&Η Άγνοια του κακού ως ανδρεία.& — Ανδρείοι δε φαίνονται ακόμη και όσοι δεν έχουν είδησιν, και αυτοί πλησιάζουν πολύ τους αισιοδόξους, είναι όμως χειρότεροί των, διότι αυτοί δεν έχουν καμμίαν αξίωσιν, ενώ εκείνοι έχουν. Διά τούτο, μένουν ολίγην ώραν. Εάν όμως είναι απατημένοι και εννοήσουν ότι δεν είναι καθώς νομίζουν, ή απλώς υποπτευθούν, παίρνουν δρόμον, καθώς το έπαθαν οι Αργείοι {21}, όταν συνήντησαν τους Λακεδαιμονίους και τους επήραν διά Σικυωνίους. Αυτά λοιπόν διά τους ανδρείους, και διά τους νομιζομένους ανδρείους.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ'.
&Η ανδρεία σχετιζόμενη με την ηδονήν και την λύπην:& — Η ανδρεία όμως, αν και περιστρέφεται εις τα διάφορα είδη του θάρρους και του φόβου, δεν είναι ίση και εις τα δύο είδη, αλλά περισσότερον περιστρέφεται εις τα επίφοβα. Διότι μάλλον όστις είναι εις αυτά ατάραχος και κρατεί την θέσιν του είναι ανδρείος παρά ως προς τα απαιτούντα θάρρος. Και βεβαίως, καθώς είπαμεν, ονομάζονται ανδρείοι, διότι υπομένουν τα ενοχλητικά. Διά τούτο η ανδρεία υφίσταται ενοχλήσεις και δικαίως επαινείται. Διότι είναι δυσκολώτερον να υποφέρη κανείς τας ενοχλήσεις παρά να απέχη από τα ηδονικά. Οπωσδήποτε όμως το αποτέλεσμα το σύμφωνον με την ανδρείαν ίσως πρέπει να νομισθή ηδονικόν, και μόνον τα περιστοιχίζοντα αυτά το καλύπτουν, καθώς γίνεται εις τους γυμνικούς αγώνας. Διότι εις τους πυγμάχους το αποτέλεσμα, χάριν του οποίου αγωνίζονται, είναι ηδονικόν, δηλαδή ο στέφανος και αι τιμαί, το να γρονθοκοπούνται όμως είναι ανυπόφορον, αφού έχουν σάρκα, και λυπηρόν, καθώς και όλη η κόπωσις. Επειδή δε αυτά είναι πολλά, ενώ ο σκοπός είναι μικρός, φαίνεται ως να μη έχουν τίποτε το ηδονικόν. Αφού λοιπόν τοιαύτα είναι και τα σχετικά της ανδρείας, ο μεν θάνατος και αι πληγαί θα είναι λυπηρά εις τον ανδρείον, και δεν τα θέλει, θα τα υπομείνη όμως, διότι είναι καλόν, ή διότι είναι αίσχος να μην τα υπομείνη. Και μάλιστα όσον περισσότερον κατέχει όλην την αρετήν και την ευτυχίαν, τόσον περισσότερον θα λυπηθή διά τον θάνατον. Διότι αυτός προ πάντων αξίζει να ζη και αυτός κυρίως στερείται τα μεγαλίτερα αγαθά εν γνώσει του. Και αυτό είναι λυπηρόν. Αλλά διά τούτο δεν είναι ολιγώτερον ανδρείος, ίσως μάλιστα και περισσότερον, διότι προτιμά το εν καιρώ πολέμου καλόν από εκείνα. Λοιπόν δεν υπάρχει εις όλας τας αρετάς η ηδονική ενέργεια, εκτός όσον μόνον εγγίζει το αποτέλεσμα. Στρατιώται όμως ημπορεί βεβαίως να μην είναι οι τοιούτοι, καλλίτεροι, αλλά όσοι είναι ολιγώτερον μεν ανδρείοι, δεν έχουν όμως άλλο αγαθόν να χάσουν. Διότι οι τοιούτοι είναι πρόθυμοι διά τους κινδύνους, και την ζωήν των την ανταλλάσσουν διά μικρά κέρδη. Λοιπόν περί της ανδρείας αυτά είναι αρκετά. Την ουσίαν της όμως δεν είναι δύσκολον να την συνοψίση κανείς εις μίαν γενικήν έννοιαν από όσα είπαμεν.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ'.
&Σωφροσύνη.&
&Χαρακτηρισμός της σωφροσύνης ως σωματικής αρετής.& — Και τόρα μετά την ανδρείαν θα ομιλήσωμεν περί σωφροσύνης. Διότι αύται αι δύο αρεταί φαίνεται ότι περιστρέφονται εις τα άλογα μέρη της ψυχής. Και ότι μεν βεβαίως η σωφροσύνη είναι μεσότης ως προς τας ηδονάς, το είπαμεν προηγουμένως, διότι ολιγώτερον περιστρέφεται εις τας λύπας και όχι καθ' όμοιον τρόπον. Εις τα ίδια όμως φαίνεται ότι περιστρέφεται και η ακολασία. Εις ποίας λοιπόν από όλας τας ηδονάς περιστρέφεται η σωφροσύνη πρέπει τόρα να το ορίσωμεν.
Και τόρα πρέπει να αποχωρίσωμεν τας σωματικάς από τας ψυχικάς, καθώς την φιλοδοξίαν και την φιλομάθειαν. Διότι και ο είς και ο άλλος από τους έχοντας αυτάς ευχαριστείται με το αντικείμενον της κλίσεώς του, ενώ δεν αισθάνεται τίποτε το σώμα του αλλά μάλλον ο νους του. Όσοι δε κλίνουν εις τας τοιαύτας ηδονάς δεν λέγονται ούτε σώφρονες ούτε ακόλαστοι. Ομοίως δε ούτε όσοι έχουν κλίσιν εις τας άλλας ηδονάς, αι οποίαι δεν είναι σωματικαί. Διότι βεβαίως τους φιλομύθους και τους διηγηματικούς και όσοι κατατρίβουν τας ημέρας των εις τα τυχαία τους λέγομεν αδολέσχας, όχι όμως ακολάστους, καθώς ουδέ τους λυπουμένους διά χρήματα ή διά φίλους.
&Περιορισμός της σωφροσύνης εις τα αισθήματα της γεύσεως και προ πάντων της αφής.& — Επομένως φαίνεται ότι η σωφροσύνη περιστρέφεται εις τας σωματικάς, αλλά όχι και εις όλας πάλιν από αυτάς. Διότι, όσοι ευχαριστούνται εις ζητήματα της οράσεως, λόγου χάριν εις χρώματα και σχήματα και εικόνας, δεν λέγονται ούτε σώφρονες ούτε ακόλαστοι. Μολονότι ίσως είναι δυνατόν και αυτοί να ευχαριστούνται και με το ορθόν μέτρον, και με την υπερβολήν ή την έλλειψιν. Ομοίως δε και εις ζητήματα της ακροάσεως. Δηλαδή όσοι ευχαριστούνται υπερβολικά εις τας μελωδίας ή εις τας θεατρικάς παραστάσεις, αυτούς κανείς δεν τους ονομάζει ακολάστους, ούτε σώφρονας όταν ευχαριστούνται όσον πρέπει. Ούτε τους ευχαριστημένους εις ζητήματα της οσφρήσεως, εκτός μόνον κατά σύμπτωσιν. Δηλαδή όσοι ευχαριστούνται με την οσμήν των μήλων, ή των ρόδων, ή των θυμιαμάτων, δεν τους ονομάζομεν ακολάστους, αλλά μάλλον εκείνους όσοι ευχαριστούνται με τα μύρα και τα προσφάγια. Διότι με αυτά ευχαριστούνται οι ακόλαστοι, επειδή με αυτά τους έρχεται κάποια ανάμνησις των απολαυστικών πραγμάτων. Βλέπει δε κανείς και τους άλλους ανθρώπους, όταν πεινούν, να ευχαριστούνται με την όσφρησιν των φαγητών, όστις όμως ευχαριστείται με τοιαύτα μύρα και προσφάγια είναι ακόλαστος. Διότι ο τοιούτος μόνον επιθυμεί αυτά. Δεν υπάρχει δε ούτε εις τα άλλα ζώα ηδονή από αυτά το αισθητήριον της οσφρήσεως εκτός μόνον κατά σύμπτωσιν. Διότι και οι κύνες δεν ευχαριστούνται κυρίως με την οσμήν των λαγών, αλλά με την γεύσιν αυτών, η δε οσμή απλώς διεγείρει την αίσθησιν. Ούτε ο λέων ευχαριστείται κυρίως με την φωνήν του βοός, αλλά με την γεύσιν αυτού, απλώς δε με την φωνήν του αντιλαμβάνεται ότι είναι εκεί κάπου πλησίον και δι' αυτό φαίνεται ως να ευχαριστήται με αυτήν. Επίσης δεν ευχαριστείται κυρίως με την όρασιν, όταν ιδή έλαφον ή αίγαγρον, αλλά διότι θα έχη καλόν φαγητόν. Επομένως η σωφροσύνη και η ακολασία περιστρέφεται εις εκείνας τας ηδονάς, εις τας οποίας είναι επιδεκτικά και τα άλλα ζώα, και δι' αυτό όσοι ρέπουν εις αυτάς φαίνονται κτηνώδεις και ζωώδεις. Αυταί δε είναι η αφή και η γεύσις. Μάλιστα φαίνεται ότι και την γεύσιν ακόμη ή ολίγον ή διόλου δεν την μεταχειρίζονται. Διότι ιδιότης της γεύσεως είναι η κρίσις των χυμών, και τούτο κάμνουν όσοι δοκιμάζουν τους οίνους και αλατίζουν τα φαγητά. Και όμως δεν ευχαριστούνται τόσον πολύ με αυτάς τας δοκιμάς, τουλάχιστον οι ακόλαστοι, αλλά με την απόλαυσιν, η οποία εκτελείται καθ' ολοκληρίαν διά της αφής έστω και εις τα φαγητά και εις τα ποτά και τας λεγομένας αφροδισιακάς ηδονάς. Και διά τούτο κάποιος καλοφαγάς ηυχήθη να είχε τον λάρυγγα μακρότερον από τον γέρανον, διότι βεβαίως ησθάνετο ηδονήν αφής. Είναι λοιπόν κοινοτάτη η αίσθησις εις την οποίαν περιστρέφεται η ακολασία και δικαίως θα ενομίζετο επονείδιστος όστις έχει αυτήν, διότι δεν διακρίνεται εις ό,τι είμεθα ως άνθρωποι, αλλά εις ό,τι είμεθα ως ζώα. Λοιπόν η ευχαρίστησις διά τοιαύτα πράγματα και η υπερβολική κλίσις εις αυτά είναι κτηνωδία. Καθ' όσον μάλιστα απεχωρίσθησαν αι ευγενέστεραι ηδοναί της αφής, καθώς είναι αι ηδοναί των γυμναστηρίων διά της τρίψεως και της θερμάνσεως. Διότι η αφή του ακολάστου δεν περιστρέφεται εις ολόκληρον το σώμα, αλλά μόνον εις ολίγα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ'.
&Φυσικαί και επίκτητοι επιθυμίαι.& — Από δε τας επιθυμίας, άλλαι μεν φαίνονται κοιναί και φυσικαί, άλλαι δε ατομικαί και επίκτητοι. Λόγου χάριν η μεν επιθυμία της τροφής είναι φυσική, διότι πας όστις στερείται, επιθυμεί ξηράν ή υγράν τροφήν, πολλάκις μάλιστα και τας δύο και κρεββάτι, καθώς λέγει ο Όμηρος {22}, όταν είναι νέος και ακμαίος. Την δείνα όμως τροφήν ή την δείνα, δεν επιθυμεί έκαστος, ούτε τα ίδια πράγματα. Διά τούτο φαίνεται ότι είναι ατομική. Οπωσδήποτε όμως έχει και κάτι το φυσικόν. Διότι μερικά ηδονικά ποικίλλουν κατ' άτομα, μερικά όμως είναι εις όλους ηδονικώτερα από άλλο τυχαίον. Επομένως εις τας φυσικάς επιθυμίας ολίγοι σφάλλουν και αυτοί πάλιν εις έν, δηλαδή εις την υπερβολήν — διότι το να τρώγη κανείς ό,τι τύχη ή να πίνη έως ότου παραγεμισθή, είναι υπερβολή του φυσικού εις πλησμονήν, διότι η φυσική επιθυμία είναι απλή αναπλήρωσις της στερήσεως. Διά τούτο οι τοιούτοι λέγονται γαστρίμαργοι ( = φαγομανείς), διότι παραγεμίζουν την κοιλίαν των περισσότερον του δέοντος, και τοιούτοι γίνονται οι όλως διόλου κτηνώδεις. — Ως προς ατομικάς όμως ηδονάς σφάλλουν πολλοί και κατά πολλούς τρόπους. Διότι, όσοι έχουν επίθετον σύνθετον από το φίλος, έχουν την ιδιότητα ή να ευχαριστούνται με όσα δεν πρέπει, ή περισσότερον από τους άλλους, ή όχι καθώς πρέπει. Γενικώς δε οι ακόλαστοι είναι εις όλα υπερβολικοί. Διότι και ευχαριστούνται περιπλέον με πράγματα τα οποία δεν είναι αναγκαία, δηλαδή είναι άξια αποστροφής, και αν εις μερικά από αυτά επιτρέπεται η ευχαρίστησις, αυτοί ευχαριστούνται περισσότερον από όσον πρέπει και από όσον ευχαριστούνται οι άλλοι.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ'.
&Χαρακτηρισμός της σωφροσύνης.& — Ότι λοιπόν η υπερβολή εις τας ηδονάς είναι ακολασία και αξιοκατάκριτον πράγμα, έγινε φανερόν. Ως προς τας λύπας όμως δεν συμβαίνει καθώς εις την ανδρείαν, δηλαδή όστις υπομένει αυτάς να λέγεται σώφρων, ούτε ακόλαστος όστις δεν υπομένει, αλλά ο ακόλαστος μεν λέγεται τοιούτος, διότι λυπείται περισσότερον του δέοντος, δηλαδή δεν απολαμβάνει τα ηδονικά (ακόμη δε και αυτήν την λύπην την προξενεί εις αυτόν η ηδονή), ο δε σώφρων, διότι δεν λυπείται από την στέρησιν του ηδονικού. Λοιπόν ο μεν ακόλαστος επιθυμεί όλα τα ηδονικά ή τα κυριώτερα, και σύρεται από την επιθυμίαν, ώστε να προτιμήση αυτά απέναντι των άλλων, και διά τούτο λυπείται, όταν αποτυγχάνη και τα επιθυμεί — διότι η επιθυμία συνοδεύεται με την λύπην, φαίνεται δε βεβαίως οξύμωρον το να λυπήται διά την ηδονήν — . Άνθρωποι όμως παραλείποντες τας ηδονάς και ευχαριστούμενοι ολιγώτερον από ό,τι χρειάζεται δεν ευρίσκονται πολύ συχνά. Διότι δεν είναι ανθρωπινή αυτή η αναισθησία. Διότι ακόμη και τα άλλα ζώα κάμνουν διάκρισιν μεταξύ φαγητών, και με άλλα μεν ευχαριστούνται, με άλλα όμως όχι. Εάν δε συμβή εις κανένα να μη ευρίσκη τίποτε ευχάριστον, ούτε διαφοράν ενός πράγματος από άλλο, αυτός πολύ απέχει να είναι άνθρωπος. Δεν έλαβε δε όνομα ο τοιούτος, διότι δεν συμβαίνει διόλου να υπάρχη. Ο σώφρων όμως είναι μέσος ως προς αυτά. Διότι δεν ευχαριστείται με όσα ευχαριστείται καθ' υπερβολήν ο ακόλαστος, αλλά μάλλον στενοχωρείται, και εν γένει με όσα δεν πρέπει, ή δεν πρέπει καθ' υπερβολήν να ευχαριστήται με κανέν από αυτά ούτε εάν λείπουν στενοχωρείται ούτε τα επιθυμεί παρά μετρίως, ούτε περισσότερον του δέοντος, ούτε όταν δεν πρέπη, ούτε εν γένει άλλως πως. Όσα όμως συντελούν εις την υγείαν ή εις την ευεξίαν και είναι ηδονικά, αυτά θα τα επιθυμήση με μέτρον και όπως πρέπει, και τα άλλα ηδονικά όσα δεν είναι εμπόδια εις αυτά, ή δεν είναι έξω από το καλόν, ή δεν υπερβαίνουν τα οικονομικά του. Διότι όστις είναι τοιούτος εκτιμά τας ηδονάς περισσότερον από όσον αξίζουν, ενώ ο σώφρων δεν είναι τοιούτος, αλλά καθώς υπαγορεύει ο ορθός λόγος.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ'.
&Μάλλον εκουσία είναι η ακολασία παρά η δειλία.& —
Φαίνεται δε ότι η ακολασία είναι περισσότερον εκουσία παρά η δειλία. Διότι εκείνη μεν υπάρχει ένεκα της ηδονής, αυτά δε ένεκα της λύπης, εκ των οποίων η μία είναι προτιμητέον πράγμα, η δε άλλη άξιον αποφυγής. Και η μεν λύπη εκτροχιάζει και φθείρει την φύσιν εκείνου όστις έχει αυτήν, ενώ η ηδονή δεν κάμνει κανέν τοιούτον. Επομένως είναι περισσότερον εκουσία, και διά τούτο είναι και επονειδιστοτέρα. Διότι είναι και ευκολώτερον να συνηθίση κανείς εις αυτά. Και βεβαίως πολλά υπάρχουν εις τον βίον τοιαύτα και η συνήθισις αυτών δεν είναι επικίνδυνος, ενώ εις τα επίφοβα συμβαίνει το αντίστροφον. Φαίνεται δε ότι δεν είναι εξ ίσου εκουσία η δειλία εις τας ιδιαιτέρας περιπτώσεις. Διότι αυτή μεν δεν έχει λύπην, αυταί όμως από την λύπην μας εκτροχιάζουν, ώστε και τα όπλα να ρίπτωμεν και άλλα αίσχη να κάμνωμεν. Διά τούτο φαίνονται ότι είναι ακούσιαι. Εις το ακόλαστον όμως αντιστρόφως, αι μεν ιδιαίτεραι περιπτώσεις φαίνονται εκούσιαι — διότι επιθυμεί και ορέγεται — το σύνολον όμως όχι τόσον πολύ. Διότι κανείς δεν επιθυμεί να είναι ακόλαστος.
&Εφαρμογή ακολασίας εις τας παιδικάς παρεκτροπάς.& — Το δε όνομα της ακολασίας το εφαρμόζομεν και εις τας παιδικάς παρεκτροπάς, διότι έχουν κάποιαν ομοιότητα. Ποίον όμως από τα δυο έλαβε την ονομασίαν από το άλλο, εδώ δεν μας ενδιαφέρει διόλου. Είναι όμως φανερόν ότι την έλαβε το μεταγενέστερον από το αρχαιότερον. Και δεν φαίνεται ότι εσφαλμένως επεξετάθη. Διότι πρέπει να τιμωρήται εγκαίρως όστις επιθυμεί αισχρά πράγματα και του οποίου η συνήθεια μεγαλόνει την διάθεσιν. Τοιούτον δε είναι προ πάντων η επιθυμία και το παιδί. Διότι τα παιδάρια ζουν με τας επιθυμίας, και πλεονάζει εις αυτά η επιθυμία του ηδονικού. Εάν λοιπόν δεν σταθή ευπειθές και πειθαρχικόν εις τον ανώτερόν του, θα προχωρήση πολύ. Διότι η όρεξις του ηδονικού είναι ακόρεστος και ο ανόητος έχει ορέξεις από όλα τα μέρη του σώματός του. Και έπειτα η εκτέλεσις της επιθυμίας αυξάνει τα συγγενή πάθη και αν γίνουν μεγάλα και σφοδρά, εκτροχιάζουν και τον λογισμόν. Διά τούτο αυταί πρέπει να είναι μέτριαι και ολίγαι και διόλου να μην αντιστρατεύωνται εις την λογικήν. Την τοιαύτην δε ευπείθειαν την ονομάζομεν και παιδεμόν. Δηλαδή καθώς το παιδί οφείλει να ζη κατά τα πρόσταγμα του παιδαγωγού, ομοίως και ο επιθυμητικός κατά τον ορθόν λόγον. Διά τούτο πρέπει το επιθυμητικόν μέρος του σώφρονος να συμφωνή με τον λόγον. Διότι και των δύο ο σκοπός είναι το καλόν. Δηλαδή και ο σώφρων επιθυμεί όσα πρέπει και καθώς πρέπει και όταν πρέπη, και τα ίδια επιβάλλει και ο ορθός λόγος. Αυτά λοιπόν είναι αρκετά περί της σωφροσύνης.
ΒΙΒΛΙΟΝ Δ.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'.
&Ελευθεριότης.&
&Διάκρισις της ελευθεριότητος από την φιλαργυρίαν και την ασωτείαν.& — Και τόρα θα ομιλήσωμεν περί της ελευθεριότητος. Φαίνεται δε ότι είναι ελευθεριότης η μεσότης ως προς τα χρήματα. Διότι ο ελευθέριος δεν επαινείται εις τα πολεμικά ζητήματα, ούτε εις όσα επαινείται ο σώφρων, ούτε πάλιν εις τας κρίσεις του, αλλά ως προς την δοσοληψίαν των χρημάτων, και περισσότερον ως προς την δόσιν. Χρήματα δε ονομάζομεν όλα εκείνα, όσων η αξία μετρείται με νόμισμα. Αλλά και η ασωτεία και η φιλαργυρία ως προς τα χρήματα είναι υπερβολαί και ελλείψεις. Και την μεν φιλαργυρίαν την προσάπτομεν πάντοτε εις τους περισσότερον του δέοντος φροντίζοντας διά το χρήμα, την δε ασωτείαν την επεκτείνομεν ενίοτε και εις άλλα συνταυτίζοντες αυτά. Δηλαδή τους ακρατείς και πολυεξόδους χάριν της ακολασίας τους ονομάζομεν ασώτους.
Δι' αυτό οι άσωτοι φαίνονται φαυλότατοι. Διότι φέρουν εις την ράχιν των πολλάς κακίας συγχρόνως. Δεν θεωρούνται όμως ορθώς τοιούτοι. Διότι κυρίως άσωτος είναι όστις έχει έν μόνον κακόν, δηλαδή να καταστρέφη την περιουσίαν του. Δηλαδή άσωτος είναι όστις καταστρέφεται από τον εαυτόν του, διότι και η καταστροφή της περιουσίας του φαίνεται ότι είναι καταστροφή του ιδίου, αφού η ζωή του από αυτήν εξαρτάται. Αυτήν λοιπόν την σημασίαν αποδίδομεν εις την ασωτείαν.
&Η ελευθεριότης σχετιζόμενη προς τας άλλας αρετάς.& — Όσα δε χρησιμοποιούνται, αυτά είναι δυνατόν να τα χρησιμοποιήσωμεν και καλώς και κακώς. Και ο πλούτος είναι από τα χρήσιμα. Έκαστον δε πράγμα το μεταχειρίζεται τελειότερα, όστις έχει την σχετικήν με αυτό αρετήν. Αυτός δε τόρα είναι ο ελευθέριος. Χρησιμοποίησις δε των χρημάτων φαίνεται ότι είναι η δαπάνη και η δωρεά. Η δε λήψις και η φύλαξις φαίνονται ότι είναι μάλλον απόκτησις. Διά τούτο ιδιότης του ελευθερίου είναι να δίδη εις όσους πρέπει, παρά να λαμβάνη από όπου πρέπει, και να μη λαμβάνη από όπου δεν πρέπει. Διότι ιδιότης της αρετής είναι η ευποιία μάλλον παρά η ευπάθεια, και η μάλλον να πράττη τα καλά παρά να μη πράττη τα ποταπά. Δεν είναι δε δυσνόητον ότι εις την δωρεάν ακολουθεί η ευποιία και η εκτέλεσις των καλών, εις δε την ευπάθειαν η αποδοχή των καλών ή η μη εκτέλεσις ποταπών πράξεων. Και η χάρις οφείλεται εις τον δίδοντα δώρα, και όχι εις τον μη δεχόμενον, και ο έπαινος δε περισσότερον εις αυτόν οφείλεται. Είναι δε και ευκολώτερον το να μη δεχθή κανείς παρά να δώση δώρον. Διότι έκαστος ολιγώτερον θυσιάζει το ιδικόν του, παρ' όσον αποκρούει το ξένον. Ακόμη δε ελευθέριοι λέγονται οι δίδοντες, ενώ όσοι δεν δέχονται δεν επαινούνται ως ελευθέριοι, αλλά όχι ολιγώτερον ως δίκαιοι. Όσοι δε πάλιν δέχονται, ούτε επαινούνται όλως διόλου. Είναι δε αξιαγάπητοι από όλους τους εναρέτους, προ πάντων οι ελευθέριοι. Διότι είναι ωφέλιμοι, τούτο δε συνίσταται εις τον τρόπον της δωρεάς των. Αι ενάρετοι πράξεις όμως γίνονται χάριν του καλού. Επομένως και ο ελευθέριος θα δώση χάριν του καλού και ορθώς. Δηλαδή θα δώση εις όσους πρέπει και όσα πρέπει και όταν πρέπη και εν γένει καθώς είναι σύμφωνα με την ορθήν δωρεάν. Και όλα αυτά με ευχαρίστησιν και χωρίς να λυπηθή. Διότι παν ό,τι γίνεται συμφώνως με την αρετήν είναι ευχάριστον ή δεν προξενεί λύπην, πολύ ολίγον δε είναι λυπηρόν. Όστις όμως δίδει εις όσους δεν πρέπει, ή όχι χάριν του καλού, αλλά διά καμμίαν άλλην αιτίαν, δεν θα ονομασθή ελευθέριος, αλλά κάτι άλλο. Ούτε όστις δίδει με λύπην. Διότι αυτός θα επροτίμα τα χρήματα περισσότερον από την καλήν πράξιν, αυτό όμως δεν είναι ιδιότης του ελευθερίου (γενναιοδώρου).
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β'.
&Σχέσις του ελευθερίου προς την περιουσίαν του. Ο ελευθέριος είναι ανιδιοτελής, αλλά συντηρητικός&. — Δεν δέχεται δε από όποιον δεν πρέπει δώρα, διότι δεν είναι επίσης ιδιότης του μη εκτιμώντος τα χρήματα να δέχεται υπό τοιούτους όρους. Και βεβαίως δεν θα ημπορή ούτε να ζητή. Διότι όστις ευεργετεί δεν δέχεται εύκολα να ευεργετήται. Από όπου όμως πρέπει, λαμβάνει, λόγου χάριν από τα ιδικά του κτήματα, όχι διότι είναι καλόν, αλλά διότι είναι ανάγκη, διά να έχη να δίδη. Ούτε ημπορεί να παραμελήση τα ιδικά του, αφού θέλει με αυτά να βοηθή μερικούς. Ούτε θα δώση εις τους τυχόντας, διά να έχη να δίδη εις όσους πρέπει και όταν πρέπη και δι' ό,τι είναι καλόν, είναι δε ιδιότης του ελευθερίου και να είναι υπερβολικός εις τας δωρεάς του, ώστε να κρατή ολιγώτερα διά τον εαυτόν του. Δηλαδή το να μη κυττάζη τον εαυτόν του είναι ιδιότης του ελευθερίου. Λέγεται δε η ελευθεριότης αναλόγως της περιουσίας. Δηλαδή δεν συνίσταται η αρετή αυτή εις το μέγα ποσόν των διδομένων, αλλά εις την διάθεσιν του δίδοντος, αυτή δε δίδει αναλόγως της περιουσίας. Δεν υπάρχει δε κανέν εμπόδιον διά να είναι ελευθεριώτερος όστις δίδει ολιγώτερα, όταν δίδη από τα ολιγώτερα που έχει. — Φαίνεται δε ό,τι γίνονται περισσότερον ελευθέριοι, όσοι δεν απέκτησαν μόνοι των, αλλά εκληρονόμησαν την περιουσίαν των. Διότι αυτοί δεν έχουν πείραν της στερήσεως, και διότι όλοι οι άνθρωποι αγαπούν περισσότερον τα έργα των χειρών των, καθώς οι γονείς και οι ποιηταί. Δεν είναι δε εύκολον να πλουτίση ο ελευθέριος, διότι ούτε λαμβάνει ευκόλως ούτε διατηρεί, αλλά τα πετά και δεν εκτιμά τα χρήματα ως χρήματα αλλά χάριν δωρεών. Διά τούτο υβρίζεται η τύχη συχνά, διότι οι περισσότερον άξιοι διόλου δεν πλουτίζουν. Αλλά αυτό δεν συμβαίνει παραλόγως. Διότι δεν είναι δυνατόν να έχη χρήματα, όστις δεν φροντίζει να έχη, καθώς ουδέ κανέν από τα άλλα. Βεβαίως όμως δεν θα δώση εις όσους δεν πρέπει, ούτε όταν δεν πρέπη, ούτε εν γένει έξω από αυτάς τας αρχάς. Διότι τότε πλέον δεν θα έπραττε συμφώνως με την ελευθεριότητα, και αφού εξοδεύση εις αυτά, δεν θα έχη να εξοδεύη εις όσα πρέπει. Διότι, καθώς είπαμεν, ελευθέριος είναι όστις εξοδεύει αναλόγως της περιουσίας του και εις ό,τι πρέπει. Όστις δε είναι υπερβολικός, είναι άσωτος. Διά τούτο τους ηγεμόνας δεν τους ονομάζομεν ασώτους. Διότι η μεγάλη ποσότης των κτημάτων φαίνεται ότι δεν είναι δυνατόν να υπερακοντισθή με τας δαπάνας. — Και λοιπόν, αφού η ελευθεριότης είναι μεσότης εις την δοσοληψίαν των χρημάτων, ο ελευθέριος και θα δώση και θα εξοδεύση εις όσα πρέπει και όσα πρέπει, επίσης και διά τα μικρά και διά τα μεγάλα, και μάλιστα με ευχαρίστησιν. Και θα λάβη δε από όπου πρέπει και όσα πρέπει. Δηλαδή, αφού η αρετή είναι μεσότης και εις τα δύο αυτά, θα τα εκτελέση και τα δύο καθώς πρέπει.
Διότι συμβιβάζεται με την ορθήν δόσιν η τοιαύτη λήψις, ενώ η μη τοιαύτη δεν συμβιβάζεται. Και βεβαίως όσαι συμβιβάζονται υπάρχουν συγχρόνως εις το ίδιον πρόσωπον, ενώ αι ασυμβίβαστοι είναι προφανές ότι δεν συνυπάρχουν. Εάν δε συμβή κάποτε να εξοδεύση έξω από το πρέπον και το ορθόν, θα λυπηθή, πάλιν όμως μετρίως και καθώς πρέπει. Διότι ιδιότης της αρετής είναι και το να χαίρη και να λυπήται δι' όσα πρέπει και καθώς πρέπει. Είναι δε και εύκολος εις τας συναλλαγάς του ο ελευθέριος. Διότι ημπορεί να ανεχθή την αδικίαν, αφού δεν εκτιμά βεβαίως τα χρήματα, και περισσότερον βασανίζεται, αν κάπου ήτο ανάγκη να εξοδεύση και δεν εξώδευσε, παρά να λυπηθή, εάν εξώδευσε κάτι τι, ενώ δεν ήτο ανάγκη. Ούτε είναι αρεστός εις τον Σιμωνίδην {23}.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ'.
&Ο Άσωτος σχετιζόμενος με τον φιλάργυρον.& — Ο δε άσωτος και εις αυτά διαρκώς σφάλλει. Διότι ούτε τέρπεται με όσα πρέπει ούτε καθώς πρέπει, ούτε λυπείται. Τούτο δε θα γίνη φανερώτερον εις τα κατωτέρω. Είπαμεν δηλαδή ότι η ασωτεία και η φιλαργυρία είναι υπερβολαί και ελλείψεις, και μάλιστα εις δύο πράγματα, δηλαδή εις την δόσιν και εις την λήψιν. Διότι και την δαπάνην την κατατάσσομεν εις την δόσιν. Και λοιπόν η μεν ασωτεία είνε υπερβολική εις το να δίδη και να μη λαμβάνη. Η δε φιλαργυρία είναι ελλιπής εις το να δίδη, και υπερβολική εις το να λαμβάνη, εκτός όταν πρόκειται διά μικρά πράγματα. Αλλά το ελάττωμα της ασωτείας δεν συζή πολύν καιρόν, διότι δεν είναι εύκολον, όστις δεν λαμβάνει από κανένα, να δίδη εις όλους. Διότι γλήγορα χάνεται η περιουσία εις τους ιδιώτας, όταν δίδουν χωρίς μέθοδον, καθώς φαίνεται ότι είναι οι άσωτοι.
&Η ασωτεία επιδέχεται θεραπείαν.& — Άλλως όμως ο τοιούτος φαίνεται ότι είναι όχι ολίγον καλλίτερος από τον φιλάργυρον. Διότι είναι ευκολοθεράπευτος και ως εκ της ηλικίας του και από τον φόβον της στερήσεως, και ημπορεί να έλθη εις το μέσον, διότι έχει τας ιδιότητας του ελευθερίου. Δηλαδή και αυτός δίδει και δεν λαμβάνει, με την διαφοράν όμως ότι κανέν από αυτά τα δύο δεν εκτελεί ούτε καθώς πρέπει ούτε καλώς. Εάν λοιπόν συνηθίση εις αυτό, ή κάπως μεταβληθή, θα εγίνετο ελευθέριος. Διότι τότε θα δίδη εις όσους πρέπει και θα λαμβάνη από όπου πρέπει. Και διά τούτο δεν φαίνεται πρόστυχος ως προς τo ήθος. Διότι δεν είναι ιδιότης μοχθηρού άνθρωπου ούτε αγεννούς το να είναι υπερβολικός εις τας δωρεάς και να μη δέχεται, αλλά απλώς ηλιθίου. Όστις δε είναι άσωτος κατ' αυτόν τον τρόπον, φαίνεται ότι είναι πολύ καλλίτερος από τον φιλάργυρον δι' όσα είπαμεν, και διότι εκείνος μεν ωφελεί πολλούς, ενώ αυτός κανένα δεν ωφελεί, αλλ' ούτε και τον εαυτόν του. Οι περισσότεροι όμως από τους ασώτους, καθώς είπαμεν, συγχρόνως δέχονται από όπου δεν πρέπει και ως προς τούτο είναι φιλάργυροι. Γίνονται δε επιρρεπείς εις το να λαμβάνουν, διότι θέλουν να εξοδεύουν, αλλά τούτο δεν ημπορούν να το κάμνουν με ευκολίαν. Διότι γλήγορα χάνονται όσα έχουν. Αναγκάζονται λοιπόν να προμηθεύωνται απ' αλλού. Συγχρόνως δε, επειδή δεν σκοτίζονται διόλου διά το καλόν, λαμβάνουν απροφυλάκτως και από όλα τα μέρη. Διότι επιθυμούν να δίδουν, το πώς όμως ή από πού δεν τους ενδιαφέρει διόλου. Διά τούτο και αι δόσεις των ακόμη δεν είναι ελευθέριαι, διότι δεν είναι καλαί, ούτε γίνονται χάριν του καλού ούτε καθώς πρέπει. Αλλά κάποτε εκείνους που πρέπει να είναι πτωχοί τους κάμνουν πλουσίους. Και εις εκείνους μεν οι οποίοι είναι μετρημένοι εις τους τρόπους των δεν δίδουν ίσως τίποτε, δίδουν όμως πολλά εις τους κόλακας ή εις τους προσφέροντας εις αυτούς καμμίαν άλλην ηδονήν. Διά τούτο οι περισσότεροι από αυτούς είναι και ακόλαστοι. Διότι ευκόλως εξοδεύουν διά τας ακολασίας και επειδή δεν ζουν κανονικά κλίνουν μάλλον εις τας ηδονάς. Ο άσωτος λοιπόν, αν μείνη χωρίς διαπαιδαγώγησιν, εις αυτό το σημείον φθάνει, εάν όμως τον προσέξουν, ημπορεί να φθάση εις το μέσον και το πρέπον.
&Η φιλαργυρία δεν επιδέχεται θεραπείαν.& — Ο δε φιλάργυρος είναι αθεράπευτος. Διότι φαίνεται ότι τους κάμνει φιλαργύρους τω γήρας και η γενική αδυναμία. Και είναι περισσότερον σύμφυτος εις τους ανθρώπους η φιλαργυρία παρά η ασωτεία. Διότι οι περισσότεροι άνθρωποι είναι μάλλον φιλοχρήματοι παρά μεταδοτικοί. Και το ελάττωμα αυτό επεκτείνεται εις πολλά και είναι πολυειδές. Δηλαδή φαίνεται ότι υπάρχουν πολλοί τρόποι φιλαργυρίας. Διότι, ενώ συνίσταται εις δύο, δηλαδή εις την έλλειψιν της δόσεως και εις την υπερβολήν της λήψεως, δεν απαντά εις όλους ολόκληρος, αλλά ενίοτε χωρίζεται, και άλλοι μεν είναι υπερβολικοί εις την λήψιν, άλλοι δε ελλιπείς εις την δόσιν. Διότι όσοι λέγονται λόγου χάριν σφιχτοί, μίζεροι, τσιγκούνιδες, όλοι είναι ελλιπείς εις την δόσιν, αλλά δεν επιθυμούν τα ξένα, ούτε θέλουν να δεχθούν. — Και φαίνονται ότι το κάμνουν από κάποιαν ευπρέπειαν και προφύλαξιν από το αίσχος. Διότι μερικοί φαίνονται, ή και το λέγουν, ότι τα φυλάττουν, διά να μη αναγκασθούν ποτέ να κάμουν κανέν αίσχος. Εις αυτούς δε ανήκει και ο μυιγογδάρτης και όλοι οι όμοιοι. Έλαβε δε το όνομα από το ότι δεν θέλει να εξοδεύση εις τίποτε — .Άλλοι δε πάλιν από φόβον απέχουν από τα ξένα, διότι νομίζουν ότι δεν είναι εύκολον αυτοί μεν να λάβουν από τα ξένα, οι άλλοι όμως όχι από τα ιδικά των, επομένως αρέσκει εις αυτούς ούτε να λαμβάνουν ούτε να δίδουν. Οι άλλοι πάλιν είναι υπερβολικοί εις την λήψιν, διότι δέχονται από παντού και τα πάντα• λόγου χάριν οι εκτελούντες ανελεύθερα έργα, δηλαδή οι πορνοβοσκοί και όλοι οι παρόμοιοι, και οι τοκίζοντες ολίγα με πολύν τόκον. Διότι όλοι αυτοί λαμβάνουν από όπου δεν πρέπει και όσον δεν πρέπει. Φαίνεται δε εις αυτούς κοινή η αισχροκέρδεια. Δηλαδή όλοι χάριν κέρδους, και μάλιστα μικρού, υποφέρουν να ονειδίζωνται. Διότι όσοι λαμβάνουν μεγάλα ποσά, όχι όμως από όπου πρέπει, ούτε όσα πρέπει, δεν τους ονομάζομεν φιλαργύρους, καθώς λόγου χάριν τους τυράννους, όταν κυριεύουν πόλεις και γυμνόνουν τους ναούς, αλλά πονηρούς μάλλον και ασεβείς και αδίκους. Και όμως και ο παίκτης και ο λωποδύτης και ο ληστής ανήκουν εις τους φιλαργύρους. Διότι όλοι είναι αισχροκερδείς. Δηλαδή χάριν του κέρδους τρέχουν και αυτοί και εκείνοι και υποφέρουν να ονειδίζωνται. Και οι μεν τελευταίοι υποφέρουν τους μεγαλιτέρους κινδύνους χάριν του λαφύρου των, οι παίκται όμως κερδίζουν από τους φίλους των, εις τους οποίους πρέπει να δίδουν. Αλλά και αυτοί και εκείνοι, αφού θέλουν να κερδίζουν από όπου δεν πρέπει, είναι αισχροκερδείς. Και όλαι δε αι παρόμοιαι λήψεις είναι ανελεύθεραι. Πολύ ορθά δε λέγεται ότι είναι το αντίθετον της ελευθεριότητος η φιλαργυρία, διότι είναι μεγαλίτερον κακόν παρά η ασωτεία, και περισσότερα σφάλματα γίνονται με αυτήν παρά με την ασωτείαν που είπαμεν. Και λοιπόν περί της ελευθεριότητος και των κακιών αι οποίαι αντιτίθενται εις αυτήν είναι αρκετά όσα είπαμεν.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ'.
&Μεγαλοπρέπεια.&
&Διάκρισις της μεγαλοπρεπείας από την ελευθεριότητα και ακρότητες αυτής.& — Ίσως δε τόρα είναι η σειρά να ομιλήσωμεν και περί μεγαλοπρεπείας. Διότι και αυτή φαίνεται ότι είναι κάπως αρετή περιστρεφομένη εις το χρήμα. Δεν επεκτείνεται όμως καθώς η ελευθεριότης εις όλας τας πράξεις αι οποίαι γίνονται με χρήμα, αλλά μόνον εις τους πολυεξόδους. Εις αυτάς δε είναι ανωτέρα από την ελευθεριότητα ως προς το μέγεθος. Διότι, καθώς υποδηλοί και μόνον το όνομά της, είναι δαπάνη διαπρέπουσα εις μέγεθος. Το δε μέγεθος είναι αναφορά ως πρός τι. Δηλαδή δεν αρμόζει η ιδία δαπάνη εις τον εξοπλίζοντα μίαν τριήρη και εις τον αρχηγόν θρησκευτικής αποστολής. Επομένως το πρέπον είναι σχετικόν με αυτό και με τα μέσα και με το πράγμα εις το οποίον περιστρέφεται. Όστις δε εξοδεύει όσον αξίζει εις μικρά ή εις μέτρια δεν λέγεται μεγολοπρεπής, καθώς λέγει η ομηρική φράσις «ολίγο δίδω στον πτωχό» {24}, αλλά όστις κάμνει το ίδιον εις μεγάλα. Διότι ο μεν μεγαλοπρεπής είναι ελευθέριος, ο ελευθέριος όμως δεν είναι συγχρόνως και μεγαλοπρεπής. Αυτής δε της διαθέσεως η μεν έλλειψις λέγεται μικροπρέπεια, η δε υπερβολή βαναυσότης και απειροκαλία και τα παρόμοια, διότι δεν είναι υπερβολικαί κατά το μέγεθος εις όσα πρέπει, αλλά επιδεικνύονται εις όσα δεν πρέπει και καθώς δεν πρέπει. Περί αυτών δε θα ομιλήσωμεν αργότερα.
&Χαρακτηρισμός της μεγαλοπρεπείας ως επιστήμης.& — Ο δε μεγαλοπρεπής φαίνεται ως επιστήμων. Δηλαδή έχει την ικανότητα να αντιληφθή το πρέπον και να εξοδεύση μεγάλα ποσά με αρμονίαν. Διότι, καθώς είπαμεν εις την αρχήν, η διάθεσις ορίζεται από τας ενεργείας και από εκείνα εις τα οποία περιστρέφεται. Και λοιπόν αι δαπάναι του μεγαλοπρεπούς είναι μεγάλαι και συγχρόνως καθώς πρέπει. Επομένως τοιαύτα είναι και τα έργα του. Διότι μόνον με αυτόν τον τρόπον τα εξοδευόμενα είναι μεγάλα και αρμονικά με το έργον του. Ώστε το όλον έργον πρέπει να έχη και αξίαν ίσην με την δαπάνην, η δε δαπάνη αξίαν ίσην με το έργον ή και να είναι ανωτέρα. Κάμνει δε αυτάς τας δαπάνας ο μεγαλοπρεπής χάριν του καλού. Διότι αυτό είναι κοινόν γνώρισμα εις όλας τας αρετάς, περιπλέον δε με ευχαρίστησιν και με άνεσιν. Διότι η ακριβολογία είναι μικροπρεπής. Και μάλλον θα σκεφθή πώς να γίνη το έργον όσον το δυνατόν καλλίτερον και αρμοδιώτερον, παρά πόσον θα στοιχίση και πώς να στοιχίση όσον το δυνατόν ολιγώτερον. Είναι λοιπόν επόμενον ο μεγαλοπρεπής να είναι και ελευθέριος. Διότι και ο ελευθέριος εξοδεύει όσα πρέπει και καθώς πρέπει. Εις τα ίδια δε περιστρέφεται η κατά μέγεθος διαφορά του μεγαλοπρεπούς, η οποία αρετή είναι τρόπον τινά εις τα ίδια πράγματα ελευθεριότης εν μεγάλω, και με τα ίδια έξοδα θα κάμη το έργον μεγαλοπρεπέστερον. Διότι δεν είναι η ιδία η αρετή του κτήματος και του έργου. Δηλαδή το κτήμα είναι πολυτιμότερον, όσον έχει περισσοτέραν αξίαν, καθώς λόγου χάριν ο χρυσός, ενώ το έργον, μόνον όταν είναι μέγα και καλόν. Διότι του τοιούτου η θεωρία είναι αξιοθαύμαστος, και το μεγαλοπρεπές είναι αξιοθαύμαστον. Και αρετή του έργου είναι η μεγαλοπρέπεια εις μεγάλον σχήμα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'.
&Η μεγαλοπρέπεια περιστρέφεται ιδίως εις τα τιμαλφή και κοινά.& — Εξοδεύει δε η μεγαλοπρέπεια εις εκείνα εν γένει τα οποία ονομάζομεν τιμαλφή• λόγου χάριν εις τους θεούς, εις αφιερώματα, εις ναούς και θυσίας, ομοίως δε και εις όσα αναφέρονται εις την θρησκείαν, και όσα κινούν τον ζήλον διά το κοινόν αγαθόν• λόγου χάριν εάν νομίζη ότι πρέπει κάπου να δώση τα έξοδα μιας παραστάσεως ή να εξοπλίση λαμπρά μίαν τριήρη, ή να δώση τραπέζι εις όλους τους πολίτας. Εις όλα δε αυτά, καθώς είπαμεν, εξετάζεται η θέσις του εκτελεστού, ποίος είναι και πόσα έχει. Διότι πρέπει να είναι ανταξία με αυτά, και να μη αρμόζουν μόνον εις το έργον αλλά και εις τον εκτελεστήν. Διά τούτο ένας πτωχός βεβαίως δεν ημπορεί να γίνη μεγαλοπρεπής, διότι δεν έχει από πού να εξοδεύη πολλά καθώς πρέπει. Όστις δε δοκιμάση να τα κάμη είναι ηλίθιος. Διότι το κάμνει, έξω από την αξίαν και το πρέπον, ενώ σύμφωνον με την αρετήν είναι το ορθόν. Έπειτα αυτά αρμόζουν και εις εκείνους οι οποίοι έχουν προηγούμενα οι ίδιοι ή από τους προγόνους, ή από τους ιδικούς των, και εις τους ευγενείς και τους ενδόξους και τα παρόμοια. Διότι όλα αυτά έχουν μεγαλείον και αξίωμα. Κυρίως λοιπόν αυτός είναι ο μεγαλοπρεπής, και εις τοιαύτας δαπάνας περιστρέφεται η μεγαλοπρέπεια, καθώς είπαμεν, διότι είναι τα μεγαλίτερα και τιμαλφέστερα. Από τας ιδιωτικάς δε περιστρέφεται μόνον εις όσας γίνονται μίαν φοράν διά πάντα, καθώς είναι ο γάμος και κανέν παρόμοιον, και εις ό,τι όλη η πόλις δίδει προσοχήν, ή όσοι είναι εις τα αξιώματα, ακόμη δε εις υποδοχάς ξένων και ξεναγίας αυτών και εις δωρεάς και αντιδωρεάς. Διότι ο μεγαλοπρεπής δεν είναι πολυδάπανος διά τον εαυτόν του αλλά διά τα κοινά, αι δε δωρεαί έχουν κάποιαν σχέσιν με τα αφιερώματα. Ιδιότης δε του μεγαλοπρεπούς είναι και την οικίαν του να διακοσμήση καθώς αρμόζει εις τον πλούτον του — διότι και αυτός είναι κάποιος στολισμός — και να εξοδεύη μάλλον εις έργα τα οποία διατηρούνται πολλά έτη — διότι αυτά είναι τα καλλίτερα — και εις το καθέν ό,τι είναι πρέπον. Διότι δεν αρμόζουν τα ίδια εις τους θεούς και εις τους ανθρώπους, ούτε μέσα εις τους ναούς και εις τους τάφους. Και αφού εκάστη δαπάνη είναι μεγάλη εις το είδος της, άρα και γενικώς μεν μεγαλοπρεπέστατον είναι το εν σχέσει προς τα μεγάλα μέγα, εις αυτήν όμως εδώ την περίπτωσιν το εν σχέσει προς αυτήν μέγα. Και έχει διαφοράν το εν σχέσει με το έργον μέγα, από το εν σχέσει προς τας δαπάνας — λόγου χάριν μία σφαίρα, ή έν φιαλίδιον ωραιότατον έχει την μεγαλοπρέπειαν ενός παιδικού δώρου, αλλά η αξία των είναι μικρά και αναξιοπρεπής. — Διά τούτο η ιδιότης του μεγαλοπρεπούς είναι, εις ό,τι είδος εξοδεύει, να το εξοδεύη μεγαλοπρεπώς — διότι εις τούτο δεν ημπορεί ευκόλως να τον περάση άλλος — και το έργον να έχη την αξίαν της δαπάνης.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ς'.
&Η υπερβολή και η έλλειψις της μεγαλοπρεπείας.& — Τοιούτος λοιπόν είναι ο μεγαλοπρεπής, ο δε υπερβολικός, δηλαδή ο βάναυσος, υπερέχει εις το να εξοδεύη έξω από το πρέπον, καθώς είπαμεν. Δηλαδή εις ολιγοέξοδα πράγματα αυτός εξοδεύει πολλά και επιδεικνύεται αναρμόστως• λόγου χάριν δίδει τραπέζι εις τους συναδέλφους του ως να κάμνη γάμον, και όταν χορηγή τα έξοδα κωμικής παραστάσεως, παρουσιάζει εις την σκηνήν του θεάτρου τον χορόν με πορφύραν, καθώς οι Μεγαρείς. Και όλα αυτά τα κάμνει όχι χάριν του καλού, αλλά διά να επιδείξη τα πλούτη του, και διότι νομίζει ότι θαυμάζεται με αυτά, και όπου μεν χρειάζεται να εξοδεύση πολλά, αυτός εξοδεύει ολίγα, όπου δε ολίγα, πολλά. Ο δε μικροπρεπής εις όλα είναι ελλιπής, και αφού εξοδεύση τα μεγαλίτερα ποσά εις μικρόν έργον, θα χαλάση το καλόν, και ό,τι κάμη αργοπορεί, και κυττάζει πώς να εξοδεύση ολιγώτερα και πάλιν όλο κλαίεται και νομίζει ότι έδωσε περισσότερα από όσα πρέπει. Και βεβαίως αυταί αι διαθέσεις είναι κακίαι, αλλά δεν φέρουν αίσχος, διότι ούτε βλαβεραί είναι εις τους άλλους ούτε πολύ άσχημαι.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ'.
&Μεγαλοψυχία.&
&Διάκρισις της μεγαλοψυχίας από την σωφροσύνην και ακρότητες αυτής.& — Η δε μεγαλοψυχία φαίνεται και από το όνομά της ότι περιστρέφεται εις μεγάλα, ποία όμως είναι αυτά ας το εξετάσωμεν πρώτον. Δεν έχει δε καμμίαν διαφοράν αν εξετάζωμεν την διάθεσιν ή τον έχοντα την διάθεσιν. Φαίνεται δε ότι είναι μεγαλόψυχος όστις κρίνει τον εαυτόν του άξιον διά μεγάλα και συγχρόνως είναι άξιος. Διότι όστις κάμνει τα ίδιον χωρίς να είναι άξιος, είναι ηλίθιος. Ενώ από όσους είναι ενάρετοι κανείς δεν είναι ηλίθιος ή ανόητος. Μεγαλόψυχος λοιπόν είναι αυτός που είπαμεν. — Διότι όστις είναι άξιος διά μικρά, και εις αυτά κρίνει τον εαυτόν του άξιον αυτός είναι σώφρων, όχι όμως μεγαλόψυχος. Διότι η μεγαλοψυχία συνίσταται εις το μεγαλείον, καθώς και το κάλλος υπάρχει εις το μεγαλόσχημον σώμα, ενώ οι μικρόσωμοι είναι μεν κομψοί και συμμετρικοί, όχι όμως ωραίοι. Όστις όμως κρίνει τον εαυτόν του άξιον διά μεγάλα, ενώ είναι ανάξιος, αυτός είναι χαύνος, ενώ όστις αξιόνει τον εαυτόν του διά μεγαλίτερα από όσον αξίζει, δεν είναι πάντοτε χαύνος. Όστις δε πάλιν αξιόνει τον εαυτόν του διά μικρότερα από ό,τι αξίζει είναι μικρόψυχος, δηλαδή είτε είναι άξιος διά μεγάλα είτε διά μέτρια είτε διά μικρά, αυτός αξιόνει τον εαυτόν του δι' ολιγώτερα εις πάσαν περίπτωσιν από αυτάς. Διότι βεβαίως απορεί κανείς πόσον θα υπεβίβαζε τον εαυτόν του, αν δεν είχε ούτε αυτήν την αξίαν. Ο δε μεγαλόψυχος είναι ως προς μεν το απόλυτον μέγεθος άκρος, ως προς το πρέπον όμως μέσος, διότι αξιόνει τον εαυτόν του εις ό,τι αξίζει. Ενώ αυτοί οι άλλοι είναι υπερβολικοί ή ελλιπείς. Αφού λοιπόν αξιόνει τον εαυτόν του διά μεγάλα, και είναι άξιος και μάλιστα άξιος των μεγίστων, τότε πρέπει να περιστρέφεται εις έν κυρίως. Αλλά η αξία λέγεται εν σχέσει προς τα εξωτερικά αγαθά. Και ως μέγιστον αγαθόν πρέπει να θεωρήσωμεν αυτό το οποίον αποδίδομεν εις τους θεούς, και το οποίον κυρίως επιδιώκουν οι έχοντες αξιώματα, και είναι έπαθλον διά τα κάλλιστα. Τοιούτον λοιπόν είναι η τιμή, διότι αυτή είναι εντελώς το μέγιστον από τα εξωτερικά αγαθά. — Εις την αποδοχήν δε ή την στέρησιν των τιμών ο μεγαλόψυχος είναι καθώς πρέπει. Και δεν απαιτείται ούτε δικαιολογία διατί η μεγαλοψυχία περιστρέφεται εις την τιμήν. Διότι γενικώς οι μεγάλοι κρίνουν άξιον τον εαυτόν των περισσότερον από όλα διά την τιμήν. Πάντοτε όμως όσον αξίζουν• Ο μικρόψυχος όμως είναι ελλιπής και εν σχέσει προς το άτομόν του και ως προς τας απαιτήσεις του μεγαλοψύχου. Ο δε χαύνος υπερακοντίζει με το άτομόν του όχι όμως και τον μεγαλόψυχον.
&Η μεγαλοψυχία προϋποθέτει όλας τας αρετάς.& — Και λοιπόν ο μεγαλόψυχος, αφού είναι άξιος των μεγίστων, έπεται ότι είναι ο εναρετώτερος. Επομένως ο αληθινός μεγαλόψυχος πρέπει να είναι ενάρετος (αγαθός). Και φαίνεται ίσως ότι ιδιότης του μεγαλοψύχου είναι να είναι μέγας εις εκάστην αρετήν. Παραδείγματος χάριν δεν αρμόζει διόλου εις τον μεγαλόψυχον να τραπή εις φυγήν ως δειλός, ούτε να αδικήση. Διότι προς ποίον σκοπόν τάχα θα διαπράξη αίσχη αυτός, διά τον οποίον τίποτε δεν υπάρχει μέγα; Εάν δε εξετάσωμεν τας λεπτομερείας, θα φανή εντελώς γελοίος ο μεγαλόψυχος, αν δεν είναι αγαθός. Αλλά εάν είναι ποταπός, τότε δεν θα είναι ούτε άξιος τιμής.
Διότι η τιμή είναι έπαθλον της αρετής, και απονέμεται εις τους αγαθούς. Επομένως φαίνεται ότι η μεγαλοψυχία είναι ως ένα στόλισμα όλων των αρετών. Διότι τας αναδεικνύει μεγαλιτέρας, και δεν ημπορεί να υπάρξη χωρίς αυτάς. Διά τούτο είναι δύσκολον να είναι κανείς πραγματικός μεγαλόψυχος. Διότι τούτο δεν είναι δυνατόν χωρίς καλοκαγαθίαν.
Κυρίως λοιπόν η μεγαλοψυχία περιστρέφεται εις τας τιμάς και στερήσεις των τιμών, και διά μεν τας μεγάλας και τας αποδιδομένας εις αυτόν από τους σπουδαίους θα χαρή εν μέτρω, διότι του φαίνεται ότι απολαμβάνει ό,τι του ανήκει ή και ολιγώτερον — . Διότι διά την τελείαν αρετήν δεν είναι δυνατόν να υπάρξη ανταξία τιμή — . Οπωσδήποτε όμως θα την δεχθή, διότι αυτοί δεν έχουν να του δώσουν τίποτε μεγαλίτερον. Την δε προσφερομένην εις αυτόν τιμήν από τους τυχαίους και δι' ασήμαντα πράγματα, όλως διόλου θα την περιφρονήση — διότι αυτός δεν είναι άξιος διά μικρά. — Επίσης δε και την στέρησιν των τιμών, διότι αυτή δεν θα συμβή με το δίκαιον ως προς αυτόν. Κυρίως λοιπόν, καθώς είπαμεν, η μεγαλοψυχία περιστρέφεται εις τας τιμάς. Ουχ ήττον όμως ως προς τον πλούτον και την πολιτικήν επιρροήν και πάσαν ευτυχίαν και ατυχίαν θα φανή μετριοπαθής, ό,τι και αν του συμβή, και ούτε όταν ευτυχή θα χαίρη πολύ ούτε όταν δυστυχή θα αθυμή. Διότι αυτά δεν τα παθαίνει ούτε διά την τιμήν, η οποία είναι το μέγιστον — διότι αι πολιτικαί επιρροαί και ο πλούτος επιζητούνται χάριν της τιμής. Τουλάχιστον όσοι τα έχουν επιθυμούν να τιμώνται εξαιτίας αυτών. — Εις αυτόν λοιπόν αφού και η τιμή είναι μικρόν πράγμα, έπεται ότι και τα άλλα είναι μικρά.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η'.
&Ο μη τελείως ενάρετος δεν είναι γνησίως μεγαλόψυχος.& — Διά τούτο νομίζονται ότι είναι πολύ περιφρονητικοί. Φαίνεται όμως ότι και τα ευτυχήματα συντελούν εις την μεγαλοψυχίαν. Διότι οι ευγενείς κρίνονται άξιοι τιμής, καθώς και οι έχοντες πολιτικήν επιρροήν ή πλούτον. Διότι είναι υπέροχος, και παν ό,τι υπερέχει εις το αγαθόν είναι τιμαλφέστατον. Διά τούτο όλα αυτά τους κάμνουν περισσότερον μεγαλόψυχους από ό,τι είναι. Διότι αυτά εκτιμώνται από μερικούς. Κυρίως όμως μόνος ο αγαθός πρέπει να τιμάται. Όστις δε έχει και τα δύο, είναι άξιος περισσοτέρας τιμής. Όσοι όμως έχουν αυτά τα αγαθά χωρίς την αρετήν, ούτε δικαίως κρίνουν άξιον τον εαυτόν των διά μεγάλα, ούτε ορθώς ονομάζονται μεγαλόψυχοι. Διότι χωρίς τελείαν αρετήν δεν υπάρχουν αυτά, αλλά όσοι τα έχουν αυτά τα αγαθά γίνονται υπερόπται και υβρισταί. Διότι χωρίς αρετήν δεν είναι εύκολον να διατηρή κανείς τα ευτυχήματα αρμονικώς. Και επειδή δεν ημπορούν να τα κρατήσουν και νομίζουν ότι είναι ανώτεροι από τους άλλους, εκείνους μεν τους περιφρονούν, αυτοί δε κάμνουν ό,τι τύχη. Διότι μιμούνται απλώς τον μεγαλόψυχον, ενώ δεν του ομοιάζουν, τούτο δε το κάμνουν εις όσα ημπορούν. Και λοιπόν όσα υπαγορεύει η αρετή δεν τα εκτελούν, αλλά μόνον περιφρονούν τους άλλους. Δηλαδή ο μεν μεγαλόψυχος δικαίως περιφρονεί, — διότι κρίνει ορθώς, — οι κοινοί όμως τυχαίως.
&Λεπτομερής χαρακτηρισμός του μεγαλοψύχου, μέχρι φυσιογνωμίας.& — Δεν είναι δε ριψοκίνδυνος διά μικρά πράγματα ούτε φιλοκίνδυνος, διότι ολίγα πράγματα εκτιμά. Είναι όμως ριψοκίνδυνος διά τα μεγάλα, και όταν κινδυνεύη δεν προφυλάττει την ζωήν του, διότι θεωρεί ότι δεν είναι άξιον να ζη όπως όπως. Και θέλει μεν να ευεργετή, εντρέπεται όμως να ευεργετηθή. Διότι το πρώτον είναι ιδιότης του υπερέχοντος, ενώ το δεύτερον του υπερεχομένου. Και αποδίδει την ευεργεσίαν με περισσότερα. Διότι ούτω πως ο πρώτος θα γίνη και χρεώστης και θα είναι ευεργετημένος. Φαίνεται δε και ότι ενθυμούνται όσους ευεργετούν, όχι όμως και εκείνους οι οποίοι τους ευεργέτησαν. Διότι είναι κατώτερος ο ευεργετηθείς από τον ευεργετήσαντα, αυτός δε θέλει να υπερέχη. Και τα μεν πρώτα ευχαριστείται να τα ακούη, τα δεύτερα όμως τον ενοχλούν. Διά τούτο και η Βέτις {25} δεν αναφέρει τας ευεργεσίας της εις τον Δία. Ούτε οι Λακεδαιμόνιοι {26} προς τους Αθηναίους, αλλά μόνον όσας ευεργεσίας έλαβαν. Είναι δε ιδιότης του μεγαλοψύχου να μη έχη την ανάγκην κανενός ή πολύ ολίγον, να βοηθή όμως προθύμως, και εμπρός μεν εις τους έχοντας αξιώματα και τους ευτυχείς να παρουσιάζεται μεγάλος, εμπρός όμως εις τους μέσους μέτριος. Διότι το να υπερέχη εκείνους είναι δύσκολον και μεγαλοπρεπές, ενώ όσον διά τούτους είναι εύκολον. Έπειτα δι' εκείνους μεν να το παίρνη επάνω του δεν είναι αγένεια, εμπρός όμως εις τους χαμερπείς είναι χονδροειδές, καθώς το να κάμνη κανείς τον παλικαράν εμπρός εις τους ανισχύρους. Και δεν επιδιώκει τας τιμάς, παρά μόνον όπου άλλοι έχουν τα πρωτεία. Και είναι αργός και αναβλητικός εις όλα εκτός μόνον όπου είναι μεγάλη τιμή ή μέγα έργον, και ολίγοι μόνον ημπορούν να το εκτελέσουν αλλά μεγάλοι και φημισμένοι. Κατ' ανάγκην δε είναι και φανερόμισος και φανερόφιλος. Διότι η μυστικότης είναι ιδιότης του δειλού. Και ενδιαφέρεται περισσότερον διά την αλήθειαν παρά διά να δοξασθή. Και ομιλεί και εκτελεί φανερά. Διότι είναι παρρησιαστικός, επειδή περιφρονεί τους άλλους. Και διά τούτο είναι ειλικρινής. Εκτός μόνον όταν προσποιείται τον μικρόν. Προσποιείται δε τον μικρόν εμπρός εις τον κοινόν λαόν. Και δεν συμβιβάζει την ζωήν του παρά μόνον με τον φίλον του, διότι τούτο είναι ιδιότης των δούλων. Διά τούτο όλοι οι κόλακες είναι δουλοπρεπείς και όλοι οι χαμερπείς είναι κόλακες. Ούτε δεικνύει θαυμασμόν εις κανένα. Διότι αυτός τίποτε δεν ευρίσκει μέγα. Ούτε είναι μνησίκακος. Διότι δεν είναι ιδιότης του μεγαλοψύχου να κρατή λογαριασμόν και μάλιστα διά το κακόν, αλλά μάλλον παραβλέπει. Ούτε ομιλεί διά πρόσωπα. Δηλαδή, ούτε διά τον εαυτόν του ομιλεί ούτε δι' άλλον. Διότι δεν τον ενδιαφέρει ούτε να επαινήται ο ίδιος, ούτε να κατακρίνωνται οι άλλοι, ούτε πάλιν αγαπά να επαινή. Δι' αυτό και δεν κακολογεί ούτε τους εχθρούς του, εκτός εάν τον επρόσβαλαν. Και διά τα χρειώδη ή διά τα μικρά διόλου δεν παραπονείται ούτε παρακαλεί. Διότι ιδιότης των σπουδαίων είναι να είναι τοιούτοι εις αυτά. Και είναι ικανός να θησαυρίζη μάλλον τα καλά και αφιλοκερδή, παρά τα καρποφόρα και ωφέλιμα. Διότι αυτό είναι περισσότερον ιδιότης της αυταρκείας. Και η κίνησις του μεγαλοψύχου φαίνεται ότι είναι βραδυκίνητος, και η φωνή του βαρύφωνος, και η απαγγελία του στάσιμος. Διότι δεν βιάζεται όστις εκτιμά πολύ ολίγα πράγματα, ούτε σφίγγεται όστις δεν θεωρεί κανέν πράγμα ως μέγα. Η οξυφωνία όμως και η ταχύτης από αυτά προέρχεται. Τοιούτος λοιπόν είναι ο μεγαλόψυχος.