WeRead Powered by ReaderPub
Η νέα γυναίκα: Δράμα εις πράξεις τέσσαρας cover

Η νέα γυναίκα: Δράμα εις πράξεις τέσσαρας

Chapter 5: ΠΡΑΞΙΣ Β'.
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

A four-act domestic drama follows a bourgeois household whose members negotiate love, arranged marriage, and social display across scenes set in Constantinople and Athens. A matriarch insists on a planned match while younger women advocate education, artistic work, and personal choice; a female painter and a son’s divided affections intensify conflicts between social convenience and emotional autonomy. Episodes move from dressing-room bustle to family confrontations and quieter exchanges that reveal hypocrisy, material ambition, and emerging feminist ideas. The play stages interpersonal clashes to explore shifting gender expectations and the tension between tradition and modern self-determination.

The Project Gutenberg eBook of Η νέα γυναίκα: Δράμα εις πράξεις τέσσαρας

This ebook is for the use of anyone anywhere in the United States and most other parts of the world at no cost and with almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included with this ebook or online at www.gutenberg.org. If you are not located in the United States, you will have to check the laws of the country where you are located before using this eBook.

Title: Η νέα γυναίκα: Δράμα εις πράξεις τέσσαρας

Author: Kalliroe Parren

Release date: May 31, 2009 [eBook #29015]
Most recently updated: November 3, 2009

Language: Greek

Credits: Produced by Sophia Canoni

*** START OF THE PROJECT GUTENBERG EBOOK Η ΝΈΑ ΓΥΝΑΊΚΑ: ΔΡΆΜΑ ΕΙΣ ΠΡΆΞΕΙΣ ΤΈΣΣΑΡΑΣ ***

Produced by Sophia Canoni

Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic. Words preceded by ‘ have been written in current form e.g. 'πάνω -> πάνω, 'ςτην -> στην. Otherwise the spelling of the book has not been changed.

Σημείωση: Ο τονισμός έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Λέξεις που αρχίζουν με απόστροφο έχουν γραφτεί στην σημερινή τους μορφή π.χ. 'πάνω -> πάνω, 'ςτην -> στην. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου.

ΚΑΛΛΙΡΡΟΗΣ ΠΑΡΡΕΝ

Η ΝΕΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ΔΡΑΜΑ ΕΙΣ ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΕΣΣΑΡΑΣ

Επαίχθη εις το Θέατρον του Συντάγματος τον Σεπτέμβριον του 1907.

ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΕΚ ΤΟΥ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΥ ΠΑΡ. ΛΕΩΝΗ 16 — Οδός Περικλέους—16 1908

Η ΝΕΑ ΓΥΝΑΙΚΑ

ΔΡΑΜΑ ΕΙΣ ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΕΣΣΑΡΕΣ

ΠΡΟΣΩΠΑ : Γιωργάκης Μεμιδώφ.
Κατίγκω Μεμιδώφ, σύζυγός του.
Κώστας Μεμιδώφ, υιός των.
Ολγίνα, Λέλα και Έμμα θυγατέρες των.
Μαρία Μύρτου, ζωγράφος και σύζυγος του Κώστα Μεμιδώφ.
Δώρα, εξαδέλφη και σύντροφός της.
Παύλος Μύρτος, υιός της.
Άννα, υπηρέτρια της Μαρίας Μύρτου.
Ειρήνη, υπηρέτρια της οικογενείας Μεμιδώφ.
Γιάννης, γκαρσόν ξενοδοχείου. Μία Ατσιγκάνα.

Η υπόθεσις του δράματος εις την Κωνσταντινούπολιν. Εις την τελευταίαν πράξιν εις Αθήνας.

ΠΡΑΞΙΣ Α'.

Η σκηνή παριστά boudoir κυρίας, επιπλωμένον με κάποιαν πολυτέλειαν. Η κ. Μεμιδώφ και αι τρεις θυγατέρες της εισέρχονται με φορέματα χορού, ενώ η υπηρέτρια ανάπτει τα φώτα. Η κ. Μεμιδώφ, γυναίκα ως σαράντα πέντε χρόνων, ενδυμένη ντεκολτέ, ρίπτεται εις μίαν πολυθρόναν ως πολύ κουρασμένη

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. Ουφ! Έσκασα. Ωραίος ο χορός, αλλά τον χειμώνα και όχι με τέτοια ζέστη. Και έπειτα νάρχεσαι και πεζή;

Έ μ μ α. Δυώ βήματα, μαμάκα μου, από δω ως της κ. Καλιλά. (βγάζει το επανωφόρι του χορού και την γάζα πού έχει εις το κεφάλι της και πλησιάζει τον καθρέπτη, εμπρός εις τον οποίον στέκονται η αδελφές της· σπρώχνει την Λέλα και πέρνει την θέσιν της). Στάσου δα να ιδώ και 'γώ τα χάλια μου. θεέ μου! μαλλιά. Και το φόρεμα μου! πάει όλη η φρεσκάδα του!

Ο λ γ ί ν α. Μπορούσες να χορέψης λιγώτερο, για να μη στραπατσαρισθής τόσο. Μ' εκείνο μάλιστα το Ρώσσο αξιωματικό, τον κόσμο χαλάσατε.

Έ μ μ α. Τι ωραίος! Και τι χορευτής! (Φεύγει από τον καθρέπτη, ενώ η αδελφές της πλησιάζουν πάλιν και βλέπονται). Με άρπαζε, με γύριζε και θαρούσα πώς τα πόδια μου δεν πατούσαν κάτω. Πετούσα, να (ανοίγει τα χέρια της ως πτερά). Μου φαίνονταν πώς μούδινε πτερά στα πόδια.

Λ έ λ α. (Κάθεται εις μίαν καρέκλα και πετά την μία της γόβα) Ουφ! είναι πολύ στενή. Εγώ βέβαια δεν πετούσα μ' αυτά τα παπούτσια. Αλλά συ, πού πετούσες;

Έ μ μ α. Εις τους ουρανούς.

Ο λ γ ί ν α. (Ξεκτενίζουσα τα μαλλιά της) Του φλερτ.

Κα Μ ε μ ι δ ώ μ. Ανοησίες, Ολγίνα, ανοησίες. Η Έμμα είναι παιδί ακόμη.

Έ μ μ α. Παιδί! Έχουν την μανίαν να νομίζουν πώς είμαι παιδί. Είκοσι χρόνων και κάτι. Καλά δα που τ' αποφασίσατε να με πάρετε και μένα απόψε σαυτό το χορό και να μου μακρύνετε λιγάκι τα φορέματά μου! (προς την Ολγίνα). Στάσου να σου κάμω το κτένισμα της Καίτης.

Ο λ γ ί ν α. Σ' επήραν, γιατί ήταν η εορτή της φίλης σου.

Λ έ λ α. Και ο χορός ήτον είδος bal d' enfants. Καϋμένη Έμμα! πόσον καιρόν θα περιμένης ακόμη για να αποφασισθή να βγης σωστά στον κόσμο. Θα είσαι το αιώνιο baby των πολιτικών σπιτιών, πού έχουν κορίτσια μεγαλήτερα.

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. Ανοησίες!

Λ έ λ α. Εμένα η θεία στην Πετρούπολι μ' έβγαλε στον κόσμο από δέκα έξ ετών.

Κα. Μ ε μ ι δ ώ φ. Και τώρα εκεί θα σε λογαριάζουν με της γεροντοκόρες. Ου! η Λέλα! θα λένε. Καλ' εγώ την θυμούμαι τώρα δέκα χρόνια στους χορούς, (μετρά εις τα δάκτυλα). Δέκα και είκοσι που θα ήταν, τριάντα σωστά». Να τι θα λένε η καλές γλώσσες.

Λ έ λ α. Εσύ, μητέρα, νομίζεις ότι και στην Πετρούπολι ο κόσμος ζη με της κουσκουσουριές της Πόλης. Ότι σκοτίζουνται και περνούν τον καιρό τους με το πόσων χρόνων είναι η μία και τι έκανε και είπεν η άλλη.

Ο λ γ ί ν α. Βέβαια, εκεί καταγίνονται με τα πολιτικά! Εκεί η γυναίκες γίνονται μηδενίστριες.

Λ έ λ α. Εκεί η γυναίκες είναι άνθρωποι ανεπτυγμένοι, ελεύθεροι.
Διαβάζουν, μελετούν, γράφουν, εργάζονται.

Έ μ μ α. Βέβαια, γι' αυτό μας περιπαίζεις όταν διαβάζωμεν.

Λ έ λ α. Μ' αυτά που διαβάζετε σεις όχι μόνο δεν αναπτύσσεσθε, παρά χαλάτε και τα μυαλά σας.

(Ακούεται από πάνω η φωνή του πατέρα). Κατίγκω! Κατίγκω!

Η κ Μ ε μ ι δ ώ φ (σηκόνεται και τρέχει)· Αμέσως. Γωργάκη μου!
Έφθασα, έφθασα!

Λ έ λ α. Θα είναι για να τον βοηθήση να γδυθή.

Έ μ μ α. Είναι ντροπή σου να κοροϊδεύης τον πατέρα.

Λ έ λ α. Καλέ τ' είν' αυτά. Εγώ πονώ, λυπούμαι, δεν κοροϊδεύω. Είναι ζωή, σε παρακαλώ, αυτή της μητέρας και όλων σας μέσα δω· (Ακούονται φωνές).

Ο λ γ ί ν α. (Αφίνει το κτένισμα και τρέχει εις την πόρτα). Σς.
Ακούω φωνές. Ω! δυστυχία τί έχει να γίνη! Εζήτησε τη μποτίλιά του.

Έ μ μ α. (πλησιάζει και αυτή στην πόρτα): (Ακούονται κτύποι σπαζομένου ποτηριού). Έσπασε και το ποτήρι. Καλά 'που δεν έσπασε τίποτε άλλο.

Λ έ λ α. Κανένα κεφάλι! Δεν θα ήταν βέβαια πρώτη του φορά!

Ο λ γ ί ν α. Σιωπάτε! Τα πράγματα ησυχάζουν. Του είπεν η μαμά πώς τη μποτίλια την έσπασε το γατάκι του.

Έ μ μ α. (Έρχεται μέσα). Καλά τα κατάφερεν η μητέρα

Λ έ λ α. Είναι φοβερόν. Η γάτα μας, μια γατίτσα τόση δα, να είναι υψηλοτέρα εις την αγάπην του πατέρα από την γυναίκα του

Ο λ γ ί ν α. Εσύ να κρίνης αιωνίως και να κατακρίνης. Ο πατέρας αγαπά την γάτα του, γιατί έτσι του αρέσει.

Σκηνή β'.

Η κ. Μ ε μ ι δ ώ φ. (Έρχεται) φτηνά την γλύτωσα. Ήταν για τη μποτίλια. Να ξέρετε τι είπα!

Ο λ γ ί ν α. Τ' ακούσαμεν, μητέρα, και θα πούμεν το ίδιο.

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. (βλέπει το ρολόι) Καλέ τέσσερες κι ο Κώστας δεν ήλθεν ακόμη. Ακούς εκεί να μη φανή στου Καλιλά για τα μάτια καν…

Ο λ γ ί ν α. Ύστερα μάλιστα από τόσους μήνας πού’ λειπε.

Έ μ μ α. Ξέρεις ότι όλο το καλοκαίρι έλειψε και η ζωγράφος, η νέα του συμπάθεια, η οποία άρχισε από τον Μάρτιο την εικόνα της γιαγιάς.

Ο λ γ ί ν α (προς την αδελφήν της). Κύτταξε τέλος πάντων, θα το τελείωσης αυτό το κτένισμα! Λοιπόν η νέα συμπάθεια του Κώστα, η μαεστρίνα, όπως την λέη η Mme Marie επέρασε το καλοκαίρι της εις το εσωτερικό της Ασίας, ζωγραφίζουσα παληές εκκλησίες.

Η Κ. Μ ε μ ι δ ώ φ (σηκώνεται). Πώς! Ποιός σου το είπε; Εις το εσωτερικό; Μα και ο Κώστας εκεί ήταν.

Λ έ λ α. Δεν αφήνετε τον κόσμο ήσυχο επί τέλους. Νά, πώς περνάτε τον καιρό σας! να κατασκοπεύετε όχι μόνο της Πολίτισσες, αλλά και της ξένες ακόμη.

Η κ. Μ ε μ ι δ ώ φ. Όχι δα! Το πράγμα είναι σπουδαίον! Αυτή η κοπέλλα άρεσεν εις τον Κώστα, έτρεχε πίσω της σαν τρελλός.

Λ έ λ α. (Ξαπλώνεται εις τον καναπέ). Με το δίκηό του. Είναι θαυμασία η Μαρία Μύρτου! γυναίκα υπέροχος, μεγάλη!

Η κ. Μ ε μ ι δ ώ φ. Λέγε τα αυτά εις τον αδελφούλη σου να του σηκώνης το μυαλό.

Έ μ μ α. Και τι την μέλει αυτήν για την συμφορά, που μας περιμένη, αν ο Κώστας είναι στα σωστά του ερωτευμένος!

Λ έ λ α (σηκόνεται) Θα ήταν η σωτηρία του ο έρως αυτός. Πρώτα, με μια τέτοια γυναίκα, έξυπνη, ανεπτυγμένη, δραστήρια, εργατική, θα άλλαζε και αυτός ζωή. Θα ησθάνετο την ανάγκην να εργασθή, να γίνη κάτι καλλίτερο από ένας νταντής! Έπειτα θα εσώζετο και από το απαίσιον συνοικέσιον, που του ετοιμάζετε.

Η κ. Μ ε μ ι δ ώ φ. Για να σου πω, Λέλα. Το παράκαμες. Ή μήπως επειδή σε αφίνω να λες όλες της κουταμάρες που σούρχονται στο κεφάλι και όλες της ανοησίες, που ακούεις εκεί πάνω εις τα σχολεία σας, νομίζεις πως είσαι και εις κατάστασιν να κρίνης καλλίτερα από μένα.

Λ έ λ α. Μα μητέρα!…

Η κ. Μ ε μ ι δ ώ φ. Τι Μητέρα! Εγώ ξέρω τι πρέπει να γίνη και τι όχι. Και θα γείνη ό,τι θέλω εγώ! (σηκώνεται με θυμόν). Ο γάμος της Πετρώφ με τον Κώστα πρέπει να γείνη, ο κόσμος να χαλάση.

Λ έ λ α. Μα αν ο Κώστας δεν την θέλη.

Η κ. Μ ε μ ι δ ώ φ. Την θέλω εγώ· και αυτό αρκεί. Όχι ερωτευμένος, αλλά και πανδρεμένος να ήταν, θα τον ξεπάντρευα. Ο γάμος του με την Πετρώφ θα γίνη. Πρέπει, πρέπει, πρέπει.

Λ έ λ α. Και αν είναι ερωτευμένος με την άλλην.

Η κ. Μ ε μ ι δ ώ φ. Θα ξεερωτευθή.

Ο λ γ ί ν α. Ου! ξεερωτεύεται τόσο εύκολα. Έως τώρα έχει ερωτευθή με όλες μου της φιλενάδες και ξεερωτεύθηκεν. Για θυμηθήτε την Ελένη. Θα σκοτόνουνταν, θάφευγε, θα σκότωνε τον αρρωβωνιαστικό της.

Έ μ μ α. Και τώρα εξακολουθεί να την αγαπά. Προχθές, όταν την αντίκρυσε κάτω, έγινε κίτρινος σαν το πανί. Αυτήν την αγαπά ακόμη, σας το βεβαιόνω εγώ.

Λ έ λ α. Γιατί, λοιπόν δεν τον αφήσατε να την πάρη αφού την αγαπούσε τόσο; Η Ελένη είναι νέα, έμορφη, γεμάτη ζωή, ανοιχτόκαρδη. Έχει και χρήματα.

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. Τώρα μόλις της ήλθεν η κληρονομιά αυτή. Έπειτα είναι και ζωηρούτσικη. Με παρελθόν… Αλλ' ας είναι! Ποτέ μου δεν επερίμενα πώς ο θείος της θάφινεν όλη του την περιουσία εις αυτήν.

Έ μ μ α. Αν δεν είχεν αρραβωνιασθή τουλάχιστον.

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. Ω! Αυτό δεν σημαίνει.

Λ έ λ α. Πώς! δεν σημαίνει; Δεν σκέπτεσθε, υποθέτω, να διαλύσετε τους αρραβώνας της με τον άλλον και…τώρα που έγεινε κληρονόμος.

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. Απ' εκείνα που κατάλαβα θα τους διαλύση μόνη της.
Αυτόν τον έπερνε μόνον για τα χρήματα του. Και να σου πω, αν ο
Κώστας επιμένη να μη θέλη την Πετρώφ, ας πάρη την Ελένη.

Λ έ λ α. Αν την αγαπά ακόμη και αν ο έρως του προς την άλλην.

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. Ο έρως του προς την άλλην θα είναι καπρίτζιο. Δεν μπορεί να είναι παρά καπρίτζιο. Είναι αδύνατον ο Κώστας να αγαπήση στα σωστά του γυναίκα του είδους αυτού.

Έ μ μ α. Καλέ μην ανησυχήτε και δεν έχει αυτή καιρόν να καλλιεργή τέτοιες αισθηματικότητες. Αυτή τρέχει από παλάτι σε παλάτι και από χαρέμι σε χαρέμι. Δουλεύει ακούραστα.

Έ μ μ α. Αυτή δεν παντρεύεται. Είναι εναντίον του γάμου και υπέρ της ελευθερίας της γυναικός. Είναι χειραφετημένη, (γελά ειρωνικώς.)

Λ έ λ α. Ανοησίες! Χειραφετημένη! Γιατί εργάζεται. Γιατί αντιμετωπίζει τη ζωή μόνη της. Γιατί είναι δημιούργημα του εγώ της. Γιατί είναι άνθρωπος και όχι κούκλα. Στη Ρωσσία όλες η γυναίκες που έχουν κάμει σπουδάς, που έχουν κάποιαν ανάπτυξιν είναι έτσι. Αφήνω πειά της Αμερικανίδες.

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. Μα ο Κώστας δεν είναι ούτε νεοσσός, ούτε Αμερικανός. Έπειτα τέτοιου είδους γυναίκες δεν αγαπούν εύκολα, θαρρώ μάλιστα πως αν δεν έχουν και καρδιά.

Λ έ λ α. (σηκόνεται και πηγαίνει αντίκρυ εις την μητέρα της) Έχουν δηλαδή αλλοιώτικη καρδιά. Μεγάλη για κάθε μεγάλο αίσθημα και έτοιμη να θυσιασθή για κάθε ωραίον ιδανικό.

(Ακούεται κρότος αμάξης)

Σκηνή γ'.

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ (πετιέται και τρέχει προς το παράθυρον) Σς. Άμαξα εσταμάτησε (στην πόρτα), Θα είναι ο Κώστας. (Ακούονται έξω βήματα. Η Λέλα τρέχει εις υποδοχήν του αδελφού της).

Λ έ λ α. Καλώς το κακό παιδί. Ου! θα σε μαλώσουν! (του κάνει μίαν υπόκλισιν) Σου αρέσει η τουαλέττα μου;

Ο λ γ ί ν α. Ωραία μας τα κατάφερες. Και η καϋμένη η Κατίνα που σε περίμενε για να τραγουδήση..

Λ έ λ α. Τότε καλά έκαμες που δεν ήλθες.

Κ ώ στ ας (προχωρεί προς την μητέρα του: φορεί μαύρα ρούχα και ένα τριαντάφυλλο στη μπουτονιέρα του). Δεν θα διασκέδασες καλά μητέρα; Σε βλέπω θυμωμένη.

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ (στενάζουσα). Και δεν έχω δίκηο; Ακούς εκεί να υποσχεθής πως θάρθης και να μας γελάσης. Άσκημα παιδί μου, άσκημα καμώματα! Και ο πατέρας σου έγινε πάλι έξω φρενών.

Λ έ λ α. Μα ο πατέρας είναι πάντα έξω φρενών.

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. Σς! μη σας ακούση για το Θεό! (βγαίνει από την πόρτα για να ιδή αν ο πατέρας εκοιμήθη. Επιστρέφει) Μάλιστα! έξω φρενών! Και αυτή τη φορά με το δίκηο του.

Κ ώ σ τ α ς. Μα μητέρα, ήτον αδύνατον νάρθω. Ήμουν καλεσμένος εις ένα γάμο. Και νόμιζα ότι θα ετελειώναμεν πειό νωρίς.

(Η αδελφές του τρέχουν και τον τριγυρίζουν. Όλες μαζή). Πες τα μας.
Σε ποιο γάμο; γνωστόν μας;

Η Λ έ λ α (τον πλησιάζει, θέτει το χέρι της εις τον ώμον του και αμέσως το αποσύρει). Καλέ είσαι βρεγμένος!

Κ ώ σ τ ας. Ναι, έβρεξε στη μία

Κα Μ ε μ ιδώ φ. (πετιέται ανήσυχος, τον εγγίζει) Είσαι μούσκεμα, παιδί μου!

Κ ώ σ τ α ς. Μην ανησυχής μητέρα, δεν είναι φόβος να κρυώσω, μ' αυτή τη ζέστη.

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. Μα να λεκιάσης το φράκο σου, ναι! Βγάλτο να σου το σκουπίσω. Αν τ' αφίσης, θα γίνη ως το πρωί όλο λεκέδες. (Ιδιαιτέρως) ίσως μπορέσω να μάθω που ήτο.

Ο λ γ ί ν α. Λοιπόν ο γάμος; δεν μας είπες;

Γ ι ω ρ γ ά κ η ς (Ακούεται η Φωνή του Γιωργάκη). Μα δεν μου λέτε θα ξενυκτίσετε αυτού μέσα, δεν θα κοιμηθήτε απόψε; Ετρελλαθήκατε;

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. (σιγά) Κάτω ήταν ακόμη. Άρα γε μας άκουσε! (δυνατώτερα). Αμέσως, Γιωργάκη μου, (προς τα κορίτσια). Γλήγωρα. Φθάνει η φλυαρία. Αύριο δεν θάχετε σηκωμό.

(Τα κορίτσια σηκόνονται, μαζεύουν τα πράγματα των και ενώ βγαίνουν η
Ολγίνα λέγει).

Ο λ γ ί ν α. Ουφ! Τι τον μέλει πάλι πότε θα κοιμηθούμε. Μας τυραννεί αυτός ο πατέρας. Άμα πήγαμε στο χορό μόλις άρχισε η διασκέδασις, έτρεχε πίσω μας, πότε στη μαμά και πότε σ' εμάς, (μιμείται το ύφος του πατέρα της). Αι! φτάνει σας. Πάμε! Είναι αργά, μη χορεύετε τόσο, (βγαίνει).

Λ έ λ α. Ήταν για να μη χάνη τη συνήθεια της γρύνιας.

Έ μ μ α. Φρίκη! Αυτός ο πατέρας. (Ενώ φεύγουν) δεν θα ήταν ποτέ του νέος.

Σκηνή δ'.

Κα Μεμιδώφ και Κώστας.

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. Βγάλτο λοιπόν! Θα σε πειράξη η υγρασία.

Κ ώ σ τ α ς. (βγάζει το φράκον και της το δίδει. Ενώ εκείνη το ξαπλόνει εις τον καναπέ ο Κώστας βάζει μια ζακέτα πού πέρνει από μέσα και της λέγει). Κάμε γλήγωρα. Θαρχίση πάλι να φωνάζη.

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. Τίποτα, ανέβηκε, Κώστα, στην κάμαρά του. Μετά πέντε λεπτά θα ρουχαλίζη. (Στεγνόνει το φράκο με το μαντύλι της). Ταταουλιανός θα ήταν ο γάμος αυτός! Και οι καλεσμένοι θα γύρισαν πεζοί και γι' αυτό έγινες σε τέτοιο χάλι.

Ο Κ ώ σ τ α ς (κάθεται και ανάπτει ένα τσιγάρο). Τι σε μέλλει, μαμά, τώρα.

Κα Μ ε μ ί δ ώ φ. Τι με μέλει; Να μην έλθης εις του Καλιλά, που ήταν και η κ. Πετρώφ, για να τρέχης σε πρόστυχους γάμους, ποιός ξέρει πού;

Κ ώ σ τ α ς (ειρωνικώς) Μην ανησυχής! Η αρχοντιά μας δεν ήλθεν εις καμμίαν συνάφειαν με τον όχλον!. Τα οικόσημα μένουν απείραχτα.

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. Άφησε της ειρωνείες, Κώστα, παιδί μου. Και μη σου κακοφαίνεται, αν δεν θέλω νάχης συναναστροφές με ανθρώπους πρόστυχους. Ξέρεις ότι ο κόσμος μιλεί πάλι για τις νέες γνωριμίες σου, για τους έρωτας σου! Και ο πατέρας σου είναι έξω φρενών.

Κ ώ σ τ α ς. Ο κόσμος μιλεί για τους έρωτάς μου και ο πατέρας είναι έξω φρενών. Σ' ερωτώ να μου πης πότε ο κόσμος δεν μιλεί για της ξένες υποθέσεις και πότε ο πατέρας δεν είναι έξω φρενών. Και όταν εσύχναζα εις της κ. Δέδερη, ο κόσμος δεν μιλούσε; Και ο πατέρας έστριβε τα μουστάκια του και έλεγε : Η κ. Δέδερη είναι κόμματος. Μπράβο του του Κώστα! Ή τώρα από την μια μέρα ως την άλλην, εγείνατε όλοι σας ενάρετοι.

Κα Με μ ι δ ώ φ. Μα η κ. Δέδερη, παιδί μου ήταν ακίνδυνη. Γυναίκα παντρεμένη, του κύκλου μας, γνωστή για την ζωηρότητά της.

Κ ώ σ τ α ς. Α! βέβαια! Εκεί ακολουθούσα τας αρχάς σας. Φλερτ, γλέντι, σκανδαλάκια. Έκαμνα ερωτικά γυμνάσματα. Εσυνείθιζα την καρδιά μου εις τα ψεύματα, την εθωράκιζα κατά της αγάπης. Εκεί τα σχέδια σας των πλούσιων γάμων, δεν εκινδύνευαν. Εκεί ήμουν άνδρας, όπως έλεγες, και οι άνδρες μπορούν να κάνουν ό,τι θέλουν.

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. (Τον πλησιάζει) Μα παιδί μου, μ' αγόρι μου. Δεν ξέρεις ότι τα χρήματα σήμερα είναι το παν. Δεν συλλογίζεσαι, πως πνιγόμεθα εις τα χρέη, πως έχεις τρεις αδελφές, πως η Ολγίνα είναι πειά μεγαλοκοπέλα· πως αν δεν γίνη ο γάμος σου με την πριγκηπέσσα, δεν θα γίνη και ο δικός της με τον Θέμο. Πού θάβρη ο πατέρας σου της τέσσερες χιλ. λίρες, που του υποσχέθηκε.

Κώστας (σηκόνεται αγανακτισμένος, στέκεται αντίκρυ εις την μητέρα του και της λέγει). Λοιπόν μπορείς να διαλύσης τους αρραβώνας της κόρης σου, από τώρα, γιατί εγώ δεν θα γείνω σύζυγος της πριγκηπέσσας σας· ποτέ, μα ποτέ, εκατάλαβες;

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. Μα όλοι μας θ' ανακουφισθούμεν, Κώστα, παιδί μου, με τον γάμον αυτόν. Θα ξεχρεώσωμεν το σπίτι μας της Χάλκης, θα μπορέσης να βάλης κεφάλαια εις την δουλειά των νερών του πατέρα σου. Ξέρεις δα, δουλειά χρυσή!

Κ ώ σ τ α ς (περιπατών επάνω κάτω, ενώ η μητέρα του μιλεί). Ουφ! ζέστη, κουφόβρασι! (Ανοίγει το παράθυρο). Τέτοια ζέστη και να σου μιλούν για συνοικέσιο με την κ. Πετρώφ. Είναι να τρελλαίνεται κανείς.

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. Και όμως βλέπεις πώς την περιποιούνται όλοι και πώς την συνερίζονται εις τα γεύματα και εις τα τσάια. Είχα και την πριγκήπισσα! Ήταν και η πριγκήπισσα! Άσχημη, που δεν είναι δα και τόσο, όμως αιωνίως την έχει τριγύρυσμένη όλος ο καλός μας κόσμος, όλη η αριστοκρατία του Σταυροδρομιού.

Κ ώ σ τ α ς. Και βέβαια πώς να μη την τριγυρίζουν. Ανήκει εις όλες της κλίκες.

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. Μα παιδί μου!

Κ ώ σ τ α ς. Παιδί μου και ξεπαιδί μου δεν έχει. Κλίκα χαρτοπαικτών. Η πριγκήπισσα είναι η ψυχή. Παίζει όλη τη νύχτα. Και καπνίζει σαν φουγάρο σιδηροδρόμου ωραία πούρα της Αβάνας…

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. Το είδες το χρυσό κουτί, των πούρων το στολισμένο με ρουμπίνια και μαργαριτάρια Είναι θαύμα τέχνης και πλούτου.

Κ ώ σ τ α ς. Και δώρον του τελευταίου μεγάλου δουκός, του οποίου η πριγκήπισσα υπήρξεν ερωμένη! Τι noblesse! μητέρα μου. Και πώς θα ξαναχρυσώσουμε και μείς με τον γάμον αυτόν τα μηδικά σήματά μας. Αι!

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. Να σου 'πω, Κώστα, είσαι ανυπόφορος. Να μας βρίζουν οι εχθροί μας, τι να γείνη! αλλά και συ να λες ό,τι λένε εκείνοι και να εξευτελίζης το μόνο πράγμα που μας έμεινε, την αρχοντιά του σπιτιού μας.

Κ ώ σ τ α ς. Σε βεβαιώ, μητερούλα μου, πως έμαθα κι γω μόλις προχθές, την κατιούσαν εξέλιξιν του γενεαλογικού μας δένδρου. Είναι μία φιλαδούλα τόση δα, που μου την έστειλεν η κ. Δέδερη για να μου αποδείξη ότι είμαι πρόστυχος, και γι' αυτό εγκαταλείπω τας ευγενείς κυρίας και προτιμώ της προστυχούλες. Νομίζω πώς το επιγράφει: «Όμοιος τον όμοιο». Θέλεις να σου το αποστηθίσω; Ξέρεις τώμαθα απ' έξω : Προπάππος μου, ο παπούς του πατέρα. Μηδάς, δηλαδή πουλούσε μήδια εις το Σταυροδρόμι. Παππούς μου, πατέρας του πατέρα, προμηθευτής en gros μηδιών, θαλασσινών και ψαριών εις το παλάτι. Ευνοούμενος του γενικού επιμελητού του Σουλτάνου, οπόταν και το όνομά του πέρνει ένα me εις την αρχήν αντί του de, φαίνεται, αλλάζει την κατάληξιν επί το Ρωσσικώτερον και γίνεται Μεμιδώφ. Γεώργιος Μεμιδώφ ο πατέρας, ιδιοκτήτης κτημάτων, κληρονόμος μεγάλης περιουσίας, τραπεζίτης, αλλά και σπάταλος και ακατάστατος τόσον, ώστε σήμερα να ευρίσκεται εις την ανάγκην να χρυσώση της ωραίες αυτές φίρμες της υψηλής καταγωγής του με το πρηγκιπικό χρυσάφι της κ. Πετρώφ.

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ (περιπατεί έξω φρενών και προσπαθεί να τον διακόψη, χωρίς να το κατορθόνη. Επί τέλους βάζει τα χέρια της επάνω εις το τραπέζι και σκύβει επάνω του το κεφάλι της). Επί τέλους αυτά είναι ντροπή σου να τα επαναλαμβάνης! Είναι ντροπή σου, ακούς.

(Πέρνει το φράκο του και το απλόνει σε μια πολυθρόνα.)

Κ ώ σ τ α ς (βγάζει το γελέκι του και το πετά επάνω εις την καρέκλα)
Πώς ντροπή! αυτή είναι η αλήθεια.

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. (Ενώ πέρνει και το γελέκι και το διπλώνη). Σιώπησε. Πήγαινε. Με σύγχισες πάλι. Και είναι αργά. (Πέρνει το ρολόι από την τσέπη του ρολογιού και βλέπει την ώρα και διευθύνεται έπειτα να το αφήση εις το τραπέζι. Εκεί παρατηρεί ένα δακτυλίδι, κρεμασμένο εις την αλυσσίδα σαν μπρελόκ. (Ανήσυχος) Τι είναι, τούτο;

(Ο Κώστας τρέχει να της το πάρη, αλλ' εκείνη το σφίγγει εις το χέρι της.

Κ ώ σ τ α ς. Έστω! δες το, μάθε το, αφού έτσι θέλεις.

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. (Πλησιάζει προς το φως, εξετάζει το δακτυλίδι και διαβάζει με φωνήν που τρέμει). «Μαρία Μύρτου 8 Ιουλίου 1987.

(Πέφτει μάλλον παρά κάθεται εις τον καναπέ. Άφωνος με αγωνίαν εις το πρόσωπον και τας κινήσεις δείχνει το δακτυλίδι εις τον υιόν της και ερωτά) Τι είναι αυτό;

Κ ώ σ τ α ς (στενοχωρημένος και με φωνήν πού μόλις ακούεται) Το δακτυλίδι του γάμου μου. Ο αρραβών της γυναίκας μου!

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. ( Ως τρελλή) της γυναίκας σου! Τι είπες! της γυναίκας σου! σου! Παντρεύθηκες λοιπόν. (ανασηκόνεται, πιάνει το κεφάλι της με τα δύω της χέρια, τριγυρίζει εις την σκηνήν.) Μα αυτό δεν είναι δυνατόν! Δεν μπορεί να είναι! Πε μου λοιπόν ότι είναι ψέματα, θεέ μου! θα τρελλαθώ

Κ ώ σ τ α ς. Μητέρα μου! σε παρακαλώ, μην κάνεις έτσι.

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. Εσύ, παιδί μου. Εσύ η ελπίδα μου. Εσύ να παντρευθής με μια γυναίκα που δουλεύει για να ζήση. Και σ' άρπαξε, σ' εξελόγιασε, σε τύφλωσε. Σ' έκαμε να μη σκεφθής, να μη συλλογισθής τίποτε. Ούτε τη μάνα, σου ακόμη. Ω παιδί μου! Κώστα μου! Τι συμφορά!

Κ ώ σ τ α ς. Όχι συμφορά, μητέρα. Η Μαρία είναι καλή, έξυπνη, ανεπτυγμένη, τελεία γυναίκα. Είναι η μόνη που μπορεί να με βοηθήση εις την ζωή, να με σώση από της κακές μου συνήθειες, να με κάμη άνθρωπο. Όταν την γνωρίσης καλλίτερα, θα την αγαπήσης και συ. Δεν μοιάζει καθόλου με της άλλες γυναίκες.

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ (πειραγμένη) Βέβαια· η άλλες δεν είναι πολύξερες και κοσμογυρισμένες σαν κι' αυτήν. Δεν ξέρουν ν' αρπάζουν, να μαγεύουν τους άνδρες.

Κ ώ σ τ α ς (σηκόνεται δυσαρεστημένος) Μητέρα, μην ξεχνάς ότι την αγαπώ, ότι είναι γυναίκα μου!

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. Μα είναι τρομερόν να την συγκρίνης μ' εμάς. Να την βρίσκης μάλιστα και καλλίτερη. Αυτήν την κλέφτρα της ευτυχίας μας.

Κ ώ σ τ α ς (ωργισμένος και σχεδόν απειλητικός). Φθάνει! Ούτε λέξιν πλέον. Ακούς, μητέρα. Δεν επιτρέπω. Είμαι άντρας και έκαμα ό,τι ήθελα.

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. Κι' επρόκοψες. Άντρας! Ακούς εκεί.

Κ ώ σ τ α ς. Για όσα έκανα ως τώρα, εύρισκες ότι ήμουν άντρας κι' οι άντρες κάνουν ό,τι θέλουν. Αυτή δεν είναι η αρχή σου;

Και δεν μ' ενανάριζες μωρό και μ' εμεγάλωσες νέο με το τραγούδι αυτό.

Πόσες φορές μου είπες : Γλέντιζε, παιδί μου, είσαι άνδρας! Μόνο πρόσεξε να μη μπερδευθής πουθενά.

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ ησυχώτερα. Ό,τι σου λεγα, στώλεγα για το καλό σου. Κάθε μάνα το καλό του παιδιού της θέλει. Κι' αν μ' άκουες ως το τέλος, δεν θάκανες τέτοια τρέλλα.

Κ ώ σ τ α ς. Αλλά θάπερνα την πρηγκιπέσσα σου με τα πολλά χρήματα.

Κα. Μ ε μ ι δ ώ φ. Σήμερα τα χρήματα κάνουν τον άνθρωπο. Εσύ βέβαια δεν θ' αλλάξης τον κόσμο.

Κ ώ σ τ α ς. Εγώ! Και εις τι είμαι άξιος εγώ, όπως με αναθρέψατε. Μήπως έχω δύναμι! χαρακτήρα! Δεν βλέπεις που επροτίμησα να παντρευφτώ σαν κλέφτης, να πω εις την γυναίκα μου ψέματα, ότι ηθέλατε το γάμο μας, παρά να αψηφήσω τη γνώμη του κόσμου και τη δική σου και του πατέρα μου, πού θέλατε να μου φορτώσετε της ατιμίες δύω γενεών, δεμένες μέσα σένα χρυσό πουγκί και χρυσωμένες με εκατομμύρια!

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ (ενώ ο υιός της μιλεί, κλαίει. Επί τέλους οι λυγμοί της αυξάνουν}. Σώπα, σώπα. Όσο συλλογίζωμαι τι έκανες και τι θα γίνωμε τώρα, μουρχεται τρέλλα. (Πετιέται αίφνης και κρατή το στήθος της). Θεέ μου! Δεν μπορώ. Πνίγομαι, πεθαίνω! (πίπτει σαν λιποθυμημένη)

Κ ώ σ τ ας (τρομαγμένος) Θεέ μου! μητέρα μου! Ησύχασε. Πάω να σου φέρω νερό. Να φωνάξω κανένα! (τρέχει έξω).

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ (σηκόνεται έξαφνα). Όχι! δεν θα της περάση.
Δυστυχία της! Τι την περιμένει!

(Αυλαία)

ΠΡΑΞΙΣ Β'.

Εργαστήριον καλλιτέχνιδος, επιπλωμένον με πολλήν ιδιορρυθμίαν, αλλά και αταξίαν. Εις της εταζέρες και τα τραπέζια αγαλμάτια, προπλάσματα γύψινα, εικόνες. Εικόνες τοποθετημένες και επάνω εις τα έπιπλα και κάτω εις τους τοίχους και παντού. Εις το μέσον ένας εικονοστάτης με μίαν εικόνα αρχισμένην επάνω. Έρχεται ο Κώστας με ενδύματα εξοχής και μαλακό καπέλλο.

Σκηνή α'.

Κ ώ σ τ α ς, (βλέπει δεξιά και αριστερά). Πώς δεν είναι εδώ! Μαρία! Μαρία! (τριγυρίζει εις το δωμάτιον). Δεν με επερίμενε, φαίνεται, τόσο νωρίς. Θα εργάζεται αντίκρυ. (Πλησιάζει εις το τραπέζι): Α! ένα γράμμα, (το εξετάζει) Γράφει Στην φίλην της. Ας δούμε τα μυστικά της. (Ξαπλώνεται εις τον σοφά, ξεδιπλώνει το γράμμα και διαβάζει). «Αγαπητή. Παραπονείσαι γιατί δεν σου έγραψα τόσους μήνες τώρα! Και έχεις δίκηο! Αλλ' άκουσε. Απουσίαζα εις το εσωτερικόν της Ανατολής, μέσα εις ένα κάλλος φύσεως αφάνταστον. Έμεινα εκεί τόσον καιρό! Εκεί συνήντησα, χωρίς διόλου να το περιμένω, και την ευτυχίαν, το δυσεύρετον αυτό πουλί, ενσαρκωμένην εις ένα νέον και ωραίον άνδρα, ο οποίος έγεινε σύζυγός μου. (μόνος του) Τι κολακευτική κρίσις (διαβάζει μουρμουρίζοντας)… Ο έρως μας εχρονολογείτο από πέρυσι. Και επειδή είχεν αρχίσει να με φοβίζη, έφυγα από την Πόλη. (Κώστας μονολογών). Αυτή η φυγή τάφερεν όλα. (Διαβάζει σιγανά. Διακόπτεται και λέγει δυνατά) Ωραία! Γιατί τα γράφει τόσο έμμορφα. (Εξακολουθεί, να διαβάζη σιγά. Έπειτα δυνατότερα) Διότι η ελευθερία, η αγάπη και η αλήθεια είναι τα θεμέλια της ευτυχίας. Και τι γερά θεμέλια, αγαπητή μου. (Εκείνος αφίνει το γράμμα, σηκόνεται και περιπατών λέγει ) Ναι! γερά. Ενόσω ζούσαμεν εκεί κάτω, άγνωστοι μέσα εις αγνώστους. Αλλά τώρα. Τι κόλασις! Να πρέπη να λέω ψέματα και εκεί και εδώ. Να έχω τη μητέρα τρεις ημέρες άρρωστη, γιατί έμαθε τον γάμο μου. Και εδώ να λέω ότι η μητέρα είναι ενθουσιασμένη. (Περιπατεί στενοχωρημένος). Η ελευθερία και η αγάπη! Ολα αυτά λόγια. Εγώ τώρα τη ζωή μου τη βλέπω σκλαβωμένη Η αληθινή ευτυχία ήταν της παληάς μου ζωής. (Στέκεται σκεπτικός) Εγώ αισθάνομαι ότι δεν είμαι γεννημένος, ούτε για μεγάλες αλήθειες, ούτε για μεγάλα ιδανικά! Για μεγάλα γλέντια, μάλιστα! Για πάθη, για τρέλλες, (περιπατεί σκεπτικός). Θαρρώ πώς η μητέρα έχει δίκηο. Ο γάμος αυτός ήταν μια ανοησία, (στέκεται στενοχωρημένος). Να είμαι τρελλός για την Ελένη, τη μόνη γυναίκα που αληθινά αγάπησα, τη γυναίκα που ήταν, πούβλεπε, που αισθάνουνταν τη ζωή, όπως εγώ και να παντρευθώ με τη Μαρία. Αδυναμία χαρακτήρος! Γιατί όπως πολύ καλά λέει η μητέρα, επήρα το θαυμασμό μου στη Μαρία για έρωτα. Η υπερηφάνειά της, η αντίστασίς της, ναι, η αντίστασίς της μέκαμαν να πάρω τη μεγάλη αυτή απόφασι.

Σκηνή β'.

Μ α ρ ί α (έρχεται) Φορεί ένα άσπρο φόρεμα, ένα μεγάλο ψάθινο καπέλλο και έχει ένα δέμα άσπρα τριαντάφυλλα στο στήθος της). Α! Είσ' εδώ; Καλημέρα, παιδί μου! (τον φιλεί, έπειτα ενώ μιλεί, βγάζει το καπέλλο της) Νόμιζα ότι θ' αργούσες ως εχθές και πήγα και εργάσθηκα εις την εικόνα της Κιρκασίας. (Κάθεται κοντά του). Αλλά τι έχεις αγάπη μου; Μου φαίνεσαι σα στενοχωρημένος (βγάζει ένα τριαντάφυλλο και του το περνά στη μπουτονιέρα, λέγουσα :) Τι έχεις αγάπη μου;

Κ ώ σ τ α ς (δύσθυμος). Δεν έχω τίποτα. Λοιπόν η Κιρκασία σου προχωρεί;

Μ α ρ ί α. Ναι! (στενάζει) Προχωρεί. Αν και μετανόησα σήμερα που πήγα. Είμαι όλη ταραγμένη! Ανήσυχη.

Κ ώ σ τ α ς. Γιατί;

Μ α ρ ί α Μου είπε κάτι πράγματα. Εντελώς πρωτοφανή. Ποτέ δεν επερίμενα από μια Τούρκισσα, από μια γυναίκα κλεισμένη στο χαρέμι τόση φιλοσοφία, τόση ψυχολογική ανάλυσι.

Κ ώ σ τ α ς. Μα τώρα η Τούρκισες αναπτύσσονται, διαβάζουν. Έχουν μάλιστα νομίζω και γυναίκας συγγραφείς.

Μ α ρ ί α.(Σηκόνεται βάζει τη ποδιά της πέρνει μια μεγάλη φωτογραφία και αρχίζει να ζωγραφίζη, λέγουσα) Πρέπει να εργασθώ, γιατί η τσιγγάνα μου μπορεί να φύγη από στιγμή σε στιγμή.

Κ ώ σ τ α ς (ξαπλωμένος καπνίζει). Λοιπόν τι σου είπεν η ωραία
Κιρκασία;

Μ α ρ ί α. Παράξενα πράγματα. Ότι είναι ευχαριστημένη με τη ζωή της. Ότι αυτές ζουν κλεισμένες εις το κλουβί, μα τρέφονται σαν τα πουλάκια με ζάχαρι και με τραγούδια, ενώ ημείς που κάνομεν φωλειές στον ανοικτόν αέρα, έρχονται άλλα πουλιά και μας της ρημάζουν. Δεν ξέρεις τι εντύπωσι μου έκαμαν τα λόγια της!

Κ ώ σ τ α ς. Ανοησίες. Η χανούμη σου θα τα διάβασε κάπου, εις κανένα βιβλίο γραμμένο επίτηδες για τα δυστυχισμένα αυτά πλάσματα των χαρεμιών

Μ α ρ ί α. Μήπως και για τη ζωή των αυτήν του χαρεμιού δεν μου είπε λόγια σοφά!

Κ ώ σ τ α ς. Πώς! σου έκαμε το εγκώμιον της πολυγαμίας; Μήπως την εζήλευσες, Μαρία; Αί! (γελά) Λέγε λοιπόν.

Μ α ρ ί α (Αφίνει την εργασία της, έρχεται και κάθεται αντικρύ του)
Θέλεις να σου πω τα λόγια της, ακριβώς, ως μου τα είπεν…

Κ ώ σ τ α ς (ανασηκόνεται) Ακούς αν θέλω; Πεθαίνω από περιέργειαν να ακούσω την απολογίαν του ωραίου θεσμού των πολλών συζύγων.

Μ α ρ ί α. Αφού ο νόμος τους και η θρησκεία τους προστάζει, είπεν, οι άνδρες τους κάνουν το θέλημα του θεού. Ενώ σε μας που είναι εμποδισμένο, οι άνδρες μας έχουν φιλενάδες κρυφές, που αγαπούν πειό πολύ από της γυναίκες τους. Έπειτα, για να με πείση περισσότερο, είπε: με το δικό μας νόμο όλα τα κορίτσια παντρεύονται. Όλες ζουν σύμφωνα με τη φύσι, όλες έχουν το δικό τους, την προίκα που τους δίδει ο άντρας, όλες έχουν παιδιά, έχουν κάποιον ν' αγαπούν…

Κ ώ σ τ α ς. Να σου πω, Μαρία, σαυτό συμφωνώ και εγώ. Η Τούρκισσά σου έχει πληρέστατα δίκηο. Βεβαίως Τούρκοι και Τούρκισσες είναι ποιό ευτυχισμένοι από μας. Φαντάζεσαι τι ωραίο πράγμα, νάχης χαρέμι, να σκέπτεσαι, πώς τόσες γυναίκες σ' αγαπούν…. (τρέχει κοντά του τρομαγμένη).

Μ α ρ ί α. Ώστε θα σου ήρεσεν αυτή η ζωή. Θα σου άρεσε να μοιράζης την αγάπη σου σε πολλές γυναίκες;…

Κ ώ σ τ α ς. Δηλαδή όπως εσύ ηύρες σοφά τα λόγια της, έτσι κ' εγώ

Μ α ρ ί α. Μα ο νόμος τους είναι σοφός, όχι γιατί δίδει στους άνδρες των πολλές γυναίκες, αλλά γιατί προβλέπει για το μέλλον της φυλής. Εκεί νόθα παιδιά και δυστυχισμένα γεροντοκόριτσα και ζωή χωρίς αγάπη και χωρίς χαρά δεν υπάρχει. Ξέρεις τι θα πη να περνάς τη ζωή σου έρημη και μόνη, όπως την περνούν τόσα δυστυχισμένα κορίτσια, επειδή δεν έχουν προίκα για να παντρευθούν; Και τόσα παιδιά που δεν έχουν όνομα και που περνούν όλην των την ζωήν με ατιμίαν και εντροπήν, χωρίς να γνωρίσουν ούτε πατέρα, ούτε μητέρα. Αυτά μου είπεν η χανούμισα και ομολογώ ότι με έκαμε να μελαγχολήσω.

Η ομιλία της αυτή η σημερινή, με την αλληγορίαν των σπιτιών μας που έρχονται ξένες γυναίκες και τα ρημάζουν, μου φάνηκε σαν οιωνός κακός. Σαν καμμιά προφητεία… (αφίνει την παλέττα της και ρίπτεται εις ένα κάθισμα).

Με εκυρίευσεν ένας φόβος, σαν κάποιος κίνδυνος να απειλή την ευτυχίαν μου.

Κ ώ σ τ α ς. Έτσι είναι οι ευτυχείς άνθρωποι. Ευρίσκουν πάντα τρόπον να βασανίζωνται…

Μ α ρ ί α. Μα δεν είμαι πλέον απολύτως ευτυχής.

Κ ώ σ τ α ς Πώς;

Μ α ρ ί α. Φοβούμαι, Κώστα, ότι δεν με αγαπάς, όπως πριν.. Η αγάπη σου λιγοστεύει, μικραίνει, αφότου ήλθαμεν εδώ. Και θέλεις να σου πω; Και από κει ακόμη. Τον πρώτο μήνα έκανες σαν τρελλός, ήσουν τόσο ερωτευμένος, τόσο πολύ, που μ' εστενοχωρούσε, σχεδόν με επλήγωνεν η αγάπη σου. Έπειτα όσω γω σ' αγαπούσα πειό πολύ, τόσο συ εγείνοσουν ψυχρότερος… Τώρα, αφότου ήλθαμεν εδώ…Θεέ μου, πώς φοβούμαι! (κλαίει).

Κ ώ σ τ α ς. (την εναγκαλίζεται) Μαρία μου. Αγάπη μου!

Μ α ρ ί α. Δεν μ' αγαπάς όπως πριν

Κ ώ σ τ α ς. Δεν πιστεύεις ό,τι λες. Γιατί λοιπόν γράφεις εις την φίλην σου ότι ζούμεν τόσον ευτυχισμένοι…

Μ α ρ ί α. (Σηκόνεται και βλέπει το γράμμα της ανοικτό εις το τραπέζι). Πώς! εδιάβασες αυτό το γράμμα;

Κ ώ σ τ α ς. Ναι! Νομίζω ότι μπορούσα..

Μ α ρ ί α. Όχι! Εγώ δεν εζήτησα ποτέ να διαβάσω γράμματά σου.

Κ ώ σ τ α ς. Μα εγώ είμαι άλλο, αγαπητή μου. Ο χρυσούς αιών της εισότητος δεν έφθασεν ακόμη. Ημείς οι άνδρες πρέπει να γνωρίζωμεν τι γίνεται μέσα εις τα μικρά αυτά κεφαλάκια.

Μ α ρ ί α (με ειρωνείαν) Και ημείς να μη ξέρωμεν τι γίνεται μέσα εις τα μεγάλα αυτά κεφάλια, (δείχνει το κεφάλι του). Αλλά εξέχασες λοιπόν ότι η ευτυχία μας, η αγάπη μας στηρίζεται εις τα θεμέλια της ελευθερίας μου και της ελευθερίας σου.

Κ ώ σ τ α ς. Η οποία δεν μπορεί να συνυπάρξη με τον γάμον.

Μ α ρ ί α. Όταν ο έρως ανοίξη τα πτερά του και πετάξη.

Κ ώ σ τ α ς. Όχι. Όταν ζώμεν μέσα εις μίαν κοινωνίαν, εις την οποίαν όλες αυτές η νέες θεωρίες είναι πράγματα άγνωστα. Όταν εγεννηθήκαμεν, εζυμωθήκαμεν με ιδέας άλλας, με συνηθείας άλλας.

Μ α ρ ί α. Αλλά, Κώστα, εκεί κάτω μου είχες υποσχεθή…

Κ ώ σ τ ας. Μα εκεί κάτω ήμουν τρελλός…

Μ α ρ ί α. Και τώρα έγεινες φρόνιμος..

Κ ώ σ τ α ς. Δηλαδή τώρα, που εις κάθε μου βήμα σκοντάπτω και εις μίαν δυσκολίαν, βρίσκω ότι όλα εκείνα τα όνειρά μας, δεν μπορούν παρά να μείνουν όνειρα. (Σηκόνεται και περιπατεί). Τώρα, αγαπητή μου, η πραγματικότης, η ζωή του κόσμου με τας μυρίας απαιτήσεις της, υψόνει εμπρός εις τας ωραίας αρχάς σου, φρούρια απόρθητα. Εις κάθε βήμα που θα θέλωμεν να προχωρήσωμεν, θα πίπτη κατ' ανάγκην και ένας νεκρός.

Μ α ρ ί α. Θα ποδοπατείται δηλαδή και από μία αρχή… Θα ενδίδομεν και θα υποτασσώμεθα και εις ένα ψέμα, εις μίαν πρόληψιν. Και έτσι αφού αφήσωμεν όλας τας ιδέας μου και τας αρχάς μου πτώματα προ του φρουρείου σου, — έτσι, νομίζω, ωνόμασες τα Ηλύσια αυτά της υποκρισίας, — θα μπούμεν και μείς με μίαν προσωπίδα οιανδήποτε για να παίξωμεν το μέρος μας.

Κ ώ στ α ς (γελών). Ω! Les femmes savantes Ω! η χειραφετημένες.

Μ α ρ ί α. Με εγνώριζες πριν να με πάρης, και έτρεξες οπίσω μου ως εκεί κάτω, γιατί ο έρως μου ήτον, ως έλεγες, ωραίος, μεγάλος αλλοιώτικος από τον έρωτα των άλλων γυναικών. Και μου έδωκες τον λόγον σου, ότι η Μαρία Μύρτου θα έμενε πάντοτε ελευθέρα…

Κ ώ σ τ α ς. Μα αν δεν παραδεχόμην ότι ήθελες, ο γάμος μας δεν θα γίνονταν.

Μ α ρ ί α. Και θα έπερνες μια γυναικούλα, η οποία δεν θα είχεν εις το κεφαλάκι της άλλες ιδέες παρά πώς να το στολίζη με λουλουδάκια και με πτερά… (σηκόνεται και βαδίζει προς μίαν εικόνα ωραίας κόρης) Και ξέρεις αυτά τα κεφαλάκια και αυτά τα κουκλίστικα χεράκια κρημνίζουν συχνά, μα πολύ συχνά, μεγάλους άνδρας, μεγάλας πόλεις, μεγάλας φυλάς.

Κ ώ στ ας Ίσως. Ίσως. Αν και σε βρίσκω υπερβολικήν.

Μ α ρ ί α. Ενώ αυτό το κεφάλι εδώ, (δείχνει την ιδικήν της εικόνα)· δεν είναι βέβαια από εκείνα που σου αρέσουν τώρα, αλλά έχει μάτια αητού.

Κ ώ σ τ α ς (σηκόνεται και κυττάζει απ' οπίσω της) Που βλέπουν ωραία…

Μ α ρ ί α. Μακρυά. Το μέλλον. Ένα μακρεινό μέλλον! με την ανθρωπότητα πειό καλή, πειο μεγάλη, με την αγάπην να βασιλεύη παντού και να ανοίγη δρόμους ευτυχίας και χαράς…

Κ ώ σ τ α ς (την εναγκαλίζεται). Ωραία μου ονειροπόλος

Σκηνή Γ'·

Ά ν ν α (κτυπά την θύραν).

Μ α ρ ί α. Εμπρός. Τι είναι Άννα;

Ά ν ν α. (κάμνει νεύματα). Κυρία σας παρακαλώ. Μια στιγμή.

Μ α ρ ί α. Λέγε, Άννα, τι θέλεις;

Ά ν ν α. Κυρία. Δεν μπορώ. Ελάτε σας παρακαλώ.

Μ α ρ ί α (σηκόνεται και διευθύνεται προς την θύραν. Η Άννα της ψιθυρίζει κάτι εις το αυτί. Η Μαρία ξεσπά εις γέλοια). Φαντάσου τι ήταν το μυστικό! Μου έφεραν το φόρεμά μου από την ράφτρα.

Ά ν ν α πεισμωμένη. Σας είπα, ότι έφεραν και το λ)σμό μαζή.

Μ α ρ ί α Κι' αυτό ήταν το μυστικό (γελά).

Ά ν ν α Ενόμιζα πώς και δω δεν πρέπει να μιλούμεν για λ)σμούς εμπρός εις τον κύριον. Αλλού όπου ήμουν ως τώρα, είχα τέτοια διαταγή. Από μια φορά μάλιστα που κόντεψε να χωρίση ένα ανδρόγυνο για ένα λογαριασμό.

Κ ώ σ τ α ς. Τι λες;

Ά ν ν α. Μάλιστα, κύριε, σεις την ξέρετε την κ. Μίνα του Ραδή.

Κ ώ σ τ α ς. Αί λοιπόν!

Ά ν ν α. Ο κύριος δεν ήθελε να πληρώνη τα χρέη της κυρίας. Κ' εγώ ήμουν καινούρια στο σπίτι της και δεν ήξερα. Και καλή ώρα σαν τώρα, επαρουσίασα το λ)σμό του εμπόρου. Θεέ και Κύριε τι έγεινε! Καλέ έφθασαν στο χωρισμό!

Μ α ρ ί α. Καλά, Άννα, πήγαινε, (προς τον Κώστα). Πώς σου φαίνεται αυτό που ήκουσες;

Κ ώ σ τ α ς (κινεί, τους ώμους). Πώς μου φαίνεται; Μια σκηνή αληθινή της καθημερινής ζωής Έχω ακούσει τέτοιες σκηνές…

Μ α ρ ί α. Της ζωής της ψεύτικης, εις την οποίαν με παρακινείς να θυσιάσω τας αρχάς μου. Φαντάζεσαι τι γίνεται η αγάπη μέσα εις τα σπίτια που για ένα λ)σμό φθάνουν εις το διαζύγιον.

Κ ώ σ τ α ς Μα και η γυναίκες είναι πολυέξοδες, κατήντησαν μια πολυτέλεια της ζωής.

Μ α ρ ί α. Γιατί δεν εργάζονται. Γιατί δεν της αφήνετε να εργασθούν, να εννοήσουν την αξίαν του χρήματος, να βοηθήσουν τον άνδρα. Ο άνδρας εκείνος που βασανίζεται και βασανίζει την γυναίκα του για τα έξοδα, θα νόμιζε ντροπή του, αν εκείνη ειργάζετο όπως εγώ…

Κ ώ σ τ α ς. Όλες δεν μπορούν να έχουν talent.

Μ α ρ ί α. Όλαις έχουν κάποιο άγνωστο talent που βοηθεί, που δημιουργεί την ευτυχίαν. Αλλά τους το πνίγουν, τους το καταστρέφουν.

Κ ώ σ τ α ς. Είσαι θαυμάσιος συνήγορος και υπερασπιστής των γυναικών.

Μ α ρ ί α. Όχι, Κώστα. Δεν είμαι ούτε το ένα ούτε το άλλο είμαι ο ζωγράφος που βλέπει μόνο και ο ψυχολόγος που διαβάζει βαθειά εις την γυναικεία ψυχή. Και που πονεί γιατί τόσοι κρυμμένοι θησαυροί χάνονται.

Κ ώ σ τ α ς (την πλησιάζει με θαυμασμόν). Ξέρεις, Μαρία, πώς θα ήσουν θαυμάσιος δικηγόρος, μεγάλος απόστολος.

Μ α ρ ί α. Μα εμείς όλες πρέπει να είμεθα και το ένα και το άλλο.

Κ ώ σ τ α ς (βλέπει το ρολόι του) Κρίμα, που δεν έχω καιρό ν' ακούσω και άλλα από τα ωραία αυτά λόγια σου. Πρέπει να φύγω γιατί δεν ξέρεις• δε σούπα την ευχάριστη είδησι. Η μητέρα έρχεται τώρα σε λίγο και πρέπει να κατέβω να την πάρω από το Σκούταρι.

Μ α ρ ί α (όλη χαρά). Μπράβο σου! Η μητέρα σου έρχεται. Και μ' αφήνεις να φλυαρώ τόση ώρα και όλα εδώ είναι άνω κάτω (πετιέται από την θέσι της, και αρχίζει να τακτοποιή). Έγεινε λοιπόν καλά; Ξέρεις, Κώστα, πως υποπτευόμουν, ότι μ' είχες γελάσει, κ' εφοβούμουν πώς η μητέρα σου δε θάθελε το γάμο μας, πώς δεν θα είχε της ιδέες που μούλεγες εκεί κάτω.

Κ ώ σ τ α ς. Μαρία η μητέρα δεν λέει ποτέ όχι Εις όλη την ζωή της δεν είπεν όχι εις τον πατέρα μου και τώρα ούτε εις εμένα.

Μ α ρ ί α. Την θαυμάζω.

Κ ώ σ τ α ς. Λοιπόν πηγαίνω. Au revoir. (την φιλεί, βγαίνουν).

Σκηνή δ'.

(Την στιγμήν που βγαίνουν συναντούν την Δώραν εις την θύραν)

Κ ώ σ τ α ς. Καλή μέρα, Δώρα και au revoir.

Δ ώ ρ α. Au revoir.

Μ α ρ ί α. (επιστρέφει). Δώρα, καλή είδησι Ά, έρχεται η πεθερά μου! φώναζε την Ανναν γλήγωρα. Να συγυρίσωμεν (βγαίνει).

Η Δ ώ ρ α μ ό ν η. Έρχεται η πεθερά. Κακή είδησις! (τακτοποιεί) Και τι να συγυρίσης εδώ μέσα εις αυτόν τον λαβύρινθον. Θεέ μου! Και θάρθη η Πολίτισσα, η μοναδική νοικοκερά, με τα γυαλάκιά της (προσποιείται την κ. Μεμιδώφ) να ψάξη όλες της γωνίες, να βρη όλα άταχτα, να ρίξη παντού το φαρμάκι της.

(Κτυπά το κουδούνι παρουσιάζεται η Άννα).

Δ ώ ρ α. Άννα! Μέσα, παντού είναι τακτικά, καθαρά, συγυρισμένα…

Ά ν ν α. Μάλιστα, κυρία Δώρα.

Δ ώ ρ α Μα όχι για μας μόνο. Όπως τα θέλωμε μείς. Όπως τα θέλουν η πολίτισσες… Έρχεται η μητέρα του κυρίου. Η πεθερά, Άννα, εκατάλαβες;

Ά ν ν α. Ώ! κυρία. Μα τότε πρέπει να σφουγγαρίσωμεν. Η κοκκώνα
Κατίγκω θα πάη να σκαλίση και στο πλυσταρειό, ακόμη…

Σκηνή ε'.

Μ α ρ ί α (έρχεται με μια αγκαλιά πρασινάδες και λουλούδια) Πρέπει να σκορπίσωμεν ωραιότητα και χαράν μέσα εδώ! (τακτοποιεί τα λουλούδια).

Δ ώ ρ α Για να εορτάσης την άφιξιν της πενθεράς σου, της κ Μεμιδώφ.
Τι απλή που είσαι!

Μ α ρ ί α. Και συ τι κακή!

Δ ώ ρ α. Καλά, καλά. Ρώτησε και την Άνναν, που την γνωρίζει…

Μ α ρ ί α Προστυχειές. Άκουσε, Δώρα. Δεν θέλω να μου πης τίποτε κακό για την μητέρα του Κώστα. Είναι άγια γυναίκα. Φαντάσου ότι ποτέ στη ζωή της δεν είπεν όχι για τίποτε, ούτε εις τον άνδρα της, ούτε εις τον γυιό της.