WeRead Powered by ReaderPub
Λουκής Λάρας cover

Λουκής Λάρας

Chapter 2: ΛΟΥΚΗΣ ΛΑΡΑΣ
Open in WeRead

About This Book

The narrator recounts youthful years spent in Smyrna under his father's commercial tutelage, describing daily life in the shops, modest ambitions for study and travel, and close family habits. He recalls preparations to go to England, lessons in English, and the habit of attending church and seasonal visits to nearby villages. The account shifts when sudden nighttime gunfire and orders to arm reveal the outbreak of political unrest, producing fear, confusion, and new uncertainty for private plans. The narrative blends detailed domestic commerce, emotional nostalgia for home, and the disruptive impact of public violence on ordinary lives.

The Project Gutenberg eBook of Λουκής Λάρας

This ebook is for the use of anyone anywhere in the United States and most other parts of the world at no cost and with almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included with this ebook or online at www.gutenberg.org. If you are not located in the United States, you will have to check the laws of the country where you are located before using this eBook.

Title: Λουκής Λάρας

Author: Demetrios Vikelas

Release date: June 7, 2009 [eBook #29062]
Most recently updated: March 28, 2012

Language: Greek

Credits: Produced by Sophia Canoni

*** START OF THE PROJECT GUTENBERG EBOOK ΛΟΥΚΉΣ ΛΆΡΑΣ ***

Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic. The spelling of the book has not been changed otherwise.

Σημείωση: Ο τονισμός έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου.


ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΒΙΚΕΛΑ

ΛΟΥΚΗΣ ΛΑΡΑΣ

ΕΚΔΟΣΙΣ ΤΕΤΑΡΤΗ

ΜΕΤ' ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΙΩΝ
ΥΠΟ

ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΡΑΛΛΗ

ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
ΕΚΔΟΤΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΣΔΟΝΗΣ
1892

Παραδίδομεν εις το Ελληνικόν κοινόν τετάρτην έκδοσιν του Λουκή Λάρα, εικονογραφημένην ταύτην.

Το έργον του κ. Δ. Βικέλα δεν έχει βεβαίως ανάγκην να παρουσιασθή με συστάσεις του εκδότου προς Έλληνας αναγνώστας, εις ους είνε ήδη αρκούντως γνωστόν· άλλως δε, αν ήτο τοιαύτη ανάγκη, θα είχε να παρουσιάση τίτλους πολύ ισχυροτέρους, την εις τας πλείστας των ευρωπαϊκών γλωσσών μετάφρασίν του παρά ξένων λογίων, οίτινες ούτω διετράνωσαν την εκτίμησίν των προς το ελληνικόν έργον. Τούτο μόνον ίσως δεν πρέπει ν' αφήσωμεν ασημείωτον ενταύθα, την γενομένην εργασίαν της εικονογραφήσεως αυτού.

Πρώτην φοράν, νομίζομεν, ελληνικόν βιβλίον αξιούται να εικονογραφηθή πρωτοτύπως, αλλά συνάμα και τόσον τελείως και αριστοτεχνικώς όσον το παρόν. Η εργασία αύτη εξετελέσθη υπό ονομαστού Έλληνος καλλιτέχνου, του εν Παρισίοις ζωγράφου κ. Θεοδώρου Ράλλη. Ο κ. Ράλλης, γνώστης του ελληνικού βίου, κατώρθωσε διά της γραφίδος αυτού να αισθητοποιήση, ούτως ειπείν, την εν τω βιβλίω υπάρχουσαν ζωήν. Η γραφίς του καλλιτέχνου συμπληρούσα ούτω την εργασίαν του συγγραφέως παρουσιάζει ημίν τον Λουκήν Λάραν και τους άλλους συμπαθείς ήρωας του διηγήματος υπό τον τέλειον τύπον, υφ' ον εξ αρχής εδημιούργησεν αυτούς η εύχαρις φαντασία του συγγραφέως.

Γ. ΚΑΣΔΟΝΗΣ.

Οι διαβιώσαντες εν Αγγλία ομογενείς θ' αναγνωρίσωσιν ευκόλως τον υπό το όνομα του Λουκή Λάρα υποκρυπτόμενον Χίον. Συχνάκις ήκουσα αυτόν διηγούμενον της νεότητάς του τας δοκιμασίας. Περί τα τέλη του βίου του επεχειρίσθη κατά προτροπήν μου να γράψη ιδιοχείρως τας αναμνήσεις του, ότε δε πρό τινων ετών απεβίωσεν, ανευρέθη μεταξύ των εγγράφων του το χειρόγραφον, υπό ταινίαν φέρουσαν το όνομά μου. Εκδίδων αυτό σήμερον εύχομαι, όπως αναγνωσθή παρ' άλλων μεθ' όσου εγώ ενδιαφέροντος ήκουα τας προφορικάς του γέροντος διηγήσεις.

ΛΟΥΚΗΣ ΛΑΡΑΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'.

Κατά τας αρχάς του έτους 1821 ευρισκόμην εις Σμύρνην. Ήμην τότε εικοσαετής σχεδόν. Προ επτά ήδη ετών ο διδάσκαλος μου, ο Παππά Φλούτης, θεός συγχωρέσοι τον, είχε βεβαιώσει τον πατέρα μου, ότι έμαθα πλέον όσα γράμματα αρκούν εις άνθρωπον μέλλοντα να μετέλθη το εμπόριον· ο δε πατήρ μου είτε πεισθείς υπό των λόγων του αγαθού ιεροδιδασκάλου, είτε θεωρών το σχολείον του πρακτικού βίου ως ωφελιμώτερον δι' εμέ, δεν ενέκρινε να με αφήση εις Χίον προς εξακολούθησιν των σπουδών μου, αλλά μ' επήρεν έκτοτε εις Σμύρνην, παραλαβών με κατ' αρχάς μεν ως μαθητευόμενον, μετ' ου πολύ δε ως εταίρον εις το εμπορικόν του κατάστημα.

Ο Ύψιστος εν τούτοις ηυλόγει τους κόπους μας. Το ισοζύγιον εκάστου έτους ήτο παχύτερον του προηγηθέντος, και η εμπορική μας υπόληψις εστερεούτο επί μάλλον και μάλλον εις την αγοράν της Σμύρνης. Άλλως τε,— δύναμαι μετά υπερηφανείας να το είπω,— απ' αρχής ο πατήρ μου είχεν αποκτήσει όνομα καλόν και υπόληψιν άκραν, διότι ήτο τιμιώτατος και ακριβέστατος εις τας συναλλαγάς του. Οφείλω δε να προσθέσω, (και δεν το λέγω διά να επαινεθώ, γνωρίζων εκ πείρας, ότι ο εαυτόν επαινών ή πλανάται, ή συχνάκις άλλους θέλει ν' απατήση,, αλλά το λέγω ως φόρον υικής ευγνωμοσύνης,) ότι την επιτυχίαν εις το στάδιον του εμπορικού μου βίου την χρεωστώ, προ παντός άλλου, εις τας αρχάς της τιμιότητος, τας οποίας από της παιδικής έτι ηλικίας μου ενέπνευσεν ο πατήρ μου. Καθ' όσον ηύξανον τα κέρδη εξετείνετο βαθμηδόν των εργασιών μας ο κύκλος, ταυτοχρόνως δε και των βλέψεων μας ο ορίζων. Αι μετά ξένων εν Ευρώπη ανταποκριτών σχέσεις δεν εξήρκουν πλέον προς ικανοποίησιν της εμπορικής μας δραστηριότητος. Δύο ή τρεις εκ των συμπολιτών μας, νέοι Κολόμβοι του ελληνικού εμπορίου, είχον ήδη κατ' εκείνα τα έτη στήσει εις Λονδίνον την σκηνήν των. Το τρόπαιον εκείνων ετάραττε τον ύπνον μας, το δε παράδειγμά των υπέκαιε τους φιλοδόξους πόθους μας, όθεν εσχεδιάζετο να μεταβώ κατά το φθινόπωρον εις Αγγλίαν μεθ' ενός των εκ μητρός θείων μου. Είχα μάλιστα αρχίσει να διδάσκωμαι την Αγγλικήν υπό Άγγλου τινός ιερωμένου, είδους Παππά Φλούτη, όστις βεβαίως πολλά δεν με έμαθεν. Αλλ' ίσως δεν ήτο ιδικόν του το πταίσμα. Ας μη καθάπτωμαι της μνήμης των πρώτων διδασκάλων μου!

Ο νους και του πατρός και των περί ημάς συγγενών ή φίλων και εμού αυτού ήτο αποκλειστικώς προσηλωμένος εις το έργον μας. Περί Φιλικής Εταιρίας και τεκταινομένης επαναστάσεως ουδέ το ελάχιστον εγνωρίζομεν. Συνησθανόμεθα μεν αορίστως πως και ημείς, μεθ' όλων των τότε Ελλήνων, τον προς την ελευθερίαν οργασμόν, εβλέπομεν εις Σμύρνην Ευρωπαίους κρατούντας υψηλά την κεφαλήν, και μετά πικρίας ενδομύχου εμακαρίζομεν τα αυτόνομα Χριστιανικά έθνη, είχομεν αμυδράς τινας ιστορικάς γνώσεις περί της Γαλλικής επαναστάσεως και νεφελώδεις τινάς ελπίδας εθνικής αποκαταστάσεως, στηριζομένας κυρίως εις την εξ Άρκτου προσδοκωμένην αρωγήν, τας δ' εορτάς συνερχόμενοι εψάλλομεν και ημείς του Ρήγα τα άσματα· αλλ' όμως δεν εφανταζόμεθα ουδαμώς ότι ευρισκόμεθα εις παραμονάς εθνικής εκρήξεως.

Διηρχόμεθα τον βίον ήσυχοι εντός του Χανίου, την μεν ημέραν εν μέσω των ποικίλων εμπορευμάτων μας, την δε νύκτα εντός του μικρού δωματίου, άνωθεν της αποθήκης, όπου εκοιμώμεθα ο πατήρ μου κ 'εγώ. Τας Κυριακάς ελειτουργούμεθα τακτικώς εις την αγίαν Φωτεινήν, ενίοτε δε επεσκεπτόμεθα οικογένειάν τινα εκ των εν Σμύρνη διαβιούντων Χίων. Σπανίως, άπαξ ή δις του έτους, περί το Πάσχα ιδίως, επηγαίνομεν προς αναψυχήν εις τα παρακείμενα χωρία, και τότε αναπνέοντες αέρα καθαρόν και βλέποντες δένδρα και αγρούς ενθυμούμεθα την Χίον και τον πύργον και τον κήπον μας, και μας εφαίνετο βαρύτερος τότε ο από της οικογενείας χωρισμός.

Ούτω διήρχοντο αι ημέραι και παρήρχετο ο καιρός, η δε κυρία μου σκέψις ήτο περί της μελλούσης εις Αγγλίαν αποδημίας. Τα όνειρά μου περί τούτο περιεστρέφοντο, και ήσαν όνειρα υπό πάσαν έποψιν χρυσά. Αλλ' εξαίφνης και ησυχία και εργασία και σχέδια και όνειρα, τα πάντα διά μιας ανετράπησαν.

Κατά τας αρχάς Μαρτίου μίαν νύκτα εξύπνησα έντρομος. Είχα ακούσει τουφεκισμούς αλλεπαλλήλους εις τον ύπνον μου. Ανεκάθησα επί του στρώματος με τα ώτα προσεκτικά και τους οφθαλμούς προσηλωμένους εις το σκότος.

Ο πατήρ μου εκοιμάτο βαθέως. Μη ήτο όνειρον; Όχι ! Πιφ, παφ , πάλιν και κραυγαί συγχρόνως άγριαι. Εξύπνησα τον πατέρα μου και ηκούομεν αμφότεροι.

Καθ' όλην την νύκτα εξηκολούθησαν εκ διαλειμμάτων ο κρότος και η ταραχή. Δεν ηδυνάμεθα να εικάσωμεν τι συμβαίνει. Και πώς να το μάθωμεν; Είχομεν την περιέργειαν να εξέλθωμεν, αλλ' ο φόβος ήτο ισχυρότερος και εμένομεν εντός του δωματίου.

Προς τα εξημερώματα κατέβημεν εις την πλατείαν του Χανίου, όπου εύρομεν και άλλους εκ των κατοίκων του συνηγμένους, εις την αυτήν ως ημείς απορίαν και την αυτήν ανησυχίαν.

Τα Χάνια, καθώς ίσως γνωρίζεις, αναγνώστα, είναι συνήθως ωκοδομημένα εν είδει φρουρίου. Έξωθεν τείχοι υψηλοί και στερεοί, εν τω μέσω αυλή ύπαιθρος, τετράγωνος ή επιμήκης, επί της αυλής αι θύραι και τα παράθυρα των αποθηκών και των οικημάτων, η δε συγκοινωνία μετά του έξω κόσμου διά πύλης σιδηράς κλεισμένης την νύκτα.

Ότε την αυγήν ήνοιξαν οι φύλακες την πύλην, εμάθομεν ότι αφ' εσπέρας είχεν έλθει διαταγή να οπλισθώσιν οι Τούρκοι· διά τούτο οι νυκτερινοί τουφεκισμοί και οι αλαλαγμοί των. Αλλά προς τι ο εξοπλισμός; Πόθεν ο προκαλέσας το διάταγμα κίνδυνος; Τοιαύτας ερωτήσεις απηυθύνομεν προς τους έξωθεν ερχομένους, αλλ' ουδέν ακριβές επληροφορούμεθα. Είς έλεγε, στάσις των Γενιτσάρων άλλος, πόλεμος Ρωσσικός· τινές εψιθύριζον, επανάστασις των Χριστιανών.

Ούτω διήλθεν η ημέρα εκείνη. Ήτο Σάββατον. Ημείς δεν εξήλθομεν του Χανίου, αλλ' από της πύλης εβλέπομεν ενόπλους και αγρίους τους Τούρκους περιφερόμενους εις τας οδούς.


Την επιούσαν υπήγομεν κατά το σύνηθες εις την λειτουργίαν. Κατ' εκείνην την Κυριακήν δεν επρόκειτο να ομιλήση ιεροκήρυξ, ώστε το πλήρωμα της εκκλησίας είδε μετ' απορίας τον ιερέα αναβαίνοντα επί του άμβωνος. Δεν ανέβη να μας διδάξη τον λόγον του θεού, αλλά προς ανάγνωσιν Πατριαρχικού αφορισμού.

Ηκούομεν πάντες εμβρόντητοι τον αναγινώσκοντα τας φοβεράς εκείνας κατάρας και τους φρικώδεις εξορκισμούς. Ηκούσαμεν τα ονόματα του Σούτσου και του Υψηλάντου ως ενόχων και προδοτών. Ενοήσαμεν ότι πρόκειται περί κινημάτων επαναστατικών εν Βλαχία και περί μυστικών συνωμοσιών, και εβλέπομεν ο είς τον άλλον εντός της εκκλησίας, και αντηλλάσσοντο ψιθυρισμοί και ερωτήσεις και απορίαι. Τι αρά γε εσήμαινεν η αφοριζομένη επανάστασις ; οποία η πηγή του κινήματος; Εγνωρίζομεν μόνον, ότι ο Υψηλάντης ήτο μέγας και πολύς εν Ρωσσία, και κάπως υπεθέσαμεν ότι επρόκειτο περί Ρωσσικής τινος υποκινήσεως, ότι εγένετο προανάκρουσμά τι Ρωσσοτουρκικού πολέμου. Αλλά ταύτα πάντα διετυπούντο μόλις ως συμπερασμοί, αόριστοι και συγκεχυμένοι πολλώ πλέον ή όσον δύναμαι σήμερον ενταύθα να παραστήσω.

Και οι Τούρκοι όμως της Σμύρνης ήσαν εις το σκότος εισέτι ως προς τα διατρέχοντα, ουδ' είχον ακριβώς εννοήσει ότι οι ραγιάδες αφ' εαυτών επανέστησαν. Ενόμιζον ότι εκ Ρωσσίας επέρχεται ο κίνδυνος. Ουχ ήττον, ευθύς απ' αρχής ο φανατισμός αυτών εξηγέρθη. Επρόκειτο περί πολέμου κατ' απίστων· άρα πας χριστιανός εχθρός, πας δε ραγιάς πρόχειρον θύμα. Από της πρώτης λοιπόν ημέρας εμαύρισε δι' ημάς ο ορίζων και μας κατεπλάκωσε την ψυχήν η ανησυχία και ο φόβος.

Αι λέξεις αύται, ανησυχία, φόβος, συχνάκις ήδη διέφυγον τον κάλαμόν μου. Αλλά προς τι να επιδείξω γενναιότητα, την οποίαν ούτε είχομεν, ούτε ηδυνάμεθα να έχωμεν ; Μη, αναγνώστα, μειδιάσης, αναλογιζόμενος ότι είμαι Χίος και αποδίδων εις φυλετικήν δήθεν ιδιοσυγκρασίαν την ατολμίαν μου. Ήθελα να σ' έβλεπα τότε εις την θέσιν μου, όσον γενναίος και αν φρονής ότι είσαι. Άοπλοι, απροστάτευτοι, ταπεινωμένοι από την δουλείαν, εκτεθειμένοι εις του πρώτου εξηγριωμένου Τούρκου την οργήν ή και την μάχαιραν, άνευ της ελαχίστης ελπίδος του να τύχωμέν ποτε δικαιοσύνην ή καν εκδίκησιν, πώς ήτο δυνατόν ημείς, οι ταπεινοί έμποροι του Χανίου της Σμύρνης, να έχωμεν γενναιότητα; Προς τι ηδύνατο η γενναιότης να μας χρησιμεύση; Υπομονήν μόνον είχομεν, μας εχρειάζετο δε υπομονή πολλή, διότι η ζωή μας έκτοτε ήτο διαρκής αγωνία και μακρόν μαρτύριον. Αλλ' έχει και η υπομονή τα όριά της. Ενίοτε εξαντλείται και την διαδέχεται τότε είτε η απόγνωσις, είτε η απελπισία εκείνη η άγουσα εις τον ηρωισμόν. Πολλά ηρωισμού παραδείγματα και κατά την Ελληνικήν επανάστασιν και εις την γενικήν των ανθρώπων ιστορίαν, την γραπτήν και την άγραφον, είναι ίσως απελπισίας τοιαύτης παραγόμενα. Εμέ ο Θεός μ' εφύλαξεν από την απόγνωσιν, η δε φύσις δεν με προητοίμασε διά την απελπισίαν του ηρωισμού. Αλλ' όμως ποτέ δεν μου εξηντλήθη η υπομονή και η ελπίς, και πολλάκις εδόξασα επί τούτω τον Ύψιστον.

Ολίγας ημέρας μετά την Κυριακήν εκείνην του αφορισμού, υπήγα μίαν πρωίαν εις το Χάνι των Εβραίων, προς σύναξιν χρημάτων. Είχα εισπράξει ποσόν τι και έθετα εντός του κόλπου μου τον περιέχοντα τα συναχθέντα σάκκον, ότε ακούω αίφνης κραυγάς και ποδοβολητόν, και βλέπω χείμαρρον Χριστιανών και Εβραίων φευγόντων δρομαίως προς ημάς. Πριν ή ο Εβραίος μου προφθάση να κλείση την θύραν, η σκοτεινή αποθήκη είχε πληρωθή υπό εντρόμων ομοθρήσκων του.

Αι διακεκομμέναι φράσεις, τας οποίας εψιθύριζον εις την Ισπανικήν διάλεκτόν των, δεν μ' εφώτισαν ούτε με καθησύχασαν· δεν εγνώριζον και αυτοί τι συνέβη και διατί έφευγον.

Αφού ο θόρυβος εκόπασε και επανήλθεν έξω η ησυχία, ηνοίξαμεν μετά προσοχής την θύραν. Βαθμηδόν και αι λοιπαί αποθήκαι ηνοίγοντο, οι δε εντός αυτών καταφυγόντες εξήρχοντο ενθαρρυνθέντες, και από στόματος εις στόμα εγνώσθη επί τέλους η αληθής του τρόμου εκείνου αιτία.

Kάμηλος φέρουσα φορτίον βάμβακος ωλίσθησεν εις την στενήν της αγοράς oδόν και πίπτουσα έθραυσεν ενός εργαστηρίου την θύραν. Ο κρότος της κρημνισθείσης θύρας, αι κραυγαί των αγωγιατών και των εντός του εργαστηρίου Εβραίων, η συρροή περί την πεσούσαν κάμηλον, ταύτα πάντα εξελήφθησαν εν ακαρεί ως αρχή οχλαγωγίας και επήλθε παραζάλη γενική και φυγή και τρόμος.

Όταν υπάρχη η απαιτουμένη δόσις ψυχολογικής προδιαθέσεως, δεν απαιτείται πολύ προς διάδοσιν πανικού φόβου. Ατυχώς δε υπήρχε λόγος ισχυρός προς ύπαρξιν τοιαύτης προδιαθέσεως. Διότι των Τούρκων ο ερεθισμός οσημέραι ηύξανεν, ήσαν δε γνωσταί αι εις την συνοικίαν των συναθροίσεις και είχον ακουσθή απειλαί προσεχούς επιθέσεως. Αλλ' εγώ ουδέν εισέτι περί τούτων εγνώριζα, ουδέ προέβλεπα νέας κατά την ημέραν εκείνην συγκινήσεις.

Απεχαιρέτησα λοιπόν τους Εβραίους, εδίπλωσα επί του στήθους το φόρεμα προς πλειοτέραν προφύλαξιν του εντός του κόλπου μου σάκκου, και εκίνησα διά να επιστρέψω εις τα ίδια. Αλλά μόλις εισέβην εις την κεντρικήν της αγοράς οδόν, ακούω κραυγάς εκ νέου και αλαλαγμούς, και πριν έτι λάβω τον καιρόν ν' αποσυρθώ ή προφυλαχθώ, ευρίσκομαι εντός σμήνους Τούρκων τρεχόντων με τα ξίφη εις χείρας γυμνά. Πώς δεν με κατεπάτησαν, πώς δεν μ' εφόνευσαν, δεν δύναμαι και τώρα εισέτι να εννοήσω.

Το ρεύμα με παρέσυρε. Έτρεχα κ' εγώ μετ' αυτών. Ήρπαζα εδώ κ' εκεί λακτίσματα και γρονθοκοπήματα, αλλ' έτρεχα, έτρεχα κατάτρομος, μη γνωρίζων ούτε που πηγαίνω, ούτε τι θ' απογίνω, αλλ' ουδέ σκεπτόμενος περί τούτου. Ήτο ως όνειρον, αλλ' όνειρον φρικτόν. Εγνώριζα κάλλιστα τας οδούς της Σμύρνης, αλλ' οποίας οδούς διηρχόμην δεν έβλεπα, ουδέ τώρα ενθυμούμαι.

Ενθυμούμαι μόνον, ότι εις μίαν του δρόμου στροφήν είδα του Χανίου μας την θύραν αντικρύ μου και την ανεγνώρισα. Ήτο ημίκλειστος. Δεν γνωρίζω πώς ευρέθην εντός του Χανίου, εις το δωμάτιόν μου, πλησίον του πατρός μου. Όλα ταύτα έμειναν συγκεχυμένα εις την μνήμην μου.

Ενθυμούμαι ότι ευρέθην κείμενος επί του στρώματος, ύπτιος, ασθμαίνων· και, άνωθέν μου, κλίνων την κεφαλήν ο πατήρ μου μ' ερράντιζε με ύδωρ ψυχρόν.

Ενθυμούμαι ότι ησθάνθην βάρος επί του στήθους πολύ, και τότε μόνον συλλογισθείς τον σάκκον έφερα την χείρα εις τον κόλπον μου και τον εσήκωσα από το στήθος.

Ενθυμούμαι το μειδίαμα του πατρός μου, ότε τω παρέδωκα τον σάκκον. Το μειδίαμα εκείνο το υπέλαβα τότε ως έκφρασιν ευχαριστήσεως διά των χρημάτων την διάσωσιν. Αλλ ' αφού απέκτησα κ' εγώ τέκνα, τότε μόνον εννόησα την αληθή του σημασίαν.

— Τι με μέλει τώρα περί χρημάτων; δια σε, υιέ μου, με μέλει !

Ιδού του πατρικού εκείνου μειδιάματος η έννοια. Με ηγάπα ο πατήρ μου· με ηγάπα περιπαθώς. Ποτέ δεν μου το απέδειξε δι' εκχύσεων ή επιδείξεων τρυφερότητας. Μόνον αφού απέθανε και δεν τον είχα πλησίον μου, και ανεπόλουν τας περιπέτειας και τα ελάχιστα περιστατικά της πολυετούς συμβιώσεως μας, τότε μόνον ενόησα και εξετίμησα ακριβώς τον βαθμόν της προς εμέ στοργής του. Διατί τούτο ; Αρά γε διότι απαιτείται να απολέσωμέν τι, όπως αισθανθώμεν την αξίαν του όλην; Ή μη διότι αι συμφοραί και τα δεινοπαθήματά μου ήνοιξαν βραδύτερον τον νουν και μου επλάτυναν την καρδίαν;

Πού εν τούτοις οι Τούρκοι εκείνοι έτρεχον; Κατόπιν το έμαθα. Διηυθύνοντο προς την συνοικίαν των Φράγκων με κακούς κατά των εκεί κατοικούντων σκοπούς. Ευτυχώς ο πασάς προλαβών ίσχυσε να τους κατευνάση και ουδέν απευκταίον συνέβη την ημέραν εκείνην. Δεν είχεν εισέτι επέλθει της αληθούς τρομοκρατίας η αρχή. Και όμως η οχλαγωγία εκείνη, η πρώτη Τούρκων ενόπλων κατά Χριστιανών διαδήλωσις, η πρώτη μου πραγματικού κινδύνου συναίσθησις, έμεινεν εγκεχαραγμένη εις την μνήμην μου, ζωηρότερον ίσως των όσων μετέπειτα είδα και έπαθα.

Από της ημέρας εκείνης οι Τούρκοι εγένοντο επιθετικώτεροι. Αίμα εισέτι δεν εχύνετο, αλλ' αι ύβρεις, αι απειλαί, τα βλοσυρά βλέμματα, η επίδειξις των όπλων, ήσαν προοίμια επίφοβα της επερχομένης καταιγίδος. Διότι τα πράγματα εδεινούντο, και εξηπλούτο η επανάστασις. Εις πάσαν δε κραυγήν ελευθερίας των Ελλήνων ανταπεκρίνετο νέα του τουρκικού φανατισμού έκρηξις, μέχρις ου επί τέλους έλειψε πας φραγμός και αφηνίασαν ως μαινόμενοι οι Τούρκοι, και έσφαξαν και ελεηλάτησαν και ηνδραπόδισαν.

Αι ειδήσεις δεν ήρχοντο μέχρις ημών ούτε τακτικώς ούτε ακριβώς, αλλ' έφθανεν όπως δήποτε έως των μυχών του Χανίου μας η αντήχησις των πρώτων εκείνων της εθνεγερσίας σεισμών. Ούτως εμανθάνομεν τα εν Βλαχία συμβαίνοντα, ούτως ηκούσαμεν μίαν ημέραν, ότι ο Μωρέας εσηκώθη, ότι ο αρχιεπίσκοπος Πατρών και οι προεστώτες της Πελοποννήσου ετέθησαν επί κεφαλής του κινήματος,— συγχρόνως δε ήλθεν η φήμη, ότι η Ύδρα και αι Σπέτσαι επανέστησαν.

Ότε, ανατρέχων δια της μνήμης εις το ένδοξον εκείνο παρελθόν, συλλογίζομαι τα καθέκαστα, και αναλύων τας τότε εντυπώσεις μου εξετάζω αυτάς ως αντανάκλασιν, ούτως ειπείν, της κοινής τότε γνώμης, καταλήγω συχνάκις εις το συμπέρασμα, ότι η ευθύς απ' αρχής του αγώνος συμμετοχή των ναυτικών μας νήσων εις το εθνικόν κίνημα συνετέλεσε, πλειότερον ίσως αφ' όσον πολλοί την σήμερον δύνανται να εννοήσωσιν, εις την στερέωσιν και την διάδοσιν της επαναστάσεως. Δεν λέγω τούτο διά την μεγίστην υλικήν βοήθειαν, την οποίαν τα ελληνικά πλοία παρέσχον εις το έθνος, ούτε διά τα λαμπρά κατορθώματα, δια των οποίων περιεβλήθη νέον στέφανον αμαράντου δόξης το ελληνικόν όνομα. Όχι· ταύτα τα είδομεν και τα ενοήσαμεν κατόπιν. Αλλ' ευθύς απ' αρχής, ότε ημείς οι ζώντες μακράν του κρατήρος της εθνικής εκρήξεως ηκούσαμεν ότι οι Υδραίοι και οι Σπετσιώται και οι Ψαριανοί ανεπέτασαν την σημαίαν της ελευθερίας, συνησθάνθημεν ζωηρότερον περί τίνος επρόκειτο.

Οι πλοίαρχοι της Ύδρας και των Σπετσών και των Ψαρών εξεπροσώπευσαν, δι' ορατού τρόπον τινά και συγκεκριμένου στοιχείου, τον γενικόν, τον πανελλήνιον χαρακτήρα της Επαναστάσεως. Διότι πολλοί εξ αυτών ήσαν γνώριμοι, πολλοί εθεωρούντο ως φίλοι, τα ονόματα και τα πρόσωπά των ήσαν γνωστά εις όλους τους λιμένας, εις πάσας τας αγοράς, όπου υπήρχον Έλληνες. Ώστε, ότε ηκούσαμεν ότι οι άνδρες εκείνοι, οι γνώριμοι, οι φίλοι μας, αγωνίζονται υπέρ Πίστεως και Πατρίδος και ωρκίσθησαν ή να ελευθερωθώσιν ή να αποθάνωσιν, ηλεκτρίσθημεν όλοι πολύ περισσότερον ή ότε εμάθομεν του Υψηλάντου το κίνημα, ή και αυτής της Πελοποννήσου την εξέγερσιν.

Ομιλώ περί των πρώτων αρχών του αγώνος και των πρώτων εντυπώσεων. Κατόπιν επήλθον άλλαι αφορμαί, όπως συναισθανθώμεν το αδιάρρηκτον του μετά των επαναστατών συνδέσμου μας. Οι Τούρκοι, σφάζοντες και καταστρέφοντες και ανδραποδίζοντες απανταχού άνδρας αόπλους και τα γυναικόπαιδα, εφρόντιζον να μας ενθυμίζωσι το αλληλένδετον του γένους, και αν ημείς είχομεν διάθεσιν να το λησμονήσωμεν.

Συγχώρει, αναγνώστα, τας παρεκβάσεις μου. Η γεροντική μου χειρ, υπείκουσα εις της γεροντικής μου καρδίας την ώθησιν, αρέσκεται ενδιατρίβουσα εις τας συσσωρευμένας αναμνήσεις των παθημάτων και των εντυπώσεων της νεότητός μου. Η πρόθεσίς μου είναι να περιορισθώ εις την αφήγησιν των περιπετειών του βίου μου. Αλλ' ο βίος ενός εκάστου ημών αποτελεί μικράν μονάδα συνεχομένην μετά του συνόλου των κυκλούντων ημάς στοιχείων. Πώς να χωρίζω εκάστοτε τας περιδονήσεις του ευτελούς ατόμου μου από της κινήσεως του γενικού ανεμοστροβίλου, εντός του οποίου παρεσύρετο ;

Διά τούτο, και διότι είμαι γέρων, δεν θ' αποφεύγω ίσως πάντοτε τας τοιαύτας παρεκβάσεις γράφων τ' απομνημονεύματά μου. Αλλ' ουδεμίαν έχεις υποχρέωσιν να με αναγνώσης μέχρι τέλους, αναγνώστα μου. Ότε ήσο μικρός και σε έλεγε παραμύθια η τροφός σου, τα έλεγε διά να ευχαριστήση όχι μόνον την ιδικήν σου περιέργειαν, αλλά και την ανάγκην, την οποίαν η ιδία συνησθάνετο να τα λέγη. Σ' έπαιρνεν ίσως ο ύπνος ενίοτε. Αλλ' εξηκολούθει λέγουσα εκείνη, και συ εξυπνών ήκουες του διηγήματος το τέλος. Ιδού διατί ενθυμείσαι την αρχήν μόνον και το τέλος πολλών παραμυθιών, χωρίς ίσως να γνώριζες, διατί δεν ενθυμείσαι την μέσην. Αλλά το ιδικόν μου παραμύθι δεν έχει καθ' εαυτό ούτε αρχήν ούτε τέλος· ώστε δύνασαι να κοιμηθής από τούδε, αναγνώστά μου. Δεν με διακόπτεις.

Τα πρώτα περί της Επαναστάσεως ακούσματα ήλθον μέχρις ημών κατά την μεγάλην Τεσσαρακοστήν. Οποία Τεσσαρακοστή και τι Πάσχα ήτο εκείνο ! Επηγαίνομεν τακτικώς εις την εκκλησίαν, καθόσον μάλιστα εκεί μετεδίδοντο αι ειδήσεις, συχνάκις ψευδείς, συνήθως εξωγκωμέναι, αλλ' επί τέλους αι μόναι ειδήσεις τας οποίας εμανθάνομεν. Και μη υποθέση τις ότι μας απέσπα τον νουν η περί ταύτα φροντίς από των εκκλησιαστικών τελετών. Απ' εναντίας! Το θρησκευτικόν αίσθημα ήτο ισχυρόν τότε, τα δε παθήματα του γένους ενεσαρκούντο, ούτως ειπείν, δι' ημάς εις τα πάθη του Χριστού, και αι κατανυκτικαί ακολουθίαι της Μεγάλης Εβδομάδος εξεπροσώπουν την ψυχικήν κατάστασιν του πληρώματος της Εκκλησίας.

Περί τα μέσα της Μεγάλης Εβδομάδος φήμαι απαίσιοι διεδόθησαν. Ηκούσθη ότι γίνονται φυλακισμοί και δημεύσεις και σφαγαί εις Κωνσταντινούπολη, ότι πολλοί εκ των προκρίτων του γένους απεκεφαλίσθησαν.

Την Κυριακήν του Πάσχα, εμάθομεν ότι εθανατώθη και ο μέγας Διερμηνεύς, ο Μουρούζης, ο δε τρόμος των αλλεπαλλήλων τούτων ακουσμάτων επέρριπτε πέπλον πένθους εις τα ευφρόσυνα της Αναστάσεως τροπάρια.

Μετ' ολίγας ημέρας διεδόθη φοβερά και καταπληκτική αγγελία. Ο Πατριάρχης εκρεμάσθη! Το πτώμα του εδόθη παίγνιον και όργιον εις τους Εβραίους ! Και μας εθέρισε την καρδίαν η είδησις και μας έκοψε τα γόνατα !

Διότι ήμεθα υπό το κράτος διπλού αισθήματος πάντες· της φρίκης, την οποίαν εις πάντα Χριστιανόν, εις πάντα Έλληνα, επροξένει η κατά του ιερού προσώπου του Πατριάρχου, του Εθνάρχου, ιεροσυλία· και της συναισθήσεως, ότι ουδενός πλέον εξ ημών η ζωή ήτο εξησφαλισμένη. Εάν η Κυβέρνησις αυτή του Σουλτάνου απετόλμα τοιαύτα εις την πρωτεύουσαν κατά των αρχηγών, κατά των προκρίτων του γένους, οποίους κινδύνους διετρέχομεν οι άσημοι ραγιάδες ημείς εκ της αχαλινώτου θηριωδίας των Τούρκων της Σμύρνης, και έτι μάλλον των της Ανατολής ;



Είχον ήδη προ ημερών αρχίσει να συσσωρεύωνται περί την Σμύρνην σμήνη άτακτα αγρίων οπλοφόρων, τους οποίους η δίψα του αίματος και της λεηλασίας είλκυεν από τα βάθη της Ανατολής. Ο πασάς εφαίνετο εισέτι κηδόμενος της ασφαλείας των κατοίκων και εκράτει εκτός της πόλεως τα θηρία, εκείνα.

Αλλ' η γειτνίασίς των εξήπτε και ηρέθιζε τους εγχωρίους Τούρκους. Εγίνοντο ούτοι από ημέρας εις ημέραν απειλητικώτεροι και εκ των απειλών μετέβαινον εις την πράξιν. Η χειρ έπιπτε συχνάκις επί της μαχαίρας, και ήρχιζεν η μάχαιρα να εξέρχηται ευκόλως της θήκης, πολλοί δε αθώοι επληγώθησαν καί τινες εθανατώθησαν εις τας οδούς της Σμύρνης.

Αλλά ταύτα ήσαν αι απαρχαί της θυσίας. Κατόπιν επήλθον τα όργια της λύσσης, αι σφαγαί και οι εμπρησμοί και αι αιχμαλωσίαι, όχι μόνον εις τας οδούς και τας αγοράς και εις των Χριστιανών τας οικίας, αλλά και υπό τας σημαίας των Προξενείων, και επί αυτών έτι των ευρωπαϊκών πλοίων, από των οποίων εκατοντάδες φυγάδων ηρπάγησαν και εσφάγησαν. Αλλά ταύτα μετέπειτα τα επληροφορήθην. Δεν τα είδα, και δεν θέλω να γράφω ειμή μόνον όσα είδα και υπέφερα.

Πολλοί εν τούτοις, από των πρώτων ημερών, ήρχισαν κρυφίως να φεύγωσι. Ανά πάσαν σχεδόν ημέραν εμανθάνομεν ότι εγένετο άφαντος εκ των γνωστών μας τις. Τι έπαθε! Μη τον εφόνευσαν ; Μη κρύπτεται φοβηθείς ; Εγίνετο επί τέλους γνωστή η φυγή του. Το δε παράδειγμα των φευγόντων, και ο φόβος των οσημέραι αυξανόντων κινδύνων, δεν μας άφινον να ησυχάσωμεν, τον πατέρα μου και εμέ. Μας κατέλαβεν ακατάσχετος ο πόθος της φυγής. Άλλο δεν εσκεπτόμεθα ειμή πώς ν' αναχωρήσωμεν.

Το δε πράγμα από ημέρας εις ημέραν απέβαινε δυσκολώτερον. Αι Τουρκικαί αρχαί δεν επέτρεπον πλέον την αναχώρησιν των ραγιάδων. Ελέγετο μάλιστα, αλλά δεν ηθέλομεν εισέτι να το πιστεύσωμεν, ελέγετο ότι οι πρόξενοι έλαβον διαταγάς ν' απωθώσι τους επί ξένων πλοίων προσφεύγοντας. Δεν το επιστεύομεν, και όμως ήτο αληθές. Ευτυχώς ευρέθησαν και πρόξενοι και πλοίαρχοι έχοντες σπλάγχνα, και μη θέλοντες να γίνωσι προμηθευταί σφαγίων εις τους Τούρκους!

Κατ' εκείνας τας ημέρας αφίχθη εις Σμύρνην αρχαίος του πατρός μου φίλος, ο καπετάν Βισβίλης, κυβερνήτης γολέτας υπό Ρωσσικήν σημαίαν. Ανέπνευσεν ο πατήρ μου, ότε μίαν πρωίαν τον είδεν εισερχόμενον εις το Χάνιον προς επίσκεψίν μας. Ο αγαθός πλοίαρχος ήρχετο να μας προσφέρη το πλοίον του. Εντός τριών ημερών, μετά την παράδοσιν του φορτίου, υπεσχέθη να μας μεταφέρη εις Χίον.

— Εις την Χίον ; ανέκραξα, ότε μου εξεμυστηρεύθη ο πατήρ μου την απόφασίν του. Μη εκεί θα είμεθα ασφαλέστεροι απ' εδώ ;

— Εκεί θα είμεθα όλοι ομού με την μητέρα και τας αδελφάς σου. Ή θα σωθούμεν μετ' αυτών, ή όλοι ομού ας καταστραφώμεν !

Εν τω μεταξύ προητοιμαζόμεθα. Αλλ' ούτε καιρόν διά προετοιμασίας είχομεν, ούτε ηθέλομεν να προδώσωμεν δι' ακαίρων μέτρων το μυστικόν σχέδιόν μας. Τα εμπορεύματα απεφασίσαμεν να τα παραιτήσωμεν εις το έλεος του Θεού, τα δε ασύνακτα χρέη εις των οφειλετών μας την συνείδησιν, εάν διασωθώσι και εκείνοι. Περιεσυνάξαμεν όσα χρήματα ηδυνήθημεν, και την τρίτην ημέραν μετά καρδίας παλλούσης επεριμένομεν του ηλίου την δύσιν, κατά την μετά του φίλου πλοιάρχου συνεννόησιν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β'.




Το φως του ηλίου είχε κρυβή, αλλά δεν είχεν εισέτι επέλθει της νυκτός το σκότος, ότε , κλείσαντες την αποθήκην, εξήλθομεν του Χανίου. Η πύλη ήτο εισέτι ανοικτή. Δεν είχομεν ούτε σάκκον, ούτε δέμα, ουδ' άλλο τι δυνάμενον να υποδείξη τους σκοπούς μας. Εις τους κόλπους μας μόνον και εντός των ενδυμάτων εκρύψαμεν ό,τι ηδυνάμεθα να φέρωμεν μεθ' ημών ασφαλώς και κρυφίως.

Ουδείς των γειτόνων ή συγκατοίκων εγνώριζε το μυστικόν μας. Αλλά κατ' εκείνην την στιγμήν μου εφαίνετο ως να το γνωρίζη ο κόσμος όλος· μου εφαίνοντο αι εισέτι ανοικταί θύραι και τα επί της αυλής παράθυρα ως να είχον οφθαλμούς και να έβλεπον, διά μέσου των φορεμάτων, τα βάθη των κόλπων μας και, βαθύτερον έτι, των καρδιών μας τα διανοήματα. Παρά την πύλην ίστατο ο γέρων φύλαξ με τας χείρας επί των νώτων.

— Πώς τόσον αργά έξω; μας ηρώτησε. Διά πού;

— Πηγαίνομεν εις την εκκλησίαν, απεκρίθη ο πατήρ μου.

Δεν ήτο ούτε ημέρα ούτε ώρα εσπερινού. Δεν ετόλμησα να είπω λέξιν προς τον πατέρα μου, αλλ' ήμην βέβαιος, ότι ο γέρων Οθωμανός ενόησεν ότι φεύγομεν και ότι θα τρέξη να μας καταδώση. Πάσα σκιά μακρόθεν μοι παρίστατο ως Γιανίτσαρος ή Ζεϊβέκης κρατών σπάθην εις τας χείρας· ανά παν βήμα ανέμενα απροσδόκητόν τινα καταστροφήν.

Χάριτι θεία ουδεμία απευκταία συνάντησις διετάραξε την πορείαν μας. Ο πλοίαρχος είχεν ορίσει πού θα τον εύρωμεν, εις απόκεντρον της πόλεως άκραν, και μας επερίμενεν εις το παράλιον· η λέμβος ήτο παρέκει· ερημία και ησυχία επί της ακτής άκρα, και η εσπέρα σκοτεινή. Επηδήσαμεν εντός της λέμβου και εμπρός !

Μόνον ότε ανέβημεν επί του πλοίου, ησθάνθην το στήθος μου ελαφρότερον και ανέπνευσα ελευθέρως. Ξένα πλοία δεν είχον εισέτι συληθή υπό των Τούρκων, ώστε, υπό την Ρωσσικήν της γολέτας σημαίαν, εφρόνουν ότι πας άμεσος κίνδυνος εξέλιπε. Εφανταζόμην δε, ότι φεύγοντες την Σμύρνην εφεύγομεν τους τρόμους και τα βάσανα και τους κινδύνους, και ελησμόνουν την πρώτην μου απ' αρχής εντύπωσιν, ότι μεταβαίνοντες εις Χίον δεν εσωζόμεθα από τους Τούρκους.

Άλλως τε, όσω το εσκεπτόμην τόσω επειθόμην ότι εκεί ηθέλομεν μείνει αβλαβείς και ήσυχοι. Οι ολίγοι της Χίου Τούρκοι ήσαν εξημερωμένοι επί τέλους δε ήσαν ολίγοι. Οι Χίοι ήσαν εργατικοί, φιλήσυχοι και ειρηνικοί. Ευημερούντες και αυτοδιοικούμενοι, ήσαν οι ευτυχέστεροι των Ελλήνων τότε. Δεν υπήρχεν άρα πιθανότης ούτε η επανάστασις να μεταδοθή εις Χίον, ούτε των Τούρκων η οργή και ο φανατισμός να εκσπάσωσι κατά των κατοίκων. Όθεν έβλεπα με ήσυχον την καρδίαν της αναχωρήσεως τας προετοιμασίας. Η άγκυρα εκρέματο ήδη από της πρώρας· άμα ανήλθομεν επί του καταστρώματος η λέμβος ανηρτήθη, τα ιστία ηπλώθησαν και απεπλεύσαμεν.

Εκοιμήθην την νύκτα ωραία. Αφ' ότου οι νυκτερινοί εκείνοι τουφεκισμοί με είχον εξυπνήσει κατά τας αρχάς Μαρτίου, ο ύπνος μου ήτο διακεκομμένος και ανήσυχος, εσχάτως δε οι αυξάνοντες κίνδυνοι και αι περί φυγής σκέψεις μου εκράτουν τα βλέφαρα ανοικτά και διηρχόμην αγρύπνους τας νύκτας. Αλλ' επί του πλοίου ησθανόμην ασφαλής. Εσκεπτόμην ολίγον την ματαιωθείσαν εις Αγγλίαν αποδημίαν, μου ήρχετο κατά νουν η τρομερά εκείνη εν τη αγορά παραζάλη, ότε έτρεχα άκων εν μέσω των Τούρκων, εφανταζόμην που και που, ότι έβλεπα ενώπιον μου τον Πατριάρχην επί της αγχόνης, αλλά τα δυσάρεστα φαντάσματα απεδίωξε βαθμηδόν της σωτηρίας η συναίσθησις, η προσδοκία της μετά της μητρός και των αδελφών μου συναντήσεως και αι γλυκείαι της παιδικής ηλικίας αναμνήσεις. Η νεότης είναι φύσει αμέριμνος και εύελπις· δεν αρέσκεται να ενδιατρίβη εις τα θλιβερά. Αι της Σμύρνης αναμνήσεις διελύθησαν βαθμηδόν υπό το πρίσμα ευχαρίστων ονειροπολημάτων και απεκοιμήθην εν γαλήνη, ναναριζόμενος από του σκάφους το τρίξιμον και από την ομαλήν επί των ελαφρών κυμάτων κίνησίν του.

Την αυγήν, ότε ανήλθα επί του καταστρώματος, ο ήλιος είχε μόλις ανατείλει. Αντικρύ μας εφαίνετο η Χίος, κεκαλυμμένη υπό διαφανούς πρωινής ομίχλης. Μακράν δε, προς τ' αριστερά, ο πατήρ μου τείνων σιωπηλώς την χείρα μου έδειξεν, ως σμήνος λευκών περιστερών, σειράν ιστίων επικαθημένων επί του ορίζοντος. Ο γέρων Βισβίλης,— νομίζω ότι τον βλέπω ενώπιον μου τώρα, ενώ γράφω,— όρθιος επί της πρύμνης, με τας δύο χείρας επί του μετώπου και κύκλω των οφθαλμών, ητένιζε μετά προσοχής, ωσεί προσπαθών να μετρήση τα πλοία.

— Έρχονται, ή φεύγουν; ηρώτησεν ο πατήρ μου.

— Πηγαίνουν προς την Σάμον, απεκρίθη ο πλοίαρχος. Ο θεός μαζή των !

— Αμήν, υπέλαβεν ο πατήρ μου. Και οι δύο γέροντες έκαμαν τον σταυρόν των.

Πρώτην τότε φοράν επεφάνη εις εμέ συσσωματωμένη η ιδέα της Επαναστάσεως, η αίσθησις της Εθνεγερσίας. Αι λευκαί εκείναι περιστεραί ήσαν του Ελληνικού στόλου τα πλοία. Επ' αυτών εκυμάτιζε του Σταυρού η σημαία. Και διέτρεχον τα πλοία εκείνα τας Ελληνικάς θαλάσσας ελεύθερα, και ήσαν επ' αυτών άνδρες γενναίοι και άφοβοι, και επεδείκνυον από παραλίαν εις παραλίαν την σημαίαν των, εμψυχούντες τους Χριστιανούς και αψηφούντες τους Τούρκους, και επί της σημαίας εκείνης ήσαν χαραγμέναι αι λέξεις « Ελευθερία ή θάνατος!»

Ότε είδα τους δύο γέροντας τοσούτον συγκινημένους ησθάνθην εν εμαυτώ αίσθημα απερίγραπτον, απερίγραπτον τοσούτω μάλλον, καθόσον ήτο αόριστον και συγκεχυμένον. Ησθάνθην ως να εγίνετο πλατύτερον το στήθος και υψηλότερον το σώμα μου. Αλλ' ήτο στιγμιαίον και παροδικόν το αίσθημα. Ίσως δε, ίσως γράφων τώρα, περιγράφω μάλλον τι ηδυνάμην να συναισθανθώ τότε, ή ό,τι πραγματικώς και ακριβώς συνησθάνθην.

Μετ' ολίγας ώρας απεβιβαζόμεθα εις Χίον.

Επερίμενα να ίδω κατά το σύνηθες την παραλίαν πλήθουσαν, και γνωρίμους και φίλους επί της προκυμαίας, και ν' ακούσω τα εύθυμα Κ α λ ώ ς ω ρ ί σ α τ ε και τους χαριεντισμούς, οίτινες άλλοτε, κατά τοιαύτας περιστάσεις, αντηλλάσσοντο μεταξύ της αποβάθρας και της λέμβου. Αλλά το παρά την αποβάθραν καφενείον ήτο κενόν, η προκυμαία έρημος, έρημος η αγορά. Εις τας θύρας μόνον εργαστηρίων τινών οι ιδιοκτήται, κατηφείς και σιωπηλοί, μας έβλεπον απορούντες και μας εχαιρέτων διαβαίνοντας.

Η θέα της γενικής εκείνης κατηφείας με κατετάρασσε και μου ήρχετο να φωνάξω ερωτών τους προ των εργαστηρίων πραγματευτάς:— Δι' όνομα θεού, τι έπαθεν η Χίος; τι συμβαίνει; Αλλ' εβάδιζα κατόπιν του πατρός μου ακολουθών τα ίχνη του, και δεν ήμην συνειθισμένος να λαμβάνω την πρωτοβουλίαν ποτέ, εκείνου παρόντος.

Ευτυχώς ουδ' εκείνος εκρατήθη επί πολύ, αλλ' εισχωρήσας εις εργαστήριον αρχαίου γνωρίμου του απηύθυνεν, άνευ προοιμίου εξηγούντος την παρουσίαν μας, την αυτήν εκείνην ερώτησιν, ήτις μου ήρχετο εις τα χείλη.

— Ηύρες την ώραν να επιστρέψης, φίλε μου. Εδώ είναι κόσμου χαλασμός.

Αύται ήσαν αι πρώται του εμπόρου λέξεις. Αλλ' η τοιαύτη μελαγχολική υποδεξίωσις δεν τον εμπόδισεν από του να μας επιδείξη την ευχαρίστησίν του επί τη μετά του πατρός μου συναντήσει. Μας ηνάγκασε να καθήσωμεν, επέμεινε να μας κεράση και μεταξύ φιλοξενών μας διηγήθη τα διατρέξαντα.

Τότε εμάθομεν ότι ο στόλος, τον οποίον είδομεν την αυγήν πλέοντα προς την Σάμον, είχε διαμείνει δέκα ημέρας εις τα παράλια της Χίου, υπό τον ναύαρχον Τομπάζην, προς εξέγερσιν της νήσου, αλλ' ότι οι Τούρκοι, άμα ιδόντες τα Ελληνικά πλοία, συνέλαβον τον αρχιερέα και τους προκρίτους, τους οποίους εισέτι εκράτουν ως ομήρους εντός του φρουρίου, οι δε χωρικοί δεν εκινήθησαν, και απέπλευσεν άπρακτος ο στόλος. Και μας αφηγήθη λεπτομερώς ο εργαστηριάρης των δέκα εκείνων ημερών τας περιπετείας, και απηρίθμει τα ονόματα των συλληφθέντων ομήρων, ονόματα σεβαστά και προσφιλή, και περιέγραφε μετά συγκινήσεως τον τρόμον, τον οποίον η σύλληψίς των καθ' όλην την νήσον ενέσπειρε. Διότι ήσαν ήδη γνωσταί αι εν Κωνσταντινουπόλει σφαγαί, η δε κράτησις των ομήρων εθεωρήθη, ευλόγως, ως προοίμιον χειροτέρων παθημάτων. Ώστε ενοήσαμεν, διατί ήτο έρημος και κατηφής η πόλις. Ενοήσαμεν δε ταυτοχρόνως, ότι η Σμύρνη δεν ήτο η μόνη επικίνδυνος διαμονή· ότι όπου ένοπλοι Τούρκοι και υπόδουλοι Έλληνες, εκεί θηριώδης αγριότης εξ ενός και διαρκής αφ' ετέρου αγωνία.

Κατηυθύνθημεν σιωπώντες προς την οικίαν μας. Ότε έκρουσεν ο πατήρ μου την θύραν, είδα έν δάκρυ σιωπηλόν επί της παρειάς του. Αλλ' εγώ ησθανόμην την καρδίαν μου σειομένην υπό της φαιδράς πλημμύρας αρχαίων αναμνήσεων, και ότε ήνοιξε την θύραν η Ανδριάνα, η ορφανή της τροφού μου θυγάτηρ, η εύθυμος συμπαίκτρια των παιδικών μου χρόνων, η αφωσιωμένη της μητρός μου υπηρέτρια, ότε ήνοιξε την θύραν και ιδούσα ημάς απροσδοκήτως ενώπιον της, έκθαμβος και περιχαρής ήνοιγε τα χείλη να φωνάξη της ελεύσεώς μας την αγγελίαν, εγώ εχύθην και, πριν έτι προφθάση να κράξη, έκλεισα με την μιαν χείρα το στόμα της, με την άλλην δε έσυρα την λευκήν ουράν του χιακού κεφαλοδέσμου της, και ελύθησαν αι πλεξίδες της, και έμεινεν εις την χείρα μου η λευκή οθόνη. Ελησμόνησα κατ' εκείνην την στιγμήν και το προς τον πατέρα μου σέβας, και τα διελθόντα επτά έτη αφ' ότου ήμην απών, και τους οιωνούς, υπό τους οποίους επέστρεφα εις την πατρικήν οικίαν.

Η χαρά της μητρός μου, ότε μας είδεν, επεσκίασε παν άλλο της αίσθημα. Την ηύρα γεροντοτέραν αφ' ό,τι την εγνώριζα την καλήν μου μητέρα, αι δε αδελφαί μου, τας οποίας αφήκα παιδία μικρά, ήσαν ήδη ανθηρά κοράσια. Ω! Μετά πόσης χαράς επιστρέφει τις μετά μακράν απουσίαν εις την οικίαν, όπου εγεννήθη, πλησίον εκείνων τους οποίους παιδιόθεν ηγάπησε! Πόσον γλυκείαι αι ώραι των πρώτων συναντήσεων και αι περιποιήσεις προσφιλούς μητρός οδηγούσης τον επανακάμπτοντα υιόν εις το παλαιόν δωμάτιον, εις την κλίνην, όπου προ ετών δεν εκοιμήθη, και αι ασυνάρτητοι εκφράσεις τρυφερότητος, και τα δάκρυα χαράς τα διακόπτοντα την ομιλίαν της, και οι περιπαθείς εναγκαλισμοί, και τα μητρικά φιλήματα! Η δυστυχής μου μήτηρ, πόσα έμελλεν εισέτι να υποφέρη πριν κλείση τους οφθαλμούς.

Ο πατήρ μου ηθέλησε να μεταβώμεν αμέσως εις την εξοχήν, εις τον Πύργον μας, αλλ' η Δημογεροντία δεν το επέτρεψε. Δεν εσυγχωρείτο εις ουδεμίαν των ευπόρων οικογενειών ν' αναχωρήση εκ της πόλεως. Οι Τούρκοι, εκτός των εν τω φρουρίω κρατουμένων, ήθελον όλους ημάς εκεί, πλησίον, υπό την χείρα, υπό την μάχαιράν των.

Εμείναμεν λοιπόν θέλοντες και μη εις την πόλιν, πιστεύοντες ότι, ούτως ή άλλως, δεν θα βραδύνωσι τα πράγματα να ησυχάσωσιν. Ουδείς ηδύνατο να προΐδη έκτοτε την μακράν του αγώνος διάρκειαν. Εμείς δ' εν Χίω, χρεωστώ να το ομολογήσω, δεν είχομεν κατ' αρχάς μεγάλας περί τελικής επιτυχίας ελπίδας. Απ' εναντίας. Εβλέπομεν εκ του πλησίον των Τουρκικών δυνάμεων τον όγκον, τον εβλέπομεν δε υπό το πρίσμα των αρχαίων εντυπώσεων και υπό του τρόμου την πίεσιν. Η δ' επανάστασις δεν είχεν εισέτι αναδείξει την ισχύν της διά των κατά ξηράν νικών και διά των επί θαλάσσης κατορθωμάτων της.

Και βραδύτερον όμως, ότε ήρχισαν των Ελληνικών όπλων οι θρίαμβοι, αι περί αυτών ειδήσεις δεν ίσχυον να ουδετερώσωσι την αποθάρρυνσιν, την οποίαν αι πέριξ ημών καταστροφαί ενέσπειραν εις τας καρδίας μας. Διότι έκαστον των επαναστατών ανδραγάθημα είχε την ανταπόδοσίν του, όπου οι Τούρκοι εδέσποζον. Την πρώτην Τουρκικού δικρότου πυρπόλησιν επηκολούθησεν ο θρήνος των Κυδωνιών και αι φρικώδεις της Σμύρνης σφαγαί· την εν Σάμω των εχθρών ήτταν διεδέχθησαν τα εν Κύπρω αιμοχαρή όργια· μετά την άλωσιν της Τριπολιτσάς επήλθε της Κασσάνδρας η ερήμωσις!

Και εν τούτοις ο αρχιερεύς και οι πρόκριτοι εκρατούντο εντός του φρουρίου, ο δ' αριθμός της εν αυτώ φρουράς ηύξανε διά νέων εκάστοτε επικουριών, αι δε καταπιέσεις επετείνοντο και μας έρριπτον άγρια βλέμματα οι Τούρκοι και ηκόνιζον τα ξίφη των, ενώ αντικρύ μας, καθ' όλα της Ανατολής τα παράλια, επεσωρεύοντο αγέλαι θηρίων ετοίμων να επιπέσωσιν εις την νήσον μας! Όχι· η περί ημάς ατμοσφαίρα δεν ήτο κατάλληλος προς ανύψωσιν του φρονήματος· η κεφαλή μας έκλινεν υπό τον ανεμοστρόβιλον της καταδρομής και ελπίδες γενναίαι, δεν εισεχώρουν εις την ψυχήν μας.

Η μόνη του πατρός μου ελπίς,— ελπίς όχι αποσείσεως του ζυγού, αλλά συμβιβασμού και συνδιαλλαγής,— εστηρίζετο εις την αρωγήν της Χριστιανοσύνης. Αλλ' ο φίλος του Ζενάκης ουδαμώς παρεδέχετο της τοιαύτης αρωγής την πιθανότητα. Εσφίγγετο η καρδία μου, ότε τον ήκουα ελεεινολογούντα το κίνημα και θρηνούντα εκ προοιμίων απάσας τας συνεπείας του. Ο πατήρ μου εφαίνετο μη πειθόμενος και επέμενεν ελπίζων, αλλ' ο Ζενάκης ήτο υποπρόξενος, δεν ενθυμούμαι τίνος εκ των δευτερευουσών δυνάμεων,— της Ολλανδίας νομίζω,— ώστε εις εμέ οι λόγοι του εφαίνοντο πλήρεις βαρύτητος και επισημότητος.

Αρχαίος του πατρός μου φίλος και γείτων, ήτο εκ των ολίγων οίτινες κατ' εκείνην την εποχήν εσύχναζον εις την οικίαν μας. Ως εκ του αξιώματός του ευρίσκετο εις καθημερινήν μετά των λοιπών προξένων επαφήν, η δε ανθελληνική τότε των Δυνάμεων πολιτική, ρυθμίζουσα του εν Χίω προξενικού σώματος τας ιδέας, αντενακλάτο εις του Ζενάκη την γλώσσαν. Αι περί επαναστάσεως εκφράσεις του δεν ήσαν ούτε διά το παρόν επαινετικαί, ούτε ενθαρρυντικαί διά το μέλλον.

— Δεν επεμβαίνει η Ευρώπη και ησύχασε, έλεγε και επανέλεγε προς τον πατέρα μου· οι βασιλείς δεν συμπεθερεύουν με αποστάτας.

— Και θ' αφήσουν τον Σουλτάνον να σφάξη τους Έλληνας όλους! ανέκραζεν ο πατήρ μου.

— Ας προσκυνήσουν και ας ζητήσουν το έλεός του, απεκρίνετο ο Ζενάκης.

Και μου φαίνεται ότι τον ακούω επιλέγοντα την συνήθη του φράσιν, όποτε ήτο περί επαναστατών ο λόγος,— Επήραν το Γένος εις τον λαιμόν των!

Και παρήλθεν ούτω το θέρος, μετά δε το θέρος ήλθε το φθινόπωρον, και διεδέχθη το φθινόπωρον ο χειμών. Πώς διήλθον οι δέκα μήνες εκείνοι, καθ' ους εζήσαμεν μεταξύ σφύρας και άκμονος, λησμονούντες την διάρκειαν της χθες εν τη προσδοκία της αύριον;

Επεχειρίσθης ποτέ, αναγνώστα, υψηλού όρους την ανάβασιν; Αρχίζεις μετά θάρρους την πορείαν· είναι τραχεία η άνοδος και ο ιδρώς περιβρέχει εντός ολίγου το μέτωπόν σου. Αλλ' η προς το τέρμα προσέγγισις σμικρύνει του κόπου την αίσθησιν. Την βλέπεις άνωθέν σου την κορυφήν. Προχωρείς προς αυτήν. Επλησίασες ! Ολίγα έτι μένουν βήματα. Έφθασες! Αλλ' όχι. Δεν ήτο τούτο η κορυφή. Σε ηπάτησε του βουνού το εξόγκωμα. Παρέκει, υψηλότερα είναι η αληθής κορυφή του. Η απόστασις δεν φαίνεται μεγάλη. Εμπρός! Και αρχίζεις εκ νέου την ανάβασιν, με τα γόνατα ολιγώτερον στερεά, με ταχυτέρους της καρδίας παλμούς. Και φθάνεις εκεί, και την κορυφήν την βλέπεις μακρύτερα πάλιν. Και τας δυνάμεις σου τας εξήντλησας ήδη αγωνιζόμενος να φθάσης εις το τέρμα, το δε τέρμα απομακρύνεται καθόσον νομίζεις ότι το ήγγισες. Καταβεβλημένος, ασθμαίνων, βλέπεις επί τέλους τον ουρανόν όπισθεν της τελευταίας άκρας, και τότε πίπτων επί του χώματος, όπως αναλάβης δυνάμεις, βλέπεις κάτω την κοιλάδα και θαυμάζεις το ύψος εις το οποίον ανήλθες!

Ιδού πώς διήλθον οι μήνες εκείνοι. Ανεβαίνομεν το βουνόν, αλλ' απ' αρχής εκάλυπτον νέφη την κορυφήν και δεν την εβλέπομεν. Ότε δ' επί τέλους εφθάσαμεν εις την άκραν, εύρομεν κρημνόν ενώπιον μας και βάραθρον, και αντί ν' αναπαυθώμεν επί του υψώματος εκρημνίσθημεν κατακόρυφα.

Αλλ' ενόσω οι Τούρκοι δεν έσφαζον και δεν εξηνδραπόδιζον εθεωρούμεθα ευτυχείς, αναλογιζόμενοι τα αλλαχού συμβαίνοντα. Αι γυναίκες δεν εξήρχοντο ποσώς της οικίας, ημείς δε απεφεύγομεν, όσω το δυνατόν, πάσαν μετά Τούρκου συνάντησιν, και ζώντες λάθρα ανεμένομεν μεθ' υπομονής, αλλά και μετά πολλής αγωνίας, να παρέλθη η οργή Κυρίου.

Εν τούτοις η διαρκής κράτησις των ομήρων, η εξακολουθητική εντός του φρουρίου επισώρευσις Τούρκων εκ της Ασίας, η βιαία αφαίρεσις παντός όπλου από των κατοίκων απάντων της νήσου, ταύτα πάντα ουδέν αγαθόν δι' ημάς προεμήνυον. Προησθανόμεθα εγγίζουσαν την καταστροφήν καθόσον εβλέπομεν τον σάλον της επαναστάσεως πλησιάζοντα εις τα παράλιά μας. Πέριξ ημών η νήσος των Ψαρών αφ' ενός και η Σάμος αφ' ετέρου ήσαν ήδη προ μηνών ελεύθεραι, απόπειραι εξεγέρσεως εγένοντο εν Μιτυλήνη, τα δ' ελληνικά πλοία, περιτρέχοντα εν θριάμβω το πέλαγος, περιέπλεον επί μάλλον και μάλλον συχνότερον εις τα νερά της Χίου.

Εσπέραν τινά ο Ζενάκης μας έφερε μυστηριωδώς την είδησιν, ότι ο πασάς υποπτεύεται επικειμένην κατά της νήσου επίθεσιν.

Την επιούσαν τεσσαράκοντα προύχοντες νέοι προσβληθέντες εκρατήθησαν εντός του φρουρίου, και εδιπλασιάσθη ούτω των ομήρων ο αριθμός. Ο πατήρ μου δεν ήτο ευτυχώς εκ των ευπορωτέρων της Χίου πολιτών και δεν συμπεριελήφθη εις την καταγραφήν. Μετ' ολίγας ημέρας ηκούσθησαν ψιθυρισμοί, ότι πλοία Σαμιακά απεβίβασαν αποστόλους και ότι έμενον ούτοι κρυπτόμενοι εις τ' απόκεντρα της νήσου χωρία.

Οι Τούρκοι εφαίνοντο προδήλως ανήσυχοι· περιπολίαι αυτών περιέτρεχον τα χωρία· τινές των ομήρων απεστάλησαν εις Κωνσταντινούπολη. Τα πράγματα εφαίνοντο δεινούμενα. Εβλέπομεν ότι κρίσιμα συμβάντα επίκεινται.

Οι φόβοι μας δεν εβράδυναν να πραγματοποιηθώσι. Την ενάτην Μαρτίου (1822), προς το απόγευμα, τεσσαράκοντα περίπου πλοία εφάνησαν εις το πέλαγος αντικρύ μας και διεδόθη από οικίας εις οικίαν η είδησις ότι έρχονται οι επαναστάται. Εκ του υπερώου της οικίας μας έβλεπα τα πλοία πλησιάζοντα προς τον λιμένα μας, και ήκουα εις το φρούριον κρουόμενα τα τύμπανα εις σημείον κινδύνου. Οι Τούρκοι εκλείσθησαν περιμένοντες την έφοδον.

Την αυτήν εκείνην εσπέραν, περί ηλίου δυσμάς, κατηυθύνθημεν κατεσπευσμένως εις την εξοχήν προς τον πύργον μας. Ουδ' ήμεθα οι μόνοι φεύγοντες

Απέναντι του αμέσου κινδύνου ελησμονήθη και της Δημογεροντίας η απαγόρευσις και της τουρκικής εξουσίας ο φόβος.