Δ ώ ρ α. Και ο άνδρας της και ο γυιός της κάνουν ό,τι θέλει εκείνη πάντοτε…
Μ α ρ ί α. Ωρισμένως, Δώρα, δε χωνεύεις τη πεθερά μου…
Άφησε συ τα λουλούδια. Δεν ξέρεις να τα βάλης έμορφα (προς την
Άνναν) θα δώσωμεν τσάι εις την μητέρα του κυρίου.
Ά ν ν α. Πολύ καλά, Κυρία.
Μ α ρ ί α. Και πρέπει όλα και παντού να είναι ωραία.
Δ ώ ρ α. Τα ακριβά τα ασημικά! Να που θα προσέξη εκείνη! Ασήμι, χρυσάφι, διαμάντια. Αυτά θα της φαντάξουν. Τρέχα. Βάλε όλα τα δακτυλίδια και της αλυσίδες σου. Δανείσου αντίκρυ από την Κιρκασία τα πολύτιμα σερβίτσια της
(Η Άννα φεύγει).
Μ α ρ ί α. Είσαι κακή, Δώρα.
Δ ώ ρ α. Και συ μόνο καλλιτέχνις.
Μ α ρ ί α. Ξεσκόνισε εκεί τη Μαγδαληνή μου· ξεσκέπασε και την εικόνα εκείνη. Αυτά είναι τα ιδικά μου πλούτη.
Δ ώ ρ α (γελά) Μ' αυτά θα την εκπλήξης. Φαντάσου η κοκκώνα Κατίγκω να εκτιμήση της εικόνες σου. (Γελά).
Ά ν ν α (έρχεται με ένα πανέρι ασημικά. Βοηθεί την Δώρα και τραβούν ένα τραπεζάκι και ετοιμάζουν απάνω τα του τσαϊού).
Δ ώ ρ α. Μπράβο, Άννα, μπράβο! Έφερες και τα χρυσά πιάτα της
Κιρκασίας.
Μ α ρ ί α. Τα χρυσά πιάτα να επιστραφούν γλήγωρα.
Δ ώ ρ α. Τα χρυσά πιάτα θα μείνουν, γιατί η ευτυχία εδώ τρώγεται μόνο σε χρυσά πιάτα.
Δ ώ ρ α (συγυρίζουσα). Αδύνατον να βάλη κανείς τάξι μέσα δω.
Μ α ρ ί α. Δεν πειράζει, Δώρα μου. Εδώ είναι το εργαστήριό μου. Κι' η πεθερά μου πρέπει να με δη μέσα δω, όπως μου αρέση κι όπως είμαι πάντα· εις την αλήθεια της καθημερινής μου ζωής. Τι αταξία αυτή είν' ωραία. Εσύ φρόντισε το νοικοκυρειό. Την τραπεζαρία. Το πυργάκι απάνω. Εκεί πήγαινε να βάλης τάξι.
Δ ώ ρ α. Τέλος πάντων επροτιμούσα να μην ήρχουνταν αυτή η κυρία.
Ά ν ν α. (βλέπει από το παράθυρο, ενώ ακούεται κρότος αμάξης).
Κυρία! Έρχονται….
Σκηνή ΣΤ'.
ο Κώστας, η κ. Μεμιδώφ, η Μαρία.
Η Μ α ρ ί α (τρέχει εις την είσοδον) Καλώς ωρίσατε. (εναγκαλίζονται). Τι καλή που είσθε. Τώρα η ευτυχία μας είναι τελεία, (Της φιλεί το χέρι. Η κ. Μεμιδώφ κάθεται εις τον καναπέ, η Μαρία πλησιάζει ένα σκαμνάκι και κάθετε εμπρός της, ενώ ο Κώστας ακουμπά εις το ξύλο του καναπέ).
Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. Εύχομαι να είσθε πάντα ευτυχισμένοι! (βλέπει γύρω της). Και είσθε ωραία εδώ!
Κ ώ σ τ α ς. Σ' αρέσει, μαμάκα μου; Δεν σούλεγα εγώ, πώς είναι σωστός παράδεισος.
Κα Μ ε μ ι δ ώ φ (με ύφος γλυκύπικρον) Για σένα μάλιστα τώρα θα φαίνεται κάτι περισσότερον από παράδεισος.
Μ α ρ ί α (πέρνει το πιατάκι με τα μπομπόνια και της προσφέρει) Θα πάρετε ένα μπομπόνι, ως που να ετοιμασθή το τσάι.
Κα Μ ε μ ι δ ώ φ (ανοίγει το σακάκι της και βγάζει ένα κουτί βραχιολιού). Και εγώ θα σου προσφέρω ένα μικρό δώρον. Αφού είχα την ατυχία και τη μεγάλη λύπη, να μη βρεθώ στο γάμο σας (στενάζει).
Μ α ρ ί α Μα έγεινε τόσο μακρειά. Ξέρετε.
Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. Ναι εκεί κάτω εις το Βαγδάτι.
Μ α ρ ί α. Εις ένα πολύ ωραίο μέρος. Ξέρετε, ο Κώστας είχε αυτήν την ιδέα να παντρευθούμεν εκεί. Εγώ ούτε εφανταζόμουν πως θα ήρχετο να μ' εύρισκεν εκεί κάτω! Είχα μάλιστα φύγει από την Πόλι για να τον αποφύγω. Όταν μια μέρα, εκεί που ζωγράφιζα ένα βυζαντινό ερημοκλήσι, τον βλέπω μπροστά μου! Τι ωραία εκκλησίτσα για ένα γάμο ερωτευμένων σαν κ' εμάς μου λέει. Εγώ εις τας αρχάς δεν εδέχθηκα. Αλλ' αυτός επέμεινε τόσο!
Κα Μ ε μ ι δ ώ φ,(προς τον Κώστα, ο οποίος εν τω μεταξύ κάθεται εις το πλάι της και την αγκαλιάζει) Ώστε συ είχες την ιδέα να παντρευθήτε εκεί πέρα;
Κ ώ σ τ α ς. Ναι! Μαννούλα μου, (την φιλεί την χαϊδεύει). Τι ώμορφη που είσαι! Για δες μας, Μαρία, δεν μοιάζουμε σαν αδέλφια!
(Κα Μ ε μ ι δ ώ φ, του δίδει μια μπάτσα χαϊδευτικά). Κατεργάρη! (προς την Μαρία) Λοιπόν!
Μ α ρ ί α Λοιπόν το ίδιο βράδυ, όταν ο ήλιος άπλωνεν εις την δύσι του κατακόκκινας πέπλους επαντρευθήκαμεν. Τι ωραία βραδειά Αί! Κώστα! Τρέλλα τρέλλα! Τι κρίμα, που δεν είσαστε, εκεί
Κα Μ ε μ ι δ ώ φ θα σκάσω! (ιδιαιτέρως)
Μ α ρ ί α. Χιλιάδες πουλιά ετραγουδούσαν γύρω μας. Τα λουλούδια λιγωμένα, μεθυσμένα, και αυτά κάτω από το χρύσωμα του ήλιου εμύρωναν το βραδεινό αεράκι και στόλιζαν με ωμορφιά αφάνταστη το Βυζαντινό ερημοκλήσι.
Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. Και μόνοι σας σαν έρημοι, σαν να μην είχατε ούτε μάννα, ούτε πατέρα.
Μ α ρ ί α. Είχαμε την αγάπη μας τη μεγάλη, τη γιγαντεμένη που αντεπροσώπευε για μας τον κόσμο όλο. Κι' είχαμε και μια μάνα.
Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. Πώς η μητέρα σου ήταν εκεί; (Προς τον Κώστα) Δεν μου τόχες πει.
Μ α ρ ί α. Όχι. Είχαμε τη μητέρα του Θεού, μια ώμορφη μεσαιωνική Παναγία, που με στέμμα Βυζαντινής αυτοκρατόρισσας, μας εγλυκοκύταζε μέσ' από το σκουργιασμένο κάδρο της.
Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. Και ποιος σας πάντρεψε:
Μ α ρ ί α. Ένας παπάς, που μόλις είξευρε να διαβάζη, ευλόγησε το γάμο μας. Τα στέφανά μας τάπλεξα εγώ από κισσούς και από ολόασπρα του κάμπου αγριολούλουδα.
Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. Τι ώμορφα που τα λέει. Είχε δίκηο το παιδί αυτό να ξελογιασθή. (Προς την Μαρίαν)Αί τώρα ό,τι έγεινε, έγεινε.
Μ α ρ ί α. Και το εσυγχωρήσατε. Και το βραχιόλι αυτό είναι ο αρραβώνας της αγάπης σας. Τι ωραίο βραχιόλι! Και πώς αγαπώ την πέτρα αυτή, που είναι σαν να ζη, σαν να αισθάνεται, σαν να παθαίνεται μαζή μας. (της φιλεί το χέρι). Κι' εγώ τι να σας δώσω; (σηκόνεται πέρνει από ένα τραπέζι την εικόνα του Παρθενώνος και την προσφέρει) Αυτό είναι το πολυτιμότερο στολίδι του κόσμου όλου. Είναι ο ναός μιας θρησκείας, που είναι η θρησκεία μου! Η θρησκεία της ωραιότητος.
Κα Μ ε μ ι δ ώ φ (εις τον Κώστα) Τι είναι αυτές η θρησκείες;
Κ ώ σ τ α ς. Η Μαρία, μητέρα, ως καλλιτέχνις λατρεύει τα ωραία πράγματα.
Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. (κατ' ιδίαν) Εκατάλαβα! χαλασμένο κεφάλι!
Μ α ρ ί α. (εν τω μεταξύ που εκείνοι μιλούν η Μαρία πηγαίνει και πέρνει ένα αγαλματάκι Ερμού). Θέλετε να δεχθήτε και αυτόν τον Ερμήν;
Κα Μ ε μ ι δ ώ φ (μόνη της). Καλά που δεν μούδωκε κανένα γυμνό απ' αυτά, για να το προσφέρω στα κορίτσια μου.
Μ α ρ ί α. Θέλετε να αφήσετε το καπέλλο σας, να φρεσκαρισθήτε λιγάκι; ( Η κ Μεμιδώφ σηκώνεται και βγάζει το καπέλλο της). Ως που να ετοιμασθή το τσάι θέλετε να κάμωμεν ένα γύρω στον κήπο, να δήτε το σπιτικό μας.
Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. Αν θέλετε. Πέρνομεν πρώτα το τσάι. Ήμουν τόσο ταραγμένη το μεσημέρι, ώστε δεν έφαγα τίποτε.
Μ α ρ ί α Αμέσως. (Τρέχει προς το τραπεζάκι, αποσύρει το παραβάν).
Κώστα, βοήθησε και συ. Φέρε από μέσα τίποτε. Ειπέ της Αννας (Ο
Κώστας βγαίνει). Αφού πεινάτε, να σας ετοιμάσωμεν ένα μικρό goute.
Έχωμεν κρύο πουλί, χαβιάρι• pardon, πάω να φροντίσω, θα σας αφήσω
μια στιγμή μόνη (βγαίνει)
Κα Μ ε μ ι δ ώ φ Ω Θεέ μου! θα σκάσω. Δεν μπορώ να κρατηθώ πειά (Στρέφει προς τας εικόνας και τας πλησιάζει). Αυτά είναι η λατρείες της…, η θρησκείες της• τσαρλατάνα! Μ' αυτά και μ' αυτά τον εξετρέλλανε. Να ιδούμε η θρησκεία της ως πότε θα την βοηθήση.
Κ ώ σ τ α ς (με δύω πιάτα εις τα χέρια). Εδώ μητέρα μου βρίσκεται πάντα του πουλιού το γάλα. Θα φάμε περίφημα. Γιατί και εγώ με της συγκινήσεις της σημερινές είμαι νηστικός. (αφήνει τα πιάτα και κάθεται κοντά εις τη μητέρα του). Μα δεν είναι αλήθεια, μανούλα μου, πως τώρα που είδες την Μαρία ησύχασες. Αί! πε μου, πως δεν είσαι πειά απελπισμένη. Πως θα παύσης πειά να μου λες όσα μούλεγες τρεις ημέρες τώρα, που άρχισα και γω να πιστεύω πώς είμαι κατεστραμμένος. Πως έκαμα μια μεγάλη ανοησία.
Δεν είναι αλήθεια, πώς η Μαρία είναι θαυμασία και αλλοιώτικη από της άλλες γυναίκες;
Μ α ρ ί α και Άννα (φέρουσαι διάφορα τρόφιμα, καρπούς και κρασιά επάνω εις ένα δίσκον. Η Άννα βάζει αμέσως τα σερβίτσια). Με συγχωρείτε, άργησα λιγάκι. (Ετοιμάζει το τσάι) ελάτε, πλησιάσετε.
( Η κ. Μεμιδώφ πλησιάζει ως και ο Κώστας).
Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. Τι πλούτος, τι πολυτέλεια! Ήξερες από πού να τον πιάσης αυτόν τον φαγά. Αν καλά, καινούριο κοσκινάκι μου και που να σε κρεμάσω.
Μ α ρ ί α. (προσφέρει τσάι και ετοιμάζει ταρτίνες με χαβιάρι). Νομίζετε ότι αυτό μπορεί να λεχθή για της γυναίκες. Εγώ, δεν άλλαξα τίποτε από τη ζωή μου. Σας βεβαιώ.
Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. Ώστε ζήτε πάντοτε με τόσην πολυτέλειαν. Μα τότε θα έχετε πολύ μεγάλα έξοδα.
Μ α ρ ί α (προσφέρει την ταρτίνα και δίδει και κρασί). Μα θα είμεθα και δύω να εργαζώμεθα και να κερδίζωμεν
Κα Μεμιδώφ (με ύφος ειρωνικόν.) Πώς θα εξακολουθήσης να εργάζεσαι και ως κυρία Μεμιδώφ. Αλλά τότε ο γάμος σας δεν ημπορεί να γίνη γνωστός εδώ. Δεν είναι εις της συνήθειες της τάξεως μας, του κύκλου μας..
Μ α ρ ί α. Θα το κάμωμεν να γίνη. Αί! Κώστα.
Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. Μα αφού δεν θα έχετε ανάγκην.
Μ α ρ ί α. Υπάρχουν τόσοι δυστυχείς που έχουν ανάγκη. Τόσοι πτωχοί, που θα εβοηθούσα….
Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. Και ποιός θα φροντίζη το σπίτι σας;
Μ α ρ ί α. Ω! το σπίτι! Έχουν τώρα τόσους υπηρέτας εις τα σπίτια, ώστε να μη μένη πλέον εις την κυρίαν παρά μόνον η επίβλεψις. Αλλως τε θα εργάζομαι, όταν θα έχω καιρό. Θα ήναι η ωραιοτέρα μου διασκέδασις. Μήπως εσείς δεν διασκεδάζετε;
Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. Όχι βέβαια για να κερδίζω χρήματα.
Κ ώ σ τ α ς. Πως! μητέρα; Και τα χαρτιά.;
Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. Τα χαρτιά δεν είναι δουλειά. Είναι κάτι που κινεί το ενδιαφέρον.
Μ α ρ ί α. Και νομίζετε ότι όταν καθίσω αντίκρυ εις ένα πίνακα με άσπρο πανί και αρχίσω να δίδω ζωήν εις την σκέψιν μου, και να την ντύνω με γραμμάς, με φως, με χρώματα, ότι το έργον μου δεν με ενδιαφέρει. Και όταν βάζω εις αυτό ό,τι έχω καλλίτερο από την ζωή μου, από την ψυχή μου, από την φαντασία μου, όταν αισθάνωμαι ότι δημιουργώ, δεν είμαι ευχαριστημένη. Αλλά μία τέτοια εργασία εξυψώνει, εξευγενίζει, είναι δύναμις, τιμή, χαρά. Θα ανοίξωμευ ημείς τον καλόν αυτόν δρόμον….
Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. (Ειρωνικωτάτη). Ώστε ο Κώστας Μεμιδώφ θα επιτρέψη εις την γυναίκα του να εργάζεται…..
Μ α ρ ί α. Θα επιτρέψη; Είναι βαρειά η λέξις σας. Και στο λεξικόν της αγάπης μας δεν υπάρχει η λέξις αυτή.. Επιτρέπει… είναι δουλική λέξις. Και ημείς μόνον με λόγια αγάπης συνενοούμεθα. Έπειτα τα ζητήματα αυτά εμείς τα εκανονίσαμεν προ του γάμου. Γιατί και εκατομμυριούχος να ήταν ο Κώστας, εγώ την εργασίαν μου δεν θα την άφηνα. Είναι τιμή!
Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. Εις την τάξιν την ιδικήν μας τιμή και χαρά της γυναικός είναι το σπίτι του ανδρός της…
Μ α ρ ί α. Το σπίτι μας! η φωλειά μας που θα την χτίσωμεν μαζή. Που σε κάθε της τύχης αναποδιά θα είμεθα δυο, έτοιμοι, δυνατοί, ωπλισμένοι για την πάλη και για την νίκη. Από τη φωλειά την δική μας μόνον τραγούδια χαράς θ' ακούωνται. Ποτέ γρύνιες και θρήνοι.
Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. Τι αισιοδοξία! (με κακίαν) Έχεις ωραίον χαρακτήρα,
Μαρία, και πολλήν φαντασίαν…. (βλέπει την ώραν). Κώστα, παιδί μου!
Πρέπει να πάς για αμάξι.
Μ α ρ ί α. (σηκόνεται) Πως τόσο γρήγωρα!
Κα. Μ ε μ ι δ ώ φ. Ο πατέρας του δεν ξέρει πώς ήλθα εδώ. Ξέρεις, οι άνδρες δεν πέρνουν τα πράγματα όπως ημείς. Ο Γιωργάκης μάλιστα είναι λίγο πειραγμένος μαζή σου, γιατί άφησες την εικόνα της μητέρας του τόσους μήνες τώρα ατελείωτη
Κ ώ σ τ α ς (σηκόνεται) Εγώ φεύγω και σεις συνενοείσθε, για το ζήτημα της εικόνος…
Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. Να μην αργήσης; (ο Κώστας φεύγει) Ναι. Αυτή η εικόνα ήταν η αιτία…
Μ α ρ ί α. Της γνωριμίας μου με τον Κώστα, της ευτυχίας μου…
Κα Μ ε μ ι δ ώ φ (ιδιαιτέρως). Και της δυστυχίας μου!
Μ α ρ ί α. Και θα την τελειώσω. Και θα την κάμω πολύ ωραίαν. Αλλά πώς να έλθω τώρα να εργασθώ, ο Κώστας με εγέλασε. Μου παρέστησεν ότι ο πατέρας του, όπως και σεις συγκατετίθεσθε εις τον γάμον μας· τώρα δεν ημπορώ να έλθω εις το σπίτι σας. Ξέρετε αυτό με πειράζει φοβερά. Το ψέμα του Κώστα, είναι ασυγχώρητον, δεν θα έλθω βέβαια να παίζω κωμωδίες……
Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. Μια ιδέα! Νάρθης αύριο το πρωί στης εννηά. Μόλις θα μας ιδής και θα σε δούμεν. Ο Γεωργάκης θα έχη φύγει. Και μείς θα σ' αφήσωμε να εργασθής μόνη με τη γιαγιά. Ούτε ο Κώστας που θάρθη τώρα μαζή μου, γιατί έχει δουλειά και είναι υποχρεωμένος να μείνη στο σπίτι απόψε, θα το μάθη. Εγώ με τον Γεωργάκη θα συνοδεύσωμε στο βαπόρι μία φιλενάδα μας που φεύγει για την Αλεξάνδρεια. Τα κορίτσια με τον Κώστα και την εξαδέλφη των την Ελένη θα πάνε εις τα εμπορικά. Θα εξακολουθήσης την εικόνα και έτσι θα εύρω κ' εγώ αφορμή να μιλήσω με το Γιωργάκη, να αναφέρω το όνομά σου και έτσι προετοιμάζομεν τα πράγματα…
Μ α ρ ί α. Καλά. Τότε έρχομαι… Αφού θα μείνω μόνη με το μοντέλο μου. (ακούεται αμάξι).
Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. (Σηκώνεται και βάζει το καπέλλο της). Κατάμονες δυώ ώρες ολόκληρες.
Κ ώ σ τ α ς (εισέρχεται). Έτοιμη μητέρα;
Κα. Μ ε μ ι δ ώ φ Λοιπόν σύμφωνοι, (την εναγκαλίζεται). Αντίο
Μαρία…. (Αποχαιρετώνται.) Κώστας και η μητέρα του φεύγουν).
Η Μ α ρ ί α μόνη (Ρίχνεται εις ένα κάθισμα). Δεν μπορώ να καταλάβω τίποτε. Αλλοιώτικη γυναίκα, η πεθερά μου. Φαίνεται σαν άλλα να λέη και άλλα να αισθάνεται. (βλέπει το δακτυλίδι) τι ωραία οπάλ! θαυμασία πέτρα με τόσα χρώματα. Και γι' αυτό ίσως τόσο δυσφημισμένη! η πέτρα της γουρσουζιάς, της δυστυχίας. (Σκεπτική) Νάξερεν άραγε αυτό η πεθερά μου και μου την εχάρισεν, ως αρραβώνα συμφοράς (κτυπά η πόρτα) Εμπρός.
Ά ν ν α. Κυρία, είναι το μοντέλο σας. Η τσιγγάνα. Και ρωτά αν θα εργασθήτε σήμερα.
Μ α ρ ί α. Ναι, ας έλθη. Πρέπει να τελειώνωμεν. (Εισέρχεται μία Τσιγγάνα, ντυμένη με κόκκινο ατλαζένιο φόρεμα με χρυσά φλωριά στο κεφάλι και στο λαιμό και με ένα ντέφι).
Τ σ ι γ γ ά ν α. Γεια σου και χαρά σου! Κοκκώνα μου.
Μ α ρ ί α. Καλώς την. Ξέρεις, σήμερα, είμαι κουρασμένη. Δεν έχω καιρό να εργασθώ πολύ.
Τ σ ι γ γ ά ν α. Πρέπει, κυρά μου, να τελειώνουμε, γιατί αύριο φεύγουμε.
Μ α ρ ί α (την τοποθετεί και αρχίζει να ζωγραφίζη). Και πού πάτε;
Τ σ ι γ γ ά ν α. Όπου θέλει ο Θεός. Ρωτάς, κερά μου, τα πουλιά που παν, άμα φυσήξη ο βορηάς και πιάσουν τα πρωτοβρόχια.
Μ α ρ ί α (ζωγραφίζουσα). Τι ωραία λόγια και τι ζωγραφιστά που μιλεί (προς την τσιγγάνα) για πε μου ποια είναι η πατρίδα σου;
Τ σ ι γ γ ά ν α. Όπου κάμπος με λουλούδια και με φως κι όπου ουρανός με άστρα στολισμένος εκεί είναι η πατρίδα μας.
Μ α ρ ί α. Τι ωραία πατρίδα. Μόνο που ζήτε στο δρόμο. Και δεν βαρυέστε τη ζωή αυτή, χωρίς σπίτι, (την τακτοποιεί και εξακολουθεί ζωγραφίζουσα).
Τ σ ι γ γ ά ν α. Να βαρεθούμε. Πώς να βαρεθούμε. Δουλεύουμαι στη γη, που μας γελά με τα άνθια της και μιλούμε με τ' αστέρια, που φωτίζουν της ψυχές μας.
Μ α ρ ί α. Μιλείτε με τ° αστέρια;
Τ σ ι γ γ ά ν α. Πώς! Αν δεν μιλάγαμε θα ξέραμε της τύχες των κοριτσιών και θα γνωρίζαμε τα γιατροσόφια που γιατρεύουν της πονεμένες ψυχές. (Ενώ μιλεί, βλέπει το δακτυλίδι στο χέρι της Μαρίας. Πετιέται από τη θέσι της αγριεμένη) Ποιός εχθρός σου, κυρά μου. σου έδωκεν αυτό το βραχιόλι, αυτή την πέτρα τη γουρσούζικη; (Κυττάζει σαν εμπνευσμένη γύρω της. Ακούεται έξω σαν ένα φτερούγισμα πουλιού και κλάψιμο σκύλλου. Προς την Μαρίαν φοβισμένη και δείχνουσα προς τα έξω) Άκουσες; Είναι το σκυλλί σου που κλαίει την ευτυχία σου! Είναι τ' αφορεσμένο το πουλί του πόνου, που έκραξε στην πόρτα σου! Κερά μου. ( Ορμά και της αρπάζει το χέρι) Βγάλετο το βραχιόλι αυτό, που φέρνει συμφορές και δυστυχίες. Βγάλετο το μαγεμένο το βραχιόλι!
( Αυλαία).
ΠΡΑΞΙΣ Γ'.
(Η οικογένεια Μεμιδώφ είναι συνηθροισμένη εις την τραπεζαρίαν. Τα τρία κορίτσια, έτοιμες, ντυμένες για τα μαγαζειά. Η μία βάζει το καπέλλο της, η άλλη τα γάντια της και η τρίτη κάθεται και γράφει).
Ο λ γ ί ν α. Ο πατέρας δεν κατέβηκεν ακόμη. Ά! ξέχασα! Έμεινε για να συνοδεύσουν με τη μαμά την κ. Βιλή
Έ μ μα. Ξέρετε ότι η μαμά περιμένει τώρα το πρωί την κυρίαν ζωγράφον (ειρωνικώς σύρουσα τας τελευταίας λέξεις).
Ο λ γ ί ν α. Ευτυχώς που θα πάμε στα μαγαζειά, είτε μη θα μου' πίαναν τα νεύρα, αν θα έπρεπε να μείνω με την υψηλήν αυτήν επισκέπτριαν (ειρωνικώς).
Λ έ λ α. (αφίνει την πένα της) Αιωνίως ξόανα και φαντασμένες.
Έ μ μ α. Εσύ να σιωπάς.
Ο λ γ ί ν α. Κάμε τον κατάλογο, τι έχωμεν να πάρωμεν και που να πάμε.
Σκηνή Β'.
Αι άνω και η κερά Ρήνα Έπειτα, ο κ. και η Μεμιδώφ.
Κ ε ρ ά Ρ ή ν η. (έρχεται με ένα μπουκάλι κρασί και ένα κουτί παξιμάδια). Έφεραν το παληό κρασί για τον κύριο. (Τα αφίνει επάνω εις ένα τραπέζι.) Αί! κορίτσια! Κυτάξετε να είσαστε γελαστές, τώρα που θα κατέβη ο κύριος, γιατ' είναι με τα νεύρα του· ξέρετε, γιατί είπεν η γιαγιά, πως κακοκοιμήθηκε την νύχτα. (Φεύγει).
Λ έ λ α. ( Η οποία έγραφε ως κάτι να της υπαγόρευαν η άλλες, πετιέται από την θέσιν της) Ωρίστε. Και ύστερα παραξενεύονται, γιατί δεν χωνεύω όλα αυτά. Η γιαγιά, γρηά γυναίκα, ενενήντα χρόνων δεν μπορεί να είναι ανήμπορη, γιατί ο πατέρας θυμόνει. Μη μιλήσετε, θα θυμώση. Μη γελάσετε, θα του πιάσουν τα νεύρα του. Μην πήτε αυτό, μη κάμετε εκείνο κρυφά από δω, μυστικά από κει, ψέματα αιωνίως.
Η Κ ε ρ ά Ρ ή ν η (παρουσιάζεται με ένα πακέτο νταντέλα. Το δίδει εις την Ολγίναν). Τώφερεν ο έμπορος μ' αυτό το λογαριασμό. Είπεν ότι το εδιάλεξεν η μητέρα σας.
Ο λ γ ί ν α. (διαβάζει το λογαριασμό). Πέντε πήχες, πέντε λίρες.
Έ μ μ α. (εν τω μεταξύ πέρνει και ξετυλίγει την νταντέλαν). Ά! Τι ωραία! Είναι για το μαύρο μεταξωτό της μητέρας.
Ο λ γ ί ν α (την βλέπει). Όταν παντρευθώ θα βάζω όλο αληθινές νταντέλες εις τα φορέματα μου.
Λ έ λ α. Βέβαια! Γι αυτό σας χρειάζονται τα εκατομμύρια της πρηγκιπέσσας.
( Η Έμμα τοποθετεί την νταντέλα επάνω εις το φόρεμά της και καμαρόνει, ενώ ακούεται έξω η φωνή του πατέρα).
Ο λ γ ί ν α. Ο πατέρας (πέρνει το λ)σμό και τον κρύβει εις την τσέπη της).
(Η Έμμα τραβά την νταντέλα, η οποία μπερδεύεται εις τα πόδια της, ενώ η Ολγίνα προσποιείται ότι τακτοποιεί το buffet.
Γ ι ω ρ γ ά κ η ς (έτοιμος με κοστούμι πρωινής εξόδου). Τι είναι πάλι αυτό; ψούνια καινούργια. (θυμωμένος). θα με φάτε με τα κουρέλια σας!
Ο λ γ ί ν α. (Με σπουδήν) Καλέ, πατέρα, ήλθεν ο Αρμένης, αυτός που πουλεί φθηνά, και άφησεν αυτό το κομμάτι την νταντέλα για μια λίρα. Αξίζει πέντε λίρες. Έπειτα αν θέλη η μαμά, την πέρνει, αν δεν θέλη…
Σκηνή Γ'.
(Οι άνω και η κ. Μεμιδώφ, έπειτα η Μαρία).
Κα Μ ε μ ι δ ώ φ (Εισέρχεται με το καπέλλο εις το χέρι· φαίνεται ανήσυχος διότι βλέπει την νταντέλα εις τα χέρια του συζύγου της και προσποιουμένη ότι δεν έχει είδησιν ερωτά:) Τι είν' αυτό;
Ο λ γ ί ν α (πέρνει τη νταντέλα από τα χέρια του πατέρα της και της την δείχνει). Μαμά, την έφερεν ο Αρμένης σου και θα ξαναπεράση να μάθη, αν την θέλης.
Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. Ουφ! Έξοδα πάλι. Δεν μου χρειάζονται νταντέλες.
Ο λ γ ί ν α. Μαμά μου, για το καινούργιο σου το φόρεμα. Ξέρεις, την αφίνει μια λίρα.
Γ ι ω ρ γ ά κ η ς. Και τα παιδιά λένε πώς αξίζει πέντε
Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. (προσποιείται πώς την βλέπει για πρώτη φορά). Και έξ και οκτώ (γυρίζει προς τον άνδρα της και του διορθόνει την γραβάτα του). Έτσι δα να φαίνεσαι ωραίος! Να σε θαυμάση και σήμερα η κ. Βιλή!
Γ ι ω ρ γ ά κ η ς. (Εξετάζων την νταντέλα). Μήπως την έχει κλεμμένη;
Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. Καλέ όχι, Γιωργάκη μου. θα είναι κάποιας χανούμισσας. Όπως σούλεγα την άλλη φορά η χανούμισσες έχουν πίστωσι εις τα μαγαζειά. Αλλά μετρητά δεν τους δίδουν οι άνδρες των, γιατί παίζουν και χάνουν. Τι κάνουν λοιπόν; Αγοράζουν από τα μαγαζειά και τα μεταπουλούν όσα όσα, για να κάμουν χαρτζηλίκι
Λ έ λ α. (ιδιαιτέρως) θεέ μου! τι ψέματα!
Γ ι ω ρ γ ά κ η ς. Κι' ο κερδισμένος απ' όλους είσαι του λόγου σου, κοκκώνα Κατίγκω, που ντύνεσε με το τίποτα. Βλέπεις Λελούτσια, πώς τα καταφέρνη η μητέρα σου! Αυτά να ντα πης της θειάς σου. Πως εδώ στην Πόλη, η γυναίκες μας και ντύνουνται ωραία και την οικονομία τους κυττάζουν. Εμείς, βλέπεις, της χάσαμε της χιλιάδες της λίρες μας και πρέπει να τα καταφέρνωμεν όπως, όπως.
Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. (βάζει εις ένα ποτήρι κρασί και η Έμμα προσφέρει το κουτί με τα παξιμαδάκια). Σαν χλωμός μου φαίνεσαι, Γιωργάκη Πιες δυώ σταλαγματιές και βούτισε τα παξιμαδάκια σου.( Η Ολγίνα, τρέχει και του φέρνει ένα πετσετάκι).
Κα Μ ε μ ι δ ώ φ (κυττάζει την ώρα). Όπου νάναι έφθασε και η κ. Μύρτου. Ξέρεις δα η ζωγράφος από τας Αθήνας. Ό,τι γύρισεν από την εξοχή και μήνυσε πώς θάρθη για την εικόνα της γιαγιάς. Θα μείνω να την περιποιηθώ λιγάκι. Γιατί αν την περιποιηθούμε δεν θα πάρη τίποτε. Κατέβα του λόγου σου και μετά δέκα λεπτά έφθασα κ' εγώ (ο Γιωργάκης φεύγει· τα κορίτσια) Τι καλά. που έφυγε.
Ο λ γ ί ν α. Χρήματα άφησεν;
Κα Μ ε μ ι δ ώ φ Θα ψωνίσετε με πίστωσιν. Και τα δίδομεν λίγα, λίγα (Κτυπά η πόρτα). Έφθασε. Θα είναι αυτή (τρέχει και ανοίγει μόνη της).
Μ α ρ ί α (εισέρχεται με το κουτί της ζωγραφικής της) Καλή μέρα σας
(Χαιρετά την κυρίαν Μεμιδώφ, και όλους τους άλλους).
Λ έ λ α. Μας εξεχάσατε….
Μ α ρ ί α. Δεν σας εξέχασα (στενοχωρημένη) Αλλά έλειπα. Δεν ήμουν εδώ. Τώρα θα εργασθώ πολύ…. Και με μια δυώ πόζες τελειόνομεν…
Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. Να ξεκουρασθήτε. Να πάρετε ένα νερό.
Μ α ρ ί α. Ευχαριστώ. Δεν θα πάρω τίποτε. Δεν πρέπει να χάνωμεν καιρόν.
Λ έ λ α. Ημείς δεν θα σας εμποδίσωμεν, αλλ' ούτε και θάχωμεν την ευχαρίστησιν να μείνωμεν μαζή σας. Δυστυχώς έχομεν δώσει συνέντευξιν για να πάμε εις τη μοδίστρα και στα μαγαζειά.
Μ α ρ ί α. Ο καθένας τη δουλειά του.(Προς την κυρίαν Μεμιδώφ).
Λοιπόν πού θα εργασθώμεν;
Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. (Ανοίγει την πόρτα του πλαϊνού δωματίου). Εδώ εις το πλαϊνό δωμάτιον. Εδώ που εργασθήκατε και την άλλη φορά. Τα έχομεν όλα έτοιμα. Ορίστε (Περνά πρώτη και την ακολουθούν η Μαρία και αι άλλαι. Μένει μόνη η Ολγίνα επί της σκηνής).
Ο λ γ ί ν α. (από την πόρτα) Να σας κλείσω μήπως το φως απ' εδώ σας ενοχλεί. (κλείει. Έπειτα βάζει τα γάντιά της και φαίνεται να ζητή την σημείωσιν, όπου έγραψεν η Λέλα) Ουφ! που είναι αυτή η σημείωσις!
Σκηνή Δ'.
Ολγίνα και Ελένη.
Ε λ έ ν η (εισέρχεται με πρωινόν φόρεμα εξόδου, πολύ elegante και κομψή μέχρι προσποιήσεως) Καλή μέρα, Ολγίνα. Αί! Είσθε έτοιμες; Δεν πιστεύω νάργησα.
Ο λ γ ί ν α. Δηλαδή! Ήλθες μισή ώρα πριν και θα μας περιμένης, γιατί έχομε να πάμε μια στιγμή στη ράφτρα για δοκιμές.
Ε λ έ ν η. Μα η θεία μούγραψε σήμερα πρωί, πρωί, να είμαι εδώ στης εννηά ακριβώς.
Ο λ γ ί ν α. Εκτός αν θέλης νάρθης μαζή μας, για να πης το γούστο σου.
Ε λ έ ν η (βγάνει τα γάντια της)Ευχαριστώ· δεν έχω καμμιά όρεξι να τρέχω στης ράφτρες. Και ο Κώστας;
Ο λ γ ί ν α. Εβγήκε. Και θάρθη στης εννηάμιση να μας πάρη από τη ράφτρα.
Ε λ έ ν η. Μήπως θάρθη απ' εδώ πριν;
Ο λ γ ί ν α. Ναι.
Ε λ έ ν η. Τότε κάθομαι. Έχω να γράψω ένα γράμμα, για να το ρίξω εις την πόστα κατεβαίνοντας. Χαρτί;
Ο λ γ ί ν α. Έχει εκεί ό,τι χρειάζεται (δείχνει το γραφείον). Au revoir λοιπόν (βγαίνει).
Ε λ έ ν η. Au Revoir (κάθεται, ανοίγει το συρτάρι, πέρνει χαρτί και γράφει. Τελειόνει το γράμμα της, το διαβάζει, το βάζει εις φάκελλον).
Σκηνή Ε'.
Ελένη και Κώστας.
Κ ώ σ τ α ς (εισερχόμενος έξαφνα, σταματά μόλις βλέπει την Ελένην)
Πώς! μόνη! Η μαμά, τα κορίτσια δεν κατέβηκαν ακόμη;
Ε λ έ ν η. Ούτε καλή μέρα, δεν μου είπες. Πώς άλλαξες, καϋμένε
Κώστα. Άλλοτε, όταν μ' εύρισκες μόνη έκανες σαν τρελλός από χαρά.
Και τώρα που έχω μάλιστα και τόσα νέα να σου πω.
Κ ώ σ τ α ς. Ενόμιζα ότι τα νέα σου θα τάλεγες τώρα εις άλλον. Και ότι ημείς δεν έχομεν τίποτε να πούμεν.
Ε λ έ ν η (σηκόνεται και τον πλησιάζει). Μπα, έτσι νομίζεις; Λάθος, φίλε μου. Άνθρωποι που έζησαν τόσον καιρόν όπως ημείς. (Τον πέρνει από το χέρι). Έλα λοιπόν μέσα. Ή φοβάσαι να μείνης μόνος μαζή μου;
Κ ώ σ τ α ς (την απωθεί) Ναι, σε φοβούμαι· είσαι γυναίκα επικίνδυνη.
Ε λ έ ν η. Για την αρετήν σου; Θεέ μου! Πώς αλλάζουν οι καιροί!
Άλλοτε εφοβούμην εγώ να μείνω μόνη.
Κ ώ σ τ α ς. Δεν εννοώ να κλέπτω δικαιώματα άλλου.
Ε λ έ ν η. Τι ενάρετος! Τι ηθικό παιδί! (Τρέχει με τρόπον απ' οπίσω του, τον σπρώχνει ολίγον, κλείει την πόρτα με το κλειδί).
Κ ώ σ τ α ς. Τι κάνεις; Μπορεί να κατέβουν και να μας εύρουν κλεισμένους εδώ.
Ε λ έ ν η Δεν υπάρχει φόβος. Όλοι λείπουν. Η μαμά σου και ο θείος παν να συνοδεύσουν την κ Βιλή, που φεύγει. Τα κορίτσια παν εις την μοδίστρα, όπου θα σε περιμένουν, ως και μένα για τα μαγαζειά. Ώστε, είμεθα μόνοι.
Κ ώ σ τ α ς Αδιάφορον! (διευθύνεται προς την θύραν).
Ε λ έ ν η. (Τρέχει, στέκεται εμπρός στην πόρτα και ανοίγει τα χέρια της). Δεν σ' αφίνω να περάσης. Η τύχη μου ευκολύνει την συνάντησιν αυτήν, που είχα σκοπόν να σου ζητήσω.
Κ ώ στ α ς (στέκεται και σταυρόνει τα χέρια του). Μήπως ο πολυτάλαντος μνηστήρ έχασεν εις το χρηματιστήριον και μαζή με τα πλούτη του επέταξε και η αγάπη σου!
Ε λ έ ν η (τον πλησιάζει, ώστε το πρόσωπόν της να εγγίζη σχεδόν το δικό του. Με πάθος). Όχι, αγάπη μου! Εγώ! απέκτησα χρήματα Δεν έμαθες λοιπόν την μεγάλην είδησιν; Είμαι κληρονόμος είκοσι χιλ. λιρών και περιμένω μια λέξι σον, ένα νεύμα σου, για να στείλω τον πλούσιον μνηστήρα απ' εκεί που ήλθε.
Κ ώ σ τ α ς. Μπα! Τόση θυσία!
Ε λ έ ν η Κακέ! Δεν κάνω καμμιά θυσία. Ξέρεις ότι πάντα σ' αγαπούσα σαν τρελλή και πάντα θάμενα δική σον, μ' όσους γάμους κι' αν έκανα. Μα πτωχοί κι' οι δύω μας, πώς θα ζούσαμεν! Η μητέρα σου μου το είχε πη καθαρά. Ο γάμος αυτός, Ελένη μου, δεν μπορεί να γίνη και δεν θα γίνη!.
Κ ώ σ τ α ς. Και τώρα;
Ε λ έ ν η. Με είκοσι χιλιάδες λίρες δεν υπάρχει φόβος να πεθάνωμεν εμείς από πείνα και η αγάπη μας από γρύνια. Η μητέρα σου, άμα χαρίσωμεν της πέντε για το γάμο της Ολγίνας, θα επιτρέψη…
Κ ώ σ τ α ς. Όλα αυτά έρχονται αργά. Σε συμβουλεύω να σφίξης την καρδιά σου, αν υποτεθή ότι έχεις, να ξεχάσης τα περασμένα και να γυρίσης πάλι εις την χρυσήν αγκαλιά του Ανδρέα σου. Εγώ δεν είμαι πλέον…
Ε λ έ ν η Έχεις άλλους έρωτας το ξέρω…. Με την Αθηναίαν σου, το νέον σου θύμα…..Η κακές γλώσσες μάλιστα λεν ότι το ταξείδι σου εις την Ασίαν έγινε με συντροφιά…
Κ ώ σ τ α ς. Διάβολε. Είσαι πολύ καλά πληροφορημένη.
Η Ελένη (κάθεται). Καλλίτερα από όσο νομίζεις. Όλον αυτό τον καιρό η καρδιά μου, ο νους μου σε ακολουθούσαν….
Κ ώ σ τ α ς (σηκώνεται). Tiens, Tiens! Τι περίπλοκο πράγμα ο νους και η καρδιά μιας γυναικός του είδους σου. Ώστε όταν έδιδες τα χείλη σου εις τον άλλον, η καρδιά σου πετούσε σε μένα.
Ε λ έ ν η (ορμά, πέρνει το κεφάλι του και τον φιλεί). Ποτέ εκείνος δεν με είδεν εμπρός του έτσι. Ποτέ μαζή του δεν ησθάνθην ό,τι αισθάνομαι μαζή σου. Η αγάπη μου, η τρέλλα μου, το πάθος μου, ούτε έσβυσε, ούτε θα σβύση. Θυμήσου, Κώστα μου, θυμήσου πόσο ευτυχείς είμεθα. Πώς έλεγες ότι καμμιά άλλη γυναίκα δεν σε έκανε τόσον ευτυχή. Κώστα, αγαπημένε μου, είμαι δική σου και είσαι δικός μου…
Κ ώ σ τ α ς. Όχι, δικός σου. Όχι. Είναι αργά πειά. Όλες η γυναίκες αγαπούν το ίδιο. Όμως όλες δεν ξέρουν να λένε ψέματα, όπως εσύ. Τώρα δεν τα πιστεύω πειά τα μάτια σου. Είναι μάτια πονηρά και ψεύτικα.
Ε λ έ ν η. (λυπημένη και σχεδόν κλαίουσα). Είσαι κακός, Κώστα. Είσαι άδικος· χωρίς καρδιά. Τι φταίω εγώ, για ό,τι έγεινεν; η μητέρα σου ηύρε τον πλούσιο γαμπρό, η μητέρα σου με παρακίνησεν, μ' εβίασε, μ' εφοβέρισε. Ω! αν ήξερες πόσο επολέμησα, πόσο αντιστάθηκα, πόσα δάκρυα έχυσα. Αλλά τι νάκανα. Όλοι οι δικοί μου με είχαν πολιορκήσει. Κατήντησε κι εις τον Ανδρέα να καταφύγω, να του 'πω πως δεν τον αγαπώ, για να σωθώ. Και ξέρεις τι μου είπεν: Εγώ σ' αγαπώ. Σ' εμένα αρέσεις. Κι' αυτό φθάνει Με τον καιρό θα μ' αγαπήσης. Τι νάκανα λοιπόν; Μα τώρα πούχω χρήματα. Ω! τώρα, είμαι δική σου, Κώστα.
Κ ώ σ τ α ς. Είναι αργά τώρα πειά Ελένη. (Σηκόνεται και περιπατεί στενοχωρημένος). Εγώ δεν ανήκω πειά εις τον εαυτόν μου.
Ε λ έ ν η. (Κρεμά τα χέρια της εις τον λαιμόν του και τον κυττάζει κατάματα) Ανήκεις… εις εμένα….Για δες με! Για δες τα μάτια μου. Πειά άλλη ξέρει να σε βλέπη έτσι; Πειά να αγαπά όπως εγώ.
Κ ώ σ τ α ς. (ως υπνωτισμένος την αγκαλιάζει και αυτός και την φιλεί) Καμμιά, γόησσα! καμμιά, μάγισσα! Μόνον εσύ! Ναι! το ξέρω. Μόνο συ είσαι καμωμένη για μένα και γω για σένα. Μας έχει σφιχτά αλυσσοδεμένους το πάθος, η περασμένες τρέλλες, το μεθύσι της αγάπης. Της ψυχές μας της έχει σφραγίσει ένας κοινός πόθος, μια κοινή δίψα, κάτι που ένα χρόνο τώρα προσπάθησα να σβύσω εις άλλον έρωτα, εις ένα ευγενή έρωτα… και δεν το κατώρθωσα!
Ε λ έ ν η (χαρούμενη τον θωπεύει) Ώστε δικός μου και πάλι! Δικός μου πάντα. Τι χαρά!
Κ ώ σ τ α ς. (Την πέρνει κοντά του και κάθονται αγαπημένοι). Πώς σε ποθούσα και τι υπέφερα, όταν εσυλλογιζόμουν ότι άλλος…Τι δεν έκαμα για να σε ξεχάσω. Της πειό μεγάλες τρέλλες. Έπαιξα την ζωή μου ολόκληρη. Εθυσίασα το μέλλον μου…τη φιλοδοξία μου.
Ε λ έ ν η. Μα τι έκαμες λοιπόν;
Κ ώ σ τ α ς. Ό,τι και αν έκαμα είμαι δικός σου! Το όνομά σου ανέβαινεν εις τα χείλη μου, όταν μιλούσα στην άλλην
Ε λ έ ν η Και τώρα η αγάπη σου με την άλλην.
Κ ώ σ τ α ς. Ω η αγάπη μου εκείνη… είναι αγάπη καθήκοντος τώρα πειά. Και γι' αυτό δεν έζησε, ούτε όσο ζουν τα ωραία όνειρα. Ήταν το ναρκωτικό που έπινα για να σε ξεχάσω, και τώρα άρχισε να με κουράζη…
(Ακούεται έξω κάποιος θόρυβος, ως ανθρώπου περιπατούντος )
Ε λ έ νη (πετιέται, ανοίγει την πόρτα). Φεύγω. Κάποιος έρχεται. Δεν θέλω να μας εύρουν μαζή. (φεύγει. Ανοίγει η πλαϊνή θύρα και παρουσιάζεται η Μαρία ωχρά, με τα μάτια σβυσμένα)..
Κ ώ σ τ α ς (σαν τρελλός). Μαρία! Συ εδώ; Πότε ήλθες; Πώς ευρέθης εκεί; (την πλησιάζει).
Μ α ρ ί α Μ' έβαλεν η μητέρα σου εκεί. Μη μ' εγγίζης. Μου κάνεις φρίκην. Τα άκουσα όλα (πίπτει εις ένα κάθισμα και κλαίει).
Κ ώ σ τ α ς (κάθεται εις το πλάι της). Μαρία μου, συγχώρησε με. Μια παλιά συμπάθεια. Σου είχα εκμυστηρευθή την τρέλλαν μου αυτήν (δοκιμάζων να την εναγκαλισθή). Μαρία μου! Συγχώρησε με.
Μ α ρ ί α (τον σπρώχνει και φεύγει μακρειά). Μη με εγγίζης. Μου κάνεις φρίκη! Τα χέρια σου είναι ζεστά ακόμη από τα αγκαλιάσματα της άλλης, τα χείλη σου καίουν από τα φιλήματά της. (ωργισμένη). Μη με πλησιάζης… Μου κάνεις φρίκην! Φύγε!
Κ ώ σ τ α ς· Μαρία μου; με παρέσυρε. Άκουσε.
Μ α ρ ί α. Δεν θέλω να ακούσω τίποτε (ωργισμένη).
Κ ώ σ τ α ς. Δεν με αγάπησες λοιπόν ποτέ; Μαρία.
Μ α ρ ί α. Τολμάς να μου ομιλής για την αγάπην μου, την στιγμήν αυτήν, που είσαι ακόμη μεθυσμένος από τα λόγια της άλλης, που εις τα μάτια σου αντανακλά ακόμη η μορφή της, που εις τα αυτιά σου αντηχούν οι όρκοι της. Τι φρίκη! (Τον βλέπει με κάτι τρομερόν εις το βλέμμα). Και μου ετοίμαζες ολόκληρη ζωή αλυσοδεμένη με τέτοιες ατιμίες! Και ήρχουσουν τώρα να μου δώσης φιλήματα παγωμένα καρδίας νεκρής για μένα και χάδια που θα με πλήγωναν και ματιές που θάβριζαν την αγάπη μου!
Κ ώ σ τ α ς. Μαρία άου… Μην εξάπτεσαι!
Μ α ρ ί α. Και αργότερα όταν ο οίκτος σου θα καταντούσε περιφρόνησις και μίσος, θα εγένουσουν χυδαίος και βάναυσος και θα εθανάτονες εις το πνεύμα μου κάθε ωμορφιά και θα κατέστρεφες εις την πονεμένην ψυχή μου κάθε ευγένειαν…
Κ ώ σ τ α ς. Μαρία μου! Τα λόγια σου αυτά σε ζαλίζουν· σε κάνουν να τα χάνης, ν' απελπίζεσαι· αν μ' αγαπούσες, δεν θα μέκρινες τόσο σκληρά. Η μητέρα μου εδέχουνταν την ερωμένην του πατέρα μου και μέσα εις το σπίτι της ακόμη.
Μ α ρ ί α. Η μητέρα σου ήταν μια σκλάβα και ο πατέρας σου ένας Ανατολίτης τύραννος. Και η σκλάβες γεννούν άνανδρους και δειλούς και ψεύτες και προδότες! Μα το παιδί μου εμένα δεν θέλω, όχι, να σκορπίση γύρω του την συμφορά και την απόγνωσι.
Κ ώ σ τ α ς. Μαρία μου, ησύχασε.
Μ α ρ ί α (διευθύνεται προς την θύραν). Φεύγω. Θα σώσω τουλάχιστον το παιδί μου!
Κ ώ σ τ α ς (τρέχων οπίσω της με αγωνίαν). Μαρία, που θα πας;
Μ α ρ ί α (ορμά εις την θύραν του βάθους και με φωνήν απηλπισμένην λέγει) Εκεί, που η γυναίκες είναι άνθρωποι και όχι σκεύη μόνον ηδονής. Εκεί που η αγάπη δεν υβρίζεται και δεν προδίδεται όπως εδώ (φεύγει).
( Αυλαία )
ΠΡΑΞΙΣ Δ'.
(Αίθουσα ξενοδοχείου πλουσίως επιπλωμένη και στολισμένη με άνθη, δάφνας και κότινους. Η Μαρία Μύρτου με λευκά μαλλιά, ο υιός της νέος δέκα οκτώ ετών)
Η κ. Μύρτου ωραία ντυμένη με μαύρον πολύτιμον φόρεμα διαβάζει εφημερίδα, ενώ ο υιός της γράφει).
Μ α ρ ί α. Άκουσε Παύλε· (διαβάζει) «Εκείνος ιδία που εξέπληξεν όλον το Στάδιον, εκείνος που έχει το ρεκόρ και όπου έρχεται πρώτος εις την σειράν των Ολυμπιονικών είναι την φοράν αυτήν έλλην, είναι ο νέος Μύρτος· ωραίος σαν άγαλμα, ενθυμίζει τους εφήβους της αρχαιότητος, των οποίων το κάλλος απηθανάτιζεν η σμίλη των μεγάλων γλυπτών.»
Π α ύ λ ο ς, (την διακόπτει). Ω! μητέρα! Τι υπερβολικοί οι Έλληνες δημοσιογράφοι!
Μ α ρ ί α (τον αγκαλιάζει). Ό,τι κι' αν πουν, παιδί μου, δεν θα προσθέσουν τίποτε εις την υπερηφάνειάν μου και την δόξαν μου, εμένα, της ευτυχισμένης μάνας του Ολυμπιονίκου.
Π α ύ λ ο ς (την σφίγγει εις την αγκαλιά του). Η δόξα δική σου, μανούλα μου, και η τιμή αποκλειστικώς δική σου. Και τα στεφάνια μου (πέρνει δύο στεφάνια δάφνης και τα ρίπτει εις τα πόδια της) δικά σου. Και όλα αυτά τα άνθη και τα δώρα τα καταθέτω, καλή μου μανούλα, εις τον βομόν της τρυφερότητάς σου, της στοργής σου!
Μ α ρ ί α. Παιδί μου! Έκαμα το καθήκον μου…
Π α ύ λ ο ς. Το καθήκον σου! Αλλά ποιά μάρτυς και ποιά ηρωίς έζησεν όπως έζησες εσύ, έκαμεν ό,τι έκαμες εσύ, για να με σώσης; Κι' από παιδί καχεκτικό, άρρωστο, έκφυλο, σχεδόν ραχιτικό, από μια φύση νωθρά, κακή, να γείνω ό,τι είμαι σήμερα; θυμάσαι, μητέρα μου, όταν με πρωτοπήγες εις την ορθοπεδική γυμναστική, τι σούπεν ο γυμναστής γιατρός; Κυρία μου, το παιδί σας δεν θα γείνη ποτέ άνδρας σωστός, άνδρας δυνατός, γιατί έχει μέσα εις το αίμα του σπέρματα εκφυλισμού.
Μ α ρ ί α. Μη θυμάσαι, παιδί μου, τώρα περασμένα βάσανα.
Π α ύ λ ο ς. Τα θυμούμαι μόνο τόσο, όσο για να σε θαυμάζω πειό πολύ, μητέρα μου. (Σηκόνει τα χέρια του προς τα εμπρός) χέρια με τέτοιους μυς και στήθος με τέτοιο θώρακα, σκοτώνουν όλα τα σπέρματα του εκφυλισμού, ακόμη και εκείνα που θα βρίσκονταν εις το σοφό κεφάλι του δασκάλου μου.
Κα Μ ύ ρ τ ο υ. Τον καϋμένο! πώς αγαπούσε την Ελλάδα θυμάσαι, τι έλεγε πάντα; Μη λησμονής ότι είσαι Έλλην και έχεις την υποχρέωσιν να ήσαι ωραίος.
Π α ύ λ ο ς. Και ήμουν άσχημος τότε. Σχεδόν καμπούρης· θυμάσαι;
Μ α ρ ί α. Ξέχασέ τα τώρα παιδί μου, αυτά. Εις τη ζωή μόνο τα ωραία, τα ευχάριστα πρέπει να θυμούμεθα…
Π α ύ λ ο ς Μα θα είχα μνήμην αχάριστη και καρδιά σκληρή, αν έπαυα να θυμούμαι. Τους κόπους σου, μανούλα μου, την θυσίαν όλην της νεότητός σου, την αυταπάρνησίν σου… και της τόσες άλλες λύπες σου, που δεν μου της έλεγες και που της εμάντευα.. θυμάσαι το σπιτάκι της Division Street που είχες ζωγραφισμένους όλους τους τοίχονς με τα αγαπημένα μέρη των Αθηνών και της Πόλης και που μ' εμάθαινες κι' αυτήν κι' εκείνην την πατρίδα μου να αγαπώ. Και που μικρό παιδάκι, μου έλεγες τόσα ωραία παραμύθια, παρμένα από την αληθινήν μας ιστορία αλλά και από την ιστορία της πονεμένης σου ψυχής.
Μ α ρ ί α (Δακρύουσα.). θυμούμαι! Ναι, θυμούμαι! Αγαπημένο μου παιδί! καλό μου παιδί! Μεγάλη μου παρηγοριά εσύ.
Π α ύ λ ο ς. Και η ζωή σου όλη, μια ακούραστη, ατελείωτη ζωή δουλειάς και κόπων και ηρωισμού. Κ' έπειτα, όταν η δόξα ήλθε κι' όταν το έργον σου, η Τσιγγάνα σου, εβραβεύθηκε και τα χρήματα ήλθαν πολλά, πάρα πολλά, και η τύχη σου μειδίασεν από παντού.. Ω! μου είπεν όλες της θυσίες σου η Καίτη! Μου είπε ποίαν ευτυχίαν αρνήθηκες για να μείνω εγώ η μόνη, η αποκλειστική αγάπη σου.
Μ α ρ ί α. Η Καίτη! Αλλά τι ξέρει η Καίτη;
Π α ύ λ ο ς. Ό,τι έμαθεν από τον πατέρα της, όταν του είπεν, ότι αγαπώμεθα. Καλά, παιδί μου. Είναι τυχερό να γείνη μητέρα σου η αξιόλογος κ Μύρτου. Είναι δέκα χρόνια τώρα που της είχα προτείνη να γίνη γυναίκα μου και μητέρα σου. Κι' αν και τότε δεν ήταν ακόμη πλουσία, όμως αρνήθηκε. Δεν μπορώ, μου είπε, να μοιράσω την αγάπην που έχω στο παιδί μου με άλλον Του ανήκει όλη….
Μ α ρ ί α. Ο καλός ο κ. Δέρβυ! Η μεγάλη αυτή καρδιά. Εκείνο που δεν είπεν, είναι ό,τι μου επρότεινε να σε υιοθετήση και να μοιράση τα εκατομμύρια του εις εσένα και εις την Καίτην.
(Ακούεται το ηλεκτρικό κουδούνι).
Π α ύ λ ο ς (εις το τηλέφωνον με τα ακουστικά εις τα αυτιά) Ποιός;
(Ακούει, έπειτα από λίγο) ο ρεπόρτερ, ποιάς Εφημερίδος; (Ακούει)
Μάλιστα; Ας έλθη· (φεύγει από το τηλέφωνον με ύφος κάπως
απελπισμένον).
Μ α ρ ί α. Πάλι συνέντευξις! Και εδέχθης βέβαια;
Π α ύ λ ο ς. Ναι, μητέρα μου. Γιατί ξέρω πως θα σε δυσαρεστούσα αν δεν εδεχόμουνα. Έχεις τέτοια αδυναμία με όλο τον εδώ κόσμο, ώστε μου φαίνεται, πως κάθε άρνησις και στον τελευταίον άνθρωπον του τόπου θα σου προξενούσε μεγάλη λύπη.
Μ α ρ ί α. Έχεις δίκηο, παιδί μου. Εδώ και η πέτρες ακόμη μου φαίνεται νάχουν ωραία ψυχή….
Π α ύ λ ο ς. Μερικές πέτρες, ναι! το παραδέχομαι. Εκείνες έξαφνα που βαστούν τον Παρθενώνα….. Μα όχι πάλι υπερβολές, μητέρα μου.
Μ α ρ ί α. Αί! παιδί μου! Έχεις δίκηο. Εσύ δεν ξέρεις τι θα πη νοσταλγία της πατρίδος σου; της γης όπου γεννήθηκες, όπου μεγάλωσες, όπου ωνειρεύθηκες την πρώτην της ζωής σου χαράν, όπου επόνεσες, όπου επρωτόκλαψες. Δε ξέρεις τι θα πη δίψα, ν' ακούσης να μιλούν τη γλώσσα σου, να αισθάνωνται όπως αισθάνεσαι και συ, να ζουν με τα δικά σου τα ιδανικά, να πονούν μαζή σου για ένα κοινό πόνο! Δεν ξέρεις τι θα πη εξορία είκοσι χρόνων, από το σπίτι σου, όσο φτωχικό κ' αν ήταν, από τους δικούς σου, όπου τους έχασες ένα ένα, χωρίς ελπίδα να τους ξαναϊδής….
Π α ύ λ ο ς (δακρύζει). Μανούλα μου, καλή μου μανούλα!
Μ α ρ ί α (περισσότερο συγκινημένη). Ναι! Κι' ο τελευταίος άνθρωπος όπου μιλεί στο δρόμο, μου φαίνεται σαν να σκορπίζη αρμονίες μουσικής τριγύρω μου! (κτυπά η θύρα).
Π α ύ λ ο ς. Εμπρός.
Δ η μ ο σ ι ο γ ρ ά φ ο ς (εισέρχεται).
Μ α ρ ί α. Ωρίστε, κύριε… (του δίχνει κάθισμα).
(Δημοσιογράφος τείνων προς αυτήν το επισκεπτήριόν του).
Μ α ρ ί α. Περιττόν, κύριε! Όλοι σας έχετε γράψει τόσα ωραία πράγματα για τον Παύλο μου, ώστε να μην είσθε ξένοι για μας. Μας συνδέει η εκτίμησις, η ευγνωμοσύνη..
Δ η μ ο σ ι ο γ ρ ά φ ο ς. Ημείς, κυρία, έχομεν λόγους να ευγνωμονούμεν τον υιόν σας, γιατί μας έκαμε να αισθανθώμεν τόσο μεγάλας συγκινήσεις.
Π α ύ λ ο ς. Η ευγνωμοσύνη είναι βαρύ πράγμα, όταν δε μοιράζεται, τουλάχιστον μ' εκείνον, εις τον οποίον αρχικώς οφείλεται. Λοιπόν, κύριε, αρκετά έχουν γραφή για τον Παύλο Μύρτον. Ο πρωταθλητής, ο πραγματικός Ολυμπιονίκης είνε η κ Μύρτου, η μητέρα μου! Και ακριβώς τη στιγμή που ήλθετε εδώ, της μετεβίβαζα τα βραβεία μου…
Δ η μ ο σ ι ο γ ρ ά φ ο ς (ιδιαιτέρως). Πρώτης τάξεως δημοσιογραφική επιτυχία! (Προς τον Παύλον). Ευχαριστώ, κύριε, γιατί μου παρέχετε την ευκαιρίαν να δώσω εις τας Ελληνίδας μας μίαν ωραίαν εικόνα μητέρας και ένα έξοχον παράδειγμα.
Μ α ρ ί α. Παύλε, παιδί μου. Κύριε, σας παρακαλώ. Μην τον ακούετε.
Δ η μ ο σ ι ο γ ρ ά φ ο ς. Την φωτογραφία της κυρίας. Ω! πρέπει, χωρίς άλλο να δημοσιεύσωμεν την εικόνα σας.
Μ α ρ ί α. Δεν έχω φωτογραφίαν…
Π α ύ λ ο ς. Σταθήτε. Έχω γω. Πάω να σας την φέρω αμέσως.
Μ α ρ ί α (τρέχει πίσω του). Παύλε, παιδί μου. Σε παρακαλώ (επιστρέφει προς τον δημοσιογράφον). Κύριε, σας παρακαλώ, περιορισθήτε εις ό,τι αφορά τον Ολυμπιονίκην. Μην ανακατόνετε της γυναίκες με της παλαίστρες. Δεν είναι ακόμη καιρός, εδώ, τουλάχιστον. Μη ξεχνάτε πώς οι αρχαίοι απηγόρευαν και την είσοδον ακόμη του Σταδίου.
Δ η μ ο σ ι ο γ ρ ά φ ο ς. Πώς το εύρετε το Στάδιον, Κυρία; ποιά υπήρξεν η πρώτη σας εντύπωσις, όταν το είδετε;
Μ α ρ ί α. Μια λευκή οπτασία κάτω από ένα γαλανό όνειρο. Μια μεγάλη κολυμπήθρα εμορφιάς, που οι καιροί εφύλαξαν τόσους αιώνες, για να βαπτισθή σήμερα μέσα εις το άγιο φως της η Ελληνική φυλή.
Δ η μ ο σ ι ο γ ρ ά φ ο ς. Ώστε αι παλαίστραι της Αμερικής είναι πολύ κατώτεραι; Και δεν υπάρχει ούτε εκεί ακόμα εις την χώραν των μεγάλων, τίποτε, που να μπορή να συγκριθή με το Στάδιον.
Μ α ρ ί α. Το Στάδιον είναι ασύγκριτον κύριε. Γιατί είναι η αθάνατη αγκάλη, που η Ελλάδα μας, η μητέρα του παληού καλού καιρού εφύλαξεν εις τα κατάβαθα της γης, για ν' αγκαλιάση σήμερα τα νέα παιδιά της, δυναμωμένα και γερά και να τα στεφανώση ήρωας….