— Ελάτε εδώ να σας κρύψω, Χριστιανοί.
Εχύθημεν όλοι εντός της ανοικτής θύρας, ακολουθούντες την γραίαν. Ο Θεός την εφώτισε ! Εις εκείνην χρεωστούμεν την σωτηρίαν, την ύπαρξίν μας. Δεν την είδα έκτοτε, ούτε το όνομα της γνωρίζω, αλλά ποτέ δεν ελησμόνησα το αγαθόν πρόσωπον της, ουδ' έπαυσα ευλογών την μνήμην της. Είθε να την αντήμειψεν ο Θεός και να την ανέπαυσεν εν ειρήνη !
Όπισθεν της οικίας ήτο αυλή ύπαιθρος, εις δε την άκραν της αυλής σταύλος. Εντός του σταύλου μας έκρυψεν η γραία. Αι αγελάδες της έβοσκον εις την εξοχήν και δεν επέστρεψαν ούτε την εσπέραν εκείνην, ούτε τας επιούσας, να μας διαφιλονεικήσωσι της κατοικίας των την κατοχήν. Δεν ηχμαλώτιζον γυναικόπαιδα μόνον οι Τούρκοι· ό,τι εύρισκον ήτο λεία ευπρόσδεκτος. Αλλά δεν εζημίωσαν ημάς τότε ληστεύσαντες της πτωχής γραίας τα ζώα.
Η είσοδος ήτο στενή και σκοτεινή, εις δε το βάθος ηνοίγετο ο σταύλος τετράγωνος και οπωσούν ευρύχωρος· αλλ' ουδ' αυτός είχε παράθυρον ή άλλην οπήν, ώστε ότε εκλείετο η επί της αυλής θύρα της διόδου, το σκότος ήτο ψηλαφητόν και η αποφορά δεν είχε διέξοδον. Τέσσαρα ημερόνυκτα εμείναμεν εντός του κρυψώνος τούτου, δεκαοκτώ εν συνόλω ψυχαί!
Το εσπέρας της πρώτης ημέρας η φιλάνθρωπος γραία μας έφερε σάκκον πλήρη σύκων. Ότε δε συνειθίσαμεν εις το σκότος, ανεκαλύψαμεν εις μίαν γωνίαν κάδον έχοντα εισέτι ύδωρ αρκετόν, προς ποτισμόν των αγελάδων. Χάρις εις το ύδωρ τούτο και εις τα σύκα δεν απεθάνομεν της δίψης και της πείνης. Εις θέσιν δε προέχουσαν επί μιας των πλευρών του σταύλου, εύρομεν άχυρον, το οποίον εστρώσαμεν κατά γης, διά να μη κατακλίνωνται επί του βορβορώδους εδάφους αι γυναίκες και τα παιδία. Και εζήσαμεν ούτω τέσσαρας νύκτας και τέσσαρας ημέρας!
Εκ του κρυψώνος μας ηκούομεν έξω συχνάκις τας κραυγάς των Τούρκων και οιμωγάς των Χριστιανών, πότε μακράν και άλλοτε πλησίον. Την τελευταίαν μάλιστα νύκτα τους είχομεν πολύ, πολύ πλησίον, διότι διενυκτέρευσαν εις την οικίαν της γραίας, και ηκούομεν τας ομιλίας των και τας διηγήσεις των αισχρών κατορθωμάτων των.
Ο κύριος των Τούρκων σκοπός ήτο η ανακάλυψις των κρυπτομένων φυγάδων. Τους άνδρας εφόνευον, τα δε γυναικόπαιδα ηχμαλώτιζον μεταφέροντες την άγραν των εις την πόλιν. Τους χωρικούς δεν έβλαπτον συνήθως, εκτός δι' ύβρεων και ραβδισμών και λακτισμάτων και διά της καταναλώσεως των τροφίμων των. Δεν έμενον δε επί πολύ οι αυτοί Τούρκοι εις το χωρίον. Αφ' εσπέρας ήρχετο μία συμμορία, έτρωγον, έπινον εκοιμώντο, την δε πρωίαν ήρχιζεν η έρευνα προς σφαγήν και αιχμαλωσίαν· ανεχώρουν οι πρώτοι με αιχμαλώτους και λάφυρα, και τους διεδέχετο νέα την εσπέραν συμμορία, και ούτως εφεξής. Εμείς δ' επεριμένομεν να κορεσθώσι και να παύση η εξάντλησις της λείας την διαδοχήν του διωγμού, παρακαλούντες τον Θεόν να μη ανακαλυφθώμεν μέχρι τέλους.
Πώς να περιγράψω την αγωνίαν των ατελευτήτων εκείνων ημερών ! Εφοβούμεθα να λαλήσωμεν μη ο ελάχιστος θόρυβος μας προδώση. Η Ανδριάνα έκλαιεν, έκλαιεν ακαταπαύστως, και λυγμοί ενίοτε εξέφευγον από του στήθους της· ο πατήρ μου επέβαλλε τότε σιωπήν.
— Θέλεις να μας καταδώσης ; έλεγε.
Και έκρυπτεν η Ανδριάνα την κεφαλήν, και δεν ηκούετο ο θρήνος της. Επλησίαζεν η μήτηρ μου να την παρηγορήση.
— Μη μ' εγγίζης και λερόνεσαι !
Δυστυχής νέα ! Η μαύρη απελπισία της εντός του σκοτεινού και δυσώδους εκείνου καταφυγίου ήτο η φοβερωτέρα ένδειξις της τύχης, η οποία επερίμενε τας λοιπάς εκεί γυναίκας, εάν οι Τούρκοι μας ανεκάλυπτον !
Την τελευταίαν νύκτα εξημερώθημεν με τον φόβον, ότι δεν θα σωθώμεν από τας χείρας των. Η θύρα μόνη του σταύλου μας εχώριζεν απ' αυτών. Την αυγήν επανήλθεν εις την αυλήν η σιωπή, αλλ' εξηκολούθει εντός του χωρίου ο θόρυβος. Πόσον βραδέως αι ώραι παρήρχοντο ! θα επανέλθωσιν οι Τούρκοι πλησίον μας ; θα τους έχωμεν και την νύκτα πάλιν ; Ησθανόμεθα πάντες ότι δεν ηδυνάμεθα να ανθέξωμεν πλειότερον.
Προς το εσπέρας τους ηκούσαμεν εις την αυλήν, ετοιμαζομένους προς αναχώρησιν, και εκρατούμεν την αναπνοήν μας, περιμένοντες την ελπιζομένην απομάκρυνσίν των.
Εκεί, ακούομεν αίφνης, πλησίον της θύρας, βροντώδη Τούρκου φωνήν.
— Ας ίδωμεν πριν φύγωμεν, τι έχει εις αυτήν την αποθήκην.
Έκαμα τον σταυρόν μου. Κρύος ιδρώς με περιέχυσεν.
Η θύρα του σταύλου έτριξε και ηνοίχθη, και εις το άνοιγμα της είδα Τούρκου μορφήν φοβεράν. Εκράτει ξίφος γυμνόν εις την μίαν χείρα, εις δε την άλλην ράβδον, και από της άκρας της ράβδου εκρέματο λύχνος, το δε φως του λύχνου εφώτιζε του Τούρκου το πρόσωπον, και όπισθεν των ώμων του άλλαι Τούρκων κεφαλαί έρριπτον περίεργα εντός του σκότους βλέμματα.
Εκαθήμην κατά γης εις το βάθος του σταύλου, αντίκρυ της εισόδου.
Χίλια έτη να ζήσω, δεν θα λησμονήσω την αποτρόπαιον εκείνην οπτασίαν!
Αναπνοή εντός του σταύλου δεν ηκούετο. Ο Τούρκος εκτείνει τον πόδα, προχωρεί έν βήμα.....
Αντήχησε διά μιας ο πάταγος υδάτων πατουμένων και βλάσφημος του Τούρκου εκφώνησις.
— Μόνον βρώμαι είναι εδώ. Δεν έχει τίποτε. Πηγαίνωμεν!
Η θύρα εκλείσθη μετά κρότου και οι Τούρκοι ανεχώρησαν. Εσώθημεν ! Έν βήξιμον, είς στεναγμός ηδύνατο να μας προδώση. Αλλ' ο Θεός μας ελυπήθη και ηυδόκησε να μας διαφυλάξη, η δε σωτηρία μας την ώραν εκείνην μας εφάνη ως αγαθός διά το μέλλον οιωνός, και επεριμένομεν με πλειότερον ήδη θάρρος της δοκιμασίας μας το τέλος.
Δεν εψεύσθησαν αι ελπίδες μας. Την αυτήν εκείνην εσπέραν, αφού ενύκτωσε, ηνοίχθη του σταύλου η θύρα και πάλιν, αλλ' υπό φίλης ήδη χειρός, και ήλθεν εν μέσω ημών ο χωρικός, τον οποίον ο θείος μου είχεν αποστείλει προς εύρεσιν πλοίου. Πώς εξετέλεσε την παραγγελίαν, πώς ανεκάλυψε το κρησφύγετόν μας δεν γνωρίζω. Έφερε την αγγελία ότι πλοίον Ψαριανόν μας επερίμενεν εις έρημον λιμενίσκον όχι μακράν του χωρίου, και ήτο έτοιμος ο χωρικός να μας οδηγήση αμέσως προς αυτό.
Η νυκτερινή ώρα, ο φόβος των Τούρκων, η άγνοια του μέλλοντος, οι κίνδυνοι της φυγής, η ανάμνησις των πρώτων ματαίων περιπλανήσεων, πολλούς δισταγμούς την ώραν εκείνην εγέννησαν. Αλλ' αν εμένομεν, ο όλεθρος ήτο βέβαιος σήμερον ή αύριον, ενώ φεύγοντες ηδυνάμεθα ίσως να σωθώμεν. Απεφασίσθη λοιπόν η φυγή και ανεχωρήσαμεν υπό την οδηγίαν του χωρικού.
Κρατούμενοι τας χείρας και βαδίζοντες εν σιωπή εφθάσαμεν εις την άκραν του χωρίου, προς το αντίθετον της εισόδου μέρος. Εφεύγομεν την πύλην υποπτευόμενοι ότι εφρουρείτο υπό Τούρκων. Ο οδηγός μας είχε λάβει τα μέτρα του. Εισήλθομεν εντός οικίας ερήμου διά να δραπετεύσωμεν εκ των όπισθεν. Η νυξ ήτο σκοτεινή, διεκρίνετο όμως εκ του παραθύρου το κρημνώδες κάτω έδαφος. Εκρεμάσθη σχοινίον και κατέβην πρώτος εγώ. Έδεσα εις την ζώνην μου το σχοινίον και το εκράτουν εκ των χειρών, ενώ με κατεβίβαζον οι άνωθεν. Κατήλθον κατόπιν οι λοιποί άνδρες ανά είς, και επεριλάβομεν έπειτα τας καταβιβαζομένας γυναίκας και παιδία. Τελευταίος επήδησεν ο χωρικός, ετέθη επί κεφαλής μας, και ήρχισεν η νυκτερινή οδοιπορία.
Η απόστασις δεν ήτο μεγάλη, αλλά δεν είναι εύκολος ο δρόμος, όταν με την καρδίαν τρέμουσαν φεύγης εις το σκότος, μη γνωρίζων πού πηγαίνεις, και φοβήσαι ανά πάσαν στιγμήν μη φανώσιν οι Τούρκοι, και έχης γέροντας και γυναίκας και παιδία μικρά εις την συνοδίαν σου !
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'.
Εξημέρονε μόλις ότε εφθάσαμεν εις τα υψώματα τα περικλείοντα τον λιμενίσκον, όπου η σωτηρία μας επερίμενε. Λευκή σειρά αμυδρού φωτός, χαράττουσα τον ορίζοντα, προεμήνυε την ανατολήν. Εις τους πρόποδας του αποτόμου λόφου, επί του οποίου εστάθημεν, εβλέπομεν την θάλασσαν και την ακτήν, αλλά δεν ηκούετο ρόχθος· εντός του λιμένος ήτο άκρα γαλήνη, εκτός δ' αυτού, μακράν, μας έδειξεν ο χωρικός το πλοίον. Δεν έβλεπα επί των σκοτεινών υδάτων το σκάφος, αλλ' οδηγούμενος από του χωρικού την χείρα, διέκρινα τους δύο ιστούς και μου εφάνη ότι κινούνται προχωρούντες με κρεμάμενα επ' αυτών τα ιστία.
Εσπεύσαμεν το βήμα και εντός ολίγης ώρας ήμεθα εις την παραλίαν.
Δεν ήλθε διά μόνους ημάς το πλοίον εκ Ψαρών. Ο πλοίαρχος εφρόντισεν αφ' εσπέρας να διασπείρη της αφίξεώς του την είδησιν, και συνέρρεον οι πρόσφυγες εκ των πέριξ χωρίων και εκ των σπηλαίων όπου εκρύπτοντο. Η ακτή ήτο ήδη κεκαλυμμένη υπ' αυτών, ότε κατέβημεν, εξηκολούθουν δε και άλλοι φθάνοντες κατόπιν ημών.
Ευτυχώς οι πρώτοι φθάσαντες είχον δώσει το συμφωνηθέν σημείον, και το πλοίον έπλεεν ήδη προς τον λιμένα, καθ' ην στιγμήν από του υψώματος διέκρινα μακρόθεν τους ιστούς του.
Ότε επλησιάσαμεν εις τους σωρούς των φυγάδων, είδομεν όλα τα πρόσωπα εστραμμένα προς την θάλασσαν. Ήρχετο η λέμβος ! Επλησίαζεν ! Ηκούοντο αι κώπαι σχίζουσαι την θάλασσαν, ηκούετο και των σκαρμών ο γογγυσμός υπό της κώπης την πίεσιν. Οι δ' επί του αιγιαλού ετείνομεν σιωπώντες τα ώτα προς τους πλησιάζοντας εκείνους παρηγόρους ήχους.
Αλλ' ότε η λέμβος προσωρμίσθη και επήδησαν οι ναύται εις την ξηράν, τότε η σιωπή ελύθη και επήλθε ταραχή και σύγχυσις, διότι πάντες, συνωθούμενοι επί των βράχων, ανυπομόνουν θέλοντες να επιβιβασθώσιν.!Ήσαν δε πολλοί οι φεύγοντες, και η λέμβος μικρά. Η ηχηρά του ναυκλήρου φωνή και των ναυτών οι βραχίονες εχαλίνωσαν του πλήθους την ανυπομονησίαν.— Ησυχάσατε, εφώναζε. Θα σας πάρωμεν όλους. Κανένα δεν θ' αφήσωμεν !
Εν τούτοις η λέμβος ανεχώρησε με το πρώτον φορτίον, ο δε ναύκληρος και τρεις ναύται έμενον εις το παράλιον ωπλισμένοι. Επήγαινεν η λέμβος και ήρχετο, εσμικρύνετο δε βαθμηδόν ο αριθμός των επί της ακτής, και ηύξανε μετά πάσαν αναχώρησιν η ανυπομονησία των μενόντων. Ηύξανε δε τοσούτω μάλλον καθ' όσον το φως επληθύνετο. Δεν εφαίνετο εισέτι ο ήλιος, αλλ' η θάλασσα ελάμβανεν ήδη της ημέρας τα χρώματα.
Οι ημίσεις περίπου ήσαν επί του πλοίου. Ημείς εμένομεν εισέτι επί της ξηράς, και εβλέπομεν την λέμβον επιστρέφουσαν, ευχόμενοι να μη βραδύνη η σειρά μας, ότε αντήχησεν αίφνης κρότος τουφεκίου και ηκούσθη σφαίρας συριγμός. Αι κεφαλαί όλαι εστράφησαν διά μιας προς τα οπίσω και είδομεν υψηλά, επί της κορυφής του λόφου, προς τα δεξιά μας, τεσσάρας ανδρών μορφάς.— Αλλοίμονον! οι Τούρκοι επλάκωσαν !
Θεέ μου ! Οποίον τρόμον έφερεν εις την ακτήν η απροσδόκητος εκείνη των διωκτών μας εμφάνισις !
Δύο, τρεις τουφεκισμοί εκ νέου αντήχησαν. Ο όμιλος των προσφύγων εσκορπίσθη, και ετρέξαμεν όλοι εις του λόφου τας υπωρείας, όπως προφυλαχθώμεν υπό των βράχων τας εξοχάς. Οι τέσσαρες ναύται μόνοι έμειναν εις την άκραν της θαλάσσης, και υψώσαντες τα όπλα εσκόπευσαν και επυροβόλησαν διά μιας και οι τέσσαρες. Οι Τούρκοι άνωθεν δεν ανταπεκρίθησαν εις τον χαιρετισμόν τούτον. Εφοβήθησαν αρά γε ; ή μη αι σφαίραι των ναυτών μας επέτυχον ; ή μη ήσαν πολυαρίθμου σώματος εμποσθοφυλακή και επερίμενον επικουρίαν, όπως επιπέσωσι καθ' ημών ; Και τότε ; τι θα γίνωμεν; πώς θ' αντισταθώμεν;
Εν τούτοις η λέμβος επλησίαζεν. Ενθαρρυνθέντες υπό της παύσεως των πυροβολισμών ετρέξαμεν όλοι πάλιν προς την θάλασσαν, θα προφθάσωμεν όλοι να σωθώμεν ; θα φανώσιν εκ νέου επί του λόφου οι Τούρκοι ;
Προσωρμίζετο σχεδόν επί των βράχων η λέμβος, ότε είδα τον πατέρα μου πλησιάζοντα εις τον ναύκληρον. Τον έβλεπα να λαλή περιπαθώς δακτυλοδεικτών τας αδελφάς μου και εμέ, ενώ ο ναύτης απέσυρε την χείρα, εντός της οποίας εζήτει ο πατήρ μου να θέση φιλοδώρημα.
Κατ' εκείνην την στιγμήν η μήτηρ μου όπισθεν μ' έλαβεν εκ της χειρός. Εστράφην προς αυτήν.
— Λουκή μου, πάρε τας αδελφάς σου και πηγαίνετε με την ευχήν μας. Αφήσατέ μας ημάς εις το έλεος του Θεού.
Και συγχρόνως εναπέθετεν εις τον κόλπον μου μικρόν δέμα περιέχον όσα κοσμήματα είχε δυνηθή να περισώση. Την ενηγκαλίσθην και εφίλουν τον λαιμόν της και έλεγα·— Όχι, όχι, όλοι ομού θα σωθώμεν....
Εκεί, με ήρπασεν εκ του βραχίονος ο πατήρ μου.
— Πήγαινε με τας αδελφάς σου. Ερχόμεθα κατόπιν ημείς.
Η λέμβος ήτο ήδη πλήρης, αι δε αδελφαί μου εκάθηντο εντός αυτής. Με ώθησεν ο πατήρ μου, μ' έσυρεν ο ναύκληρος, και πριν προφθάσω να λαλήσω ή ν' αντισταθώ, ευρέθην εντός της λέμβου κ' εγώ. Αι κώπαι εκινήθησαν αμέσως. Εστράφην προς την ξηράν να ίδω την μητέρα μου, και ενώ εστρεφόμην είδα καπνόν επί του λόφου και νέος τουφεκισμός ηκούσθη. Επί των βράχων το πλήθος συνεσφίγγετο και οι όπισθεν ώθουν τους πρώτους, έπιπτον δέ τινες ήδη εις την θάλασσαν. Μεταξύ των πιπτόντων βλέπω αίφνης την μητέρα μου !
Δεν ηξεύρω πώς ηδυνήθην ν' απλώσω εκ της λέμβου την χείρα, πώς ήρπασεν η μήτηρ μου την χείρα μου, πώς μία άλλη γραία εκράτει διά των δύο χειρών της μητρός μου το φόρεμα......Η δε λέμβος επροχώρει και έπλεον αι δύο γραίαι, συρόμεναι εκ της χειρός μου, μέχρις ου επί τέλους τας ανεσύρομεν εκ της θαλάσσης. Ουδ' ενθυμούμαι πώς ευρέθημεν επί του καταστρώματος του πλοίου.
Οι τουφεκισμοί εκ διαλειμμάτων εξηκολούθουν, η δε λέμβος επήγαινε και ήρχετο και την έβλεπα εκάστοτε επιστρέφουσαν, προσπαθών να ίδω μακρόθεν εάν ήσαν εντός αυτής ο πατήρ μου και η Ανδριάνα. Εις το τελευταίον της μόνον ταξείδιον τους είδα επί τέλους ερχομένους.
Ήμεθα ήδη πάντες επί του πλοίου, και ήμεθα εκατόν ογδοήκοντα ψυχαί! Εμετρήθημεν κατόπιν. Οι Τούρκοι δεν επέτυχον από του λόφου να ελαττώσωσι τον αριθμόν μας.
Το πλοίον ανεπέτασε τα ιστία του και ήρχισε να πλέη υπό την ελαφράν πνοήν ουρίου ανέμου, αλλ' ήτο εισέτι παρά το στόμιον του λιμένος, ότε είδομεν τα υψώματα καλυπτόμενα υπό Τούρκων. Οι ολίγοι εκείνοι ήσαν τω όντι εμπροσθοφυλακή , αλλά, θεία χάριτι, εβράδυνον οι πολλοί να έλθωσι και ημείς ήμεθα ήδη σώοι και ασφαλείς, ουδ' εφοβούμεθα πλέον τα απέχοντα όπλα των.
Μεταξύ των ποικίλων του βίου μου περιπετειών δεν έτυχε ποτέ να ναυαγήσω. Η θάλασσα, μέχρι τούδε τουλάχιστον, μοι εφέρθη φιλοφρόνως πάντοτε. Αλλ' οπόταν αναγινώσκω ναυαγίων περιγραφάς αναλογίζομαι τας ώρας και τας σκηνάς της φυγής εκείνης εκ Χίου. Ναυαγοί, βλέποντες εκ πλοίου καταποντιζομένου την απέχουσαν παραλίαν, δεν διέρχονται βεβαίως συγκινήσεις πλέον εναγωνίους όσων ημείς τότε διήλθομεν. Αλλά καταποντισμός δι' ημάς ήτο η επί της ακτής αγωνία, ως βράχον δε σωτηρίας εβλέπομεν το πλοίον, επί του οποίου η μικρά λέμβος ανά ολίγους μας μετέφερεν, ενώ οι Τούρκοι ετουφέκιζον άνωθεν.
Ότε όμως είδα το πλοίον απομακρυνόμενον και σώους επ' αυτού όλους τους μεθ' ημών συγκινδυνεύσαντας, ησθάνθην την καρδίαν μου πληρουμένην υπό χαράς ότι εσώθημεν. Τούτο ήτο το πρώτον μου αίσθημα, στενόν ίσως εγωισμού αίσθημα. Δεν εσυλλογιζόμην την ώραν εκείνην τους μείναντας εις την Χίον, δεν εσκεπτόμην πόσοι δυστυχέστεροι ημών κρύπτονται εισέτι εις σπήλαια και υπόγεια, υποφέροντες τα μαρτύρια, από των οποίων ημείς ελυτρώθημεν. Όχι· δι'εμέ η Χίος, ο κόσμος όλος, ήτο κατ' εκείνην την στιγμήν του πλοίου μας το πλήρωμα· εκεί συνεκεντρούντο τα αισθήματά μου, εκεί περιωρίζετο η σκέψις μου.
Αλλ' ότε το πλοίον επελαγοδρόμησε, τα δε παράλια της Χίου έμειναν μακράν όπισθεν ημών, και επήλθε τάξις τις και ησυχία επί του καταστρώματος, ενθυμήθην τότε ότι ήμην άσιτος και ησθάνθην ότι πεινώ. Δεν ήτο νέα δι' εμέ η τοιαύτη αίσθησις. Πολλάκις, κατά την διάρκειαν των περιπλανήσεών μας, ησθάνθην αυτό της πείνης και της δίψης το μαρτύριον. Ποτέ, αναγνώστά μου, να μη σε δώση ο θεός να πεινάσης, εκτός μόνον όταν γνωρίζης ότι σε περιμένει τράπεζα πλήθουσα. Αλλά να πεινάς και να βλέπης τους περί σε ωχρούς εκ της ασιτίας, και να μη βλέπης πόθεν να προμηθευθής τεμάχιον άρτου, και να έχης ανάγκην δυνάμεων διά να τρέχης, διά να περιθάλπης άλλα αδύνατα και αγαπητά περί σε όντα..... Ω ! μόνος ο διελθών τοιαύτας στερήσεις δύναται να εννοήση την πικρίαν των !
Ο πλοίαρχος δεν εβράδυνε να σκεφθεί ότι έχομεν ανάγκην τροφής και διέταξε να μας διανείμωσι παξιμάδια. Μας εφάνησαν ως το μάνα εν τη ερήμω ! Τα εδέχθημεν ευλογούντες τον Θεόν και απονέμοντες εγκαρδίους ευχαριστίας προς τον πλοίαρχον, και δεν ήκουες εντός ολίγου ή την χαρμόσυνον μουσικήν τοσούτων πεινασμένων οδόντων αλεθόντων τα σκληρά του πλοίου παξιμάδια.
Η Ανδριάνα μόνη δεν έτρωγεν. Εκάθητο επί του καταστρώματος, παρά την πρύμνην, με τα γόνατα υψωμένα και τους αγκώνας επί των γονάτων και το μέτωπον εντός των χειρών. Ο πλοίαρχος υπήγε πλησίον της προσπαθών να την ενθαρρύνη, αλλ' έμεινε σιωπηλή και ακίνητος εκείνη, ουδ' ανύψωσε την κεφαλήν. Έθεσα, τότε την χείρα επί του ώμου της και ηθέλησα να την προτρέψω να φάγη, αλλά δεν ηδυνήθην να είπω πολλά, διότι είδα τα δακρυα ρέοντα διά μέσου των δακτύλων της, και επνίγετο η φωνή μου και εθολούντο οι οφθαλμοί μου.
Η μήτηρ μου εκάθητο παρέκει. Έδειξα διά της χειρός την Ανδριάναν και με ενόησεν η μήτηρ μου, και εγερθείσα ήλθε πλησίον της δυστυχούς νέας. Εγονάτισεν ενώπιον της, εσήκωσε τας χείρας της από το μέτωπον, εσπόγγισε τα δάκρυα της, και είπε λόγους γλυκείς γυναικείας παραμυθίας.
Απεμακρύνθην συγκινημένος. Υπήγα εις την πρώραν και έβλεπα την θάλασσαν την οποίαν εσχίζομεν, και τα βουνά των Ψαρών αντικρύ μου.
Ήμεθα ήδη πλησίον του λιμένος, δεν εβράδυνον δε να φανώσι τα πλοία, και υπεράνω αυτών η πόλις, και μετ' ου πολύ ηγκυροβολήσαμεν.
Τότε πρώτον την είδα την ηρωικήν νήσον, ήτις ήτο πεπρωμένον να καταστραφεί, ως η Χίος και αυτή. Αλλά τα Ψαρά ενέπηξαν εις τα σπλάγχνα της Τουρκίας πληγήν φοβεράν, ενώ εκ της Χίου γόοι μόνον και στεναγμοί αντήχησαν. Κατεστράφησαν τα Ψαρά, αλλ' αφού πρώτον ήναψεν εις το πέλαγος αθάνατον πυρκαϊάν ο δαυλός του Κανάρη!
Δεν μας επετράπη ν' αποβώμεν εις την ξηράν· εφοβούντο οι Ψαριανοί μη αναγκασθώσι να μας δεχθώσι. Δεν ηδύναντο να φιλοξενήσωσι πλειοτέρους πρόσφυγας επί της νήσου των· ήτο θυσία και το ύδωρ αυτό, το οποίον μας έστειλαν διά να μη αποπλεύσωμεν διψώντες.
Ο άνεμος έπνεεν εισέτι ούριος, ο δε πλοίαρχος εβιάζετο ν' αναχωρήσωμεν πριν αίφνης μεταβληθή. Επρότεινε να μας φέρη εις Μύκονον, καθότι εις Τήνον ήσαν ήδη πολλοί εκ Σμύρνης και Χίου και εξ άλλων πόλεων πρόσφυγες, ο δε τύφος τους παρηκολούθησεν, ενώ εις Μύκονον ήτο υγεία και ευρυχωρία πλειοτέρα. Απεφασίσθη λοιπόν εκεί κατά προτίμησιν να μας φέρωσιν. Ημείς δε επηγαίνομεν όπου μας έφερον. Τι προς ημάς η Τήνος ή η Μύκονος ; Λιμένα καταφυγής ηθέλομεν, και σκέπην φίλόξενον, υπό την οποίαν να κλίνωμεν την κεφαλήν, και Τούρκους πλησίον να μη έχωμεν!
Περί ηλίου δυσμάς ανειλκύσθη η άγκυρα και απεπλεύσαμεν.
Η Ανδριάνα εν τούτοις έμενε τεθλιμμένη και άφωνος. Ουδέ η εις Ψαρά άφιξις και η εκείθεν αναχώρησις, ουδ' η γενική επί του καταστρώματος κίνησις και βοή ίσχυσαν να την αποσπάσωσι του ληθάργου, εντός του οποίου εφαίνετο βυθισμένη. Τα πάντα ήσαν ως ξένα προς αυτήν. Οι οφθαλμοί της ήσαν προσηλωμένοι, αλλ' έβλεπες ότι δεν προσέχουν εις ό,τι ητένιζον. Μελαγχολία ανεκλάλητος απεικονίζετο εις το βλέμμα, εις την στάσιν, εις την σιωπήν της. Εάν την ωμίλει τις, ύψωνε βραδέως τους οφθαλμούς, ως ν' αποσπάται μετά κόπου από τας σκέψεις της, και βραδέως και μετά κόπου απεκρίνετο. Εάν η μήτηρ μου ελάμβανε θωπευτικώς την χείρα της, εδέχετο απαθώς την θωπείαν, η δε χειρ έπιπτεν έπειτα βαρεία επί των γονάτων· και απεμακρύνετο η μήτηρ μου να κρύψη την λύπην της. Πού η πρότερα ζωηρότης; πού η ενέργεια, πού η φαιδρότης, ήτις μας υπεστήριζε και μας εζωογόνει κατά τας πρώτας του διωγμού ημέρας ! Αφ' ης ώρας ήνοιξε την θύραν εις Μεστά με την κόμην λυτην και τα στήθη ανοικτά και το φόρεμα σχισμένον, δεν είδα το μειδίαμα ουδέ ήκουσα την εύθυμον εκείνην φωνήν της. Μόνον τους λυγμούς της ήκουα εντός του σκοτεινού σταύλου, και τώρα έβλεπα το άτονον βλέμμα της και τα χείλη της βωβά. Η ευτυχία της υπάρξεώς της κατεστράφη υπό τας αγρίας χείρας εκ των οποίων διέφυγεν όπως μας σώση. Η ατιμωτική εκείνη επαφή απεμάρανε το θαλερόν της ζωής της γόητρον. Το κάλλος απέμενεν, αλλ' άνευ της προτέρας λάμψεως πλέον. Ήτο εισέτι ωραία, αλλ' είχε την ωραιότητα του άνθους, το όποιον χειρ σκληρά απέκοψε του στελέχους και το έρριψε κατά γης αφού το έθλιψε.
Το δε πλοίον έσχιζε τα κύματα. Η απόστασις και το προβαίνον σκότος απέκρυψαν βαθμηδόν της Χίου και των Ψαρών τα βουνά, μόλις δε ως νέφη μεμακρυσμένα διεκρίνοντο επί του ορίζοντος αι γραμμαί των νήσων του Αιγαίου, προς τας οποίας επλέομεν.
Και επήλθεν η νυξ ασέληνος και σκοτεινή, ο δε άνεμος έπνεεν ούριος, και έτρεχε το σκάφος και εγόγγυζεν η θάλασσα. Ο κάματος, και το σκότος και της ασφαλείας η συναίσθησις, και η αντίδρασις των παρελθουσών συγκινήσεων, και το ψύχος της νυκτός, και των κυμάτων ο ρόχθος, τα πάντα ομού εδάμασαν τους επί του καταστρώματος συνεσφιγμένους φυγάδας, και επροσπάθησεν όπως έκαστος ηδύνατο να σκεπασθή, και έκρυψαν αι μητέρες τα τέκνα εις την αγκάλην, οι δε γέροντες έκλιναν την λευκήν κεφαλήν επί των σανίδων του πλοίου, και έπαυσαν αι ομιλίαι, και δεν ήκουες ή την βοήν του κύματος σχιζομένου υπό την πρώραν, και το τρίξιμον του σκάφους, ότε ο άνεμος αγριεύων έκλινε προς την θάλασσαν τους ιστούς.
Εγώ δεν εκοιμώμην. Εκαθήμην στηρίζων την κεφαλήν επί του ιστού και έβλεπα τα νέφη και τους ανά μέσον των νεφών φαινομένους αστέρας, ο δε νους μου ήτο όλος εις την Ανδριάναν. Ενθυμούμην σκηνάς της παιδικής μου ηλικίας· ενθυμούμην ότε μας ήνοιξε την θύραν επιστρέφοντας εκ Σμύρνης, και την χαράν ήτις τότε επλημμύρησε την καρδίαν μου, ότε μετά τοσούτων ετών απουσίαν την επανείδα· ενθυμούμην ένα σωρόν περιστατικών των τελευταίων δυστυχών επί της Χίου ημερών, η δε μορφή της συνείχετο με τας αναμνήσεις μου πάσας, και η φωνή της, η φαιδρά της φωνή, μου εφαίνετο αντηχούσα εις τα ώτα μου.
Και παρήρχοντο αι ώραι. Αλλ' η γενική επί του πλοίου ησυχία και η μονότονος της θαλάσσης βοή, και του σκάφους η κίνησις ήρχιζον βαθμηδόν να επενεργώσιν επί του απηυδημένου μου σώματος. Χωρίς εντελώς να κοιμώμαι, ήρχιζον ήδη αι σκέψεις μου να λαμβάνωσιν ονείρων μορφήν, ότε εξαίφνης ακούω ήχον βαρύν σώματος πίπτοντος εντός της θαλάσσης και τρόμου συγχρόνως κραυγάς :
— Έπεσε εις την θάλασσαν ! Έπεσε εις την θάλασσαν! Ευρέθην διά μιας εις την πρύμνην. Η Ανδριάνα δεν ήτο εις την θέσιν της. Οι δ' επιβάται σκύπτοντες από των πλευρών του πλοίου έβλεπον την θάλασσαν, και αι γυναίκες έκραζον :
— Έπεσε εις την θάλασσαν! Σώσατέ την!
Ο πλοίαρχος διέταξε να χαλαρώσωσι τα ιστία.
Εκόπη του πλοίου ο δρόμος, και η λέμβος κατεβιβάσθη. Αλλ' ο άνεμος έπνεε δυνατός και είχομεν ήδη αφήσει οπίσω το άγνωστον εκείνο σημείον, όπου ηκούσθη ο απαίσιος ήχος, όπου η Ανδριάνα ερρίφθη εις το πέλαγος.
Ω! ποτέ δεν εμίσησα τους Τούρκους όσον κατ' εκείνην την στιγμήν!
Επήδησα εντός της λέμβου πριν ή δυνηθή ο πλοίαρχος να μ' εμποδίση. Οι ναύται εκωπηλάτουν βιαίως. Υπήγομεν οπίσω. Εσιωπώμεν προσέχοντες μη ακούσωμεν την φωνήν της. Εκράζομεν δυνατά διά ν' ακουσθώμεν. Τίποτε! Εβλέπομεν εις το σκότος μη διακρίνωμεν μορφήν τινα επί των κυμάτων. Τίποτε! Τίποτε!
Εκεί, λευκή τις σκιά επί των υδάτων επέσυρε το βλέμμα μου. Την δεικνύω προς τους ναύτας. Κωπηλατούμεν, πλησιάζομεν. Ήτο ο λευκός της Ανδριάνας κεφαλόδεσμος. Εμείναμεν ώραν πολλήν περί το σημείον εκείνο, αλλά τίποτε δεν εφαίνετο, δεν ηκούετο τίποτε, εκ δε του πλοίου ο πλοίαρχος έκραζε να επιστρέψωμεν.
Επεστρέψαμεν. Εκράτουν εις χείρας την λευκήν οθόνην, την οθόνην εκείνην, την οποίαν έσυρα και ελύθη η κόμη της, ότε επιστρέφων εκ Σμύρνης είδα πρώτην την Ανδριάναν, εις την θύραν της οικίας μας. Η οθόνη εκείνη έμεινε, το μόνον λείψανον, μόνον μνημόσυνόν της! Την εκράτησα έκτοτε, και την έχω εισέτι, και την διατηρώ ως ιερόν κειμήλιον, ως προσφιλές ενθύμημα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ'.
Ότε καθήμενος επί των αναπαυτικών επίπλων της εν Λονδίνω οικίας μου, περιστοιχιζόμενος υπό της οικογενείας μου, πλησίον τοσούτων συγγενών και συμπολιτών μου ευτυχούντων— ότε, εν μέσω της ανέσεως και της ευημερίας του παρόντος, αναπολώ τα παρελθόντα, και συγκρίνω την περικυκλούσαν τον φθίνοντα βίον μου γαλήνην προς τα βάσανα και τους κινδύνους και τας στερήσεις της πολυκυμάντου εκείνης εποχής, απορώ εγώ αυτός πώς διήλθομεν και πώς ηδυνήθημεν πάντες να υποφέρωμεν τα τοσαύτα δεινά, και πώς επί τέλους εξήλθομεν με σώας της ψυχής και του σώματος τας δυνάμεις εκ των σκληρών εκείνων δοκιμασιών.
Συχνάκις μου φαίνονται ως όνειρον αι αναμνήσεις της νεότητός μου, ως μύθος η γενική συμφορά, εντός της οποίας ηνδρώθην. Διότι ήσαν κοινά τα παθήματα και κοινή η κατά της ειμαρμένης πάλη, και επί έτη όλα έζησα βλέπων περί εμέ την κακοδαιμονίαν υπό πάσας αυτής τας φάσεις.
Ουδ' ήμεθα η οικογένειά μου και εγώ εκ των δυστυχεστέρων εντός της γενικής εκείνης δυστυχίας. Απ' εναντίας. Ναι μεν, εδιώχθημεν και ημείς, εκινδυνεύσαμεν, απωλέσαμεν τα πάντα, αλλ' ευρισκόμεθα τουλάχιστον όλοι ομού σώοι, επί ελευθέρων χωμάτων, και μόνος της δυστυχούς Ανδριάνας ο θάνατος διέσπασε τον οικογενειακόν κύκλον μας. Αλλ' επί του πλοίου το οποίον εκ Χίου μας έσωσε, και εις Μύκονον ήδη, και κατόπιν εις Τήνον, και βραδύτερον όπου της Ελλάδος μας έφερον οι πλανήτες πόδες μας, πανταχού εύρομεν πολλούς άλλους πολύ πλέον αξιοθρηνήτους ημών.
Ενόσω εμένομεν εις Χίον, εν μέσω των περισπασμών, εντός των οποίων εκυλινδούμεθα, δεν εγνωρίζομεν τα καθέκαστα του γενικού εκείνου μαρτυρολογίου. Έκαστος τότε εφρόντιζε περί της ιδίας σωτηρίας και δεν είχε τον καιρόν ούτε περί άλλων να ερωτά, ούτε περί εαυτού να λαλή. Αλλ' ότε εστηρίξαμεν εις την χείρα την κεφαλήν άνευ του φόβου ρομφαίας σειομένης άνωθέν της, ότε εκαθήσαμεν υπό την σκέπην ξένης θύρας, την οποίαν δεν ήτο φόβος να μαυρίση Τούρκου σκιά, και είδεν έκαστος ημών την λύπην του ζωγραφισμένην εις του γείτονός του την παρουσίαν, τότε ήρχισε να ερωτά και να μανθάνη ο είς του άλλου τα πάθη και να ερευνά περί συγγενών και φίλων απόντων.
Ποσάκις απηύθυνα ερωτήσεις κ' εγώ ματαίας! Ποσάκις, αναπολών την τελευταίαν εις το παρεκκλήσιον συνάθροισίν μας, επροσπάθησα ν' ανιχνεύσω την τύχην των αποτελούντων τον κύκλον εκείνον προσώπων. Αλλ' ουδέν εμάνθανα ερωτών. Ενθυμούμην προ πάντων την μικράν Δέσποιναν, και τον τελευταίον περίπατόν μας, και τα πικρά προαισθήματα και τα ήσυχα δάκρυά της, ενόμιζα δε ότι ακούω εισέτι την γλυκείαν παιδικήν φωνήν της: Θα σκοτώσουν τον πατέρα μου, θα τον σκοτώσουν !
Πόσα όμως άλλα ήκουσα τότε σπαραξικάρδια επεισόδια των αιματηρών εν Χίω σελίδων της ελληνικής ιστορίας, πόσας άλλας φοβεράς σκηνάς της απεράντου εκείνης τραγωδίας.! Εκάστη οικογένεια είχεν Ιλιάδα συμφορών. Πολλοί είδον σφαζομένους προ αυτών τον πατέρα, τον υιόν, τον σύζυγον. Πολλά τέκνα ορφανά περισυναχθέντα υπό αγνώστων έκλαιον τας αιχμαλωτισθείσας μητέρας των. Πολλαί μητέρες ανεζήτουν εις μάτην τα τέκνα των. Αι δε σκληραί του παρελθόντος αναμνήσεις, και οι θρήνοι επί τη σφαγή ή τη αιχμαλωσία όντων προσφιλών, και ο εκπατρισμός, και η περί του μέλλοντος αβεβαιότης, και η σπάνις του επιουσίου άρτου, απετέλουν φρικτήν την εποχήν εκείνην της συμφοράς. Και όμως την διήλθομεν καρτερικώς οι πλείστοι και επαλαίσαμεν κατά της κακής τύχης, και εξήλθομεν νικηταί της πάλης!
Όταν οι νεώτεροι, οι γεννηθέντες και ανατραφέντες εν ημέραις αγαθαίς, βλέπωσι τους γέροντας ημάς ακμαίους εισέτι και ευθύμους, διστάζουν ίσως να πιστεύσωσιν ακούοντες της νεότητός μας τα παθήματα. Μετ' ολίγα δ' έτη, οπόταν εκλείψη η γενεά του αγώνος, και διακοπή των προφορικών παραδόσεων η μνημόνευσις, δυσκόλως οι εγγονοί ημών θα φαντάζωνται διά πόσων θυσιών και βασάνων επληρώθη η ιδική των ευημερία και του έθνους η αναγέννησις. Διά τούτο εύχομαι ώστε πολλοί των επιζώντων γερόντων να μιμηθώσι το παράδειγμά μου, γράφοντες τα απομνημονεύματά των.
Εκ της ιστορίας των ατόμων αποτελείται η του έθνους, την δε ιστορίαν της Ελληνικής παλιγγενεσίας δεν συγκροτούν τα κατορθώματα μόνα των επί γης και θαλάσσης προμάχων της, αλλά και οι διωγμοί και αι σφαγαί και αι ατιμώσεις των αόπλων και ασθενών, και η εγκαρτέρησις αυτών εν τη δυστυχία, και η εις τον Θεόν πεποίθησις ήτις ενίσχυσε και εν τέλει επραγματοποίησεν, έστω και εν μέρει, τας περί καλλιτέρου μέλλοντος ελπίδας των. Ας ευλογώμεν επί τούτω τον Θεόν και ας αποθάνωμεν οι γέροντες ημείς με την ελπίδα, ότι θα εκπληρωθώσιν εις το μέλλον ολόκληροι αι εθνικαί ημών ευχαί. Αλλ' είθε να μη επιφυλάσσωνται εις τας νεωτέρας των Ελλήνων γενεάς αι δοκιμασίαι, τας οποίας ημείς υπέστημεν. Είθε τα ιδικά μας μαρτύρια να θεωρηθώσιν αρκούσα και διά το μέλλον πληρωμή εις της ειμαρμένης το βιβλίον !
Ενώ γράφω ταύτα επισωρεύονται πυκναί εις την ψυχήν μου αι αναμνήσεις, και διέρχονται αλλεπάλληλοι διά της φαντασίας μου αι περιπέτειαι της καταστροφής. Κλείω τους οφθαλμούς και βλέπω ενώπιον μου τους δυστυχείς της εξορίας συντρόφους, και ακούω τας διηγήσεις των, και αντηχούν εις τα ώτα μου οι στεναγμοί των, και ρέουν τα δάκρυα των, και συσφίγγονται απηλπισμέναι αι χείρες των !
Πεντήκοντα έτη παρήλθον έκτοτε, τους δε πλείστους αυτών εκάλυψε το χώμα. Μένουν όμως εισέτι ικανοί όπως συνδέωσι το παρελθόν μετά του παρόντος. Ηδυνάμην ενταύθα να τους ονομάσω. Ηδυνάμην να υποδείξω την γραίαν εκείνην αρχόντισσαν, ήτις, κρύπτουσα υπό ράκη το κάλλος της, περιήλθε τότε ως επαίτις τα ενδότερα της Ανατολής προς αναζήτησιν του τέκνου της· και ο θεός την ελυπήθη, και επέστρεψε με το τέκνον της εις την αγκάλην.
Η δε άλλη εκείνη γραία, μήτηρ ήδη εντίμων της Ελλάδος πολιτών, ηρπάγη τότε εις της νεότητος τα πρόθυρα, και διήλθε δύο έτη εντός Τουρκικού χαρεμίου, μόλις εξαγορασθείσα προ της εκ του πολέμου επιστροφής του Τούρκου συλητού της.
Αλλά τις εκ των γερόντων συμπολιτών μου δεν έχει να διηγηθή περιπετείας, υπερβαινούσας συχνάκις κατά την δραματικότητα ό,τι η γόνιμος μυθογράφου φαντασία δύναται να συλλάβη; Προχθές έτι είς εξ αυτών έλεγεν ενώπιον μου πώς δεκαετή τότε τον είχεν αιχμάλωτον εις την οικίαν του Χίος Τούρκος, την δε ημέραν της απαγχονίσεως των ομήρων τον έφερεν εκ της χειρός εις τον δρόμον, όπως ίδη διαβαίνουσαν την πομπήν των μαρτύρων εκείνων· μεταξύ δε των αγομένων εις το μαρτύριον ήτο ο πατήρ του· και τον είδε τον πατέρα του, και αποσπασθείς εκ των χειρών του Τούρκου εχύθη εις τας πατρικάς αγκάλας· ο δε πατήρ ήρπασε τον υιόν, τον έθλιψεν επί του στήθους, του έδωκεν ένα ασπασμόν, ένα μόνον, και αποθέσας αυτόν κατά γης τον έσπρωξε μακράν του, ωσεί φοβούμενος μη συμπεριληφθή το τέκνον εις του πατρός την καταδίκην! Εξηγοράσθη κατόπιν το ορφανόν τέκνον, αλλ' ο τελευταίος εκείνος του πατρός ασπασμός ουδέποτε παρ' αυτού ελησμονήθη. Και ήσαν υγροί του γέροντος οι οφθαλμοί, η δε φωνή του έτρεμεν ενώ διηγείτο ταύτα.
Αλλ' η πρόθεσίς μου δεν είναι ν' αφηγηθώ των άλλων την ιστορίαν. Δεν ηδυνάμην όμως, γράφων τα κατ' εμέ, να μη αναμνησθώ της γενικής τότε περί μας συμφοράς. Όλοι ομού συνεπάσχομεν, ο δε σύνδεσμος της δυστυχίας και ο αγών της αυτοσυντηρήσεως υπεστήριζον την αμοιβαίαν καρτερίαν και, ολίγον κατ' ολίγον, μας ενεψύχωσαν.
Κατά τας πρώτας ημέρας ήμεθα ως ζαλισμένοι, και ουδείς εσκέπτετο περί της αύριον. Αι συγκινήσεις του διωγμού και της σωτηρίας ήσαν πρόσφατοι εισέτι, η δε πρόθυμος των Μυκονίων φιλοξενία και τα ολίγα περισωθέντα χρήματα εξήρκουν προς συντήρησίν μας. Αλλά τα χρήματα ταχέως εξηντλήθησαν, οι δε πτωχοί νησιώται δεν ηδύναντο βεβαίως να μας διατρέφωσιν. Ήτο γενική η πενία τότε και μεγάλη η αχρηματία. Ενθυμούμαι, αφού εδαπανήθη και το τελευταίον φλωρίον μας, τας ματαίας προσπαθείας μου προς πώλησιν ενός δακτυλιδιού της μητρός μου. Μόλις και μετά βίας ηδυνήθην εις Σπέτσας βραδύτερον να εύρω αγοραστήν ένα εκ των ευπορωτέρων εκεί προκρίτων. Και ο άνθρωπος βεβαίως το ηγόρασε διά να μας συνδράμη εις ώρας θρήνων και οδυρμών. Ο έχων τότε χρήματα δεν ηγόραζε κοσμήματα ούτε προς χρήσιν του, ούτε κερδοσκοπίας χάριν.
Θαύμα μου φαίνεται εισέτι πώς εν τω μέσω της ανεχείας εκείνης κατωρθώσαμεν βαθμηδόν να εξεύρωμεν πόρους και να δημιουργήσωμεν εμπόριον. Όσοι προσέφυγον εις Ρωσσίαν ή Ιταλίαν ή αλλαχού, εντός κοινωνιών ευπορουσών, δεν είχον ν' αντιπαλαίσωσι προς ομοίας δυσκολίας, όπως διά του ιδρώτος κερδίζωσι τον επιούσιον άρτον. Αλλ' εις την Ελλάδα, οποίαν ηδύνατο να έχη ο κόπος αξίαν, ότε πάντες ήσαν πένητες και πειναλέοι;
Και όμως εζήσαμεν! Αλλά πώς εζήσαμεν; Προ δύο εβδομάδων συνώδευσα εις τον τάφον τον νεκρόν γέροντος φίλου μου· τον βαθύπλουτον τούτον έμπορον, όστις αφήκεν εκατομμύρια εις τους κληρονόμους του, τον ενθυμούμαι πωλούντα πλακούντια εις τας αμόρφους έτι οδούς της Σύρου· τα δε πλακούντια τα κατεσκεύαζεν η ωραία σύζυγός του, κόρη μιας των επισημοτέρων της Χίου οικογενειών. Και μη ήσαν εις θέσιν καλλιτέραν οι αγοράζοντες τα πλακούντιά των ;
Αλλά και πάλιν ο κάλαμος μου πλανάται. Προτρέχω της σειράς της διηγήσεώς μου.
Δύο ή τρεις εβδομάδας μετά την εις Μύκονον άφιξίν μας ηρχίσαμεν να σκεπτώμεθα σπουδαίως μετά του πατρός μου περί του πρακτέου, διότι έπρεπεν όπως δήποτε να εργασθώμεν προς διατροφήν της οικογενείας. Η εργασία μας ήτο το εμπόριον, αλλά, όσω ταπεινόν και αν υποτεθή, εμπόριον άνευ κεφαλαίου δεν αυτοσχεδιάζεται. Πού δε χρήματα; Τα ολίγα της μητρός μου κειμήλια δεν εχρησίμευον τα υπό την μηλέαν του κήπου μας ταφέντα, καθ' ο αργυρά και χρυσά, ηδύναντο ευκολώτερον να εξαργυρωθώσιν, αλλά δεν τα είχομεν· τα εντός του Χανίου της Σμύρνης εμπορεύματα και τα εκεί ασύνακτα χρέη ούτε τα εσυλλογιζόμεθα πλέον· τα εις Χίον κτήματα τις οίδε ποίος Τούρκος τα εχαίρετο. Δεν είχομεν τίποτε ! Εις μάτην ο πατήρ μου ήνοιγε και εδίπλονε τα ολίγα έγγραφα όσα είχεν εις το θυλάκιόν του.
Μεταξύ των εγγράφων τούτων ήτο μία εκ Βενετίας επιστολή, ληφθείσα την προτεραίαν της εκ Σμύρνης αναχωρήσεώς μας. Η επιστολή αύτη ανήγγελλε την φόρτωσιν δύο κιβωτίων σκούφων επί πλοίου Αγγλικού, μέλλοντος εις πολλούς προ της Σμύρνης λιμένας να προσορμισθή. Την φορτωτικήν έστειλεν εκ Χίου ο πατήρ μου εις φίλον του έμπορον εις Σμύρνην, Ιόνιον και κατά συνέπειαν υπήκοον Άγγλον, αλλ' ουδ' απόκρισίν του ελάβομέν ποτε, ουδ' εσκέπτετο πλέον ο πατήρ μου περί σκούφων. Η εκ Βενετίας επιστολή τους ανεκάλεσεν εις την μνήμην μου και επί των δύο εκείνων κιβωτίων εθεμελίωσα μέγα οικοδόμημα ελπίδων και σχεδίων.
— Δεν βαρύνεσαι ; έλεγεν ο πατήρ μου. Αν περίμενες απ' εκεί να σκουφωθής, περιπάτει ασκεπής από τώρα.
— Ας δοκιμάσωμεν, απεκρινόμην· τι χάνομεν γράφοντες;
Έγραψα λοιπόν προς τον εν Σμύρνη φίλον και υπέγραψεν ο πατήρ μου την επιστολήν, διά της οποίας τον παρεκάλουν ν' αποστείλη τους σκούφους προς τον εν Μυκόνω Άγγλον υποπρόξενον. Ο αγαθός Μυκόνιος, όστις αντιπροσώπευε την Αγγλίαν φέρων επί κεφαλής χρυσοστόλιστον κ α σ κ έ τ ο ν, υπεσχέθη να στείλη εις Σμύρνην την επιστολήν και να καταβάλη πάσαν περί των σκούφων φροντίδα. Ο πατήρ μου εμειδία δυσπιστών, ουδ' υπήρχε τω όντι πολλή πιθανότης, μετά τοσούτου χρόνου παρέλευσιν, εν τω μέσω της γενικής εκείνης ανεμοζάλης και της παντελούς σχεδόν διακοπής των δυσκόλων τότε συγκοινωνιών, να επιτύχη η απόπειρά μου.
Όπως δήποτε, δεν ηδυνάμεθα βεβαίως να ζήσωμεν περιμένοντες την έκβασίν της, και απεφασίσαμεν, ως μόνον και τελευταίον καταφύγιον, να προσφέρωμεν τας εκδουλεύσεις μας εις την Κυβέρνησιν, όχι ως πολεμισταί, εννοείται, αλλ' ως υπάλληλοι, ως γραμματικοί, καθώς έλεγον τότε. Έπρεπε προς τούτο να μεταβώμεν εις Ναύπλιον, ή μάλλον εις Άργος, όπου ήδρευεν η Κυβέρνησις. Αλλ' εάν απετυγχάνομεν; Εάν απερρίπτετο η προσφορά μας; Μετά πόσων άλλων ηθέλομεν αρά γε ευρεθή εις συναγωνισμόν, είτε ικανωτέρων, είτε εχόντων προστασίας και συστάσεις, των οποίων ημείς εστερούμεθα; Ταύτα σκεπτόμενοι, και ζητούντες γνώμας και πληροφορίας, κατελήξαμεν εις το συμπέρασμα ότι έπρεπε να υπάγωμεν εις Άργος, εφωδιασμένοι με συστατικήν προς τον Θεόδωρον Νέγρην, όστις ήτο αρχιγραμματεύς επί των εξωτερικών υποθέσεων και πρόεδρος του συμβουλίου, εθεωρείτο δε ως κέντρον και ψυχή της εξουσίας, και ότι τοιαύτην συστατικήν ηδύνατο να μας προμηθεύση ο φίλος του Νέγρη Γεώργιος Μαυρογένης, διαμένων τότε εις Τήνον.
Προ ετών πολλών, μετά το τραγικόν τέλος του μεγάλου διερμηνέως Μαυρογένη, ο υιός του ούτος και η αδελφή του κατέφυγον εις Χίον, εις τρυφεράν έτι ηλικίαν αμφότεροι, και έζων εκεί, πλησίον της οικίας του εκ μητρός πάππου μου, όπου συχνάζοντες συνεδέθησαν διά παιδικής φιλίας μετά της μητρός μου. Έκτοτε ανεχώρησαν, αλλ' η μήτηρ μου δεν τους ελησμόνησε, κρίνουσα δε εκ των ιδίων αισθημάτων με παρεκίνει να μεταβώ εις Τήνον και να ζητήσω επ' ονόματί της την προστασίαν των φίλων της. Εδίσταζα και εταλαντευόμην. Πώς να παρουσιασθώ, έλεγα· δεν γνωρίζουν το πατρικόν μου όνομα. Ενθυμούνται αρά γε το της μητρικής μου οικογενείας μετά τοσούτων ετών παρέλευσιν ; Και αν το ενθυμούνται, θα με αναγνωρίσωσι, θα με υποδεχθώσιν ως παλαιάς φίλης υιόν; Αλλ' αι προτροπαί της μητρός και η ανάγκη ενίκησαν τους δισταγμούς και την δειλίαν μου, και επιβιβασθείς εις μικρόν Μυκόνιον πλοιάριον αφίχθην μίαν εσπέραν εις Τήνον.
Ότε απέβην εις την παρά τον αιγιαλόν μικράν πλατείαν, ήτο ήδη νυξ. Δεν είχα πού να ζητήσω φιλοξενίαν. Εκεί επί της πλατείας είδα καφενείον ανοικτόν. Εζήτησα και έλαβα την άδειαν να διανυκτερεύσω εντός αυτού, και κατέλαβα εις το βάθος του μίαν σανίδα, αποτελούσαν κάθισμα, δια να κοιμηθώ. Αλλά πού ύπνος; Το καφενείον εγέμισεν εντός ολίγου Τηνίων ευθυμούντων, και είχομεν όλην την νύκτα μουσικήν, άσματα και ευωχίαν.
Μετά πόσης αδημονίας διήλθα την άγρυπνον νύκτα εκείνην ! Τους έβλεπα και τους ήκουα από την σκοτεινήν μου γωνίαν, και η φαιδρότης των μου έφερε δάκρυα, ο δε ήχος των οργάνων μου ενθύμιζεν οιμωγάς και θρήνους. Ενθυμούμην τα δεινά μας αφ' ότου η επανάστασις εξερράγη και ηπόρουν πώς είχον ούτοι καρδίαν να διασκεδάζωσιν !
Ήτο άδικος βεβαίως η κατ' αυτών οργή μου, η δε απαίτησίς μου υπερβολική. Η Τήνος δεν ηδύνατο να βλέπη τα πράγματα υπό την ιδίαν ως η Χίος έποψιν. Τούρκοι εκεί δεν απέβησαν, ουδ' ήτο φόβος ν' αποβώσι και να σφάξωσι και να εξανδραποδίσωσιν. Οι Τήνιοι έμενον ανενόχλητοι επί της νήσου των και αντί εχθρικών στιφών έβλεπον περί αυτούς ελευθέραν την Ελλάδα. Ήτο δ' εισέτι εις των πρώτων επιτυχιών την ακμήν η επανάστασις, και εμεγαλοποίει τους θριάμβους της η ζωηρά Ελληνική φαντασία. Η κατατρόπωσις του επαναστατικού εις Βλαχίαν κινήματος δεν ήτο εισέτι γνωστή, ενώ δε ημείς εκρυπτόμεθα και ετρέμομεν εις Χίον, εκεί εις Τήνον επιστεύετο ότι κατήρχετο εξ άρκτου τροπαιούχος ο Υψηλάντης και ότι ο θρόνος του Σουλτάνου κατέπιπτεν. Ήτο γενική η πεποίθησις ότι εντός ολίγου θα πάρωμεν την Πόλιν ! Ώστε οι Τήνιοι ηδύναντο να πιστεύωσιν ότι έχουν λόγους να ευθυμώσι. Και αντήχει εντός του καφενείου η βοή ασμάτων πατριωτικών, τα οποία εποίκιλλε κάποτε η λύρα των εις τρυφερώτερον ρυθμόν τονιζομένη.
Αλλ' εκτός τούτου.... διότι επί τέλους δεν εκοιμώντο επί ρόδων και οι Τήνιοι,— εκτός τούτου, δεν δύναται να θρηνή αιωνίως ο άνθρωπος. Η ψυχή του δεν αντέχει εις λύπην διαρκή, αλλ' αισθάνεται την ανάγκην να γελάση και να χαρή, ενώ δε η θλίψις τον πιέζει, η λάμψις του γέλωτος διασχίζει ενίοτε της κατηφείας τα νέφη. Υπάρχουν και καρδίαι εντρυφώσαι εις την θλίψιν και διαιωνίζουσαι το πένθος, αλλά τούτο δεν είναι φυσικόν. Η φύσις επουλόνει τας πληγάς, και οργά επί τέλους η καρδία προς την φαιδρότητα και επιζητεί την χαράν. Διότι, ναι μεν, από χώμα έπλασεν ο θεός τον άνθρωπον, από χώμα βαρύ και υγρόν, αλλ' εστέγνωσεν έπειτα τον πηλόν εις τον ήλιον, και η ζύμη διατηρεί της ζωογόνου ακτίνος την θέρμην.
Την νύκτα εκείνην δεν εφιλοσόφουν ούτω. Δεν είχα εισέτι της ζωής την πείραν, τα δε παθήματα ήσαν νωπά. Βραδύτερον, ότε οι πλείστοι των προσφύγων Χίων συνελθόντες ηρχίσαμεν ν' ανεγείρωμεν τας πρώτας καλύβας αίτινες εσχημάτισαν την Ερμούπολιν, ενώ εξηκολούθει ο πόλεμος έτι και μας εμάστιζεν η πενία, κατέλαβεν όλους ημάς η ανάγκη του γέλωτος και της ευθυμίας, και ενεθρονίσθη η φαιδρότης εν μέσω της κοινότητος εκείνης των δυστυχών. Ποτέ, καθ' όλην του βίου μου την διάρκειαν, δεν ενθυμούμαι ζωηροτέραν περίοδον διασκεδάσεων ή τα πρώτα εκείνα έτη της εν Σύρω διαμονής. Είναι αληθές ότι ήμην εις της νεότητος το άνθος τότε. Αλλ' ουχ ήττον, ενθυμούμαι και τους γέροντας μετά των νέων συνευθυμούντας.
Προς τα εξημερώματα επήλθεν επί τέλους ησυχία εντός του καφενείου και απεκοιμήθην. Την δε πρωίαν εγερθείς διηυθύνθην προς την κατοικίαν του Μαυρογένη συλλογιζόμενος τι θα είπω και πώς θα παρουσιασθώ, φοβούμενος την υποδοχήν, ήτις μ' επερίμενε, και αμφιβάλλων περί της επιτυχίας του διαβήματός μου. Οποία ήτο η έκπληξίς μου ότε, ανοιχθείσης της θύρας και πριν εισέτι προφθάσω ν' αρθρώσω την ερώτησιν, την οποίαν προητοίμαζα καθ' οδόν, ήκουσα φωνήν γυναικείαν :
— Ο υιός της είναι, ο υιός της!
Και κατέβη πηδώσα ανά δύο τας βαθμίδας η κράξασα τας χαρμοσύνους λέξεις. Ήτο του κηπουρού μας η θυγάτηρ. Φυγούσα εκ Χίου διεσώθη εις Τήνον, όπου την προσέλαβεν ως υπηρέτριαν ο Μαυρογένης. Και αυτός και η αδελφή του δεν είχον ουδαμώς λησμονήσει την μητέρα μου, η δε μνεία μόνη του ονόματος της ήνοιξε τας θύρας της οικίας των εις την πτωχήν του κηπουρού θυγατέρα.
Την ηρώτησα τι έγεινεν ο πατήρ της. Δεν εγνώριζεν η δυστυχής. Απεχωρίσθησαν καθ' ην ώραν σπείρα Τούρκων επέπεσεν εις του πύργου μας την περιοχήν. Έφυγεν εκείνη μετ' άλλων γυναικών, ο δε γέρων Κύριος οίδεν αν έζη ή απέθανε. Και έκλαιεν αποκρινομένη δια διακεκομμένων φράσεων εις τα ερωτήματά μου.
Ανέβην την κλίμακα με την καρδίαν ελαφροτέραν ή ότε έκρουα την θύραν. Ο ευγενής οικοδεσπότης μ' εδέχθη προσηνώς, μ' εκράτησεν εις την οικίαν του, μ' έδωκε την ζητουμένην συστατικήν, με είπε λόγους ενθαρρυντικούς και μ ' ενέπλησεν ελπίδων και παρηγοριάς. Η δε αδελφή του δεν έπαυεν ερωτώσα με περί της μητρός μου και περί της Χίου και περί των σκληρών του διωγμού περιπετειών. Κατεθέλχθην υπό της γλυκύτητός της και εθαύμασα την καλλονήν και την χάριν της, αλλά δεν εφανταζόμην ενώ την έβλεπα, ότι θα καθέξη θέσιν εις την ιστορίαν της επαναστάσεως και ότι θα γραφώσι βιβλία περί αυτής.
Η ανάμνησις της ευμενούς εκείνης υποδεξιώσεως πολλάκις κατά τας ποικίλας δυσχερείας του κατόπιν βίου μου ανεπτέρωσε το θάρρος μου και εστερέωσε την κλονιζομένην πεποίθησίν μου εις το μέλλον. Δεν με ωφέλησεν επί τέλους η συστατική ουδέ μ' εχρησίμευσεν η προστασία του Μαυρογένη. Αλλ' η ηθική υποστήριξις, η έκφρασις συμπαθείας, είς λόγος γλυκύς, έν φιλικόν μειδίαμα, παρηγορούν την πάσχουσαν καρδίαν πλειότερον πάσης βοηθείας υλικής. Χάριτι θεία, δείγματα τοιαύτης καλοσύνης συχνάκις μου έτυχον κατά την μακράν της συμφοράς περίοδον. Ενόσω ευτυχεί τις δεν λαμβάνει αφορμάς να εκτιμήση του πλησίον την αγαθότητα· μόνον εν ημέραις δακρύων εννοεί πόσον ο άνθρωπος είναι φύσει εύσπλαγχνος και ευεργετικός και πόσον συμπονεί τον δυστυχούντα. Οι κακοί είναι ολίγοι επί της γης !
Την επιούσαν επέστρεψα εις Μύκονον φέρων εντός του κόλπου μου την συστατικήν. Μετ' ολίγας δε ημέρας, τυχόντες πλοίον διά τον κόλπον του Ναυπλίου, απεχαιρετήσαμεν την φιλόξενον νήσον και ανεχωρήσαμεν πανοικεί.