Και παρητήσαμεν ούτω την πατρικήν οικίαν.
Μετά τριάκοντα έτη επεσκέφθην ως ξένος την πατρίδα και είδα κατεστραμμένην την Χίον και ηρειπωμένην την οικίαν μας. Αλλ' ο πατήρ μου απέθανε πλάνης και φερέδικος, ουδ' είχε πριν αποθάνη την παρηγορίαν να ίδη καν τα τέκνα του ανακτώντα επί ξένης γης την άνεσιν και την ευημερίαν. Απέθανεν ενόσω διήρκει έτι η θλίψις της καταστροφής και της εξορίας η κακοπάθεια. Αλλά τότε φεύγοντες δεν ηδυνάμεθα να προΐδωμεν, ότι παραιτούμεν την εστίαν μας διά παντός και ότι θα διέλθωμεν όσα διήλθομεν.
Καθ' όσον απεμακρυνόμεθα της πόλεως συνηντώμεθα μετά των χωρικών, οίτινες αθρόοι κατέβαινον προς αυτήν. Ήσαν άοπλοι, αλλ' υπήγαινον επί σκοπώ να παραλάβωσιν εκ του στόλου όπλα. Εγνώριζον εκείνοι όσα ημείς δεν εγνωρίζομεν. Ο Λογοθέτης και ο Μπουρνιάς επί κεφαλής τρισχιλίων Σαμίων ήσαν εντός των πλοίων και ήρχοντο να ελευθερώσωσι την Χίον. Δυστυχώς δεν μας έφερον την ελευθερίαν, αλλά την καταστροφήν. Εν τούτοις την επομένην πρωίαν απεβιβάσθησαν και εκυρίευσαν αμαχητί την πόλιν, ελπίζοντες ότι οι εν τω φρουρίω κλεισθέντες Τούρκοι δεν θα βραδύνωσιν εξ ανάγκης να παραδοθώσιν.
Ενώ ταύτα συνέβαινον, ημείς εμένομεν ήσυχοι εις την εξοχήν. Ο κρότος μόνον των πυροβόλων ετάραττε που και που την ησυχίαν μας και ενθύμιζεν επί οποίου κρατήρος εκείμεθα. Αλλ' οι πυροβολισμοί δεν ήσαν συνεχείς. Το δε κατ' εμέ, δεν ηξεύρω πώς και διατί, αλλ' εκεί εις την εξοχήν ελησμόνουν και μερίμνας και φόβους. Είχα αρά γε συνειθίσει πλέον την ζωήν εκείνην των αενάων ανησυχιών ; Είχα μήπως ενθαρρυνθή υπό της ιδέας ότι η σημαία της Ελευθερίας εκυμαίνετο επί της πατρίδος μου ; Ή απλώς και μόνον ο οργασμός του έαρος και η μυστηριώδης της αναγεννωμένης φύσεως ηδονή μετεδίδοντο εις την καρδίαν μου, και έζων καθώς ζώσι τα άνθη, και εσκεπτόμην όσον σκέπτεται το πτηνόν;
Δεν ηξεύρω. Αλλ' οσάκις αναπολώ την σύντομον δυστυχώς περίοδον εκείνην της εις τον πύργον διαμονής, δεν ενθυμούμαι τρόμους και φόβους και νύκτας αγρύπνους και ημέρας εναγωνίους. Ενθυμούμαι μόνον τας πορτοκαλέας ανθισμένας, και ευώδη τον αέρα, και τα κελαδήματα των πτηνών, και το τρίξιμον του μαγγανοπηγάδου, και τον γέροντα κηπουρόν καθαρίζοντα των δένδρων τας ρίζας, και την θέαν του Κάμπου και της θαλάσσης από του εξώστου του πύργου μας. Ταύτα μόνον ενθυμούμαι.
Και όμως ήμην είκοσι ετών και ενός νέος τότε ! Τώρα δε, καθ' ην στιγμήν γράφω τας αναμνήσεις ταύτας, απορώ, και εξανίσταμαι κατ' εμαυτού, πώς αντί να καταφύγω εκεί εις τον εξοχικόν πύργον μετά των γερόντων γονέων και των αδελφών μου, πώς δεν έδραμα να καταταχθώ υπό την σημαίαν του αγώνος, πώς δεν έλαβα κ' εγώ τα όπλα εις χείρας, και ας έπιπτα επί τέλους πολεμών. Αλλά τώρα σκέπτομαι και αισθάνομαι αλλέως ή τότε. Τότε... Ανάγκη, αναγνώστά μου, αφού εκθέτω τας περιπετείας του βίου μου, ανάγκη να σ' εξοικειώσω περισσότερον μετά του ταπεινού ατόμου μου. Ανάγκη να εξομολογηθώ, εν πάση ειλικρινεία και μετριοφροσύνη, πώς και διατί, ούτε ψυχικώς, ούτε σωματικώς, δεν είχα τα προσόντα, όπως πράξω τότε ό,τι σήμερον υπό παρομοίας περιστάσεις ήθελα απαιτήσει να πράξωσι τα τέκνα μου. Δεν θα με ανυψώση εις την εκτίμησίν σου η εξομολόγησις αύτη, αλλ' η πρόθεσίς μου δεν είναι να σ' εξαπατήσω παριστών εμαυτόν ως καλλίτερον αφ' ό,τι ήμην και αφ' ό,τι είμαι.
Είπα ψυχικώς και σωματικώς.
Σωματικώς, φίλε αναγνώστα, η πικρά αλήθεια είναι, ότι είμαι λίαν μικρός, και ότι ουδέποτε κατόρθωσα, ενώπιον είτε ανδρών είτε γυναικών, να λησμονήσω το ταπεινόν του αναστήματος μου· επειδή δ' εγώ το ενθυμούμαι, νομίζω πάντοτε ότι και οι άλλοι το παρατηρούν. Τώρα εισέτι, καίτοι τιμώμενος υπό των συμπολιτών μου, καίτοι συχνάκις κατέχων την πρωτοκαθεδρίαν εις τας ομηγύρεις των, είτε χάριν απλώς της προβεβηκυίας ηλικίας μου, είτε ένεκα της ευμενούς προς εμέ διαθέσεώς των, ποτέ, το ομολογώ, ποτέ δεν δύναμαι να περιστείλω την δειλίαν, την οποίαν γεννά εν εμαυτώ της μικροσωμίας μου η συναίσθησις.
Και τώρα τουλάχιστον είμαι υγιής· αλλά μέχρις ου ανδρωθώ, το φιλάσθενον της κράσεως απετέλει έτι μάλλον ευτελές το σώμα μου. Η δε αγωγή τότε των παίδων δεν ήτο οποία την σήμερον. Ούτε εις το σχολείον, ούτε μετέπειτα έλαβα ποτέ αφοράς σωμασκίας. Οι γονείς τότε ουδ' εγνώριζον ουδ' εφρόντιζον περί της ανάγκης της σωματικής αναπτύξεως των τέκνων των.
Τοιούτος λοιπόν ήμην· μικρός και ασθενής το σώμα. Εις το σχολείον του παππά Φλούτη ήμην το παίγνιον των συμμαθητών μου, εις Σμύρνην δε εντός του Χανίου ήμην γνωστός υπό το όνομα Μικρο—Λουκής. Η δε τοιαύτη των άλλων περιφρόνησις, επενεργούσα εις την ιδικήν μου περί εμαυτού εκτίμησιν, δεν υπεβοήθη βεβαίως την ανάπτυξιν ηρωικών διαθέσεων.
Εάν τότε εγνώριζα όσα την σήμερον, τα υπολανθάνοντα εντός της ψυχής μου αισθήματα ήθελον ίσως ζητήσει και εύρει διέξοδον, υπερνικώντα τας φυσικάς μου ελλείψεις. Αλλά και η ψυχή μου τότε ήτο μικρά και αγύμναστος όσον το σώμα μου. Διότι ήμην αμαθής, αμαθέστατος, ως υπέδειξα ήδη, αναγνώστά μου. Ουδέ την ορθογραφίαν είχε κατορθώσει να με μάθη ο καλός παππά Φλούτης, καίτοι παραδώσας με δήθεν τον Αίσωπον και λόγους των Πατέρων. Όσα Ιταλικά και Γαλλικά εδιδάχθην τα έμαθα διά του Τηλεμάχου. Αλλά και τούτον ολόκληρον ουδέποτε ανέγνωσα· αφ' ότου δ' εξήλθα του σχολείου δεν ήνοιξα ποτέ βιβλίον προς ανάγνωσιν, εκτός των εμπορικών καταστίχων μας. Είχα αμυδράς τινας και συγκεχυμένας ιδέας περί Λεωνίδα και Μαραθώνος και περί της Γαλλικής επαναστάσεως, αλλά περί ελευθερίας και ανεξαρτησίας και των υψηλοτέρων του ανθρώπου αισθημάτων ουδέν εσκεπτόμην ουδ' εγνώριζα ωρισμένον και ευκρινές. Κόσμος μου ήτο το Χάνιον και πατριωτισμός μου το ισοζύγιον. Εχρειάσθη να κυλισθώ εις την δυστυχίαν, να ίδω την καταστροφήν, τα βάσανα των περί εμέ, να παρασταθώ εις της αναγεννωμένης Ελλάδος τας ωδίνας, να ίδω εκ του σύνεγγυς τας θυσίας και να εκτιμήσω τα ελατήρια των αγωνιζομένων τέκνων της, όπως ανοίξη η ψυχή μου τους οφθαλμούς της και αναφλεχθή το εν αυτή υποκρυπτόμενον πυρ του πατριωτισμού, όπως διψάσω μάθησιν και εννοήσω τον κόσμον και γείνω άνθρωπος... μικρός όμως πάντοτε άνθρωπος !
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ'.
Ο Πύργος μας και οι περί αυτόν κήποι ήσαν προικώον της μητρός μου κτήμα. Η πατρική της οικογένεια είχεν απ' αρχαίων χρόνων μεγάλας εκεί πέριξ ιδιοκτησίας, αίτινες διά κληρονομικών και προικώων διανομών διεμοιράσθησαν μεν από γενεάς εις γενεάν, αλλά δεν απεξενώθησαν. Ώστε ήμεθα εκεί περικυκλωμένοι υπό συγγενών της μητρός μου, των οποίων οι Πύργοι εγειτόνευον μετά του ιδικού μας. Ουδείς δε σχεδόν των Πύργων τούτων ήτο κατ' εκείνην την εποχήν κενός. Διότι τινές μεν των ιδιοκτητών κατώκουν αυτούς καθ' όλον τον ενιαυτόν, οι δε λοιποί είχον παραιτήσει τας εν τη πόλει κατοικίας των καθ' ην ημέραν και ημείς εδραπετεύσαμεν επί τη εμφανίσει των Σαμίων, αψηφήσαντες των αρχών την απαγόρευσιν.
Όθεν ευρισκόμεθα συντροφευμένοι εις την εξοχήν. Ήτο δε τοσούτω μάλλον ευχάριστον να βλεπώμεθα μετά των οικείων, καθ' όσον εν τη τρομοκρατία υπό την οποίαν, εσχάτως μάλιστα, διεβιούμεν εις την πόλιν, ούτε των οικιών μας εξηρχόμεθα ούτε επισκέψεις αντηλλάσσομεν. Αι θύραι έμενον κλεισταί και ημίκλειστα τα παράθυρα. Προσπαθώ ήδη να ενθυμηθώ, εάν επί μήνας είδα ξένον αναβαίνοντα την κλίμακά μας και δεν ενθυμούμαι ειμή μόνον το κατηφές του Ζενάκη πρόσωπον.
Εις την εξοχικήν ιδίως εκκλησίαν συνηντώμεθα, και εις τον αυλόγυρόν της, μετά την απόλυσιν των ακολουθιών, εγίνετο η συναναστροφή. Ήτο η Μεγάλη και πάλιν Τεσσαρακοστή. Συχνάκις δε υπό τα δένδρα του αυλογύρου εκείνου ανεπόλουν τας συγκινήσεις, υπό τας οποίας προ ενός έτους ελειτουργούμεθα, ο πατήρ μου κ' εγώ, ότε διετρέχομεν έμφοβοι τας στενάς της Σμύρνης οδούς μεταβαίνοντες εις την Αγίαν Φωτεινήν.
Η εκκλησία, ή μάλλον ειπείν το παρεκκλήσιόν μας, είχεν ανεγερθή υπό του προπάππου της μητρός μου, όστις ερασοφόρεσεν εις τα γηράματά του. Περισώζεται εισέτι η οικοδομή, αλλά γυμνή και ετοιμόρροπος. Αι εικόνες, τα κοσμήματα, τα άμφια και τα ιερά σκεύη εσυλήθησαν ή κατεστράφησαν υπό των Τούρκων. Τότε όμως υψούτο χαριέντως ο ναΐσκος αναμέσον των δένδρων, τα πάντα δ' εντός αυτού ήσαν κόσμια και ευπρεπή. Η είσοδός του απετελείτο υπό νάρθηκος μικρού, ανοικτού έμπροσθεν. Υπό του προπυλαίου τούτου την σκέπην, εκατέρωθεν της πύλης, ήσαν δύο μαρμάρινα εδώλια. Εκεί καθήμενος συχνάκις, ανεγίνωσκα τας επιγραφάς των επιτυμβίων πλακών, αίτινες εσχημάτιζον του νάρθηκος την στρώσιν.
Εκεί, από του κτήτορος και εφεξής, εθάπτοντο της μητρικής οικογενείας μου οι πλείστοι. Εντός του παρεκκλησίου εκείνου εστεφανώθησαν οι γονείς μου, και επιθυμία των ήτο υπό του νάρθηκός του τας πλάκας να ταφώσιν, εκεί, ο είς πλησίον του άλλου. Αλλ' ούτε οι γονείς μου ανεπαύθησαν εκεί, ούτε τα ιδικά μου οστά πέπρωται να επιστρέψωσιν εις χουν εις την προσφιλή εκείνην της πατρίδος γωνίαν. Την σήμερον ζώμεν και αποθνήσκομεν είς εδώ και άλλος εκεί, πλάνητες εν τω βίω και νεκροί ξενιτευμένοι, η δε ανεμοζάλη της διασποράς εκλόνισε και διέσπασε τους ιερούς δεσμούς, τους προσκολλώντας την καρδίαν των τέκνων εις των γονέων τα αναπαυτήρια. Αλλά καθ' όσον γηράσκομεν. . . εγώ τουλάχιστον, καθ' όσον αισθάνομαι πλησιάζουσαν της αναπαύσεως την ώραν, θλίβομαι αναλογιζόμενος ότι, όταν γηράσωσι καθώς εγώ τα τέκνα μου, δεν θα επαναπαύωσι την μνήμην των ούτε εις οικίαν περιέχουσαν διαδοχικάς από γενεάς εις γενεάν αναμνήσεις, ούτε εις γής τινα άκραν, όπου κείνται συνεσφιγμένοι οι πατέρες των. Ότε ήμην νέος, ολίγον περί τούτων εσκεπτόμην. Τώρα όμως η ψυχή μου μετ' αυξάνοντος φίλτρου επιστρέφει εις το παρελθόν και τρέφεται διά των αρχαίων ενθυμήσεων.
Αλλ' ας επαναλάβω την διήγησίν μου.
Την αυγήν της Μεγάλης Πέμπτης ηκούσαμεν την λειτουργίαν και εκοινωνήσαμεν των θείων μυστηρίων. Ήτο λαμπρά εαρινή πρωία και ότε επεστρέψαμεν εκ της εκκλησίας, αντί να μείνω εντός της οικίας, λαβών εις χείρας την νηστήσιμον τροφήν μου υπήγα να προγευθώ επί του εξώστου. Αλλ' άμα ήνοιξα την επ' αυτού θύραν και ύψωσα το βλέμμα προς το πέλαγος, είδα θέαμα, το οποίον με κατέπληξε. Παράτησα το πρόγευμα και έδραμα προς τον πατέρα μου. Με ηκολούθησεν επί του εξώστου και εβλέπομεν αμφότεροι προς την θάλασσαν.
Εβλέπομεν σειράν μακράν πλοίων μεγάλων πλεόντων προς τον λιμένα μας. Απείχον εισέτι πολύ, αλλ' ήτο διαυγής η ατμόσφαιρα και διεκρίνοντο τα ιστία, καμπύλα υπό του ανέμου την πνοήν, και αι διπλαί και αι τριπλαί λευκαί ζώναι επί των μαύρων σκαφών. Ενώ δε τα μεγάλα ταύτα πλοία εφαίνοντο πλησιάζοντα, άλλη σειρά πλοιαρίων μικρών, δεχομένων εκ πλαγίου τον άνεμον εις τα τρίγωνα ιστία των, έφευγε παρά την παραλίαν προς της Σάμου την διεύθυνσιν. Τα μεγάλα εν τούτοις πλοία, ωσεί διστάζοντα, αντί να εξακολουθήσωσι τον προς τον λιμένα πλουν, ήλλαξαν αίφνης δρόμον. Ενόμισα επ' ολίγον ότι ανεχώρουν. Αλλ' όχι· δεν απεμακρύνοντο· ελοξοδρόμουν απέναντι της Χίου. Τα δε μικρά πλοιάρια, φεύγοντα προς τα δεξιά μας, εχάνοντο το έν μετά το άλλο όπισθεν της τελευταίας άκρας της νήσου.
Δεν ήτο δύσκολον να εννοήσωμεν τι συνέβαινεν. Ο Τουρκικός στόλος κατήρχετο ισχυρός, οι δ' επαναστάται ανεχώρουν. Αλλ' οι Χίοι τι έμελλον ν' απογίνωσιν;
Αγνοώ πόσην ώραν ο πατήρ μου κ'εγώ εμένομεν επί του εξώστου σιωπηλοί και ακίνητοι, με τους οφθαλμούς προς το πέλαγος προσηλωμένους.
— Να φύγωμεν, να φύγωμεν, είπεν αίφνης ο πατήρ μου, και εστράφη προς την οικίαν. Εστράφην κ' εγώ και τότε είδα ότι όπισθεν ημών επί του εξώστου ίσταντο η μήτηρ και αι δύο αδελφαί μου και η Ανδριάνα, βλέπουσαι κ' εκείναι εν σιωπή το προ ημών επί της θαλάσσης θέαμα.
Ο πατήρ μου εξήλθεν αμέσως της οικίας. Τον ηκολούθησα κατά διαταγήν του. Ήθελε να συσκεφθώμεν μετά των συγγενών περί του πρακτέου. Εξηρχόμεθα μόλις της έξω του περιβόλου μας θύρας, ότε είδομεν ερχόμενον προς ημάς τον Καλάνην, εξάδελφον της μητρός μου, κρατούντα εκ της χειρός την μικράν θυγατέρα του. Ήτο προ ολίγων μηνών χηρευμένος ο Καλάνης, η δε ζωή του συνεκεντρούτο εις του ορφανού του τέκνου την αγάπην. Ποτέ δεν το απεχωρίζετο· η δε χαρίεσσα μορφή του ενδεκαετούς εκείνου κορασίου, και η τεθλιμμένη του τρυφερού προσώπου του έκφρασις, είχον, από των πρώτων ημερών της εις τον Πύργον αφίξεώς μας, ελκύσει πάσαν της ψυχής μου την συμπάθειαν.
Ήρχετο ο Καλάνης προς τον πατέρα μου με τον ίδιον σκοπόν, όστις και ημάς ωδήγει. Διηυθύνθημεν όλοι ομού προς το παρεκκλήσιον· οι δε δύο εκείνοι προπορευόμενοι συνωμίλουν, εγώ δε εις ολίγων βημάτων απόστασιν τους ηκολούθουν, κρατών την μικράν Δέσποιναν εκ της χειρός. Έβλεπα τας ξανθάς τρίχας της αθώας εκείνης κεφαλής, και ανελογιζόμην τα από του εξώστου μας φαινόμενα πλοία και ανεπόλουν μετά φρίκης όσα ήκουσα περί των εις Σμύρνην και εις τας Κυδωνίας υπό των Τούρκων διαπραχθέντων.
Εβάδιζα σιωπών και περίλυπος. Η μικρά εσιώπα επίσης, αλλ' ησθανόμην τα δάκτυλα της ανήσυχα εντός της χειρός μου. Ενόησα ότι ήτο φοβισμένη, και μη γνωρίζων τι να είπω προς ενθάρρυνσίν της έσκυψα και εφίλησα την μικράν χείρα της. Έστρεψε τότε προς εμέ τους γαλανούς οφθαλμούς της και με ηρώτησε με φωνήν τρέμουσαν,— Λουκή, θα μας σκοτώσουν οι Τούρκοι;
— Όχι, Δέσποινά μου, θα φύγωμεν. Μη φοβήσαι. Δεν θα μας πειράξη κανείς!
— Θα σκοτώσουν τον πατέρα μου. Εγώ το ηξεύρω. θα τον σκοτώσουν !
Και ήρχισε να κλαίη πικρώς αλλ' ησύχως, και έρρεον τα δάκρυα της, και επανελάμβανε :
— Θα τον σκοτώσουν ! Σκοτόνουν οι Τούρκοι! θα σκοτώσουν τον πατέρα μου!
— Μη κλαίης, Δέσποινα, μη φοβήσαι.
Ήθελα να την παρηγορήσω, αλλά δεν εύρισκα λέξεις, και βλέπων τον ήσυχον θρήνον της ησθανόμην κ' εγώ την φωνήν μου εκλείπουσαν,
Εις τον νάρθηκα της εκκλησίας συνεκάθηντο ήδη των γειτόνων οι πλείστοι. Εκαθήσαμεν και ημείς επί των μαρμαρίνων εδωλίων. Ο Καλάνης επήρεν επί των γονάτων την κόρην του, και έλαβον τον λόγον οι γέροντες.
Δεν εβράδυνε να ληφθή η περί του πρακτέου απόφασις. Ήτο πρόδηλον ότι δεν υπήρχον ικανά προς αντίστασιν μέσα και ότι θα γίνωσι κύριοι οι Τούρκοι της νήσου, εγνωρίζομεν δ' εκ των προτέρων πώς φέρονται οι Τούρκοι εις κατακτηθείσας χώρας. Απεφασίσθη λοιπόν να μεταβώμεν εις τα δυτικώτερα της νήσου και να σκορπισθώμεν όπου έκαστος ηδύνατο να εύρη καταφύγιον. Απεμακρυνόμεθα ούτω των Τούρκων και επλησιάζομεν εις τα παράλια αντίκρυ των Ψαρών, όθεν ηλπίζομεν σωτηρίαν.
Απεχαιρετίσθημεν μετά πόνου ψυχής, εισήλθομεν εις την εκκλησίαν, ησπάσθημεν τας εικόνας, και αποχωρισθέντες επεστρέψαμεν εις τα ίδια έκαστος.
Δεν επανείδα έκτοτε το παρεκκλήσιόν μας !
Καθ' οδόν ο πατήρ μου με είπεν, ότι απεφάσισε να ζητήσωμεν επί τινας ημέρας την φιλοξενίαν δυο γερόντων θείων του, κατοικούντων εις το αγροκήπιόν των, όπισθεν του περικλείοντος τον Κάμπον βουνού. Ότε δ' εφθάσαμεν εις την οικίαν, διέταξεν αμέσως τον κηπουρόν να φορτώση επί δύο ημιόνων εφαπλώματα και ζωοτροφίας και να υπάγη να προειδοποιήση τους γέροντας περί της ελεύσεώς μας, και να μας περιμείνη μετά των ζώων εκεί.
Άμα ο κηπουρός ανεχώρησεν, ο πατήρ μου μ' έκραξεν εντός του κοιτώνος, όπου είχε κλεισθή μετά της μητρός μου. Τους ηύρα παραγεμίζοντας σάκκον με σκεύη αργυρά και άλλα πολύτιμα. Άλλος σάκκος έκειτο ήδη επί της κλίνης πλήρης και έτοιμος.
Αφού και ο δεύτερος εδέθη, τον εσήκωσεν ο πατήρ μου, με διέταξε να φέρω τον επί της κλίνης κείμενον, ήνοιξεν η μήτηρ μου την θύραν και εξήλθομεν του δωματίου.
Εκείνος εμπρός, εγώ κατόπιν, φέροντες τους σάκκους, εβαδίσαμεν προς το μάλλον απόκεντρον μέρος του κήπου, όπου ήσαν τα δένδρα πυκνότερα. Απέθεσα κατά γης τον σάκκον και έφερα δύο αξίνας. Εκεί υπό την σκιάν γηραιάς μηλέας, πλησίον του μαγγανοπηγάδου , εις θέσιν την οποίαν κατά παραγγελίαν του πατρός μου εσημείωσα και ενετύπωσα ακριβώς εις την μνήμην μου, ηρχίσαμεν οι δύο να σκάπτωμεν, και ηνοίξαμεν λάκκον βαθύν. Εντός του λάκκου εθέσαμεν τους σάκκους, τον ένα επί του άλλου, τους εκαλύψαμεν έπειτα, επατήσαμεν το χώμα προς ισοπέδωσιν της σκαφείσης γης, και βεβαιωθέντες ότι ουδείς μας παρετήρησεν, επεστρέψαμεν προς την οικίαν.
— Μη λησμονήσης αυτήν την παρακαταθήκην, με είπεν ο πατήρ μου. Αν αποθάνω εγώ, συ είσαι ο προστάτης της μητρός και των αδελφών σου.
Έμπροσθεν της θύρας εύρομεν τέσσαρα ζώα έτοιμα και την Ανδριάναν επισπεύδουσαν την αναχώρησιν. Οι γονείς και αι αδελφαί μου ανέβησαν επί των όνων και εξεκινήσαμεν. Η Ανδριάνα κ' εγώ ηκολουθήσαμεν πεζοί.
Κατ' εκείνην την στιγμήν ηκούσθη αίφνης μακρόθεν πυροβόλου κρότος. Πλησιέστεροι κανονοβολισμοί διά μιας τον διεδέχθησαν. Εστράφημεν εν σιωπή ο είς προς τον άλλον. Οι κρότοι των πυροβόλων επηκολούθουν συνεχείς. Από του στόλου και από του φρουρίου οι Τούρκοι ετέλουν παταγωδώς του φρικτού θριάμβου των τα προεόρτια.
— Αλλοίμονον εις την Χίον! ανέκραξεν ο πατήρ μου.
Και εξηκολουθήσαμεν τον δρόμον μας.
Ο Πύργος όπου μετεβαίνομεν εκείτο εντός φάραγγος. Ο ορίζων ήτο περιορισμένος, ουδ' εφαίνετο εκείθεν η θάλασσα. Οι δύο γέροντες του πατρός μου θείοι έζων εκεί διαρκώς εν μονήρει ησυχία. Ο πρεσβύτερος αυτών, άνθρωπος με πείραν και νουν πολύν, διέτριψεν επί έτη πολλά εις Αμστελόδαμον εμπορευόμενος, εκεί δ' εγνωρίσθη μετά του Κοραή, μετερχομένου επίσης το εμπόριον τότε, και διετήρησεν έκτοτε φιλίαν και σπανίαν τινά αλληλογραφίαν μετά του σοφού γέροντος, και αυτός περί τα γράμματα ασχολούμενος. Ταύτα πάντα ανύψουν τον θείον μου εις τα όμματα των συμπολιτών του. Οι λόγιοι, καθά σπανιότεροι, απελάμβανον μεγαλειτέρας τότε τιμής, ήσαν δ' εν γένει της τοιαύτης τιμής άξιοι, διότι εγνώριζον καλώς όσα επηγγέλλοντο ότι γνωρίζουν, και ειργάζοντο μετ' αυταπαρνήσεως προς φωτισμόν του Γένους.
Από της παιδικής ηλικίας δεν είχα ίδει τον θείον μου, αλλά τον ενθυμούμην μετά σεβασμού πάντοτε, η δε βραχεία τότε πλησίον του διαμονή μου επηύξησε την εκτίμησιν της φρονήσεως και της αρετής του. Διότι μας προείπεν όσα επέπρωτο να πάθη η Χίος. Μας προείπε τας σφαγάς, τας λεηλασίας, τους εξανδραποδισμούς, τον εκπατρισμόν και την διασποράν, όσα ενί λόγω κατόπιν συνέβησαν. Εν γένει δε κατεδίκαζεν ως πρόωρον την Επανάστασιν και έβλεπε τα πάντα εις το μέλλον σκοτεινά και μαύρα. Αλλ' ήτο γέρων και ετρέφετο εις την ερημίαν με της πείρας και των βιβλίων τα διδάγματα. Μη θα εγίνετο ποτέ ουδαμού επανάστασις εάν δεν υπήρχον της νεότητος η τόλμη και η απειρία; Οι γέροντες φύσει κλίνουν προς την απραξίαν ή την αναβολήν συμβουλεύουν υπομονήν και φρόνησιν. Το αισθάνομαι ήδη και εξ ιδίας πείρας το γνωρίζω.
Ο άλλος αδελφός ήτο κουφός. Σπανίως ελάλει. Κατηφής και μελαγχολικός, εφαίνετο ξένος εις τα του κόσμου. Η μόνη διασκέδασις, η μόνη ενασχόλησίς του ήτο η ξυλογλυπτική. Έχω εισέτι μικρόν ξυλογράφημα το οποίον τότε μου εδώρησε, παριστών τον Ευαγγελισμόν.
Εις μάτην παρεκίνουν οι γονείς μου τους δύο γέροντας να φύγωσι μεθ' ημών. Ο κωφός ανύψονεν αρνητικώς την κεφαλήν.— Ολίγη ζωή μας μένει, έλεγεν ο άλλος· διατί να κοπιάσωμεν προς προφύλαξίν της; Σεις έχετε καθήκοντα προς τα τέκνα σας, πηγαίνετε!
Και έμειναν οι δύο γέροντες εις τον Πύργον των.
Τι απέγειναν; Ούτε αυτοί, ούτε ο κηπουρός των ή τα τέκνα του, ούτε η γραία υπηρέτριά των εφάνησαν ή ηκούσθησαν έκτοτε. Ο κηπουρός και τα τέκνα του Κύριος οίδε πού επωλήθησαν καί τινος Τούρκου αγοραστού εκαλλιέργησαν τους κήπους!
Αλλ' οι γέροντες, και μάλιστα ο κωφός , δεν είχον αξίαν. Τις να τους αγοράση, και προς τι; Τοιούτοι αιχμάλωτοι δεν πωλούνται, σφάζονται. Είθε να ήτο σύντομον το μαρτύριόν των! Δεν ήσαν τουλάχιστον έγγαμοι, και δεν τους εθρήνησαν ούτε χήραι, ούτε ορφανά. Αλλ' ημείς διετηρήσαμεν την μνήμην των, και τώρα ακόμη, μετά τοσαύτα έτη, ενώ γράφω περί αυτών, ο λαιμός μου ξηραίνεται.
Τέσσαρας μόνον ημέρας εμείναμεν εις τον Πύργον των, καθ ' εκάστην δε διά των χωρικών ελαμβάνομεν πληροφορίας περί των συμβαινόντων εις την νήσον. Πριν έτι προσορμισθώσι τα πλοία, οι Τούρκοι εξελθόντες του φρουρίου εχύθησαν εις την πόλιν και ήρχισαν να λεηλατώσι και ν' αρπάζωσι και να φονεύωσιν. Ότε φεύγοντες ηκούομεν τους κανονοβολισμούς, απεβιβάζοντο οι εν τω στόλω, και ηύξησεν ούτω των δημίων ο αριθμός.
Την επιούσαν η θάλασσα εκαλύφθη υπό πλοιαρίων φερόντων από αντίκρυ τα λυσσώντα στίφη, τα οποία επί τοσούτον χρόνον επερίμενον της άγρας την ώραν. Τότε το κακόν εκορυφώθη· η πόλις δεν εξήρκει όπως τους κορέση και επέπεσαν εις την εξοχήν.
Την Κυριακήν του Πάσχα ετελέσθη του Αγίου Μηνά το τρομερόν ολοκαύτωμα. Αντίστασις δεν υπήρχεν· οι μη φυγόντες εκ των επαναστατών διεσπάρησαν κρυπτόμενοι, ώστε ουδέν ανεχαίτιζε των θηρίων την πρόοδον, ή μόνη η αφθονία της προχείρου λείας. Καθ' όσον αύτη εξηντλείτο, κατά τοσούτον εξετείνετο η ζώνη της καταστροφής, και ούτως ηκούομεν τους Τούρκους επί μάλλον και μάλλον πλησιάζοντας εις το καταφύγιόν μας.
Τους ηκούομεν, λέγω, πλησιάζοντας. Ψυχρά η έκφρασις και αφηρημένη. Αλλά πώς να εκφράσω την φρίκην των ακουσμάτων εκείνων ; Ανάγκη διά της φαντασίας, αναγνώστα, να συμπληρώσης της αφηγήσεώς μου το ατελές, δίδων ζωήν εις τας σκηνάς και τας εντυπώσεις, τας οποίας η μνήμη μου ήδη ανακαλεί. Διότι άλλο ν' αναγινώσκης, ησύχως καθήμενος εντός του δωματίου σου, περί καταστροφών γενομένων εις χώραν απέχουσαν ή άγνωστον και εις εποχήν μεμακρυσμένην, και άλλο ν' ακούης ότι άνθρωποι γνωστοί σου, συγγενείς και φίλοι, συμπολίται, σφάζονται και αιχμαλωτίζονται, ότι οικίαι τας οποίας προ ολίγων ημερών είδες ή επεσκέφθης πυρπολούνται ή ελεηλατήθησαν ·άλλο να σε λέγουν ονομαστί, εφονεύθη εκείνος, η σύζυγος του άλλου ηχμαλωτίσθη, την είδεν ο δείνα συρομένην εκ της χειρός υπό Τούρκου αγρίου, και κλαίουσαν και κραυγάζουσαν! Και την φωνήν της την γνωρίζεις, την ήκουσας τοσάκις να λαλή ευθύμως· και νομίζεις τώρα ότι ακούεις τους γοερούς κραυγασμούς της, ότι την βλέπεις με ανεστραμμένην την κεφαλήν και την κόμην λυτήν αγομένην εις την αιχμαλωσίαν, εις την καταισχύνην· και συλλογίζεσαι τον άνδρα της και τα τέκνα της! Και είσαι σύ αυτός εκεί πλησίον μετά των γονέων, μετά των παρθένων αδελφών σου, και περιμένεις από ώρας εις ώραν να παρασταθώσιν ενώπιον σου οι ανόσιοι διώκται. Ώ! Ο Θεός να σε προφυλάξη από τοιαύτας δοκιμασίας !
Αι περί τούτων ειδήσεις ήρχοντο αλλεπάλληλοι, τοσούτον αλλεπάλληλοι, ώστε κατηντήσαμεν επί τέλους να μη εννοώμεν του δεινού το μέγεθος. Απεζωώθημεν υπό το κράτος του τρόμου ! Διά της βίας ο γέρων θείος μου ηνάγκασεν επί τέλους τον πατέρα μου να φύγωμεν.
Εφορτώσαμεν λοιπόν εκ νέου εφαπλώματα και ζωοτροφίας επί των ημιόνων και εστείλαμεν εμπρός τον κηπουρόν με οδηγίας να μας περιμένη εις τον Άγιον Γεώργιον, χωρίον κείμενον εις τα δυτικώτερα της νήσου, όπου ο πατήρ μου ενθυμήθη ότι είχε χωρικόν σύντεκνον. Αποχαιρετήσαντες τους δύο γέροντας ανεχωρήσαμεν και ημείς κατόπιν και εφθάσαμεν το απόγευμα εις Άγιον Γεώργιον, κατάκοποι εκ του δρόμου και του ηλίου.
Άμα εισήλθομεν εις το χωρίον ενοήσαμεν ότι ασύνηθές τι συνέβαινεν εντός αυτού. Ο κόσμος ήτο εις κίνησιν, αι οδοί πλήρεις ανθρώπων, μεταξύ δ' αυτών άνδρες ένοπλοι, οίτινες εφαίνοντο ξένοι· εις τας θύρας των οικιών γυναίκες και παιδία έβλεπον και ωμίλουν ήτο ως εν ημέρα εορτής, και ήσαν τω όντι εορτάσιμοι ημέραι εκείναι. Αλλ' η επί των προσώπων ανησυχία εμαρτύρει ότι το χωρίον δεν εώρταζεν.
Ο πατήρ μου επλησίασε γέροντα χωρικόν ιστάμενον παρά την ανοικτήν θύραν του. Τον ηρώτησε περί του συντέκνου του. Ο σύντεκνος δεν ήτο εις το χωρίον. Ανεχώρησε προ έτους.— Ηρώτησεν αν ήλθεν ο κηπουρός μας με τας δύο ημιόνους; Ούτε χωρικός ήλθεν ούτε ημίονοι εφάνησαν.— Ηρώτησε διατί η κίνησις και πόθεν οι οπλοφόροι; Οι οπλοφόροι ήσαν Σάμιοι φεύγοντες τους Τούρκους και ο Λογοθέτης ήτο μετ' αυτών.
Ο Λογοθέτης εντός του χωρίου διωκόμενος υπό των Τούρκων! Ημείς δε ήλθομεν εις Άγιον Γεώργιον διά ν' αποφύγωμεν τους Τούρκους! Και ούτε ο σύντεκνος εις το χωρίον ούτε ο κηπουρός μας, ημείς δ' εκεί εις τον δρόμον, απηυδημένοι, άνευ τροφής, άνευ καταφυγίου, άνευ οδηγού!
Ο χωρικός μας ελυπήθη και μας εδέχθη εις την καλύβην του. Εισήλθομεν όλοι εντός αυτής και εκαθήμεθα περιμένοντες τον κηπουρόν. Από της πρωίας ήμεθα άσιτοι. Ο φιλόξενος χωρικός μας ηρώτησεν αν πεινώμεν, και μας επρόσφερε το πτωχικόν δείπνον του, αλλ' ο πατήρ μου τον ηυχαρίστησε, μη θελήσας να του στερήσωμεν τον άρτον του.
Εν τούτοις αι ώραι παρήρχοντο και ο κηπουρός δεν εφαίνετο, αι δε αδελφαί μου επείνων. Μ' έστειλεν ο πατήρ μου ν' αγοράσω ό,τι εύρω και εξηρχόμην προς τούτο της καλύβης, ότε είδα αίφνης εις το φως του δύοντος ηλίου γενικήν ενώπιον μου παραζάλην. Αι γυναίκες έτρεχον με τα βρέφη εις την αγκάλην, οι άνδρες με βάρη επί των χειρών, φράσεις διακεκομμέναι αντηλλάσσοντο, και έφευγον όλοι έξω του χωρίου, ενώ οι οπλοφόροι συνωθούμενοι ητοιμάζοντο να φράξωσι την είσοδον. Ήτο καθώς η αιφνίδιος κίνησις των φύλλων επί του εδάφους πριν ή η καταιγίς επιπέση.
— Οι Τούρκοι επλάκωσαν! Φύγετε! Κρυφθήτε, έκραξε τρέχων προς ημάς ο γέρων χωρικός.
Ήμεθα όλοι ήδη εκτός της καλύβης, ουδέ είχομεν προετοιμασιών ανάγκην διά την φυγήν. Έλυσα σπεύδων τα ζώα από τα παρά την καλύβην δένδρα και εφύγομεν έντρομοι, ακολουθούντες και ημείς το ρεύμα.
Διήλθομεν την νύκτα οδοιπορούντες, χωρίς να γνωρίζωμεν πού πηγαίνομεν. Ήτο πολύς ο δρόμος και δύσκολος, η δε νυξ τρικυμιώδης, ο ουρανός ζοφερός, και η σελήνη εκ διαλειμμάτων εφαίνετο μεταξύ των νεφών. Και ημείς, πεινασμένοι, αγρυπνισμένοι, κατάκοποι, εφεύγομεν. Συχνάκις ετρομάξαμεν, νομίζοντες ότι ακούομεν κραυγάς, ή τουφεκισμούς, ή ίππων ποδοβολητόν. Συχνάκις διεκόψαμεν την πορείαν, όπως καθήσωμεν και αναπαυθώμεν. Ήμεθα οι πλείστοι πεζοί· ήτο δε πολυάριθμος και μακρά η συνοδία, και ημείς εφοβούμεθα μη σκορπισθώμεν· ηθέλομεν να μείνη αδιάσπαστος η ομάς ημών εντός του φεύγοντος πλήθους.
Την αυγήν εξημερώθημεν εις το παράλιον, εις λιμένα έρημον αντίκρυ της νήσου των Ψαρών. Εκεί ηθέλομεν και ηλπίζομεν να καταφύγωμεν. Αλλ' ο άνεμος ήτο σφοδρός, εντός δε του λιμένος και εις το πέλαγος ούτε πλοίον εφαίνετο, ούτε πλοιάριον, ουδέ διεκρίνετο άντικρυ σημείον ζωής. Η δε παραλία ήτο ήδη κατειλημμένη υπό άλλων προσφύγων, προ ημών αφιχθέντων και συσσωρευθέντων εκεί με την αυτήν ως ημείς ελπίδα. Δεν τους είδομεν ούτε τους ηκούσαμεν μακρόθεν. Μόνον ότε επλησιάσαμεν εις τον αιγιαλόν, είδομεν υπό τας ελαίας, αίτινες κατέβαινον μέχρι της θαλάσσης, σωρούς σωμάτων κατακειμένων επί του εδάφους. Εκεί διήλθον οι δυστυχείς ολόκληρον την νύκτα, ενώ ημείς υπό την πνοήν της τρικυμίας εβαδίζομεν προς το αυτό σημείον, ως εις λιμένα σωτηρίας.
Η άφιξίς μας και αι πρώται του ανατέλλοντος ηλίου ακτίνες έθεσαν εις κίνησιν εκείνο των φυγάδων το στρατόπεδον, και πριν έτι προσεγγίσωμεν τοσούτον ώστε ν' αναμιχθώμεν μετ' αυτών, είδομεν υπό τας ελαίας μορφάς ανακαθημένας ή εγειρομένας, και διεκρίνομεν γυναίκας και παιδία και γέροντας και νέους στρέφοντας προς ημάς τα πρόσωπα, ενώ τινες αποσπασθέντες εκ του ομίλου ήρχοντο προς ημάς διά να μας αναγνωρίσωσιν.
Εστάθημεν τότε και ημείς. Αι γυναίκες επέζευσαν και εκαθήσαμεν εις ενός δένδρου την ρίζαν. Τόσα έτη παρήλθον και τόσα εδοκίμασα έκτοτε, αλλ' όμως ποτέ δεν θα λησμονήσω την αίσθησιν του καμάτου, υπό του οποίου κατ' εκείνην την ώραν κατεβλήθην. Προ εικοσιτεσσάρων ωρών επεριπάτουν με κενόν τον στόμαχον. Εξηπλώθην καταγής πλησίον της μητρός μου και έκλεισα τους οφθαλμούς, άνευ της ελαχίστης δυνάμεως εις τα μέλη μου, άνευ σκέψεως εις την κεφαλήν μου. Και ησθάνθην την χείρα της μητρός επί του μετώπου, και ήνοιξα τους οφθαλμούς και είδα την αγαπητήν κεφαλήν της κεκλιμένην άνωθέν μου. Δεν αντηλλάξαμεν λέξιν, αλλ' έκυψεν η μήτηρ μου και μ' εφίλησε, και έκλεισα πάλιν τους οφθαλμούς. Τα ενθυμούμαι ταύτα πάντα ως να συνέβησαν χθες.
Ο πατήρ μου είχε προχωρήσει εις συνάντησιν των προς ημάς ερχομένων. Μετ' ολίγον επέστρεψεν ακολουθούμενος υπό γέροντος, τον οποίον δεν ανεγνώρισα. Αλλ' η μήτηρ μου τον ανεγνώρισε και εγερθείσα έδραμε προς αυτόν. Ο γέρων ήνοιξε τας αγκάλας του και έσφιξεν επί του στήθους την μητέρα μου. Ήτο του πατρός της ο αδελφός.
Μέχρι της στιγμής εκείνης ουδείς ημών είχε κλαύσει. Ο τρόμος του επικειμένου κινδύνου, η αδιάκοπος κίνησις, αι μεταβολαί των σκηνών, το αλλεπάλληλον των εντυπώσεων διετήρουν εις έντασιν το νευρικόν σύστημα. Ήμεθα ψυχή τε και σώματι απηυδημένοι, αλλ' έμενον στεγνά τα βλέφαρα μας.
Αλλ' εις τους κόλπους του γέροντος κρύπτουσα την κεφαλήν η τάλαινα μήτηρ μου αφέθη τότε ολόκληρος εις της λύπης την κυριότητα, και ηκούοντο οι λυγμοί της, και οι στεναγμοί της εξέσχιζον την καρδίαν μου. Αι αδελφαί μου περιεκύκλωσαν την μητέρα κλαίουσαι, ο δε πατήρ μου έκρυψεν εντός των χειρών το πρόσωπον, και η Ανδριάνα έδακνε τα δάκτυλα της, κ' εγώ ησθάνθην την καρδίαν μου αναβαίνουσαν εις τον λαιμόν μου, και τους οφθαλμούς μου θολούς, και ήτο γενικός ο θρήνος και ο κοπετός υπό την ελαίαν, ήτις μας εσκίαζεν. Ο γέρων απέθεσεν επί του εδάφους κλαίουσαν εισέτι την μητέρα μου και υπήγε να μας προμηθεύση τροφήν. Επέστρεψε φέρων μιζύθρας· δεν ηδυνήθη να εύρη άλλο τι, ουδ' επερίσσευε τεμάχιον άρτου καθ' όλην εκείνην των δυστυχών την συνάθροισιν. Με τας μιζύθρας παρηγορήσαμεν την πείναν μας.
Εν τούτοις πλοίον δεν εφαίνετο, ο άνεμος δεν εκόπαζεν, η θάλασσα ήτο αγρία, εις δε το παράλιον εμένομεν άστεγοι, άσιτοι, απροστάτευτοι. Αν οι Τούρκοι επήρχοντο, άλλην δεν είχομεν καταφυγήν ή να ριφθώμεν εντός των κυμάτων. Επεριμένομεν δε να τους ίδωμεν από στιγμής εις στιγμήν εμφανιζομένους. Συνεσκέφθημεν μετά του θείου μου και απεφασίσθη να προσφύγωμεν εις το πλησιόχωρον χωρίον Μεστά, όπου να καιροφυλακτήσωμεν, μέχρις ου ευρεθώσιν, ει δυνατόν, του εκπατρισμού τα μέσα.
Ανεχωρήσαμεν λοιπόν και πάλιν και μετά τινων ωρών οδοιπορίαν εφθάσαμεν κακώς έχοντες εις Μεστά.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ'.
Τα χωρία της Χίου, ιδίως τα μεσημβρινά, είναι οχυρά ως φρούρια και στενόχωρα ως φυλακαί. Δεν έχουν τείχη, αλλά, κατά τας τέσσαρας εξωτερικάς του χωρίου πλευράς, των οικιών τα οπίσθια συνεχόμενα αποτελούν αδιάκοπον προτείχισμα. Αι θύραι των οικιών κείνται έσωθεν, εντός του χωρίου, η κεντρική δε αυτού οδός, τέμνουσα των οικιών την συνέχειαν, σχηματίζει του οχυρώματος την πύλην. Είναι δε αληθώς πύλη η τοιαύτη οπή, καθότι και κλείεται διά κιγκλιδωτών εκ σιδήρου θυρών.
Τα χωρία ταύτα μου έφερον πάντοτε κατά νουν το εν Σμύρνη Χάνιον· η διαφορά είναι, ότι αντί της περικλειούσης εκείνο μεγαλοπόλεως, ταύτα περικυκλούνται υπό λόφων πρασίνων, και αντί ωχρών εμπόρων, περιέχουν ευρώστους γεωργούς· αντί δε της εν τω μέσω του Χανίου πλατείας, οδοί στεναί και οικοδομαί συνεσφιγμέναι πληρούν τον χώρον, τον οποίον περιστοιχίζει η τετράπλευρος εξωτερική σειρά των οικιών.
Εις το κέντρον του χωρίου υψούται συνήθως Πύργος, του οποίου η είσοδος υπερέχει τοσούτον του εδάφους, ώστε μόνον διά κλίμακος ξυλίνης ή διά σχοινιών δύναται τις ν' ανέλθη μέχρις αυτής. Οι Πύργοι ούτοι, λείψανα της κυριαρχίας των Γενουηνσίων, είναι αι ακροπόλεις των χωρίων.
Τοιούτο ήτο το χωρίον Μεστά, όπου προσεφύγομεν. Οι χωρικοί μας υπεδέχθησαν φιλοφρόνως, μας παρεχώρησαν δε οικίαν εύκαιρον, τα κενά της οποίας δωμάτια διεμοιράσθημεν μετά του γέροντος θείου της μητρός μου και δύο άλλων οικογενειών. Η κοινή συμφορά τότε πρώτον μας εσχέτισε μετ 'αυτών και μας συνέδεσεν.
Αι στερήσεις μας ήσαν ποικίλαι και μεγάλαι, αλλά τις τότε εσκέπτετο περί ανέσεως και περί των συνήθων του βίου αναγκών; Ο σκοπός ήτο την ζωήν να διατηρήσωμεν, αλλά και προς τούτο μόλις εξήρκει η δίαιτά μας. Και του άρτου αυτού η απόκτησις ήτο δύσκολος, ουδέ κατωρθούτο καθ' ημέραν. Σύκα, κουκκία, ξυλοκέρατα και χόρτα άγρια, ιδού οποία ήτο, ως επί το πολύ, η τροφή μας. Και παρήρχοντο ούτως αι ημέραι εν τω μέσω φόβων και ελπίδων.
Την ιδέαν της εις Ψαρά καταφυγής παρητήσαμεν εξ ανάγκης, διότι ήρχοντο απελπιστικαί εκείθεν ειδήσεις. Ήτο ήδη πλήρης προσφύγων η νήσος, οι δε Ψαριανοί, μόλις έχοντες πώς να τους διαθρέψωσι και συντηρήσωσι, δεν ηδύναντο ούτε ήθελον να δεχθώσι πλειοτέρους. Ήρχιζεν ήδη να τοις γίνεται επαισθητή η σπάνις του ύδατος, η δε συσσώρευσις τοσούτων απόρων φυγάδων είχε προκαλέσει νόσους, αίτινες εφαίνοντο προμηνύουσαι φοβερωτέραν επιδημίαν. Όθεν έγραφον εις Χίον προτρέποντες τους φεύγοντας να διευθυνθώσιν εις άλλας του Αιγαίου νήσους, και προσφέροντες προθύμως τα πλοία των και τους ναύτας των.
Αλλ' ημείς εις Μεστά ηρχίζομεν να ελπίζωμεν ότι δεν υφίσταται πλέον ανάγκη φυγής. Δύο εβδομάδες είχον παρέλθει από της αφίξεως του Τουρκικού στόλου· οι επαναστάται απέπλευσαν ή εκρύπτοντο σκορπισμένοι εις της νήσου τα ενδότερα, οι δε φιλήσυχοι της πόλεως κάτοικοι και των χωρικών οι πλείστοι ουδ' εξηγέρθησαν κατά της Τουρκικής εξουσίας, ουδ' ανεμίχθησαν εις το επαναστατικόν κίνημα. Διατί λοιπόν της καταδρομής η εξακολούθησις; Διατί της τρομοκρατίας η διαιώνισις, ενώ πάσα αντιστάσεως πιθανότης εξέλιπε ; Μη δεν ήρκεσαν τα πεσόντα ήδη αθώα θύματα ; Μη δεν εκορέσθη αρκούντως της τουρκικής λύσσης η έξαψις ; Ταύτα σκεπτόμενοι επεριμένομεν από ημέρας εις ημέραν την διακήρυξιν αμνηστείας και την άδειαν να επιστρέψωμεν εις τας εστίας μας.
Και τω όντι, των Τούρκων η καταφορά είχε κατ' εκείνας τας ημέρας κοπάσει. Ηκούοντο ολιγώτεροι πυροβολισμοί και φόνοι και απαγωγαί, διέτρεχον δε φήμαι ότι εμεσίτευον οι Πρόξενοι υπέρ συγχωρήσεως των ραγιάδων, και ότι ο Πασάς εφαίνετο κλίνων προς επιείκειαν. Και ήρχοντο μέχρις ημών αι τοιαύται φήμαι και υπέτρεφον τας ελπίδας μας.
Την ενάτην ημέραν της εις Μεστά διαμονής μας ενομίσαμεν ότι τα δεινά μας ετελείωσαν. Δυο Πρόξενοι ήλθον εις το χωρίον φέροντες κλάδους ελαίας και παραμυθίας ευαγγέλια. Έφερον αναφοράν προς υπογραφήν, υπέσχοντο δε ότι άμα προσκυνήσωμεν ο Πασάς θα μας συγχωρήση. Να μας συγχωρήση ! Αλλά διά τι; Ούτε αντάρται ήμεθα, ούτε ουδένα ηδικήσαμεν, ούτε ιδιοκτησίας ξένας εληστεύσαμεν, ούτε γυναίκας ητιμάσαμεν, ούτε εφονεύσαμεν, ούτε εξηνδραποδίσαμεν. Διά τι να συγχωρηθώμεν;
Αλλά ταύτα είναι σκέψεις σημεριναί. Δεν εσκεπτόμεθα τοιαύτα τότε, η δ' ελπίς της απαλλαγής από της αφορήτου εκείνης υπάρξεως ήτο αληθής δι' ημάς χαρά. Όθεν υπεγράψαμεν προθύμως πάντες, νέοι και γέροντες, χωρίς να εξετάσωμεν τι η αναφορά περιέχει, υπεγράψαμεν με τας δύο χείρας, ευλογούντες την φιλάνθρωπον μεσολάβησιν των Χριστιανών Προξένων, και ανεπνεύσαμεν, πιστεύσαντες ότι παύει ο διωγμός και θα επιστρέψωμεν αβλαβείς εις τα ίδια.
Αλλά μη επρόκειτο να εύρωμεν τας οικίας μας όπως τας αφήσαμεν ; Μετά την εισβολήν των Σαμίων και των υπό τον Μπουρνιάν χωρικών, μετά τους σφοδρούς εκ του φρουρίου και εκ του στόλου κανονοβολισμούς, μετά την αχαλίνωτον προ πάντων των Τούρκων λεηλασίαν, ολίγας περί τούτου ελπίδας ηδυνάμεθα να τρέφωμεν. Αλλ' όμως εκυρίευε πάντας ημάς εκεί, εις Μεστά, της επανόδου ο πόθος. Ηθέλομεν να ίδωμεν και πάλιν τας οικίας μας, εις οιανδήποτε κατάστασιν και αν επρόκειτο να τας εύρωμεν, ο δε φόβος μη τας εύρωμεν κατεστραμμένας ηύξανεν αντί του να ελαττόνη την επιθυμίαν μας.
Τοιούτος ο άνθρωπος. Προσκολλάται τοσούτω μάλλον εις ό,τι αγαπά, καθόσον κινδυνεύει να το απολέση. Όταν δε η απώλεια σφραγισθή και η ελπίς απέλθη, τότε προ πάντων η χηρευμένη καρδία αισθάνεται οπόσην περιέκλειεν αγάπην. Ούτω πλανώμεθα εις τα κοιμητήρια και καθήμεθα επί των πλακών, αι οποίαι σκεπάζουν τα λείψανα των απελθόντων αγαπητών μας. Ούτω μετά πυρκαϊάν αποτεφρώσασαν ολόκληρον συνοικίαν, βλέπεις ανθρώπους πλανωμένους εντός των καπνιζόντων εισέτι ερειπίων, και αναζητούντας τα ίχνη των εστιών των, και βλέποντας επί ώρας τον χώρον, όπου υψούτο η διαμονή των και τους λίθους, οίτινες απετέλουν του κοιτώνος των τους τοίχους.
Αι επαγγελίαι των Προξένων τοσούτον ανεπτέρωσαν τας ελπίδας μας, ώστε ηθέλομεν αμέσως να επιστρέψωμεν. Αλλ' οι γεροντότεροι εχαλίνωσαν την ανυπομονησίαν μας, υποπτευόμενοι μη η προσφερομένη αμνηστία ήτο τέχνασμα των Τούρκων, προς εξαπάτησιν των Προξένων, και παγίς όπως μας εξολοθρεύσωσιν ευκολώτερον. Είχον πλειοτέραν πείραν του τουρκικού χαρακτήρος οι γέροντες , αλλ' οι επίλοιποι εβασιζόμεθα μετά θάρρους εις των Προξένων την υπόσχεσιν και την προστασίαν.
Μετά σύσκεψιν και συζήτησιν και ενδοιασμούς ποικίλους, απεφασίσθη τέλος να υπάγωμεν τινές εκ των νεωτέρων ως πρόσκοποι, οι δε λοιποί να περιμείνωσιν εις Μεστά τας ειδήσεις μας, ή την επιστροφήν μας.
Την επαύριον ανεχώρησα από πρωίας μετά δύο άλλων ομηλίκων μου. Περιττόν να αναφέρω τα ονόματά των. Άλλως τε προς τι να υποδεικνύω εκάστοτε ονομαστί εκείνους, όσων η κακή τύχη συνέπεσε να συνενωθή μετά της ιδικής μου ; Εκ των δύο εκείνων ο είς, ευδαίμων ήδη γέρων, πρωτεύει εν μια των εν τη αλλοδαπή Ελληνικών κοινοτήτων· συχνάκις δ' έκτοτε συνηντήθημεν και ανεμνήσθημεν ημερών αρχαίων και κοινών παθημάτων. Ο άλλος, διασωθείς τότε, απέθανε μετ' ολίγον εις Τήνον. Πόσους τότε λυτρωθέντας εκ των ονύχων των Τούρκων εθέρισεν ούτως ο θάνατος ! Εξηντλημένοι μετά τοσαύτας κακουχίας, μετά τοσούτους περισπασμούς, πόσοι φυγόντες την μάχαιραν του εχθρού έπεσαν κατόπιν, πρόωρα της ασθενείας θύματα !
Απεχαιρετήσαμεν λοιπόν τους εις Μεστά και εκινήσαμεν οι τρεις ομού, διευθυνόμενοι προς την πόλιν. Αι εντυπώσεις των γενομένων καταστροφών ήσαν πολύ πρόσφατοι εισέτι, και δεν ήμεθα ουδαμώς απηλλαγμένοι του φόβου μη συναντήσωμεν Τούρκους ενόπλους, αγνοούντας ή αψηφούντας τας επιεικείς του Πασά προθέσεις. Αλλ' ήμεθα νέοι και οι τρεις, ο δε πρωινός αήρ ήτο ζωογόνος, και απέπνεον άρωμα υγιές οι μαστιχοφόροι περί τα Μεστά λόφοι. Η ελπίς διεσκέδασε βαθμηδόν τους φόβους και εβαδίζομεν ελαφροί, φαιδρύνοντες δι' ευθύμων συνομιλιών την οδοιπορίαν μας.
Δεν επέπρωτο όμως ούτε η φαιδρότης, ούτε η οδοιπορία μας να διαρκέσωσι πολύ.
Εβλέπομεν μακρόθεν το χωρίον Ελάταν, όπου επροτιθέμεθα να αναπαυθώμεν εκ του δρόμου και να λάβωμεν πληροφορίας διά την περαιτέρω πορείαν μας.
Ο Ήλιος έκαιε και εταχύνομεν το βήμα προς τας λευκάς του χωρίου οικίας. Αίφνης, εις τα πρόθυρα αυτού, ηκούσαμεν οιμωγάς και κραυγάς γυναικείας. Εστάθημεν και οι τρεις και είδομεν ο είς τον άλλον. Μη ήσαν Τούρκοι εις το χωρίον ; Αύτη ήτο η πρώτη μου σκέψις. Ετείναμεν τα ώτα. Αι κραυγαί εξηκολούθουν. Ήσαν βεβαίως γυναικεία μοιρολόγια.
Οδηγούμενοι εξ αυτών διήλθομεν τας ερήμους του χωρίου οδούς και εφθάσαμεν ενώπιον της εκκλησίας. Εκεί συνωθούντο οι χωρικοί, υπεράνω δε των κεφαλών των είδομεν κατ' εκείνην την στιγμήν εις της εκκλησίας τα πρόθυμα αναβαίνοντα δύο φέρετρα, το έν μετά το άλλο, και πέριξ αυτών αι γυναίκες έκλαιον και ωδύροντο και εκραύγαζον γοερώς.
Ότε εισήλθεν εντός του ναού η νεκρώσιμος συνοδία, ηρώτησα ένα χωρικόν περί των δύο λειψάνων, και μας είπε με τα δάκρυα εις τους οφθαλμούς, ότι συμμορία Τούρκων, συναντήσασα την πρωίαν τρεις νέους έξω του χωρίου, επυροβόλησε κατ'αυτών και εξηκολούθησε τον δρόμον της, ότι ο είς των τριών σωθείς έτρεξε και ανήγγειλε το συμβάν εις το χωρίον, τα δε πτώματα των δύο φονευθέντων μετεκομίσθησαν προ ολίγης ώρας εκεί.
Πού λοιπόν αι υποσχέσεις ασφαλείας ; Πού η ελπίς ότι τα δεινά ετελείωσαν ; Είχον οι γέροντες δίκαιον! Οι δύο εκείνοι νεκροί, και των γυναικών τα μοιρολόγια, ήσαν της τουρκικής πίστεως η σφ(ρ)αγίς, της τουρκικής επιεικείας τα εχέγγυα!
Επεστρέψαμεν αμέσως εις Μεστά, βαδίζοντες ταχύτερον ή ότε ηρχόμεθα, και άνευ της προτέρας φαιδρότατος. Οι εκεί εξεπλάγησαν ότε μας είδον επιστρέφοντας, η δ' αφήγησις της εις Ελάταν σκηνής τους κατετάραξε, και η προτέρα αδημονία διεδέχθη διά μιας τας μόλις ριζωθείσας ελπίδας.
Ο πατήρ μου μόνος επέμενεν ελπίζων: ήτο τυχαία η συμπλοκή, δεν ήσαν γνωσταί εισέτι αι αποφάσεις του Πασά, οι Τούρκοι εκείνοι δεν παρέμειναν εις Ελάταν, άρα οι πυροβολισμοί των δεν αποδεικνύουν την επανάληψιν συστηματικού διωγμού, θα ησυχάσωσι τα πράγματα. Τοιαύτα έλεγεν, αλλ' η πείρα του παρελθόντος κατεφόβιζε τους λοιπούς πάντας και αφήρει πάσαν εμπιστοσύνην προς τας αγαθάς δήθεν του Πασά διαθέσεις. Να φύγωμεν, να φύγωμεν! έλεγον αι γυναίκες, τα δε παιδία έκλαιον, και εγώ δεν ηδυνάμην να λησμονήσω την θέαν των δύο εκείνων φερέτρων, φερομένων προς την πύλην της εκκλησίας, και τους θρήνους των γυναικών, αι οποίαι εμοιρολόγουν τους νεκρούς των.
Την αυτήν εκείνην ημέραν ο θείος της μητρός μου, δι' αμοιβών γενναίων και μεγαλειτέρων έτι υποσχέσεων, έπεισε νέον χωρικόν να μεταφέρη διά παντός τρόπου επιστολήν του εις Ψαρά. Έγραφε ζητών της φυγής τα μέσα.
— Ας έλθη πλοίον, έλεγε προς τον πατέρα μου, και συ αν θέλης μείνε εδώ. Φθάνει μόνον να έλθη εν καιρώ!
Ο πατήρ μου εσιώπα, αλλ' εφαίνετο διστάζων. Τον ετρόμαζον αρά γε οι κίνδυνοι της φυγής και του εκπατρισμού αι οδύναι; ή εβασίζετο εις των Προξένων την μεσολάβησιν και ήλπιζεν ότι κρυπτόμενοι εν τω μεταξύ εντός της πατρίδος θα διέλθωμεν ασφαλέστερον της δοκιμασίας την περίοδον ; ή μη, υπό την πίεσιν τοσούτων αλλεπαλλήλων συγκινήσεων, απώλεσε την εις εαυτόν πεποίθησιν και δεν ήξευρεν ο ίδιος τι ήθελε και τι ν' αποφασίση ;
Την επιούσαν ήμεθα από πρωίας συνηγμένοι κατά το σύνηθες εις την ισόγειον της οικίας είσοδον, ήτις εχρησίμευεν ως κοινή αίθουσά μας. Καθήμενοι εις των θυρών τα κατώφλια και επί των βαθμίδων της κλίμακος συνεσκεπτόμεθα, ως πάντοτε, περί του πρακτέου, αναμένοντες τι η ημέρα θα μας φέρη και υπολογίζοντες πότε ηδυνάμεθα να περιμένωμεν απόκρισιν εκ Ψαρών.
Η Ανδριάνα μόνη ήτο απούσα. Είχεν εξέλθει προς εύρεσιν τροφής. Και άλλοτε κατώρθωσε να ποικίλη την πενιχράν δίαιτάν μας συλλέγουσα χόρτα άγρια εις τους πέριξ του χωρίου λόφους. Αλλ' εβράδυνεν ήδη να επιστρέψη. Και η μήτηρ μου, ανησυχούσα, πολλάκις ήνοιξε την θύραν και προέτεινε την κεφαλήν εις την οδόν, να ιδή μη φαίνεται ερχόμενη.
Η Ανδριάνα ήτο ο γενικός προστάτης, η αληθής πρόνοια ολοκλήρου της εις Μεστά δυστυχούς ημών ομάδος. Πλήρης αυταπαρνήσεως και αφοσιώσεως, περιέθαλπε την μητέρα και τας αδελφάς μου και εφρόντιζε περί πάντων των λοιπών· όλα τα επρόφθανεν, όλα τα εσυλλογίζετο· αυτή εύρισκεν ή εφεύρισκε την καθημερινήν τροφήν μας, αυτή έφερε το νερόν εκ της πηγής, αυτή κατώρθωσε δι' αχύρων και παλαιών ταπήτων ν' αυτοσχεδιάση στρωμνάς δι' όλους εις τα εύκαιρα δωμάτια της οικίας εκείνης· αυτή μας έφερεν ειδήσεις έξωθεν, σχετιζόμενη μετά των χωρικών και τα πάντα ερευνώσα και τα πάντα μανθάνουσα. Η ενεργητικότης της ήτο αδάμαστος και ακατάβλητος η ευθυμία της. Είχε την καρδίαν υγιά και ακμαίαν όσον και το σώμα, και συχνάκις διά της ζωηρότητος, διά της φαιδρότητός της έφερεν εις τα χείλη μας το μειδίαμα, εν μέσω της επικρατούσης εκεί γενικής αθυμίας.
Η ώρα εν τούτοις παρήρχετο και ηύξανε της μητρός μου η ανησυχία. Δεν ήθελα να την αυξήσω εκφράζων τους φόβους μου, αλλ' ήμην και εγώ ανήσυχος, και οι άλλοι επίσης.— Τι έγεινε ; Πώς αργεί ; Μη έπαθε τίποτε; Τοιαύται αντηλλάσσοντο φράσεις.
Εκεί, αίφνης, ανοίγεται η θύρα και παρουσιάζεται η Ανδριάνα κάτωχρος, τρέμουσα, με την κόμην λυτήν, σχισμένα τα φορέματα και ανοικτά, τα στήθη αιματωμένα.....
Η όλη παρουσία της εμαρτύρει πάλην φοβεράν, και τρόμον και αισχύνην.
Η μήτηρ μου ηγέρθη αμέσως, εκάλυψε με τας χείρας τους οφθαλμούς και ανέκραξε μετά φρίκης : Α ! οι Τούρκοι, οι Τούρκοι ! Και αρπάσασα τας θυγατέρας της έσυρεν αυτάς εις την αγκάλην της.
Η δε Ανδριάνα με την μίαν χείρα επί της ανοικτής θύρας, εδείκνυε διά της άλλης την έξοδον, και ασθμαίνουσα δεν ηδύνατο ν' αρθρώση τας λέξεις τας οποίας επροσπάθει να προφέρη·— Φύγετε, κρυφθήτε!
Ευρέθημεν όλοι δια μιας έξω εις τον δρόμον μετά της Ανδριάνας.
Πού επηγαίνομεν ; Τι ηθέλομεν; Έμφυτός τις ορμή διηύθυνε τα διαβήματά μας μακράν της πύλης του χωρίου. Εφεύγομεν τους Τούρκους. Δεν εσκεπτόμεθα όμως ότι απομακρυνόμενοι της εξόδου, εκλειόμεθα εντός του χωρίου. Αλλά μη σκέπτεται τις εις τοιαύτας ώρας ;
Ενώ ετρέχομεν ούτω περίφοβοι, παραζαλισμένοι, μη γνωρίζοντες πού να καταφύγωμεν, μία γραία εις την θύραν ταπεινής οικίας ισταμένη μας είδε, μας ελυπήθη και ήπλωσε προς ημάς την χείρα.