ΑΓΟΡ. Καλά λες, το λάθος είνε δικό μου. Αλλά κατά ποίον τρόπον ζης;
ΣΩΚΡ. Κατοικώ εις μίαν πόλιν την οποίαν κατεσκεύασα διά τον εαυτόν μου, μεταχειρίζομαι δε πολίτευμα εντελώς ιδιαίτερον και νόμους δικούς μου.
ΑΓΟΡ. Ήθελα ν' ακούσω κανένα από τους νόμους σου.
ΣΩΚΡ. Άκουσε ένα από τους κυριωτέρους, ο οποίος αφορά τας γυναίκας. Κατά τους νόμους μου, καμμία εκ των γυναικών δεν πρέπει να ανήκη εις ένα και μόνον άνδρα, αλλά να παραδίδεται εις πάντα βουλόμενον.
ΑΓΟΡ. Τι είνε αυτά που λες; Καταργείς τους περί μοιχείας νόμους;
ΣΩΚΡ. Βέβαια και όλας τας περί των τοιούτων μικρολογίας.
ΑΓΟΡ. Και τι φρονείς περί των ωραίων παιδιών;
ΣΩΚΡ. Η αγάπη των πρέπει να είνε η αμοιβή των εναρέτων ανδρών και των ανδραγαθούντων.
ΑΓΟΡ. Ωραία αμοιβή. Η δε σοφία σου εις τι κυρίως συνίσταται;
ΣΩΚΡ. Εις τας ιδέας και εις τα παραδείγματα των όντων· διότι πάντα όσα βλέπεις, η γη και τα υπάρχοντα επί της γης, ο ουρανός και η θάλασσα, έχουν εικόνας αι οποίαι στέκονται αόρατοι έξω των όλων.
ΑΓΟΡ. Και πού στέκονται;
ΣΩΚΡ. Πουθενά. Διότι αν ήσαν κάπου, δεν θα ήσαν.
ΑΓΟΡ. Αυτάς τας εικόνας και τα παραδείγματα που λέγεις δεν τα βλέπω.
ΣΩΚΡ. Επόμενον είνε, διότι είσαι τυφλός την ψυχήν. Εγώ όμως βλέπω εικόνας, βλέπω το δικό σου το αόρατον αντίτυπον, όπως και το δικό μου και εν γένει όλα τα βλέπω διπλά.
ΑΓΟΡ. Πρέπει να σε αγοράσω, διότι βλέπω ότι είσαι σοφός και οξυδερκής. Τι ζητείς δι' αυτόν συ ο κήρυξ;
ΕΡΜ. Δόσε δύο τάλαντα.
ΑΓΟΡ. Τον αγόρασα εις αυτήν την τιμήν, αλλά τα χρήματα θα τα πληρώσω αργότερα.
ΕΡΜ. Το όνομά σου;
ΑΓΟΡ. Δίων ο Συρακούσιος (98) .
ΕΡΜ. Να τον χαίρεσαι. Έλα τώρα συ ο Επικούρειος. Ποιος τον θέλει αυτόν; Είνε μαθητής εκείνου που γελά και του άλλου του μεθυσμένου, τους οποίους προ ολίγου είχαμεν εκθέση εις δημοπρασίαν. Διαφέρει μόνον από αυτούς ότι είνε ασεβέστερος. Κατά τα άλλα είνε και αυτός ευχάριστος και καλοφαγάς.
ΑΓΟΡ. Και η τιμή;
ΕΡΜ. Δύο μναι.
ΑΓΟΡ. Λάβε τις· αλλά θέλω να μάθω ποία φαγητά του αρέσουν περισσότερον.
ΕΡΜ. Αγαπά τα γλυκά και τα μελιτώδη, προ πάντων δε τα σύκα.
ΑΓΟΡ. Δεν θα είνε δύσκολον να τον τρέφωμεν θα του αγοράσω κάμποσες τσαπέλες σύκα της Καρίας.
ΖΕΥΣ. Άλλον κάλεσε, εκείνον που είνε κουρεμμένος σύρριζα και σκυθρωπός, τον Στωικόν.
ΕΡΜ. Καλά λέγεις, διότι πολλοί από τους αγοραστάς αυτόν περιμένουν. Πωλείται η προσωποποίησις της αρετής, η τελειωτάτη ζωή. Ποιος θέλει να γνωρίζη τα πάντα μόνος εξ όλων των ανθρώπων;
ΑΓΟΡ. Πώς το είπες αυτό;
ΕΡΜ. Αυτός είνε ο μόνος σοφός, ο μόνος ωραίος, ο μόνος δίκαιος, ανδρείος, βασιλεύς, ρήτωρ, πλούσιος, νομοθέτης και ό,τι άλλο θέλετε (99) .
ΑΓΟΡ. Λοιπόν θα είνε και μάγειρος και βυρσοδέψης και ξυλουργός και τα τοιαύτα.
ΕΡΜ. Φαίνεται.
ΑΓΟΡ. Πλησίασε, φίλε μου, και λέγε μου ποίος είσαι και εν πρώτοις εάν λυπήσαι διότι πωλείσαι ως δούλος.
ΧΡΥΣΙΠΠΟΣ. Παντάπασι, διότι αυτά τα πράγματα δεν εξαρτώνται από ημάς και όσα δεν εξαρτώνται από ημάς είνε αδιάφορα (100) .
ΑΓΟΡ. Δεν σ' εννοώ.
ΧΡΥΣ. Δεν ξέρεις ότι εκ των τοιούτων άλλα μεν είνε προηγμένα, άλλα δε εξ εναντίας αποπροηγμένα;
ΑΓΟΡ Ούτε τώρα σ' εννοώ.
ΧΡΥΣ. Δεν είνε παράδοξον, διότι δεν είσαι συνειθισμένος εις τους ημετέρους όρους, ούτε έχεις την καταληπτικήν φαντασίαν. Οι σπουδαίοι όμως οι οποίοι εδιδάχθησαν την λογικήν θεωρίαν, όχι μόνον αυτά γνωρίζουν αλλά και το σύμβαμα και παρασύμβαμα και την διαφοράν η οποία υπάρχει μεταξύ των.
ΑΓΟΡ. Σ' εξορκίζω εις την σοφίαν σου να μου εξηγήσης τουλάχιστον τι είνε το σύμβαμα και τι το παρασύμβαμα, διότι δεν ξέρω πώς ο ρυθμός αυτών των λέξεων μου έκαμεν εντύπωσιν.
ΧΡΥΣ. Δεν έχω καμμίαν δυσκολίαν· αν ένας χωλός σκοντάψη με το κουτσό του το πόδι εις πέτραν και πληγωθή, το μεν προηγούμενον δυστύχημα το οποίον τον έκαμε να χωλαίνη είνε σύμβαμα, η δε δευτέρα πληγή παρασύμβαμα.
ΑΓΟΡ. Θαυμάζω την σοφίαν σου. Και τι άλλο ξέρεις;
ΧΡΥΣ. Τας πλεκτάνας των λόγων εις τας οποίας συλλαμβάνω και δεσμεύω εκείνους οι οποίοι συζητούν μετ' εμού και τους αποστομόνω ως με φίμωτρον· η δύναμις δε αύτη είνε ο περίφημος συλλογισμός.
ΑΓΟΡ. Πολύ δυνατόν όπλον και επίφοβον, μα τον Ηρακλήν.
ΧΡΥΣ. Ορίστε εν παράδειγμα· έχεις παιδί;
ΑΓΟΡ. Γιατί ρωτάς;
ΧΡΥΣ. Διά να υποθέσωμεν ότι περιπλανάται πλησίον του ποταμού και το αρπάζει ένας κροκόδειλος, ο οποίος έπειτα σου υπόσχεται να σου το αποδώση εάν του είπης τι ακριβώς σκέπτεται, να σου δώση ή να μη σου δώση το παιδί. Λοιπόν τι θα πης ότι σκέπτεται;
ΑΓΟΡ. Δύσκολη απάντηση μου ζητάς. Δεν γνωρίζω τι να πω διά να σώσω το παιδί μου. Λοιπόν πες μου συ, σε παρακαλώ, πώς να το σώσω πριν προφθάση και το καταπιή.
ΧΡΥΣ. Μη φοβάσαι, (101) θα σου μάθω και άλλα πολύ θαυμαστότερα πράγματα.
ΑΓΟΡ. Ποία;
ΧΡΥΣ. Τον θεριστικόν και τον κυριεύοντα (102) συλλογισμόν, εκτός δε τούτων την Ηλέκτραν και τον εγκεκαλυμμένον.
ΑΓΟΡ. Τι εννοείς με αυτόν τον εγκεκαλυμμένον και ποιά είνε αυτή η Ηλέκτρα;
ΧΡΥΣ. Είνε η περίφημος Ηλέκτρα, η κόρη του Αγαμέμνονος, η οποία τα αυτά πράγματα εγνώριζε και δεν εγνώριζε· διότι όταν ευρίσκετο ενώπιόν της ο Ορέστης, ο οποίος δεν την εγνώριζεν, αυτή εγνώριζε μεν τον Ορέστην ότι ήτο αδελφός της, αλλ' ότι εκείνος ήτο ο Ορέστης το ηγνόει. Τώρα θα σου εξηγήσω και τον εγκεκαλυμμένον συλλογισμόν, ο οποίος είνε εκ των πλέον Θαυμαστών. Ειπέ μου, γνωρίζεις τον πατέρα σου;
ΑΓΟΡ. Ναι.
ΧΡΥΣ. Λοιπόν εάν σου παρουσιάσω ένα άνθρωπον σκεπασμένον θα τον γνωρίσης; Τι θα πης;
ΑΓΟΡ. Βέβαια θα πω ότι δεν τον γνωρίζω.
ΧΡΥΣ. Αλλ' όμως αυτός είνε ο πατέρας σου· ώστε εάν τον αγνοής, επόμενον είνε ότι αγνοής τον πατέρα σου.
ΑΓΟΡ. Όχι δα, διότι θα τον ξεσκεπάσω και θα μάθω την αλήθειαν. Δεν μου λες τώρα και τον σκοπόν της σοφίας σου και τι θα πράξης όταν θα φθάσης εις την κορυφήν της αρετής; (103)
ΧΡΥΣ. θα απολαύσω εκείνα τα οποία ως εκ της φύσεώς των κατέχουν την πρώτην θέσιν εις την ευτυχίαν, εννοώ τον πλούτον, την υγείαν και τα τοιαύτα. Αλλά προ τούτου είνε ανάγκη να κοπιάση κανείς, πολύ, σκυμμένος επί βιβλίων ψιλογραμμένων, να συναθροίζη σχόλια και να παραγεμίζη την μνήμην του από σολοικισμούς και ανοήτους λέξεις (104) · και το σπουδαιότερον είνε ότι δεν επιτρέπεται να γίνης σοφός εάν δεν πίης τρις κατά σειράν ελλέβορον.
ΑΓΟΡ. Πολύ ευγενή αυτά και εξόχως ανδροπρεπή. Αλλά το να γίνη κανείς, Γνίφων (105) και τοκογλύφος — διότι και αυτό, βλέπω, το προσόν το έχεις — πώς πρέπει να το θεωρήσωμεν δι' άνθρωπον ο οποίος ήδη κατέπιε τον ελλέβορον και κατέστη τέλειος διά την αρετήν;
ΧΡΥΣ. Μόνον εις τον σοφόν αρμόζει να δανείζη με τόκον διότι αφού ο συλλογισμός είνε η κυριωτέρα αυτού ασχολία, τα δε δάνεια και οι λογαριασμοί φαίνονται συγγενή προς τους συλλογισμούς, μόνον εις τους σπουδαίους ανήκει και τούτο όπως εκείνο, και δεν πρέπει μόνον να λαμβάνη απλούς, όπως οι άλλοι, τους τόκους, αλλά διπλούς, τόκους των τόκων. Δεν πιστεύω ν' αγνοής ότι είνε δύο ειδών τόκοι, οι πρώτοι και οι δεύτεροι, οι οποίοι είνε ως απόγονοι των πρώτων. Αλλά και κατά τον φιλοσοφικόν συλλογισμόν, ο λαμβάνων τον πρώτον τόκον θα λάβη και τον δεύτερον· αλλά θα λάβη τον πρώτον, άρα θα λάβη και τον δεύτερον.
ΑΓΟΡ. Λοιπόν και περί των μισθών, τους οποίους συ λαμβάνεις παρά των νέων διά να τους διδάσκης την σοφίαν σου, πρέπει το αυτό να είπωμεν και πρέπει να συμπεράνωμεν ότι μόνον οι σοφοί πρέπει να αμοίβωνται με χρήματα διά την αρετήν των;
ΧΡΥΣ. Αυτό ακριβώς· διότι δεν λαμβάνω την αμοιβήν χάριν του εαυτού μου, αλλά χάριν του δίδοντος. Επειδή εκ των ανθρώπων άλλοι μεν πρέπει να εκχύνουν τον πλούτον, άλλοι δε να δέχωνται, εγώ φροντίζω να γίνωμαι δεκτικός, τον δε μαθητήν διδάσκω να εκχύνη.
ΑΓΟΡ. Και όμως το εναντίον έπρεπε να γίνεται, ο νέος να είνε δεκτικός συ δε ο οποίος είσαι ο μόνος πλούσιος να εκχύνης.
ΧΡΥΣ. Εμπαίζεις, αλλά πρόσεξε μήπως σου εκσφενδονίσω κανένα αναπόδεικτον συλλογισμόν.
ΑΓΟΡ. Και τι έχω να φοβηθώ από τοιούτον κτύπημα;
ΧΡΥΣ. θα περιπέσης εις αμηχανίαν και σιωπήν και θα περιέλθη εις σύγχυσιν το πνεύμα σου. Και το σοβαρώτερον είνε ότι, αν θέλω, θα σε αποδείξω εις μίαν στιγμήν λίθον.
ΑΓΟΡ. Πώς λίθον; Διότι δεν μου φαίνεσαι να είσαι ο Περσεύς, αγαπητέ.
ΧΡΥΣ. Ιδού πώς· ο λίθος είνε σώμα;
ΑΓΟΡ. Ναι.
ΧΡΥΣ. Το δε ζώον δεν είνε σώμα;
ΑΓΟΡ. Είνε.
ΧΡΥΣ. Συ δε είσαι ζώον;
ΑΓΟΡ. Φαίνεται.
ΧΡΥΣ. Άρα είσαι λίθος, αφού είσαι σώμα.
ΑΓΟΡ. Σ' εξορκίζω μη μ' αφήσης να μείνω λίθος, αλλ' ανάλυσε με και κάμε με εκ νέου άνθρωπον.
ΧΡΥΣ. Δεν είνε δύσκολον θα γίνης πάλιν άνθρωπος. Λοιπόν ειπέ μου, παν σώμα είνε ζώον;
ΑΓΟΡ. Όχι.
ΧΡΥΣ. Ο δε λίθος είνε ζώον;
ΑΓΟΡ. Όχι.
ΧΡΥΣ. Συ δε είσαι σώμα;
ΑΓΟΡ. Ναι.
ΧΡΥΣ. Αφού δε είσαι σώμα, είσαι ζώον;
ΑΓΟΡ. Ναι.
ΧΡΥΣ. Επομένως δεν είσαι λίθος, αφού είσαι ζώον.
ΑΓΟΡ. Ευχαριστώ, αδελφέ, διότι είχαν αρχίση τα πόδια μου να ξεπαγιάζουν και ν' απολιθούνται, όπως της Νιόβης. Τέλος πάντων θα σ' αγοράσω. Αλλά δεν μου λες, πόσον θα πληρώσω;
ΕΡΜ. Δώδεκα μνας.
ΑΓΟΡ. Λάβε.
ΕΡΜ. Μόνος σου τον αγόρασες;
ΑΓΟΡ. Όχι, αλλ' όλοι αυτοί που βλέπεις.
ΕΡΜ. Είνε πολλοί και με ώμους δυνατούς και άξιοι του θεριστικού συλλογισμού.
ΖΕΥΣ. Μη χρονοτριβής, αλλά κάλεσε εκείνον τον Περιπατητικόν.
ΕΡΜ. Έλα συ ο ωραίος και πλούσιος. Ποιος θέλει ν' αγοράση τον σοφώτατον αυτόν, ο οποίος γνωρίζει τα πάντα;
ΑΓΟΡ. Και ποίας ιδιότητας έχει;
ΕΡΜ, Είνε μετριοπαθής, πράος, καλόβολος και, το σπουδαιότερον, διπλούς.
ΑΓΟΡ. Δηλαδή;
ΕΡΜ. Άλλος ο φαινόμενος και άλλος ο εσωτερικός· ώστε, αν τον αγοράσης, να ενθυμήσαι να διακρίνης εις αυτόν τον εσωτερικόν και τον εξωτερικόν άνθρωπον.
ΑΓΟΡ. Ποία δε είνε η κυριωτέρα γνώσις του;
ΕΡΜ. Ότι τα αγαθά είνε τρία, τα ψυχικά, τα σωματικά και τα έξω τούτων.
ΑΓΟΡ. Λογικά είνε αυτά. Και η τιμή του;
ΕΡΜ. Είκοσι μνας.
ΑΓΟΡ. Πολλά ζητάς.
ΕΡΜ. Όχι, φίλε μου, διότι αυτός φαίνεται ότι έχει χρήματα και καλά θα κάμης να τον αγοράσης το ταχύτερον. Εκτός δε των άλλων θα μάθης παρ' αυτού πόσον καιρόν ζη το κουνούπι, εις πόσον δε βάθος της θαλάσσης φθάνει το φως του ήλιου και τι είνε η ψυχή των στρειδιών.
ΑΓΟΡ. Πολύ λεπτολόγος.
ΕΡΜ. Και τι θα πης αν ακούσης άλλα πράγματα πολύ λεπτότερα, περί σπέρματος και γονιμοποιήσεως και περί σχηματισμού του εμβρύου εντός της μήτρας, και ότι ο μεν άνθρωπος είνε ον γελαστικόν, ο δε όνος όχι γελαστικόν, ούτε γνωρίζει να οικοδομή ή να ταξειδεύη.
ΑΓΟΡ. Πολύ θαυμάσια αυτά τα μαθήματα και πρακτικά (106) , ώστε τον αγοράζω είκοσι μνας.
ΕΡΜ. Καλά.
ΖΕΥΣ. Ποίος μας μένει ακόμη;
ΕΡΜ. Αυτός ο Σκεπτικός. Έλα συ, Πυρρία (107) , πλησίασε και κάνε γλίγορα να τελειώνωμεν. Οι περισσότεροι επωλήθησαν και δεν έχομεν καιρόν να χάνωμεν. Ποιος θέλει ν' αγοράση αυτόν εδώ;
ΑΓΟΡ. Εγώ· αλλά πες μου πρώτον τι ξέρεις εσύ;
ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ. Ουδέν.
ΑΓΟΡ. Πώς είπες;
ΦΙΛ. Διότι δεν πιστεύω ότι υπάρχει τίποτε απολύτως.
ΑΓΟΡ. Ώστε ούτε ημείς υπάρχομεν;
ΦΙΛ. Ούτε αυτό το γνωρίζω.
ΑΓΟΡ. Ούτε ότι συ υπάρχεις;
ΦΙΛ. Ακόμη περισσότερον αγνοώ τούτο.
ΑΓΟΡ. Τι άγνοια είνε αυτή; Και τι τις θέλεις αυτές τις ζυγαριές;
ΦΙΛ. Ζυγίζω εις αυτάς τας σκέψεις και τας εξισώνω· όταν δε τας εύρω εντελώς ομοίας και ισοβαρείς, τότε προ πάντων δεν γνωρίζω ποία είνε η αληθεστέρα.
ΑΓΟΡ. Και από τα άλλα εις τι προ πάντων καταγίνεσαι επιτυχώς;
ΦΙΛ. Πράττω τα πάντα και αποφεύγω μόνον να καταδιώκω φυγάδα (108) .
ΑΓΟΡ. Και διατί τούτο σου είνε αδύνατον;
ΦΙΛ. Διότι, φίλε μου, δεν δύναμαι να τον συλλάβω.
ΑΓΟΡ. Αυτό το εννοώ, διότι φαίνεσαι βραδύς και νωθρός. Αλλ' ο σκοπός της επιστήμης σου ποιος είνε;
ΦΙΛ. Η άγνοια και ούτε ν' ακούω ούτε να βλέπω.
ΑΓΟΡ. Λοιπόν θέλεις να πης ότι είσαι τυφλός και κωφός συγχρόνως;
ΦΙΛ. Και άκριτος προσέτι και αναίσθητος και εν γένει ουδόλως διαφέρω από τον σκώληκα.
ΑΓΟΡ. Δι' όλα αυτά αξίζεις να σε αγοράσω. Πόσον πωλείται αυτός εδώ;
ΕΡΜ. Μίαν μναν αττικήν.
ΑΓΟΡ. Λάβε την. Ήκουσες; Σε αγόρασα.
ΦΙΛ. Αυτό δεν είνε βέβαιον.
ΑΓΟΡ. Πώς δεν είνε βέβαιον, αφού εμέτρησα τα χρήματα;
ΦΙΛ. Διστάζω δι' αυτό και σκέπτομαι (109) .
ΑΓΟΡ. Και όμως πρέπει να με ακολουθήσης αφού είσαι δούλος μου.
ΦΙΛ. Ποίος γνωρίζει αν αυτά τα οποία λέγεις είνε αληθή;
ΑΓΟΡ. Το γνωρίζουν ο κήρυξ, η μνα που έδωκα και οι παρόντες.
ΦΙΛ. Υπάρχουν και άλλοι εδώ;
ΑΓΟΡ. Μετ' ολίγον θα σε βάλω να γυρίζης τον μύλον κι' εκεί θα πεισθής με δυσάρεστα επιχειρήματα ότι είμαι ο αφέντης σου.
ΦΙΛ. Να είσαι διστακτικός δι' αυτό.
ΑΓΟΡ. Το απεφάσισα ήδη.
ΕΡΜ. Παύσε ν' αντιτείνης και ακολούθησε τον αγοραστήν σου. Εσάς δε τους άλλους θα σας καλέσωμεν αύριον, όταν θα εκθέσωμεν εις δημοπρασίαν τα λαϊκά και βάναυσα και αγοραία επαγγέλματα.
ΑΛΙΕΥΣ Ή ΑΝΑΖΗΣΑΝΤΕΣ
ΣΩΚΡΑΤΗΣ. Κτυπάτε, κτυπάτε τον αχρείον με λίθους πολλούς, κτυπάτε τον
με βώλους και κεραμίδια, κτυπάτε τον με ξύλα, διά να μη μας ξεφύγη.
Εμπρός, Πλάτων, κτύπα· και συ Χρύσιππε, και συ ο άλλος. Όλοι ας
ορμήσωμεν εναντίον του,
ως πήρη πήρηφιν αρήγη, βάκτρα δε βάκνροις (110) ·
διότι είνε κοινός εχθρός και δεν αφήκε κανένα εξ ημών ανύβριστον. Συ δε, Διογένη, ιδού σου παρουσιάζεται η καλλιτέρα ευκαιρία διά να μεταχειρισθής το ξύλον. Μη τον αφήνετε· ας τιμωρηθή, αναλόγως των συκοφαντιών του. Τι, εκουρασθήκατε, Επίκουρε και Αρίστιππε; και όμως δεν έπρεπε.
Ανέρες έστε, σοφοί, μνήσασθε δε θούριδος οργής (111) ·
Αριστοτέλη, κάμε πιο γρήγορα. Λαμπρά, συνελήφθη το θηρίον. Επί τέλους σε κρατούμεν, αχρείε, και θα μάθης εντός ολίγου ποίοι είμεθα ημείς τους οποίους εκακολόγεις. Αλλά κατά ποίον τρόπον πρέπει να τον τιμωρήσωμεν; Πρέπει να επινοήσωμεν ένα θάνατον με διαφόρους βασάνους, ώστε να μας ικανοποίηση όλους· διότι δι' όσα έπραξεν εις έκαστον εξ ημών ιδιαιτέρως είνε άξιος θανάτου.
ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ Α'. Κατά τα την γνώμην μου πρέπει να ανασκολοπισθή.
ΦΙΛ. Β'. Αφού όμως μαστιγωθή πρώτα.
ΦΙΛ. Γ'. Να του εξορυχθούν οι οφθαλμοί.
ΦΙΛ. Δ'. Προηγουμένως όμως να του αποκόψωμεν την γλώσσαν.
ΣΩΚΡ. Συ δε, Εμπεδοκλή, ποίαν γνώμην έχεις;
ΕΜΠΕΔΟΚΛΗΣ. Πρέπει να ριφθή εις τους κρατήρας της Αίτνας, διά να μάθη να μη υβρίζη τους καλλιτέρους του.
ΠΛΑΤΩΝ. Και όμως το καλλίτερον θα ήτο, ως ο Πενθεύς ή ο Ορφεύς,
λακιστόν εν πέτραισιν ευρέσθαι μόρον (112) ,
διά να λάβη έκαστος ένα κομμάτι και να φύγη...
ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ. Όχι σας παρακαλώ· σας εξορκίζω εις τον ικέσιον Δία να με λυπηθήτε.
ΣΩΚΡ. Μη χάνης τα λόγια σου· τώρα πλέον δεν σώζεσαι. Ξέρεις και τι λέγει ο Όμηρος,
ως ουκ έστι λέουσι και ανδράσιν όρκια πιστά (113) .
ΛΟΥΚ. Και εγώ με στίχους του Ομήρου θα σας ικετεύσω και ίσως εκ σεβασμού προς τα Ομηρικά έπη θα φανήτε επιεικείς.
Ζωγρείτ' ου κακόν άνδρα και άξια δέχθε
άποινα
χαλκόν τε χρυσόν τε, τα δη φιλέουσι σοφοί περ
(114)
.
ΠΛΑΤΩΝ. Αλλ' ούτε ημείς Θα δυσκολευθώμεν να σου απαντήσωμεν με Ομηρικούς στίχους. Άκουσε λοιπόν:
μη δη μοι φύξιν γε, κακηγόρε, βάλλεο
θυμώ
χρυσόν περ λέξας, επεί ίκεο χείρας ες αμάς
(115)
.
ΛΟΥΚ. Ω δυστυχία μου! ο Όμηρος εις τον οποίον είχα τας μεγαλειτέρας μου ελπίδας εις ουδέν με ωφέλησε. Πρέπει να καταφύγω εις τον Ευριπίδην και ίσως εκείνος με σώση.
Μη κτείνε· τον ικέτην γαρ ου θέμις κτανείν (116) .
ΠΛΑΤ. Μήπως ο Ευριπίδης δεν είπε και τα εξής :
Ού δεινά πάσχειν δεινά τοις ειργασμένοις (117) ;
ΛΟΥΚ. Λοιπόν διά τοιούτους ματαίους λόγους Θα με καταδικάσετε εις θάνατον;
ΠΛΑΤ. Διατί όχι; Μήπως ο ίδιος δεν λέγει και το εξής;
Αχαλίνων στομάτων
ανόμου τ' αφροσύνας
το τέλος δυστυχία
(118)
.
ΛΟΥΚ. Λοιπόν, αφού απεφασίσθη ο θάνατός μου και δεν υπάρχει τρόπος να τον αποφύγω, σας παρακαλώ τουλάχιστον να μου ειπήτε ποίοι είσθε και τι τόσον μέγα κακόν σας έκαμα, ώστε η οργή σας εναντίον μου να είνε τόσον αμείλικτος και να ζητήτε τον θάνατόν μου.
ΠΛΑΤ. Διά τα κακά τα οποία μας έκαμες να ερωτάς τον εαυτόν σου, κακούργε, και τους ωραίους εκείνους λόγους σου, εις τους οποίους και αυτήν την φιλοσοφίαν εκακολόγεις και ημάς ύβριζες και μας επώλεις εις δημοπρασίαν άνδρας σοφούς και το σπουδαιότερον ελευθέρους. Διά τούτο αγανακτήσαντες εζητήσαμεν άδειαν από τον Πλούτωνα, ο Χρύσιππος αυτός, ο Επίκουρος και ο Πλάτων εγώ και ο Αριστοτέλης εκείνος και αυτός που σιωπά ο Πυθαγόρας, ο Διογένης και όλοι όσους διέσυρες εις τα έργα σου.
ΛΟΥΚ. Ανέπνευσα· διότι δεν θα με θανατώσετε εάν μάθετε ποία αισθήματα έθρεφα προς υμάς. Ώστε πετάξετε τους λίθους, αλλά μάλλον φυλάξετέ τους, διότι θα τους μεταχειρισθήτε κατ' εκείνων που είνε άξιοι λιθοβολισμού.
ΠΛΑΤ. Αυτά να σου λείψουν. Συ πρέπει σήμερον να τιμωρηθής με θάνατον και μάλιστα αμέσως.
Λάϊνον έσσο χιτώνα κακών ένεχ' όσα έοργας (119) .
ΛΟΥΚ. Και όμως πρέπει να γνωρίζετε ότι αν φονεύσετε εμέ θα φονεύσετε εκείνον εις τον οποίον προ πάντων έπρεπε να ευγνωμονήτε, ο οποίος είνε οικείος προς υμάς και φίλος και ομόφρων και, αν μου επιτρέπετε να το είπω, προστάτης και φύλαξ της διδασκαλίας σας και πολύ εκοπίασα εξ αγάπης προς υμάς. Προσέξετε λοιπόν να μη φανήτε όμοιοι με τους σημερινούς φιλοσόφους, δηλαδή αχάριστοι και κακοί προς άνθρωπον ο οποίος σας ευηργέτησε.
ΠΛΑΤ. Τι αναισχυντία! Ώστε χάριν σου οφείλομεν διά τας ύβρεις; Νομίζεις ότι ομιλείς προς κτήνη και θέλεις να θεωρήσωμεν ως ευεργεσίαν τας τόσας ύβρεις και συκοφαντίας;
ΛΟΥΚ. Και πού ή πότε εγώ σας ύβρισα, ο οποίος πάντοτε υπήρξα θαυμαστής της φιλοσοφίας και σας υπερεπαινώ; και τα έργα τα οποία λέγω και γράφω πόθεν άλλοθεν ή από σας έλαβα και ως μέλισσα τα απήνθισα και τα επιδεικνύω εις τους ανθρώπους; Οι δε άνθρωποι επαινούν και αναγνωρίζουν έκαστος το άνθος πόθεν, πώς και εκ τίνος το έδρεψα, και φαίνονται μεν ότι επαινούν εμέ διά την ανθολογίαν, πραγματικώς όμως γνωρίζουν χάριν εις υμάς και τον ανθώνα σας, οι οποίοι τοιαύτα άνθη ποικίλα και πολύχρωμα έχετε παραγάγη, δυνάμενα να χρησιμεύσουν και προς δόξαν εκείνου όστις δύναται να συλλέξη και τα συναρμόση, ούτως ώστε να συμφωνούν μεταξύ των και να σχηματίζουν σύνολον αρμονικόν. Είνε λοιπόν δυνατόν άνθρωπος ο οποίος τοιαύτας ευεργεσίας έλαβε παρ' υμών να κατηγορήση τους ευεργέτας του, εξ αιτίας των οποίων και αυτός φαίνεται τώρα ότι είνε κάτι τι; Εκτός εάν έχη τον χαρακτήρα του Θαμίριδος ή του Ευρύτου, ο οποίος ενώ είχε διδαχθή το άσμα παρά των Μουσών, εφέρετο προκλητικώς προς τας Μούσας και ετάνυεν εναντίον του Απόλλωνος το τόξον του, ενώ παρ' αυτού είχε διδαχθή την τοξευτικήν...
ΠΛΑΤ. Ομιλείς ως ρήτωρ και αυτό το οποίον λέγεις είνε αντίθετον προς το πράγμα και μεγαλείτερον αποδεικνύει το θράσος σου, καθότι εις το αδίκημα προσθέτει και την αχαριστίαν, διότι, ενώ παρ' ημών έμαθες να τοξεύης, εναντίον ημών έστρεψες το τόξον σου και ως μόνον σκοπόν είχες να κακολογής όλους ημάς. Αυτήν την αμοιβήν ελάβομεν παρά σου διά την χάριν την οποίαν σου εκάμαμεν να σου αφήσωμεν ανοικτόν των ανθώνα εκείνον και να μη σ' εμποδίσωμεν να κόψης άνθη και αφού έκαμες άφθονον προμήθειαν ν' απέλθης. Διά τούτο είνε δίκαιον να τιμωρηθής διά θανάτου.
ΛΟΥΚ. Βλέπετε ότι ακούετε περισσότερον την οργήν σας παρά το δίκαιον; Δεν εφανταζόμην ποτέ ότι ηδύνατο η οργή να κυριεύη τον Πλάτωνα, τον Χρύσιππον ή τον Αριστοτέλην ή άλλον από σας, αλλ' ενόμιζα ότι μόνοι σεις είσθε απηλλαγμένοι αυτού του πάθους. Σας παρακαλώ μη με θανατώσετε άκριτον και αδίκαστον, διότι και τούτο ήτο γνώμη σας ότι δεν πρέπει να επικρατή η βία και το δίκαιον του ισχυροτέρου, αλλ' αι διαφοραί να λύωνται κατά το δίκαιον και αφού ακουσθούν και τα δύο αντιμαχόμενα μέρη. Ώστε εκλέξατε ένα δικαστήν και απαγγείλλετέ μου κατηγορίαν ή όλοι υμείς ή ένας, τον οποίον θα διορίσετε αντιπρόσωπον οι λοιποί, εγώ δε θα απολογηθώ διά τας κατηγορίας και αν μεν αποδειχθώ ένοχος και το δικαστήριον αναγνωρίση την ενοχήν μου, θα υποστώ την δικαίαν τιμωρίαν· αλλά μη προβήτε εις καμμίαν αυθαιρεσίαν. Εάν δε αποδειχθώ κατά την δίκην αγνός και αθώος, οι δικασταί θα με απολύσουν και σεις τότε θα στρέψετε την οργήν σας εναντίον εκείνων οίτινες σας εξηπάτησαν και σας εξηρέθισαν εναντίον μου.
ΠΛΑΤ. Είνε ως ν' απολύσωμεν τον ίππον εις την πεδιάδα, κατά την παροιμίαν, διά να τον φυλάξωμεν καλλίτερα. Θα γελάσης τους δικαστάς και θα διαφύγης· διότι ως ηκούσαμεν είσαι ρήτωρ και δικηγόρος, πολύ πανούργος εις τους λόγους. Ποίον δικαστήν να βάλωμεν να σε δικάση, τον οποίον να μη δωροδοκήσης, κατά την συνήθειάν σας, και να τον πείσης να ψηφίση υπέρ σου παρά την συνείδησίν του;
ΛΟΥΚ. Δι' αυτό μη ανησυχήτε· δεν θα ζητήσω να γίνη δικαστής κανέν τοιούτον πρόσωπον ύποπτον και αμφιβόλου ακεραιότητος, το οποίον να με αθωώση κατά χάριν ή με δωροδοκίαν. Προτείνω να με δικάση η Φιλοσοφία και σεις μετ' αυτής.
ΠΛΑΤ. Και ποιος θα υποστηρίξη την κατηγορίαν, όταν ημείς θα είμεθα δικασταί;
ΛΟΥΚ. Οι ίδιοι να είσθε κατήγοροι και δικασταί· δεν το φοβούμαι και τούτο. Τόσην πεποίθησιν έχω εις το δίκαιόν μου και εις την δύναμιν των επιχειρημάτων τα οποία θα μεταχειρισθώ εις την απολογίαν μου.
ΠΛΑΤ. Τι λέτε σεις, Πυθαγόρα και Σωκράτη; Μου φαίνεται ότι αι αξιώσεις του δεν είνε παράλογοι.
ΣΩΚΡ. Τι άλλο παρά να πάμε εις το δικαστήριον, να παραλάβωμεν δε και την Φιλοσοφίαν και εκεί ν' ακούσωμεν τι απολογείται αυτός ο άνθρωπος; Να τον τιμωρήσωμεν αδίκαστον δεν αρμόζει εις ημάς, αλλ' εις ανθρώπους αμαθείς και οργίλους, οι οποίοι λύουν τας διαφοράς των με το δίκαιον του ισχυροτέρου. Θα δώσωμεν δε και αφορμάς κατηγοριών εις τους κακοβούλους αν λιθοβολήσωμεν άνθρωπον χωρίς να του επιτρέψωμεν ν' απολογηθή, ενώ καυχώμεθα ότι τόσον αγαπώμεν την δικαιοσύνην. Και τι θα είπωμεν τότε περί του Ανύτου και Μελήτου, των κατηγόρων μου, ή περί των τότε δικαστών, εάν αυτός θανατωθή χωρίς ουδόλως να του επιτρέψωμεν ν' απολογηθή;
ΠΛΑΤ. Πολύ σωστά λέγεις, Σωκράτη· ώστε ας πάμε να εύρωμεν την Φιλοσοφίαν. Αυτή ας δικάση και ημείς ας αποδεχθώμεν τας αποφάσεις της.
ΛΟΥΚ. Εύγε, σοφώτατοι, αυτά τα οποία λέγετε τώρα είνε καλλίτερα και νομιμώτερα. Τους λίθους φυλάξετε, όπως σας είπα, διότι θα τους χρειασθήτε ολίγον αργότερα εις το δικαστήριον. Αλλά πού δύναται κανείς να εύρη την Φιλοσοφίαν; Διότι δεν γνωρίζω πού κατοικεί, καίτοι έχω περιπλανηθή επί πολύ προς αναζήτησίν της διότι επεθύμουν να την γνωρίσω και την συναναστραφώ. Συνήντησα διαφόρους με μανδύας και μεγάλας γενειάδας, οίτινες έλεγον ότι προήρχοντο εξ αυτής και, νομίζων ότι την εγνώριζον πραγματικώς, τους ηρώτων αλλ' αυτοί την ηγνόουν πολύ περισσότερον από εμέ και ή δεν μου έδιδον καμμίαν απάντησιν διά να μη φανερώσουν την άγνοιάν των ή άλλην αντ' άλλης θύραν μου εδείκνυον και ούτω μέχρι σήμερον δεν κατώρθωσα ακόμη να εύρω την κατοικίαν της Φιλοσοφίας. Συνέβη πολλάκις ή μόνος να εικάσω ή οδηγούμενος παρ' άλλου να φθάσω εις μίαν θύραν και να νομίζω ότι επί τέλους ανεκάλυψα την ζητουμένην οικίαν, εσυμπέραινα δε τούτο εκ του πλήθους των εισερχομένων και εξερχομένων, οίτινες όλοι ήσαν σκυθρωποί και σοβαροί το παράστημα και εφαίνοντο βυθισμένοι εις σκέψεις. Ανεμίχθην εις αυτούς και εισήλθα. Αλλ' αντί της αληθινής Φιλοσοφίας ευρήκα γύναιον χωρίς καμμίαν απλότητα, μολονότι εφαίνετο προσπαθούσα να φαίνεται αφελής και απεριποίητος. Εντός ολίγου διέκρινα ότι και την κόμην της ήτις εφαίνετο ατημέλητος δεν άφηνεν ακαλλώπιστον και το ένδυμά της δεν ήτο ανεπιτήδευτον· και ήτο πρόδηλον ότι και την ατημελησίαν εκείνην μετεχειρίζετο ως στολισμόν. Διεκρίνετο δε εις το πρόσωπόν της και ολίγον ψιμύθιον και οι λόγοι της ήσαν όλοι εταίρας λόγοι· και όταν την επαινούσαν διά το κάλλος της οι ερασταί της εφαίνετο ευχαριστημένη και αν της έδιδε κανείς χρήματα και δώρα, προθύμως τα εδέχετο και εκ των εραστών τους μεν πλουσίους εκάλει πλησίον της, τους δε πτωχούς ούτε ητένιζε. Πολλάκις δε συνέβη να φανούν δήθεν ακουσίως τα γυμνά μέλη της και τότε έβλεπα ότι εφόρει περιδέραια χρυσά παχύτερα από τους κλοιούς των φυλακισμένων. Έφυγα λοιπόν αμέσως, οικτείρων τους δυστυχείς εκείνους, οίτινες εσύροντο παρ' αυτής ουχί από την μύτην, αλλ' από τα γένεια, και όπως ο Ιξίων, συνευρίσκοντο με σκιάν νομίζοντες ότι ήτο η Ήρα.
ΠΛΑΤ. Αυτό που είπες είνε αληθές, διότι δεν είνε εις όλους γνωστόν ούτε καθένας δύναται ν' ανακαλύψη την θύραν της. Αλλ' είνε περιττόν να πάμε εις την κατοικίαν της· ας την περιμένωμεν εδώ εις τον Κεραμεικόν, όπου θα έλθη μετ' ολίγον επιστρέφουσα εκ της Ακαδημίας, διά να περιπατήση και εις την Ποικίλην, όπως καθ' εκάστην συνειθίζει. Αλλ' ιδού έρχεται. Βλέπεις εκείνην την σεμνήν γυναίκα με το γλυκύ βλέμμα, η οποία βαδίζει σιγά και σκεπτική;
ΛΟΥΚ. Βλέπω πολλάς ομοίας και κατά το ήθος και κατά το βάδισμα και κατά την ενδυμασίαν. Βέβαια η αληθής Φιλοσοφία, θα είνε μία εξ αυτών.
ΠΛΑΤ. Άμα θα ομιλήση θα εννοήσης ποία είνε.
ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. Μπα! Πώς εδώ πάνω ο Πλάτων, ο Χρύσιππος, ο Αριστοτέλης και όλοι οι άλλοι, οι κορυφαίοι εκ των μαθητών μου; Πώς ήλθατε πάλιν εις την ζωήν; Μήπως δεν είσθε ευχαριστημένοι κάτω; Φαίνεσθε θυμωμένοι. Και ποιος είνε αυτός τον οποίον έχετε μαζή σας ως αιχμάλωτον; Μήπως είνε τυμβωρύχος, φονεύς ή ιερόσυλος;
ΠΛΑΤ. Μα τον Δία, Φιλοσοφία, είνε ο ασεβέστερος εξ όλων των ιεροσύλων. Αυτός ετόλμησε να υβρίση και σε την θειοτάτην και ημάς όλους, όσοι κάτι εδιδάχθημεν παρά σου και το αφήκαμεν εις τας επερχομένας γενεάς.
ΦΙΛΟΣ. Και εθυμώσατε διότι ένας άνθρωπος σας εκακολόγησε, ενώ γνωρίζετε πόσα μου ψάλλει εμένα η Κωμωδία εις τα Διονύσια και όμως την θεωρώ φίλην και ούτε εις το δικαστήριον την εκάλεσα, ούτε επήγα να της παραπονεθώ, αλλά την αφήνω να λέγη τα συνειθισμένα της και τα πρέποντα εις την εορτήν; Διότι γνωρίζω ότι από τα σκώμματα δεν δύναται να προέλθη τίποτε κακόν, αλλ' εξ εναντίας το καλόν, όπως ο χρυσός όταν τρίβεται και καθαρίζεται, γίνεται λαμπρότερος και περισσότερον φαίνεται η αξία του. Δεν εννοώ πώς εγίνατε τόσον ευερέθιστοι και θυμώδεις. Διατί τον έχετε αυτόν δεμένον από τον λαιμόν;
ΠΛΑΤ. Ελάβαμεν την άδειαν επίτηδες να έλθωμεν επάνω και να τον τιμωρήσωμεν κατά τα έργα του· διότι εμανθάναμεν τα όσα έλεγεν εις τα πλήθη εναντίον μας.
ΦΙΛΟΣ. Και χωρίς να δικασθή και ν' απολογηθή θα τον θανατώσετε; Αλλά μου φαίνεται ότι κάτι θέλει να είπη.
ΠΛΑΤ. Όχι, απεφασίσαμεν να αναθέσωμεν την υπόθεσιν εις την κρίσιν σου· και αν θέλης δίκασε τον όπως νομίζεις πρέπον.
ΦΙΛΟΣ. Τι λέγεις εσύ;
ΛΟΥΚ. Αυτό είπα και εγώ, δέσποινα Φιλοσοφία, διότι μόνον συ δύνασαι να εύρης την αλήθειαν. Με πολλάς παρακλήσεις και με πολλήν δυσκολίαν κατώρθωσα να ανατεθή εις εσέ η δίκη.
ΠΛΑΤ. Τώρα, αχρείε, την λέγεις δέσποιναν, προ ολίγων ημερών όμως την εξηυτέλιζες ενώπιον πολυαρίθμων θεατών, διατιμών έκαστον σύστημα αυτής δύο οβολούς.
ΦΙΛΟΣ. Προσέξετε μήπως αυτός ο άνθρωπος δεν εκακολόγει την Φιλοσοφίαν, αλλά διαφόρους αγύρτας, οίτινες με το όνομά μας πράττουν πολλάς και διαφόρους μυσαράς πράξεις.
ΠΛΑΤ. θα το μάθης παρά του ιδίου, αν μόνον θέλησης ν' ακούσης την απολογίαν του.
ΦΙΛΟΣ. Πηγαίνομεν εις τον Άρειον Πάγον ή μάλλον εις την Ακρόπολιν, διά να βλέπωμεν συγχρόνως και τι γίνεται εις την πόλιν. Σεις δε, αγαπηταί, πηγαίνετε να περιπατήσετε εις την Ποικίλην και θα έλθω να σας εύρω μετά το τέλος της δίκης.
ΛΟΥΚ. Και ποιες είνε αυτές, Φιλοσοφία; Και αυτές φαίνονται πολύ σεμνές.
ΦΙΛΟΣ. Αυτή η ανδροπρεπής είνε η Αρετή, εκείνη δε η άλλη είνε η Σωφροσύνη, και η Δικαιοσύνη αυτή που στέκεται πλησίον της. Αυτή που πηγαίνει μπροστά είνε η Παιδεία, η άλλη δε που μόλις διακρίνεται και έχει το χρώμα αμφίβολον είνε η Αλήθεια.
ΛΟΥΚ. Δεν βλέπω ποίαν λέγεις.
ΦΙΛΟΣ. Δεν βλέπεις εκείνην την αστόλιστη γυναίκα, η οποία διαφεύγει και διολισθαίνει;
ΛΟΥΚ. Τώρα μόλις την διακρίνω. Αλλά διατί δεν παραλαμβάνεις και αυτάς διά να γίνη πλήρες και τέλειον το δικαστήριον; θέλω δε να διορίσω και συνήγορόν μου κατά την δίκην την Αλήθειαν.
ΦΙΛΟΣ. Έχεις δίκαιον, ακολουθήσετε και σεις· δεν θα είνε κοπιώδες να δικάσωμεν μίαν δίκην, αφού μάλιστα θα πρόκειται περί των ιδικών μας υποθέσεων.
ΑΛΗΘΕΙΑ. Φύγετε σεις· εγώ δεν έχω ανάγκην ν' ακούσω πράγματα, τα οποία προ πολλού γνωρίζω.
ΦΙΛΟΣ. Αλλ' ημείς έχομεν ανάγκην να λάβης μέρος εις την δίκην διά να καταγγείλης και τα καθέκαστα.
ΑΛΗΘ. Λοιπόν θα συμπαραλάβω και αυτάς τας δύο θεραπαινίδας, αι οποίαι μου είνε αχώριστοι.
ΦΙΛΟΣ. Και όσας άλλας θέλεις.
ΑΛΗΘ. Ακολουθήτε λοιπόν, Ελευθερία και Παρρησία, διά να προσπαθήσωμεν να σώσωμεν αυτόν τον ταλαίπωρον άνθρωπον, ο οποίος είνε θιασώτης μας και κινδυνεύει χωρίς δικαίαν αφορμήν. Συ δε, Έλεγχε, περίμενε αυτού.
ΛΟΥΚ. Όχι, δέσποινα, αλλ' ας έλθη και αυτός και οιοσδήποτε άλλος· διότι δεν έχω να αγωνισθώ με θηρία συνήθη, αλλά με ανθρώπους αγύρτας και δυσκόλως εξελεγχομένους, οι οποίοι πάντοτε ευρίσκουν υπεκφυγάς· ώστε η παρουσία του Ελέγχου είνε αναγκαία.
ΦΙΛΟΣ. Βέβαια πολύ αναγκαία· το καλλίτερον δε θα ήτο να παραλάβης και την Απόδειξιν.
ΑΛΗΘ. Ακολουθείτε όλοι, αφού θεωρείσθε τόσον αναγκαίοι, διά την δίκην.
ΦΙΛΟΣ. Φοβείσθε λοιπόν ακόμη, συ Πλάτων και Χρύσιππε και Αριστοτέλη, μήπως ο δικαστής μεροληπτήση υπέρ αυτού, αφού δικαστής είνε η Αλήθεια; ΠΛΑΤ. Δεν λέγομεν αυτό, αλλ' είνε πανούργος και κολακευτικός και είνε φόβος μήπως την παραπείση.
ΦΙΛΟΣ. Μη ανησυχήτε και δεν θα γίνη καμμία αδικία, αφού και η Δικαιοσύνη θα συμπαρίσταται εις την δίκην. Ας ανεβαίνωμεν λοιπόν. Αλλά δεν μου λέγεις εσύ πώς ονομάζεσαι;
ΛΟΥΚ. Εγώ ονομάζομαι Παρρησιάδης Αληθίωνος του Ελεγξικλέους.
ΦΙΛΟΣ. Η δε πατρίς σου;
ΛΟΥΚ. Είμαι Σύρος από τα περίχωρα του Ευφράτου. Αλλά τι σημαίνει αυτό; Γνωρίζω ότι και εκ των αντιδίκων τινές είνε όχι ολιγώτερον εμού βάβαροι την καταγωγήν· αλλ' ο τρόπος και η μόρφωσίς των δεν είνε όπως των Σολέων, των Κυπρίων, των Βαβυλωνίων ή των Σταγειριτών (120) . Άλλως τε εις την ιδικήν σου εκτίμησιν δεν εκπίπτει κανείς αν κατά την γλώσσαν είνε βάρβαρος, αρκεί να έχη ευθύν και δίκαιον χαρακτήρα.
ΦΙΛΟΣ. Βεβαίως, αλλ' η ερώτησίς μου εις άλλο απέβλεπε. Το επάγγελμα σου ποίον είνε; Διότι πρέπει να το γνωρίζω αυτό.
ΛΟΥΚ. Μισώ τους φαντασμένους και τους αγύρτας και τους ψεύστας και τους επηρμένους, μισώ όλα αυτά τα είδη των σιχαμερών ανθρώπων, οι οποίοι, ως γνωρίζεις, είνε πάρα πολλοί.
ΦΙΛΟΣ. Πάρα πολύ μίσος υπάρχει εις το επάγγελμά σου.
ΛΟΥΚ. Είνε αληθές· βλέπεις λοιπόν πόσους αποστρέφομαι και πόσον κινδυνεύω χάριν της επιστήμης μου. Αλλά γνωρίζω πολύ καλά και την αντίθετον τέχνην, η οποία ως βάσιν έχει την αγάπην· αλλά πολύ ολίγοι είνε άξιοι αυτής της τέχνης. Οι άλλοι όμως οι αξιομίσητοι είνε μυριάδες. Κινδυνεύω λοιπόν την μεν μίαν τέχνην να λησμονήσω εξ αχρηστίας, εις δε την άλλην να γίνω καθ' υπερβολήν εντριβής.
ΦΙΛΟΣ. Και όμως έπρεπε να μη παραμελής την μίαν χάριν της άλλης και να μη διαιρής τας τέχνας, διότι ενώ φαίνονται δύο είνε μία.
ΛΟΥΚ. Καλλίτερα τα ξέρεις αυτά συ, Φιλοσοφία. Αλλά τέλος πάντων το έργον μου είνε αυτό, τους μεν κακούς να μισώ, να επαινώ δε και ν' αγαπώ τους καλούς.
ΦΙΛΟΣ. Ελάτε λοιπόν, διότι εφθάσαμεν. Εδώ κάπου εις τον πρόναον της πολιούχου ας γίνη η δίκη. Συ, ιέρεια, τακτοποίησε μας τα καθίσματα, κατά το διάστημα δε τούτο ημείς θα εισέλθωμεν εις τον ναόν να προσκυνήσωμεν την θεάν.
ΛΟΥΚ. Ω Αθηνά, βοήθησε με εις τον αγώνα μου κατά των αγυρτών, ενθυμουμένη τας επιορκίας τας οποίας κάμνουν καθ' εκάστην και όσα άλλα πράττουν συ μόνη τα βλέπεις, η παρακολουθούσα αφ' υψηλού τα πράγματα. Είνε καιρός να τιμωρηθούν. Εάν δε ίδης ότι νικώμαι και ότι αι μαύραι ψήφοι είνε περισσότεραι, συ πρόσθεσε την ιδικήν σου και σώσε με.
ΦΙΛΟΣ. Το δικαστήριον είνε έτοιμον ν' ακούση τους διαδίκους· σεις δε εκλέξετε ένα εξ υμών ο οποίος να δύναται να αναπτύξη καλλίτερα την κατηγορίαν διότι δεν είνε δυνατόν να ομιλήτε όλοι συγχρόνως. Έπειτα δε θα απολογηθής συ, Παρρησιάδη.
ΧΡΥΣΙΠΠΟΣ. Ποίος άλλος εξ ημών είνε καταλληλότερος από σε, Πλάτων; Διότι και ευφυίαν έχεις θαυμαστήν και η γλώσσα σου είνε κομψή και καθαρά Αττική, η δε χάρις και το πειστικόν, η σύνεσις και η ακρίβεια, το θέλγητρον και τα επίκαιρα αποδεικτικά επιχειρήματα τα έχεις άφθονα· ώστε δέξου την αντιπροσωπείαν και ομίλησε υπέρ ημών όλων. Να ενθυμηθής όλα εκείνα τα οποία είπες εναντίον του Γοργίου, του Πώλου, του Ιππίου και του Προδίκου και να τα συνθέσης εις την σημερινήν κατηγορίαν, διότι ο κατηγορούμενος είνε δεινότερος από όλους αυτούς. Επίχυσε εις όλα αυτά την Σωκρατικήν ειρωνείαν και φέρε τον εις αμηχανίαν με τας συνεχείς και ευφυείς εκείνας ερωτήσεις σου, και αν το νομίσης αναγκαίον παράχωσε εις τον λόγον σου και εκείνο το οποίον είπες κάπου ότι ο μέγας Ζευς, ο οποίος διατρέχει τον ουρανόν επί πτερωτού άρματος, θ' αγανακτήση εάν αθωωθή ο κατηγορούμενος (121) .
ΠΛΑΤ. Είνε προτιμότερον να διορίσωμεν ένα εκ των σφοδροτέρων ρητόρων, τον Διογένην τούτον λόγου χάριν ή τον Αντισθένην ή τον Κράτητα ή και σε, Χρύσιππε· διότι εις την προκειμένην περίπτωσιν δεν χρειάζεται κάλλος και δεινότης συγγραφική, αλλά δικανικά και πειστικά προσόντα, αφού και ο Παρρησιάδης είνε ρήτωρ.
ΔΙΟΓΕΝΗΣ. Εγώ θα αναλάβω την κατηγορίαν νομίζω δε ότι δεν έχω ανάγκην να μακρηγορήσω πολύ διά να προκαλέσω την καταδίκην του. Άλλως τε και περισσότερον από κάθε άλλον έχω υβρισθή παρ' αυτού, αφού και προ ολίγων ημερών με επώλησε δύο οβολούς.
ΠΛΑΤ. Ο Διογένης, Φιλοσοφία, θα ομιλήση εξ ονόματος όλων ημών. Αλλά να ενθυμήσαι, φίλε μου, να μη περιορισθής μόνον εις τα αφορώντά σε, αλλά να ομιλήσης γενικώς δι' όλους και αν έχωμεν διενέξεις τινάς εις τας ιδέας, να το λησμονήσης και να μη το λάβης υπ' όψιν, ούτε να εξετάσης τώρα ποίος εξ ημών ευρίσκεται περισσότερον προς το μέρος της αληθείας, αλλά να περιορίσης την αγανάκτησίν σου διά τας ύβρεις και τας συκοφαντίας τας οποίας απευθύνει κατ' αυτής εις τους λόγους του αυτός ο Παρρησιάδης. Ν' αφήσης τα ζητήματα εις τα οποία διαφωνούμεν και να υποστηρίξης το συμφέρον το οποίον έχομεν κοινόν. Βλέπεις ότι σ' επροτιμήσαμεν και εις χείρας σου ανεθήκαμεν όλοι τα συμφέροντά μας και από σου εξαρτάται ή να διατηρηθή η καλή μας υπόληψις ή να πιστευθούν περί ημών όσα ούτος μας απέδωκε.
ΔΙΟΓ. Να είσθε ήσυχοι· δεν θα παραλείψω τίποτε και υπέρ όλων θα ομιλήσω. Και αν η Φιλοσοφία, η οποία εκ φύσεως είνε ήμερος και επιεικής, παραπεισθή υπό των λόγων του και σκεφθή να τον αθωώση, πάλιν εγώ θα φροντίσω ώστε να μη μείνη ατιμώρητος· θα του δείξω ότι δεν φέρομεν την βακτηρίαν χωρίς σκοπόν.
ΦΙΛΟΣ. Αυτά να λείψουν· όχι ξύλον, αλλά λόγον πρέπει να μεταχειρισθής. Αλλά μη χρονοτριβής διότι το νερόν εχύθη εις την κλεψύδραν και το δικαστήριον περιμένει να σε ακούση.
ΛΟΥΚ. Οι λοιποί φιλόσοφοι ας παρακαθήσουν και αυτοί ως δικασταί, και ας ψηφίσουν μαζή σας, Φιλοσοφία. Μόνος ο Διογένης ας αναλάβη την κατηγορίαν.
ΦΙΛΟΣ. Δεν φοβείσαι μήπως σε καταδικάσουν;
ΛΟΥΚ. Ουδόλως· θέλω ν' αθωωθώ με περισσοτέρας ψήφους.
ΦΙΛΟΣ. Εύγε διά το θάρρος σου. Καθήσετε λοιπόν συ δε, Διογένη, έχεις τον λόγον.
ΔΙΟΓ. Οποίοι ημείς υπήρξαμεν και πώς εζήσαμεν, πολύ καλά γνωρίζεις, ω Φιλοσοφία, και δεν είνε ανάγκη να το αναφέρω. Ποιος αγνοεί πόσας ο Πυθαγόρας ούτος, ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης και ο Χρύσιππος, διά να μη αναφέρω τον εαυτόν μου, ευεργεσίας, έκαμαν εις την ανθρωπότητα; Θα αναφέρω μόνον τας ύβρεις, τας οποίας εξεστόμισεν εναντίον ημών αυτός ο τρισκατάρατος Παρρησιάδης, ενώ τόσα και τοιαύτα μας οφείλει ο κόσμος. Ήτο ρήτωρ ως λέγεται και αφήσας τα δικαστήρια και τας δικανικάς επιτυχίας έστρεψεν εναντίον ημών όλην την δύναμιν και την τέχνην την οποίαν απέκτησεν εις τους λόγους και δεν παύει να μας κακολογή και να μας αποκαλή αγύρτας και απατεώνας, παρασύρει δε τα πλήθη να μας καταγελούν και να μας περιφρονούν ως ουτιδανούς. Μάλιστα κατώρθωσεν ώστε οι περισσότεροι των ανθρώπων να μισήσουν και ημάς και σε την Φιλοσοφίαν. Τάς σπουδαιοτέρας ιδέας, τας οποίας και εις ημάς εδίδαξες, αποκαλεί φλυαρίας και σαχλαμάρες και τα πάντα διασύρει και χλευάζει, ώστε αυτός μεν χειροκροτείται και επευφημείται υπό τον θεατών, ημείς δε υβριζόμεθα· διότι φύσει τοιούτος είνε ο πολύς λαός· αρέσκεται εις τας ύβρεις και τους χλευασμούς και μάλιστα όταν διασύρωνται τα πλέον σεμνά και σοβαρά πράγματα, όπως και εις τους αρχαίους χρόνους ο όχλος ετέρπετο όταν ο Αριστοφάνης και ο Εύπολις ανεβίβαζαν εις την σκηνήν τον Σωκράτην τούτον και τον διεκωμώδουν αποδίδοντες εις αυτόν αλλοκότους πράξεις και λόγους. Αλλ' εκείνοι απετόλμουν τα τοιαύτα εναντίον ενός ανθρώπου και κατά τας εορτάς του Διονύσου, ο οποίος επιτρέπει τοιαύτας διακωμωδήσεις, και τα σκώμματα εθεωρούντο μέρος της εορτής, ίσως δε και ο θεός εκείνος, ο οποίος είνε φιλόγελως, ετέρπετο εις τα τοιαύτα. Αλλ' ο Παρρησιάδης ούτος, συγκαλών τους επιφανεστέρους, αφού προ πολλού παρεσκεύασε και συνέγραψε ύβρεις εις ογκώδες βιβλίον, τας απαγγέλλει μεγαλοφώνως και υβρίζει τον Πλάτωνα, τον Πυθαγόραν, τον Αριστοτέλην, τον Χρύσιππον και όλους εν γένει, χωρίς ούτε εορτή να είνε, ούτε να του έχωμεν κάμη τίποτε κακόν, ότε θα είχε μίαν δικαιολογείαν, διότι θα είχε θέσιν αμυνομένου και δεν θα είχε δώση αυτός τας πρώτας αφορμάς. Και το σοβαρώτερον εξ όλων είνε, ότι ενώ πράττει ταύτα, τολμά και να σφετερίζεται το όνομά σου, ω Φιλοσοφία, και υποκλέψας τον Διάλογον, ο οποίος ήτο ιδικός μας, τον μεταχειρίζεται ως σύμμαχον και ως όργανον εναντίον μας. Εκτός τούτου και τον Μένιππον, φίλον ημών, έπεισε να τον βοηθή πολλάκις εις τους σατυρισμούς του, διά τούτο δε και μόνος αυτός δεν παρίσταται εδώ και δεν μετέχει εις την κατηγορίαν, αλλ' επρόδωσε τα κοινά συμφέροντα.
Δι' όλα ταύτα είνε δίκαιον να τιμωρηθή. Τι δύναται δε να απολογηθή όταν διέσυρε τα σεπττότερα ενώπιον τόσον μαρτύρων; Και η τιμωρία του θα χρησιμεύη προς σωφρονισμόν και των άλλων διότι αν τον ίδουν να τιμωρηθή, ουδείς άλλος θα τολμήση να περιφρονήση την Φιλοσοφίαν. Το ν' ανέχεται κανείς τας ύβρεις και να μη ταράσσεται δεν θεωρείται ως μετριοπάθεια, αλλ' ευλόγως εξηγείται ως ανανδρία και βλακεία. Αλλ' αι πλέον ανυπόφοροι εκ των πράξεων αυτού του ανθρώπου είνε αι τελευταίαι. Ως δούλους μας ωδήγησεν εις το δημοπρατήριον και με κήρυκα μας επώλησεν, ως λέγεται, άλλους μεν εις μεγάλην τιμήν, άλλους δε αντί μιας μνας αττικής, και εμέ ο αχρειέστατος μόνον αντί δύο οβολών. Και οι παριστάμενοι εγέλων. Δι' αυτά αγανακτήσαντες ήλθαμεν εκ του Άδου και σου ζητούμεν να μας ικανοποιήσης διά τας αισχίστας προσβολάς τας οποίας υπέστημεν.
ΑΝΑΖΗΣΑΝΤΕΣ. Εύγε, Διογένη, ωραία ωμίλησες δι' όλους.
ΦΙΛΟΣ. Παύσετε τους επαίνους και τώρα ας χυθή νερόν διά την απολογίαν. Συ δε, Παρρησιάδη, έχεις τον λόγον το νερόν τρέχει εις την κλεψύδραν, ώστε μη χάνης καιρόν.
ΠΑΡΡΗΣΙΑΔΗΣ. Ο Διογένης εις την κατηγορίαν του, ω Φιλοσοφία, δεν ανέφερεν όλα τα εγκλήματά μου, αλλά τα περισσότερα και τα σοβαρώτερα αγνοώ διατί παρέλειψεν. Εγώ όμως δεν θα τα αρνηθώ, ούτε ήλθα παρεσκευασμένος διά ν' απολογηθώ δι' αυτά, αλλά και όσα αυτοί παρέλειψαν ή εγώ δεν επρόφθασα ήδη να ομολογήσω θα τα είπω σήμερον· διότι ούτω θα μάθης ποίους εξέθηκα εις δημοπρασίαν και εκακολόγουν αποκαλών απατεώνας και αγύρτας. Και να εξετάσης μόνον τούτο, εάν λέγω την αλήθειαν περί αυτών. Εάν δε οι λόγοι μου φαίνωνται ότι έχουν τίποτε τραχύ και υβριστικόν, όχι εγώ ο ελέγχων, αλλ' εκείνοι νομίζω ότι είνε δικαιότερον να κατακριθουύν διότι τοιαύτα πράττουν.
Εγώ άμα ενόησα τας αηδίας και τας κακίας αίτινες συνοδεύουν το επάγγγελμα του ρήτορος, την απάτην και το ψεύδος, την θρασύτητα και τας φωνασκίας και τον συναγωνισμόν και μυρία άλλα, απεσύρθην από το επάγγελμα τούτο και ετράπην προς σε, ω Φιλοσοφία, με τον πόθον να διέλθω το υπόλοιπον της ζωής μου υπό την σκέπην σου· όπως οι καταφεύγοντες μετά τρικυμίαν και ανεμοζάλην εις ήσυχον λιμένα. Όταν δε κατ' αρχάς σε αντίκρυσα, ήμην πλήρης θαυμασμού προς εσέ και όλους αυτούς, οίτινες έδωκαν τους κανόνας του αρίστου τρόπου του ζην και προς εκείνους οίτινες σπεύδουν προς αυτούς τείνουν την χείρα και δίδουν τας καλλιτέρας και ωφελιμωτέρας συμβουλάς, τας οποίας ακολουθών τις δεν φοβείται να ολισθήση, πράγμα το οποίον εκ των σήμερον φιλοσοφούντων ολίγοι κάμνουν. Όταν δε είδα ότι πολλοί εκ τούτων δεν ακολουθούν την Φιλοσοφίαν εξ αγάπης προς αυτήν, αλλά χάριν της εξ αυτής προερχομένης δόξης και κατά μεν τα πρόχειρα, τας φανεράς πράξεις και όσα είνε, εύκολον να μιμηθή πας τις, φαίνονται αγαθοί και σεβάσμιοι άνθρωποι, εννοώ την γενειάδα, το βάδισμα και το ένδυμα, εις δε τον ιδιαίτερον βίον των και εις τα πράγματα διαψεύδουν το εξωτερικόν των και πράττουν τα εναντία και ατιμάζουν την αξιοπρέπειαν του επαγγέλματός των, ήρχισα ν' αγανακτώ. Το πράγμα μου εφάνη όμοιον ως να έβλεπα ηθοποιόν τραγικόν τρυφηλόν και θηλυπρεπή να υποκρίνεται τον Αχιλλέα ή τον Θησέα ή τον Ηρακλήν, χωρίς να έχη τίποτε το ηρωικόν εις το βάδισμα και την φωνήν, αλλά να κάμνη κινήσεις γυναικώδεις υπό τοιούτον προσωπείον. Τον τοιούτον ούτε η Ελένη, ούτε η Πολυξένη θα υπέφερε να υποδυθή το πρόσωπον αυτών και θα τον εθεώρουν καθ' υπερβολήν θηλυπρεπή, πολύ δε μάλλον ο θαυμάσιος ήρως Ηρακλής· το πιθανώτερον είνε ότι ούτος αμέσως θα τον συνέτριβε μετά του προσωπείου του διά του ροπάλου, οργιζόμενος διότι τόσον ατιμωτικώς θα τον εξεθήλυνε.