WeRead Powered by ReaderPub
Η νέα γυναίκα: Δράμα εις πράξεις τέσσαρας cover

Η νέα γυναίκα: Δράμα εις πράξεις τέσσαρας

Chapter 8: Η ΓΥΝΑΙΚΑ
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

A four-act domestic drama follows a bourgeois household whose members negotiate love, arranged marriage, and social display across scenes set in Constantinople and Athens. A matriarch insists on a planned match while younger women advocate education, artistic work, and personal choice; a female painter and a son’s divided affections intensify conflicts between social convenience and emotional autonomy. Episodes move from dressing-room bustle to family confrontations and quieter exchanges that reveal hypocrisy, material ambition, and emerging feminist ideas. The play stages interpersonal clashes to explore shifting gender expectations and the tension between tradition and modern self-determination.

Δ η μ ο σ ι ο γ ρ ά φ ο ς θαυμάσια ιδέα! (σημειώνει εις το καρνέ του).

Π α ύ λ ο ς (έρχεται με μια φωτογραφία στο χέρι).

Μ α ρ ί α. Παύλε, παιδί μου σε παρακαλώ…

Π α ύ λ ο ς Ελάτε, Κύριε, εδώ η μετριοφροσύνη τη μητέρας θα μας εμποδίση να τα πούμε. Αν θέλετε να περάσετε εις το δωμάτιόν μου;

Δ η μ ο σ ι ο γ ρ ά φ ο ς (υποκλινόμενος). Χαίρετε, Κυρία. Και σας ευχαριστώ.

Μ α ρ ί α! (ενώ αυτοί εξέρχονται). Παρακαλώ. Κύριε, μη πιστεύετε εις όσα θα σας πη το κακό αυτό παιδί. (Υπηρέτης κτυπά).

Μ α ρ ί α. Άλλος. Θεέ μου! είμαι αφανισμένη από τας συγκινήσεις… εμπρός.

Υ π η ρ έ τ η ς (εισέρχεται). Κυρία, ένας κύριος ζητεί να τον δεχθήτε. Λέγει ότι ήναι απόλυτος και επείγουσα ανάγκη να τον δεχθήτε. Έχει έλθει τόσες φορές.

Μ α ρ ί α. Θα είναι πάλι κανείς δημοσιογράφος, χωρίς άλλο. Ο ένας πάει και ο άλλος έρχεται. Ας έλθη. (Ο υπηρέτης εξέρχεται) οι καϋμένοι γράφουν με τόση καρδιά για τον Παύλο μου. (κτυπά η πόρτα).

Κ ώ στ α ς (εισέρχεται με γκρίζα γένεια και με gris costume).

Μ α ρ ί α (τον βλέπει) Ο κύριος! Ά! Θεέ μου!

Κ ώ σ τ α ς. Κώστας Μεμιδώφ

Μ α ρ ί α (κλονίζεται και ρίπτεται εις ένα κάθισμα).

Κ ώ σ τ α ς. Εγώ! Μαρία. Ένας μεγάλος ένοχος κ' ένας μεγάλος δυστυχής.

Μ α ρ ί α. Δυστυχής!

Κ ώ σ τ α ς. Πολύ, Μαρία. Ένας ναυαγός της ζωής, που έζησε της οκτώ αυτές ημέρες των αγώνων σαν κολασμένος. Που μέσα, κει, εις την λευκή του Σταδίου λάμψι, στην εορτή της ώμορφης νεότητος, στη δόξα την υπέρλαμπρη του αθλητισμού, έννοιωσεν όλη την αθλιότητα της ιδικής του της ζωής, όλο το πόνο και την απόγνωσι μιας ευτυχίας, όπου αυτός κατέστρεψε με τα ίδια του τα χέρια.

Μ α ρ ί α. Αλλά ποίος σου είπε;

Κ ώ σ τ α ς. Η καρδιά μου, Μαρία, η καρδιά μου. Γιατί μέσα στα βάθη της εφύλαξα πάντα ένα μικρό κι' αγνό κι' ωραίο μέρος, κ' έκρυψα κει ό,τι από την ανάμνησίν σου μου έμεινε καλό κ' ευγενικό. Ναι! μέσα στη ζωή μου, την ψεύτικη, την κτηνώδη των είκοσι αυτών χρόνων, η μόνες στιγμές αληθινής χαράς που αισθάνθηκα, ήσαν εκείνες που μου θύμιζαν την περασμένη μας ευτυχία. Τα γραμματάκια του παιδιού μου, πούρχονταν τακτικά μια φορά το χρόνο, για να μου πουν, Μαρία, πως μια μεγάλη καρδιά, μία μητέρα υπέροχη επάλαιε εκεί κάτω κ' ενικούσε. Η φωτογραφίες που μούστελνες του παιδιού αυτού, που ήταν το παιδί μου, Μαρία, και 'που θα το ξεχνούσα, άκαρδος όπως είμουνα, αν εσύ δεν εφρόντιζες να μου το θυμίζης και να με κάνης να τ' αγαπώ. Όλα αυτά ύψωσαν μέσα στην ψυχήν μου ένα θρόνο ξεχωριστό, καμωμένο από αχτίνες φωτεινές κι' από τρυφερότητα κι' από στοργή πατέρα, που μέσα εις την τρέλλα της ζωής της ψεύτικης και μέσα στων φρικτών οργίων την κούρασι και την εξάντλησι και την αηδία μούδιδε πάντα την ελπίδα μιας ζωής που θάμοιαζεν ανάστασι…

Μ α ρ ί α. Που με το σκάνδαλο το φοβερό εκείνο έσβυσε, εχάθηκε. Ως τότε το παιδί μου ήξερε πώς είχε ένα πατέρα δυστυχή. Μα από τότε που το φρικτό το σκάνδαλο έσβυσε και το δικό μου τ' όνειρο εκείνο μιας νέας και ευτυχισμένης χαραυγής, από τότε που κι' δικές μου η ελπίδες χάθηκαν, το παιδί μου έμαθε πως δεν είχε πειά πατέρα.

Κ ώ στ α ς (σκύφτει ως ένοχος). Ναι! ήταν φρικτό! Είχα γίνει πειά το κτήνος, το ακράτητο, που πίνει και παίζει και πλαστογραφεί, όπου δε σταματά μπροστά σε καμμιά ατιμία, που βλέπει γύρω του κ' εμπρός του και πίσω του μια άβυσσο, ένα σκοτάδι, μια κόλασι (κλαίει). Μαρία, γιατί να φύγης και να μ' αφήσης μόνο; Εσύ θα μ' έσωζες, αν έμενες;

Μ α ρ ί α. Έφυγα για να σώσω το παιδί μου. Για να μη γίνω, κ' εγώ σαν της γυναίκες πούχες γύρω σου. Το ψέμα γεννά το ψέμα κι η ατιμία τον ψυχικό θάνατο. Κ' εγώ ήθελα να σώσω την ψυχή μου και την έσωσα. Εγώ μέσα στο πένθος και στα δάκρυα που έζησα είκοσι χρόνια τώρα, εφύλαξα μια καρδιά μάνας ώμορφη κι' αμόλυντη κι' αγνή. Και σαν καθρέπτη καθαρό και άδολο, που βλέπει το παιδί μου μέσα, χωρίς να κοκκινίζη και χωρίς να πονή. Τα παιδιά πρέπει να χαίρωνται, να γελούν, όσο είναι παιδιά ακόμη. Δεν πρέπει να μαυρίζη την ωραία τους ψυχή της συμφοράς ο πόνος. Δεν πρέπει ούτε του πατέρα, ούτε της μάννας η ντροπή εκείνα να πληγώνη.

Κ ώ σ τ α ς. Το είχα καταλάβη, πως έμαθες εκείνη την καταστροφή και είχα νοιώσει πως δεν είχα πειά την άδεια να λέγωμαι πατέρας. Και γι' αυτό από την ημέρα κείνη την άτυχη, ούτε σε σένα, ούτε σε κείνο έγραψα. Μόνο αργά και που εμάθαινα από ένα φίλο μου στην Αμερική, τι γίνεσθε. Έξαφνα ολίγες μέρες πριν από τους αγώνας έλαβα ένα τηλεγράφημα που μούλεγε πώς ο γυιός μου έφυγε με τους αθλητάς για τους αγώνας.

Μ α ρ ί α. Ποίος; Ο κ. Δέρβυ ίσως…

Κ ώ σ τ α ς Ίσως· τώρα στα τελευταία είχα πηα βαρεθή να ζω, όπως εζούσα και όπως ζουν οι άνθρωποι, που βλέπουν κλεισμένη μπροστά τους κάθε πόρτα και κάθε δρόμο σωτηρίας. Παντού απόπου κι' αν επέρασα άφηκα πίσω μου ερείπια. Παντού όπου το πόδι μου επάτησε, είχαν φυτρώσει αγκάθια φαρμακερά, που πλήγωναν και μένα και όλους τους δικούς μου. Όταν η είδησις εκείνη έφθασε, μου φάνηκε σαν να εγίνουνταν γύρω μου φως. Μια τελευταία ελπίδα ζωής καλής, ζωής ωσάν εκείνη που ζήσαμε μαζή της πρώτες μέρες του γάμου μας, μου φάνηκε σαν να φωτοβολούσε στην ψυχή μου. Δεν έχασα καιρό. Έφυγα αμέσως. Κ' έφθασα εδώ την πρώτη μέρα των αγώνων Κ' αμέσως χωρίς στιγμή ν' αφήσω, έτρεξα στο Στάδιον.

Μ α ρ ί α. Κ' ήσουν εκεί! Κ' είδες τον θρίαμβον του Παύλου μας! Δεν είναι αλήθεια πώς είναι ωραίος και γερός.

Κ ώ σ τ α ς. Ω Μαρία! ό,τι κι' αν πω, τίποτα δε μπορεί να συγκριθή με όσα υπέφερα της δέκα αυτές ημέρες. Τον Παύλο, το παιδί μας, το ανεγνώρισα ευθύς από την πρώτη τη στιγμή που επαρουσιάσθηκε στο στίβο, μόλο το ψεύτικο όνομα, που πήρατε, είκοσι χρόνια τώρα. Κ' όμως δεν ετόλμησα ούτε το βλέμμα του να αντικρύσω, ούτε ως ξένος άγνωστος της τύχης, το χέρι του να σφίξω. Και η καρδιά μου η νεκρή σε κάθε χαρά και σε κάθε συγκίνησι ελαχταρούσε, εφτερούγιζε, εμεγάλωνε, Μαρία, τόσο που μου φάνηκε… πώς να σου πω, σαν με τον κόσμο όλο να συμφιλιώθηκε (συγκινείται, κλαίει).

Η Μ α ρ ί α, (δακρύζει και αυτή και με συγκίνησιν τον πλησιάζει)
Πτωχέ μου φίλε! Τι μαρτύριον!

Κ ώ σ τ α ς. Κάθε νίκη του, κάθε φορά που η σημαία μας, που τώρα μόλις μέσα εκεί στο Στάδιο την ωμορφιά της εκατάλαβα—κάθε φοράν που υψώνουνταν εις τον ιστό, και τόνομα του Παύλου μας αντιλαλούσε δοξασμένο, μέσα σε όλου του κόσμου εκείνου την αναβοή, μέσα στον ενθουσιασμό τον έξαλλο και τα χειροκροτήματα και την λαχτάρα και την άγια χαρά… Ω! Μαρία! Μου φαίνονταν πως κι' η δική μου η ψυχή, ψηλά εκεί μεγάλονε και ψήλωνε με το γαλάζιο σύμβολο μιας υπερήφανης στιγμής, και γίνουνταν αγνή και ώμορφη και νέα και αναγεννημένη πάλι και ξαναβαφτισμένη μέσα εις του παιδιού μου τη χαρά, τη νίκη και το θρίαμβο… Και χθες, Μαρία, κάθε κλαδί αγριεληάς της Άλτεως, κάθε στεφάνι απ' αυτά εδώ, ήταν για μένα σύμβολο του μεγαλείου του δικού σου, αλλά και ταπείνωσις και εντροπή δική μου.

Μ α ρ ί α. Εγώ! Έκαμα ό,τι θάκανε κάθε μάννα στη θέσι μου

Κ ώ στ α ς. Όχι, Μαρία, για δε με μένα, τι μ' έκαμεν η μάννα, μου; Για δες την εντροπή μου και την ερημιά και την απελπισία μου… Η μάνα μου, η αρχόντισσα, όπως έλεγε, η ώμορφη της Πόλης, που μούδωκε την άχαρη ωμορφιά της… και τη ψυχή της ράτσας της της έκφυλης, και το μυαλό το χαλασμένο εις τα ψέματα! Η μάννα μου! Ας όψεται! Ας είν' καταραμένη!

Μ α ρ ί α (κλαίει) Ω! μη! δυστυχισμένε! Τι έφταιξε κι αυτή. Έγεινεν ότι την έκαμεν η πρόληψις η ψεύτικη και της σκλαβιάς τα σίδερα, και η παληές ιδέες, και η τύφλωσις του νου, και του μωρού του κόσμου τα παινέματα…

Κ ώ σ τ α ς. Ενώ εσύ, Μαρία, μεγάλωσες ένα παιδί, σαν ήρωα, ένα θριαμβευτή της πειό καλής, της πειό αληθινής ζωής, ένα λεβέντη ευτυχισμένο και γενναίο και σοφό. Και με τα δυό σου χέρια, εσύ η γυναίκα, εσύ η μεγάλη της ζωής νικήτρια, το πλούτισες με κάθε πλούτο και με κάθε θησαυρό Γιατί το ξέρω! Τον έκανες και πλούσιο εσύ τον Παύλο, εσύ με τη δουλειά σου, με την τέχνη σου, με τα χρυσά σου χέρια. Και είσθε τώρα, ευτυχισμένοι σεις οι δυό άξια συ μητέρα του παιδιού σου και το παιδί σου άξιο μίας τέτοιας μάνας! Ω! Μαρία! Γιατί δεν ελυπήθηκες κι' μένα, γιατί δεν μ' αγαπούσες τόσο. Γιατί η μητέρα να σκοτώση τη γυναίκα μέσα στα βάθη της ωραίας σου ψυχής;

Μ α ρ ί α. Γιατί ήμουν νέα και εγώ, με όνειρα και με περήφανη ψυχή. Γιατί ήταν η αγάπη μου ωραία τόσο, που μόνο εις τα υψηλά ιδανικά, και μόνο στην αλήθεια μέσα εύρισκε τροφή. Γιατί εκαταλάβαινα πώς αν δεν έφευγα ευθύς, σιγά, σιγά, θα σ' επεριφρονούσα και μίσος θα αισθανόμουνα και αποστροφή για σένα. Κ' έφυγα, γιατί εγώ δεν γεννήθηκα για να μισώ εκείνους π' αγαπούσα μια φορά… Γιατί δεν ήθελα τον άνδρα μου, τον πρώτο και τον τελευταίο έρωτά μου…

Κ ώ σ τ α ς. Μαρία μου, ώστε μπορώ ακόμη να ελπίζω;

Μ α ρ ί α. Αυτό ήταν το όνειρο που τόσα χρόνια έκαμα. Αυτήταν η ημέρα που φαντάσθηκα ευτυχισμένη και που με τόσην επερίμενα χαρά. Νάρθω να σ 'εύρω έξαφνα, μάνα υπερήφανη για το παιδί της, το καλό και τίμιο κι' εργατικό και σύζυγος που έμεινε πιστή στον πρώτο και στο μόνο της ζωής της έρωτα. Και πλούσια όπως ήμαι σήμερα θα σ' έπερνα να φεύγαμεν μακρειά με μια καινούρια αγάπη, που τόσο την δυνάμωσε του χωρισμού ο πόνος. Εις την λατρεία του παιδιού μας θα εξεχνούσαμεν κι οι δύω όλα τα περασμένα βάσανα.

Κ ώ σ τ α ς. Λοιπόν, Μαρία μου.

Μ α ρ ί α. Ω! θεέ μου! Αν έλειπε από τη ζωή σου, η συμφορά και η εντροπή εκείνη! Μα τώρα ο Παύλος είν' ανηλεής, αμείλικτος εις κάθε ζήτημα τιμής…. Και το παιδί αυτό αν μάθη πώς εσύ είσαι ο πατέρας του, θα μάθη άφευκτα και το τελευταίο σκάνδαλο της ζωής σου. Και δε θέλω εγώ, δεν πρέπει, Κώστα, το παιδί σου να σε κρίνη και να σε κατακρίνη.

Κ ώ σ τ α ς. Δυστυχία μου…..

Μ α ρ ί α. Όχι. Δεν πρέπει να μάθη ό, τι έμαθα εγώ, και ό,τι εσυγχώρησα. Αυτός είναι νέος, ευτυχισμένος, αδοκίμαστος από τη ζωή και γι' αυτό με χαρακτήρα αλύγιστο.

Κ ώ σ τ α ς. Ώστε κάθε παρηγοριά και κάθε ελπίδα χάνεται για μένα.

Μ α ρ ί α. Θεέ μου. Δεν ειξεύρω τι να πω! Τι να κάμω. Γίνου γενναίος, Κώστα, για την ευτυχία του. Το παιδί μας είναι η αύριον, είναι η ελπίδα και η χαρά. Και μείς είμεθα κείνοι που πέρασαν από ένα κακό, σκοτεινό, σάποιο της ζωής μονοπάτι. Είμεθα η χθες, το παρελθόν. Η ζωή εκείνου πλέει εις το φως, ενώ η δική μας είναι βουτηγμένη εις ένα μαύρο σκοτάδι. Και δεν πρέπει, όχι, να συνεφιάση, να σκοτινιάση την ευτυχία του παιδιού μας το ιδικό μας ψυχικό ναυάγιο… Οι δεσμοί, Κώστα, που ενώνουν τα παιδιά με τον πατέρα και την μάνα πρέπει να είνε πλεγμένοι με ωραία και μυρωμένα λουλούδια… Είτε μη γίνονται αλυσσίδες καταδίκων που πληγώνουν και πονούν και πικραίνουν όλη τους τη ζωή.

Κ ώ σ τ ας Έχεις δίκιο, Μαρία. Πρέπει να φύγω, δεν έχω θέσιν εδώ χωρίς να καταστρέψω την ευτυχία του. Κολασμένοι σαν και μένα δεν έχουν θέσι εις τον Παράδεισο. Είμαι καταδικασμένος.. (Τρέχει έξαλλος προς την θύρα. Η Μαρία σηκόνεται, κάνει ένα απηλπισμένο κίνημα, του δίδει το χέρι… Εκείνος γυρίζει το αρπάζει, της το φιλεί σαν τρελλός και τρέχει… Ο Παύλος μπαίνει εν τω μεταξύ στη πόρτα, ο Κώστας ορμά τον αγκαλιάζει, τον φιλεί και φεύγει λέγων). Σε συγχαίρω παιδί μου Ετίμησες την πατρίδα…

( Η Μαρία τρέχει ως για να τον φωνάξη. Ενώ ο Παύλος ρωτά). Ποιός είν' αυτός μητέρα που μ' έσφιξε με τόσο πάθος στην αγκάλη του;

Μ α ρ ί α (κρατούσα ένα λυγμόν). Ένας δυστυχής Παύλε που είχε κ' έχασε ένα παιδί σαν κ' εσένα.

Αυλαία

Η ΓΥΝΑΙΚΑ

Ένα γράμμα προς την κ. Καλιρρ. Παρρέν.

Αγαπητή Κυρία,

Θέλετε και τη γνώμη μου; Το δράμα σας φέρνει κάπου προς ένα ψήλωμα· για να φτάσουμε σ' ένα ψήλωμα μπορεί να περάσουμε όχι τόσο καλοστρωμένα μέρη. Δεν πειράζει Σαν ανεβή κανείς, βλέπει, και ξανασαίνει. Είναι και κάποια έργα που δεν έχεις τίποτε να παρατηρήσης· είναι σαν καλοκαθαρισμένα και σαν καλομαντρωμένα οικόπεδα· το πόδι σας δεν σκοντάφτει. Προτιμώ τα πρώτα.

Η «Νέα Γυναίκα,» Το έργον σας δε θελήσατε να το ξαναβαφτίσετε «Χειραφετημένη.» Συλλογιστήκατε ίσως το τ σ α λ ά κ ω μ α (να με συμπαθήσετε για την πρόστυχη λέξι και για όλα τα πρόστυχα του άρθρου μου), το τσαλάκωμα που κάνει στα γεμάτα από νόημα ονόματα το μεταχείρισμα των ονομάτων τούτων από τους έξυπνους και πρόχειρους τιμητές των πάντων Θυμάμαι πώς—εδώ και λίγα χρόνια, μπορεί κ' εγώ πρόχειρα—σημείωσα κάπου; « Η γυναίκα να χειραφετηθή! Και δε φροντίζω αν έβαλαν οι έξυπνοι στη λέξη, χ ε ι ρ α φ έ τ η σ ι ς κάποιο νόημα κοροϊδίας, ώστε να μη μπορή κανείς να τη μελετήση τη λέξη, χωρίς ο ίδιος να χαμογελάση πονηρά ή χωρίς να δη τους άλλους γύρο του να χαμογελάνε· και δε φροντίζω αν την ιδέα την άρπαξε για θέμα της η απονήρευτη Μούσα του Σουρή, όσο κι αν είναι περιγελάστρα. Νάρθη καμιά άλλη μούσα να μας πραγματοποιήση το ζήτημα από την άλλη την όψη του την αληθινή. Να χειραφετηθή η γυναίκα! Γιατ' είναι πράμα αστόχαστο να επιμένης πώς η γυναίκα δεν πρέπει να χειραφετηθή, δηλαδή δεν πρέπει νάβγη όσο της είναι βολετό από μέσ' από κάποια σκλαβιά, δεν πρέπει νάμπη όσο της είναι φυσικό μέσα στον κύκλο της σοφίας τον ολόφωτο γιατί τάχα τότε θα πάψη να είναι μητέρα και νοικοκυρά! Χωρίς να είναι στα σωστά βαθιά χειραφετημένη, ανακατώνεται σε όλα, σε όλα· τάχα δε βλάφτει τέτοιο ανακάτωμα τη νοικοκυροσύνη της και τη μητρότητά της; Νομίζω πώς ακέριος της γυναίκας ένας λυτρωμός από τη σκλαβιά της πρόληψης, κ' ένας υψωμός του νου της προς το φως το αληθινό, θα την έκανε και μητέρα καλήτερη και σωστότερη νοικοκυρά.» Σα να είστ' εσείς η «άλλη Μούσα» που πήρατε το ζήτημα από την όψη του την άλλη, την πιο αληθινή· αν και ό,τι χαρακτηρίζει το έργο σας, και, γενικώτατα, τα γραφόμενά σας, δεν είναι το φτέρωμα του μουσοθρεμμένου ποιητή, μα το περπάτημα του συγκρατημένου λογογράφου. Νέα γυναίκα; Βέβαια· η Μαρία Μύρτου έχει νιάτα κι ομορφιά· και η λέξη νέα είναι πλούσια από τρόπους σημασιολογικούς και θα μπορούσε κι απλούστερα κ' εντονώτερα να τιτλοφορηθή μ ί α γ υ ν α ί κ α. Η Μαρία Μύρτου είναι μία γυναίκα ανάμεσα στα γυναικάρια που την τοποθετάτε· εκεί που η γυναίκα είναι κούκλα, εκεί που είναι σκλάβα, εκεί που η κουκλοσύνη και η σκλαβιά γεννάνε κάθε είδους αθλιότητες και αχρειότητες με το τριπλό το σύνθημα της αχειράφετης γυναίκας: πώς να αρέσω, πώς να ψαρέψω, πώς να γελάσω! Η Μαρία Μύρτου, ίσως σα γυναίκα που είναι, σα να μη φαίνεται απ' αρχής πλάσμα πολύ απλό και ολότελα λογικό με τον εαυτό της. Τάχα να λυτρώθηκε ολότελα από τα παλιά η ηρωίδα σας; Κάποιος παρατηρητής μου ψιθύρισε σταυτί μου αμέσως ύστερ' από την παράσταση της «Νέας Γυναίκας».

— Η Μαρία Μύρτου, με όλο το μέρος που παίζει μιας γυναίκας δυνατής, δέρνεται από αδυναμίες, πρώτη αδυναμία της: ερωτεύεται τον Κώστα Μεμιδώφ, ένα ανάξιο. Δεύτερη αδυναμία της. Τη συγκίνησε η πρώτη βίζιτα της πεθεράς τόσο, ώστε να πιστέψη πως με τανθόκλαδα που θ'άστρωνε και που θα σκορπούσε προς τιμή της στο πάτωμα τ'αργαστηριού της θα μπορούσε να την εξιλεώση και μήτε που υπωπτεύθηκε απ' αρχής πώς θα πάθαινε των παθών της τον τάραχο μέσα στην αρχοντική σφηκοφωλιά των Μεμιδώφ. Τρίτη αδυναμία: η υπερβολική της η κατάπληξη από την απιστία του Κώστα της. Έπειτα η μεταμόρφωση της στην τελευταία πράξη σα να μας βρίσκη κάπως απροετοίμαστους. Έπειτα το φως αυτό που μας έρχεται από την Αμερική εγώ ο Αθηναίος κάτοικος της πιο λεπτοφώτιστης γης, όσο κι' αν ξέπεσα, το βρίσκω κάπως βάρβαρο φως και το αντιπαθώ. Έπειτα η σκληράδα της προς τον άντρα που δεν έπεσ' επί τέλους και σε κανένα μεγάλο κρίμα, παρά που βρέθηκε σε μια κρισιμώτατη ξαφνική στιγμή, που λυγίζει και τους δυνατούς, πιασμένος μέσα σε κάποια επιτήδεια στημένα βρόχια, αφού μάλιστα δοκίμασε ο άνθρωπος και να αντιοταθή όσο του είτανε βολετό· έπειτα η σκληράδα της προς τον άνδρα που δεν έκαμε παρά ό,τι κάνουν όλοι σχεδόν οι κύριοι, και κοντά σ'αυτούς, όσο και κρυφότερα απ' αυτούς, πόσες γοητευτικές ομόφυλες της Μαρίας! Η σκληράδα τούτη μου φαίνεται αδικαιολόγητη, μάλιστα ύστερ' από το μεταγνωμό του ανθρώπου και δείχνει κάτι τι αντικαλλιτεχνικά ξερό στο χαραχτήρα του θηλυκού ζωγράφου μας. Έπειτα η μεγαλόσκημη τεχνίτρα τούτη μας παραστάνεται να φροντίζη πιο πολύ για τα κέρδη της τέχνης της παρά για την τέχνη την ίδια. Το δράμα σα να μην ικανοποιεί όλα όσα προσμέναμε από τον τίτλο του.

Του αντιπαρατήρησα :

— Νομίζω πώς δεν έχεις δίκιο. Το δράμα είναι καμωμένο από συγγραφέα ωρισμένης φυλής· από ηθικολόγο κυνηγό κρισιμώτατων κοινωνικών ζητημάτων από ζωγράφο κι' από δικαστή· από συγγραφέα πρώτ' απ' όλα πραγματιστή. Το δράμα, ξετυλιμένο σε συνηθισμένο κόσμο, και χωρίς τίποτε που να μας ξαφνίζη στο δέσιμο του, είναι σοβαρό, σαν ακολουθία προτεσταντική στη λύπη του, και είναι, γενικώτατα λεπτά και επιδέξια ψυχολογημένο. Το σπίτι του Μεμιδώφ, σπίτι τιποτένιων μα ο καθένας απ' αυτούς έχει το δικό του γυάλισμα.

Είναι γεννήματα της φυλής τους και της γύρο τους ατμοσφαίρας· καρποί των τρανών δέντρων της Κληρονομιάς και της Κοινωνίας. Μια κόρη, μέσα στις δεσποινίδες Μεμιδώφ, που ταξίδεψε, και κάπως άλλαξε τον αέρα της, και σα να πήρε μυρουδιά από έναν κόσμο — που η γυναίκα αντίθετα με την ιδέα που έχουμε για κείνη και οι φράγκοι και οι ανατολίτες—είναι τύπος μιας αξιοθαύμαστης ενέργειας, είναι σα να στέκεται στα καρφιά, μολονότι ανήμπορη κι' αυτή, μέσα στο ανατολίτικο εκείνο, όσο κι αν είναι ευρωπαϊκά πασαλειμμένο, χαρέμι. Οι άλλοι, φραγκολεβαντίνοι του χειρότερου είδους· οι γυναίκες, πιο χαύνες και πιο δούλες, πιο ανήθικες και πιο ακίνητες, μέσα στο πεταλουδίσιο τους άπαυτο παράδαρμα, κι από τα θηλυκά των Τούρκων.

Ο πατέρας Μεμιδώφ ολοστρόγγυλος τιποτένιος δεν αξίζει ούτε να τον αντιπαθήσης· είναι διασκεδαστικός. Η κυρία Μεμιδώφ τιποτένια, με αγκάθια που σε πληγώνουν.

Ο Βενιαμίν της, ο κύριος Κώστας Μεμιδώφ, τιποτένιος! με λευκά γερόχτια· ο πιο επικίντυνος, αφού τον αγάπησε η μορφωμένη, μα πάντα παρθενική Μαρία. Αδιάντροπος, αφού μεθυσμένος από τον έρωτα της νεόνυμφης δέσποινάς του, χτυπά, κατάμουτρα τη μητέρα του, αραδιάζοντας το περίφημο γενεαλογικό δέντρο της οικογένειας Μεμιδώφ με μια κακία ανάξια πάντα ενός παιδιού, όσο κι αν της έπρεπε το μάθημα που δίνει της μητέρας του. Ασυνείδητος, αφού η αγάπη, η ειλικρίνεια, η ποίηση, και η εξαιρετική θέση της γυναίκας του δε στάθηκαν ικανά να τον κάμουνε να της αφωσιωθή. Το βλέπω κ' εγώ πως η φοβερώτερη στιγμή των κριμάτων του Κώστα δεν είν' εκείνη που τόνε βρίσκει η γυναίκα του με την Ελένη. Μάλιστα πρέπει να ομολογήσουμε πώς επροσπάθησε ο άνθρωπος στη αρχή όσο του είτανε βολετό να ξεφύγη από τα δίχτυα της Σειρήνας. Και θαρρετά σημειώνω πώς το ίδιο θα κάνανε στη θέση του και άντρες με πιο πολλή δύναμη και με φωτεινότερη συνείδηση. Θα μου πης, οι κακίες του Κώστα Μεμιδώφ μικροκακίες πάντα· μα τα μεγαλήτερα δεινά τα προξενούν τα μικρόβια και στη φυσική και στην κοινωνική τάξη· και πιστεύω πώς κάτου από το γυαλί του κοινωνιολόγου οι πιο τρανοί κακούργοι δεν είναι πάντα εκείνοι που ψοφάνε στο φρέσκο. Οι κακίες του Κώστα Μεμιδώφ χύνονται μέσ' από τους πόρους του όλους· δε βγαίνουν από πράξες του ωρισμένες· είναι στο αίμα του. Είναι ο πιο πολύ χωρίς χαρακτήρα μέσα στους άλλους τύπους των αχαραχτήριστων ολόγυρά του• εκεί που η Μαρία Μύρτου δεν είναι ό,τι λέμε τ ύ π ο ς, δεν αντικαθρεπτίζει ωρισμένων κοινωνικών κύκλων τα γνωρίσματα· είναι το άτομο που τραβά ξεχωρίζοντας· είναι ο χαραχτήρας· κ' η σύγκρουσή της με τους άλλους γεννά το δράμα. Η Μαρία Μύρτου είναι ζωγράφος. Μου φαίνεται πως το ζωγραφικό της τάλαντο είναι κάτι τι πιο πολύ συμβολικό, παρά πραγματικό. Είναι, καλά καλά, μια ευγενική δουλεύτρα. Δε μας ήρθε για να μας δείξη με τι τρόπο μια γυναίκα ζωγράφος θα πορευτή στη δείνα περίσταση της ζωής της, μήτε για να μας παραστήση κάποιες περιπέτειες της ζωής ή της ψυχολογίας ενός τεχνίτη, ή του τεχνίτη, τυπικά. Η Μαρία Μύρτου είναι μια γυναίκα επιδεχτική αγνών και γενναίων αισθημάτων, μα και για τούτο πάντα σε κίντυνο να πλανεθή μέσα σ' εκείνα κι από κείνα. Μα και γυναίκα δοκιμασμένη που λυτρώθηκε από πολλές πρόληψες του φύλου της. Ο λυτρωμός της έχει την καλλιτεχνική της μόρφωση μαζί αιτία κι αποτέλεσμα. Μαζί διανοητικά και κοινωνικά ανεξάρτητη. Μα δε μας δείχνεται ονειροπλέκοντας απάνου στη χίμαιρα της τέχνης Συχνά πυκνά ακούμε πως κερδίζει από την τέχνη της· και σα να θέλη να μας πη πως πάντα κέρδος έχει ο δουλευτής, πως ο χαμένος είναι πάντα ο αργός κι ο χαύνος. Η Μαρία Μύρτου είναι από τους τόσο σπάνια ευτυχισμένους τεχνίτες που δε βρίσκονται σε πόλεμο με τον κόσμο για τη τέχνη τους. Δε θα παραξενευόμουν αν εμάθαινα πως ακολουθά τη σχολή των ζωγράφων εκείνων που δεν αντιθέτουν και που δεν αντιχτυπούνε, μα που αρμονίζουν τα χρώματα. Αγαπά κι αφωσιώνεται· μα πιο πολύ δ ο υ λ ε ύ ε ι. Είναι θετική· αυτό το κύριο γνώρισμα της. Καταλαβαίνει. Εγώ δε θα δίσταζα να την πω και πεζή, ανεβάζοντας τη λέξη σε όλο το πλατύ και το σοβαρό της νόημα, αντίθετα προς την ποίηση του σύγνεφου, του άρρωστου, του ρωμαντικού. Ο έρωτας την πληγώνει, τη γλυτόνει η τέχνη της.

Συχνά πυκνά ο διαπλασμένος άνθρωπος έχει εξός από τη φυσική του πατρίδα, κι άλλη μια πατρίδα πνευματική. Της Μύρτου η πατρίδα είναι η Αμερική, ο σωστός κόσμος της ελεύθερης γυναίκας. Και δεν πιστεύω, μ' όσα κι αν κατηγορούν του αμερικανισμού οι σεβαστοί πάντα και αρισκοκρατικοί θησαυροφύλακες των κλασσικών παραδομένων, δεν πιστεύω να μπορή κάνεις τόσο εύκολα να τον καταφρονήση το μεγάλο και τον ολοκαίνουριο τούτο πολιτισμό, και να μην πάρη παραδείγματ' από κείνον, ακόμη και για ζητήματα της ιδέας και της τέχνης. Βέβαια, ένας απέραντος και πολυποίκιλος κόσμος, σαν την Αμερική, δε μπορεί να είναι σα μονοκόμματη Εδέμ σοφίας κι ομορφιάς. Παραδέχουμαι πως από κείθε μας έρχουνται και δείγματα σημαντικά μπακαλοσύνης και προστυχιάς. Μα η αμαρτωλή γερόντισσα η Ευρώπη πόσες ντροπές δεν κρύβει μέσα της! «Περίληψη της όλης γης» την είπε την Αμερική σ' ένα του ποίημα ο μεγαλόστομος Πίνδαρός της, ο Ουίτμαν. Ταστέρια των Ουάσιγκτων και των Φραγκλίνων, των Ποφ και των Έμερσον, των Ουίτμαν και των Ουΐστλερ, και τώρα τελευταία του Ουΐλλιαμ James, του περίφημου ιδρυτή της φιλοσοφίας του πραγματισμού μας έρχονται από κείθε Μα του κόσμου τούτου του πιο αληθινά νέου και πιο λυτρωμένου από τα παραδομένα των αιώνων που γίνονται πρόληψις, κι από την κατάχρηση της νεκρολατρείας, πρέπει να του λογαριασθή για μεγάλος έπαινος ότι χρόνια τώρα μάχεται κι' ολοένα κατορθώνει και γενναία συμπληρώνει μίαν επανάσταση· την επανάσταση από κείνες που προωρισμένες είναι ναλλάζουν την όψη τον κόσμου· την αναγνώριση της γυναίκας, ισότιμης σε όλα στο πλευρό του άντρα. Είναι ο τόπος που στυλώνει τεράστια αγάλματα στις γυναίκες. Ο θετικός νους ο αμερικανισμός, αν αγαπάτε, της Μαρίας Μύρτου την κάνει να μην πολυκυνηγά μέσα στο δράμα καλλιτεχνικές πόζες ιδεολόγου ονειροπλέχτη ανίσως και καλά θυμούμαι. Είναι αλήθεια πως καμιά φορά σα να παθαίνη από κρούσματα κάποιας ρητορικής, που δε με πολυσυγκινεί· η ζέστα της αγάπης της μ' αρέσει, όχι της λογιοσύνης οι ροκέτες. Η Μαρία Μύρτου μας έρχεται γυναίκα πάντα, πάντα βαλμένη να εκπληρώση παράπλευρα του αντρός της κάποιονε διαφορετικό, μα όμοια σοβαρό και κυρίαρχο προορισμό, πιο πολύ στοργής παρά ενέργειας, πιο πολύ της καρδιάς, παρά του νου υποκείμενο. Μα το καράβι της είναι καλά σαβουρωμένο. Στην αρχή μας δείχνεται σα μια παιδούλα καλοστόχαστη, με την αγάπη του άντρα της και της δουλειάς της, που δε βάνει το κακό ο νους της. Είναι αλήθεια πως το σκουλήκι της έγνοιας και μία μάντισσα υποψία μέσα στην αφωσίωσιν της καρδιάς της και μέσα στου λογισμού της το στέρεο δρόμο, σα να τη βασανίζη από καιρό σε καιρό.

Το παρουσίασμα της γύφτισσας σε μια σκηνή σα να μην είναι τίποτε άλλο, παρά το αντικειμενικό μετουσίωμα της υποψίας τούτης, του σκουληκιού το συμβόλισμα. Η νέα γυναίκα τούτη δεν υποδηλώνει τα εξαιρετικά της χαρίσματα σε γνώμες και σε φερσίματα παράξενα, επαναστατικά, αντικοινωνικά· σέρνει τη φυσική και την κοινωνική αλυσίδα της με τη στερεότητα της χειραφετημένης της ψυχής είν' ελεύτερη, γιατί υποτάσσεται. Χαίρεται με την επιτυχία της στο επάγγελμά της· χαίρεται με τον έρωτά της προς εκείνον, αρκετά γυναικείο, αρκετά τυφλό σαν κάθε έρωτας. Πλάθει ένα δύσκολο ταίριασμα μιας ομόζυγης, μιας μητέρας, μιας τεχνίτρας, μιας συντρόφισσας οδηγήτρας του άντρα και στο σπίτι και πέρ' από το σπίτι και παντού. Αισιόδοξη, πιστεύει προς στιγμή πως θα μπορούσε να τα βολέψη με τη μητέρα Μεμιδώφ και να γιομίση με την αρμονία της το σπίτι του άντρα της· και δεν κάνει τίποτ' άλλο παρά να ξαπολύση ίσα καταπάνου της όλες τις δύναμες της ξιπασμένης και πανούργας φαμελιάς.

Και λοιπόν που μας γίνετ' αισθητή η δύναμη της νέας γυναίκας; από που κυρίως την αναγνωρίζουμε; Οι ψυχολόγοι μας λένε πως κάποιο εξαιρετικό βάθος του ανθρώπου δεν ξεφανερώνεται πάντα και παντού σε κάθε περίσταση, μα έξαφνα και στις πιο σημαντικές και στις πιο κρίσιμες περιπέτειες της ζωής του. Από το νόμο τούτο μας λένε πως ωφεληθήκανε πολύ κάποιοι νατουραλίστες λογογράφοι του γερμανικού θεάτρου από τη σχολή που τα θεμέλια της βάζει η «Λουίζα Μύλλερ» του Σίλλερου και απλώνεται ως τα χρόνια του Χάουπτμαν Η Μαρία Μύρτου κάτου από το ωραίο της το πρόσωπο κι' από το εργατικό της χέρι, κρύβει μιαν ασύγκριτη θέληση. Η δύναμη τούτη πρωτοδείχνεται στην απόφασή της να φύγη αμέσως να φύγη μακριά από τον ανάξιο. Μέτρησε μονομιάς το βυθό που κιντύνευε να πέση· κι αντί την ώρα εκείνη να λιγοθυμήση, κ' ύστερα να παρατήση τον εαυτό της στην αμοιριά της γυναικείας της σκλαβιάς και να ξεπέση σε ανώφελες διαμαρτυρίες και σε γκρίνια παντοτινή, έφυγε γοργά, ήσυχα σχεδόν· τράβηξε κατά τη χώρα του θετικού ονείρου της· βρέθηκε στην Αμερική. Η γυναίκα τούτη προτού να μας δειχτή στο δράμα, πρωτοστάτησε ζητημένη σε όλο της το πλάτος μέσα στο μυθιστόρημα της «Χειραφετημένης». Θα έπρεπεν εδώ, αν το είχα πρόχειρο, να σου ξαναδιαβάσω το άρθρο που βάλθηκε στο «Άστυ» για τη «Χειραφετημένη» το Μάη του 1900. Μα ξεσπά στο δράμα και δείχνεται με όλη της τη σημασία η χαρακτηριστική τούτη θέληση στην τέταρτη πράξη, στο Συναπάντημα, ύστερ' από χρόνια, της γυναίκας με τον άντρα. Βέβαια· κι άλλη γυναίκα με κάποιαν απόφαση θα μπορούσε να τον αφήση τον άντρα της, μα μόνο δραματική ηρωίδα θα φερνόταν προς εκείνον καθώς του φέρθηκε στο τέλος η Μαρία. Το τελευταίο της συναπάντημα με τον Κώστα και η άρνησή της να τον ξαναδεχτή και να τον ανταμώση με το παιδί του είναι γιομάτη από τραγική απλότητα και υψώνεται ίσα με τον ουρανό της θυσίας. Η τελευταία πράξη, καθώς έρχεται στερνή, σφραγίζει το έργο, και του δηλώνει το νόημά του, και δείχνει το δρόμο που τραβά ο θηλυκός του συγγραφέας πέρα κι απ' όσα υπαγορεύει μια γυναικεία θηλυκή καρδιά.

Μας φέρνει την καταστροφή στο δράμα, ύστερ' από τη χαρούμενη περιπέτεια της ολυμπιακής νίκης του ακριβογιού, και μας εκδίδει σα μια δικαστική απόφαση, σύμφωνα με τα προστάσματα ενός νόμου, που βλέπει προς ένα μακρυσμένο ακόμα τέλος μιας κοινωνικής αναγέννησης. Όμως ό,τι δε μ' ευχαρίστησε πολύ από την ωραία τούτη και σημαντικώτατη πράξη είναι οι λυρικοί χαιρετισμοί οι σκορπισμένοι προς την Αθήνα και προς την Ελληνική γη που πανηγυρίζουν τους Ολυμπιακούς αγώνες του 1896. Δε μπορώ να ξεχάσω την ακράταγη αισιοδοξία που μας είχε παλαβώσει όλους μας, την παιδιάτικη ξιπασμάρα μας όλων που είχαμε πιστέψει πως την αναστήσαμε εμείς την αρχαία ομορφιά, και πως η Ευρώπη τελειωτικά πια κρεμασμένη από τα πόδια του Λούη, που προφητικά τα χαιρέτισε ο Καρκαβίτσας, δε θα έκανε πια τίποτ' άλλο, παρά να χάσκη μπροστά μας και να μας προσκυνά. Αφέλειες ανίδεων λαών και ξεπεσμένων. Την απάντηση μας την έδωκε ο πόλεμος του 1897. Η τελευταία πράξη της «Νέας Γυναίκας» είναι κάπως περισσότερο παρ' όσο πρέπει λιβανισμένη από τον ολυμπιακό ενθουσιασμό. Ύστερ' από τη γνώση που μας έφερε το περπάτημα του καιρού τα λαμπρόλογα και πανηγυρικά ξεφωνήματα της μητέρας, όσο κι αν στέκουνται ψυχολογικά ξηγημένα από τη χαρά για μια τέτοια νίκη του παιδιού της αναθρεμμένου στο νέο κόσμο ελληνικώτερα παρ' όσο θ' αναθρεφόταν στην ίδια την Ελλάδα, με περιχύσανε με κάποια κρυάδα και με κάμανε να στοχαστώ πως τα μάτια της νέας γυναίκας, θολωμένα από τη στοργή του παιδιού κι από τον πόνο του άντρα, δε φτάσαν ακόμα ίσα με το ξαγνάντεμα των απόμακρων ανησυχαστικώνε σημαδιών πέρα στ' ακροούρανα. Μα το κατά τη γνώμη μου, παραστράτισμα τούτο, επηρεάζει πιο πολύ τη φιλοσοφία ή και το ύφος μέσα στο έργο τούτο, παρά την κυρίως δραματική του αξία. Το δράμα δε γγίζεται από τέτοια όλως διόλου δεύτερα στη γραμμή ψεγάδια. Η θέληση της Μαρίας μας δίνει μια λύση από τις πιο αυστηρές, από τις πιο λογικές, από τις πιο τραγικές. Η παρουσία στην τελευταία πράξη του Κώστα Μεμιδώφ συγκινεί βέβαια τη γυναίκα του, και νοιώθεις πως μέσα, στα κρύφια της καρδιάς της δεν έπαψε να αισθάνεται για κείνον κάτι. Μα εμένα ο κύριος αυτός δε με συγκινεί.

Πίσω από το ταπεινό παρουσίασμα του μετανοιωμένου και σα συντριμμένου ψαρότριχου πατέρα σα νάνοιωσα κάποιο ξέπασμα και κάποια άλλη ανειλικρίνεια ανθρώπου, τραβημένου πιο πολύ από ζήλεια παρά από εξαγνισμό. Ίσως πολύ περισσότερο παρ' όσο κοίταζε να πείση τη γυναίκα του για τα βάσανα του, πολεμούσε να γελάση τον ίδιο τον εαυτό του. Ύποπτος και τότε ο Κώστας Μεμιδώφ. Μα ότι κι αν είναι, η Μαρία στέκει αγνάντια του, μαζί μαρτυρημένη στοργή και ασάλευτη δικαιοσύνη. Όχι. Ο Κώστας Μεμιδώφ δεν πρέπει να συχωρεθή, δεν πρέπει να ξανασταθή σαν άντρας στο πλευρό της γυναίκας του• δεν πρέπει να του δοθή το παιδί του, όσο κι αν το ποθεί. Τίποτε δε μας πείθει πως δεν είναι κατά βάθος ο ίδιος ο άνθρωπος. Μα κι αν τον άλλαξεν ο καιρός και η κούραση τον αμαρτωλό, η αλήθεια είναι πως υπάρχει μια πληρωμή των έργων μας· και η πληρωμή τούτη, καθώς μας το διδάσκει η θετική αντίληψη των αδυσώπητων νόμων της ζωής, βρίσκεται στον κόσμο τούτο εδώ, και πουθενά αλλού. Και το κάτου κάτου της γραφής ο Κώστας Μεμιδώφ είναι το παράδειγμα της αντρίκειας αλαφρομυαλιάς και ψωροπερηφάνιας, εκεί που η Μαρία Μύρτου μας παρουσιάζεται σύμβολο της νικήτρας κ' εκδικήτρας γυναίκας και μαζί της αποφασιστικά φιλόστοργης μητέρας. Όχι, φίλε μου, το έργο τούτο είναι αληθινό δράμα, που βάρεσε στο σημάδι, και που συνεχίζει και τονώνει την κοινωνική και λυτρωτική εργασία του συγγραφέα της· εργασία που μια μέρα θα λογαριαστή, σαν κάτι τι ξεχωριστό, μέσα στην ιστορία μας εδώ της γυναικείας πνευματικής ενέργειας και χειραφεσίας.

Αυτά απάνου κάτου αντιπαρατήρησα του κριτικού σας, αγαπητή Κυρία• και ή δε θέλησε ή δεν τόλμησε να μου αντιμιλήση. Μπορεί και να τον έκαμα να το συλλογιστή. Τις πιο πολλές φορές ευκολώτερα θα συμφωνούσαμε οι συζητητές, αν προσέχαμε πιο πολύ στα λόγια των άλλων και πιο λίγο στα δικά μας. Στα λόγια τούτα βλέπετε την εντύπωση μου, ίσως πρόχειρη και ατελή. Στην πρώτη πράξη το σπίτι του Ευρωπαίου ανατολίτη Μεμιδώφ με τη λάμψη του, με το θόρυβο του, με τα χάλια του γοργοδειγμένο, κ' ύστερα με το ξεσκέπασμα του γάμου του Κώστα που το δέρνει σα χαλαζόβροχο. Στη δεύτερη πράξη η φωλιά των νιόνυφων και ταργαστήρι του ζωγράφου• η χαρά του ωραίου τώρα και μαζί το φοβέρισμα κάποιου αύριο αγνώριστου και σκοταδερού. Στην τρίτη. Μέσα στα βρόχια της πεθεράς το μπλέξιμο της τρυγόνας. Το ξανακύλημα του γαμπρού. Η Δαλιδά. Η απόφαση. Στην τέταρτη πράξη: Το φανέρωμα της νέας γυναίκας. Η νίκη και η θυσία. Η καταδίκη. Η Νέμεση Οι σκηνές του έργου σας ξετυλίγονται κανονικά και σχεδόν απέριττα. Μα νομίζω πως ερμηνευμένες προσεχτικώτερα και κάπως πιο λεπτά από δεξιώτερους ηθοποιούς παρ' όσο που παίχτηκαν τη βραδυά που το είδα (χωρίς ναδικήσω το αισθαντικό και εκφραστικό παίξιμο της δος Κοτοπούλη και την ευγενική και φροντισμένη τέχνη του κ. Παπαγεωργίου) θα δείξουνε καθαρότερα την αξία τους. Η γλώσσα του έργου σας, και στη γραμματική της και στο ύφος, μας θυμίζει πως ο γραφτός λόγος ωρισμένων πεζογράφων μας και από τους πιο καλούς προτού να χτιστή γενικά και τελειωτικά απάνου στα θεμέλια της δημοτικής γλώσσας, και προτού ξεκολλήση ολότελα από τη σκλαβιά της καθαρεύουσας, έχει να περάση ακόμα για καιρό δρόμους και σταθμούς. Λόγοι συντηρητικής αφορμής και κάπως πραχτικής γνώμης δε θα λείψουν να κρατήσουν όπως όπως το τρεμοσάλεμα τούτο. Τη δείχνετ' εσείς έντονα τη νομαδική τούτη κατάσταση της γλώσσας. Όλοι μας οι γλωσσικοί νεωτεριστές πάντα κάπως διστάζουμε κι από κάπου φυλαγόμαστε. Μα οι δισταγμοί τούτοι και οι επιφύλαξες δείχνουνται σε άλλους πιο κανονισμένα και πιο αρμονικά κι' αυτές, και σε άλλους πιο ατομιστικά και πιο αφρόντιστα. Μα σα να πιστεύουμε όλοι μας πως το θέατρο διωρίστηκε για να καθιερώση οριστικά στων πολλών το νόημα την αληθινή μας γλώσσα. Μέσα στο έργο σας η γλωσσική ζωή που μερικοί αγωνιζόμαστε να την αναδείξουμε ξεκαθαρισμένη από τα λογής φτιασιδώματα του ασυμμόρφωτου προς την ιδέα μας δασκαλισμού, η ζωή τούτη πότε φαίνεται αβίαστη και καθαρή, και πότε μισοπνίγεται σ' ένα ανακάτωμα, που όσο και αν δεν ενοχλή τους πολλούς, εμένα πια σα να μη μ' ευχαριστή, και σα να μη μου φαίνεται πια απαραίτητο με την προκοπή που πήρε, λίγο λίγο, η γλωσσική μας η συνείδηση. Αν ήτανε η φροντίδα μόνο για γραμματικά κοιτάματα, δε θα μιλούσα εδώ, όσο σπουδαίο κι αν το θεωρώ το γλωσσικό ζήτημα. Φοβάμαι πως κάπου κάπου η ίδια η ηρωίδα σας, με όλη της τη καθάρια δειγμένη ψυχή, εκεί που δείχνεται καμμιά φορά σα να παρασέρνεται από κάποια ρητορική επίδειξη πιο πολύ κι απ' ό,τι πρέπει, δεν είναι πως τη στιγμή εκείνη δεν αισθάνεται γερά, και μήτε που είναι παραπανιστά τα λόγια της• είναι η γλωσσική μορφή και όχι η ουσία των λόγων που τους δίνει τότε ένα κάποιο φτιάσιμο— πως να το πω!—που αδικεί την ηρωίδα. Την παρατήρηση τούτη σας σημειώνω όλως διόλου παραπανιστά εδώ πέρα, με κίντυνο να θεωρηθώ κάπως σκολαστικός. Δε θα το έκανα, αν δεν ήξερα, πως αν ίσως το κοντύλι σας έχει λόγους και μπορεί και αρκετά βάσιμους, για να του φτάνη η συνηθισμένη και απλούστερη κ' ελεύτερη καθαρεύουσα, μολαταύτα πολύ καλά νοιώθει και τιμά με το παραπάνου τις προσπάθειες κάθε άξιου δημοτικιστή• και ποτέ δεν πρέπει να λησμονηθή πόσο εύγλωττα και γνωστικά και γενναία στις ντροπές των Ορεστειακών υψώθηκε η φωνή σας.

Το πρώτο απ' όλα που πρέπει να λογαριάζεται στο έργο σας, αγαπητή Κυρία, είναι η δραματική αρετή, έξω από κάθε άλλη πρόθεση κι από κάθε σκέψη σχετισμένη με το γυναικείο ζήτημα. Όμως αφού η αρετή τούτη δεν του λείπει, στοχάζομαι πως δύσκολο θα είτανε να ξεχωριστή το σώμα από την ψυχή που το ζωντάνεψε, χωρίς το σώμα να γίνη πτώμα.

Και η ψυχή τούτη μας έρχεται από τον ορμητικό τον άνεμο που ολούθε τώρα φυσώντας βαρυβογγά την απολύτρωση της γυναίκας. Το γυναικείο ζήτημα έχει φανερώματα χίλια μύρια —το ξέρετε πολύ καλήτερά μου — και γγίζει όλους τους κύκλους της ενέργειας και της σκέψης, πολιτική, επιστήμη, τέχνη, διοίκηση, νομοθεσία, ιστορία, κοινωνία, παιδεία, το σπίτι, την ποίηση, τη φιλοσοφία, το έθνος χωριστά, τον άνθρωπο γενικά. Από τα ζητήματα τούτα σ' ένα δράμα, που είναι και το πρώτο σας έργο, δεν μπορείτε βέβαια να ψάξετε σχεδόν τίποτε. Μα πολύ σωστά, αρχίσατε από το πρώτο και σημαντικώτατο• από την ερωτική γνωριμία του άντρα με τη γυναίκα, από τη θέση της γυναίκας αγνάντια στον άντρα. Ο έρωτας, ο γάμος, θελήσατε κ' εσείς να σηκώσετε μια δίπλα από το μυριόδιπλο και βαρύτατο παραπέτασμα. Συχνά πυκνά ακούω να την κατηγορούν τη γαλλική φιλολογία πως κάνει πολλή κατάχρηση, στο μυθιστόρημα και στο θέατρο, των ερωτικών παθών, εκεί που λογοτεχνίες άλλων εθνών καταγίνονται πολύ πιο συχνά με λογής πόλεμους και προβλήματα της κοινωνίας και της ψυχής. Μπορεί κάπως νάχουνε δίκιο οι κατήγοροι τούτοι• μα το κακό είναι στην κατάχρηση, όχι στην χρήση των ερωτικών μπελάδων, κι από λογοτέχνες όχι πρώτης γραμμής. Μα καλά καλά, τίποτε σπουδαιότερο, τίποτε ουσιαστικώτερο, τίποτε πιο ανθρώπινο, τίποτε πιο ανεξάντλητο, τίποτε πιο αιώνιο σαν το θέμα τούτο. Γι' αυτό κι όσο απλό και μεταχειρισμένο κι αν είναι το θέμα σας, είναι πάντα σα μουσικό μοτίβο για λογής παιξίματα. Μα πάντα, πολύ δύσκολο να ξεχωριστή από το γενικό ζήτημα, το γυναικείο• και γιατί το φέρνει πάντα στο νου το έργο σας και γιατί είστ' εσείς η μητέρα του έργου σας. Υπάρχει και σ' εμάς εδώ τέτοιο ζήτημα; Βέβαια, υπάρχει. Παντού όπου ξεδιπλώνεται κάποιος, νεόφερτος ή γέρικος, πολιτισμός, πολεμώντας να γλυτώση από το σφιχταγκάλιασμα κάποιου βαρβαρισμού και μπροστά να πάη, παντού όπου κάποια συνείδηση θα ξυπνά και θα βλέπη πως η γυναίκα— αποτέλεσμα κατάντιας μακρών αιώνων —δε στέκεται στον τόπο που της αξίζει. Κι ο πολιτισμός τούτος όσο πιο μπροστά θα τραβά κι όσο θα ξεφεύγη όχι μόνο από του βαρβαρισμού την αγκαλιά, μα κι από την όποια επιρροή ενός κάποιου ρωμαντισμού (δηλαδή μιας κάποιας δύναμης ή αδυναμίας που παίρνει τη ζωή ποιητικά, χιμαιρικά, λυρικά, υποκειμενικά, φανταστικά, Όπως θέλετε, κ' όχι πραγματικά κι όχι αντικειμενικά κι όχι επιστημονικά), τόσο πιο πολύ η συνείδηση τούτη θα δουλεύη και θαγωνίζεται για να βάλη τη γυναίκα στη θέση της. Η γυναίκα — το ξέρετε πολύ καλήτερά μου—δεν είναι μόνο καλαισθητικό φαινόμενο• είναι και κοινωνική αξία αλογάριαστη. Κατάχρηση ως την ώρα γίνεται στο κοίταμα της γυναίκας από τη μια της όψη• της γυναίκας ποίησης, της γυναίκας ονείρου, της γυναίκας παιγνιδιού, της γυναίκας ρόδου, της γυναίκας Παναγιάς, της γυναίκας Φρύνης, της γυναίκας πατσαβούρας, της γυναίκας Σφίγγας. Όπου ο ρωμαντισμός βαστά, κράτησε και το αποκλειστικό τούτο κοίταμα. Όπου ο θετικισμός ήρθε, άρχισε να νοιώθεται και η άλλη όψη της γυναίκας• της γυναίκας που είναι—για τόνομα του Θεού!—άνθρωπος και σε τίποτε κατώτερη κι αλοιώτικη από τον άντρα, παρά σε κάποιες φυσιολογικές λειτουργίες και σε κάποια ανατομικά γνωρίσματα, που όσο κι αν είναι σπουδαία και σημαντικά, δεν είναι αρκετά να δικαιώσουν το τέτοιο ίσα με την ώρα μεταχείρισμά της, με όλη την πρόοδο του πολιτισμού και μ' όλη τη λίγο λίγο και μέρα με τη μέρα αναγνώριση του δίκιου της. Ο Νίτσε, μιλώντας για τη γυναίκα καταφρονητικά, είναι ο στερνός ως την ώρα μεγάλος αντιπρόσωπος της ρωμαντικής ιδέας της γυναίκας. Ο Τζων Στούαρτ Μίλλ. διαλαλώντας, απόλυτα, ανεπιφύλαχτα, ανίσως δεν έχω λάθος, και με πειθώ δυσκολοπολέμητη, τα παραγνωρισμένα δικαιώματα της γυναίκας, είναι ο πιο τρανός αντιπρόσωπος της θετικής ιδέας της γυναίκας. Πιστεύω πως η ζωή, με όλες τις ανάγκες που γεννάν και με όλα τα μπερδέματα που παρουσιάζουν οι νέοι καιροί, δε θέλει (δεν εξετάζω τώρα αν για καλήτερα ή αν για χειρότερα) να περιοριστή η ενέργεια της γυναίκας μονάχα στους τέσσερους τοίχους του σπιτιού της, ή μονάχα κάτου από το βούρδουλα, ή και κάτου από τα φιλιά του άντρα. Μα κι αν είναι η γυναίκα μόνο για νοικοκερά, και μόνο για το μαγερειό να τη χρειάζεστε, πάλε και για να είναι καθώς πρέπει δέσποινα του σπιτιού και κυρίαρχη του μαγερειού, ανάγκη και για τούτο πολύ ακόμα να ξανοιχτή η μόρφωσή της. Ο εθνικός ποιητής των Αμερικανών, ο Ουίτμαν, λέει σ' ένα από τα σαν παρθένα δάση τραγούδια του : «Εκεί όπου προβαίνουνε στις δημόσιες τελετές οι γυναίκες, ίσες με τους άντρες, εκεί όπου μέσα στη δημόσια συνέλευση κάθουνται οι γυναίκες ίσες με τους άντρες,—εκεί ορθοστυλώνεται η μεγάλη Πολιτεία!»

ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ.

ΣΗΜ. Εις το πρώτον μέρος της κριτικής του κ. Παλαμά εκ τυπογραφικής απροσεξίας έμειναν μερικά λάθη, τα όποια εδώ διορθώνομεν:

— Τοποθετείτε αντί Τοποθετάτε. — Παρασταίνεται αντί παραστάνεται.
—Προτεσταντική στη λύση του αντί στη λύπη του. — εξόν, αντί εξός. —
Πόου αντί Πόφ.— Πρόληψες αντί πρόληψη.— Αφωσίωση, αντί αφωσίωσιν
κτλ.

Η ΝΕΑ ΓΥΝΑΙΚΑ

(Κρίσις του κ. Ξενόπουλου εις το «Νέον Άστυ»)

Η Μαρία Μύρτου είναι νεαρά Αθηναία, η οποία εξασκεί ευδοκίμως κ' επικερδώς το επάγγελμα της ζωγράφου. Δεν γνωρίζομεν ακριβώς τας ιδέας που έχει περί της τέχνης της, γνωρίζομεν όμως τας ιδέας που έχει περί του φύλου της. Θέλει την γυναίκα ελευθερωμένην από την τυραννίαν του ανδρός, και την οικογένειαν βασισμένην επί αρχών αμοιβαίας αγάπης, αμοιβαίου σεβασμού και αμοιβαίας εργασίας. Προ πάντων το τελευταίον, διότι η εργασία εξασφαλίζει την οικονομικήν ανεξαρτησίαν, η οποία άγει προς κάθε άλλην. Και ως είπομεν, η Χειραφετημένη, η Νέα Γυναίκα, θέλει την ανεξαρτησίαν της. Ισότης δικαιωμάτων και υποχρεώσεων μεταξύ των δύω φύλων, και διά της ισότητος αυτής νέα οικογένεια, νέα κοινωνία, τελειότερα, ωραιότερα.

Εις την Κωνσταντινούπολιν εργαζομένη η Μαρία Μύρτου γνωρίζεται μ' ένα εύμορφον νέον της ψευτοαριοτοκρατίας του Σταυροδρομιού, τον Κώστα Μεμιδώφ. Η οικογένεια του είνε ο τύπος της παλαιάς οικογενείας, με όλα της τα ψεύδη και με όλας της τας προλήψεις. Η μητέρα του είνε η σκλάβα του πατέρα του, και τα παιδιά ανατρέφονται μέσα εις το σκότος αυτής της δουλείας. Ο Κώστας όμως, ως άνδρας, τάλλα παιδιά είνε κορίτσια, δεικνύει ζωηράς τάσεις αποσκιρτήσεως, και ενώ η οικογένειά του επιμένει να τον νυμφεύση με μίαν Ρωσσίδα πριγκήπισαν, της οποίας η προίκα θα τους έσωζεν, εκείνος δεν διστάζει να στεφανωθή κρυφά την Μαρίαν Μύρτου, που προς στιγμήν ενόμισεν ότι την αγαπά αληθινά.

Αλλ' ούτε ο Κώστας είνε από εκείνους που αγαπούν αληθινά, ούτε ίσως η Μαρία Μύρτου από εκείνας που αγαπώνται. Διότι παρά το ταλαντον και την ανάπτυξίν της, μου φαίνεται ότι έχει μίαν υπερηφάνειαν αποκρουστικήν και κατά βάθος ψυχρότητα και ασυμβίβαστον εγωισμόν Το βέβαιον είνε ότι ευθύς μετά τον γάμον του ο Κώστας παύει να την αγαπά. Την εκτιμά, την σέβεται, την θαυμάζει, αλλ' αυτά όλα κάμνουν την αγάπην του καθήκοντος, η οποία καμμίαν σχέσιν δεν έχει με την αληθινήν… Και διά τούτο εις πρώτην ευκαιρίαν πίπτει πάλιν εις τας αγκάλας μιας παλαιάς του ερωμένης, η οποία είνε συνήθης γυναίκα, χωρίς προτέρημα και χωρίς αξίαν, αλλ' είνε η Γυναίκα, το θήλυ, που τον γοητεύει και τον τραβά. Και αυτή, προς δυστυχίαν της Μαρίας Μύρτου και κάθε χειραφετημένης, είνε η μεγάλη διαφορά…

Η σύζυγός του τον συλλαμβάνει εις τας αγκάλας της αντιζήλου σχεδόν επ' αυτοφόρω. Και τον εγκαταλείπει αμέσως και αδιστάκτως, διότι είνε υπερήφανος και διότι βλέπει, ίσως ολίγον αργά, ότι ο Κώστας δεν είνε ο άνδρας, με τον οποίον θα ημπορούσε να ζήση.

Και φεύγει εις την Αμερικήν. Εκεί αρχίζει δι' αυτήν νέα δράσις, νέα ζωή. Αφιερώνεται ολόκληρος εις την τέχνην της και εις την ανατροφήν του υιού της. Ο σκοπός της είνε να κάμη άνθρωπον αυτόν, τον υιόν του Κώστα Μεμιδώφ, ο οποίος φυσικώς ομοιάζει τόσον του πατέρα του, αλλά δεν πρέπει να του ομοιάση. Και το κατορθώνει. Η αφοσίωσίς της και η αμερικανική ανατροφή θαυματουργούν. Μετά είκοσιν έτη επαναβλέπομεν την Μαρίαν Μύρτου εις τας Αθήνας με τον υιόν της, ο οποίος ήλθε να λάβη μέρος εις τους ολυμπιακούς αγώνας. Είνε ένας ωραίος αθλητής, ο οποίος επανειλημμένως αναδεικνύεται ολυμπιονίκης. Και είνε ακόμη πλούσιος, διότι η μητέρα του με την εργασίαν της του έκαμε περιουσίαν, και είνε ακόμη μνηστευμένος με μίαν Αμερικανίδα εκατομμυριούχον, αλλά προ πάντων είνε νέος άνθρωπος με χαρακτήρα, με αρχάς, με ιδέας, με υγιά αντίληψιν, με όλα τα φυσικά και ηθικά εφόδια δια να ζήση και να προκόψη.

Εις το διάστημα των είκοσιν ετών, ο Κώστας Μεμιδώφ εξηκολούθησε και αυτός την ζωήν του. Και, ήτο η ζωή του ένας κατήφορος, όπου εις το τέλος εσταμάτησε κατεστραμμένος, ατιμασμένος, ελεεινός. Η θέα του υιού του εις το Στάδιον ήτο δι' αυτόν ως μία αφύπνισις. Και μετανοημένος, συντετριμμένος έρχεται προς την Μαρίαν να της ζητήση την συγγνώμην της, την επιείκειάν της, την λήθην του παρελθόντος, την ευτυχίαν του, το παιδί του… Αλλ' είνε αργά. Ο νέος Μεμιδώφ δεν είνε δυνατόν να γνωρίση τον πατέρα του, χωρίς να μάθη ποίος υπήρξε.. Και την λύπην αυτήν η μητέρα δεν εννοεί να του την δώση κατ' ουδένα τρόπον. Ο Κώστας, μίαν στιγμήν, ως ξένος θαυμαστής, εναγκαλίζεται τον υιόν του και φεύγει

— Ποίος είνε αυτός που μ' εφίλησε με τόσην συγκίνησιν; ερωτά την μητέρα του έκπληκτος ο νέος Ολυμπιονίκης.

— Είνε ένας δυστυχής άνθρωπος, απαντά εκείνη, που είχε ένα παιδί σαν και σένα και το έχασε!…

Εδώ τελειώνει το δράμα της κ. Παρρέν. Είνε εξηγμένον από τα «Βιβλία της Αυγής» κυρίως από την «Χειραφετημένην» και εν μέρει από την «Μάγισσαν». Τα ίδια πρόσωπα, η ιδία σχεδόν υπόθεσις και η ιδία θέσις. Είχα διαβάσει άλλοτε το μυθιστόρημα, το οποίον μου έκαμεν έντύπωσιν, προπάντων διά την έξοχον εκείνην ηθογραφίαν της οικογενείας Μεμιδώφ• ο γέρο Μεμιδώφ π.χ. είνε τύπος αληθινού φιλολογικού έργου, — και δι' αυτό ίσως η εντύπωσίς μου εις το δράμα δεν ημπορεί να είνε ελευθέρα, ανεπηρέαστος, ξεκαθαρισμένη. Ποιός ξεύρει : πιθανόν να μου ήρεσε το δράμα, επειδή μου είχεν αρέσει το μιθυστόρημα, επειδή έβλεπα γνώριμα πρόσωπα επάνω εις την σκηνήν, και επειδή μου ενθύμιζαν περιγραφάς, σκηνάς και επεισόδια ωραία• πολύ υποπτεύομαι, αλλά χωρίς να έχω καμμίαν βεβαιότητα, ότι εις το δράμα εχάλασε το μυθιστόρημα, όπως συμβαίνει σχεδόν κάθε φοράν που από ένα μυθιστόρημα βγαίνει ένα δράμα. Εστρεβλώθη διά την ανάγκην της σκηνής η υπόθεσις, παρελείφθησαν τόσα σημαντικά, και ίσως ίσως και αυτή ακόμη η ιδέα υπέστη κάποιαν ελάττωσιν. Διότι είδα, ότι ενώ εις το μυθιστόρημα φαίνεται καθαρά ποία είνε και τι ζητεί η Μαρία Μύρτου, η χειραφετημένη, πολλοί από το δράμα δεν εκατάλαβαν καλά τας ιδέας της και την παρεξήγησαν.