτης.

ΜΙΚ. Πολύ απότομος η μεταβολή από εταίρα να γίνης φιλόσοφος.

ΠΕΤ. Έπειτα βασιλεύς, κατόπιν πτωχός, μετ' ολίγον σατράπης, έπειτα άλογο και καλλιακούδα και βάτραχος και χίλια δυο άλλα, τα οποία βαρύνομαι να σου αναφέρω. Επί τέλους έγινα πολλάκις πετεινός, διότι μου αρέσει αυτή η ζωή, και αφού υπηρέτησα πολλούς βασιλείς και πτωχούς και πλουσίους, συζώ τώρα και μ' εσένα και γελώ μαζή σου· διότι σε ακούω καθ' εκάστην να παραπονήσαι και να κλαίγεσαι διά την πενίαν σου και να θαυμάζης τους πλουσίους, διότι δεν γνωρίζεις τι υποφέρουν και αυτοί. Αν ήξευρες τι φροντίδες έχουν, θα γελούσες και μόνος σου με τον εαυτό σου που ενόμισες ότι ο πλούτος δίδει την ευτυχίαν.

ΜΙΚ. Λοιπόν, Πυθαγόρα, ή όπως άλλως θέλεις να σε λέγω — και σε παρακαλώ να μου πης το όνομα που προτιμάς διά να μη σου λέγω διάφορα και γίνεται σύγχυσις.

ΠΕΤ. Το ίδιο κάνει είτε Εύφορβον, είτε Πυθαγόραν ή Ασπασίαν με λες, είτε Κράτητα· διότι όλα αυτά εγώ είμαι. Αλλά το καλλίτερον επί του παρόντος είνε να με λες πετεινόν, αφού πετεινός φαίνομαι, διά να μη υποτεθή ότι περιφρονείς το πουλί ως ασήμαντον, ενώ έχει μέσα του τόσας ψυχάς.

ΜΙΚ. Λοιπόν, πετεινέ, αφού εδοκίμασες όλων σχεδόν των ειδών τις ζωές και εγνώρισες τα πάντα, να μου πης τώρα καθαρά πώς ζουν οι πλούσιοι και έπειτα πώς ζουν οι φτωχοί, διά να ίδω αν λες αλήθεια που θέλεις να με πείσης ότι είμαι πλέον ευτυχής από τους πλουσίους.

ΠΕΤ. Θα σου πω και θα συμφωνήσης μαζή μου. Εσύ, και αν γίνη πόλεμος και οι εχθροί εισβάλλουν, δεν πολυσκοτίζεσαι, ούτε φοβείσαι ότι θα σου θερίσουν τα χωράφια σου και θα σου καταστρέφουν τον κήπον σου και θα σου ερημώσουν τ' αμπέλια σου. Άμα ακουσθή σάλπισμα, δεν έχεις παρά να εξετάσης και να δης πού θα τραβήξης για να σωθής. Οι πλούσιοι όμως και για την ζωήν των φοβούνται και λυπούνται όταν βλέπουν από τα τείχη να διαρπάζωνται τα πλούτη που έχουν εις τους αγρούς. Και αν πρόκειται να γείνη εισφορά, μόνον αυτοί καλούνται να συνεισφέρουν· αν πρόκειται να γίνη εκστρατεία, εκτίθενται πρώτοι εις τον κίνδυνον ως στρατηγοί και αρχηγοί του ιππικού. Συ θα έχης ασπίδα ελαφράν πλεγμένην από λιγαριάν και, αν μεν νικηθήτε, θα είσαι ευκίνητος και ελαφρός διά να σωθής, εάν δε νικήσετε, θα φθάσης να καθήσης πρώτος εις το επινίκειον γεύμα, το οποίον θα παραθέση μετά την θυσίαν ο στρατηγός. Εν καιρώ ειρήνης πάλιν συ θ'ανήκης εις το λαϊκόν κόμμα και εις την συνέλευσιν του λαού θα είσαι τύραννος των πλουσίων, οι οποίοι θα σε φοβούνται και θα σε τρέμουν και με διαφόρους παροχάς θα προσπαθούν να σ' εξευμενίσουν. Εκείνοι φροντίζουν διά να έχης πάντοτε λουτρά και αγώνας και θεάματα και παν ό,τι σ' ευχαριστεί, συ δε είσαι ελεγκτής και επικριτής αυστηρός ως αυθέντης και ούτε γνώμην επιτρέπεις εις αυτούς να έχουν, και, αν σου καπνίση, θα τους λιθοβολήσης ή θα δημεύσης τας περιουσίας των. Ούτε συκοφάντην φοβείσαι συ, ούτε ληστήν μήπως ανέβη τον αυλόγυρον ή τρυπήση τον τοίχον του σπιτιού σου, ούτε κοπιάζεις και σκοτίζεσαι να λογαριάζης ή να ζητής τα οφειλόμενα, ούτε με τους διαχειριστάς και καταχραστάς οικονόμους τσακώνεσαι. Αλλ' άμα ράψης ένα παπούτσι και πάρης επτά οβολούς, σηκώνεσαι το βράδυ και λούεσαι αν θέλης και αγοράζεις μία ρέγκα ή μερικές μαρίδες και ολίγα κρεμμύδια και τρως με όρεξι, πολλάκις δε και με τραγούδια, και φιλοσοφείς με την αγαπητήν πενίαν. Και ακριβώς με αυτήν την ζωήν είσαι υγιής και δυνατός και το σώμα σου αντέχει εις το κρύο· διότι η κακοπάθειες σε τονώνουν και σε κάνουν να υποφέρης εύκολα όσα οι άλλοι θεωρούν ανυπόφορα. Εν γένει δεν σε πιάνει κανέν από τα σοβαρά νοσήματα, αλλά, και αν σούρθη καμμιά φορά κανένας ελαφρός πυρετός δεν τον αφήνεις να σε κυριεύση, αλλ' αφού τον υποφέρεις ολίγον, σηκώνεσαι και τον τινάζεις πέρα, αυτός δε φεύγει τρομασμένος που σε βλέπει να πίνης κρύο νερό και ν' αδιαφορής τελείως δι' όσα λέγουν οι γιατροί. Οι πλούσιοι όμως τι δεν παθαίνουν από την πολυφαγίαν των, τι ποδάγρες, τι φθίσεις, τι περιπνευμονίας και υδροπικίας; Διότι αυτά είνε αποτελέσματα των πολυτελών γευμάτων. Οι περισσότεροι από αυτούς υψώνονται όπως ο Ίκαρος και πλησιάζουν εις τον ήλιον, χωρίς να σκέπτωνται ότι τα πτερά των είνε κολλημένα με κερί και ούτω πολλάκις πίπτουν με πολύν πάταγον και κατακέφαλα στη θάλασσα. Όσοι όμως, μιμούμενοι τον Δαίδαλον, δεν ψηλοπετούν, αλλά πηγαίνουν χαμηλά, ώστε να διατηρήται υγρό το κερί, ως επί το πολύ πετούν ασφαλώς.

ΜΙΚ. Εννοείς τους μετριόφρονας και τους φρονίμους.

ΠΕΤ. Των άλλων όμως τα ναυάγια, Μίκυλλε, είνε πολύ αξιοθρήνητα και πολύ γελοία. Ούτω ο Κροίσος εκίνησε τον γέλωτα των Περσών, όταν ηττημένος και χωρίς πτερά πλέον ανέβη εις την πυράν, και ο Διονύσιος ο τύραννος, όταν κατελύθη η τυραννίς εις την Κόρινθον και ηναγκάσθη να γίνη δάσκαλος, και να διδάσκη τα παιδιά να συλλαβίζουν.

ΜΙΚ. Πες μου τώρα, κυρ πετεινέ, όταν ήσουν βασιλιάς — διότι ως είπες και εβασίλευσες κάποτε — πώς σου εφάνη αυτή η ζωή; Βέβαια θα ήσουν πολύ ευτυχής, αφού αυτή είνε η μεγαλειτέρα ευτυχία.

ΠΕΤ. Μη μου τα ενθυμίζης, Μίκυλλε, διότι ήμουν πολύ δυστυχής τότε· οι άλλοι με ενόμιζαν, όπως είπες, πολύ ευτυχή, εγώ δε είχα του κόσμου τας στενοχωρίας.

ΜΙΚ. Τι είδους στενοχωρίας; Αυτά μου φαίνονται παράξενα και απίστευτα.

ΠΕΤ. Εβασίλευα εις χώραν εκτεταμένην και πλουσίαν, η οποία διεκρίνετο και διά τον πληθυσμόν της και διά τας ωραίας της πόλεις, είχε δε και ποταμούς πλωτούς και θάλασσαν με καλούς λιμένας. Είχα και στρατόν πολύν και ιππικόν συντεταγμένον και σωματοφύλακας όχι ολίγους και πολεμικόν ναυτικόν και χρήματα αναρίθμητα και πολυπληθή χρυσά σκεύη και πολύν μεγαλοπρέπειαν και πολυτέλειαν. Όταν εξηρχόμουν, ο λαός μ' επροσκύνα και μ' εθεώρει ως θεόν και έτρεχαν πατείς με πατώ σε διά να με δουν, άλλοι δε ανέβαιναν εις τις στέγες και εθεώρουν ως σπουδαίον κατόρθωμα να ίδουν από κοντά το αμάξι μου, τον μανδύαν μου τον βασιλικόν, το διάδημα και τους προπορευόμενους και ακολουθούντας δορυφόρους. Εγώ δε, που εγνώριζα πόσας θλίψεις και στενοχωρίας είχα, εσυγχωρούσα εκείνους διά την άγνοιάν των, αλλ' ελεεινολογούσα τον εαυτόν μου και τον παρωμοίαζα με τα κολοσσιαία αγάλματα που έκαμαν ο Φειδίας, ο Μύρων και ο Πραξιτέλης· και από αυτά έκαστον απ' έξω μεν είνε Ποσειδών ή Ζευς από χρυσόν και ελέφαντα κατεσκευασμένος, ο οποίος κρατεί κεραυνόν ή αστραπήν ή τρίαιναν· αλλ' αν εξετάσης το εσωτερικόν του, θα ίδης μοχλούς και γόμφους και καρφιά, οι οποίοι τον διατρυπούν, και ξύλα και σφήνας και πίσσαν και πηλόν και πολλήν άλλην ασχημίαν κρυπτομένην εντός αυτού. Παραλείπω το πλήθος των ποντικών και των μυγαλών που κατοικεί εντός αυτών ενίοτε. Κάτι παρόμοιον είνε και η βασιλεία.

ΜΙΚ. Δεν μου είπες όμως ποιά είνε όσα αποτελούν τον πηλόν και τους μοχλούς και τους γόμφους της εξουσίας, ουδέ τι είνε η πολλή εκείνη ασχημία. Το να σε θαυμάζουν όταν εξέρχεσαι, να βασιλεύης επί τόσων ανθρώπων και να σε προσκυνούν, τελείως ταιριάζει εις το κολοσσιαίον παράδειγμα που είπες. Αλλά λέγε τώρα και τα εσωτερικά του κολοσσού.

ΠΕΤ. Τι να σου πω πρώτον και τι δεύτερον, Μίκυλλε; Τους φόβους και τας ανησυχίας, τας υποψίας, το μίσος και τας επιβουλάς εκείνων που σε πλησιάζουν και σε περιστοιχούν; Εξ αιτίας τούτων κοιμάσαι ολίγον και διακεκομμένον ύπνον και βλέπεις όνειρα ταραχώδη, αι σκέψεις σου είνε τεταραγμέναι πάντοτε, γεμάται από φόβους και ανησυχίας. Έπειτα έχεις τόσους περισπασμούς και φροντίδας διά την απονομήν της δικαιοσύνης και διαπραγματεύσεις και εκστρατείας και διαταγάς και συνθήκας και συμβούλια, τα οποία δεν σ' αφήνουν ούτε εις τα όνειρά σου ν' απολαύσης καμμίαν ευχαρίστησιν, αλλ' είνε ανάγκη μόνος σου να εξετάζης τα πάντα και να έχης του κόσμου τις σκοτούρες.

    Ουδέ γαρ Ατρείδην Αγαμέμνονα
    ύπνος έχε γλυκερός πολλά φρεσιν ορμαίνοντα, (38)

ενώ όλοι οι άλλοι Αχαιοί ερροχάλιζαν. Και ο μεν βασιλεύς των Λυδών λυπείται διότι ο υιός του είνε κωφάλαλος, τον δε βασιλέα των Περσών ανησυχεί ο Κλέαρχος συναθροίζων μισθοφόρους υπέρ του Κύρου. Άλλος ηγεμών ταράσσεται επειδή βλέπει τον Δίωνα να κρυφομιλή με μερικούς από τους Συρακουσίους και άλλος δεν υποφέρει ακούων να επαινήται ο Παρμενίων και ο Πτολεμαίος διά τον Περδίκκαν και ο Σέλευκος διά τον Πτολεμαίον. Εκτός τούτου σε λυπεί η ιδέα ότι το πρόσωπον το οποίον αγαπάς, εξ ανάγκης και όχι από αγάπης δέχεται τον έρωτά σου και ότι η παλλακίς σου αγαπά άλλον· ή μανθάνεις ότι σου ετοιμάζουν στάσιν ή τινές εκ των δορυφόρων σου εθεάθησαν να κρυφομιλούν. Και το σπουδαιότερον είνε ότι ευρίσκεσαι εις την ανάγκην να υποπτεύης και τους φιλτάτους σου και να φοβήσαι πάντοτε ότι κάποιος μέγας κίνδυνος θα σου έλθη εξ αυτών, διότι γνωρίζεις βασιλείς τους οποίους εδηλητηρίασαν τα παιδιά των ή το πρόσωπον το οποίον ερωτεύοντο και φοβείσαι μήπως αποθάνης κατά τον αυτόν τρόπον.

ΜΙΚ. Αλήθεια είνε φοβερά αυτά που λες, κυρ πετεινέ. Και τώρα εννοώ ότι είμαι πολύ ασφαλέστερος να κόφτω και να ράβω παπούτσια παρά να πίνω από χρυσήν φιάλην κρασί εις το οποίον έχει αναμιχθή κώνειον ή άλλο δηλητήριον. Ο μόνος κίνδυνος που διατρέχω εγώ είνε να ξεφύγη το σουβλί να μου τρυπήση το δάκτυλον και να βγάλω ολίγον αίμα· αυτοί όμως, ως λες, συντρώγουν με τον Θάνατον και η ζωή των είνε γεμάτη από δυστυχίαν. Και όταν ξεπέφτουν, ομοιάζουν με τους τραγικούς ηθοποιούς, τους όποιους βλέπομεν άλλοτε μεν ως Κέκροπας, Σισσύφους ή Τηλέφους στολισμένους με διαδήματα και ξίφη ελεφαντοκόσμητα και μανδύαν χρυσοκέντητον και μαλλιά μακρυά που κυματίζουν· αν δε συμβή — και συμβαίνει πολλάκις — να σκοντάψη κανείς από αυτούς και να πέση εις το μέσον της σκηνής, αρχίζουν και γελούν οι θεαταί, διότι το προσωπείον του μαζή με το διάδημα σπάζει και η αληθινή κεφαλή του ηθοποιού ματώνει, συγχρόνως δε τα σκέλη του παρουσιάζονται γυμνά και φαίνονται μέσα από το βασιλικόν ενδύμα τα πραγματικά του φορέματα, τα οποία είνε κουρέλια ελεεινά, φαίνονται δε και τα θεατρικά υποδήματα, τα οποία είνε τόσον άσχημα και τόσον δυσανάλογα προς το πόδι. Βλέπεις, αγαπητέ πετεινέ, ότι μ' εδίδαξες και κάνω και εγώ τώρα καλάς παρομοιώσεις; Τέλος πάντων τοιαύτη είνε η βασιλεία· αλλά δεν μου λες τώρα, όταν ήσουν άλογο ή σκύλλος, ψάρι ή βάτραχος, πώς σου εφαίνετο εκείνη η ζωή;

ΠΕΤ. Μου κάνεις ερώτησιν η οποία απαιτεί μακράν απάντησιν και δεν έχομεν καιρόν. Αλλ' αν θέλης να σου ειπώ με λίγα λόγια, δεν υπάρχει ζωή που να μη είνε ευτυχεστέρα από την ζωήν του ανθρώπου και περισσότερον σύμφωνος με την φύσιν και περιωρισμένη εις τα φυσικά όρια· ίππον τοκογλύφον ή συκοφάντην βάτραχον ή καρακάξαν σοφιστήν ή μάγειρον κώνωπα ή πετεινόν κίναιδον δεν θα εύρης, ούτε τίποτε άλλο από τα γελοία τα οποία βλέπομεν μεταξύ των ανθρώπων.

ΜΙΚ. Αυτά ίσως είνε αληθινά, κυρ πετεινέ. Αλλ' εγώ δεν 'ντρέπομαι να σου ομολογήσω τι μου συμβαίνει· μου είνε αδύνατον να ξεμάθω την επιθυμίαν που είχα από τα παιδικά μου χρόνια να γείνω πλούσιος· και το όνειρον μου μένει ακόμη μπροστά στα μάτια μου με όλο εκείνο το χρυσάφι. Σκάζω δε από ζήλεια, όταν συλλογίζωμαι ότι απολαμβάνει τόσα πλούτη ο παλιάνθρωπος ο Σίμων.

ΠΕΤ. Εγώ θα σε θεραπεύσω από αυτήν την αρρώστεια, Μίκυλλε· και αφού είνε νύκτα ακόμη, σήκω και ακολούθησε με· θα σε πάω εις το σπίτι αυτού του Σίμωνος και εις τα σπίτια άλλων πλουσίων, για να 'δης ποία είνε η κατάστασίς των.

ΜΙΚ. Πώς θα 'δω αφού είνε κλειστά τα σπίτια; μήπως θα με βάλης να τρυπήσω τοίχους;

ΠΕΤ. Όχι, αλλ' ο Ερμής, εις τον οποίον είμαι αφιερωμένος, μου έχει δώση ένα χάρισμα· εάν κανείς αφαιρέση το μακρότερον πτερόν της ουράς μου, το οποίον είνε τόσο μαλακόν, ώστε είνε λυγισμένον. . . .

ΜΙΚ. Μα έχεις δύο τέτοια.

ΠΕΤ. Εννοώ το δεξιόν. Εις όποιον επιτρέψω να το αποσπάση και να το κρατή, θα έχη την δύναμιν ν' ανοίγη κάθε θύραν που θέλει και να βλέπη τα πάντα χωρίς να τον βλέπουν.

ΜΙΚ. Δεν τώξερα ότ' είσαι και μάγος. Αλλ' αν μου δώσης τέτοια δύναμιν, θα 'δης εντός ολίγου όλα τα αγαθά του Σίμωνος να έλθουν εδώ· θα τα μετακομίσω· αυτός δε πάλιν θ' αρχίση να δαγκώνη τα πετσιά για να τα τεντώνη.

ΠΕΤ. Αυτό δεν επιτρέπεται να γίνη· διότι ο Ερμής μου παρήγγειλε, αν κάμη τίποτε τοιούτον αυτός που έχει το πτερόν, να κράξω και να τον προδώσω.

ΜΙΚ. Δυσκολεύομαι να το πιστεύσω αυτό· αφού ο Ερμής είνε κλέπτης, πώς δεν θέλει να κλέπτουν οι άλλοι; Ας πάμε όμως και θα προσπαθήσω να μη 'γγίξω στο χρυσάφι.

ΠΕΤ. Τράβηξε πρώτα το πτερόν. . . . Τι έκαμες; Και τα δυο τα έβγαλες;

ΜΙΚ. Έτσι είμαι πιο σίγουρος και για σένα θα είνε μικρότερα η ασχημία, γιατί δεν θα γέρνης και δεν θα κουτσαίνης από το ένα μέρος της ουράς.

ΠΕΤ. Ας είνε. Εις του Σίμωνος θα πάμε πρώτα ή εις άλλον πλούσιον;

ΜΙΚ. Όχι στου Σίμωνος, που, αφού επλούτισε, του φαίνεται μικρόν το δισύλλαβον όνομά του και τώκαμε τετρασύλλαβον. Αλλ' εφθάσαμεν εις την πόρτα του. Τι πρέπει να κάμω τώρα;

ΠΕΤ. Βάλε το πτερόν στην κλειδαρότρυπα.

ΜΙΚ. Ορίστε. Ω Θεέ μου, άνοιξε η πόρτα σαν να ήτο το φτερό κλειδί.

ΠΕΤ. Πήγαινε 'μπρός. Τον βλέπεις πώς αγρυπνεί και λογαριάζει;

ΜΙΚ, Τον βλέπω· δίπλα σ' ένα λυχνάρι διψασμένο που μόλις φέγγει. Είνε κατακίτρινος, αδύνατος και λυωμένος, από τις φροντίδες βέβαια· δεν ήκουσα να είνε άρρωστος.

ΠΕΤ. Άκουσε τι λέγει και θα εννοήσης πως είν' έτσι.

ΣΙΜΩΝ. Τα εβδομήντα τάλαντα είνε καλά κρυμμένα και θαμμένα κάτω από το κρεββάτι και κανείς δεν ξέρει τίποτε· τα δεκάξη όμως μου φαίνεται ότι τα είδε ο Σωσύλος όταν τάκρυβα κάτω από την φάτνην και γι' αυτό όλο στο σταύλο βρίσκεται, ενώ άλλοτε ήτο τεμπέλης και πολύ ολίγον εφρόντιζε για τη δουλειά του. Φαίνεται δε ότι μου έχουν κλέψη πολλά, αλλοιώτικα που βρήκε τα χρήματα ο Τίβιος και αγόρασε χθες, ως ήκουσα, τόσο μεγάλα παστόψαρα κ' επήρε της γυναίκας του σκουλαρίκια πέντε δραχμών; ω δυστυχία μου, με ληστεύουν. Αλλά και τα σκεύη μου τα πολύτιμα δεν είνε ασφαλισμένα εκεί που τα έχω και είνε τόσα πολλά. Φοβούμαι μήπως κανείς τρυπήση τον τοίχον και τα κλέψη. Πολλοί με φθονούν και με κατατρέχουν και περισσότερον από όλους ο Μίκυλλος ο γείτονας.

ΜΙΚ. Σου μοιάζω· σαν κι' εσένα κλέβω κι' εγώ τα πιάτα.

ΠΕΤ. Σώπα, Μίκυλλε, να μη μας ακούση.

ΣΙΜ. Το καλλίτερο είνε να μη κοιμούμαι και να κάθωμαι να τα φυλάττω όλα. Και τώρα ας σηκωθώ να κάμω ένα γύρο στο σπίτι. Ποιος είνε εκεί; Σε βλέπω κλέφτη... αλλ' όχι είνε στύλος. Καλά. Πρέπει να ξεθάψω και να μετρήσω πάλιν τα χρήματα για να δω μήπως έχω κάμη κανένα λάθος. Αλλ' ακούω πάλιν θόρυβον· τι συμβαίνει; με πολιορκούν και με κατατρέχουν όλοι. Πού είνε το μαχαίρι μου; Αν πιάσω κανένα... Ας θάψω πάλιν τα χρήματα.

ΠΕΤ. Είδες, Μίκυλλε, την κατάστασιν του Σίμωνος. Ας πάμε τώρα και εις άλλον, ενόσω είνε ακόμη ολίγη νύκτα.

ΜΙΚ. Τι ζωή περνά ο κακομοίρης! Μόνο οι εχθροί μου θα ήθελα να έχουν τέτοια ευτυχία. Αλλά πριν φύγω θέλω να του δώσω ένα σκαμπίλι.

ΣΙΜ. Ποιός μ' εκτύπησε; Με ληστεύουν τον δυστυχή.

ΜΙΚ. Σκούζε και ξενύχτα, λυώνε κοντά στο χρυσάφι και παίρνε το χρώμα του. Εμείς δε ας πάμε, αν θέλης, εις του Γνίφωνος του τοκιστού. Δεν είνε μακράν απ' εδώ το σπίτι του.-Μας άνοιξε και αυτή η θύρα.

ΠΕΤ. Τον βλέπεις και αυτόν πώς αγρυπνά από τας φροντίδας. Κάθεται, και λογαριάζει τους τόκους και βλέπει τα δάκτυλα του πώς έχουν μείνη πετσί και κόκκαλο. Και μετ' ολίγον καιρόν θα ταφήση όλα αυτά για να γίνη βρωμούσα ή σκνίπα ή σκυλόμυγα.

ΜΙΚ. Τον βλέπω τον κακομοίρη και ανόητον άνθρωπον, που και τώρα δεν ζη καλλίτερα από την βρωμούσαν ή την σκνίπαν. Πάμε τώρα εις άλλον.

ΠΕΤ. Πάμε, αν θέλης, εις τον δικόν σου τον Ευκράτην.-Ιδού ήνοιξε και αυτή η θύρα· ώστε πάμε μέσα.

ΜΙΚ. Όλα αυτά προ ολίγου ήσαν δικά μου.

ΠΕΤ. Ακόμη ονειρεύεσαι τα πλούτη; Λοιπόν κύτταξε τον Ευκράτην τι παθαίνει από τον δούλον του, γέρων άνθρωπος.

ΜΙΚ. Τι αίσχος και ατιμία τερατώδης! Και από το άλλο μέρος η γυναίκα του τον κερατόνει με τον μάγειρον.

ΠΕΤ. Λοιπόν θέλεις να τα κληρονομήσης και αυτά και να γίνης καθ' όλα όμοιος με τον Ευκράτην;

ΜΙΚ. Όχι, αδερφέ, όχι· καλλίτερα να πάω από πανούκλα· αν πρόκειται να καταντήσω έτσι. Στον άνεμο το χρυσάφι και τα πλούσια γεύματα. Προτιμώ να έχω μόνο δυο οβολούς, παρά να με κλέφτουν οι υπηρέται.

ΠΕΤ. Επειδή αρχίζει να ξημερώνη, ας πάμε πίσω στο σπίτι μας· κι' άλλη φορά βλέπεις και άλλων πλουσίων την κακομοιριά.

ΣΥΜΠΟΣΙΟΝ Ή ΛΑΠΙΘΑΙ


Φίλων και Λυκίνος.

ΦΙΛΩΝ. Ήκουσα, Λυκίνε, ότι διεσκεδάσατε χθες πολύ εις το γεύμα του Αρισταινέτου, ότι έγιναν συζητήσεις φιλοσοφικαί και επηκολούθησε φινονεικία πολύ ζωηρά και, αν έλεγε την αλήθειαν ο Χαρίνος ο οποίος τα διηγείτο, η φιλονεικία έφθασε μέχρι ξύλου και τέλος διελύθη με αιματοχυσίαν η συναναστροφή.

ΛΥΚΙΝΟΣ. Και από πού τα έμαθε αυτά ο Χαρίνος, Φίλων· Διότι δεν ήτο μαζή μας εις τον δείπνον.

ΦΙΛ. Τα ήκουσεν από τον Διόνικον τον ιατρόν, ως έλεγε. Ο Διόνικος μου φαίνεται ότι ήτον εις το δείπνον.

ΛΥΚ. Βέβαια· και αυτός όμως δεν ήτο από την αρχήν, αλλ' έφθασεν εις το μέσον περίπου της μάχης, ολίγον προ των τραυματισμών, ώστε αμφιβάλλω αν ηδύνατο να διηγηθή ακριβώς πώς έγιναν τα πράγματα, αφού δεν τα παρηκολούθησεν αφ' ης στιγμής ήρχισεν η φιλονεικία έως ότου ετελείωσεν εις το αίμα.

ΦΙΛ. Και ο Χαρίνος, Λυκίνε, μας είπεν ότι αν θέλωμεν να μάθωμεν όλην την αλήθειαν και πώς έγιναν τα καθέκαστα, νάρθωμε να σ' ερωτήσωμεν. Επίσης ο Διόνικος έλεγεν ότι αυτός δεν παρευρέθη εις όλα και ότι συ γνωρίζεις όσα έγιναν και θυμάσαι τα λόγια που είπαν, διότι τα τοιαύτα τ' ακούς με ενδιαφέρον και προσοχήν. Ώστε πολύ θα μας ευχαριστήσης αν μας προσφέρης ένα τοιούτον γεύμα, το οποίον θα είνε από τα πλέον ευχάριστα δι' εμέ, τοσούτω μάλλον καθ' όσον θα γευμαΤιςωμεν με ησυχίαν και ασφάλειαν και έξω βολής, και να μας διηγηθής τα πάντα, είτε γέροντες παρεξετράπησαν κατά το δείπνον, είτε νέοι είπαν και έπραξαν απρεπή πράγματα παρασυρθέντες υπό της οινοποσίας.

ΛΥΚ. Άτοπα πράγματα ζητείς, Φίλων, όταν με παρακαλής να καταστήσω γνωστά εις τους πολλούς και να διηγηθώ πράγματα τα οποία έγιναν εν καιρώ μέθης, ενώ πρέπει να τα θάψωμεν εις την λήθην και να τα θεωρήσωμεν ως έργα του θεού Διονύσου, ο οποίος, ως γνωρίζεις, και εις τους φρονιμωτέρους επιβάλλει τα όργιά του. Σκέψου λοιπόν μήπως είνε άτοπον και ασεβές να πολυεξετάζη κανείς τα τοιαύτα, τα οποία καλόν είνε ν' αφήνωμεν εις το συμπόσιον, όταν αναχωρούμεν. «Μισώ λέγει και ο ποιητής, μνάμωνα συμπόταν» (39) . Δεν έκαμε δε καλά και ο Διόνικος να διηγηθή όσα συνέβησαν εις τον Χαρίνον και να εκθέση κατά τοιούτον τρόπον ανθρώπους φιλοσόφους. Εγώ τουλάχιστον ποτέ δεν θα πω τέτοια πράγματα.

ΦΙΛ. Αλλού αυτά, Λυκίνε. Να μη τα λες σ' εμένα που σε ξέρω ότι επιθυμείς να τα πης πολύ περισσότερον παρ' όσον εγώ επιθυμώ να τα ακούσω. Έχω την ιδέαν ότι εάν δεν έχης ακροατάς, θα πας να τα διηγηθής σε κανένα στύλον ή σε κανένα ανδριάντα διά να ξεθυμάνης. Και αν εγώ τώρα επιχειρήσω να φύγω, θα με κρατήσης· και αν φύγω θα με παρακολουθήσης και θα με παρακαλής να σε ακούσω· τότε δε και εγώ θα κάνω ότι δεν θέλω. Λοιπόν πηγαίνω να τα μάθω από άλλον και συ κράτα τα μυστικά.

ΛΥΚ. Μη θυμώνης, βρε αδελφέ, και θα σου τα διηγηθώ, αφού τόσον επιμένεις. Θα σε παρακαλέσω μόνον να μη τα πης σε πολλούς.

ΦΙΛ. Σε ξέρω πολύ καλά, Λυκίνε, και θα θεωρήσω περιττόν να τα πω εις άλλους, διότι συ θα τα διηγηθής προ εμού εις όλους και θα τα διηγηθής και καλλίτερα. Αλλά λέγε μου εν πρώτοις γιατί έγινε το γεύμα; Ο Αρισταίνετος επάντρευε το γυιό του Ζήνωνα;

ΛΥΚ. Όχι, την θυγατέρα του την Κλεανθίδα με τον γυιό του Ευκρίτου του τοκιστού που κάνει και τον φιλόσοφον.

ΦΙΛ. Πολύ ωραίο παιδί, αλλά πολύ μικρό ακόμη για γάμο.

ΛΥΚ. Ο Αρισταίνετος τον εθεώρησε ως τον καταλληλότερον, διότι και φρόνιμος είνε και εις την φιλοσοφίαν έχει επιδοθή, είνε δε και μοναχογυιός και έχει πλούσιον πατέρα. Δι' αυτά ο Αρισταίνετος τον επροτίμησεν από όλους ως γαμβρόν.

ΦΙΛ. Και μόνον ότι ο πατέρας του ο Εύκριτος είνε πλούσιος είνε σπουδαίον προσόν για ένα γαμβρό. Και οι προσκεκλημένοι ποίοι ήσαν;

ΛΥΚ. Περιττόν να σου αναφέρω τους άλλους· θα περιορισθώ μόνον εις τους φιλοσόφους και τους ρήτορας, διότι ξέρω ότι και συ αυτούς θέλεις να μάθης. Ήτο λοιπόν ο Ζηνόθεμις ο γέρων Στωικός και μαζή μ' αυτόν ο Δίφιλος ο επονομαζόμενος Λαβύρινθος, ο οποίος είνε διδάσκαλος του Ζήνωνος του υιού του Αρισταινέτου. Από τους Περιπατητικούς ήτο ο Κλεόδημος· τον ξέρεις τον λογάν εκείνον, τον φιλόνεικον, τον οποίον οι μαθηταί του ονομάζουν ξίφος και κοπίδα. Αλλά και ο Επικούρειος Έρμων ήτο εκεί και όταν ήλθε ήρχισαν να τον στραβοκυττάζουν οι Στωικοί και ν' αποστρέφουν το πρόσωπον και εφαίνοντο ότι τον εμίσουν ως να ήτο πατροκτόνος και ιερόσυλος. Αυτοί ήσαν προσωπικοί φίλοι και σχετικοί του Αρισταινέτου και είχαν προσκληθή εις το γεύμα, μαζή δε με αυτούς ο γραμματικός Ιστιαίος και ο ρήτωρ Διονυσόδωρος. Είχε προσκληθή και ο Ίων ο Πλατωνικός διδάσκαλος του Χαιρέα του γαμβρού, πολύ σοβαρός άνθρωπος και σεβάσμιος, του οποίου η φυσιογνωμία παρουσιάζει μεγάλην σεμνότητα. Τον ονομάζουν Κανόνα διά την ορθότητα της κρίσεώς του. Όταν εισήλθε, επροσηκώθηκαν όλοι και τον εχαιρετούσαν ως εξαιρετικόν πρόσωπον και εθεωρήθη ως μεγάλη τιμή και ως θεού εμφάνισις η παρουσία του θαυμαστού Ίωνος.

Όταν έφθασεν η ώρα να κατακλιθώμεν γύρω εις τα τραπέζια, αι γυναίκες κατέλαβαν όλον τον κλιντήρα ο οποίος είνε δεξιά μετά την είσοδον, ήσαν δε κάμποσες, και μεταξύ αυτών η νύμφη η οποία ήτο εντελώς σκεπασμένη με πέπλον. Οι άλλοι ετοποθετήθησαν απέναντι της θύρας, έκαστος κατά την αξίαν του. Απέναντι των γυναικών ετοποθετήθη πρώτος ο Εύκριτος και κατόπιν ο Αρισταίνετος. Έπειτα έγινε ζήτημα ποίος έπρεπε να τοποθετηθή πρώτος, ο Ζηνόθεμις ο Στωικός, ως γέρων, ή ο Έρμων ο Επικούρειος, ο οποίος ήτο ιερεύς των Διοσκούρων και ανήκεν εις μίαν από τας πρώτας οικογενείας της πόλεως. Αλλ' ο Ζηνόθεμις έλυσε το ζήτημα. Εάν, είπε, μου δώσης θέσιν μετά αυτόν τον άνθρωπον, Αρισταίνετε, τον Επικούρειον, διά να μη είπω τίποτε άλλο κακόν περί αυτού, φεύγω και εγκαταλείπω το συμπόσιόν σου. Και συγχρόνως εκάλεσε τον υπηρέτην του και εφαίνετο έτοιμος να εξέλθη. Τότε ο Έρμων είπε· Σου αφήνω την πρώτην θέσιν, Ζηνόθεμι, μολονότι, αν όχι δι' άλλο, διότι είμαι ιερεύς έπρεπε να με σεβασθής, όσον και αν καταφρονής τον Επίκουρον. «Επικούρειος ιερεύς! ας γελάσω, είπεν ο Ζηνόθεμις!» και ενώ έλεγεν αυτά κατεκλίνετο και κατόπιν αυτού ο Έρμων, έπειτα o Κλεόδημος ο Περιπατητικός, έπειτα ο Ίων και μετ' αυτόν ο γαμβρός, έπειτα εγώ και πλησίον μου ο Δίφιλος και κατόπιν αυτού ο Ζήνων ο μαθητής του και μετ' αυτούς ο ρήτωρ Διονυσόδωρος και ο γραμματικός Ιστιαίος.

ΦΙΛ. Αυτό, βλέπω, το συμπόσιον, Λυκίνε, ήτο μουσείον σοφών και είνε άξιος επαίνου ο Αρισταίνετος ότι εις μίαν τοιαύτην οικογενειακήν εορτήν εκάλεσε προ πάντων σοφούς, εκλέξας το άνθος από εκάστην σχολήν, χωρίς να προτιμήση τους μεν και να παραλείψη άλλους εκ των διακρινομένων.

ΛΥΚ. Διότι ο Αρισταίνετος δεν είνε όπως οι περισσότεροι από τους πλουσίους, αλλ' ενδιαφέρεται και διά τα γράμματα και τας επιστήμας και κατά το πλείστον σοφούς συναναστρέφεται. Κατ' αρχάς λοιπόν ετρώγαμεν με ησυχίαν και τα φαγητά ήσαν πολύ ποικίλα. Περιττόν να σου αναφέρω τους διαφόρους ζωμούς, τα γλυκύσματα και τα καρυκεύματα· αρκεί να σου είπω ότι όλα ήσαν άφθονα. Μετ' ολίγον ο Κλεόδημος έσκυψε προς τον Ίωνα και του είπε· Βλέπεις τον γέροντα — ενόει τον Ζηνόθεμιν, διότι ήκουα τα λεγόμενα — με τι λαιμαργίαν τρώγει κι' εκαταλέρωσε το φόρεμά του με ζουμιά. Δεν αρκείται δε μόνον να τρώγη, αλλά δίδει και εις τον υπηρέτην του που στέκει πίσω και νομίζει ότι δεν τον βλέπουν· λησμονεί ότι είνε και άλλοι δίπλα του. Δείξε τον και εις τον Λυκίνον διά να είνε μάρτυς. Εγώ όμως δεν είχα ανάγκην να μου δείξη ο Ίων, διότι πολύ προηγουμένως είχα 'δη τα συμβαίνοντα.

Μόλις είπεν αυτά ο Κλεόδημος, εισώρμησεν ο Κυνικός Αλκιδάμας απρόσκλητος και διά να τρέψη το πράγμα εις το αστείον είπε το Ομηρικόν, ότι «ο Μενέλαος έρχεται απρόσκλητος». Εις τους άλλους όμως η διαγωγή του έκαμεν εντύπωσιν αναισχυντίας και εψιθύριζον ό,τι έκαστος είχεν εις την μνήμην πρόχειρον, ο μεν «Αφραίνεις (40) Μενέλαε», ο δε,
    Αλλ' ουκ Ατρείδη Αγαμέμνονι ήνδανε θυμώ (41) .

Και άλλα τοιαύτα κατάλληλα εις την περίστασιν και αστεία εκρυφομιλούσαν· φανερά όμως δεν ετόλμα κανείς να είπη τίποτε· διότι εφοβούντο τον Αλκιδάμαντα ως κακήν γλώσσαν και υλακτικώτερον όλων των σκύλων· διά τούτο θεωρείται και ο καλλίτερος των Κυνικών φιλοσόφων και τον τρέμουν όλοι. Ο Αρισταίνετος του είπεν ότι καλά έκαμε, και τον εκάλεσε να πάρη μίαν καθέκλαν και να καθήση πλησίον του Ιστιαίου και του Διονυσοδώρου. Αλλ' αυτός απήντησεν ότι είνε γυναικώδες και μαλθακόν να κάθεται κανείς εις καθέκλαν ή σκαμνί, «όπως σεις που είσθε σχεδόν ανάσκελα ξαπλωμένοι πάνω σ' αυτά τα μαλακά κρεββάτια και εις πορφύραν και τρώγετε· εγώ και όρθιος μπορώ να δειπνήσω και να περπατώ συγχρόνως· και αν κουρασθώ θα στρώσω χάμω τον μανδύαν μου και θα ξαπλωθώ, ακουμβώντας εις τον αγκώνα μου, όπως ζωγραφίζουν τον Ηρακλή». «Κάμε όπως σου είνε πλέον ευχάριστον» είπεν ο Αρισταίνετος. Από της στιγμής εκείνης ο Αλκιδάμας περιεφέρετο και εδείπνα, όπως οι Σκύθαι, μετατοπιζόμενος προς τα αφθονώτερα τρόφιμα και ακολουθών τους περιφέροντας τα φαγητά. Αλλά και ενώ έτρωγε δεν έπαυε να ομιλή περί αρετής και κακίας και να κατακρίνη τον χρυσόν και τον άργυρον. Και ηρώτα τον Αρτσταίνετον τι τα ήθελε τα τόσα πολύτιμα ποτήρια, ενώ τα χωματένια θα έκαναν την ίδια δουλειά. Αλλ' ο Αρισταίνετος διά να παύση την φλυαρίαν του ένευσεν εις ένα υπηρέτην να του γεμίση με άκρατον και του προσφέρη ένα μεγάλο ποτήρι· εφάνη δε προς στιγμήν ότι η ιδέα του ήτο καλή και ότι θα έφερεν αποτέλεσμα, αλλά δεν εφαντάζετο πόσων κακών θα εγίνετο αρχή το ποτήρι εκείνο. Όταν έλαβε το ποτήρι ο Αλκιδάμας εσιώπησεν επί πολύ· έπειτα επλάγιασε κατά γης και στηριζόμενος εις τον αγκώνα του έμεινεν εις την θέσιν εκείνην, ημίγυμνος και κρατών το ποτήρι όπως οι ζωγράφοι παριστούν τον Ηρακλήν φιλοξενούμενον υπό του Φόλου (42) .

Τώρα δε το ποτήρι είχεν αρχίση να κυκλοφορή και μεταξύ των άλλων συμποτών και προπόσεις εγίνοντο, αι ομιλίαι εζωήρευσαν και φώτα έφεραν οι υπηρέται, διότι είχεν αρχίση να νυκτώνη. Εν τω μεταξύ εγώ παρετήρησα ότι ο νεαρός οινοχόος, ο οποίος εστέκετο πλησίον εις τον Κλεόδημον εχαμογέλα από καιρού εις καιρόν — (πρέπει, μου φαίνεται, να αναφέρω και τα μικρά επεισόδια του γεύματος και μάλιστα εκείνα τα οποία έχουν κάποιο αστείον ενδιαφέρον) — και επρόσεχα ν' ανακαλύψω την αιτίαν των μειδιαμάτων του.

Μετ' ολίγον επλησίασε διά να πάρη το ποτήρι του Κλεοδήμου, και ο Κλεόδημος του έσφιγξε το δάχτυλον και συγχρόνως με το ποτήρι τού έδωκε δυο δραχμάς, νομίζω. Το παιδί εμειδίασεν εκ νέου διά το σφίξιμον του δακτύλου, δεν αντελήφθη όμως, φαίνεται, και το νόμισμα και, επειδή δεν το εκράτησε, έπεσε και έκαμε θόρυβον, εκοκκίνησαν δε και οι δύο κατά τρόπον ο οποίος τους επρόδιδε. Οι πλησίον ευρισκόμενοι ηρώτησαν τίνος ήτο το νόμισμα· αλλά το μεν παιδί ηρνήθη ότι του έπεσε νόμισμα, ηρνήθη δε και ο Κλεόδημος, πλησίον του οποίου εκτύπησε. Το πράγμα δεν έκαμεν εντύπωσιν και επέρασεν απαρατήρητον και μόνον ο Αρισταίνετος, ως ενόησα, το παρετήρησε· διότι μετ' ολίγον μετετόπισε το παιδί, διατάξας αυτό κρυφίως να εξέλθη, αντ' αυτού δε διέταξε με νεύμα έναν οινοχόον εκ των ενηλίκων και δυνατών, ο οποίος εφαίνετο ως ημιονηγός ή ιπποκόμος, να υπηρετή τον Κλεόδημον. Το επεισόδιον ετελείωσε τοιουτοτρόπως· θα εγίνετο δε αίτιον μεγάλης καταισχύνης εις τον Κλεόδημον εάν εγίνετο γνωστόν μεταξύ όλων των συμποτών και δεν επρολάμβανεν ο Αρισταίνετος με πολλήν δεξιότητα να δώση τέλος εις την παρεκτροπήν.

Ο δε Κυνικός Αλκιδάμας, ο οποίος είχεν ήδη πίη αρκετά, αφού ηρώτησε και έμαθε πώς ωνομάζετο η νύμφη, εφώναξε με φωνήν μεγάλην να γίνη σιωπή και στραφείς προς τας γυναίκας είπε· Προπίνω εις υγείαν σου, Κλεανθίς, εν ονόματι του Ηρακλέους του προστάτου και αρχηγού μας. Επειδή δε εγέλασαν διά τούτο όλοι, Γελάτε, γαϊδούρια, είπε, διότι προέπια υπέρ της νύμφης εν ονόματι του θεού μας του Ηρακλέους; Και όμως πρέπει να ξέρετε ότι αν δεν λάβη από το χέρι μου το ποτήρι (43) , δεν θα γέννηση ποτέ υιόν όμοιον μ' εμένα, δηλαδή με δύναμιν ακαταγώνιστον, με χαρακτήρα ελεύθερον και σώμα τόσο ρωμαλέον. Και διά να δείξη την αθλητικήν του διάπλασιν, ήνοιξε το ένδυμά του και εγυμνούτο μέχρις αναισχυντίας. Πάλιν εγέλασαν δι' αυτά οι ομοτράπεζοι, αυτός δε εξοργισθείς εσηκώθη και τους ητένιζε με βλέμμα άγριον και παράφορον και ήτο φανερόν ότι θα ήρχιζεν εχθροπραξίας, θα κατέφερε δε την βακτηρίαν του εις την κεφαλήν κανενός, εάν εγκαίρως δεν ενεφανίζετο μέγα γλύκισμα κομιζόμενον, και άμα το είδεν έγινεν ημερώτερος, ο θυμός του έπαυσε και ήρχισε να το παρακολουθή περιφερόμενον και να τρώγη. Και οι πλείστοι εκ των άλλων είχον ήδη μεθύση και η αίθουσα του συμποσίου ήτο πλήρης θορύβου. Ο Δισνυσόδωρος ο ρήτωρ απήγγελλε μέρη των λόγων του και εχειροκροτείτο υπό των υπηρετών, οίτινες εστέκοντο όπισθέν του· ο δε Ιστιαίος, ο οποίος κατείχε την τελευταίαν θέσιν απήγγελλε ποιήματα, αναμιγνύων στίχους του Πινδάρου, του Ησιόδου και του Ανακρέοντος και σχηματίζων εξ όλων αυτών ποίημα αστειότατον, εις το οποίον ως να προέβλεπε τα μέλλοντα να συμβούν έλεγε·

    Συν δ' έβαλον ρινούς (44)

και

    ένθα δ' αρ' οιμωγή τε και ευχωλή πέλεν ανδρών (45)

Ο δε Ζηνόθεμις ανεγίνωσκε βιβλίον ψιλογραμμένον (46) , το οποίον είχε λάβη από τον υπηρέτην του.

Και επειδή, όπως συνειθίζεται, οι υπηρέται έπαυσαν επ' ολίγον να κουβαλούν φαγητά, ο Αρισταίνετος ο οποίος είχε προνοήση να μη μείνη και το διάλειμμα εκείνο χωρίς τέρψιν και απασχόλησιν, διέταξε να εισέλθη ο γελωτοποιός και να είπη ή να κάμη τίποτε αστείον προς μεγαλειτέραν διασκέδασιν των προσκεκλημένων του. Εισήλθε λοιπόν ένας ασχημάνθρωπος, ο οποίος είχε ξυρισμένον το κεφάλι και ολίγας τρίχας ορθάς εις την κορυφήν. Αυτός εχόρευσε με διάφορα τσακίσματα και μορφασμούς γελοίους διά να φαίνεται αστειότερος και απήγγειλε σατυρικά ποιήματα, μιμούμενος την προφοράν των Αιγυπτίων και τέλος ήρχισε ν' απευθύνη σκώμματα εις τους παρισταμένους. Και οι μεν άλλοι, εγελούσαν όταν εσκώπτοντο, ο Αλκιδάμας όμως, όταν ο γελωτοποιός τον έσκωψε και αυτόν και τον ωνόμασε σκυλάκι της Μάλτας, εθύμωσε — ήτο δε και πριν φανερόν ότι εζήλευε τον γελωτοποιόν διά την εντύπωσιν που έκανε και διότι συνεκέντρωνε την προσοχήν των συμποτών — επέταξε τον μανδύαν του και επροκάλεσε τον γελωτοποιόν εις πυγμαχίαν. Τον εφοβέριζε δε, αν δεν εδέχετο, να τον δείρη. Ούτω ο ταλαίπωρος Σατυρίων — διότι τούτο ήτο το όνομα του γελωτοποιού — ηναγκάσθη να δεχθή την πρόκλησιν και ήρχισε να πυγμαχή. Και το θέαμα ήτο αστειότατον να βλέπη κανείς ένα φιλόσοφον να αγωνίζεται με ένα γελωτοποιόν, να κτυπά και να κτυπάται. Εκ των παρόντων άλλοι μεν ησθάνοντο εντροπήν, άλλοι δε εγέλων, έως ου ο Αλκιδάμας απέκαμε να κτυπάται υπό του ανθρωπίσκου, ο οποίος ήτο γυμνασμένος εις την πυγμαχίαν και υπεχώρησεν ηττημένος. Γέλοια ακράτητα υπεδέχθησαν την έκβασιν της μάχης.

Τότε εισήλθεν ο Διόνικος ο ιατρός, ολίγον μετά την πυγμαχίαν· είχε δε βραδύνη, ως έλεγε, διότι επήγε να επισκεφθή τον αυλητήν Πολυπρέποντα, ο οποίος είχε πάθη παραφροσύνην. Διηγήθη δε και κάτι κωμικοτραγικόν το οποίον του συνέβη. Όταν εισήλθεν εις την κατοικίαν του αυλητού, δεν εγνώριζεν ότι την στιγμήν εκείνην ο παράφρων κατείχετο υπό παροξυσμού και άμα τον είδεν έτρεξε και έκλεισε την θύραν, έπειτα έσυρε μαχαίρι, έδωκε δε εις τον ιατρόν αυλούς και τον διέταξε να παίξη. Και επειδή ο ιατρός δεν ηδύνατο ν' αυλήση, ο παράφρων ήρχισε να τον κτυπά εις τας παλάμας με μάστιγα από λουρί. Ο ιατρός ευρεθείς εις τοιούτον κίνδυνον εσκέφθη το εξής διά να σωθή· εκάλεσεν εις αγώνα μουσικόν τον παράφρονα υπό τον όρον ο ηττώμενος να λαμβάνη ωρισμένον αριθμόν μαστιγώσεων. Και εν πρώτοις αυτός έπαιξεν αυλόν όπως ηδύνατο, δηλαδή αθλίως· έπειτα εδώκεν εις τον τρελλόν τους αυλούς και έλαβε παρ' αυτού την δερματίνην μάστιγα και το μαχαίρι, τα οποία έσπευσε και έρριψε διά του φεγγίτου έξω εις την αυλήν και ούτω χωρίς μεγάλον κίνδυνον πλέον ηδύνατο ν' αμύνεται εναντίον του παράφρονος και συγχρόνως να φωνάζη και να καλή εις βοήθειαν τους γείτονας, οι οποίοι εβίασαν την θύραν και τον εβοήθησαν να σωθή. Εδείκνυε δε σημεία των κτυπημάτων και μερικάς αμυχάς εις το πρόσωπον. Ο Διόνικος αφού έκαμεν όχι ολιγωτέραν από τον γελωτοποιόν εντύπωσιν με την διήγησίν του, εχώθη πλησίον του Ιστιαίου και εδείπνα με τα υπολείμματα. Φαίνεται δε ότι κάποιος θεός μας τον έστειλε, διότι μας εφάνη πολύ χρήσιμος αργότερα.

Μετ' ολίγον παρουσιάσθη ένας δούλος ο οποίος είπεν ότι είχε σταλή από τον Ετοιμοκλέα τον Στωικόν και έφερεν επιστολήν με την παραγγελίαν του κυρίου του να την αναγνώση ενώπιον και εις επήκοον όλων και έπειτα να φύγη. Ο Αρισταίνετος του έδωκε την άδειαν, αυτός δε επλησίασεν εις τον λύχνον και ήρχισε ν' αναγινώσκη.

ΦΙΛ. θα ήτο βέβαια κανέν εγκώμιον της νύμφης ή επιθαλάμιον εξ εκείνων τα οποία συνειθίζονται εις τοιαύτας περιστάσεις.

ΛΥΚ. Και ημείς κάτι τοιούτον ενομίσαμεν, αλλά κάθε άλλο ήτο. Ιδού τι έγραφεν η επιστολή.

«Ετοιμοκλής ο φιλόσοφος προς τον Αρισταίνετον.

»Τι ιδέαν έχω περί των γευμάτων όλον το παρελθόν μου μαρτυρεί, διότι ενώ σχεδόν καθ' εκάστην μ' ενοχλούν με προσκλήσεις πολύ πλουσιώτεροί σου, όμως ουδέποτε δέχομαι, διότι γνωρίζω τους θορύβους και τας παρεκτροπάς, αίτινες γίνονται εις τα συμπόσια. Αλλά νομίζω ότι έχω το δικαίωμα ν' αγανακτήσω εναντίον σου, διότι ενώ τόσον καιρόν σε περιποιούμαι, δεν κατεδέχθης να με συναριθμίσης εις τους άλλους σου φίλους, αλλά μόνος εγώ έμεινα απρόσκλητος και μάλιστα ενώ είμαι και γείτων σου. Ό,τι δε προ πάντων με λυπεί από την διαγωγήν σου είνε η αχαριστία, διότι εγώ δεν εξαρτώ την ευτυχίαν από μερίδα αγριοχοίρου ή λαγού ή γλυκίσματος, τα οποία απολαμβάνω άφθονα εις τα τραπέζια άλλων γνωριζόντων τα καθήκοντά των. Και σήμερον ακόμη είχα κληθή παρά του μαθητού μου Παμμένους εις γεύμα πολυτελές, αλλά δεν εδέχθην προς χάριν σου ο ανόητος. Συ όμως παραλείψας εμέ εκάλεσες άλλους, διότι δεν δύνασαι να διακρίνης το καλλίτερον και δεν έχεις καταληπτικήν φαντασίαν (47) . Αλλά γνωρίζω εις ποίους οφείλω αυτήν την ύβριν· βεβαίως εις τους θαυμαστούς σου φιλοσόφους Ζηνόθεμιν και Λαβύρινθον, τους οποίους χωρίς να καυχηθώ δύναμαι δι' ενός συλλογισμού ν' αποστομόσω. Ας είπη κανείς εξ αυτών τι εστί φιλοσοφία ή τα στοιχειώδη ταύτα, τι διαφέρει η σχέσις της έξεως, διά να μη είπω τίποτε εκ των δυσκόλων ερωτημάτων, κανένα κερατίναν ή σωρείτην ή θεριστικόν συλλογισμόν (48) . Αλλ' εγώ ο οποίος μόνον το ωραίον νομίζω καλόν, θα υποφέρω ευκόλως την ύβριν. Διά να μη έχης όμως κατόπιν την πρόφασιν ότι ένεκα των πολλών φροντίδων και των περισπασμών μ' ελησμόνησες, σ' εχαιρέτησα σήμερον δις, την πρωίαν εξερχόμενον εκ της οικίας σου και έπειτα όταν εθυσίαζες εις τον ναόν των Διοσκούρων. Αυτά και μόνον έχω να σου υπενθυμίσω διά ναπολογηθώ ενώπιον των προσκεκλημμένων σου. Εάν δε νομίζης ότι οργίζομαι εξ αιτίας του γεύματος, σου υπενθυμίζω την ιστορίαν του Οινέως, όπου θα ίδης και την Άρτεμιν να αγανακτή, διότι εκείνος μόνον αυτήν παρέλειψεν εις την θυσίαν την οποίαν ετέλεσε προς τους άλλους θεούς. Ιδού τι λέγει ο Όμηρος περί της παραλείψεως εκείνης·