WeRead Powered by ReaderPub
Ηθικά Νικομάχεια, Τόμος Πρώτος cover

Ηθικά Νικομάχεια, Τόμος Πρώτος

Chapter 21: ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'.
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

The work investigates what constitutes the human good, arguing that happiness is the highest end and is realized as a lifelong activity of the soul in accordance with virtue. It distinguishes moral and intellectual virtues, explains moral virtue as acquired through habituation and as a mean between extremes, and explores the roles of external goods, honor, and pleasure in a flourishing life. It analyzes voluntary action, choice, and responsibility and offers criteria for practical deliberation. It also treats social dimensions such as justice and friendship, using analytic definition, ethical psychology, and teleological reasoning to link character, actions, and communal life.

&Ο αληθώς ευτυχής είναι ανεπίδεκτος δυστυχίας.& — Εάν δε είναι αι ενέργειαι κυρίαρχοι της ζωής, καθώς είπαμεν, τότε κανείς από τους ευτυχείς δεν ημπορεί να γίνη δυστυχής, διότι ποτέ του δεν θα πράξη τα μισητά και ποταπά. Διότι ο αληθώς αγαθός και νουνεχής φρονούμεν ότι θα υποφέρη όλας τας μεταβολάς της τύχης αξιοπρεπώς, και ότι αναλόγως των υπαρχόντων μέσων θα πράξη πάντοτε το καλλίτερον, καθώς και ο αγαθός στρατηγός το υπάρχον στράτευμα θα χρησιμοποιήση πολεμικώτατα, και ο βυρσοδέψης από τα δεδομένα δέρματα θα κάμη τα καλλίτερον που ημπορεί να γίνη υπόδημα, και κατά τον ίδιον τρόπον όλοι οι άλλοι τεχνίται. Αλλά τότε, δεν ημπορεί μεν να γίνη ποτέ δυστυχής ο ευτυχής, όμως δεν είναι αξιομακάριστος, αν περιπέση εις τα δυστυχήματα του Πριάμου. Ούτε βεβαίως αχαρακτήριστος και ευμετάβλητος ημπορεί να γίνη. Διότι ούτε η ευτυχία θα τον ταράξη ευκόλως, ούτε τα παραμικρά ατυχήματα, αλλά τα μεγάλα και πολλά. Και πάλιν κατόπιν από αυτά τα μεγάλα και πολλά δεν θα γίνη ευτυχής αμέσως εις ολίγον διάστημα, αλλά, αν θα γίνη ευτυχής, θα γίνη εις πολύ διάστημα και επαρκές, αφού εις αυτό το διάστημα γίνη κύριος μεγάλων και καλών.

&Ορισμός της ευτυχίας.& — Τι μας εμποδίζει λοιπόν να ορίσωμεν ότι ευτυχής είναι όστις ενεργεί συμφώνως με την τελείαν αρετήν, και είναι εφωδιασμένος αρκετά με τα εξωτερικά αγαθά, όχι εις ένα παραμικρόν χρονικόν διάστημα, αλλά εις όλην του την τελείαν ζωήν; Ή μήπως πρέπει να προσθέσωμεν ότι πρέπει και να ζήση ούτω πως και να αποθάνη αναλόγως, επειδή ημείς δεν ημπορούμεν να προβλέψωμεν τα μέλλον, ενώ την ευτυχίαν την ορίζομεν ως τέλος και ως τελείαν εις όλα και καθ' όλα; Αλλά τότε θα ονομάσωμεν αξιομακαρίστους, εκείνους από τους ζώντας, εις όσους υπάρχουν και θα υπάρξουν όσα είπαμεν, πάντοτε όμως τους ανθρώπους θα ονομάζωμεν αξιομακαρίστους. Και περί του ζητήματος τούτου είναι αρκετός αυτός ο αναλυτικός ορισμός.

&Αι περιπέτειαι των απογόνων δεν θίγουν τους νεκρούς.& — Ότι δε αι περιπέτειαι των απογόνων και όλων των φίλων εις τίποτε δεν επηρεάζουν αυτούς φαίνεται πάρα πολύ άστοργον και αντίθετον προς τας επικρατούσας ιδέας. Επειδή δε αι περιπέτειαι έχουν πολλάς και παντοειδείς διαφοράς, και άλλαι μεν έρχονται περισσότερον ηνωμέναι, άλλαι δε ολιγώτερον, είναι πολύς κόπος και ατελείωτος δι' εκάστην χωριστά, και ίσως είναι αρκετόν να ομιλήσωμεν γενικώς και υποδειγματικώς. Αφού λοιπόν, καθώς τα ιδικά του ατυχήματα άλλα μεν έχουν βαρύτητα και σημασίαν διά τον βίον του, άλλα δε φαίνονται ελαφρότερα, το ίδιον φαίνονται και όσα συμβαίνουν εις όλους τους φίλους, και αφού έχει πολύ μεγάλην διαφοράν, όταν τα δεινοπαθήματα συμβαίνουν εις έκαστον ενόσω ζη ή αφού αποθάνη, παρά όταν παριστάνωνται εις τα οράματα ως ιστορικά γεγονότα ή ως σημερινά, τότε βεβαίως πρέπει να λάβωμεν υπ' όψιν μας και αυτήν την διαφοράν, ή μάλλον την απορίαν μας, αν οι μεταστάντες συμμετέχουν κανενός αγαθού ή του αντιθέτου. Διότι φαίνεται ότι, και αν φθάνη έως εις αυτούς κανέν αγαθόν ή αντίθετον, είναι μηδαμινόν και μικρόν είτε γενικώς είτε προσωπικώς δι' αυτούς. Εάν δε δεν φθάνη εις αυτούς, είναι τόσον μικρόν και επουσιώδες, ώστε δεν κάμνει ευτυχείς εκείνους οι οποίοι δεν είναι, ούτε όσοι είναι ευτυχείς τους αφαιρεί την μακαριότητα. Φαίνεται λοιπόν ότι συντελούν κάπως διά τους μεταστάντας αι ευδοκιμήσεις των φίλων, καθώς και αι ατυχίαι αλλά εις τόσον ολίγον βαθμόν και τόσον επουσιωδώς, ώστε δεν ημπορούν να κάμουν τους ευτυχείς μη ευτυχείς, ούτε κανέν άλλο παρόμοιον.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ'.

&Είναι η ευτυχία μάλλον αξιέπαινος παρά αξιομακάριστος;& — Αφού δε εξητάσαμεν και αυτά, ας εξετάσωμεν τόρα αν η ευτυχία είναι μάλλον αξία επαίνων παρά αξία τιμής. Διότι βεβαίως είναι φανερόν ότι αυτή δεν αποτελεί περιουσίαν. Φαίνεται λοιπόν ότι παν ό,τι επαινούμεν επαινείται διότι έχει κάποιαν ιδιότητα και κάποιαν αναφοράν προς άλλο. Λόγου χάριν τον δίκαιον και τον ανδρείον και εν γένει τον ενάρετον και την αρετήν τους επαινούμεν διά τας πράξεις και τα έργα των, ομοίως δε και τον ρωμαλέον και τον ταχύπουν και έκαστον από τους άλλους, διότι έχουν εκ φύσεως κάποιαν ιδιότητα και κάποιαν σχέσιν προς κάποιον αγαθόν και σπουδαίον πράγμα. Τούτο δε γίνεται σαφές και από τα εγκώμια προς τους θεούς. Διότι, αν αυτά τα εγκώμια τα αποδώσωμεν εις τον εαυτόν μας, γίνονται γελοία. Τούτο δε προέρχεται εκ του ότι οι έπαινοι, καθώς είπαμεν, είναι σχετικοί.

Αφού δε ο έπαινος είναι τοιούτον πράγμα, είναι προφανές ότι δεν υπάρχει έπαινος διά τους αρίστους, αλλά κάτι άλλο μεγαλίτερον και καλλίτερον, καθώς και είναι γνωστόν. Διότι και τους θεούς τους μακαρίζομεν και τους καλοτυχίζομεν, και από τους ανθρώπους μακαρίζομεν τους θεϊκωτέρους. Το ίδιον δε και διά τα αγαθά. Δηλαδή κανείς δεν εγκωμιάζει την ευτυχίαν καθώς το δίκαιον, αλλά την μακαρίζει ως κάτι τι θεϊκώτερον και ανώτερον. Φαίνεται δε ότι και ο Εύδοξος καλόν επιχείρημα μετεχειρίσθη διά την ηδονήν. Διότι τo να μη επαινήται αυτή, ενώ είναι έν από τα αγαθά, το εθεώρησε ως απόδειξιν ότι είναι ανωτέρα από τα αξιέπαινα πράγματα, καθώς είναι ο θεός και το αγαθόν. Διότι εις αυτά αναφέρονται και τα άλλα. Και ο μεν έπαινος αναφέρεται εις την αρετήν (διότι με αυτήν εκτελούμεν τα καλά), τα δε εγκώμια αναφέρονται εις τα έργα τόσον τα σωματικά, όσον και τα ψυχικά. Αλλά αυτά μεν ίσως είναι καταλληλότερον να ορισθούν ακριβέστερον εις τα ειδικά συγγράμματα περί εγκωμίων, εις ημάς όμως είναι φανερόν από όσα ελέχθησαν, ότι η ευτυχία είναι έν από τα αξιομακάριστα και τέλεια πράγματα. Φαίνεται δε ότι είναι τοιαύτη και διότι αποτελεί αρχήν. Διότι χάριν αυτής εκτελούμεν όλα τα άλλα, την δε αρχήν και το πρωταίτιον των αγαθών τα θεωρούμεν ως κάτι τι αξιομακάριστον και θείον.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ'.

&Η αρετή ως στοιχείον της ευτυχίας.& — Αφού δε η ευτυχία είναι ενέργεια της ψυχής συμφώνως με την τελείαν αρετήν, πρέπει τόρα να εξετάσωμεν περί αρετής. Διότι πολύ πιθανόν κατ' αυτόν τον τρόπον να εννοήσωμεν καλλίτερον και την ευτυχίαν. Φαίνεται δε ότι και ο αληθινός πολιτικός εις αυτήν προ πάντων καταγίνεται. Διότι θέλει να καταστήση τους πολίτας εναρέτους και ευπειθείς εις τους νόμους, παράδειγμα δε τούτων έχομεν τους νομοθέτας των Κρητών και των Λακεδαιμονίων και όσοι άλλοι τοιούτοι διέπρεψαν. Αφού δε η έρευνα αυτή ανήκει εις την πολιτικήν, είναι προφανές ότι η εξέτασίς μας θα γίνη συμφώνως με την απόφασιν την οποίαν εθέσαμεν εξ αρχής. Και βεβαίως την ανθρωπίνην αρετήν πρέπει να εξετάσωμεν, διότι και το αγαθόν το οποίον εζητούσαμεν ήτο ανθρώπινον και η ευτυχία ανθρωπίνη. Αρετήν δε ανθρωπίνην δεν εννοούμεν την σωματικήν αλλά την ψυχικήν. Και επομένως και την ευτυχίαν την θεωρούμεν ενέργειαν της ψυχής.

&Σπουδαιότης της ψυχολογίας διά τον πολιτικόν.& — Αφού δε τούτο έχει ούτω πως, είναι φανερόν ότι ο πολιτικός πρέπει να γνωρίζη τα ψυχικά φαινόμενα, καθώς πρέπει να γνωρίζη και ολόκληρον το σώμα, όστις πρόκειται να θεραπεύση τον οφθαλμόν, και μάλιστα τόσον περισσότερον, όσον είναι πολυτιμοτέρα και καλλιτέρα η πολιτική από την ιατρικήν. Από τους ιατρούς δε όσοι είναι τέλειοι πολύ καταγίνονται εις την μελέτην του σώματος. Επομένως πρέπει να μελετήση και ο πολιτικός την ψυχήν, αλλά χάριν τούτου και εφ' όσον είναι αρκετόν διά το ζήτημά μας. Διότι η περισσοτέρα λεπτολογία ίσως είναι κοπιωδεστέρα παρ' όσον απαιτεί η υπόθεσίς μας. Ομιλούμεν δε περί αυτής αρκετά και εις τους εξωτερικούς λόγους και ημπορεί κανείς να τα χρησιμοποιήση. Λόγου χάριν ότι έν μέρος αυτής είναι άλογον, το δε άλλο λογικόν. Εάν δε αυτά είναι χωρισμένα καθώς τα μέλη του σώματος και παν ό,τι επιδέχεται διαίρεσιν, ή θεωρητικώς εχωρίσθησαν, ενώ είναι εκ φύσεως αχώριστα, καθώς εις την περιφέρειαν η κυρτότης και η κοιλότης, δεν έχει καμμίαν σημασίαν σχετικώς με το ζήτημά μας.

&Διασάφησις του αλόγου (φυτικού) μέρους της ψυχής.& — Από το άλογον δε το έν μέρος φαίνεται κοινόν και φυτικόν, και εννοώ την αιτίαν της θρέψεως και αυξήσεως. Διότι αυτήν την δύναμιν της ψυχής ημπορεί κανείς να την παραδεχθή εις όλα όσα τρέφονται και ακόμη εις τα έμβρυα, και την ιδίαν πάλιν και εις τους ηλικιωμένους. Διότι αυτό είναι λογικώτερον να παραδεχθώμεν παρά καμμίαν διαφορετικήν ψυχήν. Και λοιπόν η αρετή αυτής της ψυχής φαίνεται ότι είναι κοινή και όχι ειδικώς ανθρωπίνη. Διότι φαίνεται ότι προ πάντων εις τον ύπνον ενεργεί το μέρος αυτό και αυτή η δύναμις, και επομένως ο αγαθός και ο κακός πολύ ολίγον διακρίνονται όταν κοιμούνται, και δι' αυτό λέγουν ότι εις το ήμισυ της ζωής δεν έχουν διαφοράν οι ευτυχείς από τους δυστυχείς. Τούτο δε συμβαίνει ευλόγως. Διότι ο ύπνος είναι αργία της ψυχής ως προς την ενέργειαν από την οποίαν χαρακτηρίζεται ως σπουδαία ή μηδαμινή, εκτός μόνον εάν καμμιάς λειτουργίας αι κινήσεις εισδύουν βαθύτερον κατά μικρά διαστήματα και κατά τούτο γίνονται καλλίτερα τα όνειρα των καλών από τους τυχαίους. Αλλά περί αυτών είπαμεν αρκετά, και πρέπει να αφήσωμεν το θρεπτικόν μέρος της ψυχής, διότι δεν συμμετέχει της ανθρωπίνης αρετής.

&Διάκρισις του ημιαλόγου και του λογικού μέρους της ψυχής.& — Φαίνεται δε ότι υπάρχει και κάποια άλλη ιδιότης της ψυχής άλογος, αλλά κάπως μετέχουσα του λόγου. Διότι, όταν συγκρίνωμεν ένα εγκρατή προς ένα ακόλαστον, επαινούμεν τον λόγον και το λογικόν μέρος της ψυχής. Διότι αυτό παρορμά εις το ορθόν και εις το καλλίτερον. Φαίνεται όμως ότι είναι έμφυτον εις αυτούς και κάτι άλλο, το οποίον πολεμεί και αντιτείνει εις τον λόγον. Δηλαδή απαράλλακτα καθώς εις τους παραλυτικούς, όταν θέλουν να κινήσουν τα μέλη των προς τα δεξιά, εκείνα παρεκτρέπονται εις τα αριστερά, το ίδιον συμβαίνει και εις την ψυχήν. Διότι αι ορμαί των ακολάστων βαδίζουν αντιθέτως. Αλλά εις μεν τα σώματα βλέπομεν το παρεκτρεπόμενον μέλος, ενώ εις την ψυχήν δεν το βλέπομεν. Ίσως όμως όχι ολιγώτερον πρέπει να παραδεχθώμεν ότι και εις την ψυχήν υπάρχει κάτι τι παράλογον το οποίον εναντιόνεται και αντιτάσσεται προς τον λόγον. Πώς όμως είναι κάτι άλλο τι δεν μας ενδιαφέρει διόλου. Φαίνεται όμως ότι και τούτο μετέχει του λόγου, καθώς είπαμεν. Τουλάχιστον εις τον εγκρατή υποτάσσεται εις τον λόγον. Και πάλιν ίσως είναι πειθαρχικώτερον εις τον σώφρονα και ανδρείον. Διότι εις αυτόν όλα είναι σύμφωνα με τον λόγον. Επομένως φαίνεται ότι και το άλογον είναι δύο ειδών, διότι το μεν φυτικόν δεν μετέχει διόλου του λόγου, το δε επιθυμητικόν και εν γένει το βουλητικόν μετέχει κάπως, εφ' όσον είναι ευπειθές και πειθαρχικόν εις αυτόν, ομοίως λοιπόν και εις τον πατέρα κανενός ή εις τους φίλους του λέγομεν ότι υπάρχει λόγος, όχι όμως καθώς εις τους μαθηματικούς. Ότι δε το άλογον πείθεται κάπως εις τον λόγον το δεικνύει και η νουθέτησις και πάσα επίπληξις και προτροπή. Εάν δε νομισθή καλόν να δεχθώμεν ότι και αυτό έχει λόγον, τότε θα ειπούμεν ότι είναι δύο ειδών και το λογικόν, το μεν έν κυριολεκτικώς και μόνον του, το δε άλλο ως έν είδος ευπειθείας εις τον πατέρα.

&Διανοητικοί και ηθικαί αρεταί& — Χωρίζεται δε και η αρετή συμφώνως με αυτήν την διαφοράν. Διότι από τας αρετάς, άλλας μεν τας ονομάζομεν διανοητικάς, άλλας δε ηθικάς, και την μεν σοφίαν και την σύνεσιν και την φρόνησιν τας λέγομεν διανοητικάς, την δε γενναιοδωρίαν και την σωφροσύνην ηθικάς. Διότι όταν ομιλούμεν περί του ηθικού μέρους, δεν λέγομεν διά κανένα ότι είναι σοφός ή συνετός, αλλά ότι είναι μειλίχιος ή σώφρων, επίσης δε επαινούμεν και τον σοφόν διά την διανοητικήν του κατάστασιν, και αυτάς τας αξιεπαίνους διανοητικάς καταστάσεις τας ονομάζομεν αρετάς.

ΒΙΒΛΙΟΝ Β.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'.

&Αι διανοητικαί αρεταί διδάσκονται, ενώ αι ηθικαί αρεταί γεννώνται εκ της συνηθείας.& — Εκ δε της αρετής, η οποία είναι δύο ειδών, δηλαδή διανοητική και ηθική, η μεν διανοητική το περισσότερον έχει την προέλευσίν της και την αύξησίν της από την διδασκαλίαν, και δι' αυτό χρειάζεται πείραν και καιρόν, η ηθική όμως αποκτάται με τας συνηθείας, και δι' αυτό έλαβε όνομα το οποίον έχει πολύ μικράν διαφοράν από την συνήθειαν (ήθος — έθος). Και από τούτο είναι φανερόν ότι καμμία από τας ηθικάς αρετάς δεν υπάρχει εκ φύσεως εντός μας. Διότι κανέν από όσα υπάρχουν εκ φύσεως δεν ημπορεί να συνηθίση διαφορετικά• λόγου χάριν ο λίθος ο οποίος εκ φύσεως πίπτει προς τα κάτω, δεν είναι δυνατόν να συνηθίση να φέρεται προς τα επάνω, και αν ακόμη αμέτρητες φορές τον ρίψη κανείς υψηλά, διά να τον συνηθίση. Ούτε το πυρ φέρεται προς τα κάτω, ούτε κανέν από όσα έγιναν εκ φύσεως κατά ένα τρόπον, είναι δυνατόν να συνηθίση διαφορετικά. Επομένως ούτε εκ φύσεως ούτε παρά την φύσιν γεννώνται εντός μας αι αρεταί, αλλά ναι μεν εγίναμεν εκ φύσεως επιδεκτικοί δι' αυτάς, τελειοποιούμεθα όμως με την συνήθειαν.

&Άλλα ακαταγώνιστα επιχειρήματα χάριν του πολυκρότου Σωκρατικού ζητήματος, αν είναι διδακτή η αρετή.& — Έπειτα όσα μεν έχομεν εκ φύσεως, πρώτον αποκτώμεν τας δυνάμεις των, και κατόπιν αποδίδομεν τας ενεργείας των, και τούτο είναι προφανές εις τα αισθητήρια. Διότι δεν απεκτήσαμεν τας αισθήσεις από το να βλέπωμεν και να ακούωμεν συχνά, αλλά το αντίθετον, τας είχαμεν και τας μετεχειρίσθημεν, και δεν τας απεκτήσαμεν διά της χρήσεως. Τας αρετάς όμως τας αποκτώμεν, αφού εργασθώμεν προηγουμένως, καθώς συμβαίνει και διά τας άλλας τέχνας. Διότι όσα χρειάζονται να τα εκτελούμεν, αφού μάθωμεν αυτά, διά της εκτελέσεως τα μανθάνομεν. Λόγου χάριν με το να κτίζουν γίνονται κτίσται και με το να παίζουν κιθάραν γίνονται κιθαρισταί. Ομοίως λοιπόν και όσοι μεν εξασκούμεν την δικαιοσύνην γινόμεθα δίκαιοι, και όσοι την σωφροσύνην σώφρονες, και όσοι την ανδρείαν ανδρείοι. Το επικυρώνει δε και αυτό το οποίον συμβαίνει εις τας πολιτείας. Διότι οι νομοθέται με την άσκησιν κάμνουν τους πολίτας αγαθούς. Και η πρόθεσις παντός νομοθέτου είναι αυτή, όσοι όμως δεν εκτελούν αυτά καλώς, σφάλλουν, και κατά τούτο διαφέρει η αγαθή πολιτεία από την μηδαμινήν. Έπειτα από τας ιδίας αιτίας και με τα ίδια μέσα με τα οποία δημιουργείται πάσα αρετή με τα ίδια και καταστρέφεται, επίσης δε και πάσα τέχνη. Διότι με το να παίζουν κιθάραν γίνονται και οι καλοί και οι κακοί κιθαρισταί, αναλόγως δε και οι οικοδόμοι και όλοι οι άλλοι. Δηλαδή με το να κτίζουν καλώς τας οικίας θα γίνουν καλοί οικοδόμοι, με το να κτίζουν όμως αυτάς κακώς θα γίνουν κακοί. Διότι, αν δεν ήτο αυτό αληθές, τότε δεν θα υπήρχε καμμία ανάγκη διδασκάλου, αλλά όλοι θα εγίνοντο καλοί ή κακοί.

Το ίδιον λοιπόν συμβαίνει και εις τας αρετάς. Δηλαδή με το να εκτελούμεν συναλλαγάς προς τους άλλους ανθρώπους γινόμεθα άλλοι μεν δίκαιοι, άλλοι δε άδικοι, με το να εκτελούμεν δε τα απαιτούμενα εις δεινάς περιστάσεις και να συνηθίζωμεν να έχωμεν θάρρος ή να φοβούμεθα, άλλοι μεν γινόμεθα ανδρείοι, άλλοι δε δειλοί. Τo ίδιον δε συμβαίνει και διά τας επιθυμίας και τας ορέξεις. Δηλαδή άλλοι μεν γίνονται σώφρονες και μειλίχιοι, άλλοι δε ακόλαστοι και οξύθυμοι, διότι εκείνοι μεν κατ' εκείνον τον τρόπον φέρονται εις αυτά τα πράγματα, αυτοί δε κατά τούτον. Και λοιπόν με μίαν λέξιν από την επανάληψιν των ομοίων ενεργειών αποκτώνται αι ψυχικαί καταστάσεις. Και διά τούτο πρέπει να δίδωμεν κάποιαν ποιότητα εις τας ενεργείας μας. Διότι αναλόγως της διαφοράς αυτών έρχονται κατόπιν αι ψυχικαί καταστάσεις. Λοιπόν δεν έχει μικράν διαφοράν το να συνηθίζωμεν κατά τούτον ή εκείνον τον τρόπον ευθύς από την νεαράν ηλικίαν, αλλά σημαίνει πάρα πολύ, ή μάλλον το παν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β'.

&Ποίαι πράξεις οδηγούν εις την αρετήν.& — Επειδή λοιπόν η παρούσα μελέτη δεν γίνεται χάριν της θεωρίας καθώς αι άλλαι — διότι δεν ερευνώμεν διά να εννοήσωμεν τι πράγμα είναι η αρετή, αλλά διά να γίνωμεν αγαθοί, διότι άλλως δεν θα υπήρχε καμμία ωφέλεια από αυτήν — είναι ανάγκη να σκεφθώμεν διά τας πράξεις με ποίον τρόπον πρέπει να εκτελούνται. Διότι από αυτάς εξαρτάται, καθώς είπαμεν, η ποιότης των ψυχικών μας καταστάσεων. Και λοιπόν το να πράττωμεν συμφώνως με τον ορθόν λόγον είναι γενικώς ανεγνωρισμένον αξίωμα και αυτό πρέπει να τεθή εδώ ως βάσις. Θα ομιλήσωμεν δε αργότερα περί αυτού, δηλαδή τι είναι ο ορθός λόγος και ποίαν σχέσιν έχει προς τας άλλας αρετάς. Τόρα όμως, ας παραδεχθώμεν εκ των προτέρων ότι πάσα εξέτασις περί των πραγματοποιουμένων πρέπει να ορίζεται με γενικόν τύπον και όχι με ακρίβειαν, καθώς είπαμεν ότι πρέπει να απαιτούμεν τους ορισμούς συμφώνως με το εξεταζόμενον υλικόν. Δηλαδή όσα αναφέρονται εις τας πράξεις και εις τα συμφέροντα δεν έχουν καμμίαν σταθερότητα, καθώς δεν έχουν ούτε τα υγιεινά. Και εάν ο γενικός ορισμός είναι τοιούτος πολύ περισσότερον δεν είναι ακριβής ο ορισμός των λεπτομερειών. Διότι δεν υπάγεται ούτε εις καμμίαν τέχνην ούτε εις καμμίαν οδηγίαν, αλλά πρέπει οι ίδιοι οι εκτελεσταί να προσέχουν πάντοτε εις το επίκαιρον (κρίσιμον στιγμήν), καθώς γίνεται εις την ιατρικήν και την πλοιαρχικήν.

&Και η μεγάλη έλλειψις και η μεγάλη υπερβολή είναι καταστρεπτική.& — Αλλά, αν και η παρούσα μελέτη είναι τοιαύτης φύσεως, πρέπει να προσπαθήσωμεν να πράξωμεν ό,τι είναι δυνατόν. Πρώτον λοιπόν πρέπει να παρατηρήσωμεν ότι τα τοιαύτα προσόντα τα καταστρέφει και η μεγάλη έλλειψις και η υπερβολή, — διότι είναι καλόν να επικαλεσθώμεν διά τα άλυτα ζητήματα το κύρος των γνωστών, καθώς βλέπομεν ότι κάμνουν διά την ρωμαλεότητα και την υγείαν. Διότι και τα υπερβολικά γυμνάσια και τα ελλιπή φθείρουν την δύναμιν, ομοίως δε και τα ποτά και τα τρόφιμα, εάν είναι υπερβολικώτερα ή ελλιπέστερα καταστρέφουν την υγείαν, ενώ τα μέτρια την στερεόνουν και την αυξάνουν και την διασώζουν. Το ίδιον λοιπόν συμβαίνει και εις την σωφροσύνην και την ανδρείαν και τας άλλας αρετάς. Διότι και όστις φεύγει και φοβείται οποιονδήποτε και δεν ανθίσταται εις τίποτε γίνεται δειλός, και όστις τίποτε απολύτως δεν φοβείται, αλλά προχωρεί εναντίον οποιουδήποτε, γίνεται θρασύς. Επίσης δε και όστις επιδιώκει να απολαύση όλας τας ηδονάς και δεν αποφεύγει καμμίαν είναι ακόλαστος, όστις δε τας αποφεύγει όλας, καθώς οι χωρικοί, είναι βεβαίως αναίσθητος• λοιπόν καταστρέφεται η σωφροσύνη και η ανδρεία από την υπερβολήν και την έλλειψιν, ενώ από την μετριοπάθειαν συντηρείται.

&Η άσκησις της αρετής κατ' αρχάς είναι δύσκολος, κατόπιν όμως εύκολος.& — Πλην όχι μόνον αι γενέσεις και αι αυξήσεις και αι καταστροφαί προέρχονται εξ αιτίας των ιδίων πραγμάτων και από τα ίδια, αλλά και αι ενέργειαι εξακολουθούν να υπάρχουν με αυτά τα ίδια. Διότι και εις τα άλλα τα φανερώτερα ζητήματα το ίδιον συμβαίνει• λόγου χάριν εις την σωματικήν δύναμιν. Δηλαδή αυτή δημιουργείται μεν από την πρόσληψιν πολλής τροφής και από την άσκησιν εις πολλούς κόπους, εξ άλλου όμως είναι ικανός να τα εκτελή αυτά πολύ περισσότερον ο ισχυρός. Το ίδιον λοιπόν συμβαίνει και με τας αρετάς. Διότι με το να απέχαμε από τας ηδονάς γινόμεθα σώφρονες, συγχρόνως όμως, αφού γίνωμεν τοιούτοι, ημπορούμεν να απέχαμε ευκολότερα. Το ίδιον δε και διά την ανδρείαν. Διότι, όταν συνηθίσαμε να περιφρονούμεν τους κινδύνους και τους αναμένωμεν ατάραχοι, γινόμεθα ανδρείοι, εξ άλλου όμως, αφού γίνωμεν ανδρείοι, ευκολώτερον αντέχομεν εις τους κινδύνους.

&Η αρετή ως πνευματική ηδονή.& — Ας λάβωμεν δε ως απόδειξιν διά τας ψυχικάς καταστάσεις την ηδονήν ή την λύπην, η οποία έρχεται κατόπιν από τα έργα. Διότι όστις μεν απέχει από τας σωματικάς ηδονάς και ακριβώς δι' αυτό ευχαριστείται είναι σώφρων, όστις όμως λυπείται είναι ακόλαστος, και πάλιν όστις μεν αναμένει τους κινδύνους και ευχαριστείται, ή τουλάχιστον δεν λυπείται, είναι ανδρείος, όστις δε λυπείται είναι δειλός. Διότι η ηθική αρετή περιστρέφεται εις τας ηδονάς και λύπας. Δηλαδή χάριν της ηδονής εκτελούμεν τας ποταπάς πράξεις, ένεκα δε της λύπης απέχομεν από τας καλάς. Διά τούτο πρέπει κανείς, αμέσως από την νεαράν ηλικίαν να λάβη κάποιαν αγωγήν, καθώς λέγει ο Πλάτων {5}, ώστε να χαίρη και να λυπήται με όσα πρέπει. Διότι αυτά είναι ορθή εκπαίδευσις. Εκτός τούτου, αφού αι αρεταί περιστρέφονται εις τας πράξεις και εις τα παθήματα, και αφού εις έκαστον πάθημα και εκάστην πράξιν ακολουθεί ηδονή ή λύπη, και δι' αυτόν τον λόγον ακόμη ίσως η αρετή περιστρέφεται εις τας ηδονάς και λύπας. Το επικυρόνουν δε και αι τιμωρίαι αι οποίαι γίνονται με αυτάς. Διότι και αυταί είναι ένα είδος θεραπείας, αι δε θεραπείαι εδόθη εκ φύσεως να προέρχονται από τα αντίθετα.

&Η κακία ως νοσηρά ηδονή.& — Έπειτα, καθώς είπαμεν και προηγουμένως, πάσα κατάστασις της ψυχής, από όσα εκ φύσεως γίνεται χειροτέρα ή καλλιτέρα, ως προς αυτά και δι' αυτά αποκτά αυτήν την ιδιότητα. Δηλαδή με τας ηδονάς και τας λύπας γίνονται μερικοί ποταποί καθ' όσον τας επιδιώκουν ή τας αποφεύγουν, ή όσας δεν πρέπει, ή όταν δεν πρέπη, ή καθώς δεν πρέπει, ή όσας φοράς δεν θεωρούνται ορθά τα τοιαύτα υπό του λογικού. Και διά τούτο ορίζουν μερικοί τας αρετάς ως απαθείας και αταραξίας. Τούτο όμως δεν είναι ορθόν, διότι το λέγουν γενικώς και όχι πώς πρέπει και πώς δεν πρέπει και πότε και καθ' όλους τους άλλους προσθέτους προσδιορισμούς. Επομένως είναι βέβαιον ότι η αρετή είναι η ιδιότης αυτή η οποία εκτελεί τα προτιμότερα ως προς τας ηδονάς και τας λύπας, ενώ η κακία είναι το αντίθετον.

Αλλά και από τα εξής ακόμη ημπορούμεν να εννοήσωμεν αυτά. Δηλαδή τρία πράγματα ανήκουν εις την προτίμησιν και τρία εις την αποφυγήν, το καλόν, το συμφέρον και το ηδονικόν, και αντιθέτως το άσχημον, το βλαβερόν και το λυπηρόν. Εις όλα δε αυτά ο μεν αγαθός επιτυγχάνει καλώς, ενώ ο κακός σφάλλει, και προ πάντων εις την ηδονήν. Έπειτα αυτή είναι κοινή και εις τα ζώα και συνοδεύει όλα όσα πρόκειται να τα προτιμήσωμεν. Δηλαδή και το καλόν και το συμφέρον μας φαίνεται ηδονικόν. Έπειτα εμεγάλωσαν μαζί μας από την νηπιακήν ηλικίαν. Διά τούτο είναι δύσκολον να αποσβύσωμεν αυτό το πάθος, το οποίον εχρωμάτισε την ζωήν μας. Κανονίζομεν δε και τας πράξεις, με την ηδονήν και την λύπην άλλοι περισσότερον και άλλοι ολιγώτερον. Διά τούτο λοιπόν εις αυτά πρέπει να περιστραφή όλη μας η μελέτη, διότι δεν έχει μικράν σημασίαν διά τας πράξεις, εάν χαίρωμεν και λυπούμεθα ορθώς ή εσφαλμένως. Έπειτα είναι δυσκολώτερον να αντιστασθή κανείς εις την ηδονήν παρά εις την έξαψιν, καθώς λέγει ο Ηράκλειτος. Διά παν όμως δυσκολώτερον πράγμα υπάρχει πάντοτε και τέχνη και αρετή. Διότι το ορθόν γίνεται εις αυτό ορθότερον. Ώστε και δι' αυτόν τον λόγον όλη η μελέτη και διά την αρετήν και διά την πολιτικήν περιστρέφεται εις τας ηδονάς και λύπας. Διότι όστις μεταχειρίζεται αυτάς ορθώς είναι αγαθός, όστις δε εσφαλμένως είναι κακός.

&Ανακεφαλαίωσις. — Όσα είπαμεν λοιπόν ας τα θεωρήσωμεν αρκετά περί του ότι η αρετή περιστρέφεται εις τας ηδονάς και λύπας, και ότι από όσα δημιουργείται, με αυτά τρέφεται και καταστρέφεται, εάν δεν εκτελούνται εξ ίσου, και ότι, από όσα εδημιουργήθη, εις αυτά και ενεργεί.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ'.

&Διά την αρετήν δεν απαιτούνται μόνον έργα αλλά και προαίρεσις.& — Ίσως όμως ερωτήση κανείς, πώς τάχα εννοούμεν ότι πρέπει να γίνη κανείς δίκαιος με το να πράττη δικαίως, και σώφρων με το να εκτελή την σωφροσύνην. Διότι, εάν εκτελούν τα δίκαια και τα σωφρονικά, τότε είναι πλέον δίκαιοι και σώφρονες, καθώς είναι γραμματικοί και μουσικοί όσοι εκτελούν τα γραμματικά και τα μουσικά. Ή μήπως τάχα δεν εφαρμόζεται τούτο ούτε εις τας τέχνας, διότι είναι ενδεχόμενον να εκτελέση κάτι γραμματικόν εκ τύχης και κατά συμβουλήν άλλου; Επομένως τότε μόνον θα είναι γραμματικός, εάν εκτελέση κάτι γραμματικόν και με τρόπον γραμματικόν. Τούτο δε θα ειπή συμφώνως με την γραμματικήν που έχει μέσα του. Έπειτα δεν είναι ούτε όμοιον το ζήτημα των τεχνών και των αρετών. Διότι όσα πράγματα κατασκευάζονται από τας τέχνας έχουν μέσα των την τελειότητα. Αρκεί λοιπόν να έχουν αυτά μόνον την ποιότητά των. Όσα όμως γίνονται με τας αρετάς δεν αρκεί να έχουν αυτά μόνον μίαν ποιότητα, λόγου χάριν να γίνουν δικαίως ή σωφρόνως, αλλά και υπό τον όρον να έχη την ποιότητα και όστις πράττει αυτά, και πρώτον μεν να τα εκτελή εν επιγνώσει, έπειτα αυτοπροαιρέτως και μόνον χάριν των ιδίων αυτών και τρίτον να είναι σταθερός και αμετάπειστος, όταν τα εκτελή. Αυτά όμως όλα δεν συμψηφίζονται εις τας άλλας τέχνας, παρά μόνον το να γνωρίζη ο τεχνίτης το έργον του. Διά τας αρετάς όμως η γνώσις αυτών έχει πολύ μικράν σημασίαν ή σχεδόν καμμίαν, ενώ τα άλλα δεν έχουν μικράν σημασίαν, αλλ' είναι το παν, και αυτά αποκτώνται με την συχνήν επανάληψιν των δικαίων και των σωφρονικών πράξεων• λοιπόν τα μεν έργα λέγονται δίκαια και σωφρονικά, όταν είναι τοιαύτα, οποία ημπορεί να εκτελέση ο δίκαιος ή ο σώφρων. Δίκαιος όμως και σώφρων δεν είναι πας όστις εκτελεί αυτά, αλλά συγχρόνως και αν τα εκτελή καθώς τα εκτελούν οι δίκαιοι και οι σώφρονες. Επομένως καλώς ελέχθη ότι από την εξάσκησιν της δικαιοσύνης γίνεται ο δίκαιος και από την εξάσκησιν της σωφροσύνης ο σώφρων. Ενώ χωρίς την εξάσκησιν αυτών ούτε να φαντασθή κανείς πρέπει ότι είναι δυνατόν να γίνη αγαθός. Οι περισσότεροι όμως αυτά μεν δεν τα εκτελούν, επειδή όμως περιορίζονται εις την εξέτασιν αυτών, νομίζουν ότι κατ' αυτόν τον τρόπον γίνονται φιλόσοφοι και ότι θα αναδειχθούν σπουδαίοι, ενώ κάμνουν κάτι τι παρόμοιον με τους αρρώστους, όσοι ακούουν μεν προσεκτικά τας οδηγίας των ιατρών, δεν εκτελούν όμως καμμίαν διαταγήν των. Καθώς λοιπόν δεν θα εύρουν εκείνοι την υγείαν του σώματός των με αυτόν τον τρόπον της θεραπείας, ομοίως και αυτοί εδώ δεν θα εύρουν την υγείαν της ψυχής των με αυτόν τον τρόπον της φιλοσοφίας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ'.

&Αι αρεταί δεν είναι ούτε πάθη ούτε δυνάμεις αλλά καταστάσεις.& — Και τόρα ας εξετάσωμεν τι είναι η αρετή. Αφού λοιπόν τα εντός της ψυχής συμβαίνοντα είναι τριών ειδών, δηλαδή πάθη, δυνάμεις και καταστάσεις, η αρετή είναι πιθανώς κάτι από αυτά. Θεωρώ δε ως πάθη την επιθυμίαν, την οργήν, τον φόβον, το θάρρος, τον φθόνον, την χαράν, την φιλίαν, το μίσος, τον πόθον, την ζηλοτυπίαν, τον οίκτον και εν γένει όλα, όσα παρακολουθεί η ηδονή ή η λύπη. Ως δυνάμεις δε εκείνας αι οποίαι μας κάμνουν επιδεκτικούς δι' αυτά• λόγου χάριν όσαι μας κάμνουν επιδεκτικούς να οργισθώμεν ή να λυπηθώμεν ή να οικτίρωμεν• ως καταστάσεις δε εκείνας αι οποίαι μας κάμνουν να είμεθα ως προς τα πάθη καλοί ή κακοί• λόγου χάριν ως προς την οργήν, εάν μεν μας κάμνουν να οργιζώμεθα ορμητικώς ή χαλαρώς, είναι κακαί, εάν όμως μετρίως, είναι καλαί, ομοίως δε και δι' όλα τα άλλα. Λοιπόν δεν είναι πάθη ούτε αι αρεταί ούτε αι κακίαι, διότι δεν θεωρούμεθα αναλόγως των παθών μας σπουδαίοι ή ποταποί, αλλά αναλόγως των αρετών και κακιών μας, και διότι εξ αιτίας μεν των παθών μας ούτε επαινούμεθα ούτε κατακρινόμεθα — διότι δεν επαινείται ούτε κατακρίνεται πας όστις φοβείται ούτε πας όστις οργίζεται γενικώς και αορίστως, αλλά όστις φοβείται ή οργίζεται κατά ένα ωρισμένον τρόπον, ενώ εξ αιτίας των αρετών και κακιών επαινούμεθα ή κατακρινόμεθα. Έπειτα οργιζόμεθα και φοβούμεθα χωρίς να θέλωμεν, ενώ αι αρεταί είναι κάποιαι προαιρέσεις και ποτέ δεν υπάρχουν χωρίς προαίρεσιν. Ακόμη δε ως προς τα πάθη λέγομεν ότι συγκινούμεθα, ενώ ως προς τας αρετάς και κακίας δεν συγκινούμεθα, αλλά διατελούμεν εις μίαν ωρισμένην κατάστασιν. Και δι' αυτό δεν είναι ούτε δυνάμεις. Διότι ούτε αγαθοί θεωρούμεθα με το να ημπορούμεν να πάσχωμεν αορίστως ούτε κακοί, και ούτε επαινούμεθα ούτε ψεγόμεθα. Εκτός τούτου δυνατοί μεν γινόμεθα εκ φύσεως, αγαθοί όμως ή κακοί δεν γινόμεθα εκ φύσεως. Περί αυτών δε εκάμαμεν λόγον προηγουμένως. Αφού λοιπόν δεν είναι ούτε πάθη ούτε δυνάμεις αι αρεταί, υπολείπεται να είναι καταστάσεις.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'.

&Αρετή είναι η ορθή ψυχική κατάστασις και η ορθώς ενεργούσα. — Εις ποίον γένος λοιπόν ανήκει η αρετή, το εξετάσαμεν. Δεν πρέπει όμως μόνον να ειπούμεν γενικώς ότι είναι κατάστασις, αλλά και ποίου είδους. Λέγομεν λοιπόν ότι πάσα αρετή και το πράγμα εις το οποίον περιστρέφεται το καθιστά τέλειον, και το έργον αυτού το εκτελεί καλώς• λόγου χάριν η αρετή του οφθαλμού και τον οφθαλμόν τον κάμνει σπουδαίον και το έργον του. Διότι με την αρετήν του οφθαλμού βλέπομεν καλώς. Ομοίως η αρετή του ίππου και &σπουδαίον τον κάμνει τον ίππον& και κατάλληλον να τρέχη και να σηκώνη τον αναβάτην και να αντικρύζη τους εχθρούς. Αφού δε τούτο είναι το ίδιον εις όλα, τότε ίσως και η αρετή του ανθρώπου δύναται να ορισθή ως ψυχική κατάστασις με την οποίαν γίνεται ο άνθρωπος αγαθός και εκτελεί καλώς το έργον του. Πώς όμως θα γίνη τούτο, το είπαμεν μεν και προηγουμένως, αλλά θα εννοηθή και πάλιν, εάν εξετάσωμεν ποίου είδους είναι η φύσις αυτής.

&Η εξέτασις του μέσου όρου εν γένει. — & Λοιπόν εις παν πράγμα συνεχόμενον και διαιρετόν είναι δυνατόν να λάβωμεν άλλοτε το περισσότερον, άλλοτε το ολιγώτερον, και άλλοτε το ίσον, και μάλιστα ή συμφώνως με την φύσιν του πράγματος ή ως προς ημάς. Tο δε ίσον είναι μεταξύ της υπερβολής και της ελλείψεως. Εννοώ δε σύμφωνον προς το πράγμα μέσον, εκείνο το οποίον απέχει εξ ίσου από τα δύο άκρα, το οποίον είναι έν και το αυτό δι' όλους, ως προς ημάς δε μέσον, εκείνο το οποίον δεν είναι ούτε υπερβολικόν ούτε ελλιπές. Τούτο όμως δεν είναι έν, ούτε το ίδιον δι' όλους. Λόγου χάριν εις τα δώδεκα τα δέκα είναι το περισσότερον, τα δε δύο το ολιγώτερον, και τα έξ είναι το μέσον, εάν λάβωμεν συμφώνως με το πράγμα. Διότι αυτό ούτε υπερέχει, ούτε υπερέχεται. Τούτο δε είναι μέσος όρος κατά την αριθμητικήν αναλογίαν. Το σχετικόν όμως με ημάς δεν πρέπει να το λάβωμεν ούτω πως. Διότι, εάν 10 λίτραι κρέατος είναι διά κάποιον πολλαί, αι δύο όμως ολίγαι, τότε ο τροφοδότης δεν θα διατάξη έξ λίτρας. Διότι και αυτό ημπορεί να είναι πολύ δι' αυτόν που θα φάγη, ή ολίγον. Δηλαδή διά τον Μίλωνα είναι ολίγον, δι' ένα όμως ο οποίος πρώτην φοράν αρχίζει την γυμναστικήν είναι πολύ. Ομοίως εις το τρέξιμον και εις την πάλην. Και ούτω πως λοιπόν κάθε ειδήμων την μεν υπερβολήν και την έλλειψιν την αποφεύγει, ζητεί δε το μέτριον και αυτό προτιμά. Το μέτριον όμως δεν είναι σύμφωνον με την φύσιν του πράγματος, αλλά ως προς ημάς.

&Η αρετή ως μέσος όρος.& — Αφού λοιπόν πάσα επιστήμη εκτελεί τα έργον της προσέχουσα εις το μέτριον και με αυτό κανονίζουσα τα έργα της — και ως εκ τούτου λέγουν συνήθως διά τα καλώς καμωμένα έργα, ότι δεν έχεις ούτε να προσθέσης ούτε να αφαιρέσης τίποτε, διότι η μεν υπερβολή και η έλλειψις καταστρέφει το ορθόν, ενώ η μεσότης το σώζει — αφού, καθώς είπαμεν, οι αγαθοί τεχνίται εις αυτά προσέχουν όταν εργάζωνται, και αφού η αρετή είναι, καθώς και όλη η φύσις, ακριβεστέρα και ανωτέρα από πάσαν τέχνην, τότε έπεται ότι θα επιδιώκη το μέσον. Εννοώ δε την ηθικήν. Διότι αυτή περιστρέφεται εις τα πάθη και εις τας πράξεις. Εις αυτά δε υπάρχει και υπερβολή και έλλειψις και μέσον. Λόγου χάριν να φοβηθώμεν και να έχωμεν θάρρος, να αποστραφώμεν και να επιθυμήσωμεν, να οργισθώμεν και να οικτίρωμεν, και εν γένει να ευφρανθώμεν και να λυπηθώμεν είναι δυνατόν και περισσότερον και ολιγώτερον. Αυτά δε και τα δύο δεν είναι το ορθόν, αλλά το όταν πρέπη, και δι' όσα πρέπει, και προς όσους και δι' οποίον λόγον και με όποιον τρόπον πρέπει, αυτά αποτελούν την μεσότητα και το άριστον, τούτο δε είναι ιδιότης της αρετής. Όμοίως πάλιν και διά τας πράξεις υπάρχει υπερβολή και έλλειψις και μέσον. Η δε αρετή περιστρέφεται εις πάθη και εις πράξεις εις τας οποίας η υπερβολή είναι λάθος και η έλλειψις κατακρίνεται, ενώ το μέσον επαινείται και ευδοκιμεί. Αυτά δε και τα δύο είναι ιδιότητες της αρετής. Επομένως η αρετή είναι κάποια μεσότης, αφού επιδιώκει το μέσον. Έπειτα δε το μεν λάθος γίνεται κατά πολλούς τρόπους — διότι το κακόν είναι ιδιότης του απεράντου, καθώς το παρωμοίαζαν οι Πυθαγόρειοι, το δε αγαθόν του περατωμένου, — ενώ η επιτυχία γίνεται μόνον κατά ένα τρόπον. Δι' αυτό το έν είναι εύκολον, το δε άλλο δύσκολον, και εύκολον μεν είναι η αποτυχία του σκοπού, δύσκολον δε η επιτυχία. Ώστε και δι' αυτούς τους λόγους της μεν κακίας ιδιότης είναι η υπερβολή και η έλλειψις, της δε αρετής η μεσότης.

Ένας ο δρόμος του θεού και χίλιοι του διαβόλου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ς'.

&Ορισμός της αρετής. — Επομένως η αρετή είναι ψυχική κατάστασις η οποία ενεργεί κατά προαίρεσιν, και εφαρμόζει την μεσότητα την σχετικήν με ημάς την καθοριζομένην με λόγον και καθώς ημπορεί να την καθορίση ο φρόνιμος άνθρωπος. Είναι δε μεσότης, διότι κείται μεταξύ δύο κακιών, εκ των οποίων η μία προέρχεται από την υπερβολήν, η δε άλλη από την έλλειψιν, και έπειτα διότι από αυτάς άλλαι μεν ζητούν να καθυστερούν, άλλαι δε να υπερβάλλουν το πρέπον και εις τα πάθη και εις τας πράξεις, ενώ η αρετή και ευρίσκει και προτιμά το μέσον. Επομένως ως προς την ουσίαν της και τον ορισμόν ο οποίος εκφράζει την ιδανικήν της τελειοποίησιν η αρετή είναι κάποια μεσότης, ως προς το καλλίτερον όμως και την ορθότητα είναι ακρότης ανυπέρβλητος.

&Πώς η αρετή η οποία είναι μεσότης είναι πολλάκις και ακρότης. — Αλλά δεν επιδέχεται την μεσότητα πάσα πράξις ούτε παν πάθος. Διότι μερικά ενοήθησαν και ωνομάσθησαν μόνον ως αχώριστα από την χυδαιότητα, καθώς η χαιρεκακία, η αναισχυντία, ο φθόνος, και διά τας πράξεις η μοιχεία, η κλοπή, η δολοφονία. Δηλαδή όλα αυτά και τα όμοιά των κατακρίνονται, διότι είναι καθ' εαυτά ποταπά, και όχι διά τας υπερβολάς των ούτε διά τας ελλείψεις των. Επομένως ως προς αυτά ποτέ δεν είναι δυνατόν να επιτύχωμεν το ορθόν, αλλά πάντοτε θα σφάλλωμεν. Ακόμη δε δι' αυτά το ορθόν ή το μη ορθόν δεν έγκειται εις το ποίαν γυναίκα και πότε και πώς θα μοιχεύη κανείς, αλλά γενικώς το να διαπράττη κανείς οποιονδήποτε από αυτά είναι αμάρτημα. Είναι το ίδιον λοιπόν ως να ζητούμεν και εις την αδικίαν και δειλίαν και ακολασίαν να υπάρχη μεσότης και υπερβολή και έλλειψις. Διότι τότε θα είχομεν βεβαίως μεσότητα και της υπερβολής και της ελλείψεως και πάλιν υπερβολήν της υπερβολής και έλλειψιν της ελλείψεως. Και καθώς εις την σωφροσύνην και την ανδρείαν δεν υπάρχει υπερβολή και έλλειψις, διότι το μέσον είναι κάπως άκρον, το ίδιον και δι' εκείνα δεν υπάρχει μεσότης και υπερβολή και έλλειψις, αλλά όπως και αν εκτελούνται είναι αμαρτήματα. Διότι γενικώς ούτε μεσότης υπάρχει διά την υπερβολήν και την έλλειψιν, ούτε υπερβολή και έλλειψις διά την μεσότητα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ'.

&Η θεωρία της μεσότητος εφαρμοζόμενη εις τας ειδικάς αρετάς.& — Τούτο όμως δεν πρέπει μόνον γενικώς να λεχθή, αλλά και να εφαρμοσθή εις τα καθέκαστα. Διότι οι λόγοι οι οποίοι πραγματεύονται περί πράξεων, όσοι μεν είναι γενικοί είναι κάπως ομοιόμορφοι, ενώ όσοι εισέρχονται εις τας λεπτομερείας είναι αληθινοί {6}. Διότι αι πράξεις αναφέρονται εις λεπτομερείς περιπτώσεις και με αυτάς πρέπει να συμφωνούν. Λοιπόν πρέπει να λάβωμεν τας ειδικάς αρετάς από τον κατάλογόν μας των αρετών.

&Ανδρεία.& — Λοιπόν ως προς τον φόβον και το θάρρος η ανδρεία είναι μεσότης. Από δε τους υπερβολικούς, όστις μεν είναι υπερβολικός εις την αφοβίαν δεν έχει όνομα (διότι πολλαί ιδιότητες δεν έλαβαν ονομασίαν), όστις δε είναι υπερβολικός εις το θάρρος λέγεται θρασύς, όστις δε εις μεν τον φόβον είναι υπερβολικός, εις δε το θάρρος ελλιπής, λέγεται δειλός.

&Σωφροσύνη.& — Ως προς τας ηδονάς δε και τας λύπας, όχι όμως όλας και πολύ περισσότερον όλας τας λύπας, μεσότης μεν είναι η σωφροσύνη, υπερβολή δε η ακολασία. Ελλιπέστεροι όμως άνθρωποι διά τας ηδονάς δεν ευρίσκονται τόσον συχνά, και διά τούτο ουδέ όνομα εδόθη πάλιν εις τους τοιούτους, ημείς όμως ας τους θεωρήσωμεν ως αναισθήτους.

&Έλευθεριότης (γενναιοδωρία).& — Ως προς την δοσοληψίαν δε των χρημάτων η μεν μεσότης είναι ελευθεριότης, η δε υπερβολή και έλλειψις είναι ασωτεία και φιλαργυρία. Η δε υπερβολή της μιας είναι τα άκρον αντίθετον της ελλείψεως της άλλης. Διότι ο μεν άσωτος εις μεν την παραχώρησιν είναι υπερβολικός, εις δε την λήψιν είναι ελλιπής, ενώ ο φιλάργυρος αντιθέτως εις μεν την λήψιν είναι υπερβολικός, εις δε την παραχώρησιν ελλιπής. Και βεβαίως προς το παρόν ομιλούμεν με γενικόν τύπον και περιληπτικώς και αρκούμεθα εις αυτόν μόνον, ύστερον όμως θα ομιλήσωμεν ακριβέστερον περί αυτών.

&Μεγαλοπρέπεια.& — Ως προς τα χρήματα όμως υπάρχουν και άλλαι ψυχικαί διαθέσεις, και η μεν μεσότης είναι μεγαλοπρέπεια — δηλαδή ο μεγαλοπρεπής διαφέρει από τον ελευθέριον, διότι ο μεν πρώτος είναι γενναίος εις μεγάλα ποσά, ο δε δεύτερος εις μικρά — η δε υπερβολή είναι απειροκαλία και βαναυσότης, και η έλλειψις μικροπρέπεια. Έχουν δε διαφοράν αι διαθέσεις αυταί από τας σχετικάς με την ελευθεριότητα, πώς όμως διαφέρουν, θα το εξηγήσωμεν αργότερα.

&Τιμή (αξιοπρέπεια) και μεγαλοψυχία. — Ως προς δε την τιμήν και την χαμέρπειαν η μεν μεσότης είναι μεγαλοψυχία, η δε υπερβολή είναι αυτό το οποίον λέγεται κάπως χαυνότης, ενώ η έλλειψις είναι μικροψυχία. Όποιον δε λόγον έχει η μεγαλοπρέπεια προς την ελευθεριότητα, ως περιστρεφομένην εις μικρά ποσά, τον αυτόν λόγον έχει και η τιμή προς την μεγαλοψυχίαν, η οποία είναι μεγάλη τιμή, ενώ η ιδία η τιμή περιστρέφεται εις τα μικρά. Διότι είναι δυνατόν να επιθυμούμεν την τιμήν και όσον πρέπει, και περισσότερον ή ολιγώτερον από ό,τι πρέπει. Και όστις μεν είναι υπερβολικός και εις την επιθυμίαν αυτήν λέγεται φιλόδοξος, όστις δε είναι ελλιπής, ταπεινόφρων, ο δε μέσος δεν έχει όνομα. Επίσης δεν έχουν όνομα και αι διαθέσεις, εκτός μόνον της διαθέσεως του φιλοδόξου, η οποία λέγεται φιλοδοξία. Διά τούτο οι δύο άκροι διαφιλονικούν το μέσον διάστημα. Αλλά και ημείς άλλοτε μεν τον μέτριον εις την τιμήν τον ονομάζομεν φιλόδοξον, άλλοτε όμως ταπεινόφρονα. Και κάποτε μεν επαινούμεν τον φιλόδοξον, κάποτε όμως τον ταπεινόφρονα. Αλλά τόρα διά ποίον λόγον το κάμνομεν αυτό, θα το ειπούμεν κατωτέρω. Τόρα όμως ας ομιλήσωμεν περί των υπολοίπων κατά τον υποδειχθέντα τρόπον.

&Οργή.& — Υπάρχει δε και ως προς την οργήν υπερβολή και έλλειψις και μεσότης. Επειδή δε σχεδόν δεν έχουν όνομα αυτά, αφού ονομάζομεν τον μέσον μειλίχιον, θα ονομάσωμεν και την μεσότητα μειλιχιότητα. Από δε τους δύο άκρους ο μεν υπερβολικός ας ονομασθή οργίλος και η κακή ιδιότης του οργιλότης, ο δε ελλιπής αόργητος κάπως, και η κακή ιδιότης του αοργησία.

&Αλήθεια (ειλικρίνεια)&. — Υπάρχουν δε και άλλαι τρεις μεσότητες, αι οποίαι έχουν κάποιαν ομοιότητα μεταξύ των, αλλά είναι διαφορετικαί. Διότι όλαι μεν περιστρέφονται εις την επιμιξίαν των λόγων και των πράξεων, διαφέρουν όμως καθότι η μεν μία περιστρέφεται εις την αλήθειαν, αι δε δύο άλλαι εις την ηδονήν. Από αυτάς δε πάλιν τας δύο η μεν μία περιστρέφεται εις τα παιγνίδια, η δε άλλη εις όλα τα πράγματα του βίου. Λοιπόν πρέπει να ομιλήσωμεν και περί αυτών, διά να εννοήσωμεν περισσότερον ότι εις όλα η μεσότης πρέπει να επαινήται, ενώ τα άκρα δεν είναι ούτε ορθά ούτε αξιέπαινα, αλλά αξιοκατάκριτα. Και από αυτούς βεβαίως οι περισσότεροι δεν έχουν όνομα, πρέπει όμως να προσπαθήσωμεν να τους δώσωμεν, καθώς και εις τους άλλους, χάριν σαφηνείας και διά να παρακολουθώμεν ευκόλως. Ως προς την αλήθειαν λοιπόν ο μέσος ας ονομασθή κάπως ειλικρινής και η μεσότης ειλικρίνεια, από δε τας προσποιήσεις η μεν υπερβολική ας ονομασθή αλαζονεία, (υπερηφάνεια) και όστις έχει αυτήν αλαζών, η δε ελλιπής ειρωνεία και όστις έχει αυτήν είρων.

&Ευτραπελία (χαριτολογία)& — Ως προς δε την ηδονήν πρώτον μεν του διασκεδαστικού μέρους ο μεν μέσος είναι ευτράπελος (χαριτολόγος) και η διάθεσις ευτραπελία, η δε υπερβολή βωμολοχία και όστις έχει αυτήν βωμολόχος, ο δε ελλειπής αγροίκος και η διάθεσίς του αγροικία.

&Φιλία.& — Ως προς δε το δεύτερον μέρος του ηδονικού της ζωής, όστις μεν είναι γλυκύς καθώς πρέπει είναι φίλος και η μεσότης φιλία, ο δε υπερβολικός, αν μεν δεν επιδιώκη κανένα σκοπόν, είναι φιλάρεσκος, εάν δε επιδιώκη το συμφέρον του, είναι κόλαξ, ο δε ελλιπής και εις όλα του άνοστος ονομάζεται κάπως φιλόνικος (στραβόξυλο), και ασυμβίβαστος.

&Εντροπή.& — Υπάρχουν δε και εις τα πάθη και τους σχετικούς με τα πάθη μεσότητες. Δηλαδή η εντροπή βεβαίως μεν δεν είναι αρετή, αλλ' όμως επαινείται και ο εντροπαλός. Διότι και εις αυτά άλλος μεν λέγεται μέσος, άλλος δε υπερβολικός και άλλος ελλιπής. Και υπερβολικός μεν είναι ο κατάπληκτος ο οποίος τα πάντα εντρέπεται, ελλιπής δε όστις εντελώς τίποτε δεν εντρέπεται, μέσος δε ο εντροπαλός.

&Νέμεσις (Φιλοδικαιοσύνη).& — Η δε νέμεσις είναι μεσότης μεταξύ φθόνου και χαιρεκακίας, αι οποίαι περιστρέφονται εις την λύπην και την ηδονήν την προερχομένην από όσα συμβαίνουν εις τους πλησίον μας. Διότι ο νεμεσητικός (φιλοδίκαιος) λυπείται δι' όσους ευτυχούν παρά την αξίαν των, ο δε φθονερός υπερβάλλει αυτόν και λυπείται δι' όλους ανεξαιρέτους τους ευτυχούντας, και ο μεν νεμεσητικός λυπείται διά αναξιοπαθούντας, ο δε χαιρέκακος είναι τόσον ελλιπής εις το να λυπήται, ώστε και ευχαριστείται εις τας δυστυχίας του πλησίον. Αλλά δι' όλα αυτά θα εύρωμεν και άλλοτε ευκαιρίαν {7}. Περί δε της δικαιοσύνης, επειδή δεν λέγεται κατά ένα μόνον τρόπον, θα την χωρίσωμεν κατόπιν {8} και θα ομιλήσωμεν δι' έκαστον μέρος της πώς είναι μεσότης, ομοίως δε και περί των λογικών αρετών {9}.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η'.

Τα άκρα είναι αντίθετα και ως προς το μέσον και μεταξύ των.& — Από αυτάς δε τας τρεις διαθέσεις, από τας οποίας αι δύο μεν είναι κακίαι, δηλαδή η μία από υπερβολήν και η άλλη από έλλειψιν, η μία δε είναι αρετή, δηλαδή η μεσότης, όλαι είναι αντίθετοι προς όλας. Διότι αι μεν άκραι και προς την μέσην αντιτίθενται και μεταξύ των, η δε μέση προς τας άκρας. Διότι, καθώς το ίσον ως προς μεν το ολιγώτερον είναι περισσότερον, ως προς δε το περισσότερον ολιγώτερον, το ίδιον και αι μέσαι διαθέσεις ως προς μεν τας ελλείψεις είναι υπερβολαί, ως προς δε τας υπερβολάς είναι ελλείψεις, και εις τα πάθη και εις τας πράξεις. Λόγου χάριν ο ανδρείος ως προς μεν τον δειλόν φαίνεται θρασύς, ως προς δε τον θρασύν δειλός. Ομοίως δε και ο σώφρων ως προς μεν τον αναίσθητον είναι ακόλαστος, ως προς δε τον ακόλαστον αναίσθητος, και ο ελευθέριος ως προς μεν τον φιλάργυρον είναι άσωτος (σπάταλος), ως προς δε τον άσωτον φιλάργυρος. Διά τούτο οι δύο άκροι αποκρούουν τον μέσον έκαστος προς τον άλλον άκρον, και ονομάζουν τον ανδρείον ο μεν δειλός θρασύν, ο δε θρασύς δειλόν και διά τους άλλους αναλόγως.

&Η αντίθεσις μεταξύ των δύο άκρων είναι μεγαλιτέρα παρά μεταξύ αυτών και του μέσου.& — Αυτά λοιπόν έχουν μεταξύ των τοιαύτην αντίθεσιν, αλλά η μεγαλιτέρα αντίθεσις είναι μεταξύ των δύο άκρων, παρά μεταξύ αυτών και του μέσου. Διότι αυτά απέχουν περισσότερον το έν από το άλλο, παρά όσον έκαστον από το μέσον, καθώς απέχει περισσότερον το μέγα από το μικρόν και το μικρόν από το μέγα, παρά τα δύο αυτά από το ίσον. Έπειτα φαίνεται ότι υπάρχει εις μερικά άκρα κάποια ομοιότης με το μέσον, καθώς εις την θρασύτητα υπάρχει ομοιότης με την ανδρείαν και εις την ασωτείαν με την ελευθεριότητα. Ενώ μεταξύ των δύο άκρων υπάρχει η μεγαλιτέρα ανομοιότης. Όσα δε απέχουν πάρα πολύ μεταξύ των ονομάζονται άκρα εναντία, επομένως και πλειότερον εναντία είναι όσα απέχουν περισσότερον. Προς δε το μέσον αντιτίθεται εις μερικά μεν πράγματα μάλλον η έλλειψις, εις άλλα δε μάλλον η υπερβολή. Λόγου χάριν προς την ανδρείαν δεν αντιτίθεται η θρασύτης, η οποία είναι υπερβολή, αλλά η δειλία, η οποία είναι έλλειψις. Ενώ εις την σωφροσύνην δεν αντιτίθεται η αναισθησία, η οποία είναι έλλειψις, αλλά η ακολασία, η οποία είναι υπερβολή. Τούτο δε συμβαίνει διά δύο αιτίας, πρώτον μεν ως εκ της φύσεως αυτού του πράγματος, διότι επειδή το έν άκρον είναι πλησιέστερον και ομοιότερον με το μέσον, δεν αντιτάσσομεν τούτο αλλά μάλλον το αντίθετόν του• λόγου χάριν, επειδή η θρασύτης φαίνεται ομοιότερα προς την ανδρείαν και πλησιεστέρα, η δε δειλία ανομοιοτέρα, διά τούτο αυτήν μάλλον αντιτάσσομεν. Διότι όσα απέχουν περισσότερον από το μέσον φαίνονται περισσότερον αντίθετα. Η πρώτη λοιπόν αιτία είναι αυτή, δηλαδή από την φύσιν του πράγματος. Η δευτέρα δε είναι η ατομική μας αντίληψις• Διότι εις όσα ημείς έχομεν κάποιαν φυσικήν διάθεσιν, αυτά μας φαίνονται περισσότερον αντίθετα προς το μέσον. Λόγου χάριν ημείς περισσότερον εκ φύσεως ρέπομεν εις τας ηδονάς, και διά τούτο περισσότερον παρασυρόμεθα εις την ακολασίαν παρά εις την σεμνοπρέπειαν. Λοιπόν θεωρούμεν περισσότερον αντίθετα εκείνα, εις τα οποία γίνεται περισσοτέρα τάσις. Και διά τούτο η ακολασία, η οποία είναι υπερβολή, είναι περισσότερον αντίθετος προς την σωφροσύνην.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ'.

&Ένεκα της δυσκολίας του ορθού πρέπει να προτιμώμεν το μικρότερον κακόν.& — Ότι λοιπόν αρετή είναι η ηθική μεσότης, και πώς, και ότι είναι μεσότης δύο κακιών, δηλαδή της υπερβολικής και της ελλιπούς, και ότι είναι τοιαύτη, διότι προσέχει εις το μέσον ως προς τας πράξεις και τα πάθη, τούτο εξετάσθη αρκετά καλά. Διά τούτο είναι δύσκολον να είναι κανείς σπουδαίος, διότι είναι δύσκολον εις παν πράγμα να λάβη κανείς το μέσον καθώς λόγου χάριν δεν είναι εύκολον εις τον καθένα να εύρη το κέντρον του κύκλου, αλλά εις τον ειδήμονα. Ομοίως δε και το να οργισθή είναι εύκολον εις τον καθένα και το να δώση χρήμα και να εξοδεύση. Εις ποίον όμως και πόσον και πότε και διατί και πώς, δεν είναι έργον του καθενός ούτε εύκολον. Διά τούτο τα ορθόν είναι και σπάνιον και αξιέπαινον και καλόν. Διά τούτο όστις προσέχει εις το μέσον, πρώτον πρέπει να απομακρύνεται από το περισσότερον αντίθετον, καθώς συμβουλεύει και η Καλυψώ: