Ο Κεφάλας αφ' ετέρου δεν επείθετο, αλλ' επέμεινε διεκδικών τας αρχάς του ελευθέρου εμπορίου. Από λόγων η έρις εκινδύνευε ν' απολήξη εις έργα. Εσείοντο γρόνθοι και ανεσύροντο μάχαιραι. Δεν γνωρίζω οποίον τέλος έλαβεν η υπόθεσις, διότι, ενώ εισέτι διήρκει η διαμάχη, εγώ αποβιβασθείς ησύχως με τα δυο μου βαρέλια, εσυμφώνησα μεθ ' ενός των παρισταμένων χωρικών να φορτώση την πραγματείαν μου επί του όνου του, και ανεχωρήσαμεν διευθυνόμενοι προς το χωρίον του.
Ο αγωγιάτης μου, εικοσαετής περίπου χωρικός, ρωμαλέος, καλόκαρδος και ευτράπελος, δεν εβράδυνε να προκαλέση και να ελκύση την εμπιστοσύνην μου. Πριν έτι προφθάσωμεν εις της οδοιπορίας μας το τέρμα εγνώριζα τα καθέκαστα του ταπεινού βίου του, τω εξεμυστηρεύθην δε κ' εγώ το όνομα και την καταγωγήν μου, αλλ' όχι και τον κύριον της επανόδου μου σκοπόν. Τον εξώρκισα να μη φανερώση εις κανένα ότι είμαι Χίος εκ του Κάστρου. Μου το υπεσχέθη και ετήρησε την υπόσχεσίν του, καθ' όλην δε την διάρκειαν της επί της νήσου διατριβής μου μ' επροστάτευσε και μου εχρησίμευσεν ως φίλος αληθής. Νέα αύτη προσθήκη εις τον αριθμόν των αγαθών ψυχών, των οποίων η παρήγορος συμπάθεια μ' ελέησε, ενόσω διηρχόμην την μακράν του κλαύθμωνος κοιλάδα.
Ότε επλησιάσαμεν εις το χωρίον του, ο καλός Παντελής απέθεσε τα βαρέλιά μου εντός πατητηρίου ηρειπωμένου, εις την άκραν αμπελώνος παρά τον δρόμον, και με παρήγγειλε να τον περιμένω εκεί, διά να υπάγη πρώτος εκείνος με το ζώον του και εξετάση μη ευρίσκωνται Τούρκοι εις το χωρίον. Εκάθησα επί κορμού ελαίας εις του τοίχου την σκιάν και επερίμενα βλέπων την στροφήν του δρόμου, όθεν ήλπιζα να προβάλη εντός ολίγου ο Παντελής επιστρέφων.
Ήτο ησυχία περί εμέ άκρα και μόνοι οι τέττιγες, ενθουσιώντες υπό τας ακτίνας του ηλίου, διέκοπτον της εξοχής την σιωπήν. Αίφνης γέλωτες παιδικοί αντήχησαν πλησίον μου. Έστρεψα την κεφαλήν και είδα τέσσαρας μικρούς χωρικούς στηλόνοντας επ' εμού περίεργα βλέμματα, αλλ' άμα οι οφθαλμοί μας απηντήθησαν, έφυγον δρομαίως όπισθεν του πατητηρίου. Μετ' ολίγα λεπτά νέος ορμαθός παιδίων παρουσιάζεται όπισθέν μου. Με το δάκτυλον εις το στόμα με παρετήρησαν έκθαμβα επί τινας στιγμάς, και στρέψαντα τα νώτα απεμακρύνθησαν τρέχοντα. Κατόπιν αυτών ήλθον άλλα. Ήρχισε να με ανησυχή η εξέτασις εις την οποίαν η νέα γενεά του χωρίου με υπέβαλλεν, η δ' ανησυχία μου ετρέπετο εις ανυπομονησίαν διά την μακράν του Παντελή απουσίαν, και η βραδύτης του ηύξανε τας υποψίας μου. Επί τέλους τον είδα επιστρέφοντα, αλλ' αντί όνου τον ηκολούθει έτερος χωρικός.
— Δεν έχει Τούρκους. Έλα μαζή μας, Λουτσή.
Άνευ πλειοτέρων επεξηγήσεων επήρεν έκαστος των χωρικών έν βαρέλιον επί του ώμου του, και εισήλθομεν οι τρεις ομού εις το χωρίον. Εις το μέσον αυτού, εντός μικράς πλατείας, εύρομεν πλήθος χωρικών, οίτινες επερικύκλωσαν τους δύο οδηγούς μου, και ήρχισε χαμηλή τη φωνή μεταξύ των συζήτησις, ήτις έλαβε διά μιας διαστάσεις ζωηράς λογομαχίας.
Ο Παντελής και ο φίλος του απέθεσαν κατά γης τα βαρέλια, όπως δώσωσι μεγαλειτέραν ελευθερίαν εις την γλώσσαν και τας χειρονομίας των, τοσαύτη δ' ήτο η ταχύτης μετά της οποίας όλοι συγχρόνως ελάλουν, τοσαύτη η χασμωδία, ώστε δεν ηδυνάμην να εννοήσω περί τίνος πρόκειται, καίτοι συμπεραίνων ότι ο λόγος ήτο περί εμού.
Επί τέλους επήλθε συνεννόησις ή συμβιβασμός, ανυψώθησαν εκ νέου τα βαρέλια επί των ώμων των δύο προστατών μου, και διεσχίσαμεν την εν τη πλατεία συνάθροισιν διευθυνόμενοι προς του Παντελή την κατοικίαν.
— Δεν μου λέγεις τι τρέχει; τον ηρώτησα, ότε απεμακρύνθημεν του κυκεώνος εκείνου.
— Δεν είναι τίποτε, Λουτσή, θα τα διορθώσωμεν!
Η απάντησις ήτο λακωνική, αλλ' είχε τι το καθησυχαστικόν ο τόνος του χωρικού και ο τρόπος δι' ού επρόφερε το όνομά μου μετά της φωνητικής του Κάππα αλλοιώσεως. Δεν εζήτησα πλειοτέρας εξηγήσεις, αλλά τα πάντα με έδιδον να εννοήσω ότι επλανάτο εισέτι ο φόβος των Τούρκων εις την ατμοσφαίραν της Χίου.
Ο Παντελής ήτο νεόνυμφος, κατείχε δε μετά μόνης της συζύγου του την μικράν καλύβην, όπου με επρόσφερε φιλοξενίαν, αλλά μετ' αλαζονικού μειδιάματος μου υπέδειξεν ότι επέπρωτο ν' αυξήση προσεχώς της οικογενείας του ο αριθμός. Η προσδοκία της τοιαύτης αυξήσεως ουδαμώς ηλάττονε την δραστηριότητα της συζύγου του, της καλής Παρασκευής, η οποία μας ητοίμασεν εντός ολίγου δείπνον συνιστάμενον από χλωρά κουκκία μαγειρευμένα μ' ελαιόλαδον, και από χαβιάρι το οποίον κατέβαλα εγώ, εγκαινιάσας ούτω των βαρελιών μου το άνοιγμα. Συνεκάθησε και ο φίλος του Παντελή και εφάγαμεν οι τέσσαρες ως βασιλείς.
Μόλις είχομεν απογευθή, ότε η θύρα εκρούσθη.
— Οι δημογέροντες θα είναι! λέγει ο Παντελής.
Ήσαν τω όντι του χωρίου οι δημογέροντες. Εισήλθον κρατούντες χονδράς ράβδους αξέστους, μας εκαλησπέρισαν, εκάθησαν επί των σκαμνιών τα οποία επρόσφερεν η πρόθυμος Παρασκευή, εκαθήσαμεν και ημείς και εμένομεν όλοι σιωπώντες. Επερίμενα ανυπομόνως ν' αρχίση η ομιλία, όπως εννοήσω τι θέλουν, αλλ' ουδείς ελάλει, αι δε περί εμέ φυσιογνωμίαι δεν εξέφραζον ευαρέσκειαν. Επί τέλους ο πρεσβύτερος, των δημογερόντων έλυσε την σιωπήν.
— Τι είναι τούτος που μας έφερες εδώ, Παντελή; Φωτιά 'βαλες 'ς το κεφάλι μας! Καλλίτερα να χαθή τούτος παρά όλοι μας εδώ !
Οι λόγοι του γέροντος με κατεθορύβησαν, αλλ' ο Παντελής έλαβε τον λόγον ενθέρμως υπερασπιζόμενος με, είπεν ότι είμαι πτωχός νέος από την Ικαρίαν ερχόμενος, ότι θα πωλήσω την πραγματείαν μου και θ' αναχωρήσω χωρίς να βλάψω κανένα, ότι οι Τούρκοι δεν θα με λάβωσιν εις σημείωσιν, και άλλα πολλά αλλεπαλλήλως εκσφενδονιζόμενα από την εύστροφον γλώσσαν του. Οι δημογέροντες τον ήκουον κινούντες την κεφαλήν ως μη πειθόμενοι, ουδ' απεκρίθησαν αφού έπαυσε λαλών, αλλ' ανεχώρησαν εν σιωπή με το πρόσωπον σκυθρωπόν και ανήσυχον το βλέμμα.
Τοσούτος με κατέλαβε φόβος ότι θα με παραδώσωσιν εις τους Τούρκους, ώστε συνέλαβα σχεδόν την απόφασιν ν' αφήσω εκεί τα βαρέλια μου και, παραιτούμενος του σκοπού όστις μ' έφερεν εις Χίον, να καταβώ διά νυκτός εις τον όρμον, όπου ήλπιζα να εύρω το τρεχαντήριον και να φύγω. Αλλ' ο Παντελής με καθησύχασε.
— θα τα διορθώσωμεν, έλεγε. Κοιμήσου απόψε και αύριον βλέπομεν.
Τον ηρώτησα εάν νομίζη καλόν να προσφέρω ανά μίαν γλώσσαν χαβιαρίου εις τους δημογέροντας.
— Χάρισμα ; ηρώτησε μετά θάμβους ο Παντελής.
— Χάρισμα, απεκρίθην.
— Τότε μη φοβάσαι, Λουτσή. Ιδικούς σου τους έχεις.
Και εξέθεσε διά μακρών τα πολιτικά του χωρίου. Η ουσία της μακράς του διηγήσεως ήτο, ότι υπήρχον εις το χωρίον δύο φατρίαι αντιμαχόμεναι, αι οποίαι υπερίσχυον, εναλλάξ εξευμενιζόμεναι τους Τούρκους, ώστε η μεν εφοβείτο διαρκώς την δε, και ότι ο Παντελής δεν ανήκεν εις την μερίδα των δημογερόντων οίτινες μας επεσκέφθησαν, αλλ' ότι αι γλώσσαι του χαβιαρίου θα θαυματουργήσωσιν.
Οι λόγοι του Παντελή μου έδωκαν θάρρος, αλλά μου έφερον και ύπνον συγχρόνως. Ήμην απηυδημένος εκ του ταξειδίου. Έπεσα λοιπόν κατά γης επί τριχίνου σάκκου και εντός ολίγου απεκοιμήθην.
Την πρωίαν ανέτελλε μόλις ο ήλιος, ότε οι δημογέροντες έκρουσαν εκ νέου την θύραν και εισήλθον εις την καλύβην, σιωπηλοί και κατηφείς ως χθες. Τους είχα προλάβει εξυπνήσας ενωρίς, και ήσαν ήδη έτοιμοι αι γλώσσαι του χαβιαρίου εντός λαχανοφύλλων τυλιγμέναι. Η προσφορά μου τους υπερηυχαρίστησε και μετεβλήθη διά μιας το προς εμέ ύφος των. Με περιεκύκλωσαν μειδιώντες και θωπεύοντες προστατευτικώς πως τους ώμους μου.
— Μη φοβάσαι, Λουτσή. Είσαι ιδικός μας άνθρωπος. Ημείς χανόμεθα, και όχι συ.
Με κατέλαβε αγανάκτησις και αηδία, μολονότι με είχε προαναγγείλει ο Παντελής της δωρεάς μου τ' αποτελέσματα. Χθες ηπείλουν να με θυσιάσωσι και σήμερον διά μίαν γλώσσαν χαβιαρίου εθυσιάζοντο αυτοί δι' εμέ ! Αλλ' υπέκρυψα τα αισθήματά μου και εκφράσας την ευγνωμοσύνην μου εζήτησα την άδειαν να πωλήσω. Η άδεια μου εδόθη και κατασκευάσας εκ του προχείρου πλάστιγγα έστησα τα βαρέλια μου εις την πλατείαν του χωρίου.
Την επιούσαν οι δημογέροντες με διέταξαν να τους συνοδεύσω εις Καταρράκτην, χωρίον ολίγας ώρας απέχον του ιδικού των, όπου ήδρευε Τούρκος Αγάς. Έχοντες να μεταβώσιν εκεί δι' άλλας υποθέσεις των, έκριναν φρόνιμον να με συμπεριλάβωσιν, όπως επικυρωθή η άδεια διαμονής μου και προληφθή ούτω πάσα ενδεχομένη καταγγελία της εναντίας φατρίας.
Το μέτρον των τούτο εσυμβιβάζετο με τα σχέδια μου, διότι ο σκοπός μου ήτο να προχωρήσω προς τον Πύργον μας. Οι δημογέροντες υπεσχέθησαν να ζητήσωσι δι' εμέ από τον Αγάν άδειαν να περιέλθω τα χωρία ως πωλητής, ο δε Παντελής προθύμως εδέχθη να με συνακολουθήση, άμα επιστρέψω φέρων την άδειαν. Εξεκινήσαμεν λοιπόν, οι μεν δημογέροντες επί των όνων των, εγώ δε πεζός, και εφθάσαμεν εις Καταρράκτην ενώπιον της κατοικίας του Αγά, όπου εκείνοι ανέβησαν αφήσαντες εμέ κάτω φύλακα των ζώων των.
Ενώ επερίμενα κρατών τους όνους, βλέπω πλησιάζοντα Τούρκον ωπλισμένον από κεφαλής μέχρι ποδών. Δεν είχα ίδει εκ του πλησίον Τούρκον, αφ' ης ημέρας εγκαταλείψαμε την εν Χίω οικίαν μας, ούτε μακρόθεν, ύστερον από τους τέσσαρας εκείνους των οποίων οι τουφεκισμοί συνόδευαν την εκ της νήσου φυγήν μας. Η θέα του πλησιάζοντος οπλοφόρου ανακάλεσε διά μιας εις την μνήμην μου την μακράν αγωνίαν του διωγμού, και την εν Σμύρνη ζωήν, και της Ανδριάνας τον θάνατον. Μου ήλθον όλα συγχρόνως εις τον νουν, καθώς εις πνιγόμενου την μνήμην συσφίγγονται αλλεπάλληλοι αι συσσωρευμένε της ζωής του αναμνήσεις. Μ' κυρίευση διπλούν αίσθημα μίσους και φόβου, και έβλεπα ακίνητος τον άγριον εκείνον Τούρκον ερχόμενον προς εμέ. Μου απηύθυνεν αποτόμως ερώτησιν, την οποίαν δεν ενόησα, και δεν απεκρίθην. Εκτόξευσε βλέμμα οργίλον και ύβριν αισχράν και εισήλθεν εντός της οικίας. Δεν επανείδα ευτυχώς την απεχθή μορφήν του !
Αλλ' η ώρα παρήρχετο και ανυπομόνουν περιμένων τους δημογέροντας. Επί τέλους κατέβησαν, αλλά δεν ήσαν μόνοι. Τους συνώδευον είς Τούρκος, είς ιερεύς και χωρικός τις νέος. Τους είχομεν συνοδοιπόρους και τους τρεις εις την επιστροφήν μας. Ο ιερεύς και ο Τούρκος επρομηθεύθησαν ζώα εντός του χωρίου, ο δε νέος χωρικός κ' εγώ εβαδίζομεν πεζοί.
Ήθελα να ερωτήσω τι απέγεινε περί εμού και διατί ηύξησεν η συνοδία μας, αλλ' η παρουσία του Τούρκου έφραττε την γλώσσαν μου. Ωνομάζετο ούτος Μουλά Μουσταφάς, ήτο δ' εκ Κρήτης και ελάλει Ελληνιστί, αλλά πολλά δεν έλεγε, μη θέλων, Τούρκος αυτός, να δώση θάρρος εις τους λοιπούς, οίτινες τον ηκολούθουν κατά σειράν, επί του όνου του έκαστος.
Εγώ, κατά διαταγήν των δημογερόντων, εβάδιζα, δίκην υπηρέτου, παρά τον όνον του. Άπαξ μόνον μου απηύθυνεν ο Μουλάς τον λόγον. Παρά τον δρόμον παρετήρησε τάφρον πλήρη ανθέων αγρίων και με διέταξε να του κόψω έν εξ αυτών, δακτυλοδεικτών και λέγων την Τουρκικήν ονομασίαν του. Μη εννοήσας ακριβώς οποίον το ζητούμενον, έκοψα διάφορα εκ της τάφρου άνθη και τρέξας, όπως προφθάσω την προχωρήσασαν συνοδίαν, προσέφερα ταπεινώς την ανθοδέσμην μου. Ατυχώς δεν περιείχεν αύτη το ελκύσαν του Μουλά την προσοχήν.
— Δεν είναι εκείνο όπου σου είπα, μωρέ. Από που έρχεσαι;
— Από την Ικαρίαν.
— Διά τούτο είσαι κουτός. Δεν είσαι Χιώτης.
Ο κολακευτικός διά την πατρίδα μου υπαινιγμός μ' επαρηγόρησε διά την περί του ατόμου μου ιδέαν του Τούρκου, αλλά προ πάντων με ηυχαρίστησεν η απροσδόκητος ημερότης του ήθους του.
Αφού εφθάσαμεν εις το χωρίον έμαθα διά τι ήλθε μεθ' ημών ο Μουλάς. Ήθελε διά της βίας να νυμφεύση τον νέον όστις μας συνώδευε μετά χωρικής, της οποίας είχεν ως φαίνεται λόγους ο Μουλά Μουσταφάς ν' αναλάβη την προστασίαν. Ο νέος αρνούμενος εφυλακίσθη, και ηθέλησαν οι δημογέροντες να επέμβωσιν, αλλ' ο Αγάς απεφάνθη υπέρ του συνοικεσίου, και ήρχετο ο Μουλάς μετά του δυστυχούς γαμβρού και του ιερέως προς τέλεσιν του γάμου. Κυβέρνησις πατρική, μα την αλήθειαν! Αλλ' όπως δήποτε το πράγμα ενέφαινε πρόοδον. Ούτε η μάχαιρα έλυσε το ζήτημα, ούτε εκλείσθη εις χαρέμιον η νέα. Ήτο αγαθός άνθρωπος ο Μουλάς. Τα του Καίσαρος Καίσαρι!
Περί εμού εν τούτοις τι απεφασίσθη; Επληροφορήθην ότι οφείλω να μεταβώ εις θολόν Ποτάμι προς απόκτησιν της ζητουμένης αδείας. Εκεί ήτο η έδρα του μεγάλου Αγά, είχον δε να μεταβώσι προς επίσκεψίν του μετά δύο ημέρας οι δημογέροντες.
Μετά δύο λοιπόν ημέρας εξεστρατεύσαμεν εκ νέου. Την φοράν ταύτην η συνοδία ήτο μεγαλειτέρα, διότι οι δημογέροντες έφερον φόρτωμα οίνου, δώρον εις τον Αγάν, εγώ δε είχα σύντροφον και συνοδοιπόρον τον καλόν Παντελήν, σύροντα όπισθεν του τον όνον του φορτωμένον με το έν των βαρελιών μου. Το άλλο, το οποίον είχεν ήδη κατά το ήμισυ κενωθή, έμεινεν εις το χωρίον, ως παρακαταθήκη, υπό την φύλαξιν της Παρασκευής.
Μετά πέντε περίπου ωρών οδοιπορίαν εφθάσαμεν εις θολόν Ποτάμι, αλλ' ο προβλεπτικός Παντελής δεν ενέκρινε να φέρωμεν το χαβιάρι υπό τους οφθαλμούς και την ρίνα του Αγά ή των περί αυτόν Τούρκων, και έμεινε με το ζώον του έξω του χωρίου, εις εξοχικήν καλύβην χωρικού γνωστού του, όπου εσυμφωνήσαμεν να με περιμείνη. Εγώ δε ακολουθών τους δημογέροντας εισήλθα εντός της κωμοπόλεως.
Φρίκη με κατέλαβεν άμα εισεχώρησα εις τας στενάς οδούς της, και είδα τα σημεία της εκείθεν διαβάσεως των Τούρκων. Πρώτην τότε φοράν έβλεπα της καταστροφής τ' αποτελέσματα. Έως τότε έφευγα προ αυτής και ησθανόμην όπισθεν μου ενσκήπτουσαν την θύελλαν, αλλά δεν είχα εισέτι ακολουθήσει τα ίχνη της.
Έτος σχεδόν είχε παρέλθει αφ' ότου επάτησαν το θολόν Ποτάμι οι Τούρκοι, αλλ' εφαίνετο νωπός έτι ο όλεθρος. Από τας θύρας και τα παράθυρα των πλείστων οικιών έλειπον ή εκρέμαντο ημίθραυστα τα φύλλα, πολλαχού δε εις τους τοίχους έμενε των σφαιρών η σφραγίς ή της πυρκαϊάς το απαίσιον μελάνωμα. Υπό ένα κατεστραμμένον εξώστην έβαφε τον λευκόν εισέτι τοίχον η ροή χυθέντων αιμάτων. Τις οίδεν οποία σκηνή διωγμού και σφαγής ετελέσθη επί του εξώστου εκείνου!
Μεταξύ των ηρειπωμένων ή κενών οικιών ήσαν καί τινες, των οποίων οι εναπομείναντες κάτοικοι επροσπάθησαν να επισκευάσωσι τας ζημίας, αλλ' η όλη του χωρίου άποψις εμαρτύρει τρανώς οποίος θρήνος εγένετο εντός αυτού, και ήτο εξήγησις ικανή του ενώπιον των Τούρκων δέους των πτωχών δημογερόντων μου. Το ιδικόν των χωρίον είχε διαμείνει μέχρι τούδε σώον, αλλά πώς ηδύναντο οι δυστυχείς να είναι και περί του μέλλοντος ήσυχοι; Μη το θολόν Ποτάμι δεν είχε διαφύγει επίσης την πρώτην των Τούρκων προσβολήν; Ότε προ δύο ετών είχον επιπέσει κατά της νήσου και την εξωλόθρευσαν όλην, ηλέησαν ή ελησμόνησαν την μεσημβρινήν ταύτην άκραν της, οι δε χωρικοί ενόμισαν ότι ο κίνδυνος παρήλθε πλέον, ότι εκορέσθησαν οι σφαγείς αρκούντως και ότι η νήσος επλήρωσεν ήδη ικανώς τον φόρον του αίματος. Αλλ' ηπατώντο οικτρώς. Ότε του Κανάρη το πυρ εξεδίκησε τα πρώτα της Χίου δεινά, και αντεβόησε καθ' όλον το πέλαγος ο κρότος της αναφλεχθείσης ναυαρχίδος, η δε θάλασσα εκαλύφθη υπό πτωμάτων και ο Καπετάν Πασάς εξεψύχησεν ημίκαυστος επί της ακτής, εξεμάνησαν εκ νέου οι Τούρκοι και εξεστράτευσαν παμπληθείς κατά των αόπλων Μαστιχοχωριτών, βάψαντες και πάλιν μέχρι της λαβής εις αίμα αθώον τα ξίφη των.
Ότε εφθάσαμεν προ της κατοικίας του Μεγάλου Αγά, οι δημογέροντες εισήλθον εντός αυτής, εγώ δ' έμεινα εις τον δρόμον, καθώς και εις Καταρράκτην, περιμένων και αναλογιζόμενος όσα είδα, προ πάντων δε τα αίματα εκείνα επί του τοίχου υπό τον εξώστην.
Μετ' ολίγον μ' έκραξαν και ανέβην εις την αίθουσαν, όπου εκάθητο ο Αγάς. Αριστερόθεν και δεξιόθεν του παρεκάθηντο άλλοι Τούρκοι, σύμβουλοι και πάρεδροί του, εις δε τας άκρας του θαλάμου, παρά την θύραν ίσταντο όρθιοι οι δημογέροντες και άλλοι τινές Χριστιανοί.
Έκλινα ταπεινώς τον αυχένα ενώπιον του μεγαλείου του Αγά. Με ηρώτησε διά του διερμηνέως πόθεν έρχομαι;
— Από την Ικαρίαν.
— Πώς ήλθον;
— Με πλοιάριον.
— Πότε;
— Προ τεσσάρων ημερών.
— Τι θέλω;
— Άδειαν να πουλήσω εις τα χωρία την πραγματείαν μου.
Εκεί Αράπης οπλοφόρος πλησιάζει τον Αγάν με την χείρα επί του στήθους και την κεφαλήν προς το έδαφος.
— Αγά μου, λέγει, ο νέος αυτός φορεί υποδήματα φραγκικά και θα είναι κατάσκοπος.
Και δεικνύει διά της μαύρης χειρός του τους πόδας μου. Εστράφησαν προς αυτούς οι οφθαλμοί όλοι και τα ιδικά μου συγχρόνως βλέμματα. Πραγματικώς δεν ήσαν χωρικού υπόδεσις αι εμβάδες μου. Τας ηγόρασα εις Τήνον και έκοψα τα πτερά όπου αι ταινίαι εδένοντο, νομίσας ότι ήρκει τοσαύτη προφύλαξις. Δεν προείδα ο άθλιος ότι το σχήμα των ηδύνατο να με προδώση, αλλ' ουδέ μου είχεν έλθει εις τον νουν ότι ήθελα ποτέ εκληφθή ως κατάσκοπος.
— Βάλετε τον εις την φυλακήν, διέταξεν ο Αγάς.
Με ήρπασεν αμέσως ο Αράπης από τον βραχίονα και προτού προφθάσω να είπω λέξιν, άνευ ουδεμιάς περαιτέρω εξετάσεως προς εξακρίβωσιν των υποψιών, τας οποίας τα κατηραμένα μου υποδήματα προεκάλεσαν, με οδηγεί εις στενόν δωμάτιον ημιφωτιζόμενον υπό μικρού φεγγίτου, με ωθεί βιαίως από των ώμων και με κλείει εντός αυτού.
Ταύτα πάντα έγειναν διά μιας, τοσούτον ταχέως, τοσούτον απροσδοκήτως, ώστε ήμην ως ζαλισμένος, ότε ευρέθην εντός της φυλακής. Δεν ήξευρα τι μου γίνεται. Ησθανόμην εισέτι επί των ώμων και του βραχίονος τας βαρείας του Αράπη χείρας, ήκουα την οργίλην προσταγήν του Αγά να με βάλωσιν εις την φυλακήν, ενθυμούμην το εργαστήριον και το πρόσωπον του Τηνίου υποδηματοποιού, εντός δε του σκότους της φυλακής ενόμισα κατά πρώτον ότι ονειρεύομαι.
Άμα οι οφθαλμοί μου συνείθισαν το σκότος, είδα ότι δεν ήμην μόνος εκεί. Δυο χωρικοί εκάθηντο επί του εδάφους. Με παρηγόρησεν η θέα των. Υπάρχουν στιγμαί καθ' ας ο άνθρωπος επιζητεί την ερημίαν, αλλ' ως επί το πολύ θέλει και επιθυμεί την κοινωνίαν των ομοίων του.
Ήσαν πατήρ και υιός οι δύο φυλακισμένοι, το δ' έγκλημά των ήτο η πώλησις μαστίχης. Διότι το ήμισυ περίπου του όλου προϊόντος της νήσου εκρατείτο, ως γνωστόν, διά τα χαρέμια του Σουλτάνου, δεν επετρέπετο δε εις τους χωρικούς να πωλήσωσι το επίλοιπον ειμή εις μόνον τον Αγάν, όστις ώριζε μόνος του την τιμήν της μαστίχης και την επλήρονεν όπως και όποτε ήθελεν.
Ο γέρων με ωμίλησε πρώτος ερωτών τις είμαι και διατί εφυλακίσθην, και διηγήθη αυτόκλητος την ιστορίαν του. Ο νέος δεν ελάλει, αλλ' έκλαιε σιωπηλώς· έκλαιεν, ο δε γέρων, κρατών του υιού του την χείρα, διέκοπτε συχνάκις την προς εμέ ομιλίαν, διά να αποτείνη προς εκείνον λόγους ενθαρρύνσεως και παρηγορίας.
Η θέα των δύο εκείνων εκλόνισε την καρδίαν μου.
Ενθυμήθην τον πατέρα μου και τον έρημον εις Σπέτσας τάφον του, ενθυμήθην την μητέρα και τας αδελφάς μου περιμενούσας εις Τήνον την επιστροφήν μου, και ανήλθεν εις τους οφθαλμούς η πλημμύρα της λύπης μου, και με κατέλαβε θρήνος και κοπετός, και έχυσα πύρινα δάκρυα. Εφοβούμην τους Τούρκους! Καθώς μ' εφυλάκισαν ανεξετάστως ως κατάσκοπον, ηδύναντο επίσης και να με καταδικάσωσι. Τι ήτο δι' αυτούς ενός Χριστιανού η ζωή; Η δυστυχής μου μήτηρ είχε δίκαιον να με αποτρέπη. Διατί να έλθω εις Χίον;
Προς το εσπέρας μας έδωκαν ελαίας και άρτον, μετ' ολίγον δε ο Αράπης ελθών μ' εξήγαγε της φυλακής και μ' έφερεν εις σκιάδα εντός του κήπου, όπου πέριξ τραπέζης χαμηλής, φορτωμένης από οπώρας ποικίλας, εκάθηντο επί ταπήτων τρεις Τούρκοι και δύο Χριστιανοί. Μεταξύ των πρώτων ανεγνώρισα τον Μουλά Μουσταφάν, η δε θέα του μου έδωκε θάρρος, διότι ο άνθρωπος δεν μου εφάνη κακός κατά την τελευταίαν συνοδοιπορίαν μας.
Ήρχισαν εκ νέου να μ' εξετάζωσι τις είμαι και πόθεν και τι θέλω; Επανελάμβανα δε τας αποκρίσεις της πρωίας. Προς επικύρωσιν των λόγων μου ηθέλησα να επικαλεσθώ του Μουλά την μαρτυρίαν.
— Αγά μου, δεν με είδες. . .
Ο Μουλάς έστρεψεν απ' εμού το πρόσωπον, και ενόησα ότι δεν θέλει να με δώση γνωριμίαν. Ηθέλησα ν' αλλάξω ομιλίαν, αλλά περιεπλέχθην, η δε σύγχυσίς μου επεσφράγισε την ιδέαν την οποίαν περί εμού συνέλαβε της νέας χωρικής ο προστάτης, αφ' ης στιγμής δεν εξετέλεσα ως έπρεπε το περί του άνθους πρόσταγμά του.
— Φίλοι μου, είπε Τουρκιστί προς τους συνδαιτυμόνας του. Δεν είναι διά κατάσκοπος το ανθρωπάριον τούτο. Δεν τα έχει σωστά. Είναι κουτός ο δυστυχής!
Και εξηκολούθησε ταπεινότερα τη φωνή μεταξύ των ο περί εμού λόγος, αλλά δεν ήκουα τι έλεγον.
Ο Αράπης μ' έσυρεν έξω της σκιάδος και με ωδήγησε πάλιν εις την φυλακήν.
Δεν ήτο εκ των καλλιτέρων νυκτών μου εκείνη, ούτε η επομένη, αναγνώστα μου.
Την επιούσαν απήχθησαν της φυλακής οι δύο χωρικοί και δεν επέστρεψαν, έμεινα δ' εντός αυτής μόνος και έρημος, μετρών τας ώρας και ελεεινολογών την τύχην μου, και συλλογιζόμενος τι άρα ν' απέγεινεν ο Παντελής και ο όνος του.
Την επομένην πρωίαν με ωδήγησε πάλιν ο Αράπης ενώπιον του Αγά. Εβάδιζα περίλυπος και καταβεβλημένος. Μία μόνη μου έμενεν ελπίς, η υπόληψίς μου ως πτωχού το πνεύμα, και ήμην αποφασισμένος να την εκμεταλλευθώ ως τελευταίαν σανίδα σωτηρίας. Ο Αγάς εκάθητο ροφών τον ναργιλέν του. Ο διερμηνεύς ίστατο πλησίον του με τας χείρας εσταυρωμένας επί του στήθους.
— Προσκύνησε τον Αγάν, είπε. Σου δίδει την ελευθερίαν, αλλ' επί όρω να υπάγης προς την χώραν, όχι προς τα χωρία, όθεν ήλθες.
Έσκυψα και εφίλησα την άκραν του κρασπέδου του Αγά και υπεχώρησα βήματά τινα. Αλλ' εσυλλογίσθην τον Παντελήν και τα βαρέλιά μου και τον όρμον, όπου ήλπιζα να εύρω το μέσον της εις Τήνον επιστροφής.
— Τι χάσκει εκεί; ηρώτησεν ο Αγάς.
— Αγά μου, είπα, αφήκα το υποκάμισόν μου εις το χωρίον και πρέπει να υπάγω να το πάρω.
Δεν ενόησεν ο Τούρκος τι λέγω και ηρώτησε τον διερμηνέα. Εκάγχασεν, ότε τω εξηγήθη η αίτησίς μου.
— Καλά, είπε, καλά. Σου το φέρουν το υποκάμισόν σου, αλλά συ να υπάγης προς την χώραν.
Επροσκύνησα και απεσύρθην. Εις την θύραν μ 'επερίμενεν ο Αράπης, προτείνων αγερώχως την παλάμην.
— Τα χαψιάτικα, είπεν !
Είχα λησμονήσει ότι οι φυλακισθέντες υπόκεινται εις του φόρου τούτου την απότισιν. Εξήγαγα του κόλπου μου το σακκούλιον εντός του οποίου είχα ολίγα γρόσια, το προϊόν της έως τότε πωλήσεως εκ του χαβιαρίου μου, και ήρχισα να λύω τους κόμβους μετά προφανούς δυσαρεσκείας. Αλλ' οι κόμβοι ήσαν πολλοί και περιπεπλεγμένοι, οι δε δάκτυλοι μου δεν έσπευδον εις του εμπλέγματος την λύσιν. Έχασε την υπομονήν ο Αράπης, ή μ' ελέησεν ίσως, και υψώσας την χείρα μου την κατεβίβασε ραγδαίαν επί του αυχένος, μου απηύθυνε δύο λέξεις όχι φιλόφρονος αποχαιρετισμού, και ανεχώρησεν.
Ήμην ελεύθερος, η δε θύρα ήτο ανοικτή. Εξήλθα άνευ χρονοτριβής και εβάδισα κατ' ευθείαν προς την έξοδον του χωρίου. Αλλ' η πύλη ήτο κλειστή και ουδείς παρ' αυτήν. Ήτο Κυριακή, και οι Χριστιανοί ελειτουργούντο εισέτι εις την εκκλησίαν. Η πρώτη μου ώθησις ήτο να υπάγω κ' εγώ να ευχαριστήσω τον Θεόν διά την λύτρωσίν μου, αλλ' υπερίσχυσεν η επιθυμία του να εξέλθω όσω το ταχύτερον από το θολόν ποτάμι και να τρέξω εις αναζήτησιν του Παντελή. Έκαμα τον σταυρόν μου εκεί εις το ύπαιθρον, ανέβην επί δένδρου, του οποίου ο κορμός υψούτο παρά την πύλην, επήδησα τον τοίχον και ευρέθην εκτός του χωρίου ελαφρός και αδέσμευτος. Έτρεξα δρομαίος προς την καλύβην όπου ο Παντελής υπεσχέθη να με περιμείνη. Αλλά δυο ημερόνυκτα παρήλθον έκτοτε. Περιμένει αρά γε εισέτι;
Η καλύβη ήτο κλειστή. Έκρουσα την θύραν, έκραξα: Παντελή, Παντελή ! αλλ' ουδείς απεκρίθη.
Όπισθεν της καλύβης ήτο ο σταύλος. Ήνοιξα τον μάνδαλον και εισήλθα εντός αυτού και είδα, ώ χαρά μου! είδα τον όνον του Παντελή ησύχως εκεί περιμένοντα. Μη γελάσης, αναγνώστα. Τον ενηγκαλίσθην και τον εφίλησα ! Ενόησα ότι ο ευλαβής κύριος του εκκλησιάζεται. Δεν με παρήτησεν ,ο αγαθός Παντελής ! Μετ' ου πολύ τον είδα επιστρέφοντα. Δεν περιγράφω την αμοιβαίαν της συναντήσεως μας αγαλλίασιν.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι'.
Δεν εβραδύναμεν να ορίσωμεν μετά του Παντελή το δρομολόγιόν μας και ν' αρχίσωμεν την οδοιπορίαν μας. Διευθυνόμενοι προς βορράν μετεβαίνομεν από χωρίον εις χωρίον, η δε πώλησις του χαβιαρίου έβαινε κατ' ευχήν, και ηύξανον βαθμηδόν τα περιεχόμενα του σακκουλίου μου.
Ότε επί τέλους ανέβημεν εις τα περικλείοντα τον Κάμπον υψώματα και είδα μακρόθεν την πόλιν, εις δε τας υπωρείας των άντικρυ βουνών επροσπάθησα ν' ανιχνεύσω το σημείον όπου έκειτο ο Πύργος μας, ησθάνθην την καρδίαν μου συστελλομένην εντός του στήθους και τα γόνατά μου τρέμοντα. Εκάθησα επί των βράχων και έβλεπα την χλοεράν υπό τους πόδας μου έκτασιν υπό του πρωινού ηλίου φωτιζομένην, αναμέσον δε των δένδρων διέκρινα τας ποικιλλούσας την πεδιάδα κατοικίας, από τας εστίας των οποίων καπνός δεν ανήρχετο.
Δεξιόθεν, εις ημισείας περίπου ώρας απόστασιν, έκειτο η μονή του Αγίου Μηνά. Δεν εφαίνετο εκ του σημείου όπου ήμεθα, αλλ' ούτε ηθέλησα να επισκεφθώ τα ερείπιά της. Δεν επεζήτουν νέας επί της Χίου συγκινήσεις, επεθύμουν μόνον να εκτελέσω τον σκοπόν μου και να φύγω όσον τάχιον. Δεν ήθελα να βλέπω την καταστροφήν της πατρίδος μου, ούτε Τούρκους να βλέπω ήθελα.
Ο Παντελής εκάθητο πλησίον μου τρώγων το λιτόν πρόγευμά του, ο δε όνος του παρέκει κατεγίνετο εις εύρεσιν τροφής μεταξύ των ολίγων επί της πετρώδους κορυφής θάμνων. Η όρεξις των δύο συντρόφων μου ήνοιξε και την ιδικήν μου, ο δε άρτος και αι ελαίαι του Παντελή και η έμφυτος φαιδρότης της απλοϊκής ψυχής του εστερέωσαν το επί στιγμήν κλονισθέν φρόνημά μου.
Εντός ολίγου η συνοδία μας ετέθη εκ νέου εις κίνησιν.
Το χωρίον Νεοχώρι, όπου καταβάντες το βουνόν εσταθμεύσαμεν, περιέσωζεν έτι και αυτό, καθώς το θολόν Ποτάμι, άφθονα σημεία μαρτυρούντα ότι διέβησαν οι Τούρκοι εκείθεν. Αλλ' ήσαν πλειότεραι σχετικώς εις αυτό αι επισκευασθείσαι οικίαι, η δ' ερήμωσις εφαίνετο εκ πρώτης όψεως ολιγωτέρα. Το καφενείον όπου εκαθήσαμεν προς αναψυχήν ήτο πλήρες ανθρώπων. Ούτε Αγάς υπήρχεν εις το χωρίον, ούτε φρουρά, ώστε οι χωρικοί έζων κάπως ανετώτερον, προσπαθούντες εν τη ησυχία της σήμερον να λησμονήσωσι τα βάσανα της χθες και τους ενδεχομένους της αύριον κινδύνους.
Η πρόθεσίς μου ήτο να διατρίψωμεν δύο ή τρεις ημέρας εις Νεοχώρι, όπως εκεί ωριμάσω τα σχέδιά μου, αλλ' έμαθα εις το καφενείον είδησιν, η οποία ήλλαξε την απόφασίν μου. Έμαθα από των χωρικών τας ομιλίας, ότι μοίρα του Τουρκικού στόλου έφθασεν εις Τσεσμέν και ότι επεριμένοντο εντός ολίγων ημερών άλλα εκ Κωνσταντινουπόλεως πλοία, όπως όλα συνηνωμένα εκπλεύσωσι κατά των Ελλήνων. Ώστε έπρεπε να επισπεύσω την αναχώρησίν μου. Οι Τούρκοι ήσαν επί της θαλάσσης οποίοι και επί της ξηράς, αλλοίμονον δε εις τ' άοπλα πλοιάρια, άτινα έπιπτον εις χείρας των, και εις τους δυστυχείς επιβάτας των ! Δι' αυτών επληρόνοντο αι επιτυχίαι του Μιαούλη και του Κανάρη, ταύτα ήσαν τ' απατηλά τρόπαια διά των οποίων εκάλυπτον οι Τούρκοι ναύαρχοι την καταισχύνην των.
Αλλ' εγώ δεν είχα την ελαχίστην διάθεσιν ν' αποτελέσω τοιούτου τροπαίου μέρος, ούτε να προμηθεύσω το πτώμα μου ως στολισμόν εις τας κεραίας Τουρκικής ναυαρχίδος, και ήθελα διά παντός τρόπου να επιστρέψω εις Τήνον, προλαμβάνων του εχθρικού στόλου την αναχώρησιν.
Έκραξα τον Παντελήν και εξήλθομεν του καφενείου. Ο όνος δεμένος έξωθεν αυτού, επερίμενε φέρων εις την ράχιν του το βαρέλιόν μου.
— Παντελή, μείνε συ εδώ να πωλήσης χαβιάρι και περίμενέ με. Εγώ θα φύγω.
— Πού πηγαίνεις ;
— Πηγαίνω να ιδώ τον Πύργον μας. Αύριον την αυγήν επιστρέφω.
Επροσπάθησεν ο Παντελής να με μεταπείση, ηθέλησε να με συνοδεύση, μου ενθύμισε την εις Θολόν Ποτάμι φυλάκισίν μου, αλλά δεν ήκουα. Εσυμφωνήσαμεν πού εντός του χωρίου θα τον εύρω την επαύριον, ηγόρασα αξίνην διά να φαίνωμαι ως εργάτης πηγαίνων δι' ημερομίσθιον, και τον απεχαιρέτησα.
Ήτο ανήσυχος και πλήρης φόβων εκείνος, αλλ' εγώ ησθανόμην την καρδίαν μου ελαφράν. Είχα προαίσθημα ότι θα επιτύχω.
Εβάδιζα προς την έξοδον του χωρίου με την αξίνην επί του ώμου, ότε εις το κατώφλιον θύρας ανοικτής είδα ιστάμενον άνθρωπον ενδεδυμένον κατά το ήμισυ ευρωπαϊστί και καπνίζοντα. Τον ανεγνώρισα μακρόθεν ! Ήτο ο Ζενάκης, ο γέρων του πατρός μου φίλος. Αι τρίχες του ήσαν λευκότεραι ή προ δυο ετών, το δε πρόσωπόν του ειπέρποτε κατηφές.
Η παρουσία του εις Νεοχώρι μ' εξέπληξε κατά πρώτον, αλλ' ενθυμήθην αμέσως ότι είχε κτήματα εκεί. Διέβην ενώπιον του και επροχώρησα χωρίς να με αναγνωρίση. Που να γνωρίση υπό την χωρικήν ενδυμασίαν μου του φίλου του τον υιόν !
Ενώ διέβαινα έμπροσθέν του εδίστασα, να γνωρισθώ ή όχι; Καλλίτερον όχι, και επροχώρησα. Αλλά μετ' ολίγα βήματα μετενόησα. Μου ήλθε διά μιας εις την μνήμην ολόκληρος η περίοδος της εν Χίω διαβιώσεώς μας, και η ανά πάσαν εσπέραν περιμενομένη επίσκεψίς του, ενθυμήθην τον πατέρα μου και ηθέλησα να θλίψω την χείρα του γέροντος και να του είπω ότι ο φίλος του απέθανεν. Επέστρεψα προς αυτόν και εστάθην ενώπιόν του. Διέκοψε το κάπνισμα εκείνος και με ητένισεν απορών.
— Έχω να σου ειπώ δύο λόγια μυστικά, αυθέντα μου.
— Έλα μέσα, παιδί μου. Τι θέλεις;
Και εισήλθεν εντός της αυλής. Τον ηκολούθησα και έκλεισα όπισθέν μου την θύραν.
— Δεν με γνωρίζεις;
— Όχι. Ποίος είσαι;
Είπα το όνομά μου. Ύψωσεν έκπληκτος τας χείρας, με παρετήρησεν επί τινας στιγμάς ασκαρδαμυκτί και αρπάσας με εκ της χειρός μ' εφίλησε και μ' έσυρεν εις το δωμάτιόν του. Δεν επερίμενα ότι η καρδία του ψυχρού εκείνου γέροντος περιέκλειεν όσην ευαισθησίαν τότε μου επέδειξε. Με ηρώτησε τι εγείναμεν, πώς εσώθημεν, και διηγήθην τα καθέκαστα της φυγής και του πλάνητος βίου μας, του πατρός μου τον θάνατον και την εις Τήνον διαμονήν της χήρας μητρός και των αδελφών μου. Με ηρώτησε διά τι επανήλθα, και εξεμυστηρεύθην τον σκοπόν μου. Ηπόρησε πώς ετόλμησα να αψηφήσω τους κινδύνους του επιχειρήματος και με παρεκίνησε να παραιτηθώ αυτού και να επιστρέψω όθεν ήλθα, ανύψωσε δε τους ώμους μειδιών, ότε απεκρίθην ότι η απόφασίς μου είναι σταθερά και δεν δύναμαι να μεταβάλω γνώμην.
Ηγέρθην και τον απεχαιρέτησα. Μου έδωκε την ευχήν του, με ησπάσθη και με ωδήγησεν εις την θύραν. Προτού την ανοίξη έθεσε την χείρα επί του ώμου μου και ηθέλησεν εκ νέου να με προτρέψη να λησμονήσω τον ταφέντα θησαυρόν και να φύγω εκ Χίου. Αλλ' η δυσκολία ήτο να φθάσω έως εκεί όπου ευρισκόμην ήδη. Πώς ν' αναχωρήσω χωρίς ούτε καν να ίδω τον Πύργον μας;
— Το έβαλες εις τον νουν σου και ετελείωσεν, είπεν ο γέρων δυσανασχετών. Είσαι υιός του πατρός σου! Δεν ήκουε λόγον κ' εκείνος. Πήγαινε ! Αν σκαλώσης πούποτε με Τούρκους, επρόσθεσε μετά φωνής ηπιωτέρας, μήνυσέ με. Ως πρόξενος κάτι δύναμαι, και ίσως σου χρησιμεύσω. Ο Θεός μαζή σου !
Και μου ήνοιξε την θύραν.
Ο ήλιος έκλινε προς την δύσιν του, ήτο δε δύο σχεδόν ωρών η μέχρι του Πύργου μας απόστασις. Έσπευσα το βήμα, διότι ήθελα να φθάσω εκεί πριν νυκτώση. Πολικός αστήρ ήτο δι' εμέ ο γνωστός λοφίσκος και τα δένδρα τα κρύπτοντα την θέαν του επ' αυτού παρεκκλησίου μας.
Εβάδιζα ταχέως με την αξίνην επί του αυχένος, ο δε νους μου εδούλευεν. Εσκεπτόμην προ πάντων περί του μέλλοντος. Είχα την πεποίθησιν ότι θ' ανεύρω τους δύο σάκκους, και εσυλλογιζόμην πώς θα πωλήσω τα χρυσά και αργυρά σκεύη, σχεδιάζων πώς διά του προϊόντος αυτών θα μεταβώ μετά της οικογενείας μου εις Ιταλίαν,— εις Αγγλίαν ίσως,— και οποίου είδους εμπόριον εκεί θα διοργανίσω, η δε φαντασία μου έπλαττεν εικόνας μελλούσης επιτυχίας.
Καθ' όσον όμως επλησίαζα και εξηπλούντο επί της εξοχής αι σκιαί της εσπέρας, ήρχισε να με καταλαμβάνη μυστηριώδες τι αίσθημα ανησυχίας. Διατί να έλθω μόνος; Διατί να μη αφήσω τον Παντελήν να με συνοδεύση ; Είχα θεωρήσει ασφαλέστερον να μη τον προσλάβω, φοβηθείς μη προκαλέσω υποψίας αν εφαινόμην εκεί με τον σύντροφόν μου και τον όνον του. Μόνος ηδυνάμην ευκολώτερον να κρυφθώ, να κατασκοπεύσω και να εισχωρήσω εντός του κήπου, τους δε σάκκους είχα κατά νουν να τους κρύψω εις το δάσος πλησίον του παρεκκλησίου, και να έλθω την επιούσαν με τον Παντελήν να τους παραλάβωμεν. Αλλ' ήδη μετενόουν και ηυχόμην να είχα τον Παντελήν πλησίον μου. Η γενναιότης μου εκλονίζετο καθ' όσον ήγγιζε της εκτελέσεως η ώρα.
Αλλ' ήτο αργά πλέον. Ήμην παρά τον τοίχον του κήπου μας και έβλεπα ήδη εκ του δρόμου το ανώγειον της οικίας μας. Ιδού του μικρού μου δωματίου το παράθυρον, ιδού τα δύο του κοιτώνος των γονέων μου, ιδού... Αλλά διατί έχουν καφάσια τα λοιπά παράθυρα; Μη έχω λάθος ; Όχι... Κατοικείται η οικία μας, κατοικείται υπό Τούρκων ! Εγώ δε εις τους δρόμους βλέπω ως ξένος τους τοίχους της και κατασκοπεύω ως κλέπτης τα παράθυρά της!
Ηθέλησα να ίδω καλλίτερον, να κορέσω τους οφθαλμούς μου με της αποξενώσεώς μου το θλιβερόν θέαμα, και πηδήσας την απέναντι του περιβόλου μας φραγήν ανέβην εις τον αμπελώνα, τον οποίον ο δρόμος εχώριζεν από τον κήπον μας.
Το έδαφος ήτο ανωφερές, ώστε έβλεπα εκείθεν ολόκληρον την περιοχήν μας. Εντός της οικίας και περί αυτήν δεν εφαίνετο ψυχή, αλλ' εις τον κήπον γέρων κηπουρός έσκαπτε μετά κόπου το χώμα. Ανεγνώρισα την μορφήν του. Ήτο ο ιδικός μας κηπουρός, ο γέρων Γιάννης του οποίου την θυγατέρα ηύρα υπηρετούσαν εις την οικίαν του Μαυρογένη εις Τήνον. Μετά πόσης χαράς τον ανεγνώρισα ! Ουδ' ήτο άμοιρος εγωϊσμού η ευχαρίστησίς μου, διότι απέκτων βοηθόν ασφαλή εις το επιχείρημά μου, έφερα δε εις τον γέροντα, ευπρόσδεκτον της συνδρομής του πληρωμήν, την χαροποιάν είδησιν ότι η θυγάτηρ του έζη.
Αλλά πώς να συνεννοηθώ μετ' αυτού; Δεν ετόλμων ούτε να τον κράξω, ούτε να εισέλθω εντός του κήπου. Ας περιμείνω μέχρις ου νυκτώση, και τότε κρυφίως εισχωρών μέχρι της καλύβης του τον ευρίσκω, αναγνωρίζομαι και επικαλούμαι την σύμπραξίν του.
Αλλ' έως τότε;
Ο ήλιος είχε κρυφθή όπισθεν του βουνού, αλλ' από του διαυγούς ουρανού αντενακλάτο άφθονον το φως της δείλης. Ήτο φαιδρά θερινή εσπέρα και ησύχαζεν η γη, υπό δε τα δένδρα εφαίνοντο τα πάντα τόσον ευτυχή εις την πεδιάδα ! Δεν συμπάσχει μεθ' ημών η φύσις, η δε γαλήνη της επαυξάνει της ανησύχου καρδίας το βάρος!
Κατέβην εκ του αμπελώνος εις τον δρόμον και διηυθύνθην προς το παρεκκλήσιον, με την κεφαλήν προς την γην κεκλιμένην, ωσεί προσπαθών ν' ανεύρω επί του χώματος τα ίχνη εκείνων μετά των οποίων τοσάκις επορεύθην εκεί.
Ήμην εισέτι μακράν του περικυκλούντος τον ναΐσκον άλσους, ότε είδον προβαίνουσας εκ των δενδρων μορφάς γυναικείας και παιδία τρέχοντα περί αυτάς. Κατέβαινον προς εμέ ενώ εγώ ανέβαινα, δεν ήμην δε πλέον εν καιρώ να οπισθοχωρήσω, ότε ανεκάλυψα ότι ήσαν Τούρκισσαι. Τας συνώδευεν Άραψ ευνούχος, το ποδήρες του οποίου φόρεμα δεν εξεχωρίζετο μακρόθεν από τα των γυναικών.
Παρεμέρισα και διέβη το χαρέμιον, τα δε παιδία ηκολούθουν παίζοντα. Έν μόνον εξ αυτών, το τελευταίον, κοράσιον δωδεκαετές περίπου, δεν έπαιζε μετά των λοιπών αλλ' επεριπάτει ησύχως φέρον άνθη εις την μίαν χείρα, η δ' άλλη εκρέματο εις το πλευρόν του βαρεία. Ενώ διέβαινεν ενώπιόν μου εστάθη και με παρετήρησεν. Εξηκολούθησα εγώ τον δρόμον μου.
Αίφνης ακούω όπισθεν μου φωνήν γλυκείαν ψιθυρίζουσαν το όνομά μου— Λουκή ! Πριν ή προφθάσω να σκεφθώ ότι αν στραφώ προδίδομαι και αν φανερωθώ κινδυνεύω, εστράφην. Εστράφην και είδα το κοράσιον ιστάμενον ολίγα βήματα μακράν μου. Τα άλλα παιδία είχον προχωρήσει. Άμα με είδε στρεφόμενον εγονάτισεν επί του εδάφους. Την εγνώρισα! Ηθέλησα να κράξω: Δέσποινα ! αλλ ' έθεσε το δάκτυλον εις τα χείλη και ψιθύρισε βλέπουσα με:— Γλύτωσέ με, Λουκή! Και σκύψασα επροσποιήθη ότι συλλέγει άνθη, διότι ηκούσθη η βραγχώδης φωνή του ευνούχου, επιστρέφοντος διά να περιμαζεύση το ποίμνιόν του. Ηγέρθη η Δέσποινα και έτρεξε προς τα άλλα παιδία. Εγώ δε κρυπτόμενος όπισθεν των δένδρων ηκολούθησα μακρόθεν την συνοδίαν, μέχρις ου είδα τον Αιθίοπα ανοίγοντα την θύραν του κήπου μας και τας γυναίκας μετά των παιδίων εισερχομένας εντός αυτού. Τελευταία εισήλθεν η Δέσποινα. Προτού διαβή την θύραν εστράφη. Ησθάνετο ότι ακολουθώ τα ίχνη της! Εισήλθε μετ' αυτής ο φύλαξ του χαρεμίου, και η θύρα εκλείσθη.
Εκάθησα υπό τα δένδρα με την κεφαλήν εντός των χειρών, προσπαθών να συλλέξω τας ιδέας μου.
Η Δέσποινα εις χείρας Τούρκων, Τούρκων κατοικούντων τον Πύργον μας! Πώς με ανεγνώρισεν αμέσως, ως να μ' επερίμενε ! Η επίκλησίς της αντήχει εις τα ώτα μου·— «Γλύτωσέ με, Λουκή!» Ιδού ο μυστηριώδης μαγνήτης όστις με είλκυεν εις Χίον, ιδού προς τι με ωδήγησεν η Θεία Πρόνοια ! θα την σώσω! Αλλά πώς; Και μετέβαινα από σχεδίου εις σχέδιον.
Επήλθεν εν τούτοις η νυξ, αλλ' όχι το σκότος εισέτι. Η σελήνη είχε δύο περίπου ωρών δρόμον μέχρις ου κρυφθή και επρόβαινε βραδέως προς την δύσιν της, φωτίζουσα τον ουρανόν άνωθέν μου. Αι ακτίνες της, παίζουσαι με των δένδρων τα φύλλα, εσχημάτιζον μυρίας φαντασιώδεις σκιάς επί του εδάφους όπου εκαθήμην, και τας έβλεπα, και ήκουα τας υλακάς των σκύλων εις τας απεχούσας επαύλεις, και των γρύλλων περί εμέ τον θόρυβον, και τους ηχηρούς των βατράχων κοασμούς. Ο νους μου ήτο αλλαχού και ήκουα χωρίς να προσέχω, αλλ' ενετυπούντο εις την μνήμην μου αι εξοχικαί της σιωπηλής εκείνης νυκτός διαταράξεις, και η οσμή των ανθών, και τα παίγνια της σελήνης υπό των δένδρων τους κλώνους.
Ότε έδυσεν η σελήνη, το δε σκότος εκάλυψε την εξοχήν, ηγέρθην, επεκαλέσθην την βοήθειαν του Θεού, και επροχώρησα προς τον δρόμον. Εβάδιζα άνευ δισταγμών, διότι εγνώριζα τι θέλω. Εσκέφθην και απεφάσισα. Το σχέδιόν μου ήτο έτοιμον. Εβάδιζα προς εκτέλεσίν του και ο Θεός βοηθός !
Το σκότος ήτο βαθύ, αλλά τα πάντα μου ήσαν γνωστά εκεί, ώστε ηδυνάμην με κλειστούς τους οφθαλμούς να εύρω τον δρόμον. Ότε έφθασα εις την άκραν του περιβόλου επήδησα τον τοίχον, όστις ήτο εκεί χαμηλότερος, και ευρέθην εντός του κήπου. Εστάθην ακίνητος παρά τον τοίχον, προσέχων μη ηκούσθη του πηδήματός μου ο κρότος. Σιωπή περί εμέ άκρα. Ούτε σκύλου γαύγισμα, ούτε φωνή ανθρώπου. Ολίγα βήματα με εχώριζον από την κατοικίαν του κηπουρού. Η θύρα ήτο κλειστή, αλλ' έστρεψα τον μάνδαλον και ευρέθην εντός της καλύβης. Ποσάκις την επεσκέφθην μικρός, ποσάκις ενταύθα μ' εκάθησεν επί των γονάτων του ο γέρων Γιάννης και εχόρτασε με τα εκλεκτότερα του κήπου προϊόντα την παιδικήν όρεξίν μου !
Το δωμάτιον ήτο σκοτεινόν, αλλ' ήκουα την ηχηράν αναπνοήν του κοιμωμένου γέροντος. Επλησίασα προς αυτόν ακροποδητί. Εφοβούμην μη εξυπνήση πριν με αναγνωρίση και ήθελα να προλάβω τον τρόμον του. Εγονάτισα πλησίον του, έσκυψα και επρόφερα σιγά το όνομά του
— Γιάννη, Γιάννη, είμ' εγώ, ο Λουκής. Μη τρομάξης. Ο Λουκής.
Εξύπνησεν ο γέρων, εκράτει την αναπνοήν του, αλλ ' ούτε ωμίλησεν ούτε εκινήθη. Ενόμιζεν ίσως ότι ονειρεύεται. Έθεσα την χείρα επί του βραχίονός του και είπα εκ νέου το όνομά μου. Ανεκάθησεν επί της στρωμνής του, αλλά παρήλθεν ώρα ικανή μέχρις ου συνέλθη εντελώς. Ηθέλησε ν' ανάψη φως, αλλά τον εμπόδισα και εξηκολουθήσαμεν εις το σκότος την συνομιλίαν. Ρίγος χαράς τον κατέλαβεν ότε είπα ότι η κόρη του ζη, ότι την είδα εις Τήνον και ότι θα επιστρέψωμεν εκεί ομού. Είπα διά τι ήλθα εις τον Πύργον και εζήτησα την συνδρομήν του. Ηγέρθη αμέσως, ητοιμάσθη εν βία και ήνοιξε την θύραν της καλύβης.
Πριν εξέλθωμεν τον εκράτησα της χειρός.
— Ποίος κατοικεί τον Πύργον μας, Γιάννη ;
— Του Νεσήπ Αγά το χαρέμι.
— Τι είναι ο Νεσήπ Αγάς ;
— Ένας από τους αρχηγούς των Ανατολιτών, οι οποίοι μας κατέστρεψαν.
— Και αυτός δεν κατοικεί εδώ;
— Αύριον περιμένεται.
— Έχει Χριστιανάς εις το χαρέμι του;
— Μόνον του Καλάνη την κόρην.
— Ο Καλάνης τι έγεινε ;
— Τον έσφαξαν οι Τούρκοι. . .
Ενθυμήθην τον θρήνον της Δεσποίνης ότε μετεβαίνομεν εις το παρεκκλήσιον, ακολουθούντες τους γονείς μας·— «Θα σκοτώσουν τον πατέρα μου ! Σκοτόνουν οι Τούρκοι ! Θα τον σκοτώσουν !» Το προαίσθημά της δεν ανεδείχθη ψευδές, εσφάγη ο πατήρ της..., ο δε ιδικός μου ανεπαύετο εις τον έρημον τάφον του εις Σπέτσας !
Εξήλθομεν της καλύβης και διηυθύνθημεν εν σιωπή προς την άκραν του κήπου, υπό την γνωστήν μηλέαν. Έδειξα εις τον γέροντα το σημείον. Το ενθυμούμην καλώς. Ενόμιζα ότι βλέπω εισέτι τον πατέρα μου σκάπτοντα αντικρύ μου, και τους δύο σάκκους εις το χείλος του ανοιγομένου λάκκου.
Του κηπουρού η αξίνη εκτύπησε το χώμα και αντήχησεν εις τον κήπον ο υπόκωφος κρότος.
— Μη μας ακούσουν, Γιάννη. Σιγά σιγά!
— Δεν έχει φόβον, και αν μας ακούσουν δεν βλάπτει, θα νομίσουν ότι σκάπτω διά πότισμα.
Εξηκολούθησεν ο γέρων, ήρχισα δε κ' εγώ αντικρύ του με την αξίνην μου ν' ανοίγω τον λάκκον. Αλλ' ενώ οι βραχίονές μου ανέβαινον και κατέβαινον μία φωνή τρυφερά μου εφαίνετο αντηχούσα εις τα ώτα μου·— «Λουκή, γλύτωσέ με!» Πας της αξίνης κτύπος μου έλεγε δι' εκείνης της φωνής: «Λουκή, Λουκή!»
Αίφνης ηκούσθη κρότος μετάλλου προς μέταλλον.
Επήδησα εντός του λάκκου και ήρχισα ν' απωθώ με τας χείρας το χώμα. Η αξίνη του κηπουρού έσχισε τον σάκκον. Τον ανύψωσα μετά προσοχής και τον απέθεσα παρά την ρίζαν του δένδρου. Υπ' αυτόν ήτο ο έτερος σάκκος. Τον έθεσα πλησίον του πρώτου και εγεμίσαμεν πάλιν με το χώμα τον λάκκον.
— Τώρα ; ηρώτησεν ο γέρων.
— Τώρα, τους σάκκους εις τον ώμον και εμπρός!
— Πού πηγαίνομεν ;
— Εις Νεοχώρι.
— Ο δρόμος πολύς και το σκότος βαθύ.
— Τόσον το καλλίτερον, Γιάννη. Δεν θα μας ιδή κανείς.
— Αλλά πώς θα έμβωμεν εις το Νεοχώρι με τους σάκκους εις τον ώμον ; Και αυτός είναι σχισμένος. Ημπορούν να πέσουν τα πράγματα. Στάσου να ιδής.
Και έφυγε τρέχων ο Γιάννης. Μετ' ολίγον επέστρεψε φέρων δύο κοφίνους, έθεσεν εις έκαστον αυτών ανά ένα σάκκον, τους εκάλυψεν άνωθεν με λάχανα και χόρτα, εφορτώθημεν τους κοφίνους εις την ράχιν και εξεκινήσαμεν.
Εχάραζε μόλις, ότε φθάσαντες πλησίον του Νεοχωρίου εκαθήσαμεν επί φράκτου παρά τον δρόμον, διά να περιμείνωμεν μέχρις ου εξημερώση. Ήμην κατάκοπος, επόνουν οι ώμοι και οι βραχίονες μου υπό το ασύνηθες του φορτίου μου βάρος, αλλά δεν εσκεπτόμην περί του καμάτου. Μία σκέψις κατεκυρίευε τον νουν μου, μία επιθυμία κατείχε την καρδίαν μου, και ησθανόμην ότι τα πάντα χάριν αυτής ήμην ικανός ν' αψηφήσω. Ήθελα να λυτρώσω την ορφανήν, η οποία, μ' επεκαλέσθη.
Ότε ο ήλιος ανέτειλεν, εφορτώθημεν τους κοφίνους εκ νέου και εξηκολουθήσαμεν τον δρόμον μας, εισήλθομεν δε άνευ δυσκολίας εις το χωρίον κατηυθύνθημεν προς την οικίαν του Ζενάκη. Δεν έκρυψεν ούτος την ευχαρίστησίν του ότε με είδεν εις την αυλήν του.
— Καλώς τον, ανέκραξε ! Τα εκαταφέραμεν λοιπόν χωρίς να σκαλώσωμεν ;
Και ιδών όπισθεν μου τον Γιάννην με ηρώτησε τις είναι. Είπα ότι είναι ο κηπουρός μας.
— Μου επρόσφερες την συνδρομήν σου, εξηκολούθησα, και έρχομαι να την ζητήσω.
— Τι θέλεις ; Σε είδε κανείς; Σε κυνηγούν Τούρκοι;
— Όχι, αλλά κατοικούν τον Πύργον μας Τούρκοι, και είναι σκλάβα εκεί Χριστιανή, της οποίας ο πατήρ ήτο πατρικός μου φίλος. Η κόρη με είδε, με ανεγνώρισε, μ' επεκαλέσθη και πρέπει να την σώσωμεν.
— Πώς θα την σώσωμεν ; Μη σου επέρασεν από τον νουν να την κλέψωμεν;
— Να την εξαγοράσωμεν, απεκρίθην.