WeRead Powered by ReaderPub
Λουκής Λάρας cover

Λουκής Λάρας

Chapter 14: ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ'.
Open in WeRead

About This Book

The narrator recounts youthful years spent in Smyrna under his father's commercial tutelage, describing daily life in the shops, modest ambitions for study and travel, and close family habits. He recalls preparations to go to England, lessons in English, and the habit of attending church and seasonal visits to nearby villages. The account shifts when sudden nighttime gunfire and orders to arm reveal the outbreak of political unrest, producing fear, confusion, and new uncertainty for private plans. The narrative blends detailed domestic commerce, emotional nostalgia for home, and the disruptive impact of public violence on ordinary lives.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ'.


Οποία ήσαν κατ' εκείνην την εποχήν τα ταξείδια δεν γνωρίζουν οι παιδιόθεν συνειθίσαντες διά του ατμού να διατρέχωσι γην και θαλάσσας. Μόνον επί του Αιγαίου πελάγους μας, ο μη δυνάμενος να περιμένη επί δεκαπέντε ημέρας το ατμόπλοιον, αναγκάζεται, και σήμερον έτι, να εκτίθεται εις περιπλανήσεις ομοίας προς τας του Οδυσσέως και των συντρόφων του. Αλλ' επί τέλους, σήμερον, και της μάλλον αποκέντρου νήσου ο κάτοικος δεν είναι των ανέμων αιώνιος δούλος. Αν έχη την υπομονήν, το ατμόπλοιον θα έλθη. Τότε ατμόπλοιον δεν εγνωρίζετο. Ο ουρανός μας δεν είχεν εισέτι οσφρανθή γαιανθράκων καπνόν, τα δε κύματά μας ήσαν παρθένα από πυροσκάφου μαστίγωσιν.

Ο άνεμος έπνεεν ούριος, ότε απεπλεύσαμεν εκ Μυκόνου, αλλά μετ' ολίγον έπεσε, και επήλθε παντελής νηνεμία. Επί ώρας και ώρας εβλέπομεν ακινήτους ενώπιόν μας της Σύρου τους βράχους, μόλις διά δύο βαρειών κωπών κινούντες ανεπαισθήτως το βαρύ σκάφος μας. Επί τέλους μετά την δύσιν του ηλίου ηγέρθη ο άνεμος και τα ιστία ερρυτιδώθησαν αλλ' έπνεεν εκ Νότου και μας ώθησε προς την Άνδρον, όλην δε την νύκτα ελοξοδρομήσαμεν προσπαθούντες να πέσωμεν υπό το Σούνιον. Την επιούσαν κατωρθώσαμεν μετά κόπου να προσορμισθώμεν εις Πειραιά προς προμήθειαν ύδατος.

Ότε μετά έτη επανείδα τον λιμένα του Πειραιώς πόσον μου εφάνη μικρός! Τότε ήτο απέραντος, διότι ήτο έρημος. Το πλοίον μας και δύο μικρά αλιευτικά πλοιάρια εκινούντο μόνα επί της εκτάσεως των ησύχων υδάτων του. Εκεί όπου σήμερον υψούται η μαρμάρινος προκυμαία του, η θάλασσα προχωρούσα ανεπαύετο επί βράχων γυμνών. Εκεί όπου εξαπλούται σήμερον πόλις ακμάζουσα και μεγάλα εργοστάσια με τας υψηλάς καπνοδόχους των, δεν έβλεπες ή άγονον γην και εικόνα ερημώσεως. Μία μόνη επί της ακτής ετοιμόρροπος οικία αποκαθίστα έτι μάλλον αισθητήν την έλλειψιν ζωής και κινήσεως.

Επολιορκούντο τότε υπό των Ελλήνων αι Αθήναι, ολιγάριθμον δ' απόσπασμα οπλοφόρων κατείχε την ηρειπωμένην εις Πειραιά οικίαν. Δεν ηκούσαμεν μακρόθεν πυροβολισμούς, ούτε είδομεν άλλο σημείον πολέμου ή την στρατιωτικήν εκείνην του Πειραιώς κατοχήν.

Άγριος ο πόλεμος! Δεν εξευγενίζει τον άνθρωπον. Δεν μας έβλαψαν οι στρατιώται εκείνοι ουδέ μας παρεμπόδισαν, αλλ' ηυχαριστήθην όμως ότε είδα το πλοίον μας απομακρυνόμενον της ακτής. Είχεν ωμόν τι η παρουσία των· ενέπνεε φόβον και αυτός ο χαιρετισμός των !

Την τρίτην ημέραν από της εκ Μυκόνου αναχωρήσεως ελλιμενίσθημεν εις Σπέτσας, διότι ο άνεμος εμπόδιζε να εισπλεύσωμεν εις τον κόλπον του Ναυπλίου. Ο πλοίαρχος απέβη εις την πόλιν. Βαρυνθέντες την εντός του πλοίου στενοχωρίαν απέβημεν και ημείς, όπως λάβωμεν την ευχαρίστησιν να πατήσωμεν ξηράν.

Εκαθήμεθα επί πετρών παρά την τελευταίαν της πόλεως οικίαν, ήμεθα δε όλοι σιωπηλοί βλέποντες τη(ο)ν πατέρα μου κατηφή. Δεν τον είχα ποτέ ιδεί τοσούτον καταβεβλημένον. Εφαίνετο πάσχων, αλλά δεν παρεπονείτο. Εκράτει μόνον την κεφαλήν με την χείρα και οι οφθαλμοί του ήσαν βαρείς.

Ήμεθα μόνοι εκεί, αλλ' εβλέπομεν παρέκει επί της ακτής των κατοίκων την κίνησιν.

Ο λιμήν ήτο πλήρης πλοίων, η δε λέμβος μας δεμένη διά σχοινιού επί των βράχων επερίμενε κενή του πλοιάρχου την επιστροφήν. Με τους οφθαλμούς επ' αυτής προσηλωμένους εσκεπτόμην τι θα γίνωμεν αν ο πατήρ μου ασθενήση, και ενθυμούμην τον πύργον μας και τον αναπαυτικόν εκεί κοιτώνα του, ότε είδα αίφνης νέον Σπετσιώτην πλησιάζοντα προς ημάς.



— Καλώς ωρίσατε, Χριστιανοί. Από την Χίον έρχεσθε;

— Από την Χίον, απεκρίθη ο πατήρ μου, μετά κόπου ορθώσας την κεφαλήν.

— Και τι κάθησθε εδώ έξω; Πώς δεν έρχεσθε εις την πόλιν μας. — Πηγαίνομεν εις το Άργος.

— Εις το Άργος! Δεν είναι τόπος διά γυναικόπαιδα το Άργος. Εδώ να μείνετε.

Είπεν ο πατήρ μου ότι πηγαίνομεν εκεί προς εύρεσιν πόρου ζωής. Αλλ' εξηκολούθησεν εκείνος λέγων, ότι το Άργος είναι στρατόπεδον, ότι το Ναύπλιον εισέτι πολιορκείται, μας παρέστησε τας δυσκολίας της εν μέσω σκηνών πολέμου διαβιώσεως γυναικών, και μας προέτρεψε ν' αναβάλωμεν την αναχώρησίν μας. Ενώ ωμίλει, επανήλθε και ο πλοίαρχος, όςτις επικυρών του Σπετσιώτου τους λόγους μας παρεκίνει να μείνωμεν εις Σπέτσας. Το να πεισθώμεν δεν ήτο δύσκολον, αλλά πού να μείνωμεν, πού να κατακλίνωμεν την κεφαλήν εις τον νέον τούτον της εξορίας σταθμόν ; Ο αγαθός Σπετσιώτης ενόησε, φαίνεται, την αιτίαν των δισταγμών μας.

— Ελάτε εις την οικίαν μου, είπεν. Ο πατήρ μου εφονεύθη πολεμών, η μήτηρ μου απέθανε, και είναι έρημος η φωλεά μου. Κατοικήσατε την όσον καιρόν θέλετε. Ελάτε.

Εδέχθημεν μετά συγκινήσεως την προσφοράν του Εύσπλαγχνος άνθρωπος και γενναίος ! Από της στιγμής εκείνης έγινεν ο πιστότερος των φίλων δι' εμέ. Ήμεθα ως αδελφοί έκτοτε, η δε φιλία μας διετηρήθη μέχρι του προ ετών ολίγων θανάτου του. Απέθανε πλήρης τιμών, αναδειχθείς χρήσιμος και ακέραιος της πατρίδος υπηρέτης και εν πολέμω και εν ειρήνη.

Μετεκομίσθημεν λοιπόν εις του νέου φίλου μας την οικίαν και ελάβομεν κατοχήν των ευρυχώρων και καθαρών δωματίων της.

Ο πατήρ μου ησθάνετο εκλιπούσας τας δυνάμεις του· ίσως προέβλεπε του θανάτου την προσέγγισιν και δεν ήθελε ν' αποθάνη πριν ίδη εξασφαλιζόμενον της ορφανής οικογενείας του τον άρτον. Δεν εξέφρασε φόβους τοιούτους, αλλά την αυτήν εκείνην ημέραν μ' εσυμβούλευσε να μεταβώ, άνευ αναβολής, μόνος εις Άργος, όπως, δυνάμει της συστατικής, ζητήσω από τον Νέγρην θέσιν υπαλλήλου.

Μετά δύο ημέρας απεβιβαζομην εις τους Μύλους του Ναυπλίου και εκείθεν μετέβην εις Άργος πεζός.

Είχον δίκαιον ο Σπετσιώτης και ο πλοίαρχος μας. Ήμην ήδη προητοιμασμένος εκ των λόγων των και εκ των πρώτων εις Πειραιά εντυπώσεων, αλλ' εκεί, εις Πειραιά, είδα εν μικρώ ό,τι ενταύθα ήδη έβλεπα. Ευρέθην εντός κόσμου όλως νέου δι' εμέ. Αι χιλιάδες φουστανελοφόρων μαχητών, το αγέρωχον ύφος και η τραχεία γλώσσα των, τα περιφρονητικά βλέμματα δι' ων με κατεμέτρουν, αι απότομοι φράσεις δι' ων απεκρίνοντο εις τας δειλάς ερωτήσεις μου, η βοή και η κίνησις και η σύγχυσις του στρατοπέδου, τα πάντα ομού με κατεθορύβουν. Δεν ήτο βεβαίως ο τόπος κατάλληλος διά γυναικόπαιδα. Αλλά κ' εγώ αυτός ησθανόμην ότι δεν ευρίσκομαι εντός αρμοδίου ατμοσφαίρας. Δεν ήμην εις το στοιχείον μου εκεί.



Ότε με την συστατικήν εις χείρας κατώρθωσα επί τέλους να εισαχθώ εις το δωμάτιον του Μ ι ν ί σ τ ρ ο υ, και είδα αντικρύ μου όρθιον, ενώπιον υψηλής τραπέζης, άνθρωπον μικρόν και δυσειδή, ηπόρησα και εδίσταζα να πιστεύσω ότι αυτός ήτο ο αρχιγραμματεύς της επικρατείας, ο μέγας και πολύς Θεόδωρος Νέγρης.

Έγραφεν εκείνος, εγώ δε κρατών την επιστολήν επερίμενα εξετάζων τα περί εμέ. Η μικρά αίθουσα ήτο πλήρης βιβλίων· βιβλία επί της τραπέζης, βιβλία επί των σκαμνιών, βιβλία επί του κιβωτίου, πανταχού βιβλία, και εν τω μέσω αυτών η υψηλή τράπεζα και ο Νέγρης γράφων επ' αυτής. Το ανάστημα του ήτο μικρότερον του ιδικού μου. Δεν φρονώ να με πλανά ως προς τούτο φιλαυτίας αίσθημα. Τον έβλεπα και εσκεπτόμην. Ιδού, έλεγα· αυτός μικρός, άσχημος, άοπλος, υπακούεται από τους αγρίους περί αυτόν πολεμιστάς και τους κυβερνά. Διατί ; Διότι έχει νουν και γνωρίζει γράμματα. Ο νους δεν πλάττεται, τα γράμματα όμως μανθάνονται· η γνώσις έρχεται από τον Θεόν, αλλ' αι γνώσεις αποκτώνται! Ταύτα εσκεπτόμην. Ελησμόνουν ότι ο ανθρώπινος νους έχει διαφόρους βαθμούς και ποικίλας φάσεις, ότι δεν εδόθη εις έκαστον η δύναμις του να ρυθμίζη αναλόγως των περιστάσεων την θέλησίν του, ούτε η επιδεξιότης του να επιβάλλη αυτήν εις τους ομοίους του· ελησμόνουν πολλά, αλλ' ενώ έβλεπα τον Νέγρην γράφοντα, εσχημάτισα σταθεράν απόφασιν ν' αυξήσω τας γνώσεις μου. Και, τω όντι, έκτοτε επεδόθην εις την μελέτην και την ανάγνωσιν. Πολύ βεβαίως δεν κατώρθωσα· αλλ' όσα κατόπιν έμαθα, όσος πόθος εγεννήθη εις την ψυχήν μου προς απόκτησιν μαθήσεως, χρονολογούνται από της ώρας εκείνης, καθ' ην επερίμενα να παύση γράφων ο Νέγρης. Εκείνη ήτο η αφετηρία της διανοητικής μου αναγεννήσεως, όσω περιωρισμένος και αν διέμεινεν εξ ανάγκης ο ορίζων της.

Επί τέλους κατέθεσεν ο Νέγρης τον κάλαμον και με ηρώτησε τι θέλω. Προέτεινα εν σιωπή την χείρα και έδωκα την επιστολήν. Αφού την ανέγνωσε, μ' επροσκάλεσε να καθίσω επί του μόνου κενού παρ' αυτόν ψαθίνου καθίσματος και ήρχισε να με εξετάζη τι γνωρίζω και τι παρ' αυτού επιθυμώ. Ησθανόμην ότι ηρυθρίαζα ενώ απεκρινόμην απαριθμών τας γνώσεις μου και εκφράζων την επιθυμίαν του να λάβω γραφικήν παρ' αυτώ υπηρεσίαν.

— Καλά, είπεν αφού ετελείωσα, καλά. Μου χρειάζονται νέοι ως συ. Θα σε τοποθετήσω καταλλήλως. Αλλ' ανάγκη πρώτον να ησυχάσωμεν ολίγον. Περίμενε να πάρωμεν το Ναύπλιον και έλα πάλιν να με ιδής.

Να περιμένω μέχρις ου αλωθή το Ναύπλιον ! Ανεχώρησα αποκαρδιωμένος. Προ τριών ήδη εβδομάδων εθεωρείτο βεβαία του φρουρίου η παράδοσις και ήσαν εντός αυτού των πολιορκητών οι πληρεξούσιοι διαπραγματευόμενοι τους όρους του συμβιβασμού, συνέρρεον δε πανταχόθεν οπλοφόροι όπως εορτάσωσι, κατά τον τρόπον του έκαστος, τον νέον τούτον θρίαμβον των ελληνικών όπλων. Οι Τούρκοι εν τούτοις δεν παρεδίδοντο, ο δε Δράμαλης κατέβαινεν εκ της Στερεάς επί κεφαλής μεγάλου στρατού. Η φήμη της προόδου του διεδίδετο και ήρχιζεν ήδη να κλονίζη πολλών πεποιθήσεις.

Τοιαύτα ήκουα κατά τας δύο ημέρας της εν Άργει διατριβής μου. Το ρεύμα εφαίνετο στρεφόμενον καθ' ημών. Ήμην δ' εισέτι υπό το κράτος των εν Χίω εντυπώσεων και η καρδία μου ευκόλως ηνοίγετο εις τους φόβους. Αλλά πώς ηδυνάμην να προΐδω τότε, ότι ο Κολοκοτρώνης θα καταστρέψη τον Δράμαλην εις τα Δερβενάκια ;

Την νύκτα της δευτέρας ημέρας, περιστρεφόμενος εν τη αγρυπνία μου επί της σκληράς σανίδος, ήτις ήτο η στρωμνή μου, εσχημάτισα την απόφασίν μου. Δεν ήμην πλασμένος διά βίον στρατοπέδου. Το εμπόριον ήτο η κλίσις μου.

Την πρωίαν μετέβην εις Μύλους, όπου ηύρα ευτυχώς πλοιάριον έτοιμον διά Σπέτσας και ανεχώρησα.

Δεν είδα έκτοτε το Ναύπλιον, αλλ' έμεινε χαραγμένη εις την μνήμην μου η απότομος μορφή του Παλαμηδίου, σκιάζουσα την κοιλάδα όπου καλαμώνες περιφραχτούν το ρεύμα ταπεινού ρύακος, και η θέα της πόλεως, επί των τειχών της οποίας είδα μακρόθεν τότε κυμαινομένην την Τουρκικήν ημισέληνον.

Εις Σπέτσας ηύρα και τους γονείς και τας αδελφάς μου ασθενείς και κλινήρεις. Πόσον μας ήτο επαισθητή της δυστυχούς Ανδριάνας η έλλειψις! Ποσάκις όλοι την ενθυμούμεθα! Ανέλαβα εγώ εξ ανάγκης την υπηρεσίαν όλην της πασχούσης οικογενείας. Εγώ ήμην θαλαμηπόλος, νοσοκόμος και μάγειρος έτι. Αι δε καλαί μας γειτόνισσαι ηπόρουν βλέπουσαι ένα άνδρα ταπεινούμενον διά τοιούτων γυναικείων έργων, εναντίον πάσης της νήσου των συνηθείας, εξέφραζε δε την περί τούτου ιδέαν των μειδίαμα οίκτου οπόταν μοι προσέφερον βοηθείας χείρα.

Ευτυχώς της μητρός και των αδελφών μου η ασθένεια ήτο εφήμερος μόνον συνέπεια του ψυχικού και σωματικού καμάτου των, και εντός ολίγων ημερών ηδυνήθησαν η μία μετά την άλλην ν' αφήσωσι την κλίνην. Ο πατήρ μου όμως δεν επέπρωτο ν' αναρρώση. Δεν γνωρίζω όποιον ήτο το πάθημά του. Ο δήθεν ιατρός, τον οποίον προσεκαλέσαμεν, ότε ηρχίσαμεν σπουδαίως ν' ανησυχώμεν, απεφάνθη ότι έπασχε την καρδίαν και υπεσχέθη να τον θεραπεύση. Αλλά βεβαίως δεν ήξευρε τι έλεγε, και αμφιβάλλω αν επάτησέ ποτε ιατρικής τινος σχολής τα πρόθυρα. Ήτο Μελιταίος πρεσβύτης, προ ετών από πόλεως εις πόλιν της Ανατολής μετερχόμενος, ουχί δωρεάν, του ιατρού το επάγγελμα. Κατ' εκείνην την εποχήν πας Φράγκος ευκόλως εξελαμβάνετο ως ιατρός. Κύριος δε οίδεν υπό ποίας περιστάσεις χειροτονηθείς τοιούτος ο εξοχώτατος εκείνος, επίστευσεν επί τέλους και ο ίδιος εις την επιστήμην την οποίαν εξήσκει, ποτέ μεν βοηθούμενος υπό της αγαθοεργού φύσεως και άλλοτε επισπεύδων ευσυνειδήτως των ατυχών ασθενών του το τέλος.

Έμενεν εν τούτοις ο πατήρ μου κατάκοιτος, υπέσκαπτε δε τας ολίγας δυνάμεις του ο πυρετός, και πόνοι δριμείς του αφήρουν τον ύπνον. Προησθάνετο τον θάνατον και τον επερίμενε γενναίως. Ημείς δε περί αυτόν, λησμονούντες τας ποικίλας του παρόντος στερήσεις και τα παρελθόντα αγαθά, εσκεπτόμεθα μόνον πως να τον ανακουφίσωμεν πάσχοντα και πως, ει δυνατόν, να τον σώσωμεν. Αλλ' από ημέρας εις ημέραν αι ελπίδες μας διελύοντο. Εφαίνετο προχωρούσα επί του σώματος του η ψυχρά της φθοράς χειρ.

Μίαν νύκτα έμενα μόνος παρά το προσκέφαλον του ασθενούς, μόλις καταπείσας την μητέρα μου ν' αναπαυθή ολίγον εις το παρακείμενον δωμάτιον. Ο πατήρ μου ήτο εις βύθος ομοιάζον προς ύπνον. Με τας χείρας εσταυρωμένας εκαθήμην και τον έβλεπα, ο δε νους μου επλανάτο εις σκέψεις θλιβεράς.

Ο κοιτών εφωτίζετο μόλις υπό της προ των εικόνων λυχνίας, και ήτο βαθεία της νυκτός η σιωπή. Αίφνης μου εφάνη ότι ακούω ασυνήθη έξω θόρυβον και ομιλίας εις τον δρόμον. Ηγέρθην ησύχως, ήνοιξα το παραθυρόφυλλον και, διά μέσου του σκότους, διέκρινα σκιάς ανθρώπων εις την οδόν και ανοικτάς των άντικρυ οικιών τας θύρας. Δεν ετόλμων ν' ανοίξω το παράθυρον· ο πατήρ μου εφαίνετο ησυχάζων. Επροσπάθησα ν' ακούσω τι έλεγον. Ήκουα, αλλά δεν τους ενόουν· ελάλουν Αλβανιστί. Μόνη η λέξις άρματα επαναλαμβανομένη συχνάκις διήγειρε τας υποψίας μου. Μετ' ολίγον εκλείσθησαν αι θύραι και απεμακρύνθησαν αι σκιαί, μου εφαίνοντο δε φέρουσαι κιβώτια και σάκκους επί των ώμων.

Επανήλθεν η σιωπή και η ησυχία, αλλ' η λέξις άρματα αντήχει εις τα ώτα μου εισέτι. Εγνώριζα ότι σημαίνει στόλον, αλλά περί τίνος στόλου επρόκειτο; Επερίμενα ανυπόμονος να εξημερώση, μη γνωρίζων τι συμβαίνει και προοιωνιζόμενος νέα πάλιν δεινά. Ανεπόλουν άκων την πρώτην εκείνην εν Σμύρνη νύκτα, ότε μ' εξύπνησαν των Τούρκων οι αλαλαγμοί.

Προς τα χαράγματα ήλθεν η μήτηρ μου και αναλαβούσα την θέσιν της πλησίον του ασθενούς μ' έστειλε ν' αναπαυθώ. Αντί να κοιμηθώ, εξήλθα της οικίας αθορύβως. Ήμεθα οι μόνοι αυτής κάτοικοι· ο αγαθός οικοδεσπότης έμενεν εντός του πλοίου του.

Από της άκρας της πόλεως, όπου ήτο η κατοικία μας, κατέβην προς τον λιμένα, όσω δ' επλησίαζα προς αυτόν, έβλεπα ανθρώπους προς κίνησιν. Ηρώτησα τι τρέχει και έμαθα ότι η Ύδρα ήναψεν αφ' εσπέρας φανούς. — Και τι σημαίνουν οι φανοί;— Κατέρχεται στόλος Τουρκικός!

Οι Σπετσιώται μετέφερον ήδη τα πολύτιμά των επί των πλοίων και προητοιμάζοντο, εάν τω όντι επέλθωσιν οι Τούρκοι, να επιβιβάσωσι και τα γυναικόπαιδά των. Εγνώριζον ότι ήτο πολυάριθμος ο εχθρικός στόλος και εφοβούντο διά τους οίκους των, αλλ' είχον τα πιστά εις τα κινητά φρούριά των.

Κάτω εις τον λιμένα συνήντησά τινας των επί της νήσου προσφυγόντων συμπολιτών μου. Εσκέπτοντο και ούτοι περί φυγής. Πλοίον Μυτιληναίον υπό Ρωσσικήν σημαίαν ήτο ηγκυροβολημένον εις τα όπισθεν της νήσου, και είχον στείλει να διαπραγματευθώσι την ναύλωσίν του, όπως τους μεταφέρη εις Αγκώνα. Επρότειναν να συμπεριλάβωσι και ημάς, αλλά πώς να φύγωμεν ; Πώς να μεταφέρωμεν τον πατέρα μου ετοιμοθάνατον; Πώς δε και να μείνωμεν επί της νήσου, εάν οι Τούρκοι απεβιβάζοντο;

Επέστρεψα εις την οικίαν πλήρης ταραχής και αδημονίας. Ένευσα εις την μητέρα μου, όπως εξέλθη του δωματίου, και ειπών δι' ολίγων λέξεων τα τρέχοντα την ηρώτησα εάν νομίζη ότι δυνάμεθα να μετακομίσωμεν τον πατέρα μου. Με έλαβεν εκ της χειρός, με ωδήγησε παρά την κλίνην και μου έδειξε σιωπώσα τον ασθενή. Το βύθος του εξηκολούθει, είχε κλειστούς τους οφθαλμούς, τα χείλη ημιανοικτά, και ανέπνεε βαρέως.

Τότε πρώτον είδα την αγωνίαν του θανάτου, τότε πρώτον, ο δε αποθνήσκων ήτο ο πατήρ μου, ο πατήρ τον οποίον ηγάπων !

Η μήτηρ μου κρατούσα την χείρα μου δεν επρόφερε λέξιν, αγωνιζομένη να κυριεύση την λύπην της.

Εμένομεν ούτως ενώπιον της κλίνης σιωπηλοί και ακίνητοι, ακούοντες του θνήσκοντος το ψυχομαχητόν. Έκλινα την κεφαλήν επί της χειρός της μητρός μου και την ησπάσθην, εκείνη δε δεν έσκυψε να με φιλήση, αλλ ' έθεσε την άλλην της χείρα επί της κεκλιμένης κεφαλής μου και με είπεν ησύχως·

— Φέρε ιερέα.

Έδραμα έξω αμέσως. Δεν ήθελα να κλαύσω εμπρός της.

Ενώ εξηρχόμην εισήρχετο εις την οικίαν ο ιατρός. Συνηντήθημεν εις την θύραν.

— Την εγλυτώσαμεν, φίλε μου ! ανέκραξε φαιδρώς άμα με είδεν. Αλλ' η έκφρασις του προσώπου του μετεβλήθη διά μιας, ότε παρετήρησε την ταραχήν μου, και ταπεινώσας την φωνήν με ηρώτησε :

— Πώς είναι επάνω;

Δεν απεκρίθην, αλλ' έσεισα την κεφαλήν.

— Θα ετρόμαξε με τους Τούρκους. Φεύγουν τώρα, φεύγουν, και την εγλυτώσαμεν.

Τον αφήκα αναβαίνοντα την κλίμακα και εξηκολούθησα τον δρόμον μου με την καρδίαν ελαφροτέραν. Θ' αποθάνη τουλάχιστον ήσυχος ο πατήρ μου, και θα μας αφήσωσιν οι Τούρκοι να τον κλαύσωμεν εν ειρήνη! Οι λόγοι του ιατρού επανέφερον εις την φαντασίαν μου την φρίκην της Τουρκικής εισβολής και όλα τα πιθανά επεισόδια της επί της νήσου παρουσίας των, και ενώ έτρεχα, παρεκάλουν τον Θεόν ν' αναδειχθή αληθής η είδησις ότι απηλλάγημεν τω όντι του τρόμου της εμφανίσεώς των.

Ότε επανήλθα μετά του ιερέως εις την οικίαν, ο πατήρ μου εξηκολούθει αναισθητών. Άπαξ μόνον ήνοιξε τους οφθαλμούς, το δε βλέμμα του εμαρτύρει ότι μας ανεγνώριζεν, αλλά δεν ηδυνήθη να προφέρη λέξιν και έκλεισε πάλιν τα βλέφαρα. Η αναπνοή του εξήρχετο δυσκολωτέρα του στήθους, και εφαίνετο ότι τον βασανίζει η δύσπνοια. Ο ιατρός τον ανεσήκωσεν επί της κλίνης, η δε μήτηρ μου επρόσθετεν επ' αυτής προσκέφαλα, ενώ εγώ έσχιζα διά ψαλίδος το υποκάμισόν του διά να δώσωμεν πλειοτέραν ελευθερίαν εις τους εξηντλημένους του πνεύμονας.

Τι ήτο το κινήσαν τότε τον ψυχορραγούντα πατέρα μου αίσθημα; Διατί συνέσπασε τας οφρύς και εκίνησε την χείρα, ως θέλων να εμποδίση του υποκαμίσου του το σχίσιμον ;

Η σκηνή εκείνη έμεινεν ανεξάλειπτος εις την μνήμην μου και την ανακαλώ άκων πάντοτε, οπόταν σκέπτωμαι περί της ματαιότητος των επιγείων. Ιδού ο άνθρωπος! Ο θάνατος ήπλονεν ήδη τα μαύρα πτερά του και επήρχετο το σκότος, η ανάπαυσις, το τέλος· ο δε θνήσκων, ο αγαθός, ο γενναίος, ο φιλόστοργος γέρων εκίνει αυτομάτως την χείρα όπως προφυλάξη το υποκάμισόν του! Ματαιότης ματαιοτήτων !

Η αγωνία του διήρκεσεν όλην την ημέραν. Ο Τουρκικός στόλος εν τούτοις απεμακρύνθη διευθυνόμενος προς νότον και παρήλθεν ο κίνδυνος των Σπετσών, οι δε νησιώται καθησύχασαν.

Το εσπέρας εξεψύχησεν ο πατήρ μου.

Την επιούσαν επώλησα της μητρός μου το δακτυλίδιον και εθάψαμεν τον νεκρόν μας εις τάφον ταπεινόν και ανεπίγραφον.

Ήτο η δεκάτη πέμπτη Ιουλίου 1822. Τοιαύται ημερομηνίαι δεν λησμονούνται.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η'.


Έμενα ήδη ο αρχηγός και το μόνον στήριγμα της ορφανής οικογενείας μου· εγώ είχα να την διαθρέψω, εγώ να φροντίσω περί της αποκαταστάσεως των αδελφών μου, εγώ να γηροκομήσω την μητέρα μου. Αντί δε παντός πόρου και πάσης εργασίας είχα μόνον την δοθείσαν παρά του Νέγρη υπόσχεσιν, ότι θα με τοποθετήση όταν και αφού το Ναύπλιον αλωθή. Αλλ' εντός μου έλεγε κάτι, ότι το στάδιόν μου δεν ήτο εκεί. Αι οικογενειακαί παραδόσεις και η όλη μου αγωγή μ' εσχημάτισαν έμπορον, και συνησθανόμην ότι προορισμός μου ήτο το εμπόριον, ότι δι' αυτού και μόνου ηδυνάμην να προοδεύσω αποκαθιστάμενος χρήσιμος εις εμέ αυτόν, εις την οικογένειαν και εις την πατρίδα.

Αλλά πόθεν ν' αρχίσω; Πού η βάσις επί της οποίας να στηρίξω τας ενεργείας μου ; Ιδού η δυσκολία. Επερίσσευον μετά τον ενταφιασμόν του πατρός μου ολίγα χρήματα εκ της πωλήσεως του δακτυλιδιού, αλλά το ποσόν ήτο ασήμαντον και μόλις εξήρκει διά την εκ Σπετσών αναχώρησιν, περί της οποίας ήρχισα αμέσως τότε να σκέπτωμαι.

Δεν ήσαν αι Σπέτσαι ο αρμόδιος δι' εμέ τόπος. Το εμπόριον απαιτεί τάξιν και ασφάλειάν τινα και ησυχίαν. Αλλά πώς ήτο δυνατόν να επικρατώσι τα στοιχεία ταύτα της κοινωνικής ευημερίας επί της ηρωικής εκείνης νήσου, ενόσω οι πολίται της θυσιάζοντες και ζωήν και περιουσίαν εις την άνισον κατά του εχθρού πάλην, απέκτων εξ ανάγκης ως έξεις την περιφρόνησιν της ζωής, την υπερίσχυσιν της βίας και την αυτοδικίαν; Ταύτα ήσαν φυσικαί των περιστάσεων συνέπειαι. Άνευ προϋπάρχοντος κοινωνικού οργανισμού, άνευ Κυβερνήσεως ισχυράς, άνευ πόρων τακτικών και υπερέχοντος τίνος κέντρου, η επανάστασις προήγετο και ηυδοκίμει δι' ατομικών μόνων θυσιών και αγώνων, εν δε τω μέσω του σάλου εκείνου η δύναμις εβασίλευε και επεβάλλετο η σπάθη.

Ο δε αγών ήτο αληθώς υπέρ των όλων. Το σύνθημα « Ελευθερία ή θάνατος» δεν ήτο φράσις κενή ή πομπώδης καύχησις, διότι εκ των προτέρων ήτο γνωστόν τι ήθελον διαπράξει οι Τούρκοι εάν η αντίστασις κατεβάλλετο. Η τύχη της Χίου ήτο φοβερόν διά τας Σπέτσας και τας άλλας ναυτικάς νήσους προμήνυμα. Ώστε οι άνθρωποι ωδηγούντο υπό της απελπισίας εις τους αγώνας των, η δε όλη ατμόσφαιρα είχεν άγριόν τι και ωμόν, το οποίον δεν ήτο βεβαίως κατάλληλον προς του εμπορίου την ανάπτυξιν. Τις εσκέπτετο περί αστυνομίας, τις περί δικαστηρίων τότε ; Απέναντι τοσαύτης αιματοχυσίας, και της ζωής η αξία είχεν εκπέσει εις την κοινήν εκτίμησιν. Μίαν ημέραν εφονεύθη ενώπιον μου εις την αγοράν είς Ραγουζαίος, κατά συνέπειαν λογομαχίας μετά των αγοραστών του ως προς την εκλογήν σαρδέλων τας οποίας επώλει!

Ο φόνος του Ραγουζαίου εκείνου ενίκησε πάντα απομένοντα δισταγμόν μου ως προς της αναχωρήσεως το ζήτημα. Απεφάσισα οριστικώς να επιστρέψωμεν εις Τήνον. Εκεί οι κάτοικοι ήσαν ολιγώτερον πολεμικοί, τα ήθη ημερώτερα και ευκολώτερος ο βίος, χάρις δε εις τον Μαυρογένην και εις τους πολλούς εκ Χίου πρόσφυγας, ηδυνάμην να θεωρώμαι ολιγώτερον ξένος εις Τήνον ή αλλαχού.

Απεχαιρέτησα λοιπόν μετά συντριβής καρδίας τον φίλον οικοδεσπότην μας, και παρητήσαμεν την νήσον των Σπετσών και τον επ' αυτής τάφον του πατρός μου.

Εις Τήνον ενοικίασα μικράν και ταπεινήν οικίαν, ηγόρασα στρωμνάς και εφαπλώματα, τα μόνα έπιπλα των οποίων την προμήθειαν επέτρεπον τα ευτελή περισσεύματά μας, και αφέθην διά τα περαιτέρω εις την πρόνοιαν του Θεού. Δεινόν η πενία και η στέρησις όταν επέρχωνται μετά βίον άνετον, σκληρόν δε η περί του άρτου της αύριον αβεβαιότης όταν έχης να διαθρέψης γραίαν μητέρα και αδελφάς τρυφεράς ! Αλλ' εις όλα συνειθίζει ο άνθρωπος και προς όλα βαθμηδόν εξοικειούται.

Ότε εσυμφώνησα την ενοικίασιν του οικήματός μας, παρετήρησα ότι ο οικοδεσπότης εφόρει σκούφον νέον, αλλά δεν έδωκα άλλως προσοχήν εις το πράγμα. Την επιούσαν όμως εις την αγοράν απήντησα Τήνιον άλλον νεωστί σκουφωθέντα, μετά τινα δε βήματα άλλον, και άλλον παρέκει και άλλον κατόπιν. Ήσαν ενός χρώματος οι σκούφοι, και του αυτού σχήματος όλοι, η δε σύμπτωσις αύτη εκίνησε την περιέργειάν μου και μου έφερεν αμέσως εις την μνήμην τα εκ Βενετίας αποσταλέντα κιβώτια. Έδραμα άνευ αναβολής εις αναζήτησιν του οικοδεσπότου μας.

— Δεν μου λέγεις πού ηύρες τον σκούφον σου;

— Τον ηγόρασα από τον Άγγλον πρόξενον, αλλά δεν ευρίσκεις πλέον. Τους εξεπώλησεν.

Ο Άγγλος πρόξενος επώλησε σκούφους ! Αι υποψίαι μου μετεσχηματίσθησαν εις βεβαιότητα. Την αυτήν εκείνην ημέραν μετέβην εις Μύκονον και ηύρα τον φίλον μου υποπρόξενον, όστις κατεχάρη ιδών με και με ανήγγειλεν ότι τα δύο κιβώτια μας εστάλησαν εκ Σμύρνης εις Τήνον, και ότι ανέθεσεν εις τον εκεί συνάδελφόν του του περιεχομένου την εκποίησιν, μου έδωκε δε επιστολήν προς αυτόν, όπως με αναγνωρίση ως ιδιοκτήτην. Ήμην ανυπόμονος να επιστρέψω, αλλ' ο φίλος επέμεινε να με κρατήση και να με φιλοξενήση την νύκτα. Την επιούσαν τον απεχαιρέτησα μετ' εκφράσεων ειλικρινούς ευγνωμοσύνης και επανήλθα εις Τήνον.

Ευτυχώς ο άνεμος εβοήθει πάσας εκείνας τας μετακινήσεις μου.

Άμα αφιχθείς εις Τήνον υπήγα κατ' ευθείαν από του πλοίου εις το Αγγλικόν προξενείον. Δεν ενθυμούμαι το όνομα του αγαθού Τηνίου, όστις εξεπροσώπευεν εκεί τότε της Αγγλίας την δύναμιν, αλλ' ενθυμούμαι το ξυρισμένον πρόσωπον και τας χρυσάς διόπτρας του. Νομίζω ότι τον βλέπω ενώπιόν μου. Ο άνθρωπος μου έδειξε τον λογαριασμόν πωλήσεως και μου παρέδωκεν αυθωρεί το προϊόν των σκούφων, συμποσούμενον εις πέντε χιλιάδας γροσίων. Πέντε χιλιάδας ! Το ευτελές εκείνο ποσόν μου εφάνη πλούτος αμύθητος! Ούτε τον λογαριασμόν εκκαθαρίσεως ηθέλησα να εξελέγξω, ούτε να υπολογίσω κατά πόσον ηδύναντο ή έπρεπε να πωληθώσι καλλίτερον οι σκούφοι. Το δοθέν ποσόν ήτο ανέλπιστος δι' εμέ απόκτησις, δι' αυτού μου ηνοίγετο του εμπορίου ο δρόμος. Ήμην ήδη κεφαλαιούχος, είχα πέντε χιλιάδας γρόσια ! Έτρεξα προς την μητέρα μου να διακοινώσω την καλήν μας ταύτην τύχην, επέδειξα τον θησαυρόν μου, εζήτησα την ευχήν της και πλήρης ελπίδων και σχεδίων μετέβην μετά δύο ημέρας εις Σύρον.

Εις Τήνον δι' έλλειψιν λιμένος δεν ήρχοντο μεγάλα πλοία, αλλ' υπήγαινον εις Σύρον, της οποίας ο λιμήν εθεωρείτο και υπό των Τούρκων ουδέτερος. Οι δυτικοί της νήσου κάτοικοι δεν συμμετέσχον της επαναστάσεως, ουδ' ανεγνώριζον αυτήν, επί δε του σχηματίζοντος την πόλιν των κώνου εκυμάτιζεν η λευκή της Γαλλίας σημαία, υπό την προστασίαν της οποίας είχον τεθή.

Ο πληθυσμός της Σύρου περιωρίζετο τότε εντός της αποτόμου εκείνης και πενιχράς κορυφής. Καθ' όλην την έκτασιν, την οποίαν σήμερον καλύπτει η πλουσία Ερμούπολις, δεν έβλεπες ή βράχους γυμνούς. Μόνον εκεί όπου σήμερον, επί λιθοστρώτου πλατείας, παιανίζει η μουσική και σύρουν αι κυρίαι τας μεταξωτάς ουράς των, κήποί τινες και ολίγα δένδρα εμαρτύρουν των πτωχών κατοίκων την φιλοπονίαν. Έν εκκλησίδιον δυτικόν και τρεις ή τέσσαρες αποθήκαι διά τους οίνους ήσαν τα μόνα επί της ακτής κτίρια. Πλησίον αυτών, επί του αιγιαλού, είχε νεωστί οικοδομηθή πενιχρόν καφενείον, χρησιμεύον και ως ξενοδοχείον, και ως γραφείον, και ως χρηματιστήριον. Ολίγον δε μακρύτερα, εκεί όπου σήμερον ναυπηγούνται πλοία και ακούεται ο εύρυθμος της σφύρας κρότος, κατέκειτο τότε, παρά τον έρημον αιγιαλόν, σκάφος ναυαγήσαντος πλοίου.

Τοιαύτη ήτο η Σύρος ότε πρώτην φοράν δύο ή τρεις άλλοι Χίοι και εγώ, πρόδρομοι της μελλούσης εμπορικής της νήσου επιδόσεως, εμένομεν εντός του μοναδικού επί της ακτής καφενείου προσδοκώντες άφιξιν πλοίου φέροντος εμπορεύματα.

Ευτυχώς δεν εβράδυνε να φθάση τοιούτον εκ Ρωσσίας προερχόμενον. Ήτο εκείνη η πρώτη δοσοληψία της οποίας εδέησεν εγώ μόνος ν' αναλάβω την πρωτοβουλίαν και την εκτέλεσιν, διότι δεν είχα πλέον τον πατέρα μου σύμβουλον και οδηγόν. Έτρεμα μη διακινδυνεύσω τα χρήματά μου εις κακήν τινα επιχείρησιν. Επεσκέφθην τρις και τετράκις τα επί του πλοίου, εσκέφθην, διεπραγματεύθην, υπελόγισα, εδίστασα, επί τέλους το απεφάσισα ! Ηγόρασα αντί χιλίων γροσιών ιχθύς παστούς, τους εφόρτωσα εις πλοιάριον διά Τήνον, επέβην και αυτός, έκαμα τον σταυρόν μου, και απεπλεύσαμεν.

Εις Τήνον είχε τότε νομιμοποιηθή το έθιμον να πωλώνται τα φαγώσιμα επί τρεις ημέρας δημοσίως εις την αγοράν, όπως προμηθεύηται εξ αυτών ο λαός, μετά ταύτα δε επετρέπετο η μεταξύ εμπόρων διαπραγμάτευση των περισσευόντων. Εχρεώστουν, φυσικώ τω λόγω, να συμμορφωθώ προς την επικρατούσαν συνήθειαν, αλλά δεν μου ήρχετο να τεθώ επί κεφαλής των βαρελιών μου και να πωλώ δημοσίως τους ιχθύς μου ανά ένα. Μεθ' όλην την επελθούσαν κακοτυχίαν, διετήρουν εισέτι τας έξεις της αρχαίας αξιοπρεπείας. Όθεν κατέγεινα κατά πρώτον να εύρω αρμόδιόν τινα αντικαταστάτην μου, αλλ' η ατυχία των πρώτων προς ανεύρεσίν του ερευνών μου και, προ πάντων, των άλλων πωλητών το παράδειγμα, μ' έπεισαν ν' αφήσω κατά μέρος την αξιοπρέπειαν και να πωλήσω εγώ αυτός την πραγματείαν μου.

Ιδού λοιπόν εγώ πωλητής παστών εν πλήρει αγορά! Κατέλαβα θέσιν κατάλληλον εις την μικράν παρά την προκυμαίαν πλατείαν και ήρχισα μετά τινος, κατ' αρχάς, δειλίας να προσκαλώ αγοραστάς. Ήτο εισέτι πολύ ενωρίς, αλλ' αγορασταί δεν έλειπον, οι δε ιχθύς μου ήσαν εις ζήτησιν και η υπόθεσις προέβαινε κατ' ευχήν. Όσον δ' επροχώρει η πώλησις κατά τοσούτον εσυνείθιζα, και με κατελάμβανε της επιτυχίας ο ενθουσιασμός, και μ' εκυρίευεν ο ζήλος του έργου, αμιλλώμενος δε προς τους άλλους παρ' εμέ πωλητάς επήνουν την πραγματείαν μου, και ύψωνα την φωνήν, όπως ελκύσω αγοραστάς, και ελησμόνουν την πρώτην μου περί τας κινήσεις και τας χειρονομίας συστολήν.

Ενώ ήμην εις τον βρασμόν της πωλήσεως, ήκουσα αίφνης κρότον αντικρύ μου και, υψώσας τους οφθαλμούς, είδα εις την απέναντι μου οικίαν νέαν ξανθήν ανοίγουσαν το παράθυρον και στηλόνουσαν τα φύλλα του, τα οποία ο άνεμος εκτύπα επί του τοίχου. Αφού τα εστήλωσεν, εσταύρωσε τους βραχίονας επί του παραθύρου και στηρίξασα επί των βραχιόνων το στήθος έστρεψε προς εμέ το πρόσωπον. Μ' ετάραξε το βλέμμα της, ο δε οίστρος μου διεκόπη. Πώς να φωνάζω προσκαλών αγοραστάς υπό τους οφθαλμούς μιας ωραίας ξανθής, ήτις με παρετήρει; Επροσπάθουν να εξακολουθήσω το έργον μου, αλλ' ο νους μου ήτο εις το παράθυρον και τα βλέμματά μου υψούντο συχνάκις προς αυτό. Αίφνης βλέπω την νέαν μειδιώσαν.

Τι μειδιά ; Με περιπαίζει μήπως ; Μη με γνωρίζη και είναι χαιρετισμός το μειδίαμα της; Ησθάνθην ταραχήν εις το στήθος και ερύθημα εις τας παρειάς μου, και μη προσέχων εις την εργασίαν μου έδωκα εις ένα αγοραστήν διπλάσιους ιχθύς του δοθέντος αντιτίμου. Αλλά, ιδών αμέσως το λάθος, εστράφην να τον κράξω. Άμα εστράφην είδα όπισθεν μου, εις το κατώφλιον θύρας ανοικτής, νέον Τήνιον με την χείρα επί της ζώνης, τον ώμον επί της θύρας και την κεφαλήν εστραμμένην προς το παράθυρον. Τα ερωτικά βλέμματά του ήσαν δι' εμέ αποκάλυψις. Αι από των οφθαλμών της νέας ακτίνες διήρχοντο άνωθεν της κεφαλής μου, αλλά δεν ήσαν δι' εμέ, ούτε είχα επί του μειδιάματος το ελάχιστον δικαίωμα. Το μάθημα με ωφέλησε, ανέλαβα την προτέραν μου ζωηρότητα και εξηκολούθησα την πώλησίν μου.

Εντός δύο ημερών εξεπώλησα τους ιχθύς μου απολαύσας είκοσι τοις εκατόν ωφέλειαν. Νέα εις Σύρον εκδρομή. Επανήλθα μ' ελαιόλαδον, το οποίον επώλησα με οκτώ τοις εκατόν κέρδος, μετά δε το ελαιόλαδον ηγόρασα και μετεπώλησα χαβιάρι μετά της αυτής επιτυχίας και εξηκολούθουν ούτω δραστηρίως εργαζόμενος. Τα κέρδη κατόπιν εμετριάσθησαν, διότι επήλθε συναγωνισμός, αλλ' οι κόποι μου αντημείβοντο πάντοτε, εντός δε ολίγων μηνών, αφού έζησα μετά των περί εμέ και αφού επανέφερα άνεσίν τινα υπό της πτωχικής κατοικίας μας την στέγην, το κεφάλαιόν μου από πέντε χιλιάδων γροσιών ανήρχετο ήδη εις οκτώ !

Έκτοτε πολλά χρήματα εκέρδισα και πολλά έχασα. Χάριτι θεία, το λαβείν απέβη εν συνόλω μεγαλείτερον του δούναι, ώστε σήμερον έχω την ικανοποίησιν να βλέπω, διά των ιδρωτών μου, εξησφαλισμένην την άνετον των τέκνων μου ύπαρξιν. Αλλά την γλυκύτητα των πρώτων εκείνων ευτελών κερδών ουδέποτε κατόπιν ησθάνθην, ουδ' εξισούνται αι ευχαριστήσεις και των επιτυχεστέρων επιχειρήσεων του μετέπειτα εμπορικού μου βίου προς την χαράν της πρώτης των παστών ιχθύων εκκαθαρίσεως.

Η εκ του μηδενός προαγωγή, η ευτυχής έκβασις των πρώτων μου ατομικών συνδυασμών, η συναίσθησις ότι ήμην εις θέσιν να μη αφήσω πεινώσαν την μητέρα και τας αδελφάς μου, η ελπίς την οποίαν αι πρώται εκείναι απαρχαί μου έδιδον διά το μέλλον, όλα ταύτα ομού ανεδείκνυον πολλαπλασίως πολύτιμα και ευάρεστα τα πρώτα μου εκείνα κέρδη. Δεν θέλω να είπω ότι μετά ταύτα ειργαζόμην μετά φιλοσοφικής δήθεν αδιαφορίας. Όχι! Ο ζήλος μου δεν εμετριάσθη και κατόπιν, η δ' επιτυχία είναι πάντοτε ευχάριστος. Αλλ' ο ενθουσιασμός μου εχαλαρώθη, η δε ηδονή του κέρδους βαθμηδόν ημβλύνθη. Αφού άπαξ ησθάνθην ότι απέκτησα την υλικήν ανεξαρτησίαν και εξησφάλισα τα μέσα ζωής ανέτου, έπαυσα να κλείω τα ισοζύγια μου μετά παλμών αγαλλιάσεως. Διότι η απόκτησις του πλούτου δεν είναι αυτή καθ' εαυτήν πηγή ευτυχίας. Η ανεξαρτησία,— ιδού το αληθές, ιδού το υγιές του εργατικού ανθρώπου ελατήριον!

Δεν ήμην τότε εις Τήνον ο μόνος εκ Χίου νέος, ο αγωνιζόμενος να παράξη από του μηδενός το έν και να κάμη τα δύο τέσσαρα. Ήσαν και άλλοι πολλοί, μετά των οποίων μ 'εσχέτισεν η κοινή συμφορά και η συνεχής συνάντησις εις την αγοράν της Τήνου ή επί της ερήμου της Σύρου ακτής. Μεταξύ τούτων ήτο και ο αρραβωνιαστικός της πρεσβυτέρας των αδελφών μου, καταφυγών και αυτός εις Τήνον μετά Οδύσσειαν παθημάτων. Της νεωτέρας μου αδελφής ο μνηστήρ ηχμαλωτίσθη, ουδέποτε δε ηκούσθη τι απέγεινε. Και εγώ ήμην παιδιόθεν μεμνηστευμένος, αλλ' είχα χηρεύσει προτού νυμφευθώ, αποθανούσης προ ετών της μνηστής μου, η δ' ανεμοζάλη της Επαναστάσεως είχεν επέλθει πριν ή ο πατήρ μου προφθάση να συνάψη νέον δι' εμέ αρραβώνα.

Τοιαύτα ήσαν της Χίου τα έθιμα. Εκάστη οικογένεια επεδίωκε την μετά ομοτίμων επιμιξίαν, επειδή δε ο αριθμός των εκλεκτών ήτο περιωρισμένος, ήρχιζε πρωίμως ο συναγωνισμός προς συνδυασμόν καταλλήλων συνοικεσίων, η δ' αριστοκρατική των συμβαλλομένων αποκλειστικότης και το στενόν του Χιακού κύκλου έφερον εξ ανάγκης τους μεταξύ στενών συγγενών επί τέλους γάμους.

Δεν προτίθεμαι να επαινέσω τους πατέρας μας διά τας πρωίμους εκείνας μνηστεύσεις, διά των οποίων εσφράγιζον αυτοί, εκ προοιμίων, το σπουδαιότερον του βίου συμβόλαιον, άνευ της γνώσεως ή της συγκαταθέσεως των συμβαλλομένων. Αλλ' όμως είχον προς δικαιολόγησίν των την επιτυχίαν των τοιούτων συζυγιών. Οι νέοι ανετρέφοντο μικρόθεν ο είς διά τον άλλον, προηγείτο δε της συζυγικής αγάπης σχέσις μακρά και της αφοσιώσεως η συνήθεια. Ο γάμος επήρχετο μετά της μνηστείας τον πρόλογον, άνευ των κλονισμών της καρδίας, άνευ της αμοιβαίας του παρελθόντος αγνοίας και της περί του μέλλοντος αβεβαιότητος, αίτινες συνοδεύουν συνήθως τα εξ έρωτος συνοικέσια. Η ζωή προητοιμάζετο και διήρχετο άνευ βιαίων κυματισμών, δεν ηλαττούτο δ' ως εκ τούτου η ήρεμος των οικογενειών ευτυχία. Αλλ' υπό τας μεταβληθείσας του έθνους περιστάσεις το αρχαίον τούτο έθιμον δεν ηδύνατο ή ν' απολήξη εις υλικών μόνον συμφερόντων υπολογισμούς και εις προικός ζήτημα, ώστε βεβαίως δεν θα θρηνήσω την κατάργησίν του.

Άλλως τε τα πράγματα ήλλαξαν εν συνόλω έκτοτε. Τότε οι νεώτεροι ήγοντο υπό των πρεσβυτέρων, εθεώρουν δε τούτο ως πράγμα φυσικόν και μη επιδεχόμενον συζήτησιν. Διά της πειθαρχίας εκείνης και διά της συμπνοίας η οικογένεια απετελείτο ισχυρά, επηύξανε δε την δύναμίν της ο σύνδεσμος των επιμιξιών. Είναι και τούτο μία εξήγησις της επιτυχίας των Χίων, όχι μόνον κατά την προ της Επαναστάσεως διοίκησιν των κοινών των, αλλά και κατά την μετά την καταστροφήν της Χίου εμπορικήν διοργάνωσίν των.

Οπωςδήποτε, δεν είχομεν εισέτι κατ' εκείνην την εποχήν μεταβάλει σύστημα, αλλ' εμένομεν υπό την επήρειαν των παραδόσεων και της ανατροφής μας, ώστε της μεν μιας αδελφής μου τον μνηστήρα εθεώρουν ήδη ως αδελφόν, ανυπομόνως δε επεζήτουν να μνηστεύσω και την δευτέραν. Ευτυχώς δεν εβράδυνα να εύρω και να υποδείξω εις την μητέρα μου νέον φίλον μου, τον οποίον το δυσχερές των περιστάσεων δεν εμπόδιζεν από του ν' αντιμετωπίση τας ευθύνας του γάμου, και εμνηστεύσαμεν ούτω και την νεωτέραν των αδελφών μου.

Μετά των δύο τούτων μελλόντων γαμβρών μου εσυμφωνήσαμεν να συντροφεύσωμεν, καταθέτοντες εταιρικόν κεφάλαιον ανά χίλια γρόσια έκαστος, επί τω όρω ο μεν των τριών να μένη εις Τήνον προς πώλησιν, ο άλλος εις Σύρον προς αγοράν, ο δε τρίτος να συνοδεύη εκάστοτε την εκ Σύρου εις Τήνον μεταφοράν των εμπορευμάτων. Ο κλήρος έπεσεν εις εμέ ν' αναλάβω της αγοράς την εργασίαν. Έλαβα λοιπόν το πλείστον του μικρού κεφαλαίου μας, απεχαιρέτησα την μητέρα μου και απεβιβάσθην εις σακολέβαν ετοίμην ν' αποπλεύση εις Σύρον.

Αλλ' ενώ ανεσύρετο η άγκυρα, βλέπω λέμβον μετά βίας ερχομένην προς ημάς από της πόλεως, και εντός αυτής τους δύο συνεταίρους μου κινούντας τας χείρας διά να εμποδίσωσι την αναχώρησίν μας. Έφερον την δυσάρεστον είδησιν ότι εντός πλοίου αφιχθέντος εκ Κωνσταντινουπόλεως εις Πάνορμον της Τήνου ανεφάνη πανώλης, και ότι η περί τούτου είδησις μετεπέμφθη ήδη εκ Πανόρμου εις Σύρον, ώστε δεν ήθελον βεβαίως μας δεχθή εκεί, διά τον φόβον του μολύσματος, ουδέ ήθελον επιτρέψει την εξακολούθησιν της μετά της Τήνου συγκοινωνίας. Κατά συνέπειαν απεφασίσαμεν ν' αποβώ του πλοίου και ν' αναβληθή η εις Σύρον μετάβασίς μου, μέχρις ου διασκεδασθώσιν αι περί επιδημίας υποψίαι. Δυστυχώς μετεδόθη από του πλοίου η πανώλης εις την νήσον. Δεν ήτο βαρεία ουδ' έκαμνε θραύσιν πολλήν, ήτο όμως ικανή όπως φοβίση τας πέριξ νήσους και μας αποκλείση εις Τήνον.

Ούτως εματαιώθησαν τα σχέδια και εναυάγησεν η εταιρία μας, έμενα δε άεργος, και απέβαινε διπλασίως οχληρά η αναγκαστική εκείνη απραξία μου, μετά των τελευταίων μηνών την κίνησιν και την ζωηρότητα.

Άλλως ήμεθα ήσυχοι επί της νήσου, ουδ' ετάραττον ως άλλοτε τας σκέψεις μου των Τούρκων φόβοι ή του πολέμου η ταραχή. Μόνον μίαν ημέραν, κατά τας αρχάς του Οκτωβρίου, ενόμισα ότι ήλθε και της Τήνου η σειρά και ότι μας καλύπτουν εκ νέου αι μαύραι πτέρυγες του Ολέθρου. Αλλ' έζων ήδη εντός ανδρικωτέρας ατμοσφαίρας, το δε φρόνημά μου ενισχύετο διά του παραδείγματος των άλλων, και αντί να σκέπτωμαι περί φυγής ητοιμάσθην κ' εγώ εις αντίστασιν και εις πόλεμον.

Διότι η θάλασσα μεταξύ της Σύρου και Μυκόνου εκαλύφθη υπό πλοίων Τουρκικών, κρατουμένων επί ώρας εκεί υπό παντελούς νηνεμίας. Και είδομεν τας λέμβους ενός των πλοίων διευθυνομένας προς τα παράλια της Μυκόνου και ηκούσαμεν πυροβολισμούς, εν μέσω δε του καπνού διεκρίναμεν επιστρεφούσας προς το πλοίον τας λέμβους. Τα προοίμια ταύτα εφαίνοντο επαπειλούντα απόβασιν και προσβολήν εκ του στόλου. Ήρχισε λοιπόν κωδωνοκρουσία εις την Τήνον και συνέρρεον ωπλισμένοι οι κάτοικοι, έσυρα δε κ' εγώ μετά των λοιπών έν παλαιόν κανόνιον, το οποίον εστήσαμεν επί λόφου προέχοντος, του Πασά Ακρωτήρι λεγομένου. Αλλά σφαίρας δεν είχομεν και εκαίομεν πυρίτιδα μόνην, απειλούντες δήθεν ή προκαλούντες τους Τούρκους. Εγώ δε επί του λόφου, υπηρέτης του θαύματος, ακούων τους κενούς κανονοβολισμούς και βλέπων τα Τουρκικά πλοία, ενθυμούμην τας περιπετείας της εκ Χίου φυγής κ' επερίμενα μ' εσφιγμένην καρδίαν το αποβησόμενον.

Ευτυχώς δεν ετέθη εις μεγαλειτέραν δοκιμασίαν των Τηνίων η σταθερότης. Ο Πασάς δεν μας έλαβεν εις σημείωσιν, ουδέ τους Μυκονίους απεπειράθη να τιμωρήση, καίτοι φονεύσαντας πολλούς των εις τας λέμβους αποκρουσθέντων ναυτών, αλλ' ωφεληθείς του επιπνεύσαντος ανέμου, απεμακρύνθη των νήσων μας.

Έκτοτε δεν εταράχθημεν ουδαμώς, ηδυνάμεθα δε να λησμονήσωμεν ότι ευρισκόμεθα εντός του κύκλου του πολέμου, άνευ της συνεχούς αντηχήσεως των συμβάντων αυτού. Ότε προ πάντων εμάθομεν της Τουρκικής ναυαρχίδος την πυρπόλησιν και του εχθρικού στόλου την ήτταν, ενθουσιασμός άκρατος κατέλαβε πάντας ημάς τους πρόσφυγας, ιδόντας εις του Κανάρη το κατόρθωμα την εκδίκησιν της καταστροφής της Χίου. Και του Δράμαλη η κατατρόπωσις εις τα Δερβενάκια, και η λύσις της πρώτης του Μεσολογγίου πολιορκίας, και όλοι οι αλλεπάλληλοι θρίαμβοι των πρώτων της Επαναστάσεως ετών ανεπτέρουν τας ελπίδας και εστερέονον τας πεποιθήσεις μας. Δεν είχον εισέτι καταστραφή τα Ψαρά και η Κάσος, δεν είχεν αρχίσει διά της Κρήτης του Μεχμέτ Αλή η επέμβασις, δεν είχεν αλωθή το ηρωϊκόν Μεσολόγγιον, ουδ' είχον εισέτι αναφυή οι εμφύλιοι σπαραγμοί και αι ανόσιοι των Ελλήνων αλληλομαχίαι. Τα πράγματα εβάδιζον καλώς και χειρ Κυρίου εφαίνετο ευλογούσα την Ελλάδα, βλέποντες δε την Επανάστασιν προκόπτουσαν και ριζοβολούσαν, προοιωνιζόμεθα ταχύ και αίσιον το τέλος της.

Ήρχιζεν ήδη το τρίτον του αγώνος έτος κ' επρωτοήνθιζον της Τήνου αι αμυγδαλέαι. Εγώ δε απρακτών εστενοχωρούμην και, τρεφόμενος διά σκέψεων και σχεδίων, συνέλαβα την ιδέαν του να μεταβώ εις Χίον προς ανεύρεσιν των υπό την μηλέαν του κήπου μας ταφέντων κειμηλίων. Ανεπόλουν τους λόγους του πατρός μου ότε εκαλύψαμεν τον λάκκον υπό την μηλέαν. Εκείνος απέθανε και ήμην ήδη εγώ της οικογενείας ο προστάτης και το στήριγμα, η δε ανάκτησις της παρακαταθήκης εκείνης ηδύνατο και την ταχείαν των αδελφών μου αποκατάστασιν να διευκολύνη και την εις Ευρώπην ίσως μετάβασίν μας.

Όσω εκυοφορείτο εις την κεφαλήν μου η ιδέα αύτη, τόσω ερριζόνετο της εκτελέσεώς της ο πόθος. Με κατεκυρίευσε του σχεδίου μου η μελέτη. Περί τούτου και μόνου εσκεπτόμην έξυπνος, ή κοιμώμενος ωνειρευόμην.

Είχον ήδη μεταβή εις Χίον κρυφίως συμπολίταί μου τινές, επανήλθον δε σώοι και αβλαβείς. Αι εκεί Αρχαί ελάμβανον εκ Κωνσταντινουπόλεως διαταγάς να προσελκύωσι τους επιστρέφοντας των Χριστιανών και να μη τους ενοχλώσι. Ταύτα επληροφορούμην, η δε πείρα των επιστρεψάντων μ' ενεθάρρυνε. Διεκοίνωσα τον σκοπόν μου εις την μητέρα μου, ήτις επροσπάθησε παντοίοις τρόποις να με αποτρέψη, φοβουμένη μη κακοπάθω. Αλλ' η απόφασίς μου ήτο ακλόνητος. Έβλεπα τους κινδύνους, επειθόμην ότι ήτο παράτολμον το επιχείρημα, αλλ' ακατάσχετος τις ορμή με ώθει προς εκτέλεσίν του και δεν ήκουα τους λόγους της μητρός μου. Τη παρέδωκα την μικράν περιουσίαν μου, εζήτησα την ευχήν της και ανεχώρησα μετημφιεσμένος εις χωρικόν.

Το τρεχαντήριον επί του οποίου επεβιβάσθην έφερε φορτίον σίτου προς πώλησιν εις τους αποκέντρους της Χίου λιμένας, ο δε πλοίαρχός του, ο Καπετάν Κεφάλας, με υπεσχέθη να με αποβιβάση ασφαλώς. Ότε με είδεν επί του πλοίου του με το λευκόν εσώβρακον, και την χωρικήν γουνέλαν μου, και με τα δύο μικρά μου βαρέλια κοκκίνου χαβιαρίου, εγέλασεν ο καλός πλοίαρχος. Εγέλασα κ' εγώ, αλλά κατ' εκείνην την ώραν εσυλλογιζόμην περισσότερον την μητέρα μου ή την μηλέαν του κήπου μας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ'.


Ο άνεμος ήτο νότιος το δε τρεχαντήριον επήδα ταχύ, διευθυνόμενον προς την Χίον. Αλλά καθ' όσον επροχώρουν της νυκτός αι ώραι, ηύξανε δυσαρέστως η ταχύτης του δρόμου του υπό την βίαν του σφοδρυνομένου ανέμου.

Οι έχοντες την πείραν του Αιγαίου γνωρίζουν πόσον ο νότος αποβαίνει οχληρός επ' αυτού. Πρώτην τότε φοράν κατελήφθην υπό της νόσου των θαλασσοπορούντων. Εξηπλωμένος επί της πρύμνης ησθανόμην υπ' εμέ το σκάφος υψούμενον και καταπίπτον και ήκουα τον άγριον ρόχθον της θαλάσσης πληττούσης τα πλευρά του, τον οργίλον συριγμόν των αφριζόντων κυμάτων, των σχοινιών τον γογγυσμόν, και του πηδαλίου το τρίξιμον. Είχα τους οφθαλμούς κλειστούς, αλλά δεν εκοιμήθην όλην την νύκτα. Τα μέλη μου ήσαν βαρέα, μου έλειπε δε και δύναμις και θέλησις να τα κινήσω. Πολλάκις εβράχην υπό των κυμάτων, αλλ' ούτε να μετατοπίσω ηδυνάμην, ούτε συνδρομήν να επικαλεσθώ.

Περί το μεσονύκτιον ήκουσα τον πλοίαρχον λέγοντα προς τον πηδαλιούχον, ότι εάν δυναμώση περισσότερον ο άνεμος, θα κάμη χύσιν. Να κάμη χύσιν! Εσυλλογίσθην τα δύο μου βαρέλια, τα οποία κείμενα επί του σίτου ήσαν τα προχειρότερα προς θυσίαν. Δι' αυτών εσκόπουν να περιπλανηθώ εις Χίον, ως πωλητής, μέχρις ου φθάσω εις τον Πύργον μας. Άνευ αυτών ανετρέπετο το σχέδιόν μου και κατεστρέφετο η ελπίς μου. Ήθελα ν' αποτείνω τον λόγον προς τον πλοίαρχον, να τον παρακαλέσω να μου φεισθή, τουλάχιστον να μη ρίψη και τα δύο εις την θάλασσαν, αλλ' ούτε να κινηθώ είχα την δύναμιν ούτε να λαλήσω. Το δε πλοίον υψούτο και κατέπιπτε βιαιότερον επί των κυμάτων και ήρχισε να με καταλαμβάνη ο φόβος μη δεν κίνδυνεύωσι τα βαρέλια μου μόνα.

Ευτυχώς οι φόβοι μου απεδείχθησαν μάταιοι. Το πλοίον ήτο καλόν, ο δε Καπετάν Κεφάλας εγνώριζε την τέχνην του. Την αυγήν ελλιμενιζόμεθα εντός ορμίσκου ασφαλούς και ησύχου, κατά τα μεσημβρινώτερα της Χίου παράλια.

Η περί τον όρμον παραλία ήτο καλλιεργημένη αλλ' ακατοίκητος, επί των υψωμάτων όμως, εις ικανήν από της θαλάσσης απόστασιν, εν μέσω λόφων χλοερών, ο ήλιος ηκτινοβόλει επί των λευκών οικιών τριών ή τεσσάρων μικρών χωρίων. Παρά δε τον αιγιαλόν ήτο ηγκυροβολημένον άλλο πλοιάριον, και παρ' αυτό εβλέπομεν επί της ακτής περιμένοντας χωρικούς τινας με τα ζώα των.

Γλυκύ αίσθημα και ισχυρόν η αγάπη της πατρίδος ! Ότε από του τρεχαντηριού είδα περί εμέ καταπράσινον την φύσιν, και τ' απέχοντα χωρία, και την επί της άμμου μικράν συνάθροισιν, η καρδία μου ηυφράνθη. Επανέβλεπα την Χίον, οι δε χωρικοί εκείνοι ήσαν συμπατριώται μου ! Το μικρόν παρά την ακτήν πλοίον έδιδε ζωήν εις την προ των οφθαλμών μου εικόνα και το παρετήρουν μετ' ενδομύχου ευχαριστήσεως, σκεπτόμενος ότι δεν ήσαν τα πάντα καταστροφή και ερήμωσις εις την νήσον μας.

Αλλ' εντός ολίγου τα αισθήματά μου μετεβλήθησαν, και ηυχήθην να μη ευρίσκετο εντός του λιμένος το πλοίον εκείνο! Ήρχετο εκ Ψαρών με φορτίον σίτου προς πώλησιν, η δε σύγχρονος του τρεχαντηρίου μας άφιξις επροκάλεσε ρήξιν φοβεράν. Οι Ψαριανοί δεν είχον την ελαχίστην διάθεσιν να υποβληθώσιν εις ειρηνικόν συναγωνισμόν πωλήσεως, αλλ' ήθελον δι' απειλών να πείσωσι τον πλοίαρχόν μας ν' αποπλεύση εκ της αυτοσχεδιασθείσης εκείνης αγοράς, όπου είχον των πρωτείων τα δικαιώματα.