WeRead Powered by ReaderPub
Ηθικά Νικομάχεια, Τόμος Πρώτος cover

Ηθικά Νικομάχεια, Τόμος Πρώτος

Chapter 31: ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η'.
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

The work investigates what constitutes the human good, arguing that happiness is the highest end and is realized as a lifelong activity of the soul in accordance with virtue. It distinguishes moral and intellectual virtues, explains moral virtue as acquired through habituation and as a mean between extremes, and explores the roles of external goods, honor, and pleasure in a flourishing life. It analyzes voluntary action, choice, and responsibility and offers criteria for practical deliberation. It also treats social dimensions such as justice and friendship, using analytic definition, ethical psychology, and teleological reasoning to link character, actions, and communal life.

«Κράτει το πλοίον μακράν απ'αυτόν τον καπνόν και το κύμα».

Διότι από τα άκρα το έν είναι περισσότερον σφαλερόν, το δε άλλο ολιγώτερον. Επειδή λοιπόν είναι εις άκρον δύσκολον να επιτύχωμεν το μέσον, διά τούτο καθώς λέγει η παροιμία εις το άλλο ταξίδι πρέπει να δεχθώμεν τα ολιγώτερα κακά. Τούτο δε θα συμβή προ πάντων με τον τρόπον που είπαμεν. Πρέπει δε ακόμη να εξετάζωμεν και εις ποία είμεθα ημείς οι ίδιοι επιρρεπείς, διότι άλλοι είναι πλασμένοι επιρρεπείς εις άλλα. Τούτο δε θα το εννοήσωμεν από την ιδιαιτέραν ηδονήν και λύπην την οποίαν προξενούν εις ημάς. Πρέπει δε να σύρωμεν τον εαυτόν μας εις τα αντίθετα από αυτά. Διότι, όσον περισσότερον απομακρυνόμεθα από το σφάλμα, τόσον πλησιάζομεν εις το μέσον. Και τούτο το ίδιον κάμνουν όσοι ισιάζουν τα στραβόξυλα. Εις όλα όμως πρέπει προ παντός να αποφεύγωμεν τα ηδονικά και την ηδονήν. Διότι αυτήν δεν την κρίνομεν αμερολήπτως. Όπως λοιπόν οι δημογέροντες της Τροίας εφέρθησαν προς την Ελένην, το ίδιον πρέπει και ημείς να αισθανθώμεν απέναντι της ηδονής και πάντοτε να ενθυμούμεθα τι είπαν εις το τέλος εκείνοι {10}. Διότι, εάν την απομακρύνωμεν κατ' αυτόν τον τρόπον, ολιγώτερον θα σφάλλωμεν. Λοιπόν με μίαν λέξιν, εάν κάμνωμεν αυτά, περισσότερον θα ημπορούμεν να επιτύχωμεν το μέσον. Ίσως όμως αυτό είναι δύσκολον να το επιτύχωμεν, και προ πάντων εις τας ιδιαιτέρας περιπτώσεις. Λόγου χάριν δεν είναι εύκολον να ορίσωμεν γενικώς πώς πρέπει να οργιζώμεθα και με ποίους και διά ποία πράγματα και πόσην ώραν. Διότι και ημείς οι ίδιοι άλλοτε μεν επαινούμεν τους ελλιπείς και τους ονομάζομεν ημέρους (πράους), άλλοτε δε τους εκτραχυνομένους και τους ονομάζομεν ανδροπρεπείς. Αλλ' όστις μεν εκτροχιάζεται ολίγον από το ορθόν δεν κατακρίνεται, ούτε εάν εκτροχιάζεται εις το περισσότερον, ούτε εις το ολιγώτερον, αλλά μόνον όστις εκτροχιάζεται πάρα πολύ. Αυτός δε δεν μας διαφεύγει. Τόρα όμως μέχρι ποίου βαθμού και πόσην ώραν εάν οργισθή, είναι αξιοκατάκριτος, αυτό δεν είναι εύκολον να ορισθή με κανόνα. Διότι ούτε άλλο κανέν πράγμα της αισθήσεως είναι εύκολον να ορισθή. Τα τοιαύτα δε ανήκουν εις τας διαφόρους περιπτώσεις, και η κρίσις αυτών ανήκει εις την αίσθησιν. Επομένως τόσον μόνον απεδείχθη εκ των ανωτέρω, ότι η μέση διάθεσις είναι εις όλα αξιέπαινος, και ότι πρέπει να κλίνωμεν άλλοτε μεν προς την υπερβολήν, άλλοτε δε προς την έλλειψιν. Διότι κατ' αυτόν τον τρόπον θα επιτύχωμεν το μέσον και το ορθόν όσον το δυνατόν ευκολώτερον.

ΒΙΒΛΙΟΝ Γ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'.

&Διάκρισις εκουσίων και ακουσίων πράξεων.& — Επειδή λοιπόν η αρετή περιστρέφεται εις τα πάθη και τας πράξεις, και διά μεν τα εκούσια ακολουθούν οι έπαινοι και αι κατακρίσεις, διά δε τα ακούσια η συγγνώμη, κάποτε μάλιστα και ο οίκτος, ίσως είναι ανάγκη όσοι ερευνούν την αρετήν να διακρίνουν το εκούσιον και το ακούσιον, τούτο δε είναι χρήσιμον και εις τους νομοθέτας διά τας αμοιβάς και διά τας ποινάς.

Φαίνεται δε ότι ακούσια είναι όσα γίνονται με βίαν ή από αμάθειαν. Βίαιον δε είναι παν ό,τι έχει την προέλευσίν του έξωθεν, η οποία είναι τοιαύτη, ώστε διόλου να μη συντελή όστις πράττει ή όστις πάσχει• καθώς λόγου χάριν εάν ο άνεμος μας φέρη κάπου ή άνθρωποι οι οποίοι μας εξουσιάζουν. Όσα δε γίνονται από φόβον μεγαλιτέρων κακών ή διά κανένα καλόν σκοπόν, λόγου χάριν εάν ένας τύραννος μας διατάσση να πράξωμεν ατιμίαν, ενώ έχει εις χείρας του τους γονείς και τα τέκνα μας, και όταν μεν το εκτελέσωμεν σώζωνται, όταν όμως δεν το εκτελέσωμεν φονεύωνται εκείνοι, τότε επιδέχεται αμφισβήτησιν αν αυτή η πράξις είναι ακουσία ή εκουσία. Κάτι δε παρόμοιον συμβαίνει και εις τας αβαρίας εν καιρώ τρικυμίας. Διότι χωρίς λόγον κανείς δεν ρίπτεται εις την θάλασσαν εκουσίως, χάριν όμως της ιδικής του σωτηρίας και των άλλων ρίπτεται πας όστις έχει νουν. Μικταί λοιπόν είναι αι τοιαύται πράξεις, φαίνονται όμως μάλλον εκούσιοι. Διότι είναι προαιρετικαί την στιγμήν που εκτελούνται. Το αποτέλεσμα όμως μιας πράξεως εξαρτάται από την κρίσιμον στιγμήν. Επομένως και το εκούσιον και το ακούσιον εφαρμόζεται εις την στιγμήν της εκτελέσεως. Βεβαίως δε εκείνην την στιγμήν το εκτελεί εκουσίως. Διότι και η αρχή της κινήσεως των μελών του οργανισμού του υπάρχει εντός αυτού. Και δι' όσα υπάρχει εντός του η αρχή, είναι εις βάρος του και η εκτέλεσις και η μη εκτέλεσις. Αυτά λοιπόν είναι εκούσια, απολύτως όμως ίσως είναι ακούσια. Διότι κανείς δεν είναι δυνατόν να προτιμήση κανέν από αυτά καθ' εαυτό χωρίς άλλον λόγον. Διά παρομοίας όμως πράξεις κάποτε και επαινούνται ακόμη, όταν υποφέρουν κάτι τι ατιμαστικόν ή λυπηρόν, απέναντι μεγάλων και καλών. Ενώ, εάν κάμουν αντιστρόφως, κατακρίνονται. Διότι το να υπομείνη τα αίσχιστα χάριν ατίμου ή μηδαμινού πράγματος, ανήκει εις τον ποταπόν άνθρωπον. Εις μερικά δε έπαινος μεν δεν υπάρχει, υπάρχει όμως η συγγνώμη, όταν κανείς πράξη το κακόν διά λόγους οι οποίοι αναστατόνουν την ανθρωπίνην φύσιν, και κανείς δεν ημπορή να τους υπομείνη. Διά μερικά δε ίσως δεν είναι δυνατόν να υποκύψη κανείς, αλλά πρέπει μάλλον να προτιμήση να αποθάνη, και αν πάθη ακόμη τα φοβερώτερα που υπάρχουν. Και βεβαίως φαίνονται γελοία τα αίτια, τα οποία ανάγκασαν τον Αλκμέωνα του Ευριπίδου να γίνη μητροκτόνος.

&Εξακρίβωσις των δυσκολωτέρων περιπτώσεων&. — Είναι δε δύσκολον πολλάκις να διακρίνωμεν ποίον πράγμα πρέπει να προτιμήσωμεν από άλλο και τι πρέπει να υποφέρωμεν χάριν ενός άλλου, αλλά ακόμη δυσκολώτερον είναι να εμμείνωμεν εις την απόφασίν μας. Διότι συνήθως τα αναμενόμενα είναι οδυνηρά, οι δε εκβιασμοί ατιμωτικοί, και δι' αυτό υπάρχουν έπαινοι και κατακρίσεις δι' όσους υπέκυψαν ή όχι. Και λοιπόν ποία πρέπει να λέγωμεν εκβιαστικά; Ή μήπως απολύτως μεν όταν η αιτία ευρίσκεται έξω, και όταν όστις πράττει δεν συντελή ο ίδιος εις τίποτε; Όσα όμως απολύτως μεν είναι εκούσια, αυτήν την στιγμήν όμως και διά αυτήν εδώ την αιτίαν είναι προτιμότερα, και η αρχή της ενεργείας υπάρχει εις τον εκτελούντα, μήπως άραγε αυτά καθ' εαυτά μεν είναι ακούσια, αυτήν την στιγμήν όμως και δι' αυτήν την αιτίαν είναι εκούσια; Και βεβαίως μάλλον φαίνονται εκούσια. Διότι αι πράξεις ανήκουν εις τας ιδιαιτέρας περιπτώσεις, αυταί δε είναι εκούσιαι. [] όμως χάριν ποίων πρέπει να προτιμώμεν, δεν είναι εύκολον να το ορίσωμεν. Διότι υπάρχουν πολλαί ποικιλίαι εις τας ιδιαιτέρας περιπτώσεις. Εάν δε θεωρήση κανείς τα ηδονικά και τα ωραία ως εκβιαστικά — διότι εκβιάζουν βεβαίως, αφού ευρίσκονται έξω — ,τότε πλέον όλα ημπορούν να θεωρηθούν εκβιαστικά. Διότι όλαι αι πράξεις όλων των ανθρώπων γίνονται χάριν αυτών. Έπειτα αι μεν εκβιαστικαί και ακούσιαι πράξεις είναι λυπηραί, ενώ αι γενόμεναι χάριν της ηδονής και του ωραίου είναι περιπλέον και ηδονικαί. Είναι λοιπόν κωμικόν να προφασίζεται κανείς τα έξω, και όχι τον εαυτόν του, αφού παραδίδεται διά να δελεασθή από αυτά, και διά μεν τα καλά να θεωρή αίτιον τον εαυτόν του, διά δε τα ποταπά να προφασίζεται την ηδονήν. Επομένως εκβιασμός φαίνεται ότι είναι, όταν η αρχή υπάρχη έξωθεν, χωρίς να συντελή διόλου ο εκβιασθείς.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β'.

&Επί της αμαθείας διακρίνομεν εκούσιον, ακούσιον, και ημιεκούσιον.& — Το δε γινόμενον από αμάθειαν δεν είναι μεν ποτέ εκούσιον, καθαρώς ακούσιον όμως είναι μόνον το φέρον λύπην και μεταμέλειαν. Διότι όστις έπραξε οτιδήποτε από αμάθειαν και δεν έφερε καμμίαν αντίστασιν κατά την ώραν της εκτελέσεως, ναι μεν δεν το έπραξε εκουσίως, αφού βεβαίως δεν το εγνώριζε, αλλά πάλιν ούτε ακουσίως, αφού δεν το έπραξε με λύπην. Λοιπόν εις τα προερχόμενα από αμάθειαν, όστις μεν μετανοεί έπραξε ακουσίως, όστις όμως δεν μετανοεί, αφού δεν είναι όμοιος, ας τον θεωρήσωμεν ημιεκούσιον. Διότι, αφού έχει διαφοράν, είναι καλλίτερον να του δώσωμεν ιδιαίτερον όνομα.

&Διαφέρουν αι πράξεις αι εξ αμαθείας από τας εν αγνοία. — Φαίνεται δε ότι διαφέρει και η εξ αμαθείας πράξις από την εν αγνοία. Διότι ο μεθυσμένος ή ο οργιζόμενος δεν φαίνεται ότι πράττει από αμάθειαν, αλλά δι' έν από τα ελαττώματα τα οποία είπαμεν, πάλιν όμως όχι εν γνώσει του, αλλά ασυνειδήτως. Και βεβαίως πας άνθρωπος αβέλτερος απρόκοπος δεν έχει είδησίν του τι πρέπει να πράττη και ποία να αποφεύγη, και ένεκα αυτής της ελλείψεως γίνονται άδικοι και γενικώς κακοί. Το ακούσιον όμως εφαρμόζεται κυρίως όχι όταν κανείς αγνοή τα συμφέροντα. Διότι η αμάθεια η οποία υπάρχει εις την προαίρεσιν δεν είναι αιτία του ακουσίου, αλλά της καθολικής του αβελτερίας. Ούτε πάλιν η γενική αμάθεια είναι αιτία — διότι τουλάχιστον εξ αιτίας αυτής κατακρίνονται — , αλλά εκείνη των ιδιαιτέρων συνθηκών υπό τας οποίας εξετελέσθη η πράξις και των ζητημάτων εις τα οποία περιεστρέφετο. Διότι εις αυτάς μόνον υπάρχει και οίκτος και συγγνώμη. Διότι όστις αγνοεί καμμίαν από αυτάς πράττει ακουσίως.

&Αι συνθήκαι υπό τας οποίας εκτελείται η πράξις.& — Ίσως λοιπόν δεν είναι κακόν να ορίσωμεν αυτάς τας ιδιαιτέρας συνθήκας ποίαι είναι και πόσαι. Είναι λοιπόν:

1) Ο δράστης, 2) η πράξις, 3) η περίπτωσις ή αι συνθήκαι της πράξεως. Κάποτε όμως και:

4) το όργανον, 5) το ελατήριον, λόγου χάριν διά να σωθή, και 6) ο τρόπος, λόγου χάριν ησύχως ή με ορμήν.

Αυτά λοιπόν όλα μαζί δεν είναι δυνατόν να υπάρχη άνθρωπος ο οποίος τα αγνοεί, εκτός εάν είναι μανιακός, και βεβαίως ούτε τον δράστην. Διότι πώς είναι δυνατόν να αγνοή τον εαυτόν του; Αλλά την πράξιν είναι δυνατόν να αγνοή κανείς, καθώς πολλοί συνήθως λέγουν ότι τους εξέφυγε η λέξις από το στόμα, ή ότι δεν εγνώριζαν ότι ήτο μυστικόν, καθώς ο Αισχύλος διά τα Ελευσίνια μυστήρια {11}, ή ότι ήθελε απλώς να δείξη τον χειρισμόν του όπλου και το έρριψε, καθώς εκείνος ο οποίος ρίπτει τον καταπέλτην. Είναι δε δυνατόν κανείς και τον υιόν του να τον θεωρήση εχθρόν, καθώς η Μερόπη {12}, και να ειπή ότι ήτο ως σφαίρα η αιχμή του δόρατος, ενώ ήτο ακονισμένον, ή ότι το λιθάρι ήτο ελαφρόπετρα. Έπειτα ότι τον εκτύπησε διά να τον σωφρονίση και τον εφόνευσε. Και ότι ηθέλησε απλώς να τον εγγίση, διά να του δείξη πώς κάμνουν οι πυγμάχοι, και τον εκτύπησε δυνατά. Αφού λοιπόν η άγνοια περιστρέφεται εις όλας αυτάς τας συνθήκας της πράξεως, όστις δεν εγνώριζε κάποιον από αυτά φαίνεται ότι έπραξε ακουσίως την πράξιν και μάλιστα εις τα σπουδαιότερα. Σπουδαιότερα δε φαίνονται αι συνθήκαι (3)/δες ανωτέρω/ και το ελατήριον (4)/5 ανωτέρω/. Και βεβαίως διά να θεωρηθή κανείς ακούσιος εις τοιαύτην περίπτωσιν αγνοίας, πρέπει να φανή ότι ελυπήθη διά την πράξιν και μετανοεί.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ'.

&Αι πράξεις αι γινόμενοι εκ πάθους ή επιθυμίας είναι εκούσιαι.& — Αφού λοιπόν είναι ακούσιον το εκ βίας ή εξ αμαθείας γινόμενον, ίσως είναι ορθόν να δεχθώμεν ότι το εκούσιον είναι εκείνο το οποίον έχει την αρχήν του εις τον δράστην, όταν γνωρίζη τας ιδιαιτέρας συνθήκας της πράξεως. Δηλαδή ίσως ουχί ορθώς λέγεται ακουσία η πράξις η προερχομένη από έξαψιν ή επιθυμίαν. Διότι πρώτον μεν κανέν από τα άλλα ζώα δεν πρέπει να θεωρήσωμεν τότε πλέον ότι πράττει τίποτε εκουσίως, ούτε οι παίδες. Έπειτα άραγε καμμίαν πράξιν από όσας πράττομεν από επιθυμίαν ή έξαψιν, δεν την πράττομεν εκουσίως, ή μόνον τας καλάς εκουσίως, τας δε ποταπάς ακουσίως; Ή μήπως είναι γελοίον τούτο, αφού το αίτιον είναι έν; Ίσως δε είναι παράλογον να ονομάζωμεν ακούσια, όσα κατ' ανάγκην τα επιθυμούμεν. Είναι δε ανάγκη και να οργιζώμεθα διά μερικά και να επιθυμούμεν μερικά• λόγου χάριν την υγείαν και την μάθησιν.

Ακόμη δε φαίνεται ότι τα ακούσια είναι λυπηρά, ενώ τα επιθυμητά είναι ευχάριστα. Έπειτα δε ποίαν διαφοράν έχουν ως προς το εκούσιον τα σφάλματα τα προερχόμενα από σκέψιν ή από έξαψιν; Διότι και τα δύο πρέπει να τα αποφεύγωμεν, και φαίνεται ότι όχι ολιγώτερον είναι ανθρώπιναι αι παράλογοι εξάψεις. Επομένως πρέπει να αποφεύγωμεν και τας πράξεις τας προερχομένας από έξαψιν και από επιθυμίας. Ώστε είναι άτοπον να τα θεωρήσωμεν αυτά ακούσια.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ'.

&Η προαίρεσις δεν είναι το ίδιον το εκούσιον.& — Αφού δε ωρίσαμεν το εκούσιον και το ακούσιον, τόρα είναι καιρός να ομιλήσωμεν περί προαιρέσεως. Διότι αύτη φαίνεται ότι συνδέεται στενώς με την αρετήν και ότι κρίνει μάλλον τα ήθη παρά τας πράξεις. Λοιπόν η προαίρεσις φαίνεται μεν ότι είναι κάτι τι εκούσιον, δεν είναι όμως το ίδιον με αυτό, αλλά το εκούσιον είναι ευρύτερον. Διότι το εκούσιον το έχουν και οι παίδες και τα άλλα ζώα, την προαίρεσιν όμως όχι. Και έπειτα, τα εξαφνικά, εκούσια μεν τα λέγομεν, όχι όμως και κατά προαίρεσιν.

&Η προαίρεσις δεν είναι ούτε επιθυμία ούτε έξαψις.& — Όσοι δε θεωρούν την προαίρεσιν ως επιθυμίαν η έξαψιν ή βούλησιν ή καμμίαν κρίσιν φαίνεται ότι δεν λέγουν την αλήθειαν. Διότι η προαίρεσις δεν είναι κοινή και εις τα άλογα ζώα, ενώ είναι κοινή η επιθυμία και η έξαψις. Και ο ακόλαστος με επιθυμίαν μεν πράττει, όχι όμως και με προαίρεσιν. Ο δε εγκρατής αντιστρόφως πράττει μεν με προαίρεσιν, όχι όμως με επιθυμίαν. Εξ άλλου εις την προαίρεσιν μεν αντιτίθεται η επιθυμία, όχι όμως και εις την επιθυμίαν άλλη επιθυμία. Και πάλιν η μεν επιθυμία περιστρέφεται εις το ηδονικόν και λυπηρόν, ενώ η προαίρεσις ούτε εις το λυπηρόν ούτε εις το ηδονικόν. Πολύ δε ολιγώτερον πάλιν η έξαψις. Δηλαδή πολύ ολιγώτερον φαίνονται ως κατά προαίρεσιν όσα γίνονται από έξαψιν.

&Η προαίρεσις δεν είναι βούλησις.& — Αλλά βεβαίως ούτε βούλησις δεν είναι η προαίρεσις, αν και φαίνεται ότι πλησιάζει πάρα πολύ εις αυτήν. Διότι προαίρεσις μεν δεν υπάρχει επί πραγμάτων αδυνάτων, και αν εις αυτά ειπή κανείς ότι έχει προαίρεσιν, θα εφαίνετο ηλίθιος. Βούλησις όμως υπάρχει επί πραγμάτων αδυνάτων λόγου χάριν της αθανασίας. Και βούλησις μεν υπάρχει και εις όσα κανείς δεν συνετέλεσε διόλου ο ίδιος διά να εκτελεσθούν λόγου χάριν να νικήση κάποιος ηθοποιός ή αθλητής. Προαίρεσιν όμως εις αυτά δεν έχει κανείς, αλλά μόνον εις όσα νομίζει ότι θα συνετελέση ο ίδιος διά να εκτελεσθούν. Εξ άλλου δε η βούλησις αποβλέπει μάλλον εις τον σκοπόν, ενώ η προαίρεσις εις τα προηγούμενα του σκοπού• λόγου χάριν το να είμεθα υγιείς είναι έργον της βουλήσεώς μας, της προαιρέσεως όμως έργον είναι, ποία μέσα φέρουν την υγείαν. Επίσης το να είμεθα ευτυχείς θέλομεν και το λέγομεν ότι το θέλομεν. Να ειπούμεν όμως ότι έχομεν την προαίρεσιν να γίνωμεν ευτυχείς δεν αρμόζει. Διότι γενικώς η προαίρεσις φαίνεται ότι εφαρμόζεται εις όσα εξαρτώνται από την ικανότητά μας.

&Η προαίρεσις δεν είναι κρίσις&. — Βεβαίως όμως ούτε κρίσις είναι δυνατόν να είναι η προαίρεσις. Διότι η μεν κρίσις φαίνεται ότι περιστρέφεται εις όλα, και όχι ολιγώτερον εις τα αιώνια και τα αδύνατα, παρά εις τα εξαρτώμενα από τας δυνάμεις μας. Έπειτα η κρίσις χωρίζεται εις ψευδή και αληθινήν και όχι εις κακήν και αγαθήν, ενώ η προαίρεσις μάλλον χωρίζεται εις κακήν και αγαθήν. Και λοιπόν γενικώς ίσως ουδέ εθεώρησε κανείς την προαίρεσιν το ίδιον με την κρίσιν. Δεν είναι όμως ούτε εις κανέν μέρος της το ίδιον με την κρίσιν. Διότι μόνον με την προαίρεσιν των αγαθών ή των κακών έχομεν μίαν ηθικήν ιδιότητα, όχι όμως και με το να κρίνωμεν αυτά. Και πάλιν έχομεν μεν προαίρεσιν εις το να λάβωμεν ή να αποφύγωμεν ή εις κάτι τι παρόμοιον, κρίνομεν όμως τι είναι αυτά, ή είς τινα συμφέρει, ή πώς γίνονται, και ποτέ δεν κρίνομεν το να λάβωμεν ή να αποφύγωμεν. Έπειτα η μεν προαίρεσις επαινείται όταν επιτύχη το πρέπον ή το ορθόν, ενώ η κρίσις, όταν επιτύχη την αλήθειαν. Και προαίρεσιν μεν έχομεν δι' όσα γνωρίζομεν τόσον καλά. Έπειτα φαίνεται ότι δεν είναι οι ίδιοι άνθρωποι οι τελειότεροι εις την προαίρεσιν και εις την κρίσιν, αλλά μερικοί κρίνουν μεν καλλίτερον, από την κακίαν των όμως προαιρούνται όσα δεν πρέπει. Εάν δε προστίθεται και κρίσις εις την προαίρεσιν ή παρακολουθή αυτήν, δεν έχει καμμίαν σημασίαν. Διότι ημείς δεν εξετάζομεν τούτο, αλλ' αν είναι το ίδιον η προαίρεσις με καμίαν κρίσιν.

Συμπέρασμα. Τότε λοιπόν τι είναι, ή ποίου είδους είναι η προαίρεσις, αφού δεν είναι κανέν από όσα είπαμεν; Βεβαίως φαίνεται μεν κάτι τι εκούσιον, αλλά το εκούσιον δεν είναι πάντοτε προαίρεσις. Αλλά τότε μήπως άραγε είναι το προσχεδιασμένον; Διότι η προαίρεσις συνοδεύεται με το λογικόν και την διάνοιαν. Φαίνεται όμως ότι τούτο υποδεικνύει και το όνομα το οποίον σημαίνει κάτι προηγουμένως από άλλα προτιμητέον.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'.

&Περιπτώσεις μη επιδεχόμενοι προμελέτην.& — Τόρα όμως άραγε όλα τα προμελετά κανείς, και όλα ημπορούν να προμελετηθούν, ή μήπως μερικά δεν επιδέχονται προμελέτην; Ίσως δε πρέπει να θεωρήσωμεν ως αντικείμενον προμελέτης όχι ό,τι ημπορούσε να προμελετήση ο ηλίθιος ή ο μανιακός, αλλά μόνον ο συνετός. Λοιπόν διά τας αιωνίας αληθείας κανείς δεν προμελετά• λόγου χάριν περί του κόσμου, ή περί της διαμέτρου ότι είναι ασύμμετρος προς την πλευράν του εγγεγραμμένου τετραγώνου. Αλλ' ούτε περί των κινητών, τα οποία όμως επαναλαμβάνονται ομοίως, είτε εξ ανάγκης, είτε εκ φύσεως, ή διά καμμίαν άλλην αιτίαν, καθώς είναι λόγου χάριν αι τροπαί και αι ώραι της ανατολής. Ούτε δι' όσα αλλάζουν κατά καιρούς• καθώς λόγου χάριν διά τας ξηρασίας και τας βροχάς. Ούτε δι' όσα προέρχονται από την τύχην λόγου χάριν διά την εύρεσιν θησαυρού. Ούτε τέλος όλα γενικώς τα ανθρώπινα• λόγου χάριν πώς ήτο δυνατόν να πολιτεύωνται τελειότερον οι Σκύθαι κανείς από τους Λακεδαιμονίους δεν το σκέπτεται. Διότι από όλα αυτά τίποτε δεν ημπορεί να προέλθη από ημάς.

&Περιπτώσεις επιδεχόμενοι προμελέτην.& — Προμελετούμεν όμως όσα εξαρτώνται από ημάς να εκτελεσθούν. Αυτά λοιπόν υπολείπονται να εξετάσωμεν. Δηλαδή φαίνονται ότι αιτίαι είναι η φύσις και η ανάγκη και η τύχη, και εκτός τούτων ο νους και παν ό,τι γίνεται διά μέσου του ανθρώπου. Οι άνθρωποι όμως προμελετούν έκαστος, τι ημπορεί να γίνη διά μέσου του εαυτού των. Και διά μεν τας ακριβείς και αυτοτελείς επιστήμας δεν υπάρχει σκέψις• καθώς λόγου χάριν διά τα γράμματα, διότι δεν διστάζομεν πώς πρέπει να γράψωμεν. Αλλά μόνον εις όσα γίνονται διά μέσου ημών, και δεν γίνονται πάντοτε κατά τον ίδιον τρόπον, δι' αυτά μόνον σκεπτόμεθα• καθώς λόγου χάριν μάλλον διά τα ιατρικά ζητήματα και διά τα χρηματιστικά και διά την πλοιαρχικήν, παρά διά την γυμναστικήν, διότι αυτά είναι ολιγώτερον καθωρισμένα με λεπτομέρειαν, ομοίως δε και διά τα άλλα. Έπειτα περισσότερον σκεπτόμεθα διά τας τέχνας παρά διά τας επιστήμας, διότι περισσότερον διστάζομεν δι' εκείνας. Δηλαδή η προμελέτη γίνεται διά τα συμβαίνοντα συνήθως, διά τα οποία όμως δεν είναι βέβαιον το αποτέλεσμα, και δι' όσα δεν είναι προσδιωρισμένον. Εις δε τα σπουδαιότερα δεχόμεθα συμβουλάς, διότι δεν έχομεν εμπιστοσύνην εις τον εαυτόν μας ότι είμεθα ικανοί να κάμωμεν διάγνωσιν.

&Πώς γίνεται η προμελέτη.& — Προμελετούμεν δε όχι τα αποτελέσματα αλλά τα μέσα τα φέροντα εις τα αποτελέσματα.

Δηλαδή ούτε ο ιατρός σκέπτεται αν θα υγιάνη ο ασθενής, ούτε ο ρήτωρ αν θα πείση τους ακροατάς, ούτε ο πολιτικός αν θα φέρη ευνομίαν, ούτε από τους άλλους κανείς σκέπτεται τον σκοπόν. Αλλά απλώς θέτουν ως βάσιν τον σκοπόν και προμελετούν τον τρόπον και τα μέσα της εκτελέσεως. Και όταν μεν φαίνεται ότι ο σκοπός ημπορεί να εκτελεσθή με πολλά μέσα τότε ερευνούν το ευκολώτερον και καλλίτερον. Όταν όμως έν μέσον υπάρχη, τότε ερευνούν πώς θα εκτελεσθή ο σκοπός με αυτό το μέσον, και εκείνο με ποίον άλλο μέσον θα εκτελεσθή, έως ότου να φθάσουν εις το πρώτον αίτιον, το οποίον είναι τελευταίον εις τον δρόμον της ερεύνης. Διότι όστις προμελετά φαίνεται ότι ερευνά και αναλύει με τον τρόπον που είπαμεν ως να αναλύη γεωμετρικά σχήματα τα οποία εσχεδίασε. Φαίνεται δε ότι η μεν έρευνα δεν είναι πάντοτε προμελέτη, καθώς λόγου χάριν αι μαθηματικαί έρευναι, ενώ η προμελέτη είναι πάντοτε έρευνα, και ότι εκείνο το οποίον ευρίσκομεν τελευταίον με την ανάλυσιν, έρχεται πρώτον εις την πραγματοποίησιν. Και όταν μεν φθάσουν εις αδύνατον πράγμα τότε τα παραιτούν• καθώς λόγου χάριν εάν υπάρχη έλλειψις χρημάτων και δεν είναι δυνατόν να τα προμηθευθούν. Εάν όμως φαίνεται δυνατόν, τότε δοκιμάζουν να το εκτελέσουν. Δυνατά δε είναι όσα ημπορούν να γίνουν διά μέσου ημών. Δηλαδή και όσα γίνονται διά μέσου των φίλων είναι κάπως διά μέσου ημών, διότι η αρχή υπάρχει εις χείρας μας. Εξετάζονται δε άλλοτε μεν τα όργανα, άλλοτε δε η χρησιμοποίησις αυτών. Το ίδιον δε και διά τας άλλας περιπτώσεις• δηλαδή άλλοτε μεν εξετάζεται το όργανον, άλλοτε δε ο τρόπος ή το πρόσωπον. Φαίνεται λοιπόν, καθώς είπαμεν, ότι ο άνθρωπος είναι η αρχή όλων των πράξεων, και ότι η μεν προμελέτη περιστρέφεται εις τα δυνάμενα να εκτελεσθούν από αυτόν, ενώ αι πράξεις γίνονται και διά λόγους οι οποίοι κείνται έξω από αυτά. Επομένως φαίνεται, καθώς είπαμεν, ότι δεν είναι αντικείμενον προμελέτης ο σκοπός, αλλά τα μέσα τα οποία φέρουν εις τον σκοπόν. Ούτε πάλιν σκεπτόμεθα τας ατομικάς περιπτώσεις• λόγου χάριν αν τούτο εδώ είναι άρτος ή αν εχωνεύθη καλώς. Διότι αυτά τα κρίνει η αίσθησις. Εάν δε πρόκειται όλα να τα σκεπτώμεθα, τότε θα προχωρήσωμεν εις το άπειρον.

&Η σχέσις της προμελέτης προς την προαίρεσιν.& — Το αντικείμενον δε της προμελέτης και της προαιρέσεως είναι το ίδιον, με την διαφοράν ότι το αντικείμενον της προαιρέσεως είναι πλέον καθωρισμένον. Δηλαδή ό,τι επροτιμήθη εις το τέλος της προμελέτης, αυτό είναι το αντικείμενον της προαιρέσεως. Διότι έκαστος παύει πλέον να ερευνά πώς πρέπει να προβή εις την εκτέλεσιν, όταν αναβιβάση την αρχήν της πράξεως εις τον εαυτόν του και εις την κυριαρχούσαν εντός του δύναμιν. Διότι αυτή είναι η εκτελούσα την προαίρεσιν. Τούτο δε φαίνεται σαφώς από τα αρχαία πολιτεύματα, τα οποία παριστάνει ο Όμηρος. Δηλαδή οι βασιλείς συνεσκέπτοντο, και όσα απεφάσιζαν, τα ανήγγελλαν εις τον λαόν. Αφού λοιπόν το προαιρετικόν είναι κάτι τι, το οποίον επιθυμούμεν κατόπιν ωρίμου σκέψεως ως εξαρτώμενον από ημάς, τότε και η προαίρεσις φαίνεται ότι είναι προμελετημένη επιθυμία πραγμάτων εξαρτωμένων από ημάς. Διότι, αφού προμελετήσωμεν και σχηματίσωμεν γνώμην, τότε επιθυμούμεν συμφώνως με την προμελέτην.

Αυτά λοιπόν είναι αρκετά διά τον γενικόν ορισμόν της προαιρέσεως, και εις ποία πράγματα περιστρέφεται και ότι εξετάζει τα μέσα τα οποία οδηγούν εις τον σκοπόν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ς'.

&Το αντικείμενον της βουλήσεως.& — Ότι δε η βούλησις περιστρέφεται εις τον σκοπόν, αυτό ελέχθη, αλλά άλλοι μεν νομίζουν ότι ο σκοπός είναι το αγαθόν, άλλοι δε, ότι είναι το νομιζόμενον αγαθόν. Έπεται όμως εις την πρώτην περίπτωσιν των παραδεχομένων ως αντικείμενον της βουλήσεως το αγαθόν, ότι δεν είναι αντικείμενον της βουλήσεως εκείνο το οποίον θέλει όστις δεν έχει ορθήν προαίρεσιν. Διότι, εάν είναι αντικείμενον της βουλήσεως, θα είναι συγχρόνως και αγαθόν, ενώ το μη ορθώς προτιμηθέν πιθανόν να τύχη να είναι κακόν. Δι' όσους πάλιν λέγουν ότι αντικείμενον της βουλήσεως είναι το φαινόμενον αγαθόν, έπεται ότι δεν υπάρχει εκ φύσεως το αντικείμενον της βουλήσεως, αλλά εις έκαστον είναι εκείνο που νομίζει αυτός. Άλλος λοιπόν άλλο θεωρεί αγαθόν, και είναι δυνατόν να τύχη να νομίζη αγαθόν το αντίθετον από ένα άλλον. Αφού λοιπόν αυτά δεν ημπορούμεν να τα επιδοκιμάσωμεν, δεν έπεται άραγε ότι πρέπει να ειπούμεν, ότι γενικώς μεν και συμφώνως με την αλήθειαν αντικείμενον της βουλήσεως είναι το αγαθόν, δι' έκαστον όμως χωριστά, ό,τι αυτός νομίζει; Επομένως διά μεν τον σπουδαίον δεν είναι άραγε αγαθόν το σύμφωνον με την αλήθειαν, διά δε τον τυχαίον το τυχαίον, καθώς συμβαίνει διά τα σώματα, δηλαδή εις τους έχοντας καλήν διάθεσιν υγιεινά είναι όσα συμφωνούν με τα αληθώς υγιεινά, εις τους έχοντας όμως προδιάθεσιν νοσηράν είναι διάφορα, ομοίοις δε φαίνονται και τα πικρά και γλυκά, και τα βαρέα και όλα τα άλλα; Διότι ο σπουδαίος κρίνει ορθώς, και εις τας λεπτομερείας ευρίσκει το αληθές. Δηλαδή εις εκάστην σωματικήν προδιάθεσιν υπάρχουν ιδιαίτερα καλά και ηδονικά, και ίσως είναι πολύ ανώτερος ο σπουδαίος εις το να παρατηρή εις εκάστην περίπτωσιν το αληθές, ως να είναι αυτός ο κανών και το ορθόν μέτρον αυτών. Εις τους περισσοτέρους όμως η απάτη φαίνεται ότι προέρχεται από την ηδονήν. Διότι αυτή φαίνεται ότι είναι αγαθόν, ενώ δεν είναι. Τουλάχιστον οι περισσότεροι προτιμούν την ηδονήν ως αγαθόν, την δε λύπην την αποφεύγουν ως κακόν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ'.

&Απόδειξις του εκουσίου της αρετής και κακίας δι' ισχυρών επιχειρημάτων.& — Αφού δε αντικείμενον μεν της βουλήσεως είναι ο σκοπός, αντικείμενον όμως της προμελέτης και προαιρέσεως είναι τα μέσα τα οποία οδηγούν εις τον σκοπόν, είναι ίσως λογικόν να ειπούμεν ότι αι πράξεις αι οποίαι περιστρέφονται εις αυτά είναι κατά προαίρεσιν και εκούσιαι. Ακριβώς δε αι ενέργειαι των αρετών περιστρέφονται εις αυτά. Επομένως από ημάς εξαρτάται και η αρετή καθώς επίσης και η κακία. Διότι εις όσα εξαρτάται από ημάς η εκτέλεσις, από ημάς εξαρτάται και η μη εκτέλεσις αυτών, και αντιστρόφως εις όσα από ημάς εξαρτάται το όχι, από ημάς εξαρτάται και το ναι. Επομένως, εάν η εκτέλεσις, η οποία είναι καλή, εξαρτάται από ημάς, τότε και η μη εκτέλεσις, η οποία είναι ποταπή, πάλιν εξαρτάται από ημάς. Και αντιστρόφως, εάν η μη εκτέλεσις, η οποία είναι καλή, εξαρτάται από ημάς, τότε και η εκτέλεσις, η οποία είναι ποταπή, εξαρτάται από ημάς. Και αφού εξαρτάται από ημάς να εκτελούμεν τα καλά και τα ποταπά έργα, και από ημάς επίσης να μη τα εκτελούμεν, αυτό δε εννούσαμεν, όταν ωρίζαμεν τον αγαθόν και τον κακόν, έπεται ότι εξαρτάται από ημάς να είμεθα καθώς πρέπει ή μηδαμινοί. Ο δε στίχος ο οποίος λέγει

Ποιός θέλει νάναι πονηρός, και ποιός δεν θέλει άγιος;

φαίνεται εις το δεύτερον μεν μέρος αληθής, εις το πρώτον όμως ψευδής. Διότι ναι μεν κανείς δεν γίνεται αξιομακάριστος ακουσίως, αλλά πάλιν και η μοχθηρία είναι εκούσιον πράγμα. Άλλως πρέπει βεβαίως να διαφιλονικήσωμεν τα προηγούμενα και να ειπούμεν, ότι ο άνθρωπος δεν είναι αρχή και δεν είναι πατήρ των πράξεών του καθώς και των τέκνων του. Εάν όμως αυτά φαίνωνται ορθά και δεν έχωμεν να αναβιβάσωμεν τας πράξεις του εις άλλας αρχάς παρά τας εντός μας, τότε όσων πραγμάτων αι αρχαί ευρίσκονται εντός μας, και τα ίδια εξαρτώνται από ημάς και είναι εκούσια.

&Απόδειξις του εκουσίου διά των νομοθετών και της κοινής γνώμης. — Αυτά δε φαίνεται ότι επικυρούνται και ιδιαιτέρως μεν από τα άτομα, αλλά και υπό των ιδίων νομοθετών. Διότι βασανίζουν και τιμωρούν τους πράττοντας εγκλήματα, εκτός εκείνων όσοι έπραξαν εκβιασθέντες ή από άγνοιαν διά την οποίαν δεν πταίουν οι ίδιοι. Τους δε πράττοντας τα καλά τους ανταμείβουν, διότι θέλουν τους μεν να τους προτρέψουν, εκείνους δε να τους εμποδίσουν. Και όμως όσα ούτε από ημάς εξαρτώνται ούτε είναι εκούσια, κανείς δεν μας προτρέπει να τα εκτελέσωμεν, διότι γνωρίζει ότι δεν μας ωφελεί διόλου να πεισθώμεν να μη έχωμεν θέρμην ή να μη πονούμεν ή να μη πεινώμεν, ή ότι δήποτε άλλο παρόμοιον. Διότι και τότε εξ ίσου πάλιν θα τα πάθωμεν αυτά. Δηλαδή και διά την αμάθειαν ακόμη χωριστά τιμωρούν, όταν κανείς φαίνεται ότι είναι ένοχος της αμαθείας. Λόγου χάριν διά τους μεθυσμένους είναι διπλή η ποινή, διότι η αρχή υπάρχει μέσα των. Δηλαδή ήτο ελεύθερος να μη μεθύση και η μέθη τον έκαμε να αγνοή. Και όσοι δεν γνωρίζουν κάτι τι από όσα διαλαμβάνουν οι νόμοι, ενώ δεν είναι δύσκολα και οφείλουν να τa γνωρίζουν, και αυτούς τους τιμωρούν. Επίσης λοιπόν και εις άλλα όσα φαίνονται ότι τα αγνοούν από αμέλειαν, διότι ήτο εις την εξουσίαν των να μη αγνοούν αυτά, αφού είναι ελεύθεροι να επιμεληθούν. Πιθανώς όμως αυτοί είναι τοιούτοι, ώστε δεν ήθελον επιμεληθή. Πάντως όμως οι ίδιοι πταίουν, αν έγιναν τοιούτοι, διότι έζων απροσέκτως, καθώς και αν είναι άδικοι ή ακόλαστοι, διότι άλλοι μεν εσυνήθιζαν να κακουργούν, άλλοι δε να περνούν με μεθύσια και με παρόμοια. Διότι αι ενέργειαι αι περιστρεφόμεναι εις όλα αυτά τους κάμνουν τοιούτους. Τούτο δε αποδεικνύεται από τους σχεδιάζοντας οποιανδήποτε αγωνιώδη πράξιν. Διότι εξακολουθούν να ενεργούν. Και βεβαίως όστις αγνοεί ότι με την εκτέλεσιν αποκτώνται εις όλα αι συνήθειαι, είναι εντελώς αναίσθητος. Αλλά επίσης παράλογον είναι, όστις κάμνει αδικίας να θέλη να μη γίνη άδικος, και όστις κάμνει ακολασίας να θέλη να μη γίνη ακόλαστος. Και αφού δεν αγνοεί ποίαι πράξεις θα τον συνηθίσουν να γίνη άδικος, έπεται ότι είναι εκουσίως άδικος.

&Η δυσκολία της αποβολής των κακών έξεων δεν αναιρεί το εκούσιον.& — Ίσως όμως ειπή κανείς ότι, αν αυτός θελήση, δεν ημπορεί να παύση να είναι άδικος και να γίνη δίκαιος. Αλλά βεβαίως και ο ασθενής δεν ημπορεί να γίνη υγιής, και εάν έτυχε να ασθενήση εκουσίως, από την άσωτον ζωήν και από την απείθειαν εις τους ιατρούς. Τότε όμως ήτο εις την εξουσίαν του να μη ασθενήση, αφού όμως παρημέλησε, δεν ήτο πλέον εις την εξουσίαν του. Καθώς, αφού ρίψωμεν λίθον, δεν μας είναι δυνατόν να τον πάρωμεν πίσω. Ήτο όμως εις την εξουσίαν μας να τον ρίψωμεν. Δηλαδή η αρχή ήτο εντός μας. Το ίδιον δε συμβαίνει και με τον άδικον και τον ακόλαστον, διότι ημπορούσαν εξ αρχής να μη γίνουν τοιούτοι, επομένως εκουσίως είναι τοιούτοι. Αφού δε έγιναν, δεν είναι δυνατόν να μην είναι. Και όχι μόνον τα ελαττώματα της ψυχής είναι εκούσια, αλλά εις μερικούς και τα ελαττώματα του σώματος, αυτούς δε τους κατακρίνομεν. Και βεβαίως όσοι έχουν φυσικά ελαττώματα, κανείς δεν τους κατακρίνει, αλλά μόνον εκείνους όσοι τα έχουν από αγυμνασίαν και αμέλειαν. Το ίδιον δε και διά την ασθένειαν και την αποκοπήν μελών. Διότι κανείς δεν ημπορεί να υβρίση τον εκ φύσεως τυφλόν ή από κτύπημα, αλλά μάλλον τον λυπείται. Τον τυφλωθέντα όμως από την οινοποσίαν ή από άλλην ακολασίαν έκαστος ημπορεί να τον κατακρίνη. Και λοιπόν τα ελαττώματα του σώματος όσα εξαρτώνται από ημάς κατακρίνονται, όσα όμως δεν εξαρτώνται από ημάς δεν κατακρίνονται. Και αφού αυτά είναι ορθόν, έπεται ότι και από τα άλλα ελαττώματα όσα κατακρίνονται, εξαρτώνται από ημάς.

&Η επίδρασις της φαντασίας δεν αναιρεί το εκούσιον.& — Εάν όμως διισχυρισθή κανείς ότι όλοι επιθυμούν ό,τι φαίνεται εις αυτούς ως αγαθόν, δεν είναι όμως κύριοι της φαντασίας των, απαντώμεν ότι, οποίου είδους διάθεσιν έχει έκαστος, τοιούτος φαίνεται και ο σκοπός εις αυτόν. Αφού δε έκαστος είναι κάπως ο δημιουργός της διαθέσεως του, έπεται ότι και της φαντασίας του είναι κάπως ο ίδιος ο αίτιος. Αφού δε πάλιν ουδείς άλλος είναι αίτιος εις αυτόν της κακής πράξεως, αλλά πράττει αυτήν, διότι αγνοεί το αποτέλεσμα, επειδή νομίζει ότι με αυτήν θα αποκτήση ό,τι καλόν υπάρχει δι' αυτόν, και αφού η επιθυμία του αποτελέσματος δεν είναι αυθαίρετος, αλλά τρόπον τινά πρέπει να γεννηθή κανείς με ένα ιδιαίτερον οφθαλμόν, με τον οποίον θα ημπορή να κρίνη ορθώς και θα προτιμά το αληθινόν αγαθόν, και είναι τέλειος όστις έχει αυτό το καλόν προτέρημα εκ φύσεως, — διότι φαίνεται ότι το σπουδαιότερον και ωραιότερον πράγμα, το οποίον δεν είναι δυνατόν να το λάβη ή να το μάθη κανείς από άλλον, αλλά όπως κατεσκευάσθη εκ φύσεως, θα μείνη πάντοτε τοιούτον, και η κυριολεκτικώς καλή εκ φύσεως κατασκευή, αυτά όλα είναι το τέλειον και το αληθινόν καλόν φυσικόν. — Αν αυτά, λέγω, είναι αληθή, τότε διά ποίον λόγον η αρετή είναι περισσότερον εκουσία παρά η κακία; Διότι ομοίως και εις τους δύο, δηλαδή και εις τον αγαθόν και εις τον κακόν, το αποτέλεσμα υπάρχει εκ φύσεως ή είναι οποιονδήποτε του φαίνεται, τα δε άλλα όλα τα σχετίζουν συμφώνως με αυτά και τα εκτελούν οπωσδήποτε. Είτε λοιπόν κατά την μίαν εκδοχήν το αποτέλεσμα δεν φαίνεται εις έκαστον εκ φύσεως τοιούτον ή τοιούτον, αλλά είναι και κάτι έξω απ' αυτόν, είτε κατά την άλλην εκδοχήν το μεν αποτέλεσμα είναι φυσικόν, και μόνον επειδή εκτελεί τα άλλα εκουσίως ο σπουδαίος άνθρωπος, διά τούτο είναι εκουσία η αρετή, τότε εξ ίσου και η κακία θα είναι εκουσία. Διότι εξ ίσου υπάρχει η ευθύνη και εις τας πράξεις του κακού, αν όχι εις το αποτέλεσμα. Λοιπόν, εάν, καθώς λέγουν όλοι, είναι εκούσιαι αι αρεταί — διότι και των διαθέσεων μας είμεθα κάπως οι ίδιοι υπεύθυνοι, και διότι έχομεν κάποιαν ιδιότητα να καθιστώμεν το αποτέλεσμα τοιούτον ή τοιούτον — , τότε και αι κακίαι θα είναι εκούσιαι. Διότι συμβαίνουν ομοίως. Δεν είναι όμως ομοίως εκούσιαι αι πράξεις και αι διαθέσεις. Διότι των μεν πράξεων απ' αρχής μέχρι τέλους είμεθα ημείς κύριοι, διότι γνωρίζομεν τας λεπτομερείας, ενώ των διαθέσεων είμεθα κύριοι μόνον εις τας αρχάς, τας δε κατόπιν προσθέτους δεν τας γνωρίζομεν, καθώς συμβαίνει εις τας ασθενείας. Επειδή όμως ήτο εις την εξουσίαν μας να τους μεταχειρισθώμεν ούτω πως και όχι άλλως, διά τούτο είναι εκούσιαι και αι διαθέσεις.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η'.

&Η ανδρεία.&

&Διάκρισις της ανδρείας από την αφοβίαν και παρρησιαστικότητα.& — Είπαμεν λοιπόν από κοινού περί των αρετών και διά το γένος των εν γένει, ότι δηλαδή είναι μεσότητες και ότι είναι συνήθειαι, και ότι εκείνα από τα οποία παράγονται τα εκτελούν αι ίδιαι, και ότι είναι εις την εξουσίαν μας και εκούσιαι και καθώς το διατάσσει ο ορθός λόγος.

Τόρα λοιπόν ας αρχίσωμεν να ομιλήσωμεν περί εκάστης χωριστά τι είναι και εις ποία περιστρέφεται και πώς και συγχρόνως θα γίνη γνωστόν και πόσαι είναι. Και πρώτον μεν ας ομιλήσωμεν περί της ανδρείας. Ότι λοιπόν αυτή είναι κάποια μεσότης και ως προς τον φόβον και ως προς τα θάρρος, τούτο εξηγήθη προηγουμένως. Είναι δε φανερόν ότι φοβούμεθα τα φοβερά, αυτά δε είναι με μίαν γενικήν έκφρασιν κακά. Διά τούτο μερικοί ορίζουν τον φόβον ως προσδοκίαν κακού. Και φοβούμεθα βεβαίως όλα τα κακά• λόγου χάριν την δυσφημίαν, την πτωχείαν, την ασθένειαν, την στέρησιν φίλων, τον θάνατον, και όμως ο ανδρείος δεν φαίνεται ότι είναι τοιούτος ως προς όλα. Διότι μερικά, και ανάγκη είναι και ορθόν να τα φοβούμεθα, τα δε να μην τα φοβούμεθα είναι αξιοκατάκριτον• λόγου χάριν την δυσφημίαν. Διότι όστις την φοβείται είναι καθώς πρέπει και εντροπαλός, όστις όμως δεν την φοβείται είναι αδιάντροπος. Ονομάζεται όμως ανδρείος από μερικούς κατά μεταφοράν, διότι έχει κάτι τι όμοιον με τον ανδρείον. Δηλαδή και ο ανδρείος είναι ένα είδος αφόβου. Την πτωχείαν όμως ίσως δεν είναι ανάγκη να την φοβούμεθα, ούτε την ασθένειαν, ούτε εν γένει όσα δεν προέρχονται από κακίαν ούτε εξ αιτίας μας. Αλλά και όστις είναι άφοβος ως προς αυτά δεν είναι ανδρείος, τον λέγομεν όμως τοιούτον, επειδή ομοιάζει. Διότι μερικοί, ενώ είναι δειλοί εις στιγμάς πολεμικών κινδύνων, είναι γενναιόδωροι και ως προς την απώλειαν χρημάτων έχουν γενναιότητα. Ούτε βεβαίως είναι κανείς δειλός, εάν φοβήται μήπως προσβληθούν τα παιδιά του και η γυναίκα του, ή μήπως τα φθονήσουν ή πάθουν κανέν παρόμοιον. Ούτε είναι ανδρείος, αν έχη θάρρος, την στιγμήν που πρόκειται να μαστιγωθή.

Τότε λοιπόν ως προς ποία από τα επίφοβα διακρίνεται ο ανδρείος; Ή μήπως ως προς τα σπουδαιότερα; Διότι κανείς άλλος δεν υποφέρει τα δεινά περισσότερον από αυτόν. Βεβαίως δε το φοβερώτερον από όλα είναι ο θάνατος, διότι αυτός είναι το τέλος όλων, και άλλο πλέον φαίνεται ότι διά τον αποθαμμένον δεν υπάρχει αγαθόν ούτε κακόν. Φαίνεται δε ότι όχι εις οποιονδήποτε θάνατον αναδεικνύεται ο ανδρείος• καθώς λόγου χάριν μέσα εις τρικυμίαν ή εις ασθένειαν. Τότε λοιπόν εις ποίας περιστάσεις; Ή μήπως εις τας ενδοξοτέρας; Τοιούτος δε είναι βεβαίως ο θάνατος εν καιρώ πολέμου. Διότι γίνεται μέσα εις τον μεγαλίτερον και τον ενδοξότερον κίνδυνον. Συμφωνούν δε με αυτά και αι τιμαί αι διδόμεναι εις τα δημοκρατικά πολιτεύματα και ακόμη και εις τας μοναρχίας. Κυριολεκτικώς λοιπόν ημπορεί να ονομασθή ανδρείος, όστις είναι άφοβος ως προς τον ένδοξον θάνατον, και εις άλλα, όσα είναι μεν ελαφρότερα, ημπορούν όμως να επιφέρουν θάνατον. Τοιαύτα δε είναι προ πάντων τα συμβαίνοντα εις τον πόλεμον. Ουχ ήττον όμως και μέσα εις την θάλασσαν και εις τας ασθενείας, είναι άφοβος όστις είναι ανδρείος, όχι όμως καθ' όμοιον τρόπον με τους θαλασσινούς. Διότι οι μεν ανδρείοι είναι άφοβοι, αν και δεν έχουν ελπίδα διά την διάσωσίν των και αποτροπιάζονται τον τοιούτον θάνατον, ενώ οι θαλασσινοί έχουν ελπίδας, διότι είναι συνηθισμένοι. Συγχρόνως δε ανδρειεύουν όσοι έχουν σωματικήν δύναμιν, ή θεωρούν καλόν τον θάνατον. Αλλά εις τοιούτους κινδύνους δεν υπάρχει ούτε το έν ούτε το άλλο από αυτά.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ'.

&Ο ανδρείος συγκρινόμενος προς τους δύο άκρους, δηλαδή τον δειλόν και τον θρασύν.& — Το δε φοβερόν δεν είναι εξ ίσου φοβερόν εις όλους, υπάρχει όμως και φοβερόν το οποίον είναι ανώτερον της φύσεως του ανθρώπου. Και αυτό μεν είναι φοβερόν εις πάντα νοήμονα άνθρωπον, τα δε ανάλογα προς τους συνήθεις ανθρώπους ποικίλλουν κατά το μέγεθος και τον βαθμόν. Ομοίως δε ποικίλλουν και τα εμπνέοντα θάρρος. Ο δε ανδρείος συγκρινόμενος με τους συνήθεις ανθρώπους είναι ατρόμητος. Και βεβαίως θα τύχη κάποτε να φοβηθή και θα υπομείνη τοιαύτα πάθη χάριν του καλού, πάντοτε όμως με αξιοπρέπειαν και με λογικήν. Διότι το καλόν είναι ο σκοπός της αρετής. Είναι δυνατόν δε να φοβούμεθα τα επίφοβα και περισσότερον και ολιγώτερον, ακόμη δε και να φοβούμεθα τα μη επίφοβα ως επίφοβα. Προέρχονται δε τα σφάλματά μας, άλλα μεν διότι φοβούμεθα εκείνο το οποίον δεν πρέπει, άλλα δε διότι φοβούμεθα όχι όπως πρέπει, άλλα δε όχι όταν πρέπη ή κάτι τι παρόμοιον. Το ίδιον δε και ως προς τα ενθαρρυντικά. Και λοιπόν όστις μεν υπομένει και φοβείται όσα πρέπει και διότι πρέπει και καθώς πρέπει και όταν πρέπη, καθώς και όστις έχει θάρρος αναλόγως, είναι ανδρείος, — διότι ο ανδρείος πάσχει και ενεργεί όσον αξίζει και όσον είναι λογικόν. Σκοπός δε πάσης ενεργείας είναι ό,τι συμφωνεί με την αποκτηθείσαν συνήθειαν. Αλλά και η ανδρεία εις τον ανδρείον είναι καλόν. Επομένως καλός είναι και ο σκοπός της, διότι εκάστη ιδιότης χαρακτηρίζεται από τον σκοπόν της. Ώστε, καθώς είπαμεν, χάριν του καλού ο ανδρείος υπομένει και πράττει συμφώνως με την ανδρείαν — ,από δε τους υπερβολικούς όστις μεν είναι υπερβολικός κατά την αφοβίαν δεν έχει όνομα — είπαμεν δε ότι πολλά πράγματα δεν έχουν όνομα — ίσως όμως ημπορεί κάπως να θεωρηθή ως μανιακός ή ανάλγητος, εάν δεν φοβήται τίποτε, ούτε σεισμόν ούτε κύματα, καθώς λέγουν διά τους Κελτούς. Όστις δε είναι υπερβολικός κατά το θάρρος εις πράγματα επίφοβα λέγεται θρασύς — φαίνεται δε ότι ο θρασύς είναι και καυχηματίας και ότι προσποιείται τον ανδρείον. Δι' αυτό ό,τι είναι εκείνος εις επίφοβα ζητήματα, το ίδιον θέλει να φαίνεται ότι είναι αυτός. Και λοιπόν εις όσα ημπορεί τον μιμείται. Διά τούτο οι περισσότεροι από αυτούς είναι θρασύδειλοι. Δηλαδή εις τα φαινομενικά κάμνουν τον παλικαράν, αλλά εις τα επίφοβα πράγματα δεν αντέχουν. — Όστις δε είναι υπερβολικός εις τον φόβον λέγεται δειλός. Διότι και όσα δεν πρέπει φοβείται, και όπως δεν πρέπει, και όλα τα παρόμοια τα έχει επάνω του. Είναι δε ελαττωματικός και εις το θάρρος. Περισσότερον όμως φαίνεται υπερβολικός, όταν λυπήται. Επομένως είναι κάπως απελπιστικός ο δειλός, διότι όλα τα φοβείται. Ενώ ο ανδρείος κάμνει το αντίθετον. Διότι το θάρρος προδίδει άνθρωπον εύελπιν. Επομένως εις τα ίδια περιστρέφεται η ιδιότης και του δειλού και του θρασέος και ανδρείου, έκαστος όμως έχει διάφορον διάθεσιν προς αυτά. Διότι οι μεν δύο πρώτοι είναι υπερβολικοί ή ελλιπείς, αυτός όμως είναι μέσος και καθώς πρέπει. Και οι μεν θρασείς είναι προκλητικοί και έχουν προθυμίαν μόνον προηγουμένως από τον κίνδυνον, μέσα όμως εις τον κίνδυνον παίρνουν δρόμον, ενώ οι ανδρείοι μέσα εις την εκτέλεσιν είναι ορμητικοί, προηγουμένως όμως είνε ήσυχοι. Καθώς είπαμεν λοιπόν, η ανδρεία είναι κάποια μεσότης ως προς τα ενθαρρυντικά και τα επίφοβα, κατά τας περιστάσεις που είπαμεν, και τα προτιμά και τα υπομένει διότι είναι καλόν τούτο, ή διότι είναι ποταπόν το να μη υπομένη.

Το να προτιμήση όμως τον θάνατον, διά να απαλλαχθή από την πτωχείαν ή από έρωτα ή από κάτι λυπηρόν, δεν είναι ιδιότης του ανδρείου, αλλά μάλλον του δειλού. Διότι είναι μαλθακότης η αποφυγή των κοπιωδών πραγμάτων, και δεν το υποφέρει ως καλόν, αλλά διότι απαλλάττεται από το κακόν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι'.

&Η ανδρεία ως πολιτική.& — Λοιπόν η ανδρεία είναι τοιούτου είδους περίπου, λέγονται όμως και άλλα είδη ανδρείας κατά πέντε τρόπους. Και πρώτον η πολιτική. Διότι αυτή ομοιάζει περισσότερον. Δηλαδή φαίνονται ως να υπομένουν τους κινδύνους οι πολίται εξ αιτίας των επιβαλλομένων από τους νόμους τιμωριών και των εξευτελισμών και των τιμών. Διά τούτο φαίνεται ότι οι πολίται γίνονται ανδρειότατοι εις όσα πολιτεύματα οι δειλοί ατιμάζονται και οι ανδρείοι εκτιμώνται. Τοιούτους δε τους παρουσιάζει και ο Όμηρος, καθώς λόγου χάριν τον Διομήδην και τον Έκτορα:

Ο Πολυδάμας πρώτον μεν σκουπίδι θα με κάνη.

Και ο Διομήδης {13}:

 Διότι κάποτε θα ειπή ο Έκτωρ εις τους Τρώας•
 Εκείνον τον Τυδείδη εγώ {14}….

ΕξομοιώΘη δε αυτή με την προηγουμένην περισσότερον από όλας, διότι προέρχεται από αρετήν, δηλαδή την εντροπήν, και από επιθυμίαν καλού, δηλαδή την τιμήν, και δι' αποφυγήν εξευτελισμού ο οποίος είναι ατιμωτικός. Δικαιούμεθα δε ίσως να κατατάξωμεν εις το ίδιον και όσους αναγκάζουν οι άρχοντες να γίνουν τοιούτοι, αυτοί όμως είναι κατώτεροι, καθ' όσον όχι από εντροπήν αλλά από φόβον εκτελούν αυτό, και όχι διά να αποφύγουν το αίσχος αλλά την ενόχλησιν. Διότι τους εξαναγκάζουν οι κυρίαρχοι, καθώς ο Έκτωρ:

 Να μην ιδώ κανένανε να φεύγη από την μάχην,
 Οι σκύλλοι θα τον φάγουνε, κανείς δεν τον γλυτόνει {15}.

Και όσοι δίδουν το πρόσταγμα, και όταν οπισθοχωρούν τους κτυπούν, τα ίδιον κάμνουν. Και όσοι τους παρατάττουν εμπρός εις τάφρους και παρόμοια. Διότι όλοι αυτοί βιάζουν, πρέπει όμως να είναι κανείς ανδρείος όχι καταναγκαστικώς, αλλά διότι είναι καλόν.

&Η ανδρεία ως εμπειρία.& — Φαίνεται δε ότι και η εμπειρία εις τα καθ' έκαστα είναι κάπως ανδρεία. Ως εκ τούτου και ο Σωκράτης ενόμισε ότι η ανδρεία είναι επιστήμη. Τοιούτοι δε είναι εις άλλα ζητήματα άλλοι, εις τα πολεμικά όμως οι στρατιώται. Διότι φαίνεται ότι υπάρχουν πολλά απροσδόκητα εις τον πόλεμον, τα οποία αυτοί προ πάντων τα συμπεραίνουν. Και λοιπόν φαίνονται ανδρείοι, διότι οι άλλοι δεν τα γνωρίζουν ποία είναι. Έπειτα ημπορούν περισσότερον κακόν να κάμουν παρά να πάθουν ένεκα της εμπειρίας, διότι είναι ικανοί να μεταχειρίζωνται τα όπλα των και έχουν τοιαύτα όπλα, οποία είναι τα καλλίτερα διά να κάμνουν κακόν χωρίς να πάθουν. Επομένως αυτοί πολεμούν ως ωπλισμένοι προς αόπλους και ως γυμνασμένοι προς αγυμνάστους. Και βεβαίως εις τοιαύτας μάχας δεν είναι μαχιμώτεροι οι ανδρειότεροι, αλλά οι έχοντες περισσοτέραν δύναμιν και τα καλλίτερα σώματα. Αλλέως γίνονται δειλοί στρατιώται, όταν αυξάνη ο κίνδυνος και είναι κατώτεροι και εις αριθμόν και εις προμηθείας. Διότι αυτοί πρώτοι φεύγουν, ενώ οι πολίται μένουν εις την θέσιν των και αποθνήσκουν, καθώς συνέβη εις τον Ερμαίον {16}. Διότι αυτοί μεν θεωρούν αίσχος την φυγήν και προτιμούν τον θάνατον από αυτήν την διάσωσιν, οι άλλοι όμως εις τας αρχάς μεν ριψοκινδυνεύουν, διότι νομίζουν ότι είναι ανώτεροι, όταν όμως το αντιληφθούν, φεύγουν, διότι φοβούνται περισσότερον τον θάνατον παρά το αίσχος. Ο ανδρείος όμως δεν είναι τοιούτος.

&Η ανδρεία ως έξαψις&. — Και την έξαψιν πολλοί την θεωρούν ως ανδρείαν. Διότι φαίνονται ανδρείοι και όσοι επιτίθενται από έξαψιν, καθώς τα άγρια ζώα εις όσους τα επλήγωσαν, καθόσον και οι ανδρείοι φαίνονται ως θυμωμένοι. Διότι η έξαψις είναι επιρρεπεστάτη εις τους κινδύνους. Διά τούτο και ο Όμηρος λέγει «δύναμιν ενεφύσησε εις τον αναβρασμόν του {17}» και μανίαν και «αναβρασμόν διήγειρε {18}» και «δυνατή μανία έως τα ρουθούνια {19}» και «έβραζε το αίμα {20}». Διότι όλα αυτά φαίνεται ότι σημαίνουν την διέγερσιν της εξάψεως και της ορμής. Και λοιπόν οι μεν ανδρείοι ενεργούν διά το καλόν, η δε έξαψις συμπράττει μέσα εις αυτούς. Τα άγρια ζώα όμως από στενοχωρίαν, δηλαδή διότι επληγώθησαν ή διότι φοβούνται, άλλως όμως αν ευρίσκωνται μέσα εις πυκνόν δάσος ή εις λίμνην δεν πλησιάζουν. Επομένως δεν είναι ανδρεία, διότι ορμούν εις τον κίνδυνον, επειδή παρορμώνται από πόνους και έξαψιν, και επειδή δεν προβλέπουν κανένα φόβον, διότι τοιούτοι ανδρείοι είναι και οι όνοι, όταν πεινούν. Δηλαδή αυτοί, ενώ δέρνονται, δεν αφήνουν την πρασινάδα. Επίσης δε και οι μοιχοί από λαγνείαν κάμνουν πολλά παράτολμα. Αλλά δεν είναι ανδρεία τα ζώα, τα οποία παρορμώνται εις κινδύνους από πόνον ή από έξαψιν. Είναι όμως πολύ φυσική η ανδρεία η προερχομένη από έξαψιν και φαίνεται ότι ομοιάζει την ανδρείαν, εάν προστεθή εις αυτήν η προαίρεσις και ο λόγος. Και οι άνθρωποι λοιπόν εις μεν την οργήν των υποφέρουν, όταν δε εκδικηθούν, ανακουφίζονται. Όσοι όμως μάχονται δι' αυτά είναι ικανοί μαχηταί, όχι όμως και ανδρείοι. Διότι δεν μάχονται διά το καλόν ούτε συμφώνως με τον ορθόν λόγον, αλλά διά το πάθος των, ομοιάζουν όμως κάπως τους ανδρείους.

&Η ανδρεία ως αισιοδοξία.& — Ούτε βεβαίως όσοι έχουν ελπίδας είναι ανδρείοι. Διότι έχουν θάρρος εις τους κινδύνους, επειδή ενίκησαν πολλάκις και πολλούς. Είναι όμως πολύ όμοιοι, διότι έχουν κοινόν με αυτούς το θάρρος. Αλλά οι μεν ανδρείοι είναι θαρραλέοι διά τους λόγους, τους οποίους είπαμεν προηγουμένως, αυτοί δε διότι νομίζουν ότι είναι ανώτεροι και δεν θα πάθουν τίποτε από τους αντιπάλους των. Αυτό όμως το έχουν και οι μεθυσμένοι, δηλαδή γίνονται αισιόδοξοι, όταν όμως τα εύρουν άσχημα, τότε παίρνουν δρόμον. Του ανδρείου όμως ιδιότης είπαμεν ότι είναι να αναμένη όσα φαίνονται και είναι και πραγματικώς φοβερά εις κάθε άνθρωπον, διότι αυτά είναι καλόν, το δε να μη αναμένη είναι αίσχος. Δι' αυτό πάλιν φαίνεται περισσότερον ανδρείος όστις μένει άφοβος και ατάραχος εις τους αιφνιδίους φόβους παρά εις τους προφανείς, διότι τότε είναι μάλλον από συνήθειαν. Ή τουλάχιστον είναι ολιγώτερον προετοιμασμένος. Διότι όσα προβλέπονται είναι δυνατόν κανείς να τα αποφασίση και εξ υπολογισμού και από τον ορθόν λόγον, ενώ τα εξαφνικά γίνονται από συνήθειαν.