WeRead Powered by ReaderPub
Ηθικά Νικομάχεια, Τόμος Πρώτος cover

Ηθικά Νικομάχεια, Τόμος Πρώτος

Chapter 50: ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ'.
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

The work investigates what constitutes the human good, arguing that happiness is the highest end and is realized as a lifelong activity of the soul in accordance with virtue. It distinguishes moral and intellectual virtues, explains moral virtue as acquired through habituation and as a mean between extremes, and explores the roles of external goods, honor, and pleasure in a flourishing life. It analyzes voluntary action, choice, and responsibility and offers criteria for practical deliberation. It also treats social dimensions such as justice and friendship, using analytic definition, ethical psychology, and teleological reasoning to link character, actions, and communal life.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ'.

&Μικροψυχία και χαυνότης.& — Ο δε ελλιπής είναι μικρόψυχος, και υπερβολικός χαύνος. Και βεβαίως δεν φαίνονται να είναι κακοί ούτε αυτοί — διότι δεν κάμνουν κακόν — αλλά απλώς έχουν ελάττωμα. Διότι ο μεν μικρόψυχος, ενώ είναι άξιος, στερεί τον εαυτόν του από τα αγαθά διά τα οποία είναι άξιος, και φαίνεται ως να έχη κάποιον κακόν, διότι δεν κρίνει τον εαυτόν του άξιον διά τα αγαθά, και ακόμη ότι δεν γνωρίζει τον εαυτόν του. Διότι άλλως βεβαίως θα επιθυμούσε όσα αξίζει, αφού είναι αγαθά.

Δεν φαίνονται όμως εις τους άλλους ηλίθιοι οι τοιούτοι, αλλά μάλλον οκνηροί. Και αυτή η γνώμη περί αυτών φαίνεται ότι τους καθιστά χειροτέρους. Διότι έκαστος επιθυμεί όσα του αξίζουν, αυτοί όμως απομακρύνονται από τας καλάς πράξεις και επιτηδειότητας, όταν νομίζουν ότι είναι ανάξιοι, ομοίως δε και από τα εξωτερικά αγαθά. Οι δε χαύνοι είναι ηλίθιοι και δεν γνωρίζουν τον εαυτόν των, και μάλιστα περιφανώς, διότι με την ιδέαν ότι είναι άξιοι, δοκιμάζουν πράξεις μεγατίμους και έπειτα εξελέγχονται ως απατημένοι, και στολίζονται με λαμπράς ενδυμασίας και με σύνολον και τα παρόμοια, και θέλουν να γίνουν φανεραί αι διάφοροι μικροευτυχίαι των, και ομιλούν δι' αυτάς, νομίζοντες ότι θα εκτιμηθούν από αυτάς. Είναι δε αντίθετος προς την μεγαλοψυχίαν μάλλον η μικροψυχία παρά η χαυνότης. Διότι και συχνότερα απαντά και χειροτέρα είναι.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι’.

&Αξιοπρέπεια.& {27}

Και λοιπόν η μεν μεγαλοψυχία, καθώς είπαμεν, περιστρέφεται εις την μεγάλην τιμήν. Αλλά ως προς την τιμήν φαίνεται ότι υπάρχει κάποια αρετή, καθώς ελέχθη προηγουμένως, η οποία ημπορεί να θεωρηθή ότι έχει τον αυτόν λόγον προς την μεγαλοψυχίαν, οποίον η ελευθεριότης προς την μεγαλοπρέπειαν. Διότι αι δύο αυταί, από το μεγαλείον μεν απέχουν, μας κάμνουν όμως εις τα μεσαία και εις τα μικρά να έχωμεν ορθήν διάθεσιν. Καθώς δε εις την ληψοδοσίαν των χρημάτων υπάρχει μεσότης και υπερβολή και έλλειψις, ομοίως και εις την επιθυμίαν της τιμής υπάρχει και το περισσότερον του δέοντος και το ολιγώτερον και το από όπου πρέπει και όπως πρέπει. Δηλαδή και τον φιλόδοξον τον κατακρίνομεν, διότι περισσότερον του δέοντος επιθυμεί την τιμήν, και από όπου δεν πρέπει, και τον αφιλόδοξον, διότι ούτε εις τα καλά δεν έχει διάθεσιν να τιμάται. Και κάποτε τον φιλόδοξον τον επαινούμεν ως ανδροπρεπή και φιλόκαλον, τον δε αφιλόδοξον ως μέτριον και σώφρονα, καθώς είπαμεν και εις άλλα προηγούμενα. Είναι δε φανερόν, ότι, αφού τα σύνθετα εκ του φίλος λέγονται πολυειδώς, δεν εφαρμόζομεν το φιλόδοξος πάντοτε εις το ίδιον πράγμα, αλλά όταν πρόκειται να επαινέσωμεν, το εφαρμόζομεν εις εκείνον ο όποιος το έχει περισσότερον από τους κοινούς ανθρώπους, όταν δε πρόκειται να κατακρίνωμεν, το εφαρμόζομεν εις εκείνον ο οποίος το έχει περισσότερον από ό,τι πρέπει. Επειδή δε η μεσότης δεν έχει όνομα, την ευρήκαν έρημον και την διαφιλονικούν αυτά τα δύο άκρα. Εις όσα δε υπάρχει η υπερβολή και η έλλειψις, εις αυτά περιστρέφεται και το μέσον. Γνωρίζομεν δε ότι επιθυμούν την τιμήν άλλοι περισσότερον από ό,τι πρέπει και άλλοι ολιγώτερον. Επομένως υπάρχει και όση πρέπει. Φαίνεται όμως αυτό ως προς μεν την φιλοδοξίαν ότι είναι αφιλοδοξία, ως προς δε την αφιλοδοξίαν φιλοδοξία, και ως προς τα δύο μαζί κάτι τι ενωμένον από τα δύο. Αυτό δε φαίνεται ότι συμβαίνει και εις τας άλλας αρετάς. Εδώ όμως φαίνονται ότι αντιτίθενται οι άκροι, διότι δεν έχει όνομα το μέσον.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ'.

&Μειλιχιότης.&

&Σχέσις της μειλιχιότητος προς τας ακρότητας, και συγγένεια αυτής προς την ελλιπή ακρότητα.& — Η μειλιχιότης είναι μεσότης ως προς τα είδη της οργής. Επειδή δε το μέσον δεν έχει όνομα, σχεδόν δε και τα άκρα, φέρομεν προς το μέσον την μειλιχιότητα, ενώ κλίνει κάπως προς την έλλειψιν, η οποία είναι ανώνυμος. Η δε υπερβολή ημπορεί κάπως να ονομασθή οργιλότης. Διότι το μεν πάθος είναι η οργή, αλλά τα αίτια τα οποία το εμπνέουν είναι πολλά και διάφορα. Όστις λοιπόν οργίζεται δι' όσα πρέπει και με όσους πρέπει, ακόμη δε καθώς πρέπει και όταν πρέπη και όσην ώραν πρέπει, αυτός επαινείται. Λοιπόν αυτός ημπορεί να θεωρηθή μειλίχιος, αφού η μειλιχιότης επαινείται. Διότι ο μειλίχιος επιθυμεί να μένη ατάραχος και να μη σύρεται από το πάθος, αλλά μόνον όπως απαιτεί ο ορθός λόγος, και δι' όσα απαιτεί, και όσην ώραν το απαιτεί, γίνεται τραχύς. Φαίνεται δε μάλλον ότι είναι ελαττωματικός ως προς την έλλειψιν. Διότι ο μειλίχιος δεν συνηθίζει να τιμωρή, αλλά μάλλον είναι συγγνωμονικός. Η δε έλλειψις, είτε την θεωρήσωμεν κάπως αοργησίαν, είτε οπωσδήποτε αλλέως, κατακρίνεται. Διότι, όσοι δεν οργίζονται δι' όσα πρέπει φαίνεται ότι είναι ηλίθιοι, καθώς και όσοι δεν οργίζονται καθώς πρέπει, ούτε όταν πρέπη, ούτε με όσους πρέπει. Διότι φαίνεται ότι δεν αισθάνονται, ούτε λυπούνται, και αφού δεν οργίζονται, δεν υπερασπίζονται τον εαυτόν των. Αλλά το να εξευτελίζεται κανείς ή να αφίνη να εξευτελίζουν τους ιδικούς του είναι κτηνωδία.

&Διάφορα είδη υπερβολικής οργής.& — Η δε υπερβολή συμβαίνει καθ' όλους τους τρόπους, δηλαδή και με όσους δεν πρέπει, και δι' όσα δεν πρέπει, και περισσότερον του δέοντος, και ταχύτερον, και περισσοτέραν ώραν. Όλα αυτά όμως δεν συμπίπτουν εις το ίδιον άτομον. Δηλαδή δεν είναι δυνατόν να συνυπάρξουν. Διότι το κακόν καταστρέφει και τον εαυτόν του, και όταν είναι ολόκληρον, γίνεται ανυπόφορον. Και λοιπόν οι μεν οργίλοι ταχέως μεν οργίζονται, και με όσους δεν πρέπει και δι' όσα δεν πρέπει και περισσότερον του δέοντος, παύουν όμως επίσης ταχέως. Και αυτό είναι η καλλιτέρα των ιδιότης. Συμβαίνει δε τούτο εις αυτούς, διότι δεν συγκρατούν την οργήν των, αλλά ξεσπά ολόκληρος εις το φανερόν από την σφοδρότητα, και έπειτα ησυχάζουν. Οι δε ακρόχολοι είναι υπερβολικά οξύθυμοι και οργίζονται προς όλους και διά παν πράγμα. Διά τούτο έλαβαν αυτό το όνομα. Οι δε φαρμακεροί είναι ακατεύναστοι και οργίζονται πολλήν ώραν. Διότι συγκρατούν την έξαψίν των. Διακοπή δε συμβαίνει, όταν κανείς ανταποδώση τα ίσα. Διότι παύει η εκδικητικότης της οργής, και του εμπνέει ηδονήν αντί της λύπης. Όταν όμως δεν συμβή τούτο, έχουν μέσα των το βάρος. Διότι, επειδή δεν εξέρχεται εις την επιφάνειαν, δεν προσπαθεί κανείς και να τους κατευνάση, το να χωνεύσουν δε μέσα των την οργήν απαιτεί πολλήν ώραν. Είναι δε οι τοιούτοι και διά τον εαυτόν των πολύ οχληροί και διά τους φίλους των. Κακοτρόπους δε ονομάζομεν εκείνους όσοι οργίζονται δι' όσα δεν πρέπει, και περισσότερον από ό,τι πρέπει, και περισσοτέραν ώραν, και οι οποίοι δεν συμφιλιόνονται χωρίς αντίποινα ή εκδίκησιν. Εις δε την μειλιχιότητα μάλλον την υπερβολήν αντιτάσσομεν. Διότι απαντά και συνηθέστερον. Δηλαδή είναι φυσικώτερον εις τον άνθρωπον το να εκδικήται, και οι κακότροποι δεν είναι κατάλληλοι εις την συμβίωσιν. Εκείνο όμως που είπαμεν και προηγουμένως είναι φανερόν και από όσα λέγομεν τόρα. Δηλαδή δεν είναι εύκολον να ορίση κανείς το πώς και με ποίους και διά ποία και πόσην ώραν πρέπει να οργιζώμεθα, και μέχρι ποίου βαθμού το εκτελούμεν ορθώς, ή σφάλλομεν. Διότι όστις μεν παρεκτρέπεται ολίγον, δεν κατακρίνεται, ούτε διά το περισσότερον ούτε διά το ολιγώτερον. Κάποτε δε επαινούμεν και τους ελλιπείς και τους ονομάζομεν μειλιχίους, και τους εκτραχυνομένους τους ονομάζομεν ανδροπρεπείς, διότι είναι ικανοί να κυριαρχούν. Και λοιπόν πόσον και πώς όταν παρεκβαίνη κανείς είναι αξιοκατάκριτος, δεν είναι εύκολον να το παραστήσωμεν με τον λόγον. Διότι η κρίσις ανήκει εις τας ιδιαιτέρας περιπτώσεις και εις την αίσθησιν. Αλλ' όμως οπωσδήποτε τόσον είναι φανερόν, ότι η μεν μέση διάθεσις είναι αξιέπαινος, συμφώνως με την οποίαν οργιζόμεθα με όσους πρέπει και δι' όσα πρέπει και καθώς πρέπει και καθ' όλα τα παρόμοια. Αι υπερβολαί όμως και αι ελλείψεις είναι αξιοκατάκριτοι, και μάλιστα όταν μεν προχωρούν ολίγον πρέπει να επιπλήττωνται ελαφρώς, όταν δε περισσότερον, να επιπλήττωνται δυνατώτερα, όταν δε πάρα πολύ, τότε να επιπλήττωνται σφοδρώς. Είναι φανερόν επομένως ότι πρέπει να επιδιώκωμεν την μέσην διάθεσιν. Και λοιπόν αυτά είναι αρκετά διά τας διαθέσεις της οργής.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ'.

&Φιλοφροσύνη.&

Αλλά εις τας συναναστροφάς και την συμβίωσιν και την επιμιξίαν των λόγων και των πραγμάτων, άλλοι μεν φαίνονται ότι είναι φιλάρεσκοι, οι οποίοι με πάντα τρόπον προσπαθούν να ευχαριστήσουν τους άλλους και διόλου δεν αντιτείνουν, αλλά νομίζουν ότι πρέπει να μη ενοχλούν τους παρευρισκομένους. Άλλοι δε είναι το αντίθετον από αυτούς, και εις όλα αντιτείνουν μη σκοτιζόμενοι διόλου αν γίνονται ενοχλητικοί, και ονομάζονται ανοικονόμητοι και φιλόνικοι. Και λοιπόν ότι μεν αι διαθέσεις που είπαμεν είναι αξιοκατάκριτοι, δεν είναι δυσνόητον, και ότι η μέση μεταξύ αυτών είναι αξιέπαινος, συμφώνως με την οποίαν θα παραδεχθή κανείς όσα πρέπει και καθώς πρέπει, αναλόγως δε και θα δυσανασχετήση. Όνομα δε δεν εδόθη εις αυτήν {28}, αρμόζει όμως περισσότερον το όνομα φιλία. Διότι όστις έχει την μέσην διάθεσιν είναι όπως θα ηθέλαμεν να χαρακτηρίσωμεν τον καλόν φίλον, εάν προστεθή και η στοργή. Έχει δε την διαφοράν από τον φίλον, ότι είναι χωρίς αισθήματα και χωρίς στοργήν. Διότι δεν ωθείται από την αγάπην ή από την έχθραν, διά να παραδεχθή εκάστην γνώμην καθώς πρέπει, αλλά διότι είναι φιλόφρων. Δηλαδή αυτά θα τα εκτελέση ομοίως και εμπρός εις αγνώστους και εις γνωστούς, και σχετικούς και ασχέτους, αλλά εις τον καθένα καθώς του αρμόζει. Και βεβαίως δεν πρέπει εξ ίσου να ενδιαφερώμεθα διά τους σχετικούς μας και διά τους αλλοφύλους, ούτε πάλιν να τους δυσαρεστώμεν. Γενικώς λοιπόν είπαμεν ότι θα είναι εις την συναναστροφήν του καθώς πρέπει. Και λαμβάνων υπ' όψιν του το καλόν και το συμφέρον θα επιδιώξη να μη τους ενοχλή ή συγχρόνως να τους γλυκαίνη. Διότι φαίνεται ότι περιστρέφεται εις τας ηδονάς και λύπας τας προερχομένας κατά τας συναναστροφάς, από αυτάς όμως όσας δεν είναι καλόν ή είναι βλαβερόν εις αυτόν να τας γλυκάνη, θα δυστροπήση και θα προτιμήση να προξενήση λύπην. Αλλά και εις τον πρωτουργόν τούτο φέρει ασχημίαν όχι μικράν, μάλιστα δε και βλάβην, ενώ η εναντίωσις θα του προξενήση ολίγην μόνον λύπην, διότι δεν παραδέχεται, αλλά δυσανασχετεί, θα ομιλή δε διαφορετικά εμπρός εις τους έχοντας τα αξιώματα, παρά εις τους τυχόντας και τους περισσότερον ή ολιγώτερον γνωστούς, ομοίως δε και συμφώνως με τας άλλας των διαφοράς, θα απονέμη εις έκαστον το πρέπον, και κυρίως μεν θα προτιμά να τους ευχαριστή και θα αποφεύγη να τους λυπή, εάν όμως τα αποτελέσματα είναι σπουδαιότερα θα τα ακολουθή, εννοώ δε το καλόν και το συμφέρον. Ακόμη δε και προς χάριν μελλούσης ηδονής θα θελήση να προξενήση μικράν λύπην.

&Τα άκρα της φιλοφροσύνης.& — Ο μέσος λοιπόν είναι τοιούτος, αλλά δεν έλαβε ακόμη όνομα. Από εκείνους δε οι οποίοι είναι γλυκότροποι όστις μεν επιδιώκει καθαρώς να ευχαριστή όχι διά καμμίαν άλλην αιτίαν είναι φιλάρεσκος, όστις δε ευχαριστεί διά να ωφεληθή εις χρήματα, είναι κόλαξ. Όστις όμως γενικώς εις όλους δυστροπεί, είπαμεν ότι είναι ανοικονόμητος και φιλόνικος. Φαίνεται δε ότι αντιτίθενται τα άκρα μεταξύ των, διότι δεν έχει όνομα το μέσον.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ'.

&Ειλικρίνεια.&

&Σχέσις της ειλικρινείας προς την αλαζονείαν και την ειρωνείαν.& — Εις τα ίδια δε σχεδόν περιστρέφεται και η μεταξύ αλαζονείας (καυχησιολογίας) και ειρωνείας (ταπεινότητος) μεσότης. Είναι δε και αυτή ανώνυμος. Δεν θα είναι δε άσχημον να εξετάσωμεν και αυτάς. Διότι τότε θα εννοήσωμεν καλλίτερον την ηθικήν, όταν τας ερευνήσωμεν λεπτομερώς, και τότε θα πιστεύσωμεν ότι αι αρεταί είναι μεσότητες, όταν εννοήσωμεν ότι εφαρμόζεται η θεωρία μας εις όλας. Και λοιπόν ως προς την συμβίωσιν, όσοι μεν συναναστρέφονται ηδονικώς ή λυπηρώς, τους αναφέραμεν, ως προς δε τους λέγοντας την αλήθειαν και τους ψευδομένους, ας ομιλήσωμεν τόρα υπό έποψιν και λόγων και πράξεων και αξιώσεων. Φαίνεται δε ότι ο μεν αλαζών οικειοποιείται τα ένδοξα και όσα δεν έχει και περισσότερα από όσα έχει, ο δε είρων αντιστρόφως αρνείται και αυτά που έχει ή τα παριστά ως μικρότερα, ενώ ο μέσος παρουσιάζεται όσος είναι, διότι είναι ειλικρινής και εις τον βίον του και εις τους λόγους του. Δηλαδή ομολογεί ότι έχει όσα έχει πραγματικώς, και ούτε τα μεγαλόνει ούτε τα μικραίνει. Εκάστη δε από αυτάς τας ιδιότητας είναι δυνατόν να γίνεται και με κάποιον λόγον και χωρίς λόγον. Διότι έκαστος οποίου είδους είναι ο χαρακτήρ του, τοιαύτα λέγει και πράττει και αναλόγως ζη, εάν δεν υπάρχη κάποιος άλλος λόγος εις τας πράξεις του. Αφ' εαυτού δε το μεν ψεύδος είναι χυδαίον και αξιοκατάκριτον, το δε αληθές καλόν και αξιέπαινον. Ως εκ τούτου λοιπόν ο μεν ειλικρινής, ο οποίος είναι μέσος, είναι αξιέπαινος, οι δε ψευδόμενοι είναι μεν και οι δύο αξιοκατάκριτοι, περισσότερον όμως ο αλαζών.

&Χαρακτηρισμός εκάστου.& — α') ο ειλικρινής. — Τόρα δε ας ομιλήσωμεν χωριστά διά καθεμίαν, και πρώτα πρώτα περί της ειλικρινείας. Δηλαδή δεν ομιλούμεν εδώ περί του φιλαλήθους εις τας συμβάσεις του, ούτε εις όσα σχετίζονται με την αδικίαν ή την δικαιοσύνην — διότι αυτά ανήκουν εις άλλην αρετήν — αλλά εις όσα, ενώ δεν έχει κανέν τοιούτον ενδιαφέρον, θα είναι ειλικρινής και εις τους λόγους του και εις τον βίον του, διότι είναι τοιούτος από την ψυχικήν του διάθεσιν. Φαίνεται δε ότι ο τοιούτος είναι καθώς πρέπει. Διότι ο φιλαλήθης, ο όποιος λέγει την αλήθειαν και όπου δεν έχει ενδιαφέρον, θα την λέγη περισσότερον όπου έχει ενδιαφέρον. Διότι ως αίσχος θα φοβηθή το ψεύδος, το οποίον και καθ' εαυτό το εφοβείτο. Ο δε τοιούτος είναι αξιέπαινος, θα κλίνη όμως εις το ολιγώτερον από την αλήθειαν, διότι τούτο φαίνεται αρμονικώτερον, επειδή αι υπερβολαί είναι οχληραί.

β') Ο αλαζών. — Όστις δε οικειοποιείται περισσότερα από όσα έχει χωρίς κανένα λόγον, ομοιάζει μεν τον χυδαίον — διότι αλλέως δεν θα ευχαριστείτο με το ψεύδος — αλλά φαίνεται ότι είναι μάλλον ματαιόδοξος παρά κακός. Εάν όμως το κάμνη με κάποιον σκοπόν, όταν μεν το κάμνη χάριν δόξης ή τιμής, δεν είναι πολύ αξιοκατάκριτος, καθώς είναι ο αλαζών, όταν όμως το κάμνη διά το χρήμα, ή δι' όσα συντελούν εις το χρήμα, τότε είναι χυδαιότερος. Δεν συνίσταται δε η αλαζονεία εις το τι ημπορεί να κάμη, αλλά εις την προαίρεσιν. Διότι συμφώνως με την διάθεσιν και την ιδιότητα του είναι αλαζών, καθώς είναι και ψεύτης, άλλος μεν διότι ευχαριστείται απλώς με το ψεύδος, άλλος δε και διά να δοξασθή ή να κερδίση. Και λοιπόν όσοι μεν μεγαλαυχούν χάριν δόξης, οικειοποιούνται πράγματα με τα οποία απολαμβάνουν έπαινον ή μακαρίζονται, όσοι δε χάριν κέρδους, οικειοποιούνται πράγματα τα οποία είναι χρήσιμα εις τους άλλους, και τα οποία είναι δυνατόν να νομισθούν αληθινά, ενώ δεν υπάρχουν, καθώς λόγου χάριν ότι είναι μάντεις, σοφοί, ιατροί. Διά τούτο αυτά τα οικειοποιούνται οι περισσότεροι και καυχησιολογούν. Διότι μέσα εις αυτά υπάρχουν όσα είπαμεν.

γ') Ο είρων. — Όσοι δε είναι είρωνες, επειδή λέγουν ολιγώτερα, φαίνονται περισσότερον ευχάριστοι ως προς τα ήθη — διότι φαίνονται ότι δεν ομιλούν χάριν κέρδους, αλλά διά να αποφύγουν την επίδειξιν — . Αυτοί δε προ πάντων απαρνούνται την δόξαν, καθώς έκαμνε και ο Σωκράτης. Όσοι όμως οικειοποιούνται και τα μικρά και τα φανερά, λέγονται κουτοπόνηροι και είναι γελοιωδέστεροι. — Τούτο δε κάποτε φαίνεται ως είδος αλαζονείας, καθώς λόγου χάριν το φόρεμα των Λακεδαιμονίων, διότι και η υπερβολή και η μεγάλη έλλειψις είναι αλαζονεία — .Όσοι όμως μεταχειρίζονται την ειρωνείαν με μέτρον και κρύπτουν όσα δεν είναι εμπρός εις τα μάτια και ολοφάνερα, φαίνονται νόστιμοι. Φαίνεται δε ότι η αλαζονεία αντιτίθεται προς την φιλαλήθειαν, διότι είναι η χειροτέρα από τας δύο ακρότητας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ'.

&Ευτραπελία.&

Επειδή δε ο βίος απαιτεί διαλείμματα χάριν αναπαύσεως και εις αυτά υπάρχει ψυχαγωγία με αστειότητας, φαίνεται ότι και εδώ υπάρχει κάποια συμπεριφορά αρμονική, και ποία πρέπει να λέγωμεν και πώς, επίσης δε εις το να ακούωμεν. Έχει δε διαφοράν ακόμη και εμπρός εις ποίους ομιλούμεν, ή ποίους ακούομεν. Είναι δε επίσης φανερόν ότι και εις αυτά υπάρχει υπερβολή και έλλειψις του μέσου. Και λοιπόν όσοι μεν είναι, υπερβολικοί εις το γελοίον, φαίνεται ότι είναι βωμολόχοι και ανυπόφοροι, διότι επιδιώκουν με κάθε τρόπον το γελοίον, και περισσότερον προσέχουν πώς να προκαλέσουν τους γέλωτας, παρά να ομιλούν ευσχήμως και να μη στενοχωρούν τον περιπαιζόμενον. Όσοι όμως ούτε οι ίδιοι έχουν να ειπούν κανέν αστείον, και δι' όσους το λέγουν δυστροπούν, φαίνονται ότι είναι αγροίκοι και τραχείς. Όσοι δε αστειεύονται αρμονικά ονομάζονται ευτράπελοι, τρόπον τινά ευκολότρεπτοι. Διότι τα τοιαύτα φαίνονται ωσάν ευκινησία του ήθους. Και καθώς τα σώματα κρίνονται από τας κινήσεις, ομοίως και τα ήθη. Επειδή όμως πλεονάζει το αστείον, και οι περισσότεροι ευχαριστούνται με τα αστεία και με τα περιπαίγματα περισσότερον από όσον πρέπει, διά τούτοι οι βωμολόχοι ονομάζονται ευτράπελοι, διότι είναι ευχάριστοι. Ότι όμως έχουν διαφοράν και όχι μικράν, έγινε φανερόν από όσα είπαμεν. Συγγενής δε ιδιότης με την μέσην διάθεσιν είναι και η επιδεξιότης. Ιδιότης δε του επιδεξίου είναι να λέγη και να ακούη όσα αρμόζουν εις ένα άνθρωπον καθώς πρέπει και φιλελεύθερον. Διότι υπάρχουν μερικά τα οποία αρμόζουν να τα λέγη ο τοιούτος ως αστεία και να τα ακούη, και η αστειότης του φιλελευθέρου διαφέρει από την αστειότητα του κτηνώδους, καθώς πάλιν του πεπαιδευμένου από του απαιδεύτου. Τούτο ημπορεί κανείς να το προσέξη και μεταξύ των παλαιών και των νέων κωμωδιών. Διότι εις εκείνας αστείον ήτο η αισχρολογία, εις αυτάς όμως μάλλον ο υπαινιγμός. Αυτά δε δεν έχουν μικράν διαφοράν ως προς την ευσχημοσύνην. Τόρα λοιπόν άραγε θα ορίσωμεν ότι αστειεύεται ορθώς, όστις δεν λέγει απρεπή εις ένα φιλελεύθερον, ή όστις δεν λυπεί τον ακούοντα ή ακόμη και τον τέρπει ; Ή μήπως και αυτό είναι τάχα αόριστον. Δηλαδή άλλος μισεί και ευχαριστείται με άλλο πράγμα και άλλος με άλλο. Και επομένως τα ανάλογα θα ακούση. Διότι τα όσα δέχεται να τα ακούη, αυτά φαίνεται και ότι τα εκτελεί. Επομένως δεν πρέπει όλα να τα παρουσιάζη εις την κωμωδίαν. Διότι το περίπαιγμα είναι ένα είδος ύβρεως, οι δε νομοθέται απαγορεύουν μερικά πράγματα να τα υβρίζωμεν. Ίσως όμως έπρεπε να απαγορεύουν και το περίπαιγμα. Και λοιπόν ο χαριτωμένος και φιλελεύθερος, τοιούτος θα φανή, και θα είναι τρόπον τινά νόμος εις τον εαυτόν του.

Τοιούτος λοιπόν είναι ο μέσος, αδιάφορον αν ονομάζεται επιδέξιος ή ευτράπελος. Ο δε βωμολόχος είναι κατώτερος από τον γελοίον και δεν αφίνει απείρακτον ούτε τον εαυτόν του ούτε τους άλλους, αρκεί να προξενήση γέλωτα, και λέγει πράγματα από τα οποία κανέν δεν ημπορεί να ειπή ο χαριτωμένος, μερικά δε ούτε να τα ακούση. Ο δε αγροίκος εις τοιαύτας συναναστροφάς είναι άχρηστος. Διότι δεν συνεισφέρει τίποτε και γίνεται οχληρός εις όλους. Φαίνεται δε ότι η ανάπαυσις και η ψυχαγωγία εις τον βίον είναι απαραίτητα.

Τρεις λοιπόν φαίνεται ότι είναι αι κοινωνικαί μεσότητες, όλαι δε αναφέρονται εις την επιμιξίαν λόγων και πράξεων. Διαφέρουν δε εις τούτο, ότι η μεν μία αναφέρεται εις την αλήθειαν, αι δε άλλαι εις την ηδονήν, και από αυτάς τας ηδονικάς πάλιν η μεν μία περιστρέφεται εις τας αστειότητας, η δε άλλη εις τας σχέσεις όλου του άλλου βίου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ'.

&Εντροπή.&

Περί δε της εντροπής δεν αρμόζει να γίνη λόγος ως να είναι κάποια αρετή. Διότι μάλλον ομοιάζει προς πάθος παρά προς διάθεσιν. Οπωσδήποτε ορίζεται ως κάποιος φόβος δυσφημίσεως, εκτελεί όμως κάτι τι παρόμοιον με τον φόβον του κινδύνου. Δηλαδή όσοι εντρέπονται κοκκινίζουν, ενώ όσοι φοβούνται τον θάνατον κιτρινίζουν. Επομένως και τα δύο αυτά φαίνονται κάπως ότι είναι σωματικά, και τούτο χαρακτηρίζει μάλλον το πάθος παρά την διάθεσιν. Δεν αρμόζει δε το πάθος εις πάσαν ηλικίαν αλλά εις την νεαράν. Δηλαδή νομίζομεν ότι πρέπει όσοι έχουν αυτήν την ηλικίαν να είναι εντροπαλοί, ότι διάγουν συμφώνως με τα πάθη των και κάμνουν πολλά σφάλματα αλλέως, ενώ η εντροπή τους εμποδίζει. Ένα ηλικιωμένον όμως κανείς δεν ημπορεί να τον επαινέση, αν είναι εντροπαλός. Διότι φρονούμεν ότι δεν πρέπει να κάμνη κάτι που εντροπιάζει. Δηλαδή η εντροπαλότης δεν είναι καν ιδιότης ενός καθώς πρέπει ανθρώπου, αφού συμβαίνει διά χυδαία πράγματα — Διότι αυτά δεν πρέπει κανείς να τα εκτελή. Αν όμως άλλα μεν είναι πραγματικώς αισχρά, άλλα δε κατά την κοινήν γνώμην, αυτό δεν σημαίνει τίποτε. Διότι κανέν από τα δύο δεν πρέπει να γίνεται, επομένως δεν πρέπει κανείς να εντροπιάζεται — είναι δε ιδιότης χυδαίου το να είναι ικανός να εκτελή κάτι τι εντροπιαστικόν. Η δε κατάστασις αυτή του να εντρέπεται όταν θα πράξη κανέν τοιούτον, και με την εντροπήν του να νομίζη ότι είναι άνθρωπος καθώς πρέπει, είναι παράλογος. Διότι η εντροπή περιστρέφεται εις τα εκούσια, εκουσίως δε ποτέ δεν θα εκτελέση χυδαία πράγματα ένας άνθρωπος καθώς πρέπει. Η δε εντροπή ημπορεί να θεωρηθή καθώς πρέπει από την εξής υπόθεσιν. Δηλαδή, εάν πράξη τούτο, θα εντροπιασθή, τούτο όμως το πάθημα δεν ανήκει εις τας αρετάς. Αφού δε η αναισχυντία είναι χυδαίον πράγμα, καθώς και το να μη εντρέπεται κανείς όταν πράττη τα αισχρά, δεν είναι επίσης ευπρεπές ούτε το να εντρέπεται κανείς, πλην να κάμνη τα τοιαύτα. Δεν είναι δε αρετή ούτε η εγκράτεια, αλλά κάπως μικτή, θα εξετάσωμεν δε περί αυτής αργότερα {29}. Τόρα όμως ας ομιλήσωμεν περί δικαιοσύνης.

ΒΙΒΛΙΟΝ Ε.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'.

&Διαφορά μεταξύ διαθέσεως και επιστήμης ή δυνάμεως.& — Προκειμένου δε περί δικαιοσύνης και αδικίας πρέπει να εξετάσωμεν εις ποίας πράξεις περιστρέφονται και ποίου είδους μεσότης είναι η δικαιοσύνη, και ποίων πραγμάτων το μέσον είναι το δίκαιον. Η δε εξέτασις ας γίνη κατά την ιδίαν μέθοδον με τα προηγούμενα. Λοιπόν βλέπομεν ότι όλοι ευχαριστούνται να ονομάζουν δικαιοσύνην την διάθεσιν εκείνην, με την οποίαν γίνονται ικανοί να εκτελούν τα δίκαια, και τα εκτελούν, και θέλουν να τα επιδιώκουν. Το ίδιον δε και αδικίαν ονομάζουν την διάθεσιν εκείνην με την οποίαν εκτελούν αδικήματα και επιδιώκουν τα άδικα. Διά τούτο και ημείς ας θέσωμεν αυτά ως γενικήν βάσιν. Δηλαδή δεν είναι καν όμοιαι αι επιστήμαι και αι δυνάμεις με τας διαθέσεις. Διότι η δύναμις (ικανότης) και η επιστήμη φαίνεται ότι είναι μία και η αυτή και διά τα αντίθετά της, ενώ η διάθεσις δεν είναι η ιδία και διά τα αντίθετά της• λόγου χάριν από την υγείαν δεν εκτελούνται τα αντίθετα αλλά μόνον τα υγιεινά. Δηλαδή λέγομεν ότι ο δείνα βαδίζει υγιεινά, όταν βαδίζη καθώς ο υγιής. Πολλάκις λοιπόν γνωρίζεται μία διάθεσις από την αντίθετόν της, πολλάκις όμως από το θέμα της• λόγου χάριν, εάν η ευεξία είναι φανερά, τότε και η καχεξία θα γίνη φανερά, και πάλιν από τα έργα της ευεξίας γνωρίζεται η ευεξία και από αυτήν την ιδίαν τα έργα της. Λόγου χάριν, εάν η ευεξία είναι πυκνότης σαρκός κατ' ανάγκην και η καχεξία είναι πλαδαρότης μυική, και έργον ευεκτικόν είναι εκείνο το οποίον προξενεί πυκνότητα εις τους μυς. Συνήθως δε, εάν το καθέν από αυτά έχη πολλάς σημασίας, συμβαίνει ως επακολούθημα να έχη πολλάς σημασίας και το άλλο. Λόγου χάριν, εάν έχη πολλάς σημασίας το δίκαιον, τότε έχει ομοίως και το άδικον και η αδικία.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β'.

&Διάφορα είδη δικαιοσύνης και αδικίας ουχί ορθώς και εξ ανακρίβειας συνωνυμούμενα.& — Αλλά φαίνεται ότι έχει πολλάς σημασίας η δικαιοσύνη και η αδικία, επειδή όμως είναι πλησιεστάτη η συνωνυμία των, δι' αυτό διαφεύγει την παρατήρησίν μας και δεν είναι προφανές καθώς εις τα μακρινά αντικείμενα. Δηλαδή η κατ' είδος διαφορά αυτών είναι μεγάλη. Είναι καθώς το να ονομάζεται ομωνύμως κλεις το κάτωθεν του αυχένος οστούν των ζώων, και κλεις εκείνη με την οποίαν κλείουν τας θύρας. Τόρα λοιπόν ας εξετάσωμεν πόσας σημασίας έχει ο άδικος. Φαίνεται δε ότι είναι άδικος και ο παράνομος και ο πλεονέκτης, δηλαδή ο άνισος. Ώστε είναι φανερόν ότι επίσης δίκαιος είναι και ο νόμιμος και ο ίσος. Επομένως ολόκληρον το δίκαιον είναι το νόμιμον και το ίσον, και ολόκληρον το άδικον είναι το παράνομον και το άνισον. Είναι δε πλεονέκτης ο άδικος ως προς τα αγαθά, και όχι εις όλα, αλλά εις όσα περιστρέφεται η ευτυχία και η ατυχία, τα οποία είναι μεν γενικώς πάντοτε αγαθά, ως προς κάποιον όμως δεν είναι πάντοτε. Οι δε άνθρωποι αυτά εύχονται να αποκτήσουν και τα επιδιώκουν. — Αυτό όμως δεν πρέπει να γίνεται, αλλά να εύχωνται μεν τα γενικώς αγαθά να είναι αγαθά και δι' αυτούς, να προτιμούν όμως τα δι' αυτούς αγαθά. Ο δε άδικος δεν προτιμά πάντοτε το περισσότερον αλλά και το ολιγώτερον επί πραγμάτων γενικώς κακών. Επειδή όμως και το ολιγώτερον κακόν φαίνεται ότι είναι κάπως αγαθόν, η δε πλεονεξία περιστρέφεται εις το αγαθόν, διά τούτο φαίνεται πλεονέκτης. Είναι όμως κυρίως άνισος. Διότι αυτός ο όρος είναι περιεκτικός και κοινός διά τα είδη της αδικίας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ'.

&Το γενικόν είδος της δικαιοσύνης είναι η εφαρμογή όλης της αρετής.& — Αφού δε απεδείχθη ότι ο παράνομος είναι άδικος και ο νόμιμος δίκαιος, είναι φανερόν ότι όλα τα νόμιμα είναι κάπως δίκαια. Διότι νόμιμα είναι όσα ορίζονται υπό της νομοθεσίας και έκαστον από αυτά λέγομεν ότι είναι δίκαιον. Οι δε νόμοι συμβουλεύουν δι' όλα, λαμβάνοντες υπ' όψιν ή το κοινόν συμφέρον όλων, ή των αρίστων, ή των εγκύρων, είτε συμφώνως με την αρετήν είτε κατά άλλον παρόμοιον τρόπον. Ώστε κατά ένα μεν τρόπον δίκαια θεωρούμεν όσα είναι συντελεστικά και διαφυλακτικά της ευτυχίας και των μερών αυτής διά την κοινωνίαν. Και βεβαίως ο νόμος επιβάλλει και του ανδρείου τα έργα να εκτελούμεν• λόγου χάριν να μη λιποτακτούμεν, ούτε να τρεπώμεθα εις φυγήν, ούτε να ρίπτωμεν τα όπλα. Επίσης επιβάλλει και τα έργα του σώφρονος• λόγου χάριν να μη μοιχεύωμεν ούτε να υβρίζωμεν. Και τα έργα του μειλιχίου• λόγου χάριν να μη δέρνωμεν ούτε να κατηγορούμεν. Ομοίως δε και τα έργα όσα είναι σύμφωνα με τας άλλας αρετάς και τας κακίας τα μεν πρώτα τα υπαγορεύει, τα δε δεύτερα τα απαγορεύει, ορθώς μεν ο νόμος όστις είναι νομοθετημένος ορθώς, κακώς δε ο απρομελέτητος. Αυτού του είδους λοιπόν η δικαιοσύνη είναι μεν τελεία αρετή, όχι όμως απολύτως αλλά ως προς άλλο πρόσωπον. Και διά τούτο πολλάκις η δικαιοσύνη φαίνεται ότι είναι η ανωτέρα από όλας τας αρετάς, και ούτε ο έσπερος ούτε ο αυγερινός αξίζει να θαυμάζεται τόσον πολύ. Και ως παροιμίαν λέγομεν:

Το δίκαιον έχει μέσα του κάθε αρετήν αντάμα.

Και μάλιστα τελείαν αρετήν, διότι η δικαιοσύνη είναι εφαρμογή της τελείας αρετής. Είναι δε τελεία, διότι όστις έχει αυτήν, ημπορεί να χρησιμοποιήση την αρετήν του και απέναντι άλλου, και όχι μόνον διά τον εαυτόν του. Δηλαδή πολλοί άνθρωποι εις μεν τας ιδικάς των υποθέσεις ημπορούν να μεταχειρίζωνται την αρετήν, εις τας ξένας όμως δεν ημπορούν. Και διά τούτο φαίνεται ορθόν το απόφθεγμα του Βίαντος ότι, «η εξουσία δεικνύει τον χαρακτήρα εκάστου». Διότι ο άρχων συμπεριφέρεται τώρα πλέον προς ξένα πρόσωπα και ευρίσκεται εις επιμιξίαν με αυτά. Διά τον ίδιον δε τούτον λόγον η δικαιοσύνη φαίνεται ότι είναι και ξένον αγαθόν μόνη αυτή από όλας τας αρετάς, διότι περιστρέφεται προς τους ξένους. Δηλαδή χάριν άλλου εκτελεί τα συμφέροντα, ή άρχοντος ή μέλους της κοινωνίας. Και βεβαίως ο χειρότερος είναι ο μοχθηρός, ο οποίος εφαρμόζει την όλην μοχθηρίαν και εις τον εαυτόν του και εις τους φίλους του, δεν είναι όμως και αντιθέτως ο καλλίτερος όλων όστις εφαρμόζει εις τον εαυτόν του την αρετήν, αλλά όστις την εφαρμόζει εις άλλους. Διότι τούτο είναι δύσκολον έργον.

Αυτό το είδος λοιπόν της δικαιοσύνης δεν είναι μέρος της αρετής, αλλά ολόκληρος η αρετή, ούτε η αντίθετος κακία, δηλαδή η αδικία, είναι μέρος της κακίας, αλλά ολόκληρος η κακία. Εις τι όμως διαφέρει η ολόκληρος αρετή και αυτό το είδος της δικαιοσύνης, είναι φανερόν από όσα είπαμεν. Δηλαδή και αι δύο είναι το ίδιον, δεν υπάρχουν όμως ομοίως, αλλά η μεν αναφερομένη προς άλλον είναι δικαιοσύνη, η δε ομοία διάθεσις απολύτως είναι αρετή.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ'.

&Το μερικόν μέρος της δικαιοσύνης είναι μέρος της αρετής.& — Ημείς όμως ζητούμεν βεβαίως το άλλο είδος της δικαιοσύνης, το οποίον αντιστοιχεί εις την μερικήν αρετήν. Και βεβαίως υπάρχει κάποια τοιαύτη δικαιοσύνη καθώς είπαμεν. Επίσης δε εξετάζομεν το μερικόν είδος της αδικίας. Ότι δε υπάρχει τούτο, αποδεικνύεται από το εξής. Δηλαδή όστις ενεργεί συμφώνως προς τας άλλας κακίας κάμνει μεν αδικίαν, δεν κερδίζει όμως τίποτε• λόγου χάριν όστις έρριψε την ασπίδα του από την δειλίαν του, ή ύβρισε από την βαναυσότητα του, ή δεν εβοήθησε με χρήματα από την φιλαργυρίαν του. Όταν όμως είναι πλεονέκτης, δεν ενεργεί πολλάκις συμφώνως με καμμίαν από αυτάς, αλλ' ούτε και με όλας μαζί, αλλά συμφώνως με κάποιαν ιδιαιτέραν κακίαν — αφού βεβαίως τον κατακρίνομεν — δηλαδή συμφώνως με την αδικίαν. Επομένως υπάρχει βεβαίως κάποιον άλλο είδος αδικίας ως μέρος της ακεραίας, και υπάρχει κάποιον ειδικόν άδικον ως μέρος του ακεραίου αδίκου του εκ παραβάσεως των νόμων. Έπειτα, εάν ο είς μοιχεύη χάριν κέρδους και πλην της πράξεως λαμβάνη και χρήμα, ο άλλος όμως δίδη και ζημιόνεται χάριν της επιθυμίας του, αυτός μεν εδώ ημπορεί να θεωρηθή μάλλον ακόλαστος παρά πλεονέκτης, εκείνος όμως άδικος, και όχι ακόλαστος. Διότι είναι φανερόν ότι μοιχεύει χάριν κέρδους. Έπειτα ως προς όλα τα άλλα αδικήματα πάντοτε ημπορούμεν να τα αποδώσωμεν εις μίαν κακίαν λόγου χάριν την μοιχείαν εις την ακολασίαν, την εγκατάλειψιν του συστρατιώτου εις την δειλίαν, το ξυλοκόπημα εις την οργήν. Την κερδοσκοπίαν όμως δεν έχομεν να την αποδώσωμεν εις καμμίαν άλλην ειδικήν κακίαν παρά εις την αδικίαν. Ώστε φανερόν πλέον είναι ότι υπάρχει κάποιον άλλο μερικόν είδος της αδικίας εκτός της γενικής, με το ίδιον όνομα, διότι ο όρος αυτός εφαρμόζεται εις το ίδιον γένος. Δηλαδή και αι δύο ενεργούν εν σχέσει προς άλλον, με την διαφοράν ότι η μεν πρώτη περιστρέφεται εις την τιμήν ή τα χρήματα ή την διάσωσιν, ή εις όλα ομού, αν ήτο δυνατόν να τα συμπεριλάβωμεν όλα με έν όνομα, και γίνεται χάριν της ηδονής του κέρδους, η δε άλλη περιστρέφεται εις όλα όσα και ο σπουδαίος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'.

&Το γενικόν είδος της δικαιοσύνης αντιστοιχεί προς το νόμιμον, το δε μερικόν προς το ίσον.& — Ότι λοιπόν υπάρχουν δικαιοσύναι περισσότεραι της μιας και ότι υπάρχει και μία άλλη παράλληλος της ακεραίας αρετής, έγινε φανερόν. Τόρα όμως πρέπει να ιδούμεν ποία είναι αυτή και ποίου είδους. Ωρίσθη λοιπόν ότι άδικον είναι το παράνομον και το άνισον, δίκαιον δε το νόμιμον και το ίσον. Και λοιπόν το προηγούμενον είδος της αδικίας αντιστοιχεί προς το παράνομον. Αφού όμως το άνισον και το παράνομον δεν είναι το ίδιον, αλλά διαφέρει καθώς το μέρος προς το όλον — διότι ολόκληρον μεν τα άνισον είναι παράνομον, όχι όμως και ολόκληρον το άνισον — , έπεται ότι και το άδικον και η αδικία δεν είναι το ίδιον με εκείνα αλλά διάφορα από εκείνα, άλλα μεν ως μέρη, άλλα δε ως ακέραια — Δηλαδή αυτό το είδος της αδικίας είναι μέρος της ακεραίας αδικίας, ομοίως δε και αυτό το είδος της δικαιοσύνης από την ακεραίαν δικαιοσύνην — . Επομένως πρέπει να ομιλήσωμεν και περί της μερικής δικαιοσύνης και περί της μερικής αδικίας, επίσης δε και περί του αναλόγου δικαίου και του αδίκου. Και λοιπόν την μεν δικαιοσύνην και αδικίαν, η οποία είναι παράλληλος προς ολόκληρον την αρετήν, και αποτελεί η μεν πρώτη χρησιμοποίησιν της ακεραίας αρετής απέναντι άλλου ατόμου, η δε δευτέρα χρησιμοποίησιν της κακίας, ας την αφήσωμεν.

Ακόμη δε και το δίκαιον και άδικον το σύμφωνον με αυτάς είναι φανερόν πώς πρέπει να ορισθή. — Διότι σχεδόν τα περισσότερα νόμιμα είναι όσα εκτελούνται από την συνολικήν αρετήν. Διότι σύμφωνα με εκάστην αρετήν διατάσσει ο νόμος να ζώμεν και σύμφωνα με εκάστην κακίαν μας απαγορεύει να ζώμεν. Τα δε μέσα τα οποία εποικοδομούν την συνολικήν αρετήν, είναι από τα νόμιμα όσα ενομοθετήθησαν διά την εκπαίδευσιν ως προς το κοινόν. Περί δε της ατομικής εκπαιδεύσεως, η οποία καθιστά έκαστον απλώς αγαθόν, αν αυτή ανήκη εις την πολιτικήν επιστήμην ή εις καμμίαν άλλην, πρέπει να ορισθή κατόπιν {30}. Διότι ίσως δεν είναι το ίδιον πράγμα εις όλα ο αγαθός ανήρ και ο αγαθός πολίτης.

&Το μερικόν είδος της δικαιοσύνης είναι διανεμητικόν και επανορθωτικόν.& — Της δε μερικής δικαιοσύνης και του συμφώνου προς αυτήν δικαίου το έν μεν είδος είναι το σχετικόν με την διανομήν τιμής ή χρημάτων, ή των άλλων πραγμάτων όσα ημπορούν να μοιρασθούν μεταξύ των μελών της πολιτείας — διότι εις αυτά περιστρέφεται το άνισον και το ίσον μεταξύ δύο ατόμων — , το δε άλλο είδος είναι το επανορθωτικόν εις τας συναλλαγάς. Τούτου δε υπάρχουν δύο μέρη. Διότι αι συναλλαγαί άλλαι μεν είναι εκούσιαι, άλλαι δε ακούσιαι. Και εκούσιαι μεν είναι αι εξής. Λόγου χάριν η πώλησις, η αγορά, ο δανεισμός, η εγγύησις, η χρησιμοποίησις, η παρακαταθήκη, η μίσθωσις — , λέγονται δε εκούσιαι, διότι η αρχή αυτών των συναλλαγών είναι εκουσία — . Από δε τας ακουσίας άλλαι μεν είναι λαθρεμπορικαί, καθώς λόγου χάριν η κλοπή, η μοιχεία, η δηλητηρίασις, η προαγωγεία, το ξελόγιασμα των δούλων, η δολοφονία, η ψευδομαρτυρία, άλλαι δε είναι βίαιαι, καθώς η κακοποίησις, τα δεσμά, ο θάνατος, η αρπαγή, η κολόβωσις, η συκοφαντία, η προσβολή.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ς'.

&Διανεμητικόν δίκαιον.& — Αφού δε ο άδικος είναι και άνισος και το άδικον άνισον, είναι φανερόν ότι υπάρχει και κάποιον μέσον μεταξύ των ανίσων. Τούτο δε είναι το ίσον. Όσαι δε πράξεις επιδέχονται το περισσότερον και ολιγώτερον, επιδέχονται και το ίσον. Αφού λοιπόν το άδικον είναι άνισον, έπεται ότι και το δίκαιον είναι ίσον. Το οποίον και χωρίς εξήγησιν το εννοεί ο καθείς. Αφού δε το ίσον είναι μέσον, φαίνεται ότι το δίκαιον είναι κάποιον μέσον. Εφαρμόζεται δε το ίσον τουλάχιστον μεταξύ δύο ατόμων. Επομένως το δίκαιον είναι μέσον και ίσον και ως προς κάτι και ως προς κάποιον. Και μέσον μεν είναι εν σχέσει προς δύο άλλα — αυτά δε είναι το περισσότερον και το ολιγώτερον — δίκαιον δε εν σχέσει προς δύο πρόσωπα. Κατ' ανάγκην λοιπόν το δίκαιον εφαρμόζεται τουλάχιστον μεταξύ τεσσάρων όρων. Διότι και τα πρόσωπα μεταξύ των οποίων εφαρμόζεται είναι δύο και τα πράγματα εις τα οποία περιστρέφεται είναι δύο. Και θα υπάρξη η ιδία ισότης και μεταξύ των προσώπων και μεταξύ των πραγμάτων. Δηλαδή οποίαν σχέσιν έχουν τα πρόσωπα την αυτήν σχέσιν θα έχουν και τα πράγματα. Διότι, εάν είναι άνισα, δεν θα έχουν ίσα. Αλλά από τούτο προέρχονται αι φιλονικίαι και αι καταγγελίαι, όταν οι ίσοι δεν έχουν ίσα, ή όταν οι άνισοι έχουν και καρπούνται ίσα. Έπειτα τούτο φαίνεται και από το σύμφωνον με την αξίαν. Δηλαδή όλοι ομολογούν ότι, οσάκις γίνεται διανομή, το δίκαιον πρέπει να κρίνεται αναλόγως κάποιας αξίας εκάστου, αυτήν όμως την αξίαν δεν την θεωρούν όλοι ως την ιδίαν, αλλά οι μεν δημοκρατικοί ως ελευθερίαν, οι δε ολιγαρχικοί ως πλούτον, μερικοί δε από αυτούς ως ευγένειαν, και οι αριστοκρατικοί ως αρετήν.

&Το αναλογικόν δίκαιον.& — Επομένως το δίκαιον είναι κάτι τι ανάλογον. Το δε ανάλογον δεν είναι ιδιότης μόνον ενός μοναδικού αριθμού, αλλά γενικώς ιδιότης των αριθμών. Διότι η αναλογία είναι ισότης λόγων και έχει τουλάχιστον τέσσαρας όρους. Και ότι μεν η χωρισμένη αναλογία έχει τέσσαρας όρους είναι σαφές, το ίδιον όμως συμβαίνει και εις την συνεχή. Διότι τον ένα τον μεταχειρίζεται ως δύο και τον λέγει δύο φοράς• λόγου χάριν ως το α προς το β, ομοίως το β προς το γ. Λοιπόν δύο φοράς ελέχθη η αναλογία του β. Επομένως, εάν το β γραφή δύο φοράς, θα έχωμεν τέσσαρας όρους της αναλογίας. Και το δίκαιον δε περιστρέφεται τουλάχιστον εις τέσσαρας όρους και ο λόγος είναι ο ίδιος. Διότι διαιρούνται ομοίως τα πρόσωπα και τα πράγματα. Επομένως καθώς είναι ο α όρος προς τον β ομοίως θα είναι και ο γ προς τον δ και εναλλάξ λοιπόν, ως ο α προς τον γ, ομοίως ο β προς τον δ. Ώστε και το όλον των προσώπων προς το όλον των πραγμάτων (δηλαδή α+γ: β+δ=α: β ή γ: δ). Αυτόν δε τον συνδυασμόν τον εκτελεί η διανομή, και αν προστεθούν ούτω πως, είναι δίκαιος ο συνδυασμός. Επομένως η σύνδεσις του όρου α προς τον γ και του β προς τον δ αποτελεί το δίκαιον της διανομής, και αυτά το δίκαιον είναι το μέσον, δηλαδή το αναλογικόν. Διότι το ανάλογον είναι μέσον, τα δε δίκαιον είναι ανάλογον. Αυτήν δε την αναλογίαν οι μαθηματικοί την ονομάζουν γεωμετρικήν. Διότι εις την γεωμετρικήν αναλογίαν το όλον έχει τον αυτόν λόγον προς το όλον, ον λόγον έχει έκαστον από τα μέλη της προς το άλλο. Αυτή όμως η αναλογία δεν είναι συνεχής, διότι δεν ημπορεί να είναι ο ίδιος αριθμός του προσώπου και του πράγματος. Και λοιπόν δίκαιον μεν καθώς είπαμεν είναι αυτό το ανάλογον. Άδικον όμως είναι το δυσανάλογον. Διότι το μεν έν γίνεται περισσότερον, το δε άλλο ολιγώτερον, καθώς συμβαίνει εις τα έργα. Δηλαδή όστις μεν αδικεί λαμβάνει περισσότερον, όστις δε αδικείται λαμβάνει ολιγώτερον. Προκειμένου δε περί διανομής του κακού γίνεται το αντίστροφον. Διότι τον τόπον του αγαθού επέχει τόρα το ολιγώτερον κακόν απέναντι του μεγαλιτέρου κακού.

Δηλαδή το ολιγώτερον κακόν είναι περισσότερον προτιμητέον από το μεγαλίτερον, το δε προτιμητέον είναι αγαθόν, και πάλιν το περισσότερον προτιμητέον είναι μεγαλίτερον αγαθόν. Αυτό λοιπόν είναι το έν είδος του δικαίου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ'.

&Το επανορθωτικόν δίκαιον.& — Το δε άλλο δίκαιον είναι το επανορθωτικόν, το οποίον περιστρέφεται εις τας συναλλαγάς, και τας εκουσίας και τας ακουσίας. Αυτά δε το δίκαιον έχει διάφορον όψιν από το προηγούμενον. Διότι το μεν διανεμητικόν δίκαιον των κοινών γίνεται πάντοτε συμφώνως με την αναλογίαν που είπαμεν — Δηλαδή και όταν από τα κοινά χρήματα γίνεται η διανομή, θα συμβή με την αναλογίαν με την οποίαν έγιναν αι εισφοραί. Και πάλιν το άδικον, το οποίον αντιτίθεται εις αυτό το είδος του δικαίου, περιστρέφεται εις την δυσαναλογίαν. Το δε δίκαιον των συναλλαγών είναι μεν κάποιον ίσον, καθώς και το άδικον αυτών είναι άνισον, δεν είναι όμως σύμφωνον με την αναλογίαν εκείνην αλλά με την αριθμητικήν. Διότι δεν έχει καμμίαν διαφοράν αν ο ανώτερος εσφετερίσθη από τον μηδαμινόν, ή ο μηδαμινός από τον ανώτερον, ούτε αν ο μοιχός είναι ανώτερος ή μηδαμινός. Αλλά ο νόμος απέναντι της βλάβης προσέχει μόνον εις την φιλονικίαν των, και τους μεταχειρίζεται ως ίσους, και ερωτά μόνον αν ο είς αδικεί και ο άλλος αδικείται, και αν ο είς έβλαψε και ο άλλος εβλάφθη, ώστε το άδικον τούτο, επειδή είναι άνισον, προσπαθεί ο δικαστής να το εξισώση. Διότι, και όταν ο είς κτυπηθή και ο άλλος κτυπήση, ή μάλλον όταν ο είς φονεύση και ο άλλος φονευθή, είναι διηρημένα εις δύο άνισα μέρη το πάθημα και η πράξις. Εκείνος όμως προσπαθεί με την ποινήν να τα εξισώση και αφαιρεί από το κέρδος. Διότι το κέρδος ημπορεί γενικώς να εφαρμοσθή εις τα τοιαύτα, και αν δεν είναι συνηθισμένος όρος εις μερικά, λόγου χάριν εις εκείνον ο οποίος εκτύπησε, καθώς και η ζημία εις τον παθόντα. Προ πάντων όμως βεβαίως όταν μετρηθή το πάθημα, τότε αυτό μεν ονομάζεται ζημία, το δε άλλο κέρδος.

Ώστε από μεν το περισσότερον και ολιγώτερον το ίσον είναι μέσον. Το κέρδος όμως και η ζημία είναι αντιθέτως μεταξύ των περισσότερον ή ολιγώτερον δηλαδή το περισσότερον αγαθόν και το ολιγώτερον κακόν είναι κέρδος, ενώ αντιθέτως το ολιγώτερον αγαθόν και το περισσότερον κακόν είναι ζημία. Τούτων δε το μέσον είναι το ίσον, το οποίον ονομάζομεν δίκαιον. Επομένως το επανορθωτικόν δίκαιον είναι το μέσον της ζημίας και του κέρδους. Και διά τούτο, όταν το διαφιλονικούν, καταφεύγουν εις τον δικαστήν. Η δε καταφυγή εις τον δικαστήν σημαίνει καταφυγήν εις το δίκαιον. Διότι ο δικαστής είναι κυρίως έμψυχον δίκαιον. Και διά τούτο ζητούν δικαστήν μέσον, και τους ονομάζουν αυτούς μερικοί μεσοδίκους, διότι φρονούν, ότι, όταν επιτύχουν το μέσον, θα εύρουν το δίκαιόν των. Επομένως το δίκαιον είναι κάπως μέσον, αφ' ου τοιούτος είναι και ο δικαστής. Ο δε δικαστής επαναφέρει την εξίσωσιν, και, καθώς εις μίαν γραμμήν η οποία εκόπη εις άνισα μέρη, αφαιρεί από το μεγαλίτερον τμήμα το ποσόν κατά το οποίον αυτό είναι μεγαλίτερον από το ήμισυ, και το προσθέτει εις το μικρότερον.

Όταν δε το όλον χωρισθή εις δύο ίσα, τότε λέγουν ότι επήραν το ιδικόν των, εάν λάβουν το ίσον. Το δε ίσον είναι το μέσον του μεγαλιτέρου και μικροτέρου κατά την αριθμητικήν αναλογίαν. Και δι' αυτό ονομάζεται δίκαιον, διότι διχάζει, και είναι ως να το λέγωμεν δίχαιον, και τον δικαστήν διχαστήν. Διότι, όταν από δύο ίσα αφαιρεθή από το έν κάποιον ποσόν και τούτο προστεθή εις το άλλο, τότε το δεύτερον γίνεται περισσότερον από το πρώτον κατά το διπλάσιον του προστεθέντος. Διότι, εάν εγίνετο μόνον αφαίρεσις από το πρώτον, χωρίς όμως να προστεθή εις το δεύτερον, τότε τούτο το δεύτερον θα ήτο περισσότερον κατά το απλούν. Επομένως τόρα είναι περισσότερον μίαν μεν φοράν κατά την διαφοράν από το μέσον, και μίαν φοράν κατά το αφαιρεθέν από το πρώτον. Επομένως από αυτό θα εννοήσωμεν πόσον πρέπει να αφαιρέσωμεν από τον λαβόντα περισσότερον και να τα προσθέσωμεν εις τον έχοντα το ολιγώτερον. Δηλαδή το ποσόν, κατά το οποίον είναι ανώτερον το μέσον, πρέπει να τo προσθέσωμεν εις τον έχοντα το ολιγώτερον, και το ποσόν, κατά το οποίον είναι κατώτερον το μέσον, πρέπει να το αφαιρέσωμεν από τον μεγαλίτερον ποσόν {31}.

Ας υποθέσωμεν ίσας προς αλλήλας τας γραμμάς αα ββ γγ.

 α_______________α
 ε
 β_______________β
 ____γ_______________γ
 δ ζ

Από την αα αφαιρούμεν το αε και το προσθέτομεν εις την γγ, ως γδ, ώστε η όλη γραμμή δγγ να είναι μεγαλιτέρα από την εα κατά το γδ και γζ. Τότε έπεται ότι είναι μεγαλιτέρα από την ββ κατά το γδ.

Προήλθαν δε αυτά τα ονόματα, δηλαδή η ζημία και το κέρδος, από την εκουσίαν συναλλαγήν. Διότι το να έχη κανείς περισσότερα από ό,τι είχε εξ αρχής λέγεται κέρδος, ενώ το να έχη ολιγώτερα από ό,τι είχε εξ αρχής λέγεται ζημία• λόγου χάριν εις την αγοράν και εις την πώλησιν και εις όσα ο νόμος δίδει την άδειαν. Όταν όμως δεν έχουν ούτε περισσότερα ούτε ολιγώτερα, επήραν πίσω τα λεπτά των, και τότε λέγουν ότι έχουν τα ιδικά των και ούτε ζημιόνονται ούτε κερδίζουν. Ώστε το δίκαιον επί εκουσίων συναλλαγών είναι μέσον μεταξύ κάποιου κέρδους και κάποιας ζημίας, δηλαδή να έχη κανείς ίσα και προηγουμένως και κατόπιν.