WeRead Powered by ReaderPub
Λουκιανός - Άπαντα, Τόμος Έκτος cover

Λουκιανός - Άπαντα, Τόμος Έκτος

Chapter 3: ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

A collection of short, witty dialogues and prose pieces that satirize artistic taste, religious superstition, and philosophical posturing. The texts stage mock debates about famous artworks and cultural practices, offer humorous symposiums and dreamlike episodes, and parody literary and theatrical conventions. A playful, ironic narrator combines detailed ekphrasis with skeptical commentary to expose vanity, gullibility, and the gap between appearance and reality, while experimenting with voice and rhetorical display to question how images, stories, and social performance shape reputation and belief.

The Project Gutenberg eBook of Λουκιανός - Άπαντα, Τόμος Έκτος

This ebook is for the use of anyone anywhere in the United States and most other parts of the world at no cost and with almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included with this ebook or online at www.gutenberg.org. If you are not located in the United States, you will have to check the laws of the country where you are located before using this eBook.

Title: Λουκιανός - Άπαντα, Τόμος Έκτος

Author: of Samosata Lucian

Translator: Ioannes Kondylakes

Release date: April 25, 2009 [eBook #28606]
Most recently updated: January 25, 2021

Language: Greek

Credits: Produced by Sophia Canoni, book provided by Iason Konstantinidis

*** START OF THE PROJECT GUTENBERG EBOOK ΛΟΥΚΙΑΝΌΣ - ΆΠΑΝΤΑ, ΤΌΜΟΣ ΈΚΤΟΣ ***

Release Date: April 25, 2009 [EBook #28606] Last Updated: November 21, 2009

Produced by Sophia Canoni, book provided by Iason Konstantinidis

Note: Numbers in curly brackets relate to the footnotes that have been transferred at the end of the book.

In three instances, missing words have been denoted by []. For one of them, I have supplied what I think it is. I have added a note included in //

The tonic system has been changed from polytonic to monotonic.

Σημείωση: Οι αριθμοί σε αγκύλες {} αφορούν στις υποσημειώσεις των σελίδων που έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου.

Σε τρεις περιπτώσεις που λείπουν λέξεις έχω χρησιμοποιήσει []. Σε μια από αυτές έχω γράψει την λέξη που νομίζω ότι είναι. Μια σημείωσή μου περιβάλλεται από //.

Το τονικό σύστημα έχει αλλαχτεί από πολυτονικό σε μονοτονικό.


ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ

ΛΟΥΚΙΑΝΟΥ

ΑΠΑΝΤΑ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ

ΙΩ. ΚΟΝΔΥΛΑΚΗ

ΤΟΜΟΣ ΕΚΤΟΣ

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ: Εικόνες. — Υπέρ των εικόνων. — Εταιρικοί διάλογοι. — Όνειρον ή Αλεκτρυών. — Συμπόσιον ή Λαπίθαι. — Ζευς τραγωδός. — Συστημάτων Δημοπρασία. — Αλιεύς ή αναζήσαντες. — Ηρόδοτος ή Αετίων.

ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΕΞΗ
1911

ΛΟΥΚΙΑΝΟΥ

ΑΠΑΝΤΑ

ΕΙΚΟΝΕΣ (1)


ΛΥΚΙΝΟΣ. Αναμφιβόλως εκείνο το οποίον έπαθα προ ολίγου, όταν είδα μίαν ωραιοτάτην γυναίκα, είνε ό,τι επάθαιναν όσοι αντίκρυζαν την Γοργόνα· διότι ακριβώς παρ' ολίγον να μεταβληθώ εξ ανθρώπου εις πέτραν από την κατάπληξιν.

ΠΟΛΥΣΤΡΑΤΟΣ. Βέβαια θα ήτο εξαιρετικόν και λίαν καταπληκτικόν το θέαμα, αφού και τον Λυκίνον ηδυνήθη να εκπλήξη, και μάλιστα όταν το αντικείμενον ήτο γυναίκα. Αν ήτο κανείς έφηβος δεν θ' απορούσα, διότι συχνότατα σου συμβαίνει να μένης εκστατικός ενώπιον των ωραίων νέων και είνε ευκολώτερον να μετακινήση κανείς ολόκληρον το Σίπυλον (2) παρά να σε αποσπάση από τους ωραίους, όταν στέκεσαι ενώπιόν των με το στόμα ανοικτόν και τα μάτια βουρκωμένα πολλάκις, όπως η κόρη του Ταντάλου. Αλλά δεν μου λες, ποία ήτο αυτή η απολιθώνουσα Μέδουσα και από πού ήτο διά να μάθω και εγώ; διότι δεν πιστεύω να θέλης μόνον διά τον εαυτόν σου το θέαμα και να ζηλοτυπήσης εάν και εγώ θελήσω να απολιθωθώ μαζή σου.

ΛΥΚ. Πρέπει να ξέρης ότι και μακρόθεν αν την ατενίσης, θα σε καταστήση πλέον ακίνητον και άλαλον από τα αγάλματα. Αλλ' ίσως αυτό είνε το ολιγώτερον επικίνδυνον εάν όμως σε ατενίση και εκείνη, δεν θα υπάρχη πλέον τρόπος να απομακρυνθής, αλλά θα σε σύρη ως δεσμευμένον όπου θέλει, όπως η πέτρα του Ηρακλέους σύρει τον σίδηρον. ΠΟΛ. Παύσε, Λυκίνε, να μου εκφράζης με υπερβολάς τον θαυμασμόν σου και λέγε μου ποία ήτο αυτή η γυναίκα.

ΛΥΚ. Ενώ συ νομίζεις ότι λέγω υπερβολάς, εγώ φοβούμαι ότι αν την ίδης θα σου φανούν κατώτεροι αυτής οι έπαινοί μου· τόσον ωραιοτέρα θα σου φανή. Αλλά ποία είνε δεν γνωρίζω· το μόνον το οποίον δύναμαι να σου είπω είνε ότι είχε μεγάλην ακολουθίαν δούλων, ευνούχων και θεραπαινίδων και εν γένει εφαίνετο ότι ανήκεν εις τάξιν ανωτέραν.

ΠΟΛ. Ουδέ τ' όνομά της γνωρίζεις; Δεν ηρώτησες πώς ονομάζεται;

ΛΥΚ. Όχι· το μόνον που γνωρίζω είνε ότι πατρίδα έχει την Ιωνίαν· διότι είς εκ των θεατών, ο οποίος ευρέθη πλησίον μου, είπεν, αφού εκείνη επέρασε· Τοιαύτα είνε τα Σμυρναϊκά κάλλη. Αλλά δεν είνε παράδοξον ότι η ωραιοτέρα των Ιωνικών πόλεων παρήγαγε την ωραιοτέραν των γυναικών. Εμάντευσα δε ότι και αυτός ο οποίος είπεν αυτά ήτο Σμυρναίος και υπερηφανεύετο διά το κάλλος της γυναικός εκείνης.

ΠΟΛ. Αληθώς εφέρθης ως πέτρα, αφού ούτε την παρηκολούθησες, ούτε τον Σμυρναίον εκείνον ηρώτησες ποία ήτο [;;;;] προσπάθησε τουλάχιστον να μου την παραστήσης με λόγους ποία ήτο και ίσως θα την αναγνωρίσω.

ΛΥΚ. Η απαίτησίς σου είνε μεγάλη. Δεν αρκεί η δύναμις των λόγων και μάλιστα η ιδική μου ευφράδεια να εξεικονίση κάλλος τόσον θαυμάσιον, διά το οποίον μόλις θα ήσαν ικανοί ο Απελλής ή ο Ζεύξις ή ο Παρράσιος, ο Φειδίας ή ο Αλκαμένης. Εγώ με την ασθενή μου τέχνην θα ζημιώσω το πρωτότυπον.

ΠΟΛ. Ειπέ μου τέλος πάντων πώς ήτο η μορφή της. Δεν δύνασαι να κατηγορηθής ως παράτολμος, διότι θα επιχειρήσης να δώσης μίαν ιδέαν εις φίλον σου.

ΛΥΚ. Μου φαίνεται ότι ασφαλέστερα θα το κατορθώσω αν καλέσω εις βοήθειάν μου μερικούς εκ των αρχαίων τεχνιτών, διά να μου αναπαραστήσουν την γυναίκα εκείνην.

ΠΟΛ. Τι εννοείς; Πώς θα έλθουν εις βοήθειάν σου άνθρωποι οι οποίοι προ τόσου καιρού έχουν αποθάνη;

ΛΥΚ. Ευκόλως· αρκεί να μου απαντήσης εις μερικάς ερωτήσεις.

ΠΟΛ. Καλά, ερώτα.

ΛΥΚ. Εταξείδευσές ποτε, Πολύστρατε, εις την Κνίδον;

ΠΟΛ. Βέβαια.

ΛΥΚ. Επομένως θα είδες βέβαια και την εκεί Αφροδίτην. ΠΟΛ. Μάλιστα· είνε το ωραιότερον δημιούργημα του Πραξιτέλους.

ΛΥΚ. θα ήκουσες και τον μύθον τον οποίον διηγούνται οι εντόπιοι περί αυτής, ότι δηλαδή κάποιος ερωτεύθη το άγαλμα και διαφυγών την προσοχήν έμεινε μίαν νύκτα εντός του ναού και ικανοποίησε το πάθος του, όσον τούτο είνε δυνατόν με άγαλμα. Αλλά περί τούτου δεν πρόκειται τώρα. Αφού δε, ως λέγεις, είδες το άγαλμα εκείνο, τώρα να μου απάντησης και εις μίαν άλλην ερώτησιν, αν είδες και την Αφροδίτην, η οποία ευρίσκεται εις τας Αθήνας, την εν κήποις Αφροδίτην του Αλκαμένους.

ΠΟΛ. θα ήμουν ο οκνηρότερος των Αθηναίων, Λυκίνε, εάν δεν είχα ιδή μέχρι τούδε το ωραιότερον από τα έργα του Αλκαμένους.

ΛΥΚ. Θεωρώ περιττόν να σε ερωτήσω, Πολύστρατε, εάν ανέβης πολλάκις εις την ακρόπολιν και παρετήρησες την Σωσάνδραν του Καλάμιδος.

ΠΟΛ. Και αυτήν την είδα, πολλάκις.

ΛΥΚ. Καλά. Από δε τα έργα του Φειδίου ποίον σου ήρεσε περισσότερον;

ΠΟΛ. Ποίον άλλο παρά η Λημνία (3) την οποίαν τόσον εξετίμα ο Φειδίας, ώστε και εχάραξεν επί του αγάλματος το όνομά του; Αλλά και η Αμαζών, η οποία στηρίζεται επί της λόγχης, δεν μου αρέσει ολιγώτερον.

ΛΥΚ. Αυτά τωόντι είνε τα καλλίτερα και δεν έχομεν ανάγκην άλλων τεχνιτών. Τώρα λοιπόν θα προσπαθήσω να πάρω εξ εκάστου των αγαλμάτων τούτων ό,τι εξαίρετον έχει να το συναρμόσω εις μίαν εικόνα.

ΠΟΛ. Και πώς θα το κατορθώσης αυτό;

ΛΥΚ. Δεν είνε δύσκολον, Πολύστρατε, εάν παραδόσωμεν τα αγάλματα εις τον λόγον και επιτρέψωμεν εις αυτόν να μεταφέρη και συνθέση και συναρμόση όσον το δυνατόν ευρυθμότατα τας καλλονάς αυτών εις μίαν.

ΠΟΛ. Καλά· ας τα παραλάβη λοιπόν και ας τα συνθέση, διότι είμαι περίεργος να ίδω πώς θα τα μεταχειρισθή και πώς εκ τόσων εικόνων θα συνθέση μίαν χωρίς δυσαρμονίας.

ΛΥΚ. Λοιπόν τώρα θα ίδης πώς θα συναρμόση ο λόγος το καλλιτέχνημά του. Από την Αφροδίτην της Κνίδου θα λάβη μόνον της κεφαλήν· δεν θα χρειασθή τίποτε από το άλλο σώμα, το οποίον είνε γυμνόν. Την κόμην, το μέτωπον και τας ωραίας γραμμάς των φρυδιών θ' αφήση όπως τα έκαμεν ο Πραξιτέλης, θα διατηρήση επίσης την υγρότητα των οφθαλμών ομού με την φαιδρότητα και την χάριν, όπως τα θέλει ο Πραξιτέλης. Τα δε μήλα και όλα τα άλλα εξέχοντα μέρη του προσώπου θα λάβη από τον Αλκαμένην και την εν κήποις, προσέτι δε τα άκρα των χειρών και των καρπών την ευρυθμίαν και τους στρογγυλούς δακτύλους τους λεπτυνομένους κατά τα άκρα. Το όλον δε περίγραμμα του προσώπου, την αβρότητα των παρειών και την σύμμετρον μύτην θα δώσουν η Λημνία και ο Φειδίας. Ο ίδιος θα μας δώση και του στόματος την αρμονικήν σχισμήν και τον αυχένα της Αμαζόνος του· η δε Σωσάνδρα και ο Κάλαμις θα την στολίσουν με την αιδημοσύνην και θα της δώσουν το σεμνόν και μόλις φαινόμενον μειδίαμα εκείνης. Και το ευσταλές και την σεμνότητα του ιματισμού παρά της Σωσάνδρας επίσης θα λάβη, με την διαφοράν μόνον ότι η δική μας θα έχη την κεφαλήν άσκεπη. Ανάστημα θα έχη ίσον με την Κνιδίαν Αφροδίτην και ο Πραξιτέλης θα μας δώση και τας αναλογίας ταύτας. Τώρα πώς σου φαίνεται, Πολύστρατε; θα γίνη ωραίον το άγαλμά μας;

ΠΟΛ. Βέβαια εάν εκτελεσθή, με τελείαν ακρίβειαν· διότι ελησμόνησες κάτι τι, θαυμάσιε αγαλματοποιέ, πολύ σπουδαίον, ενώ συνεσώρευες τόσα και τόσα εις το έργον σου.

ΛΥΚ. Τι ελησμόνησα;

ΠΟΛ. Κάτι τι, φίλε μου, από τα σπουδαιότερα, εκτός εάν νομίζης ότι ολίγον συντελεί προς το κάλλος το χρώμα και μάλιστα το αρμόζον εις έκαστον μέρος του κάλλους, ούτως ώστε να είνε μαύρα εντελώς όσα πρέπει να είνε μαύρα, λευκά όσα πρέπει να είνε λευκά και το ερύθημα να επανθή και τα τοιαύτα. Άνευ αυτών το έργον μας κινδυνεύει να έχη την μεγαλειτέραν έλλειψιν.

ΛΥΚ. Πόθεν λοιπόν θα λάβωμεν και αυτά· ή πρέπει να καλέσωμεν εις βοήθειαν ημών τους ζωγράφους και μάλιστα εκείνους οίτινες ανεδείχθησαν άριστοι μεταξύ αυτών, διά ν' αναμίξουν τα χρώματα και χρωμαΤιςουν την εικόνα καταλλήλως; Λοιπόν ας καλέσωμεν τον Πολύγνωτον και τον Ευφράνορα, τον Απελλήν και τον Αετίωνα· ας διαιρέσουν δε ούτοι το έργον μεταξύ των και ο μεν Ευφράνωρ ας χρωμαΤιςη την κόμην όπως εζωγράφισε την κόμην της Ήρας, ο δε Πολύγνωτος την ωραίαν γραμμήν των φρυδιών και το ερύθημα των παρειών, όπως εζωγράφισε την Κασάνδραν εις την λέσχην των Δελφών· ο ίδιος ας ζωγραφίση το φόρεμα, λεπτότατα εξειργασμένον, ούτως ώστε μέρος μεν αυτού να είνε συνεσφιγμένον, το δε άλλον να κυματίζη και να κολπούται υπό του άνεμου. Το άλλο σώμα ας ζωγραφίση ο Απελλής, κυρίως κατά το υπόδειγμα της Πακάτης (4) όχι καθ' υπερβολήν λευκόν, αλλ' απλώς ζωογονούμενον υπό του αίματος· τα δε χείλη να γίνουν όπως ο Αετίων εζωγράφισε της Ροξάνης τα χείλη. Αλλά μάλλον τον άριστον των ζωγράφων Όμηρον πρέπει να καλέσωμεν μετά του Απελλού και του Ευφράνορος. Το όλον χρώμα του σώματος πρέπει να είνε όμοιον προς εκείνο το οποίον ο ποιητής της Ιλιάδος απέδωκεν εις τον Μενέλαον, παρομοιάσας τους μηρούς αυτού με ελεφαντοκόκαλον ελαφρώς πορφυρωμένον. Ο ίδιος ας ζωγραφίση και τους οφθαλμούς και ας την κάμη βοώπιν. Θα τον βοηθήση δε εις το έργον και ο Θηβαίος ποιητής, διά να την κάμη ιοβλέφαρον. Και φιλομειδή να την καταστήση ο Όμηρος και λευκώλενον και ροδοδάκτυλον και εν γένει να την εξομοιώση προς την χρυσήν Αφροδίτην πλέον ή την Βρυσηίδα. Αυτά θα κάμουν οι ζωγράφοι και οι γλύπται. Αλλ' εκείνο το οποίον επανθεί εις όλα ταύτα, η χάρις ή μάλλον όλαι αι χάριτες ομού και όλοι οι έρωτες, ποίος θα δυνηθή να το μιμηθή;

ΠΟΛ. Αυτή, Λυκίνε, θα είνε θαύμα ωραιότητος, όπως την περιγράφεις, και κάτι τι θείον το οποίον έπεσεν εξ ουρανού. Τι δε έκαμνεν όταν την είδες;

ΛΥΚ. Εκράτει βιβλίον κατά το ήμισυ τυλιγμένον και εφαίνετο ότι μέρος αυτού είχεν αναγνώση και κατεγίνετο εις την ανάγνωσιν του επίλοιπου. Ενώ δε εβάδιζε, κάτι έλεγε και προς έν των προσώπων της ακολουθίας της, αλλά δεν γνωρίζω τι έλεγε, διότι δεν ωμίλει μεγαλοφώνως. Όταν δε εμειδίασε, Πολύστρατε, έδειξε κάτι δόντια, που δεν δύναμαι να σου παραστήσω την λευκότητα, των, την συμμετρίαν και την συναρμογήν. Αν έτυχε να ίδης περιδέραιον από λαμπροτάτους και ισομεγέθεις μαργαρίτας, θα δυνηθής να φαντασθής την λαμπρότητα και την κανονικότητά των. Το ερύθημα των χειλέων ανεδείκνυεν έτι μάλλον την λευκότητά των. Θα ηδύνατό τις να τους συγκρίνη προς το στιλβωμένον ελεφαντοκόκαλον περί του οποίου ομιλεί ο Όμηρος, και δεν ήσαν οι μεν πλατύτεροι των δε ή προέχοντες ή αραιοί, όπως συμβαίνει εις τας περισσοτέρας γυναίκας, αλλ' η ισότης των ήτο τελεία και είχον το αυτό χρώμα και το αυτό μέγεθος και ομοίως όλοι ήσαν συνηρμοσμένοι. Εν γένει το θέαμα ήτο θαυμάσιον και πάσαν ανθρωπίνην καλλονήν υπερέβαινε.

ΠΟΛ. Στάσου. Μαντεύω τώρα πολύ καλά απ' αυτά που λέγεις και την πατρίδα της, ποίαν γυναίκα εννοείς. Είπες ότι την ηκολούθουν και ευνούχοι.

ΛΥΚ. Μάλιστα και μερικοί στρατιώται ακόμη.

ΠΟΛ. Είνε η περίφημος ερωμένη του βασιλέως (5) αυτή που ηυτύχησες να ίδης.

ΛΥΚ. Και πώς ονομάζεται;

ΠΟΛ. Και το όνομά της είνε επίσης πολύ μουσικόν και χαριτωμένον, Λυκίνε· είνε ομώνυμος με την αξιέραστον σύζυγον του Αβραδάτα (6) , την οποίαν θα γνωρίζης βέβαια εκ του Ξενοφώντος, όστις την εγκωμιάζει διά την σωφροσύνην και το κάλλος της.

ΛΥΚ. Βεβαίως και η ιστορία της μου κάνει τόσην εντύπωσιν, ώστε οσάκις την αναγινώσκω, νομίζω ότι βλέπω την γυναίκα εκείνην και την ακούω να λέγη όσα της αποδίδει ο Ξενοφών, όταν έδιδε τα όπλα εις τον άνδρα της και τον προέπεμπεν αναχωρούντα εις τον πόλεμον.

ΠΟΛ. Αλλά συ, φίλε μου, την είδες μίαν φοράν ως αστραπήν και ενεθουσιάσθης διά το κάλλος της μορφής και του σώματός της· δεν γνωρίζεις δε της ψυχής της τα κάλλη τα οποία είνε πολύ μεγαλείτερα και θειότερα. Εγώ όμως την γνωρίζω καθ' ολοκληρίαν διότι και σχετικός της είμαι και συμπατριώτης. Ως δε γνωρίζεις, αποδίδω μεγαλειτέραν σημασίαν εις την γλυκύτητα του χαρακτήρος, την φιλανθρωπίαν, την μεγαλοφροσύνην, την φρόνησιν, την μόρφωσιν του πνεύματος παρά εις το κάλλος. Και αυτά τωόντι έχουν μεγαλειτέραν αξίαν από τα σωματικά προτερήματα· διότι θα ήτο παράλογον και γελοίον εάν εξετίμα κανείς περισσότερον το φόρεμα παρά το σώμα. Το τέλειον δε κάλλος κατά την γνώμην μου είνε εκείνο εις το οποίον συντρέχει η αρετή της ψυχής και του σώματος η καλλονή, θα ηδυνάμην να σου δείξω πολλάς γυναίκας αι οποίαι έχουν ωραίαν και ευχάριστον την μορφήν, αλλά κατά τα αλλά καταισχύνουν το κάλλος, ούτως ώστε και μόνον αν ανοίξουν το στόμα διά να ομιλήσουν το κάλλος των μαραίνεται και εξαφανίζεται, διότι αποδεικνύεται ότι υπηρετεί ψυχήν δυσειδή και κακήν. Αι τοιαύται γυναίκες μου φαίνονται όμοιαι προς τους Αιγυπτιακούς ναούς, οι οποίοι είνε ωραίοι και μεγαλοπρεπείς, στολισμένοι με πολύτιμα μάρμαρα, με χρυσόν και ζωγραφιαίς· αλλ' αν εισέλθης και αναζητήσης τον θεόν εις τον οποίον είνε αφιερωμένοι, θα συναντήσης πίθηκον ή ίβιν ή τράγον ή γάτον. Τοιαύτας γυναίκας συναντά κανείς πολλάς. Δεν αρκεί λοιπόν το κάλλος, εάν δεν έχη και τα πρέποντα κοσμήματα, εννοώ δε όχι πολυτελή ενδύματα και αλλά εξωτερικά στολίσματα, αλλ' εκείνα τα οποία ανέφερα, την αρετήν, την φρόνησιν, την γλυκύτητα του χαρακτήρος, την φιλανθρωπίαν και όλα τα άλλα τα οποία αποτελούν τον ηθικόν χαρακτήρα της γυναικός εκείνης.

ΛΥΚ. Λοιπόν η σειρά σου τώρα, Πολύστρατε, να με πληρώσης διά του αυτού νομίσματος και μάλιστα με το παραπάνω, και να μου δώσης την ψυχικήν της εικόνα, αφού δύνασαι, διά να μη την θαυμάζω μόνον κατά το ήμισυ.

ΠΟΛ. Αυτό το οποίον μου ζητείς, φίλε μου, δεν είνε μικρόν και εύκολον διότι δεν είνε ομοίως εύκολον να παραστήση κανείς διά του λόγου πράγματα τα οποία εις όλους είνε ορατά, και πράγματα τα οποία δεν φαίνονται. Διά να ζωγραφίσω και εγώ την εικόνα, την οποίαν μου ζητείς, θα χρειασθώ συνεργάτας, όχι πλέον γλύπτας μόνον και ζωγράφους, αλλά και φιλοσόφους, ώστε να κατασκευάσω το άγαλμα σύμφωνον προς τους κανόνας εκείνων και κατά τα υποδείγματα της αρχαίας πλαστικής. Αλλά θα επιχειρήσω. Και εν πρώτοις να την φαντασθής με φωνήν γλυκείαν και αρμονικήν. Εις αυτήν θα ήρμοζε μάλλον παρά εις τον γέροντα της Πύλου εκείνο το οποίον είπεν ο Όμηρος. Η φωνή της είνε γλυκυτέρα του μέλιτος. Εν γένει δε ο τόνος της λαλιάς της είνε απαλώτατος, ούτε βαρύς, ώστε να φαίνεται ανδρικός, ούτε παραπολύ λεπτός, ώστε να φαίνεται καθ' υπερβολήν θηλυπρεπής και ασθενής, αλλ' όπως είνε η φωνή του παιδίου, το οποίον δεν έφθασεν εις την ήβην, γλυκεία και ευχάριστος και τόσον μαλακά εισδύουσα εις την ακοήν, ώστε και όταν παύη, να παραμένη απήχημα αυτής και ως ηχώ παρατείνουσα τα λεγόμενα και εις την ψυχήν αφήνουσα ίχνη των λόγων ευχάριστα και πλήρη πειθούς. Όταν συμβαίνη και να τραγουδή και μάλιστα συνοδευομένη υπό κιθάρας, ο θαυμασμός υπερβαίνει κάθε όριον και πρέπει να σιωπούν αμέσως αλκυόνες και τέττιγες και κύκνοι, διότι όλα φαίνονται συγκρινόμενα προς αυτήν χωρίς χάριν. Και αυτή η κόρη του Πανδίονος (7) θα φανή άτεχνος και χωρίς μουσικά χαρίσματα, παρ' όλην την ποικιλίαν των μελωδιών της.

Ο δε Ορφεύς και ο Αμφίων, οίτινες υπήρξαν οι γοητευτικότεροι των μουσικών και διά της μουσικής των συνεκίνουν και αυτά τα άψυχα, αν ήκουον το άσμα της γυναικός εκείνης, θ' άφιναν τας κιθάρας και θα εστέκοντο να την ακούουν. Διότι πώς ηδύναντο να κρατούν τόσην αρμονίαν και τόσην ακρίβειαν ρυθμού και το πλήκτρον της κιθάρας να κτυπά συγχρόνως με την γλώσσαν και πώς ηδύναντο να έχουν την λεπτότητα εκείνην και την ευκινησίαν των δακτύλων ο Θραξ εκείνος και ο άλλος ο οποίος επηγγέλλετο τον βουκόλον επί του Κιθαιρώνος και συγχρόνως κατεγίνετο εις την κιθάραν; Ώστε αν τύχη ποτέ, Λυκίνε, και την ακούσης να τραγουδή, δεν θα πάθης μόνον ό,τι οι βλέποντες τας Γοργόνας αλλά θα εννοήσης και τι επάθαιναν οι ακούοντες το άσμα των Σειρήνων. Είμαι βέβαιος ότι θα γοητευθής εις τοιούτον βαθμόν, ώστε θα λησμονήσης και πατρίδα και συγγενείς· και αν ακόμη φράξης με κηρόν τα ώτα, και διά του κηρού θα εισδύση εις την ακοήν σου η μελωδία. Τοιούτον είνε το άσμα αυτής και τόσα πολλά θέλγητρα έχει, ώστε σου εμπνέει την ιδέαν ότι την εδίδαξαν αι Μούσαι. Εν γένει δε πρέπει να φαντασθής το άσμα της οποίον έπρεπε να είνε το εξερχόμενον εκ τοιούτων χειλέων και διά τοιούτων οδόντων. Αφού δε την είδες, δύνασαι να φαντασθής ότι την ακούεις. Ότι η γλώσσα της είνε καθαρώς Ιωνική και ακριβής και ότι ομιλεί με ευφράδειαν και με πολλήν Αττικήν χάριν δεν είνε παράδοξον διότι το χάρισμα τούτο έχει από την πατρίδα της· ούτε ήτο δυνατόν να συμβαίνη άλλως, προκειμένου περί προσώπου συγγενεύοντος προς τους Αθηναίους λόγω της αποικίας. Δεν είνε επίσης παράδοξον ότι της αρέσει η ποίησις και πολύ καταγίνεται εις αυτήν, αφού είνε συμπολίτις του Ομήρου. Ιδού, αγαπητέ Λυκίνε, μία εικών, η εικών της καλλιφωνίας αυτής και του άσματος, η οποία παριστά το αντικείμενον ασθενέστατα. Μετ' αυτήν θα συνθέσω και άλλας, διότι δεν έχω σκοπόν να σε μιμηθώ και να συνθέσω μίαν εκ πολλών· τούτο δεν θα είνε αρκετόν, διότι με όσην τελειότητα και αν εκτελεσθή, δεν θα είνε αρκετή μία εικών να παραστήση τόσα διάφορα κάλλη, τα οποία αμιλλώνται κατά την τελειότητα· αλλά δι' εκάστην αρετήν της ψυχής πρέπει να γραφή μία εικών σύμφωνος προς το αρχέτυπον.

ΛΥΚ. Μου προαναγγγέλλεις μίαν απόλαυσιν, Πολύστρατε, εκ των πλέον εξαιρέτων και φαίνεται ότι θα μου αποδώσης με το παραπάνω ό,τι σου έδωκα. Εκτέλεσε λοιπόν την υπόσχεσίν σου και να είσαι βέβαιος ότι η ευχαρίστησις την οποίαν θα μου προξενήσης θα είνε ασύγκριτος.

ΠΟΛ. Λοιπόν, επειδή εξ όλων των ωραίων πραγμάτων το ωραιότερον είνε η παιδεία, ας συνθέσωμεν και την εικόνα αυτής, η οποία θα είνε ποικίλη και πολύμορφος, ώστε ουδέ κατά τούτο να υστερήσω της πλαστικής σου τέχνης. Λοιπόν ας την παραστήσωμεν προικισμένην με όλα και αθρόα τα χαρίσματα του Ελικώνος, ούτως ώστε να μη γνωρίζη μόνον όσα η Κλειώ, η Πολυμνία, η Καλλιόπη και αι άλλαι Μούσαι γνωρίζουν ιδιαιτέρως εκάστη, αλλ' όσα γνωρίζουν όλαι ομού και επί πλέον την σοφίαν του Ερμού και του Απόλλωνος. Πρέπει να την στολίσωμεν με όλα όσα οι ποιηταί εμμέτρως ή οι ρήτορες ευφραδώς εξέφρασαν και οι συγγραφείς ιστόρησαν και οι φιλόσοφοι συνεβούλευσαν· αυτά όμως δεν πρέπει να περιορισθούν μόνον εις τον επιπόλαιον χρωματισμόν, αλλά πρέπει να εισχωρήσουν και εις το βάθος της εικόνος δι' ανεξιτίλων και αφθόνων χρωμάτων. Πρέπει δε να συγχωρηθώ εάν δεν δύναμαι να επιδείξω κανέν αρχαίον πρότυπον της εικόνος ταύτης, διότι ουδέν τοιούτον μνημονεύεται μεταξύ των διαπρεψάντων κατά την αρχαιότητα εις την παιδείαν. Αλλά τέλος πάντων ας θεωρηθή τελειωμένη και αυτή η εικών και ας αναρτηθή, διότι και όπως έχει δεν μου φαίνεται να είνε κακή.

ΛΥΚ. Εξ εναντίας είνε πολύ ωραία, Παλύστρατε, και εις όλας της τας γραμμάς ακριβής.

ΠΟΛ. Κατόπιν αυτής πρέπει να ζωγραφίσω την εικόνα της σοφίας και της φρονήσεως. Θα χρειασθώμεν δε δι' αυτήν πολλά παραδείγματα, τα πλείστα αρχαία, και προ πάντων ένα το οποίον είνε επίσης Ιωνικόν. Ζωγράφοι δε και δημιουργοί του προτύπου τούτου είνε ο Αισχίνης ο φίλος του Σωκράτους και αυτός ο Σωκράτης, αμφότεροι ακριβέστατοι μεταξύ όλων των ζωγράφων εις την απόδοσιν της ομοιότητος, τοσούτω μάλλον καθ' όσον την καλλιτεχνίαν αυτών ενέπνεε και ο έρως. Η εκ Μιλήτου περίφημος Ασπασία, την οποίαν και αυτός ο θαυμασιώτατος και Ολύμπιος Περικλής ηγάπα, δεν είνε ακατάλληλον παράδειγμα συνέσεως, εμπειρίας και οξύτητος και αγχινοίας εις τα πολιτικά διά να το αντιγράψωμεν εις την ημετέραν εικόνα ακριβές και απαράλλακτον, υπό τον όρον να το μεγεθύνωμεν εις το κολοσσιαίον.

ΛΥΚ. Διατί, παρακαλώ;

ΠΟΛ. Διότι, Λυκίνε, καίτοι αι εικόνες ομοιάζουν, τα αντικείμενα δεν είνε ισομεγέθη· η δημοκρατία των τότε Αθηναίων πολύ υπολείπεται της σημερινής δυνάμεως των Ρωμαίων. Ώστε και αν κατά τα άλλα ομοιάζουν αι δύο εικόνες, το πλάτος του πίνακος πρέπει να είνε διαφορετικόν και πλατύτατον διά την ημετέραν εικόνα.

Δεύτερον και τρίτον παράδειγμα ας λάβωμεν την Θεανώ (8) και την Λεσβίαν ποιήτριαν, μετ' αυτάς δε την Διοτίμαν (9) , εκ των οποίων η μεν Θεανώ θα συνεισφέρη εις την εικόνα μας την μεγαλόνοιαν, η δε Σαπφώ την χάριν του πνεύματος· προς δε την Διοτίμαν θα ομοιάζη η ημετέρα εικών όχι μόνον εις όσα ο Σωκράτης την επήνεσεν, αλλά και κατά την σύνεσιν και κατά το εύστοχον των συμβουλών της. Ούτω συμπληρούται και είνε έτοιμη διά ν' αναρτηθή και της συνέσεως η εικών.

ΛΥΚ. Και μα τον Δία είνε θαυμασία, Πολύστρατε. Αλλ' εξακολούθησε.

ΠΟΛ. Ας προσπαθήσωμεν τώρα να εξεικονίσωμεν την χρηστότητα και την φιλανθρωπίαν αυτής και να παραστήσωμεν την ημερότητα του χαρακτήρος της και την καταδεκτικότητα προς εκείνους οίτινες ζητούν την προστασίαν της. Ως πρότυπον δε θα μας χρησιμεύσουν η άλλη Θεανώ η σύζυγος του Ανχίνορος, η Αρήτη και η κόρη αυτής Ναυσικάα και οιαδήποτε άλλη η οποία έφθασεν εις την μεγαλειτέραν εύνοιαν της τύχης, χωρίς να χάση της μετριοφροσύνην και την σύνεσιν.

Έπειτα πρέπει να εξεικονίσω την αρετήν αυτής και την αφοσίωσιν προς εκείνον του οποίου την κλίνην συμμερίζεται. Τοιαύτη ήτο η κόρη του Ικαρίου, την οποίαν ο Όμηρος απεκάλεσε σαόφρονα και περίφρονα — διότι τοιαύτα κοσμητικά επίθετα αποδίδει εις την Πηνελόπην ο ποιητής εκείνος — ή και η ομώνυμος αυτής σύζυγος του Αβραδάτα, περί της οποίας προ μικρού ωμιλήσαμεν.

ΛΥΚ. Ωραιοτάτην έκαμες και αυτήν την εικόνα, Πολύστρατε· υποθέτω δε ότι πλησιάζουν να συμπληρωθούν αι εικόνες, διότι όλους τους χαρακτήρας της ψυχής εξεικόνισες ιδιαιτέρως έκαστον.

ΠΟΛ. Όχι όλους· υπολείπονται αι μεγαλείτεραι αρεταί της γυναικός εκείνης. Θέλω να είπω ότι, ενώ έφθασεν εις τόσα μεγαλεία, ούτε υπό επάρσεως διά την ευτυχίαν της κατελήφθη, ούτε εις την τύχην επίστευσεν, ώστε να νομίση ότι εξήρθη εις εξαιρετικήν κατάστασιν, αλλά διατηρείται μετριόφρων και απλή τους τρόπους, χωρίς καμμίαν επίδειξιν αποκρουστικήν και δυσάρεστον. Προς πάντας όσοι την πλησιάζουν φαίνεται πολύ προσηνής· τους μεταχειρίζεται ως ίση και απευθύνει προς αυτούς φιλοφρονήματα, τα οποία είνε τοσούτω μάλλον ευχάριστα εις αυτούς καθόσον, ενώ προέρχονται παρά γυναικός ανωτέρας, ουδέν έχουν το υπεροπτικόν. Διότι όσοι την δύναμίν των μετεχειρίσθησαν όχι προς υπεροψίαν αλλά προς ευεργεσίαν, ούτοι προ πάντων ανεδείχησαν άξιοι των αγαθών τα οποία παρά της τύχης έλαβον και μόνον ούτοι ίσως διαφεύγουν τον φθόνον διότι ουδείς δύναται να φθονήση τον υπερέχοντα, όταν τον βλέπη να μετριοφρονή διά την ευτυχίαν του και όχι, όπως η ομηρική εκείνη Άτη, να πατή επί ανθρωπίνων κρεάτων (10) και εν γένει τους υποδεεστέρους να καταφρονή. Τούτο είνε σύνηθες εις τους ταπεινούς τον χαρακτήρα, ένεκα της ψυχικής των χυδαιότητος· και όταν δηλαδή η τύχη χωρίς να το ελπίζουν τους αναβιβάση αίφνης εις πτερωτόν και μετάρσιον όχημα, δεν αρκούνται εις την ευτυχίαν την οποίαν απέκτησαν, ούτε προσέχουν και εις τα κάτω, αλλά διηνεκώς προσπαθούν να ανέλθουν υψηλότερα. Λοιπόν παθαίνουν ό,τι ο Ίκαρος. Ο κηρός τήκεται και τα πτερά των πίπτουν και αυτοί κατακρημνίζονται εις πελάγη και τρικυμίας και γίνονται καταγέλαστοι. Όσοι δε εις την χρήσιν των πτερών εμιμήθησαν τον Δαίδαλον και δεν ανυψώθησαν υπερβολικά, μη λησμονούντες ότι το πτέρωμά των ήτο κολλημένον με κηρόν, και εκανόνισαν την πτήσιν αυτών κατά τας ανθρωπίνους δυνάμεις και περιωρίσθησαν να υψωθούν ολίγον υπέρ τα κύματα, ώστε να διατηρούνται πάντοτε υγρά τα πτερά των και να μη αποξηρανθούν και τακούν υπό του ήλιου, ούτοι ασφαλώς και σωφρόνως επέταξαν. Τον έπαινον δε τούτον μάλιστα δύναται τις ν' απευθύνη και προς την γυναίκα περί της οποίας ομιλούμεν. Και όλοι της εύχονται να διατηρήση τα πτερά και επί μακράν να ευτυχή.

ΛΥΚ. Και είθε ούτω να γείνη, Πολύστρατε· είνε αξία διότι δεν είνε μόνον κατά το σώμα ωραία, όπως η Ελένη, αλλά και ψυχήν ωραιοτέραν και πλέον αξιαγάπητον κλείει εντός του ωραίου σώματος. Έπρεπε δε και επί των ημερών ενός ηγεμόνος τόσον μεγάλου και συγχρόνως τόσον αγαθού και χρηστού να γεννηθή εις το κράτος του μία τοιαύτη σπανία γυνή και να προστεθή εις την άλλην ευτυχίαν του ο έρως αυτής· διότι δεν είνε μικρόν ευτύχημα η γυνή εις την οποίαν θα εταίριαζεν εκείνο το οποίον είπεν ο Όμηρος, ότι δύναται ν' αμιλλάται προς την Αφροδίτην κατά το κάλλος και την Αθηνάν κατά τα έργα. Διότι εξ όλων των γυναικών ουδεμία δύναται να παραβληθή προς αυτήν, «ού δέμας ουδέ φυήν, ούτ' αρ φρένας ούτε τι έργα».

ΠΟΛ. Αληθή αυτά, Λυκίνε· ώστε αν θέλης ας αναμίξωμεν τώρα τας εικόνας, την εικόνα του σώματος την οποίαν συ έπλασες και τας ψυχικάς τας οποίας εγώ εζωγράφισα και εξ όλων τούτων ας συνθέσωμεν μίαν εις βιβλίον, ώστε να δύνανται να την βάζουν όλοι, και οι σύγχρονοι και οι μεταγενέστεροι· διότι ούτω θα είνε διαρκεστέρα από τα έργα του Απελλού του Παρισίου και του Πολυγνώτου και πολύ ανωτέρα, καθότι δεν θα κατασκευασθή από ξύλον, κηρόν και χρώματα, αλλ' εκ των εμπνεύσεων των Μουσών και θα είνε κατ' εξοχήν και εξαιρετικώς ακριβής, καθ' όσον θα παριστά συγχρόνως και του σώματος και της ψυχής το κάλλος.

ΥΠΕΡ ΤΩΝ ΕΙΚΟΝΩΝ


ΠΟΛΥΣΤΡΑΤΟΣ. Εις το σύγγραμμά σου, Λυκίνε, είπεν η γυνή εκείνη, διέκρινα πολλήν συμπάθειαν και σεβασμόν προς εμέ· διότι οι έπαινοι δεν θα είχον τόσον ενθουσιασμόν εάν δε συνέγραφε και με αγάπην. Αλλ' αν θέλης να μάθης τον χαρακτήρα μου, ιδού ποίος είνε. Δεν μου αρέσουν οι κολακευτικοί τους τρόπους, αλλά μου κάμνουν την εντύπωσιν απατεώνων και ήκιστα ελευθέρων κατά τον χαρακτήρα. Προκειμένου δε περί επαίνων, όταν ακούω να μ' επαινούν με υπερβολάς υπερμέτρους κοκκινίζω και μου έρχεται να φράξω τ' αυτιά μου. Εν γένει δε το πράγμα μου φαίνεται μάλλον εμπαιγμός παρά έπαινος. Οι έπαινοι είνε ανεκτοί μόνον εφ' όσον ο επαινούμενος αναγνωρίζει ότι τα λεγόμενά του ταιριάζουν· τα δε, υπερβαίνοντα το μέτρον τούτο είνε δι' αυτόν ψεύδη και καθαρά κολακεία. Εγνώρισα εν τοσούτω, είπε, πολλούς, οι οποίοι ευχαριστούνται όταν οι επαινούντες αποδίδουν εις αυτούς χαρίσματα τα οποία δεν έχουν· λ. χ. εάν είνε γέροντες και τους επαινούν διά την ακμήν των, ή άσχημοι και τους συγκρίνουν κατά το κάλλος προς τον Νιρέα ή τον Φάωνα· φαίνονται ως να πιστεύουν ότι οι έπαινοι θ' αλλάξουν την μορφήν των και ότι θα ανανεωθούν, όπως ο Πελλίας ενόμιζεν. Αλλ' αυτό δεν είνε σωστόν· ο έπαινος είνε πολύτιμος, εάν δύναται να προέλθη και τίποτε καλόν εκ των υπερβολών του, άλλως οι ούτω επαινούμενοι και πιστεύοντες εις τους επαίνους παθαίνουν ό,τι οι άσχημοι οι φορούντες ωραίαν προσωπίδα και υπερηφανευόμενοι διά κάλλος των, το οποίον είνε πρόσθετον και πας τις δύναται, να το καταστρέψη, ότε ο υπερηφανευόμενος θα γίνη γελοιωδέστερος, διότι θα φανή οποίος είνε και ότι υπό τοιούτον προσωπείον τοιαύτην ασχημίαν έκρυπτεν. Ομοίως αν κανείς μικρόσωμος φορέση κοθόρνους και ερίζη περί μεγέθους προς ανθρώπους οίτινες τον υπερβαίνουν πήχυν ολόκληρον.

Ανέφερε δε και το εξής· Υπήρξε γυνή ανωτέρας τάξεως, η οποία κατά μεν τα άλλα ήτο νόστιμη και σεμνή, αλλά κοντή και κατωτέρα του μετρίου· εις εγκώμιον δε το οποίον της έπλεξε κάποιος ποιητής έλεγε μεταξύ των άλλων ότι ήτο μεγαλοπρεπής και την παρωμοίαζε κατά το ευθυτενές και το ύψος του αναστήματος προς αίγειρον. Και αυτή μεν ετέρπετο υπό του επαίνου και επεδοκίμαζεν, ως εάν το ποίημά της εμεγέθυνε πραγματικώς το ανάστημα, ο δε ποιητής βλέπων ότι την ηυχαρίστει επανελάμβανε πολλάκις το άσμα, έως ου κάποιος εκ των παρόντων έκυψε και του είπεν εις το αυτί· «Παύσε γιατί θ' αναγκάσης την γυναίκα να σηκωθή». Κάτι παρόμοιον, αλλά πολύ γελοιωδέστερον έπραξεν η Στρατονίκη, η σύζυγος του Σελεύκου. Εκάλεσε τους ποιητάς εις συναγωνισμόν διά να εγκωμιάσουν με αμοιβήν ενός ταλάντου την κόμην της, καίτοι ήτο φαλακρά και ουδ' έλαχίστας ιδικάς της τρίχας διετήρει. Ενώ όμως εις τοιαύτην κατάστασιν ήτο η κεφαλή της και όλοι εγνώριζον ότι εκ μακρού νοσήματος είχε χάση την κόμην, οι αναιδέστατοι ποιηταί απεκάλουν υακινθίνας τας τρίχας της κόμης της και έπλεκον περί την κεφαλήν της σγουρούς πλοκάμους και παρωμοίαζον την ανύπαρκτον κόμην προς τα σέλινα. Όλους λοιπόν τούτους τους παραδιδομένους εις τους κόλακας κατέσκωπτεν η ερωμένη του βασιλέως και έλεγεν ότι όχι μόνον εις τα εγκώμια, αλλά και εις τας εικόνας πολλοί κολακεύονται ομοίως και θέλουν να εξαπατώνται. Προτιμούν δηλαδή εκείνους εκ των ζωγράφων οίτινες τους παριστούν ωραιοτέρους· τινές μάλιστα και παραγγέλλουν εις τους τεχνίτας ν' αφαιρέσουν κάποιαν ανωμαλίαν της [;;;της] ή να κάμουν πλέον μαύρα τα μάτια ή να προσθέσουν εις την μορφήν ό,τι άλλο επιθυμούν και έπειτα φυλάττουν ως ιδίας τας ξένας εκείνας εικόνας, αίτινες ουδόλως ομοιάζουν προς αυτούς. Ταύτα και τοιαύτα έλεγε· και κατά μεν τα άλλα επεδοκίμαζε το σύγγραμμα, έν δε μόνον δεν υπέφερεν, ότι την παρωμοίασες προς τας θεάς Ήραν και Αφροδίτην. Αυτά, είπεν, είνε ανώτερα από εμέ, μάλλον δε υπέρ την ανθρωπίνην φύσιν. Εγώ όχι μόνον με τας μεγαλειτέρας θεάς δεν θα ήθελα να συγκρίνωμαι αλλ' ουδέ με τας ηρωίδας, όπως η Πηνελόπη, η Αρήτη και η Θεανώ. Είπε δε και το εξής· Φοβούμαι πολύ τους θεούς και δεν θέλω αποδεχομένη τοιούτους επαίνους να φανώ ομοία προς την Κασσιόπην, ήτις μ' όλα ταύτα μόνον προς τας Νηρηίδας ετόλμα να συγκρίνεται, την Ήραν δε και την Αφροδίτην εσέβετο.

Ώστε, Λυκίνε, η επιθυμία της είνε να μεταβάλλης εκείνα τα οποία έγραψες, άλλως αυτή μεν θα επικαλεσθή την μαρτυρίαν των θεών ότι έγραψες παρά την θέλησίν της, συ δε πρέπει να γνωρίζης ότι θα την λυπήση το βιβλίον αν κυκλοφορήση, όπως τώρα είνε γραμμένον, χωρίς σεβασμόν προς τους θεούς. Εθεώρει δε ότι θα ήτο ασέβεια εκ μέρους της και αμάρτημα αν εδέχετο να λέγεται ομοία προς την Κνιδίαν Αφροδίτην και την εν κήποις. Ενώ δε εις το τέλος του βιβλίου — ως μου παρήγγειλε να σου είπω — την παριστάς μετριόφρονα και χωρίς αλαζονείαν και λέγεις ότι δεν επαίρεται υπέρ την ανθρωπίνην κατάστασιν, αλλά πετά πλησίον εις την γην, εις την αρχήν συ ο ίδιος την ανυψώνεις υπέρ τον ουρανόν, ώστε και προς θεάς την εξομοιώνεις. Έχει την αξίωσιν να μη την θεωρήσης ολιγώτερον του Αλεξάνδρου συνετήν, όστις δεν εδέχθη την πρότασιν την οποίαν του έκαμε κάποιος αρχιτέκτων να μεταβάλλη ολόκληρον το όρος Άθω εις ανδριάντα του και να τον παραστήση κρατούντα δύο πόλεις εις τας χείρας του· θεωρήσας το πράγμα ανώτερόν του διέταξε τον άνθρωπον εκείνον να μη κατασκευάση κολοσσόν τόσον απίθανον και ν' αφήση ήσυχον τον Άθω, ούτε να σμικρύνη όρος τόσον μέγα, εξομοιώνων αυτό προς μικρόν ανθρώπινον σώμα. Επαινούσα δε τον Αλέξανδρον διά την μεγαλοψυχίαν του έλεγεν ότι έπρεπε να του στήσουν ανδριάντα μεγαλείτερον του Άθω, διά να παραμείνη αθάνατος η μνήμη του γεγονότος εκείνου· διότι δεν ήτο μικρού χαρακτήρος ένδειξις ότι κατεφρόνησε τόσην μεγάλην τιμήν.

Επαινεί δε και το έργον σου και την επίνοιαν των εικόνων, αλλά δεν αναγνωρίζει την ομοιότητα αυτών, διότι δεν αναγνωρίζει εις εαυτήν τοιαύτα προτερήματα, αλλ' ούτε και υπάρχει κατά την γνώμην της γυνή πλησιάζουσα εις τοιαύτην τελειότητα· ώστε παραιτείται από την τιμήν την οποίαν της απονέμεις και αρκείται να λατρεύη τα πρότυπα των εικόνων σου. Να την επαινής ως άνθρωπον και το υπόδημα να μην είνε του ποδός πλατύτερον διά να μη πέση, λέγει, όταν επιχειρήση να περιπατήση. Μου παρήγγειλε δε να σου είπω και το εξής· Ακούω να λέγουν πολλοί — σεις δε οι άνδρες είσθε εις θέσιν να γνωρίζετε εάν τούτο αληθεύη (11) — ότι ουδ' εις την Ολυμπίαν επιτρέπεται να εγείρουν εις τους νικητάς ανδριάντας μεγαλειτέρους του αναστήματος αυτών, αλλ' οι Ελλανοδίκαι φροντίζουν να μη υπερβαίνη κανείς το φυσικόν ανάστημα, η δε εξέτασις αύτη γίνεται πολύ ακριβεστέρα από την έγκρισιν των αγωνιστών. Ώστε πρόσεξε, είπε, μήπως μας ανακαλύψουν υπερβαίνοντας το μέτρον και οι Ελλανοδίκαι μας ανατρέψουν την εικόνα. Αυτά έλεγεν εκείνη, συ δε σκέψου, Λυκίνε, να τροποποιήσης το βιβλίον και ν' αφαιρέσης τα τοιαύτα, ιδίως δε όσα θίγουν τους θεούς· διότι αυτά κυρίως την επείραξαν και, ενώ τα ανεγίνωσκε, κατελήφθη υπό φρίκης και παρεκάλει τους θεούς να την συγχωρήσουν. Πρέπει δε να της συγχωρήσωμεν αυτόν τον φόβον, όστις είνε φυσικός εις τας γυναίκας. Αλλά, διά να είπω την αλήθειαν, και η εντύπωσις η δική μου δεν ήτο διαφορετική. Κατ' αρχάς, είνε αληθές, δεν εύρισκα τίποτε το άτοπον εις όσα έγραψες, αλλ' αφού εκείνη εξεδήλωσε το αίσθημά της, ήρχισα και εγώ να αισθάνωμαι το αυτό και μου συνέβη ό,τι παθαίνουν οι βλέποντες τα αντικείμενα εκ πολύ μικράς αποστάσεως· διότι όταν από πολύ πλησίον βλέπομεν κάτι τι, δεν το βλέπομεν ακριβώς· εάν όμως απομακρυνθώμεν εις την πρέπουσαν απόστασιν, διακρίνομεν ακριβώς τα ελαττώματα και τα καλά του.

Αφού είνε άνθρωπος και την παραβάλλεις προς την Αφροδίτην και την Ήραν, τι άλλο κάνεις παρά εξευτελίζεις τας θεάς; Εις τας τοιαύτας συγκρίσεις εκείνο το οποίον σμικρύνεται περισσότερον δεν είνε μικρότερον, αλλά το μεγαλείτερον, το οποίον αναγκάζομεν να εξισωθή προς το μικρότερον· εάν βαδίζουν ομού δύο άνθρωποι, εκ των οποίων ο μεν έχει πολύ υψηλόν το ανάστημα, ο δε είνε πολύ μικρόσωμος, και θελήσωμεν να τους εξισώσωμεν, ώστε να μη φαίνεται ο είς υψηλότερος του άλλου, τούτο δεν θα κατορθωθή διά της προσπαθείας του μικροτέρου, και εάν ούτος αρχίση να βαδίζη ακροποδητί· διά να φανούν ίσοι πρέπει να σκύψη πολύ ο υψηλότερος και να συμμαζευθή καθ' υπερβολήν. Λοιπόν εις αυτάς τας εικόνας όταν εξομοιούται ο άνθρωπος προς θεόν δεν μεγαλοποιείται τόσον ο άνθρωπος, όσον ο θεός σμικρύνεται και συστέλλεται διά να περιορισθή εις το ανθρώπινον ύψος. Και τέλος πάντων, αν κανείς δεν ευρίσκη παραδείγματα επί της γης και αναγκάζεται να στρέφεται προς τα ουράνια, ολιγώτερον δύναται να κατηγορηθή δι' ασέβειαν· αλλά ενώ ηδύνασο να εύρης επί της γης τόσα γυναικεία κάλλη, χωρίς ανάγκην ετόλμησες να την παραβάλης προς την Αφροδίτην και την Ήραν.

Ώστε, Λυκίνε, αφαίρεσε το υπερβολικόν τούτο και ασεβές, το οποίον άλλως ταιριάζει προς τον χαρακτήρα σου, διότι έως τώρα δεν ήσουν εύκολος και πρόθυμος εις τους επαίνους. Τώρα γνωρίζω πώς τόσον αποτόμως μετεβλήθης και τόσον αθρόους επαίνους έγραψες διά μιας και από φιλαργύρου ανεδείχθης άσωτος εις αυτό το είδος.

Δεν πρέπει δε και να φοβηθής να μεταρρυθμίσης το έργον σου διά τον λόγον ότι ήδη εκυκλοφόρησε. Και περί του Φειδίου λέγουν ότι ούτω έπραξεν, όταν κατά παραγγελίαν των Ηλείων κατεσκεύασε το άγαλμα του Διός. Εστάθη όπισθεν των θυρών του εργαστηρίου του, όταν πρώτην φοράν τας ήνοιξε και επέδειξε το έργον, και ήκουε τας κρίσεις των θεατών, κατηγορούντων ή επαινούντων το άγαλμα· έλεγε δε ο μεν ότι η μύτη ήτο παχυτέρα του πρέποντος, ο δε ότι το πρόσωπον ήτο πάρα πολύ επίμηκες και άλλος άλλο. Έπειτα αφού έφυγαν οι θεαταί, ο Φειδίας εκλείσθη εις το εργαστήριόν του εκ νέου και διώρθωσε το άγαλμα κατά τας υποδείξεις των περισσοτέρων· διότι δεν εθεώρει αναξίαν προσοχής την γνώμην τόσου λαού, αλλ' επίστευεν ότι πάντως οι πολλοί βλέπουν καλλίτερα από τον ένα και εάν ο είς ούτος είνε Φειδίας. Αυτά μου παρήγγειλεν εκείνη να σου είπω, σε συμβουλεύω δε και εγώ ως φίλος να τ' ακολουθήσης.

ΛΥΚ. Βλέπω, Πολύστρατε, ότι είσαι ρήτωρ και δεν το εγνώριζα· απήγγειλες κατά του έργου μου λόγον και κατηγορητήριον τόσον μακρόν και τόσον δεινόν, ώστε ούτε να απολογηθώ δύναμαι. Επράξατε όμως κάτι τι το οποίον δεν συμβιβάζεται προς τα δικαστικά έθιμα, μάλιστα συ ο οποίος ερήμην κατεδίκασες το βιβλίον μου, χωρίς να παρίσταται κανείς συνήγορος αυτού. Αλλ' είνε εύκολον να νικήση τις εις αγώνα δρόμου, όταν κατά την παροιμίαν τρέχει μόνος του. Ώστε καθόλου παράδοξον ότι και εγώ ενικήθην, αφού ούτε ο λόγος μου εδόθη, ούτε απελογήθην. Αλλά το πλέον άτοπον είνε ότι σεις ήσθε και κατήγοροι και δικασταί. Τι θέλεις λοιπόν να προτιμήσω; Να δεχθώ την απόφασίν σας και να σιωπήσω ή κατά μίμησιν του Ιμεραίου ποιητού να γράψω νέον έργον αναιρούν το πρώτον; ή θα μου επιτρέψετε να εφεσιβάλω την απόφασιν;

ΠΟΛ. Διατί όχι, αν έχης να φέρης δικαίας παρατηρήσεις; Διότι δεν έχεις να κάμης με αντιδίκους, ως λέγεις, αλλά με φίλους. Εγώ δε είμαι πρόθυμος και ως μάρτυς να σου χρησιμεύσω.

ΛΥΚ. Εκείνο το οποίον με στενοχωρεί, Πολύστρατε, είνε ότι θ' απολογηθώ χωρίς να είνε εκείνη παρούσα, διότι τούτο θα ήτο δι' εμέ πολύ καλλίτερον. Τώρα είνε ανάγκη να απολογηθώ διά τρίτου. Αλλ' εάν μου υποσχεθής ότι θα μου χρησιμεύσης όπως εχρησίμευσες προς εκείνην και διεβίβασες ακριβώς όσα σου είπε, θα επιχειρήσω το τόλμημα.

ΠΟΛ. Περί τούτου να είσαι βέβαιος, Λυκίνε. Θα μεταδώσω ακριβώς την απολογίαν σου, αρκεί να είσαι σύντομος εις όσα θα είπης, διά να δυνηθώ να τ' απομνημονεύσω καλλίτερα.

ΛΥΚ. Θα ήτο ανάγκη να ομιλήσω διά μακρών εναντίον κατηγορίας τόσον σφοδράς. Προς χάριν σου όμως θα συντομεύσω την απολογίαν. Λοιπόν και εκ μέρους μου να της είπης τα εξής.

ΠΟΛ. Όχι, Λυκίνε, αλλά να ομιλήσης ως εάν εκείνη ήτο παρούσα, και εγώ έπειτα θα προσπαθήσω να επαναλάβω προς αυτήν όσα θα είπης.

ΛΥΚ. Λοιπόν αφού το θέλεις, Πολύστρατε, ας την φαντασθώμεν ότι παρίσταται και ότι είπε προηγουμένως εκείνα τα οποία εκ μέρους της μου ανέφερες. Και τώρα εγώ αρχίζω την απολογίαν μου. Αλλά θα σου ομολογήσω ότι δεν γνωρίζω πώς ούτω το πράγμα μου έγεινε δυσκολώτερον και περισσότερον φοβούμαι ν' απολογηθώ κατ' αυτόν τον τρόπον. Ως βλέπεις από τούδε ήρχισα να ιδρώνω, φοβούμαι και σχεδόν νομίζω, ότι την βλέπω ενώπιόν μου και μεγάλη ταραχή με κατέχει. Θ' αρχίσω όμως, διότι αφού είνε παρούσα, δεν υπάρχει τρόπος ν' αποφύγω.

ΠΟΛ. Αλλά το πρόσωπόν της εκφράζει πολλήν ευμένειαν, διότι ως βλέπεις είνε φαιδρά και προσηνής· ώστε λέγε με θάρρος.

ΛΥΚ. Εγώ ο οποίος σου έπλεξα εγκώμιον υπερβολικόν και υπέρ το μέτρον σε επήνεσα, ως λέγεις, τελειοτάτη των γυναικών, δεν βλέπω να έφθασα εις το ύψος των επαίνων τους οποίους η ιδία εξήνεγκες περί του εαυτού σου διά του μεγάλου σεβασμού τον οποίον προς τους θεούς έδειξες. Τούτο υπερβαίνει παν ό,τι είπα περί σου και σε παρακαλώ να με συγχωρήσης εάν από την εικόνα σου παρέλειψα εξ αγνοίας και απροσεξίας το χαρακτηριστικόν τούτο· διότι προ αυτής δεν έχω ζωγραφίση άλλην εικόνα. Ώστε τούτο αντί να καθιστά υπερβολικούς τους επαίνους μου, εξ εναντίας μου φαίνεται ότι τους κάμνει πολύ υποδεεστέρους της αξίας σου. Σκέψου πόσον σπουδαία είνε η παράλειψις αύτη και πόσον αναγκαιότατον ήτο το χαρακτηριστικόν τούτο διά να δείξη την χρηστότητα και την ευθύτητα του χαρακτήρος σου· διότι όσοι δεν παραμελούν τα προς το θείον καθήκοντά των ούτοι και προς τους ανθρώπους είνε άριστοι. Ώστε εάν πάντως είνε ανάγκη να τροποποιήσω το έργον μου και να διορθώσω το άγαλμα, δεν θα τολμήσω να αφαιρέσω τίποτε, αλλ' εξ εναντίας θα προσθέσω και τούτο ως κεφαλήν και κορωνίδα του όλου έργου. Σ' ευγνωμονώ δε μεγάλως διά τούτο. Επειδή εγώ επήνεσα την μετριοφροσύνην του χαρακτήρος σου και ότι η μεγάλη εύνοια της τύχης δεν σου ενέπνευσε καμμίαν έπαρσιν και αλαζονείαν, συ διά των αντιρρήσεων σου επεβεβαίωσες την αλήθειαν του επαίνου. Διότι όταν τις θεωρή αταίριαστα εις τον εαυτόν του τα τοιαύτα εγκώμια και εντρέπεται δι' αυτά και λέγει ότι είνε υπερβολικά, τούτο αποτελεί απόδειξιν μετριοφροσύνης και απλότητος. Αλλ' όσον περισσότερον αποκρούεις τους επαίνους, τόσον περισσότερον αναδεικνύεσαι αξία των μεγαλειτέρων εγκωμίων. Εις την περίπτωσίν σου εφαρμόζεται σχεδόν το αναφερόμενον εις τον Διογένην, ο οποίος ερωτηθείς πώς δύναται κανείς να γείνη ένδοξος, Εάν, είπε, καταφρονή την δόξαν. Δύναμαι δε και εγώ να είπω, εάν κανείς μ' ερωτήση ποίοι προ πάντων είνε άξιοι επαίνων, όσοι δεν θέλουν να επαινώνται.

Αλλ' αυτά ίσως θα φανούν άσχετα προς το θέμα και ξένα προς το ζήτημα. Εκείνο δε διά το οποίον πρέπει ν' απολογηθώ είνε ότι, προσπαθών να σε εξεικονίσω, σε συνέκρινα προς την Κνιδίαν Αφροδίτην και την εν κήποις, προς την Ήραν και την Αθηνάν, και αυτά σου εφάνησαν υπερβολικά και ανάρμοστα. Περί τούτων θα ομιλήσω. Μολονότι προ πολλού ελέχθη ότι οι ποιηταί και οι ζωγράφοι είνε ανεύθυνοι, κατά μείζονα λόγον είνε ανεύθυνοι όσοι, όπως εγώ, επαινούν και δεν ιππεύουν επί μέτρων, αλλά βαδίζουν πεζοί και χαμηλά.

Ο έπαινος είνε κάτι τι ελεύθερον και δεν υπάρχει νομοθετημένον μέτρον, το οποίον να κανονίζη το μέγεθος ή την έκτασίν του, αλλ' ο σκοπός του είνε κυρίως να θαυμάση όσον το δυνατόν περισσότερον και να καταστήση ζηλευτόν τον επαινούμενον. Την δικαιολογίαν ταύτην ηδυνάμην να προβάλω, αλλά δεν θα το πράξω εκ φόβου μήπως αποδοθή τούτο εις αμηχανίαν. Θα σου υπενθυμίσω δε ότι τα μέσα τα οποία μεταχειριζόμεθα εις τους εγκωμιαστικούς λόγους είνε τοιαύτα, ώστε ο επαινών να μεταχειρίζεται και εικόνας και παρομοιώσεις και σχεδόν εις τούτο συνίσταται η μεγαλειτέρα των επαίνων αξία. Διά να είνε δε επιτυχής η παρομοίωσις δεν πρέπει ο επαινών να παραβάλλη το αντικείμενόν του προς τα ακριβώς όμοια ή προς τα κατώτερα, αλλά να προσπαθή όσον το δυνατόν να εξαίρη προς τα υπερέχοντα το επαινούμενον αντικείμενον. Εάν εγκωμιάζη λ. χ. σκύλλον και είπη ότι είνε μεγαλείτερος αλώπεκος ή γάτου, νομίζεις ότι ο τοιούτος επαινεί όπως πρέπει; Βεβαίως όχι· αλλ' ούτε εάν τον παρομοιάση προς λύκον θα είνε ο έπαινος αρκετός και πρέπων. Πώς λοιπόν πρέπει να επαινεθή; Εάν λεχθή ότι ομοιάζει προς λέοντα και κατά το μέγεθος και κατά την δύναμιν.

Διά τούτο ο ποιητής, διά να επαινέση τον κύνα του Ωρίωνος, τον απεκάλεσε λεοντοδάμαν (12) · διότι αυτός είνε ο τέλειος έπαινος του κυνός. Επίσης εάν τις θέλη να επαινέση τον Μίλωνα τον Κροτωνιάτην ή τον Γλαύκον τον Καρύστιον, τον Πολυδάμαντα ή άλλον περίφημον αθλητήν και λέγει ότι ο επαινούμενος είνε ανώτερος γυναικός, δεν νομίζεις ότι ο έπαινος θα κινήση τον γέλωτα διά την ανοησίαν του; Αλλά και ενός ανδρός αν είπη ότι είνε ανώτερος ο αθλητής, δεν θα είνε αρκετόν διά ν' αποτελέση έπαινον, Διά να επαινέση τον Γλαύκον ποιητής εκ των καλών είπεν ότι ούτε ο Πολυδεύκης, ούτε ο σιδηρούς υιός της Αλκμήνης θα ηδύνατο να του εναντιωθή. Βλέπεις προς ποίους θεούς τον εξίσωσεν ή μάλλον ανώτερον τον παρέστησεν; Και ούτε ο Γλαύκος εθύμωσε διότι παρεβάλλετο προς τους προστάτας των αγώνων θεούς, ούτε οι θεοί ούτοι ετιμώρησαν τον Γλαύκον ή τον ποιητήν ως ασεβούντας, αλλά και οι δύο έζησαν ευτυχούντες και τιμώμενοι υπό των Ελλήνων, ο μεν Γλαύκος διά την δύναμίν του, ο δε ποιητής και διά τα άλλα του έργα, προ πάντων δε διά το άσμα τούτο (13) . Μη παρεξενεύεσαι λοιπόν εάν και εγώ, μεταχειρισθείς μίαν παρομοίωσιν αναγκαίαν εις τον έπαινον, μετεχειρίσθην παράδειγμα υψηλότερον του αντικειμένου.