WeRead Powered by ReaderPub
Ηθικά Νικομάχεια, Τόμος Πρώτος cover

Ηθικά Νικομάχεια, Τόμος Πρώτος

Chapter 2: ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

The work investigates what constitutes the human good, arguing that happiness is the highest end and is realized as a lifelong activity of the soul in accordance with virtue. It distinguishes moral and intellectual virtues, explains moral virtue as acquired through habituation and as a mean between extremes, and explores the roles of external goods, honor, and pleasure in a flourishing life. It analyzes voluntary action, choice, and responsibility and offers criteria for practical deliberation. It also treats social dimensions such as justice and friendship, using analytic definition, ethical psychology, and teleological reasoning to link character, actions, and communal life.

The Project Gutenberg eBook of Ηθικά Νικομάχεια, Τόμος Πρώτος

This ebook is for the use of anyone anywhere in the United States and most other parts of the world at no cost and with almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included with this ebook or online at www.gutenberg.org. If you are not located in the United States, you will have to check the laws of the country where you are located before using this eBook.

Title: Ηθικά Νικομάχεια, Τόμος Πρώτος

Author: Aristotle

Translator: Kyriakos Zambas

Release date: April 27, 2009 [eBook #28626]
Most recently updated: January 5, 2021

Language: Greek

Credits: Produced by Sophia Canoni. Book provided by Iason Konstantinidis

*** START OF THE PROJECT GUTENBERG EBOOK ΗΘΙΚΆ ΝΙΚΟΜΆΧΕΙΑ, ΤΌΜΟΣ ΠΡΏΤΟΣ ***

Produced by Sophia Canoni. Book provided by Iason Konstantinidis

Note: The table of contents has been inserted for the convenience of the reader. Bold characters in the book have been included in &&. One missing word has been marked by [], while 3 corrections have been included in //. Numbers in curly brackets relate to the footnotes that have been transferred at the end of the book. The tonic system has been changed from polytonic to monotonic, otherwise the spelling of the book has not been changed.

Σημείωση: Ο Πίνακας περιεχομένων δημιουργήθηκε για την διευκόλυνση του ανανγνώστη. Έντονες λέξεις έχουν συμπερηληφθεί μεταξύ &&. Μία λέξη που λείπει έχει περιληφθεί σε [], ενώ 3 διορθώσεις περιλαμβάνονται σε //. Οι αριθμοί σε αγκύλες {} αφορούν στις υποσημειώσεις των σελίδων που έχουν μεταφερθεί στο τέλος Ο τονισμός έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου.

Π Ι Ν Α Κ Α Σ Π Ε Ρ Ι Ε Χ Ο Μ Ε Ν Ω Ν
ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΒΙΒΛΙΟΝ Α. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'. – ΙΓ’. ΒΙΒΛΙΟΝ Β. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'. – Θ’. ΒΙΒΛΙΟΝ Γ. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'. – ΙΕ’. ΒΙΒΛΙΟΝ Δ. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'. - ΙΕ'. ΒΙΒΛΙΟΝ Ε. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'. - ΙΕ'. ΒΙΒΛΙΟΝ Ζ. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'. - ΙΓ'.

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ

ΗΘΙΚΑ ΝΙΚΟΜΑΧΕΙΑ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ
ΚΥΡ. ΖΑΜΠΑ

ΤΟΜΟΣ ΠΡΩΤΟΣ

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ

ΗΘΙΚΑ ΝΙΚΟΜΑΧΕΙΑ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ
ΚΥΡ. Ζ Α Μ Π Α
ΤΟΜΟΣ ΠΡΩΤΟΣ
ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Περί της κριτικής και ερμηνευτικής μας εργασίας εις το κείμενον των Ηθικών Νικομαχείων όχι μόνον απρόσφορον αλλά και αδύνατον είναι να λεπτολογήσωμεν ενταύθα, διότι θα εχρειάζετο χώρος ίσος προς τον όγκον του βιβλίου. Απλώς αναφέρομεν ότι άνω των 500 χωρίων αποκατεστήσαμεν εκ των χειρογράφων ή δι' ελαφράς τροποποιήσεως και προ πάντων της στίξεως και των μορίων (δε, δη, γαρ, άρα, ου, εν, επί κτλ.), και περί τα 1000 ανεξήγητα εν συνόλω χωρία ερμηνεύσαμεν σαφώς. Διά τούτο ο ασαφής και αποσπατώδης και μόνον εκ φήμης θαυμαζόμενος Αριστοτέλης δια πρώτην ίσως φοράν εν Ελλάδι παρουσιάζεται σαφής, αυτοεξηγημένος, συναφής, και προ πάντων ακέραιος και πλήρης {1} δια να εκτιμηθή και θαυμασθή από την ατομικήν πλέον αντίληψιν εκάστου. Προς πλειοτέραν μάλιστα ευκολίαν εκτός των απαραιτήτων σημειώσεων {2} προτάσσομεν εις εκάστην σχεδόν σελίδα συνοπτικά περιεχόμενα, ούτως ώστε το βιβλίον τούτο να λάβη πλέον τελείαν μορφήν νεωτέρου διδακτικού εγχειριδίου και να είναι κατάλληλον διά το όλον του, όσον ουδέν άλλο, να εισαχθή εις τα σχολεία ως &Νεοελληνικόν Ανάγνωσμα&.

Εξ όλων όμως των προσόντων του το ανώτερον και καθολικώτερον είναι ότι μετεφράσθη εις την ζωντανήν γλώσσαν καθώς λέγουν συνήθως και την οποίαν ημείς ονομάζομεν &Αθηναϊκήν γλώσσαν&. Επειδή όμως το προσόν τούτο εις πολλούς ακόμη θα φανή ελάττωμα και επειδή συνδέεται και με την γλώσσαν του Αριστοτέλους (επίσης κοινήν) οπωσούν, και με ολόκληρον το γλωσσικόν ζήτημα, το οποίον είναι η μεγαλιτέρα πληγή του έθνους και αιτία των δισχιλιετών συμφορών της ελληνικής φυλής, δια τούτο κρίνομεν επάναγκες να ειπούμεν ό,τι είναι δυνατόν εδώ περί αυτού, διότι είμεθα βέβαιοι ότι παρέχομεν την μόνην ορθήν και εδραίαν βάσιν προς αναθεώρησιν της εκπαιδεύσεως και αναγέννησιν του έθνους.

Είναι γνωστόν ότι και ο τελευταίος αστοιχείωτος αναγνώστης όταν πάρη να αναγνώση μίαν κωμωδίαν, αμέσως ζωογονείται ο τόνος της φωνής του και απαγγέλλει με έξαψιν χαράς, λύπης, οργής, ειρωνείας, γελώτων κτλ και εν γένει με σύμπραξιν των χειρών και των ποδών και της φωνής και των μορφασμών του. Αι! λοιπόν αυτή είναι η πλήρης γλώσσα, δηλαδή η ζωντανή και καλλιτεχνική, η συνοδευομένη με την γλώσσαν των σχημάτων (μιμητικήν) και του τόνου (μουσικήν). Επειδή όμως αι τελευταίαι ειδικότητες απεσπάσθησαν από το σύνολον της γλώσσης ως αυτοτελείς καλλιτεχνίαι, και επειδή η σοβαρωτέρα δήθεν και επιστημονική χρήσις της γλώσσης απεγυμνώθη από την συμμετοχήν των κινήσεων του σώματος και της φωνής και περιωρίσθη εις την ανούσιον κίνησιν των χειλέων η οποία μάλιστα εξαφανίζεται σχεδόν τελείως κατά την σιωπηράν ανάγνωσιν, δια τούτο ανέκαθεν η γλωσσική επιστήμη παρενόησε την καλλιτεχνικήν ιδιότητα αυτής, και όσον και αν ομιλεί περί ευφωνίας αυτής, ουδέποτε κατέταξε την γλώσσαν μεταξύ των καλών τεχνών διά να εφαρμόση και επαληθεύση εις αυτήν όλους τους νόμους της αισθητικής. Εις τούτο συνετέλεσε και το όλως εξωτερικόν γεγονός ότι το ύψος των αρχαίων κλασσικών συγγραφέων κατέστησε αυτούς το ίνδαλμα το οποίον με νοσταλγίαν επόθησαν όλοι οι μεταγενέστεροι χρόνοι, και επεδόθησαν εις την ανάγνωσιν αυτών, προσπαθούντες με πάντα τρόπον να συγκρατήσουν τους τύπους της γλώσσης των. Και αυτή ακριβώς η τάσις στρέφεται καιρίως εναντίον ενός των θεμελιωδών νόμων πάσης καλλιτεχνίας, ήτοι του νεωτερισμού και της &καινοπρεπείας&.

Επειδή μάλιστα η τοιαύτη έκτροπος σπουδή περί την γλώσσαν εγίνετο άνευ της συμμετοχής της ακουστικής αντιλήψεως, εδημιουργήθη μοιραίως η εξαμβλωματική μεταφορά της αντιλήψεως της γλώσσης από την ακοήν και τον ήχον εις την όρασιν και την ορθογραφίαν. Και σήμερον πλέον έχομεν ανθρώπους αντιλαμβανομένους τους ευφωνικούς κανόνας της γλώσσης &ορθογραφικώς& (!)

Οι τοιούτοι δεν λέγουν λ. χ. &καλημέρα& αλλά προφέρουν σαφέστατα &καλή ημέρα&, διότι εφαρμόζουν τον ορθογραφικόν ευφωνικόν κανόνα ότι το η ως μακρόν δεν εκθλίβεται. Οι τοιούτοι γνωρίζουν μεν ότι εις το &γέγραφσθε& το σ εκπίπτει ως δυσπρόφερτον μεταξύ δύο συμφώνων, εις το &ψεύστης& όμως δεν το ευρίσκουν δυσπρόφερτον, διότι νομίζουν ότι το &ευ& προφέρεται λεπτότερον από το αφ και καταφέρονται κατά των αγραμμάτων εκείνων οι οποίοι λέγουν συμφωνότερον προς την ουσίαν του κανόνος &ψεύστης (!)& Πόσον προσκρούει εις την μουσικήν ευαρμοστίαν ο ορθογραφικός αρχαϊσμός το δεικνύει σαφέστατα το κακόστομον επίρρημα &κατεσπευσμένως,& το οποίον συγκρινόμενον με τα γοργά ευρωπαϊκά vite, schnell κτλ., φαίνεται ως ειρωνεία προς την αλήθειαν (=μη κουνιέσαι) και το οποίον ημείς το λέγομεν γλήγορα εις την ζωντανήν γλώσσαν, η οποία ξετινάζει και &καθαρίζει& την γούνα της &καθαρευούσης&. Πλειότερα περί της στρεβλώσεως της νεωτέρας γλώσσης διά των ορθογραφικών κανόνων είπαμεν πλην άλλων και εις τον πρόλογον του Κρατύλου. Και τόρα σπεύδομεν εις το συμπέρασμα ότι η εφαρμογή των αρχαίων κανόνων και η τάσις προς αναβίβασιν της σημερινής γλώσσης σημαίνει την τελείαν απονέκρωσιν αυτής και την αφαίρεσιν παντός καλλιτεχνικού στοιχείου. Διά τούτο πολύ δικαίως εξανέστησαν κατά καιρούς διάφοροι γλωσσοτέχναι ποιηταί ή συγγραφείς, και πολύ φυσικώς εζήτησαν άλλοι να σύρουν αυτήν εις το άκρον αντίθετον, δηλαδή εις την τελείως αγράμματον και επαρχιακήν γλώσσαν, εις ψυχαρισμόν ή μαλλιαρισμόν ή οτιδήποτε άλλο, διότι μόνον διά της τοιαύτης αντιθέσεως ήτο δυνατόν να ωριμάση η μέση εκείνη και χρυσή πορεία η οποία σήμερον πλέον κατέκτησε όλην την αληθινήν λογογραφίαν από την δημοτικήν ποίησιν έως εις το διήγημα και από τας επιφυλλίδας των εφημερίδων μέχρι των μεταφράσεων των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων, δια τας οποίας το έθνος θα ευγνωμονή τον αναλαβόντα την πρωτοβουλίαν εκδότην κύριον Γ. Φέξην.

Κ. ΖΑΜΠΑΣ

ΗΘΙΚΑ ΝΙΚΟΜΑΧΕΙΑ

ΒΙΒΛΙΟΝ Α.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'.

&Το αγαθόν ως σκοπός εις όλα&. — Πάσα τέχνη και επιστήμη, καθώς και πάσα πράξις και προαίρεσις, φαίνεται ότι επιδιώκει κάποιον αγαθόν. Δια τούτο καλώς απεφάνθησαν ότι αγαθόν είναι ό,τι επιδιώκουν πάντες. Υπάρχει όμως διαφορά εις τα αποτελέσματα. Διότι άλλα μεν είναι μόνον ενέργειαι, άλλα δε εκτός των ενεργειών είναι και έργα. Και όπου πλην των ενεργειών υπάρχουν και κάποια έργα, εκεί είναι ανώτερα τα έργα από τας ενεργείας.

Επειδή δε υπάρχουν πολλαί πράξεις και τέχναι και επιστήμαι, έχομεν επίσης και πολλά αποτελέσματα• λόγου χάριν η ιατρική έχει αποτέλεσμα την υγείαν, η δε ναυπηγική το πλοίον, η στρατηγική πάλιν την νίκην, και η οικονομική τον πλούτον. Πολλαί δε από αυτάς υπάγονται εις έν σύστημα, καθώς λόγου χάριν εις την ιππικήν ή χαλινοποιία και όσαι άλλαι καταγίνονται εις τα ιππικά όργανα. Αυτή δε και πάσα πολεμική πράξις υπάγεται εις την στρατηγικήν, ομοίως δε και άλλαι εις άλλας. Εις όλας αυτάς λοιπόν είναι προτιμότερα πάντοτε τα αποτελέσματα των αρχιεργατικών τεχνών, παρά τα των υπαγομένων εις αυτάς. Διότι προς χάριν εκείνων επιδιώκονται και αυτά• έχει δε βεβαίως μεγάλην διαφοράν το να είναι αι ίδιαι ενέργειαι αποτέλεσμα των πράξεων, παρά εκτός αυτών να υπάρχη κάτι άλλο, καθώς εις τας επιστήμας που ανεφέραμεν προηγουμένως. Εάν λοιπόν εις κανέν από όσα είναι ευκατόρθωτα υπάρχη αποτέλεσμα το οποίον επιδιώκομεν μόνον χάριν αυτού του ιδίου, όλα δε τα άλλα προς χάριν αυτού και όχι το καθένα πάντοτε χάριν άλλων (διότι τότε προχωρεί εις το άπειρον και μένει η επιθυμία μας ανεκπλήρωτος και ματαία), τότε είναι φανερόν ότι αυτός ο σκοπός είναι το αγαθόν και το κάλλιστον πράγμα.

&Τα αγαθά υπάγονται εις την πολιτικήν επιστήμην&. — Επομένως και διά την ζωήν η γνώσις αυτού δεν έχει άραγε μεγάλην σημασίαν, και ως άλλοι σκοπευταί, όταν έχωμεν ωρισμένον σκοπόν εις τον βίον μας, δεν είναι ευκολώτερον να επιτύχωμεν το ορθόν; Και αφού τούτο είναι αληθές, πρέπει να προσπαθήσωμεν να περιλάβωμεν αυτό εις ένα τύπον και να εύρωμεν τι πράγμα είναι και εις ποίαν επιστήμην ή ικανότητα ανήκει. Και φαίνεται ότι ανήκει εις την πλέον κυρίαρχον και αρχιεργατικήν, και τοιαύτη είναι η πολιτική. Διότι αυτή διατάσσει ποίαι επιστήμαι πρέπει να υπάρχουν εις τας πόλεις και ποίας να μανθάνη έκαστος και μέχρι ποίου βαθμού. Βλέπομεν δε ότι και αι σεβαστότεραι δυνάμεις υπάγονται εις αυτήν, καθώς η στρατηγική, η οικονομική, η ρητορική. Επειδή δε αυτή μεταχειρίζεται τας άλλας πρακτικάς επιστήμας και εκτός τούτου νομοθετεί τι πρέπει να πράττωμεν και τι να αποφεύγωμεν, ίσως το αποτέλεσμα αυτής περικλείει το αποτέλεσμα των άλλων, ώστε πιθανόν αυτό να είναι το ανθρώπινον αγαθόν. Διότι, και όταν είναι το ίδιον δι' έν άτομον και δι' ολόκληρον την πόλιν, πάλιν όμως το αγαθόν της πόλεως φαίνεται ότι είναι μεγαλίτερον και προς απόκτησιν και προς διατήρησιν. Διότι καλόν είναι και όταν το αγαθόν υπάρχη εις έν άτομον μόνον, αλλά πολύ καλλίτερον και θεαρεστότερον είναι να υπάρχη εις τα έθνη και τας πόλεις.

&Η ηθική δεν είναι θετική επιστήμη&. — Αυτή λοιπόν εδώ η έρευνά μας αυτά επιδιώκει και είναι κάπως πολιτική, θα είναι δε αρκετά τελεία, εάν διασαφηθή συμφώνως με το εξεταζόμενον υλικόν. Διότι την ακρίβειαν δεν πρέπει να την επιδιώκωμεν εις όλους τους λόγους καθώς ουδέ εις όλα τα κατασκευαζόμενα έργα.

Τα δε καλά και τα δίκαια τα οποία ερευνά η πολιτική, επιδέχονται τόσον μεγάλην διαφοράν και πλάνην, ώστε να νομίζωνται ότι μόνον κατά συνθήκην υπάρχουν και όχι εκ φύσεως. Τοιαύτην δε πλάνην περιέχουν και τα αγαθά, διότι εις πολλούς συμβαίνουν δυστυχήματα εξ αιτίας αυτών. Γνωρίζομεν δηλαδή έως τώρα ότι πολλοί κατεστράφησαν εξ αιτίας του πλούτου, άλλοι δε εξ αιτίας της ανδρείας των. Είναι λοιπόν αρκετόν, αφού ομιλούμεν διά τοιαύτα, να αποδείξωμεν την αλήθειαν χονδρικώς και με γενικόν τύπον, και αφού ορίσωμεν τας συνηθεστέρας περιπτώσεις και αρχάς, να εξαγάγωμεν ανάλογα συμπεράσματα.

Κατά τον ίδιον τρόπον λοιπόν πρέπει να είμεθα επιφυλακτικοί εις το να παραδεχώμεθα παν ό,τι λέγεται. Διότι ίδιον του μορφωμένου ανθρώπου είναι να ζητή την ακρίβειαν δι' έκαστον γένος εις τόσον βαθμόν, όσον επιτρέπει η φύσις του πράγματος. Δηλαδή είναι εντελώς όμοιον να παραδεχθώμεν από ένα μαθηματικόν τους υπολογισμούς των πιθανοτήτων, όσον και από ένα ρήτορα τας αποδείξεις του.

&Οι νέοι δεν είναι αρμόδιοι διά την σπουδήν της πολιτικής.& — Βεβαίως όμως έκαστος κρίνει ορθώς όσα γνωρίζει και εις αυτά είναι καλός κριτής. Επομένως εις τα ιδιαίτερα είναι κριτής ο ειδικώς μορφωμένος, γενικός δε κριτής είναι όστις είναι μορφωμένος εις όλα. Διά τούτο ο νέος δεν είναι αρμόδιος σπουδαστής διά την πολιτικήν. Διότι είναι ανίδεος από τας πράξεις της ζωής, και όμως οι πολιτικοί λόγοι πηγάζουν από αυτάς και ομιλούν δι' αυτάς. Εκτός δε τούτου, επειδή ακολουθεί τα πάθη του, εις μάτην και ανωφελώς θα ακροασθή, διότι ο σκοπός δεν είναι η γνώσις αλλά η πράξις. Και δεν έχει καμμίαν διαφοράν αν είναι νέος κατά την ηλικίαν ή κατά τον χαρακτήρα νεαρός. Διότι αιτία του ελαττώματος δεν είναι ο χρόνος, αλλά το ότι ζη και επιδιώκει παν πράγμα συμφώνως με το πάθος του. Δηλαδή εις τους τοιούτους είναι ανωφελής η γνώσις, καθώς εις τους ακολάστους. Ενώ εις εκείνους, όσοι κανονίζουν τας κλίσεις των συμφώνως με το λογικόν, ίσως είναι πολύ ωφέλιμον να γνωρίζουν περί αυτών.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β'.

&Η ευτυχία ως το ανώτερον αγαθόν.& — Και όσον μεν δια τον σπουδαστήν και την πειστικότητα και το θέμα μας, ας θεωρήσωμεν ως αρκετόν προοίμιον τα προηγούμενα. Και τόρα πάλιν, επειδή πάσα γνώσις και απόφασις επιθυμεί κάποιον αγαθόν, ας εξετάσωμεν από την αρχήν ποίον είναι αυτό το οποίον επιδιώκει η πολιτική, και ποίον είναι τα ανώτατον από όλα τα πραγματοποιούμενα αγαθά ! Ως προς το όνομα λοιπόν οι περισσότεροι μένουν σύμφωνοι. Δηλαδή και οι κοινοί άνθρωποι και οι επίλεκτοι λέγουν, ότι αυτό είναι η ευτυχία, θεωρούν δε την ευζωίαν και την ευδοκίμησιν ως το ίδιον πράγμα με την ευτυχίαν. Ως προς την ουσίαν όμως της ευτυχίας διαφωνούν και δεν την ορίζουν οι κοινοί άνθρωποι καθώς οι σοφοί. Διότι οι μεν κοινοί άνθρωποι την παραδέχονται ως πράγμα χειροπιαστόν και ωρισμένον, λόγου χάριν ηδονήν, ή πλούτον, ή δόξαν, και άλλοι κάτι άλλο, πολλάκις μάλιστα ο ίδιος κατά περιστάσεις την νομίζει διάφορον (δηλαδή όταν μεν είναι ασθενής ως υγείαν, όταν δε είναι πτωχός ως πλούτον), επειδή όμως συναισθάνονται ότι δεν την γνωρίζουν, θαυμάζουν εκείνους οι οποίοι λέγουν κάτι τι σοβαρόν και ανώτερον των δυνάμεών των. Μερικοί μάλιστα ενόμιζαν ότι έξω από αυτά τα πολλά αγαθά υπάρχει και κάποιον άλλο αυτοτελές, το οποίον είναι και η αιτία δια να είναι αγαθά όλα αυτά.

Και λοιπόν το να εξετάσωμεν τας γνώμας όλων ανεξαιρέτως ίσως είναι υπέρ το δέον ανωφελές, είναι όμως αρκετόν να ομιλήσωμεν ολίγον διά τας γνώμας αι οποίαι επιπλέουν περισσότερον εις την επιφάνειαν και είναι παραδεκτότεραι.

&Απαγωγική και επαγωγική απόδειξις.& — Ας μη λησμονούμεν όμως ότι έχουν διαφοράν αι αποδείξεις αι απαγωγικαί (αι προχωρούσαι από αξιώματα) από τας επαγωγικάς (αι οποίαι καταλήγουν εις αξιώματα). Και βεβαίως είχε δίκαιον ο Πλάτων να αμφιβάλλη {3} αν η απαγωγική ή η επαγωγική μέθοδος είναι ορθή, καθώς μέσα εις το στάδιον από τους αθλοθέτας προς το τέρμα, ή αντιθέτως. Διότι πρέπει να αρχίζωμεν από τα γνωστά. Αυτά δε είναι διττά, ή γνωστά εν σχέσει προς ημάς, ή γενικώς γνωστά. Ίσως λοιπόν είναι ορθόν να αρχίσωμεν από τα εις ημάς γνωστά. Διά τούτο πρέπει να έχη καλήν ανατροφήν όστις πρόκειται να ακολουθήση αποτελεσματικώς μαθήματα περί καλών και δικαίων και εν γένει πολιτικών — διότι η αρχή και το αξίωμα είναι το τι, και αν αυτό αποδειχθή αρκετά, τότε δεν χρειάζεται το διατί. — Και ο τοιούτος ή έχει αξιώματα, ή ευκόλως ημπορεί να τα αποκτήση. Εις όποιον όμως κανέν από αυτά τα δύο δεν συμβαίνη, αυτός ας ακούση τι λέγει ο Ησίοδος (Εργ. 291 ε):

Πρωτόκαλος είναι όποιος βρη όλα με το μυαλό του• δεύτερος όποιος τον καλόν δάσκαλον τον ακούει. Μα όποιος ούτε μόνος του νοιώθει, ούτε απ' άλλον παίρνει μαθήματα καλά, για τίποτε δεν κάνει.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ'.

&Η ηδονική ζωή είναι κτηνώδης&. — Ημείς όμως επιστρέφομεν εις την αρχήν της παρεκβάσεώς μας. Δηλαδή όχι άνευ λόγου φαίνεται ότι πολλοί θεωρούν ως αγαθόν και ευτυχίαν έν σύστημα της ζωής, λόγου χάριν οι κοινοί άνθρωποι και οι χυδαιότεροι την ηδονήν. Και δι' αυτό κλίνουν εις την απολαυστικήν ζωήν. Διότι τρία είναι τα περισσότερον διακρινόμενα είδη της ζωής, αυτή που ανεφέραμεν, και η πολιτική και τρίτη η θεωρητική. Και λοιπόν οι μεν κοινοί άνθρωποι φαίνεται ότι προτιμούν εντελώς την ζωήν των κτηνών, γίνεται όμως λόγος δι' αυτούς, διότι και πολλοί από τους ευρισκομένους εις την εξουσίαν είναι ομοιοπαθείς με τον Σαρδανάπαλον.

&Οι επίλεκτοι προτιμούν δόξαν.& — Οι επίλεκτοι όμως και δραστήριοι προτιμούν την δόξαν, διότι της πολιτικής ζωής σχεδόν αυτός είναι ο σκοπός. Αποδεικνύεται όμως ότι ο σκοπός ούτος είναι επιπολαιότερος παρ' ό,τι ελπίζεται. Διότι φαίνεται ότι ανήκει μάλλον εις τους δοξάζοντας παρά εις τους δοξαζομένους, ενώ ημείς το αγαθόν το προμαντεύομεν ως ιδικόν μας και αναφαίρετον. Ακόμη δε φαίνεται ό,τι επιδιώκουν την δόξαν, διά να πιστεύσουν και οι ίδιοι ότι είναι αγαθοί. Τουλάχιστον αυτοί επιδιώκουν να τιμώνται από τους νοημονεστέρους, και από εκείνους οι οποίοι τους γνωρίζουν καλά, και ως ενάρετοι. Είναι λοιπόν προφανές ότι κατά την γνώμην αυτών η αρετή είναι ανωτέρα. Και πολύ πιθανόν να θεωρήση κανείς αυτήν ως σκοπόν της πολιτικής ζωής.

&Αλλά και η αρετή δεν είναι το ίδιον με την ευτυχίαν.& — Αποδεικνύεται όμως και αυτή ανεπαρκής. Διότι φαίνεται ότι είναι ενδεχόμενον και να κοιμάται κανείς ενώ έχει αρετήν, ή να είναι αδρανής εις όλην του την ζωήν, και εκτός αυτών να κακοπαθή και να δυστυχή εις μέγιστον βαθμόν. Αλλά εκείνον ο οποίος ζη κατ' αυτόν τον τρόπον κανείς δεν ημπορεί να τον καλοτυχίση εκτός μόνον να τον κατατάξη εις τα παράδοξα φαινόμενα. Και δι' αυτά μεν είπαμεν αρκετά, διότι τα εξετάσαμεν οπωσδήποτε εις τους εξωτερικούς και εγκυκλίους λόγους. Τρίτη είναι η θεωρητική ζωή, περί της οποίας θα ομιλήσωμεν εις τα επόμενα {4}. Ο δε χρηματιστής είναι κάπως εκβιαστικός, και ο πλούτος είναι φανερόν ότι δεν είναι το επιδιωκόμενον αγαθόν, διότι χρησιμεύει και προς εξυπηρέτησιν άλλου πράγματος. Δι' αυτό ημπορεί κανείς να θεωρήση ως αγαθόν μάλλον τους προαναφερθέντας σκοπούς, διότι προς χάριν αυτών αγαπάται ο πλούτος. Αλλά και δι' αυτούς υπάρχουν αμφιβολίαι, αν και πολλοί λόγοι κατεχωρίσθησαν χάριν αυτών.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ'.

&Δεν υπάρχει γενική έννοια (ιδέα του αγαθού)&. — Και λοιπόν τόρα ας αφήσωμεν αυτό το ζήτημα. Και ίσως είναι καλλίτερον να εξετάσωμεν και να συζητήσωμεν ποίαν έννοιαν έχει η γενίκευσις, μολονότι αυτή η έρευνα είναι ανηφορική, διότι φίλοι άνδρες έφεραν εις το μέσον τα είδη (ιδέας, γενικάς εννοίας). Αλλ' ίσως είναι καλλίτερον και ορθότερον προς διάσωσιν βεβαίως της αληθείας να αναιρούμεν και τα ιδικά μας, αφού μάλιστα είμεθα και φιλόσοφοι. Διότι, αφού και οι δύο είναι φίλοι, είναι συγχωρημένον να προτιμήσωμεν την φίλην αλήθειαν, οι δε ιδρυταί της θεωρίας αυτής δεν εφεύρον και ιδέας διά να εκφράζουν τα πρότερα (αρχάς) και τα ύστερα (συνεπείας) και δι' αυτό δεν εφεύρον ουδέ διά τους αριθμούς ιδέας. Το αγαθόν όμως λέγεται και επί ουσίας και ποιότητος και επί αναφοράς, ενώ το απόλυτον και η ουσία είναι εκ φύσεως πρότερον από την αναφοράν — διότι η τελευταία αυτή φαίνεται ως παραφυάς και σύμπτωμα του όντος, δηλαδή της ουσίας. — Ώστε δεν είναι δυνατόν να υπάρχη καμμία κοινή έννοια εις αυτάς. Έπειτα δε, αφού το αγαθόν λέγεται εις όσα και το ον — δηλαδή λέγεται και επί ουσίας, καθώς λόγου χάριν ο θεός και ο νους, και επί ποιότητος ως αι αρεταί, και επί ποσότητος ως το μέτριον, και επί αναφοράς ως το χρήσιμον, και επί χρόνου ως το επίκαιρον και επί τόπου ως η διαμονή και τα όμοια — είναι φανερόν ότι δεν είναι δυνατόν κανέν να είναι κοινόν και καθολικόν και έν. Διότι τότε δεν θα απεδίδετο εις όλας τας κατηγορίας, αλλά μόνον εις μίαν.

&Πειστικώτερα επιχειρήματα κατά της ιδέας του αγαθού.& — Έπειτα δε, αφού δι' όσα ανήκουν εις μίαν ιδέαν υπάρχει μία επιστήμη, έπρεπε δι' όλα τα αγαθά να υπάρχη μία επιστήμη. Και όμως αντιθέτως υπάρχουν πολλαί, ακόμη και διά τα υπαγόμενα εις μίαν κατηγορίαν• λόγου χάριν διά το επίκαιρον εις μεν τον πόλεμον είναι η στρατηγική, εις δε την ασθένειαν η ιατρική, και διά το μέτριον εις την θρέψιν μεν η ιατρική, εις την κόπωσιν δε η γυμναστική. Και είναι να απορή κανείς, τι άραγε φαντάζονται ότι σημαίνει το αυτοέκαστον, αφού και εις τον αυτοάνθρωπον καθώς και εις τον άνθρωπον ανήκει ο ίδιος ορισμός του ανθρώπου. Διότι δεν έχουν καμμίαν διαφοράν ως προς την ουσίαν του ανθρώπου. Και τότε ούτε το αυτοαγαθόν έχει διαφοράν από το αγαθόν ως προς την ουσίαν του αγαθού. Ακόμη δε ούτε με την αϊδιότητα (ιδιότητα του αναλλοιώτου) θα γίνη περισσότερον αγαθόν, αφού και το πολυχρόνιον λευκόν δεν είναι λευκότερον από το εφήμερον. Και καταντούν να είναι περί αυτού πιστευτότεροι (!) οι λόγοι των Πυθαγορείων, οι οποίοι κατατάσσουν το έν εις την τάξιν των αγαθών. Τούτους δε φαίνεται ότι ακολουθεί και ο Σπεύσιππος.

&Δύο είδη του αγαθού: το απόλυτον και το σχετικόν.& — Αλλά δι'αυτά ημπορεί να γίνη άλλοτε λόγος. Εις όσα όμως είπαμεν υποφώσκει μία ένστασις, ότι δηλαδή οι λόγοι εκείνοι δεν εφαρμόζονται εις οποιονδήποτε αγαθόν, αλλά εις έν είδος αυτών, δηλαδή εις τα αγαθά τα οποία επιδιώκονται και αγαπώνται μόνα των καθ' εαυτά, ενώ τα δημιουργικά αυτών, ή τα κάπως προφυλακτικά, ή των αντιθέτων αποκρουστικά λέγονται χάριν αυτών, και με διάφορον τρόπον. Έπεται λοιπόν ότι τα αγαθά είναι δύο ειδών, και το μεν ένα είδος είναι τα καθ' εαυτά, το δε άλλο είναι όσα υπάρχουν προς χάριν τούτων. Ας αποχωρίσωμεν λοιπόν τα καθ' εαυτά από τα χρήσιμα και ας τα εξετάσωμεν αν υπάγονται εις μίαν κατηγορίαν. Αλλά τόρα ποία ημπορούμεν να θεωρήσωμεν ως καθ' εαυτά, παρά όσα και επιδιώκονται μεμονωμένα, καθώς λόγου χάριν η φρόνησις και η όρασις και μερικαί ηδοναί και τιμαί; Διότι αυτά, αν και τα επιδιώκομεν και προς χάριν άλλου πράγματος, όμως ημπορούμεν να τα θεωρήσωμεν ως καθ' εαυτά αγαθά. Ή μήπως τάχα δεν ημπορούμεν να θεωρήσωμεν ως αγαθόν κανέν άλλο εκτός της ιδέας του αγαθού; Τότε λοιπόν είναι ανωφελής η ιδέα. Αφού δε και αυτά ανήκουν εις τα καθ' εαυτά αγαθά, τότε πρέπει η έννοια του αγαθού να είναι η ιδία εις όλα αυτά, καθώς η έννοια της λευκότητος είναι η ιδία εις την λευκότητα και εις το ψιμύθιον. Και όμως της τιμής και φρονήσεως και ηδονής είναι άλλαι και διαφορετικαί αι έννοιαι ως προς την ουσίαν του αγαθού. Επομένως το αγαθόν δεν είναι κάτι τι κοινόν και ανήκον εις μίαν γενικήν έννοιαν.

&Η ιδέα του αγαθού δεν ωφελεί πρακτικώς εις τα διάφορα επαγγέλματα.& — Αλλά τότε ποίαν σημασίαν έχει αυτή η λέξις; Διότι δεν φαίνεται ότι εκ συμπτώσεως όλα αυτά έχουν κοινόν το όνομα αγαθά. Μήπως λοιπόν λέγονται αγαθά διότι έχουν όλα μίαν προέλευσιν, ή όλα είναι συντελεστικά δι' έν; Ή μήπως πιθανώτερον κατ' αναλογίαν, δηλαδή, διότι καθώς είναι εις το σώμα η όρασις, το ίδιον είναι εις την ψυχήν ο νους, και εν γένει άλλο εις άλλο; Αλλ' ίσως αυτά πρέπει να τα αφήσωμεν κατά μέρος, διότι φαίνεται ότι ανήκει εις άλλην ειδικότητα της φιλοσοφίας το να εξετάση αυτά λεπτομερέστερον. Το ίδιον δε και περί της ιδέας. Διότι, αν τυχόν υπάρχη έν αγαθόν κοινώς αποδιδόμενον ή κανέν χωριστόν καθ' εαυτό, είναι φανερόν ότι δεν ημπορεί να επιτευχθή ούτε και να αποκτηθή από τον άνθρωπον. Και όμως ημείς τόρα κάτι τι παρόμοιον ζητούμεν. Δι'αυτά δεν είναι απίθανον να νομίση κανείς ότι είναι ωφελιμώτερον να γνωρίζωμεν αυτό το γενικόν αγαθόν χάριν των αγαθών τα οποία είναι πραγματοποιήσιμα και ευκολοαπόκτητα. Διότι βεβαίως θα έχωμεν αυτά ως παράδειγμα, και ευκολώτερον θα γνωρίζωμεν τα ιδικά μας αγαθά και θα τα επιτυγχάνωμεν. Λοιπόν όσον διά πιθανότητα δεν στερείται αυτός ο λόγος, φαίνεται όμως ότι διαφωνεί με τας επιστήμας. Διότι όλαι αυταί επιθυμούν κάποιον αγαθόν και ενώ επιδιώκουν να συμπληρώσουν την έλλειψίν των παραλείπουν την γνώσιν αυτού. Και όμως δεν είναι ευλογοφανές ένα τόσον σπουδαίον βοήθημα να μην το γνωρίζουν όλοι οι τεχνίται και ούτε καν να αισθάνωνται την έλλειψίν του. Είναι δε πάλιν ανεξήγητον τι θα ωφεληθή ο υφάντης ή ο κτίστης διά την τέχνην του, όταν γνωρίζη το καθ' εαυτό αγαθόν, ή πώς θα γίνη ιατρικώτερος ή στρατηγικώτερος εκείνος ο οποίος ενόησε την ιδίαν την ιδέαν.

Διότι μου φαίνεται ότι ουδέ γενικώς την υγείαν επιδιώκει τόσον πολύ ο ιατρός, αλλά την ανθρωπίνην υγείαν, και ίσως μάλιστα την υγείαν ενός ωρισμένου ανθρώπου. Διότι χωριστά θεραπεύει τον καθένα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'.

&Η φύσις των πραγματοποιουμένων αγαθών.& — Και δι'αυτά μεν είναι αρκετά όσα είπαμεν. Τόρα όμως ας έλθωμεν πάλιν να ερευνήσωμεν, τι είναι το αγαθόν το οποίον ζητούμεν. Διότι φαίνεται ότι άλλο είναι το αγαθόν εις εκάστην πράξιν και τέχνην. Δηλαδή άλλο είναι εις την ιατρικήν, άλλο εις την στρατηγικήν, και άλλο εις πάσαν άλλην τέχνην ομοίως. Τότε λοιπόν ποίον είναι το αγαθόν εκάστης από αυτάς; Τάχα δεν είναι εκείνο χάριν του οποίου εκτελούνται όλα τα άλλα; Τούτο δε εις μεν την ιατρικήν είναι η υγεία, εις δε την στρατηγικήν η νίκη, εις δε την οικοδομικήν η οικία, εις άλλην δε τέχνην άλλο, και εν γένει εις πάσαν πράξιν και απόφασιν είναι ο σκοπός. Διότι χάριν αυτού εκτελούν όλοι όλα τα άλλα, ώστε, εάν είναι είς ο σκοπός όλων των πραγματοποιουμένων πραγμάτων, τότε αυτός ημπορεί να είναι το πραγματοποιούμενον αγαθόν, εάν δε είναι πολλοί, τότε είναι αυτοί οι πολλοί.

&Το τελικόν αγαθόν είναι η ευτυχία.& — Και τόρα λοιπόν από άλλον δρόμον εφθάσαμεν εις το ίδιον σημείον. Τούτο δε πρέπει να προσπαθήσωμεν να το διασαφήσωμεν ακόμη καλλίτερον. Αφού λοιπόν τα αποτελέσματα φαίνονται ότι είναι πολλά, από αυτά δε μερικά τα προτιμώμεν χάριν άλλων, λόγου χάριν τον πλούτον, τους δούλους και εν γένει τα όργανα, έπεται ότι όλα τα αποτελέσματα δεν είναι τέλεια• το δε καλλίτερον φαίνεται ότι είναι κάπως τέλειον ώστε, εάν μεν έν μόνον είναι το τέλειον, τότε αυτό είναι εκείνο το οποίον ζητούμεν, εάν δε περισσότερα, τότε είναι το τελειότερον από αυτά. Τελειότερον δε θεωρούμεν το αξιαπόκτητον. χάριν εαυτού, παρά το χάριν άλλου, και πάλιν το ουδέποτε χάριν άλλου αξιαπόκτητον παρά το αξιαπόκτητον χάριν και εαυτού και ενός άλλου. Και απολύτως λοιπόν τέλειον το πάντοτε προτιμητέον χάριν εαυτού και ουδέποτε χάριν άλλου. Τοιούτον δε προ πάντων φαίνεται ότι είναι η ευτυχία. Διότι αυτήν την προτιμώμεν πάντοτε χάριν του εαυτού της και ουδέποτε χάριν άλλης, ενώ την δόξαν και την ηδονήν και τον νουν και πάσαν αρετήν την προτιμώμεν και χάριν του εαυτού της, διότι όλα αυτά ημπορούμεν να τα προτιμήσωμεν και όταν δεν φέρουν κανέν άλλο αποτέλεσμα, αλλά τα προτιμώμεν, και χάριν της ευτυχίας, διότι νομίζομεν ότι διά μέσου αυτών θα γίνωμεν ευτυχείς. Και βεβαίως την ευτυχίαν κανείς δεν την εκλέγει χάριν αυτών, ούτε εν γένει χάριν κανενός άλλου.

&Η ευτυχία είναι αυτάρκεια.& — Φαίνεται δε ότι και εις την αυτάρκειαν το ίδιον συμβαίνει, διότι το τέλειον αγαθόν φαίνεται ότι έχει αυτάρκειαν. Αυτάρκειαν δε εννοούμεν όχι μόνον διά τον εαυτόν του, δι' εκείνον ο οποίος ζη μοναχικήν ζωήν, αλλά και διά τους γονείς του και διά τα τέκνα του και διά την γυναίκα του και εν γένει διά τους φίλους και τους συμπολίτας του, αφού ο άνθρωπος είναι εκ φύσεως πολιτικόν ον. Εις αυτά όμως πρέπει να θέσωμεν όριον, διότι, αν επεκταθώμεν εις τους γονείς και εις τους απογόνους και τους φίλους των φίλων, τότε προχωρούμεν επ' άπειρον. Αλλά όσον δι' αυτό θα το εξετάσωμεν άλλην φοράν. Την αυτάρκειαν όμως τόρα την ορίζομεν ως εκείνο, το οποίον, αν μείνη μόνον του, καθιστά την ζωήν προτιμητέαν και όχι ελλιπή. Και τοιούτον πράγμα νομίζομεν ότι είναι η ευτυχία. Εκτός τούτου είναι και η προτιμοτέρα από όλα χωρίς να συμψηφίζεται. Διότι είναι φανερόν ότι, εάν συμψηφίζεται, τότε, και το ελάχιστον αγαθόν αν προστεθή, θα την κάμη προτιμοτέραν. Διότι πάσα νέα προσθήκη είναι πλεονασμός των αγαθών, και από τα αγαθά πάντοτε είναι προτιμότερον το περισσότερον. Επομένως η ευτυχία φαίνεται ότι είναι τελεία και με αυτάρκειαν, και αποτελεί το τέλος των πραγματοποιουμένων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ς'.

&Η φύσις του αγαθού σχετίζεται με την φύσιν του ανθρώπου.& — Αλλ' ίσως μεν το να ορίζωμεν την ευτυχίαν ως το ανώτατον αγαθόν είναι από όλους παραδεκτόν, έκαστος όμως επιθυμεί να μάθη σαφέστερον την φύσιν αυτής. Αυτό λοιπόν ίσως κατορθωθή, αν πάρωμεν να εξετάσωμεν το έργον του ανθρώπου. Διότι καθώς εις τον αυλητήν και τον αγαλματοποιόν και εις έκαστον τεχνίτην και γενικώς εις όλους όσοι έχουν έν έργον και μίαν δράσιν φαίνεται ότι εις το έργον των έγκειται το αγαθόν και η επιτυχία, το ίδιον ημπορεί να νομισθή και διά τον άνθρωπον, εάν υπάρχη έργον το οποίον χαρακτηρίζει τον άνθρωπον εν γένει. Και λοιπόν άραγε μόνον του κτίστου και του βυρσοδέψου υπάρχουν έργα και πράξεις, του ανθρώπου όμως δεν υπάρχουν, αλλ' εκ φύσεως επλάσθη άεργος; Ή μήπως, καθώς είναι φανερόν κάποιον έργον του οφθαλμού και της χειρός και του ποδός και εν γένει όλων των μελών, ομοίως θα δεχθώμεν έξω από όλα αυτά και έργον διά τον άνθρωπον ολόκληρον; Και λοιπόν ποίον είναι δυνατόν να είναι αυτό; Διότι η μεν ζωή είναι κοινή και εις τα φυτά, τόρα όμως ζητούμεν το ιδιαίτερον γνώρισμα. Επομένως πρέπει να αποχωρίσωμεν την θρεπτικήν και αυξητικήν ζωήν. Τότε όμως φαίνεται ότι υπολείπεται κάποια αισθητική ζωή, αλλά και αυτή είναι κοινή και εις τον ίππον και εις τον βουν και εις παν ζώον.

&Η ευτυχία του ανθρώπου συνίσταται εις την λογικήν δράσιν.& — Υπολείπεται λοιπόν κάποια δραστική ζωή του μέρους εκείνου το οποίον είναι λογικόν. Και τούτου έν μέρος μεν υπακούει εις το λογικόν, έν δε έχει λογικόν και συλλογίζεται. Αφού δε και αυτή η ζωή λέγεται κατά δύο τρόπους, πρέπει να δεχθώμεν την ενεργητικήν. Διότι αυτή φαίνεται ότι έχει περισσότερον κύρος. Αφού λοιπόν έργον του ανθρώπου είναι η ενέργεια της ψυχής συμφώνως με το λογικόν ή τουλάχιστον όχι αντιθέτως προς το λογικόν, και αφού το ίδιον έργον λέγομεν ότι έχει εις μίαν ειδικότητα και ο τυχών και ο σπουδαίος, καθώς λόγου χάριν ο κιθαριστής, και ο σπουδαίος κιθαριστής και εν γένει το ίδιον εις όλα με την προσθήκην της υπεροχής ως προς την επιτηδειότητα διά το έργον, διότι παντός κιθαριστού έργον είναι να παίζη κιθάραν, αλλά του σπουδαίου έργον είναι να παίζη καλά, επομένως ως έργον του ανθρώπου ορίζομεν κάποιαν ζωήν, αυτήν δε πάλιν ως δράσιν της ψυχής και ως πράξεις λογικάς, ως ιδιότητα δε του σπουδαίου ανθρώπου το να εκτελή αυτά εις την εντέλειαν, και ότι εκάστη τελειοποίησις κατορθόνεται με την ειδικήν επιτηδειότητα. Επομένως το ανθρώπινον αγαθόν είναι ενέργεια της ψυχικής αριστοτεχνική, και αν είναι περισσότεραι αι αριστοτεχνίαι, τότε είναι η καλλιτέρα και η τελειοτέρα. Ακόμη δε και με ακεραίαν ζωήν. Διότι μία χελιδών δεν φέρει την άνοιξιν, ούτε μία ημέρα. Ομοίως δε ουδέ αξιομακάριστον και ευτυχή δεν κάμνει τον άνθρωπον μία ημέρα ούτε ολίγος καιρός.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ'.

&Η ηθική στηρίζεται εις αξιώματα της επαγωγής και της πείρας.& — Αυτός λοιπόν ας είναι προς το παρόν ο αναλυτικός ορισμός του αγαθού. Διότι ίσως είναι ορθόν πρώτον να το ορίσωμεν γενικώς και έπειτα πλέον να το αναπτύξωμεν. Ίσως δε φανή πολύ πιθανόν και να ημπορή οποιοσδήποτε να τελειοποιήση και να συναρμολογήση όσα ελέχθησαν καλώς εις την ανάλυσιν, και ο καιρός εις αυτά να είναι εφευρετικός και βοηθητικός. Και από τούτο προέρχονται αι πρόοδοι των τεχνών, διότι και ο τυχών ημπορεί να προσθέση το ελλιπές. Πρέπει δε και να ενθυμούμεθα όσα ελέχθησαν προηγουμένως και να μη ζητούμεν την ακρίβειαν εις όλα εξ ίσου, αλλά εις το καθέν αναλόγως της προκειμένης ύλης και εφ' όσον αρμόζει εις την μεθοδικήν έρευναν. Διότι λόγου χάριν και ο κτίστης και ο γεωμέτρης καθ' υπερβολήν επιδιώκουν την ορθήν γωνίαν, εκείνος μεν εξετάζων πόσον είναι χρήσιμος εις το έργον του, αυτός δε τι πράγμα είναι αυτή και ποίου είδους. Διότι είναι ερευνητής της αληθείας.

Κατά τον ίδιον λοιπόν τρόπον πρέπει να εργαζώμεθα και εις άλλα, διά να μη κοπιάζωμεν περισσότερον δια τα πάρεργα παρά δια τα έργα. Και δεν πρέπει ουδέ την αιτίαν να ζητούμεν εις όλα, αλλά εις μερικά είναι αρκετόν να αποδειχθή καλώς το «τι» (θέμα), καθώς λόγου χάριν διά τα αξιώματα. Διότι το «τι» είναι αξίωμα και αρχή. Αι δε αρχαί άλλαι μεν εννοούνται διά της επαγωγής, άλλαι δε διά των αισθητηρίων, άλλαι με κάποιαν εξάσκησιν και άλλαι με άλλον τρόπον. Πρέπει δε να ερευνώμεν εκάστην από αυτάς συμφώνως με την φύσιν των και να φροντίσωμεν να διακριθούν καλώς με τον ορισμόν. Διότι έχουν μεγάλην σημασίαν διά τα κατόπιν. Διότι φαίνεται ότι η αρχή είναι περισσότερον από το ήμισυ του όλου, και με αυτήν εξηγούνται καλώς πολλά από τα ερευνώμενα ζητήματα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η'.

&Διαίρεσις των αγαθών.& — Πρέπει δε να εξετάσωμεν τα αξιώματα όχι μόνον από τα συμπεράσματα και τας προτάσεις του συλλογισμού, αλλά και από όσα ελέχθησαν περί αυτών. Διότι με το αληθές συμφωνούν όλα τα πραγματικά, ενώ με το ψεύδος αμέσως συγκρούονται. Τα αγαθά λοιπόν είναι διηρημένα εις τρία είδη, δηλαδή τα λεγόμενα εξωτερικά, τα ψυχικά, και τα σωματικά, από αυτά δε σπουδαιότερα και κυρίως αγαθά θεωρούμεν τα ψυχικά. Τας δε ψυχικάς πράξεις και ενεργείας τας αποδίδομεν εις την ψυχήν, ώστε ο λόγος μας φαίνεται ορθός, όσον εξαρτάται από αυτήν την γνώμην, η οποία είναι παλαιά και έγινε παραδεκτή από τους φιλοσόφους. Επίσης δε φαίνεται ορθόν και ότι μερικαί πράξεις λέγονται και ενέργειαι εμπερικλείουσαι τον σκοπόν. Διότι τότε ο σκοπός ανήκει εις τα ψυχικά αγαθά και όχι εις τα εξωτερικά. Συμφωνεί δε με τον λόγον μας και το ότι ο ευτυχής ευτυχεί και ευδοκιμεί. Διότι ως κάποια ευτυχία θεωρείται η ευδοκίμησις.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ'.

&Η αρετή είναι απαραίτητος όρος της ευτυχίας.& — Φαίνεται δε ότι και όλα τα απαιτούμενα διά την ευτυχίαν χαρακτηριστικά υπάρχουν εις αυτό το οποίον είπαμεν. Διότι εις άλλους μεν φαίνεται αυτό ως κάποια αρετή, εις άλλους δε ως φρόνησις, εις άλλους δε ως σοφία, και εις άλλους όλα αυτά ή έν από αυτά ηνωμένον με ηδονήν ή τουλάχιστον όχι χωρίς ηδονήν. Άλλοι όμως συμπεριλαμβάνουν και την εξωτερικήν καλοτυχίαν. Από αυτά δε άλλα μεν τα λέγουν πολλοί και παλαιοί άνδρες, άλλα δε ολίγοι και έγκριτοι. Δεν είναι δε λογικόν καμμία μερίς από αυτάς τας δύο να σφάλλη εις το σύνολον, αλλά τουλάχιστον εις έν ή εις τα περισσότερα λέγει το ορθόν. Με τους παραδεχομένους λοιπόν ως αγαθόν την αρετήν ή κάποιαν αρετήν ο λόγος μας είναι σύμφωνος. Διότι εις αυτήν ανήκει η συμφωνούσα με αυτήν ενέργεια. Ίσως όμως δεν είναι μικρά η διαφορά, όταν ευρίσκωμεν το ανώτερον αγαθόν μάλλον εις την απόκτησιν παρά εις την χρησιμοποίησιν, και μάλλον εις την ηθικήν κατάστασιν παρά εις την ενέργειαν. Διότι η μεν ηθική κατάστασις είναι δυνατόν να υπάρχη χωρίς να εκτελή κανέν αγαθόν, λόγου χάριν εις τον κοιμώμενον ή άλλως πως αδρανή, ενώ η ενέργεια δεν είναι δυνατόν να αδρανή. Διότι κατ' ανάγκην θα δράση και θα ευδοκιμήση. Καθώς δε εις την Ολυμπίαν δεν στεφανόνονται οι καλλίτεροι και οι ισχυρότεροι, αλλά οι λαμβάνοντες μέρος εις τους αγώνας, διότι από αυτούς μερικοί είναι νικηταί, ομοίως και τα αγαθά της ζωής τα απολαμβάνουν οι ευδοκιμούντες εις τας πράξεις των.

&Ο ενάρετος βίος εγκλείει πραγματικήν ηδονήν.& — Αλλά και αφ' εαυτής είναι ηδονική η ζωή αυτών. Διότι η ηδονή είναι ψυχική κατάστασις και εις έκαστον παρέχει ηδονήν εκείνο διά το οποίον του αποδίδομεν επίθετον σύνθετον εκ του φίλος• λόγου χάριν εις τον αλογόφιλον ο ίππος και εις τον φιλοθεάμονα το θέαμα, ομοίως δε και εις τον φιλοδίκαιον τα δίκαια και εις τον φιλάρετον η αρετή. Διά τους περισσοτέρους λοιπόν αι ηδοναί συγκρούονται μεταξύ των, διότι δεν είναι σύμφωνοι με την φύσιν του ανθρώπου, ενώ εις τους αγαθούς αι ηδοναί είναι εκ φύσεως ηδονικαί. Τοιαύται δε είναι αι πράξεις αι οποίαι συμφωνούν με την αρετήν, και επομένως είναι ηδονικαί, όχι μόνον ως προς αυτούς αλλά και καθ' εαυτάς. Επομένως δεν έχει ανάγκην ο βίος αυτών από καμμίαν άλλην ηδονήν, ωσάν κανένα περιδέραιον, αλλ' έχει μέσα του την ηδονήν. Διότι εκτός αυτών που είπαμεν, ούτε είναι καν αγαθός όστις δεν ευχαριστείται με τας καλάς πράξεις. Διότι ουδέ δίκαιον ημπορεί να ονομάση κανείς εκείνον, ο οποίος δεν ευχαριστείται με το να πράττη το δίκαιον, ούτε φιλελεύθερον εκείνον ο οποίος δεν ευχαριστείται με τας φιλελευθέρους πράξεις. Ομοίως δε και εις όλα τα άλλα. Τότε λοιπόν φαίνεται ότι είναι ηδονικαί καθ' εαυτάς αι πράξεις αι οποίαι συμφωνούν με την αρετήν. Ακόμη δε είναι βεβαίως και αγαθαί και αρεσταί και μάλιστα εις τον ανώτατον βαθμόν, εάν τουλάχιστον ορθώς κρίνη δι' αυτάς ο σπουδαίος. Κρίνει όμως, καθώς είπαμεν. Επομένως η ενάρετος ευτυχία είναι το καλλίτερον και αρεστότερον και ηδονικώτερον πράγμα, και όλα αυτά δεν ωρίσθησαν καλώς εις το εξής Δηλιακόν επίγραμμα:

 Το δίκαιον καλλίτερον, υγεία δ' αρεστότερον,
 Πλην να 'πιτύχη ό,τι ποθή απ' όλα το γλυκύτερον.

Διότι όλα αυτά υπάρχουν εις τας καλλιτέρας ενεργείας. Αυταί δε η μία από αυτάς, η ανωτέρα, λέγομεν ότι είναι η ενάρετος ευτυχία.

&Και η καλή τύχη φαίνεται απαραίτητος διά την ευτυχίαν.& — Φαίνεται όμως ότι έχει περιπλέον ανάγκην η αρετή και των εξωτερικών αγαθών, καθώς είπαμεν. Διότι είναι αδύνατον, ή τουλάχιστον όχι εύκολον, να εκτελέση τα καλά όστις δεν έχει τα μέσα. Διότι πολλά εκτελούνται με φίλους και με τον πλούτον και με την πολιτικήν δύναμιν, ως να είναι άλλα όργανα. Η στέρησις όμως μερικών, καθώς είναι η ευγένεια, η ευτεκνία, το κάλλος, κηλιδώνει το αξιομακάριστον. Διότι λόγου χάριν δεν είναι τόσον πολύ κατάλληλος διά την ευτυχίαν όστις είναι ως προς την μορφήν εντελώς άσχημος, ή αγενής, ή ερημίτης και άτεκνος. Ίσως μάλιστα πολύ ολιγώτερον, εάν έχη κανείς αθλιέστατα παιδιά, ή φίλους, ή ήσαν αγαθοί και του απέθαναν. Καθώς είπαμεν λοιπόν, φαίνεται ότι χρειάζεται περιπλέον και αυτό το είδος της καλής τύχης. Και διά τούτο μερικοί θεωρούν το ίδιον πράγμα την καλήν τύχην με την ευτυχίαν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι’.

&Το αγαθόν είναι επίκτητον, ή φυσικόν, ή τυχαίον;& — Διά τούτο πολλοί ευρίσκονται εις απορίαν, άραγε το αγαθόν είναι ευκολοδίδακτον, ή ευκολοσυνήθιστον ή με άλλην άσκησιν ευκολοαπόκτητον, ή μήπως μας έρχεται με κάποιαν μοίραν θεϊκήν ή και με την τύχην. Εάν λοιπόν υπάρχη και κανέν άλλο δώρον από τους θεούς εις τους ανθρώπους, είναι εύλογον να είναι και η ευτυχία θεού δώρον, τόσον περισσότερον μάλιστα, όσον είναι το καλλίτερον από όλα τα ανθρώπινα πράγματα. Αλλά τούτο μεν ίσως ανήκει να εξετασθή αλλού, φαίνεται όμως ότι είναι από τα θεϊκώτερα πράγματα, και όταν ακόμη δεν είναι θεόπεμπτον, αλλά αποκτάται με την αρετήν και με κάποιαν μάθησιν και άσκησιν. Διότι το έπαθλον και ο σκοπός της αρετής φαίνεται ότι είναι κάλλιστον και κάτι τι θείον και αξιομακάριστον. Ίσως δε είναι και πολύ κοινόν, διότι είναι δυνατόν να υπάρξη με κάποιαν μάθησιν και επιμέλειαν εις όλους, όσοι δεν είναι εντελώς στρεβλωμένοι ως προς την αρετήν. Ότι δε είναι καλλίτερον να ευτυχώμεν ούτω πως, παρά εξ αιτίας της τύχης, είναι λογικόν, αφού επλάσθησαν τα έργα της φύσεως να είναι όσον το δυνατόν καλλίτερα, ομοίως δε και τα έργα της τέχνης και εν γένει πάσης αιτίας και μάλιστα της ανωτάτης. Άλλως όμως είναι ανάρμοστον ίσως να αναθέσωμεν εις την τύχην το σπουδαιότερον και καλλίτερον πράγμα. Αλλά και από τον λόγον τούτον εξάγεται το ζητούμενον. Διότι το ωρίσαμεν ως ενέργειαν της ψυχής σύμφωνον με την αρετήν και έχουσαν κάποιαν ποιότητα. Από δε τα άλλα αγαθά μερικά μεν είναι ανάγκη να υπάρχουν, άλλα όμως είναι εκ φύσεως βοηθητικά και συντελεστικά ως όργανα.

&Συγκεφαλαίωσις.& — Ίσως δε αυτά συμφωνούν και με όσα είπαμεν εις την αρχήν. Διότι τότε ωρίσαμεν τον σκοπόν της πολιτικής ως το κάλλιστον πράγμα, αυτή δε ότι φροντίζει μεγάλως να δώση κάποιας ιδιότητας εις τους πολίτας και να τους κάμη αγαθούς και συντελεστικούς εις τα καλά. Επομένως δικαίως δεν θεωρούμεν ούτε τον βουν ούτε τον ίππον ούτε κανέν άλλο ζώον ευτυχές. Διότι κανέν από αυτά δεν είναι δυνατόν να αποκτήση τοιαύτην δραστηριότητα.

Και διά την ιδίαν αιτίαν ούτε ο παις είναι ευτυχής, διότι ακόμη δεν ημπορεί να εκτελέση τοιαύτα πράγματα ένεκα της ηλικίας του. Όσοι δε λέγονται ευτυχείς, μακαρίζονται, διότι παρέχουν ελπίδας. Διότι, καθώς είπαμεν, χρειάζεται και αρετή τελεία και βίος συμπληρωμένος. Διότι εις την ζωήν συμβαίνουν πολλαί μεταβολαί και πολυειδείς συμπτώσεις, και είναι ενδεχόμενον όστις ευρίσκεται εις πολύ καλήν κατάστασιν να περιπέση εις μεγάλας συμφοράς εις το γήρας του, καθώς λέγουν οι ηρωικοί μύθοι περί του Πριάμου. Και βεβαίως εκείνον, όστις θα εύρη τοιαύτην τύχην και θα αποθάνη αθλίως, δεν τον μακαρίζει κανείς.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ'.

&Ημπορεί ο άνθρωπος να ονομασθή ευτυχής εν όσω ζη;&. — Τόρα λοιπόν άραγε δεν πρέπει ούτε να μακαρίσωμεν κανένα άλλον άνθρωπον εν όσω ζη, αλλά πάντοτε να περιμένωμεν το τέλος του, συμφώνως με τον Σόλωνα;

Και αν παραδεχθώμεν αυτό, άραγε είναι πάλιν ευτυχής, όταν αποθάνη; Ή μήπως αυτό βεβαίως είναι εντελώς παράλογον, και μάλιστα δι' ημάς, οι οποίοι ορίζομεν την ευτυχίαν ως ενέργειαν; αν δε πάλιν δεν θεωρούμεν τον αποθαμένον ως ευτυχή, και ούτε ο Σόλων αυτό θέλει να είπη, παρά μόνον ότι τότε ημπορεί κανείς να μακαρίση ασφαλώς ένα άνθρωπον, διότι πλέον είναι έξω από την δυστυχίαν, επιδέχεται μεν βεβαίως και τούτο κάποιαν αμφισβήτησιν. Διότι φαίνεται ότι υπάρχει και διά τον αποθαμένον κάποιον κακόν και αγαθόν, αφού υπάρχει και δι' εκείνον όστις είναι μεν ζωντανός, αλλά δεν αισθάνεται• καθώς λόγου χάριν αι τιμαί και αι ατιμίαι και των τέκνων των και εν γένει όλων των απογόνων του αι ευδοκιμήσεις και αι δυστυχίαι. Όμως και αυτά περιέχουν απορίας. Διότι όστις έζησε μακαρίως μέχρι γήρατος και απέθανε αναλόγως, είναι ενδεχόμενον να του συμβούν πολλαί μεταβολαί ως προς τους εγγονούς, και άλλοι μεν από αυτούς να είναι αγαθοί και απολαύσουν ζωήν ανάλογον με την αξίαν των, άλλοι δε απ' εναντίας να μην απολαύσουν. Είναι δε φανερόν ότι είναι δυνατόν να έχουν και παντός είδους διαφοράν σχετικώς με τους γονείς των.

Και βεβαίως είναι παράλογον, αν συγχρόνως μεταβάλλεται και ο αποθαμένος και γίνεται πότε ευτυχής και πότε πάλιν άθλιος, αλλά επίσης είναι παράλογον να μη συνοδεύουν ουδέ εις ελάχιστον χρονικόν διάστημα τους γονείς τα παθήματα των απογόνων.

&Η αρετή είναι σταθερά.& — Αλλά ας έλθωμεν εις την προηγουμένην απορίαν μας. Διότι πιθανόν από εκείνο να εννοηθή και αυτό το οποίον ζητούμεν τόρα. Λοιπόν, αν πρέπη να βλέπωμεν το τέλος και τότε να μακαρίζωμεν έκαστον, όχι διότι είναι μακάριος τόρα, αλλά διότι ήτο προηγουμένως, πώς δεν είναι παράλογον να μη λέγεται περί αυτού η πραγματική αλήθεια, όταν είναι ευτυχής, μόνον και μόνον διότι οι ζώντες δεν έχουν διάθεσιν να τον μακαρίζουν, διότι επέρχονται μεταβολαί, και διότι αυτοί την ευτυχίαν την νομίζουν ως μόνιμον πράγμα και εντελώς αμετάβλητον, ενώ αι τύχαι ως προς αυτούς πολλάκις αναποδογυρίζουν; Διότι βεβαίως είναι φανερόν ότι, αν παρακολουθούμεν τας τύχας, τον ίδιον άνθρωπον θα τον ονομάσωμεν ευτυχή και πάλιν δυστυχή πολλάκις, και θα αποδεικνύωμεν ότι ο ευτυχής είναι κάποιος χαμαιλέων και με σαθράς βάσεις. Ή μήπως δεν είναι διόλου ορθόν να παρακολουθούμεν τας μεταβολάς της τύχης; Διότι δεν έγκειται εις αυτάς το αγαθόν και το κακόν, αλλά έχει μεν περιπλέον ανάγκην αυτού ο ανθρώπινος βίος, καθώς είπαμεν, πρωτεύουν όμως εις την ευτυχίαν αι σύμφωνοι με την αρετήν ενέργειαι, ενώ αι αντίθετοι πρωτεύουν εις το αντίθετον. Είναι δε μάρτυς υπερασπίσεως διά τον λόγον μας και η συζήτησις αυτής της ερωτήσεώς μας. Διότι εις κανέν από τα ανθρώπινα δεν υπάρχει τόση βεβαιότης, όση εις τας ενεργείας τας σύμφωνους με την αρετήν. Διότι αυταί φαίνονται ότι είναι μονιμώτεραι και από τας επιστήμας, Από αυτάς δε τας ιδίας πάλιν αι πολυτιμόταται είναι αι μονιμώταται, διότι με αυτάς ζουν περισσότερον και διαρκέστερον οι αξιομακάριστοι. Και φαίνεται ότι τούτο είναι η αιτία εις αυτά να μη λησμονούνται. Επομένως θα έχη ό,τι ζητεί ο ευτυχής, και θα είναι τοιούτος εις όλην του την ζωήν. Διότι ή διαρκώς, ή όσον το δυνατόν περισσότερον από όλους θα πράξη και θα εννοήση τα σύμφωνα με την αρετήν, και τας μεταβολάς της τύχης θα τας υποφέρη αξιοπρεπέστατα και καθ' όλα εντελώς αρμονικά, όστις βεβαίως είναι πραγματικώς αγαθός και τετράγωνος και άψογος. Από τα πολλά δε τα οποία συμβαίνουν εκ τύχης και διαφέρουν κατά το μέγεθος και την σμικρότητα τα μεν μικρά ευτυχήματα, και, εννοείται, και τα αντίθετα αυτών, είναι φανερόν ότι δεν έχουν σπουδαιότητα διά την ζωήν. Τα μεγάλα όμως και πολλά, όταν μεν συμβαίνουν καλώς, θα καταστήσουν την ζωήν ευτυχεστέραν, διότι και αυτά επλάσθησαν ως στολισμός αυτής και η χρησιμοποίησις αυτών είναι καλή και σπουδαία. Όταν όμως συμβαίνουν ανάποδα, στενοχωρούν και ενοχλούν το αξιομακάριστον. Διότι προσθέτουν λύπας και γίνονται εμπόδια εις πολλάς ενεργείας. Και όμως και εις αυτά διαλάμπει το καλόν, όταν κανείς υποφέρη αταράχως πολλάς και μεγάλας ατυχίας, όχι διότι είναι αναίσθητος, αλλά διότι είναι γενναιόφρων και μεγαλόψυχος.