The Project Gutenberg eBook of Πελοποννησιακός Πόλεμος, Τόμος δεύτερος
Title: Πελοποννησιακός Πόλεμος, Τόμος δεύτερος
Author: Thucydides
Translator: I. Zervos
Release date: August 28, 2009 [eBook #29834]
Most recently updated: January 5, 2021
Language: Greek
Credits: Produced by Sophia Canoni. Book provided by Iason Konstantinides
Produced by Sophia Canoni. Book provided by Iason Konstantinides
Note: The tonic system has been changed from polytonic to monοtonic. The spelling of the book has not been changed otherwise. Footnotes have been converted to endnotes.
Σημείωση: Ο τονισμός έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Οι υποσημειώσεις έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου.
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ
ΘΟΥΚΥΔΙΔΟΥ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ
ΙΟΑΝ. ΖΕΡΒΟΥ
ΤΟΜΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ
ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΑΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ
ΘΟΥΚΥΔΙΔΟΥ
ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΑΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ
I Ω Α Ν. Ζ Ε Ρ Β Ο Υ
ΒΙΒΛΙΟΝ Γ'.
1. Κατά δε το επακολουθήσαν θέρος (1) οι Πελοποννήσιοι και οι σύμμαχοι την εποχήν της ωριμάσεως του σίτου εξεστράτευσαν κατά της Αττικής· ήτο δε ηγεμών αυτών ο βασιλεύς των Λακεδαιμονίων Αρχίδαμος ο Ζευξιδάμου. Και στρατοπεδεύσαντες ελεηλάτουν την χώραν. Οι δε Αθηναίοι ιππείς επετίθεντο κατά το σύνηθες παντού όπου παρουσιάζετο ευκαιρία, και ημπόδιζαν τα ελαφρά στρατεύματα να απομακρύνωνται του στρατοπέδου και καταστρέφουν τα περίχωρα της πόλεως. Διαμείναντες δε οι Πελοποννήσιοι όσον καιρόν είχον τρόφιμα ανεχώρησαν και διελύθησαν κατά πόλεις.
2. Ευθύς δε μετά την εισβολήν των Πελοποννησίων απεστάτησεν από τους Αθηναίους η Λέσβος εκτός της Μηθύμνης· τούτο είχον αποφασίσει μεν οι Λεσβίοι και προ του πολέμου, αλλά, επειδή οι Λακεδαιμόνιοι δεν το παρεδέχθησαν, ηναγκάσθησαν να το εκτελέσουν ταχύτερον του απ' αρχής ορισθέντος χρόνου. Το σχέδιον αυτών ήτο κυρίως να προσχώσουν τους λιμένας, να εγείρουν τείχη, να κατασκευάσουν πλοία, και τέλος να προμηθευθούν εκ του Ευξείνου πόντου όσα εχρειάζοντο, ήτοι τοξότας, τρόφιμα και όσα είχον παραγγείλει. Αλλ' οι Τενέδιοι, οι οποίοι ήσαν εχθροί των, οι Μηθυμναίοι καί τινες πολίται Μυτιληναίοι οπαδοί και δι' όρκων φιλοξενίας συνδεόμενοι μετά των Αθηναίων εμήνυσαν εις τας Αθήνας ότι εξηναγκάζοντο οι κάτοικοι της Λέσβου να συναθροίζωνται εις την Μυτιλήνην και ότι με βίαν διωργανούτο η αποστασία εκ συμφώνου μετά των Λακεδαιμονίων και των Βοιωτών, οι οποίοι ήσαν εκ της αυτής φυλής με τους Λεσβίους· ότι τέλος, εάν δεν επρολαμβάνετο το πράγμα αμέσως, η Λέσβος ήθελεν αποσπασθή οριστικώς από των Αθηνών.
3. Οι δε Αθηναίοι, επειδή είχαν πάθει πολλά από την νόσον και τον προ μικρού αρξάμενον και ήδη εις ακμήν ευρισκόμενον πόλεμον, ενόμισαν ότι μέγα θα ήτο το έργον, εάν μαζί με τάλλα επεχείρουν τον πόλεμον και κατά της Λέσβου, η οποία είχε ναυτικόν και δύναμιν ακεραίαν, και δεν επίστευσαν κατ' αρχάς εις την κατηγορίαν εκείνην, διά μόνον τον λόγον ότι επεθυμούσαν να ήτο ψευδής· εν τούτοις, αφού έπεμψαν πρέσβεις εις τους Μυτιληναίους και δεν ηδυνήθησαν να τους πείσουν να παύσουν την συνάθροισιν και τας πολεμικάς παρασκευάς, ήρχισαν να φοβώνται και ηθέλησαν να τους προλάβουν. Στέλλουν δε αιφνιδίως τεσσαράκοντα πλοία, τα οποία ήσαν παρεσκευασμένα να πλεύσουν κατά της Πελοποννήσου· Κλεϊππίδης δε ο Δεινίου ήτο στρατηγός μετά δύο άλλων. Είχον αναγγείλει εις τους Αθηναίους ότι ετελείτο έξω της πόλεως η εορτή του Μαλόεντος Απόλλωνος, εις την οποίαν προστρέχουν πανδημεί οι Μυτιληναίοι, και ότι υπήρχεν ελπίς να τους προκαταλάβουν επιπίπτοντες εξαίφνης. Και, εάν μεν επετύγχανεν η απόπειρα αύτη, καλώς· άλλως θα διέτατταν τους Μυτιληναίους να παραδώσουν τα πλοία των και να κρημνίσουν τα τείχη, εάν δε δεν υπήκουαν, θα τους επολέμουν. Και τα μεν πλοία των Αθηναίων ανεχώρησαν· τας δε δέκα τριήρεις των Μυτιληναίων, αι οποίαι έτυχαν τότε κατά τας συνθήκας της συμμαχίας πλησίον αυτών, κατέσχον οι Αθηναίοι και εφυλάκισαν τα πληρώματα αυτών. Ευτυχώς όμως διά τους Μυτιληναίους ανήρ τις εκ των Αθηνών διαβάς την Εύβοιαν και ελθών πεζός εις Γεραιστόν επέτυχεν εκεί φορτηγόν πλοίον εκπλέον, και, επειδή έπνεεν ούριος άνεμος, έφθασε μετά τρεις ημέρας εξ Αθηνών εις Μυτιλήνην και ανήγγειλε την επικειμένην εκστρατείαν. Οι δε Μυτιληναίοι ουδέ εις τον Μαλόεντα εξήλθον και αμυντικάς προφυλάξεις έλαβον, φράξαντες τα τείχη και τους λιμένας, των οποίων δεν είχε συμπληρωθή η κατασκευή.
4. Και οι Αθηναίοι καταπλεύσαντες μετ' ολίγον είδον τα γενόμενα. Οι δε στρατηγοί ανεκοίνωσαν μεν εις τους Μυτιληναίους τας διαταγάς, τας οποίας έφεραν, επειδή δε δεν υπήκουαν οι Μυτιληναίοι, ήρχισαν τας εχθροπραξίας. Οι Μυτιληναίοι απαράσκευοι όντες και αναγκασθέντες να πολεμήσουν εξήλθον μετά των πλοίων των ολίγον έξω του λιμένος, ωσάν θέλοντες να ναυμαχήσουν· αλλά καταδιωχθέντες υπό των Αττικών πλοίων επρότειναν λόγους συμβιβαστικούς προς τους στρατηγούς, με τον σκοπόν να απομακρύνουν τα πλοία προς το παρόν, ει δυνατόν, κάμνοντες επιεικείς συμφωνίας. Οι δε στρατηγοί των Αθηναίων απεδέχθησαν, φοβούμενοι και αυτοί μήπως δεν είναι ικανοί να πολεμήσουν εναντίον όλης της Λέσβου. Και, αφού εσυμφωνήθη ανακωχή, στέλλουν οι Μυτιληναίοι εις τας Αθήνας ένα εκ των μηνυτών, ο οποίος είχεν ήδη μετανοήσει, και άλλους πρέσβεις διά να επιτύχουν την ανάκλησιν του στόλου υποσχόμενοι ότι δεν ήθελον αποστατήσει. Συγχρόνως όμως αποστέλλουν και εις την Λακεδαίμονα πρέσβεις επί ενός πολεμικού πλοίου διαφυγόντες την προσοχήν του ναυτικού των Αθηναίων, το οποίον ήτο ηγκυροβολημένον εις την προς βορράν της πόλεως Μαλέαν άκραν, διότι δεν επίστευαν ότι ήθελον επιτύχει παρά τοις Αθηναίοις. Και οι μεν πρέσβεις ταλαιπωρηθέντες εις το πέλαγος έφθασαν εις την Λακεδαίμονα και διεπραγματεύοντο εκεί, όπως σταλή βοήθεια (εις Μυτιλήνην).
5. Επειδή δε οι εξ Αθηνών πρέσβεις επανήλθον άπρακτοι, οι Μυτιληναίοι και η λοιπή Λέσβος πλην της Μηθύμνης απεφάσισαν να πολεμήσουν· οι Μηθυμναίοι μετά των Ιμβρίων και των Λημνίων και τινων άλλων ολίγων συμμάχων ήλθον εις βοήθειαν των Αθηναίων. Οι Μυτιληναίοι έκαμαν γενικήν έξοδον εναντίον του στρατοπέδου των Αθηναίων και εγένετο μάχη· και μολονότι εις αυτήν οι Μυτιληναίοι δεν ενικήθησαν, όμως ούτε να κατασκηνώσουν εις τους αγρούς ετόλμησαν ούτε να εμπιστευθούν εις τας δυνάμεις των, αλλ' ανεχώρησαν εις τα τείχη των, όπου έμεναν ησυχάζοντες και μη θέλοντες να κινδυνεύσουν ειμή με άλλας προπαρασκευάς, και εάν ήρχετο προς αυτούς βοήθεια εκ Πελοποννήσου. Τωόντι ο Λάκων Μελέας φθάνει, και ο Θηβαίος Ερμαιώνδας, οι οποίοι απεστάλησαν μεν προ της αποστασίας, αλλά μη δυνηθέντες να προλάβουν τους Αθηναίους κρυφίως μετά την μάχην ύστερον εισήλθον εις τον λιμένα διά πολεμικού πλοίου και συνεβούλευσαν να πέμψουν εις την Λακεδαίμονα και άλλους πρεσβευτάς μαζί με αυτούς επί άλλου πολεμικού πλοίου· τούτο δε και εγένετο.
6. Οι δε Αθηναίοι ενθαρρυνθέντες από την ησυχίαν των Μυτιληναίων και συμμάχους προσεκάλουν, οι οποίοι προθύμως προσήρχοντο βλέποντες ότι οι Λεσβίοι δεν ήσαν ισχυροί, και προσορμισθέντες εις το νότιον μέρος της πόλεως ωχύρωσαν δύο στρατόπεδα από τα δύο μέρη της πόλεως και απέκλεισαν και τους δύο λιμένας. Και την μεν χρήσιν της θαλάσσης απηγόρευσαν εις τους Μυτιληναίους, ούτοι όμως και οι άλλοι Λεσβίοι, οι οποίοι είχον ήδη ελθή προς βοήθειάν των, ήσαν κύριοι της επιλοίπου χώρας· οι Αθηναίοι δεν κατείχον πολύ διάστημα γύρω των στρατοπέδων, και η Μαλέα εχρησίμευε μάλλον εις αυτούς ως τόπος αγκυροβολήσεως των πλοίων και αγοράς. Τοιαύτα υπήρξαν τα πρώτα έργα της πολιορκίας της Μυτιλήνης.
7. Κατά την αυτήν εποχήν, διαρκούντος του θέρους τούτου, οι Αθηναίοι εξαπέστειλαν και κατά της Πελοποννήσου τριάκοντα πλοία, υπό τον στρατηγόν Ασώπιον τον Φορμίωνος συνεπεία αιτήσεως των Ακαρνάνων να τοις σταλή ως στρατηγός υιός τις ή συγγενής του Φορμίωνος. Τα πλοία εκείνα παραπλέοντα κατέστρεψαν τα παραθαλάσσια μέρη της Λακωνικής. Έπειτα ο Ασώπιος τα μεν πλειότερα των πλοίων αποστέλλει πάλιν εις Αθήνας, αυτός δε έχων δώδεκα φθάνει εις Ναύπακτον, και ύστερον σηκώσας εις τα όπλα όλους τους Ακαρνάνας στρατεύει κατά των Οινιαδών. Και αυτός μεν μετά των πλοίων αναπλέει τον Αχελώον, ο δε κατά γην στρατός ελεηλάτει την χώραν. Επειδή όμως η πόλις δεν παρεδίδετο, τον μεν πεζόν στρατόν διέλυσεν, αυτός δε πλεύσας εις την Λευκάδα απεβιβάσθη εις την Νήρικον· αλλά κατά την αναχώρησίν του αυτός και μέρος του στρατού φονεύονται από τους τρέξαντας εις βοήθειαν και από μερικούς ευρισκομένους εκεί διά την φρούρησιν. Ύστερον δε οι Αθηναίοι απέπλευσαν παραλαβόντες μαζί τους και τους νεκρούς διά συνθήκης.
8. Οι δε πρέσβεις των Μυτιληναίων οι διά του πρώτου πλοίου σταλέντες μετέβησαν εις την Ολυμπίαν, όπως παρήγγειλαν εις αυτούς οι Λακεδαιμόνιοι, ίνα και οι λοιποί σύμμαχοι συσκεφθούν, αφού τους ακούσουν. Ήτο δε η Ολυμπιάς κατά την οποίαν ενίκα το δεύτερον ο εκ Ρόδου Δωριεύς. (2) Και, επειδή μετά την εορτήν συνηθροίσθησαν εις συμβούλιον, οι πρέσβεις ωμίλησαν ως εξής.
9. « Ω άνδρες Λακεδαιμόνιοι και σεις οι σύμμαχοι, γνωρίζομεν την επικρατούσαν εις τους Έλληνας συνήθειαν λαός όστις αποστατεί εν καιρώ πολέμου και εγκαταλείπει τους πρώην συμμάχους του, καθίσταται μεν ευάρεστος εις τους υποδεχομένους αυτόν καθ' όσον ούτοι ωφελούνται, αλλά συγχρόνως περιφρονείται υπ' αυτών, διότι τον νομίζουν προδότην των προτέρων του φίλων. Η κρίσις αύτη δεν θα ήτο άδικος, εάν μεταξύ των αποστατούντων και εκείνων από τους οποίους ούτοι αποχωρίζονται υπήρχεν ομοιότης αισθημάτων και αγάπης, ισότης μέσων και δυνάμεως, και εάν δεν υπήρχε καμμία λογική αιτία προς αποστασίαν· αλλά μεταξύ ημών και των Αθηναίων τίποτε τοιούτον δεν υπάρχει. Δεν είναι λοιπόν παράδοξον αν, τιμώμενοι υπ' αυτών εν καιρώ ειρήνης ζητούμεν να τους εγκαταλείψωμεν εν καιρώ κινδύνων.
10. » Και πρώτον μεν θέλομεν εξετάσει το ζήτημα υπό την έποψιν της δικαιοσύνης και της χρηστότητος, ζητούντες προ πάντων την συμμαχίαν σας. Ηξεύρομεν ότι ούτε διαρκής φιλία υπάρχει μεταξύ των ιδιωτών ούτε συμμαχία ειλικρινής μεταξύ των πόλεων χωρίς την αμοιβαίαν τιμιότητα και χωρίς την ομοιότητα χαρακτήρων διότι εις την διαφοράν των αισθημάτων στηρίζονται αι διαφοραί των πράξεων. Μεταξύ ημών και των Αθηναίων εγένετο κατά πρώτον η συμμαχία, ότε σεις απεχωρήσατε εκ του Μηδικού πολέμου και οι Αθηναίοι έμειναν ίνα διεξαγάγουν αυτόν μέχρι τέλους. Εγίναμεν δε σύμμαχοι, ουχί διά να υποδουλώσωμεν τους Έλληνας εις τους Αθηναίους, αλλά διά να ελευθερώσωμεν τους Έλληνας από του Μήδου. Και ενόσω μεν οι Αθηναίοι ήσαν αρχηγοί με ισοτιμίαν τους ακολουθούσαμεν προθύμως· αλλ' ότε είδαμεν αυτούς να χαλαρώνουν το κατά του Μήδου μίσος και να καταγίνωνται με ζήλον διά την υποδούλωσιν των συμμάχων προς ωφέλειάν των, δεν ηδυνήθημεν να μη καταληφθώμεν υπό φόβων. Ένεκα της πολυψηφίας μη δυνάμενοι οι σύμμαχοι να συνέλθουν εις έν ίνα αντισταθούν υπεδουλώθησαν πλην ημών και των Χίων· ημείς δε όντες δήθεν αυτόνομοι και κατ' όνομα ελεύθεροι συνεστρατεύσαμεν. Αλλ' έχοντες ως παραδείγματα τα προηγούμενα γεγονότα δεν είχαμεν πλέον την αυτήν εμπιστοσύνην εις την ηγεμονίαν των διότι δεν ήτο πιθανόν, αφού υπεδούλωσαν εκείνους, τους οποίους εδέχθησαν ως ημάς εις την συμμαχίαν των, να μη πράξουν το αυτό και διά τους άλλους συμμάχους, εάν ήθελαν δυνηθή.
11. » Εάν διετηρούμεν όλοι την αυτονομίαν μας, θα ήμεθα οπωσδήποτε βεβαιότεροι ότι δεν ήθελαν εις βάρος μας νεωτερίση εις τίποτε. Αλλ' επειδή είχαν ήδη υποχειρίους τους πλείστους συμμάχους, και ημείς ήμεθα οι μόνοι προς τους οποίους ωμίλουν ισοτίμως, ήτο φυσικόν ότι εν μέσω της γενικής υποταγής μετά φθόνου θα έβλεπαν την εξαιρετικήν ημών ισότητα, καθ' όσον μάλιστα αυτοί μεν εγίνοντο οσημέραι δυνατώτεροι, ημείς δε εμένομεν πλέον απομονωμένοι. Ο αμοιβαίος φόβος είναι ο μόνος όστις παρέχει ασφαλή εγγύησιν εις συμμαχίαν· διότι ο θέλων να παραβή καθήκον τι προς τους συμμάχους αποτρέπεται συλλογιζόμενος ότι ισοδύναμος ων ίσως δεν ήθελεν υπερισχύσει. Εμείναμεν μέχρι τούδε αυτόνομοι ουχί δι' άλλο τι παρά διά να έχουν εύσχημον δικαιολογίαν της επί των Ελλήνων ηγεμονίας των, την οποίαν ήθελον να καταλάβουν διά διπλωματικής μάλλον μεθόδου παρά διά της βίας. Μετεχειρίζοντο ημάς ως απόδειξιν λέγοντες ότι οι ισόψηφοι Μυτιληναίοι δεν θα συνεξεστράτευον μη θέλοντες, εάν δεν είχον άδικον εκείνοι εναντίον των οποίων εξεστράτευον οι Αθηναίοι· συγχρόνως δε και τους ισχυροτάτους ημάς παρελάμβανον πρώτους εναντίον των ασθενεστέρων Ελλήνων, ίνα, αφού υπεδουλώνοντο οι άλλοι και εμένομεν ημείς τελευταίοι, μας νικήσουν ευκολώτερον ένεκα της εξασθενήσεως ημών. Εάν ήρχιζον από ημάς, ότε οι άλλοι σύμμαχοι είχαν ακόμη τας δυνάμεις των και στήριγμά τι, θα τοις ήτο ολιγώτερον εύκολον να μας υποτάξουν· άλλως τε και το ναυτικόν ημών ενέβαλε κάποιον φόβον μή ποτε συγκεντρούμενον και προστιθέμενον εις το ιδικόν σας ή εις άλλο εμβάλη αυτούς εις κίνδυνον· εν μέρει δε διαμένομεν ακέραιοι μέχρι σήμερον κολακεύοντες πάντοτε αυτούς και διαφθείροντες διά δώρων τους άρχοντας αυτών. Έχοντες ως παραδείγματα τα προς τους άλλους υπό των Αθηναίων γενόμενα νομίζομεν ότι η αυτονομία ημών αύτη δεν θα διήρκει επί πολύ, εάν δεν επήρχετο ο παρών πόλεμος.
12. »Τις ήτο λοιπόν η φιλία αύτη παρά η σταθερά ελευθερία την οποίαν είχαμεν περιποιούμενοι αλλήλους μετά δυσπιστίας ; Οι μεν Αθηναίοι μας επεριποιούντο ένεκα φόβου εν καιρώ πολέμου, ημείς δε επράττομεν προς αυτούς το αυτό εν καιρώ ειρήνης· και ενώ παρά τοις άλλοις η αγάπη βεβαιώνει την πίστιν, εις ημάς έκαμνεν αυτήν ισχυράν ο προς αλλήλους φόβος, διότι μάλλον υπό φόβου ή υπό φιλίας εμποδιζόμενοι εμένομεν σύμμαχοι· και οι ταχύτερον ενθαρρυνθέντες διά της ασφαλείας, εκείνοι έμελλον πρώτοι να διαλύσουν τας συνθήκας. Ώστε, εάν νομίση τις ότι αδικούμεν διά τον λόγον ότι απεστατήσαμεν χωρίς πριν να ίδωμεν τους Αθηναίους κακοποιούντας ημάς και χωρίς να περιμείνωμεν καταφανή απόδειξιν του κινδύνου που μας απειλεί, η σκέψις αυτού δεν είναι ορθή. Διότι, εάν ήμεθα επίσης δυνατοί όσον αυτοί ώστε και ότε μας επεβουλεύοντο να αντεπιβουλεύωμεν και ότε μας ανέβαλλαν να αναβάλλωμεν, τις η ανάγκη να υπακούωμεν εις αυτούς, ενώ είμεθα ίσοι κατά την δύναμιν; Επειδή δε είναι πάντοτε εις την εξουσίαν των να προσβάλλουν, είναι ανάγκη να προφυλαχθώμεν πριν μας επιτεθούν.
13. »Τοιαύτα, ω Λακεδαιμόνιοι και σύμμαχοι, έχοντες αίτια και αφορμάς απεστατήσαμεν. Καθαρά μεν αποδειγμένας εις τους ακούοντας, ώστε η πράξις μας να μην είναι αναιτιολόγητος, τόσον δε σοβαράς ώστε να εκφοβήσουν ημάς και να μας αναγκάσουν να ζητήσωμεν εξασφάλισιν. Ήδη προ πολλού εζητήσαμεν τούτο, ότε η ειρήνη διήρκει ακόμη, και επέμψαμεν προς σας διά να ομιλήσωμεν περί της αποστατήσεως· αλλ' ημποδίσθημεν ένεκα της μη παραδοχής σας· σήμερον δε, επειδή οι Βοιωτοί μας προσεκάλεσαν, υπηκούσαμεν ευθύς. Ενομίσαμεν ότι έπρεπε να χωρισθώμεν και από τους Έλληνας διά να μη τους αδικώμεν μετά των Αθηναίων, αλλά να ενεργήσωμεν μαζί σας την απελευθέρωσίν των, και από τους Αθηναίους διά να τους προλάβωμεν και να μη καταστραφώμεν υπ' αυτών βραδύτερον. Είναι αληθές ότι η αποστασία ημών εγένετο ταχύτερον αφ' ό,τι έπρεπε και απροπαράσκευα· αλλά τούτο είναι ισχυρότερος λόγος να μας δεχθήτε συμμάχους και να μας αποστείλητε ταχείαν βοήθειαν, όπως φανήτε ότι ηξεύρετε να προστατεύετε τους αξίους προστασίας και συγχρόνως να βλάπτετε τους εχθρούς. Ευκαιρίαν καλλιτέραν ταύτης δεν θα εύρετε. Διότι οι Αθηναίοι εξηντλήθησαν και υπό της νόσου και υπό της χρηματικής δαπάνης· εκ των πλοίων των δε τα μεν ευρίσκονται γύρω εις την χώραν σας, τα δε προσδιωρίσθησαν προς υποδούλωσιν ημών, ώστε δεν είναι πιθανόν ότι θα απαντήσετε πολλά πλοία των, εάν κατά το θέρος τούτο εισβάλητε και εκ δευτέρου διά θαλάσσης συγχρόνως και διά ξηράς. Εν τη περιπτώσει δε ταύτη ή δεν θα αντισταθούν εναντίον σας, όταν επιτεθήτε, ή θα φύγουν και από την χώραν σας και από την χώραν μας. Ας μη νομίση κανείς ότι περί ξένης γης θέλει εκτεθή εις ατομικούς κινδύνους. Η Λέσβος θα ευρίσκεται εγγύτατα διά να ωφελήση εκείνον, όστις την νομίζει απομακρυσμένην. Διότι ο πόλεμος δεν θα γίνη εις την Αττικήν, ως νομίζουν, αλλ' εις την χώραν ένεκα της οποίας η Αττική ωφελείται. Αι χρηματικαί πρόσοδοι των Αθηναίων προέρχονται από τους συμμάχους, θα αυξήσουν δε αύται ακόμη περισσότερον, εάν υποδουλώσουν ημάς· διότι ουδείς άλλος θέλει αποστατήσει πλέον, και τα εισοδήματα των θέλουν αυξηθή διά των ημετέρων φόρων, θέλομεν δε πάθει πλειότερα δεινά παρ' όσα έπασχον οι προ της υποδουλώσεως ημών υπήκοοί των. Εάν όμως μας βοηθήσετε προθύμως, και πόλιν θα αποκτήσετε μαζί σας έχουσαν μέγα ναυτικόν, του οποίου τα μάλιστα έχετε ανάγκην, και τους Αθηναίους ευκολώτερον θέλετε καταβάλη αποσπώντες χωρίς βίαν απ' αυτών τους συμμάχους (διότι θαρραλεώτερον θα προσέρχεται προς σας καθένας), και την κατηγορίαν την οποίαν είχετε μέχρι τούδε θα αποφύγετε, ότι δεν βοηθείτε τους από των Αθηναίων αποστατούντας. Εάν δε φανήτε ελευθερωταί, τότε η νίκη θα σας είναι ασφαλεστέρα.
14. » Σεβασθέντες λοιπόν και τας προς σας ελπίδας των Ελλήνων και τον Δία τον Ολύμπιον, εντός του ναού του οποίου καθήμεθα ως ικέται, βοηθήσατε τους Μυτιληναίους γινόμενοι σύμμαχοι ημών και μη μας εγκαταλείψετε, πού μολονότι εκθέτομεν την ζωήν μας εις κίνδυνον ατομικόν, εν τούτοις θα παράσχωμεν εις όλους εν περιπτώσει επιτυχίας ωφέλειαν κοινήν, αλλ' επίσης γενικωτέραν βλάβην, εάν, διότι δεν θα επείθεσθε σεις, ηθέλαμεν αποτύχει. Φανήτε άνδρες, οποίους και οι Έλληνες σας περιμένουσι και ο φόβος ημών σας επιθυμεί».
15. Ταύτα είπον οι Μυτιληναίοι. Οι δε Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοι, αφού τους ήκουσαν, δεχθέντες τας προτάσεις και τους Λεσβίους έκαμαν συμμάχους, και εις τους παρόντας συμμάχους παρήγγειλαν να υπάγουν ταχέως εκ των δύο μέρων εις τον ισθμόν διά να εισβάλουν εις την Αττικήν, και αυτοί πρώτοι έφθασαν εις τον ισθμόν, και μηχανάς προητοίμασαν διά να σύρουν τα πλοία και τα μεταφέρουν άνωθεν του ισθμού εκ της Κορίνθου εις την προς τας Αθήνας θάλασσαν, διότι εσκόπευον να επιτεθούν συγχρόνως και διά ξηράς και διά θαλάσσης. Και οι μεν Λακεδαιμόνιοι προθύμως έπραττον ταύτα· οι δε άλλοι σύμμαχοι απασχολημένοι εις την συγκομιδήν των καρπών και κουρασθέντες από τους πολέμους βραδέως συνηθροίζοντο.
16. Εννοήσαντες δε οι Αθηναίοι ότι αι προετοιμασίαι εκείναι εγίνοντο, διότι τους ενόμιζον αδυνάτους ηθέλησαν να αποδείξουν ότι η κρίσις των δεν ήτο ορθή, και ότι, χωρίς να καλέσουν οπίσω τον εν Λέσβω στόλον, ηδύναντο να αποδιώξουν εύκολα τον επερχόμενον από της Πελοποννήσου. Οπλίσαντες λοιπόν εκατόν πλοία και εισελθόντες εις αυτά αυτοί και οι μέτοικοι, πλην των ιππέων και των πεντακοσιομεδίμνων, παρέπλευσαν τον ισθμόν κάμνοντες επίδειξιν των δυνάμεων των και αποβιβαζόμενοι όπου ήθελον. Οι δε Λακεδαιμόνιοι βλέποντες τοιαύτην τόλμην, ενόμισαν ότι οι Λεσβίοι τους ηπάτησαν και ότι η επιχείρησις, την οποίαν εσκόπευαν, δεν θα ήτο δυνατόν να πραγματοποιηθή. Και επειδή οι σύμμαχοι δεν εφαίνοντο και ανηγγέλλετο ότι τα τριάκοντα πλοία των Αθηναίων τα περιπλέοντα την Πελοπόννησον κατέστρεφον τους αγρούς της Λακεδαίμονος, επέστρεψαν εις τα ίδια. Ύστερον δε παρεσκεύασαν ναυτικόν διά να το στείλουν εις την Λέσβον και εζήτησαν παρά των πόλεων να δώσουν αυταί τεσσαράκοντα πλοία και διώρισαν ναύαρχον τον Αλκίδαν, ο οποίος έμελλε να διεξαγάγη την εκστρατείαν εκείνην. Ανεχώρησαν δε και οι Αθηναίοι με τα εκατόν πλοία, ότε είδαν εκείνους αναχωρήσαντας.
17. Και κατά την εποχήν εκείνην, ότε εξέπλεον τα πλοία ταύτα, αι Αθήνας είχον πλοία πολλά και λαμπρά εις ενέργειαν, όμοια δε και ακόμη περισσότερα κατά την έναρξιν του πολέμου. Διότι και την Αττικήν και την Εύβοιαν και την Σαλαμίνα εφύλασσον με εκατόν, και περί την Πελοπόννησον ήσαν άλλα εκατόν, χωρίς να υπολογίσωμεν τα περί την Ποτείδαιαν και τα εις άλλα μέρη· εις τρόπον ώστε, εις έν μόνον θέρος, ο αριθμός όλων των πλοίων ανήλθεν εις διακόσια και πεντήκοντα. Η διατήρησις του στόλου τούτου και η πολιορκία της Ποτειδαίας εξήντλησαν ολίγον κατ' ολίγον τον δημόσιον θησαυρόν. Διότι την Ποτείδαιαν επολιόρκουν στρατιώται λαμβάνοντες δύο δραχμάς (διότι έκαστος αυτών είχε μίαν δραχμήν καθ' ημέραν και μίαν διά τον υπηρέτην του), τρισχίλιοι μεν όντες οι πρώτοι, οίτινες έμειναν καθ' όλην την διάρκειαν της πολιορκίας, εξακόσιοι δε και χίλιοι οι μετά του Φορμίωνος ελθόντες, οι οποίοι όμως δεν έμειναν μέχρι τέλους. Όλα τα πληρώματα των πλοίων ελάμβανον τον αυτόν μισθόν. Τα μεν χρήματα λοιπόν τοιουτορόπως εξωδιάσθησαν και τοιούτος ήτον ο αριθμός των εξωπλισμένων πλοίων.
18. Οι δε Μυτιληναίοι, κατά την αυτήν εποχήν, που οι Λακεδαιμόνιοι ήσαν περί τον ισθμόν, αυτοί και οι επίκουροι αυτών εστράτευσαν διά ξηράς εναντίον της Μηθύμνης, ελπίζοντες ότι ήθελον την κυριεύσει διά προδοσίας· προσβαλόντες όμως αυτήν και ιδόντες ότι δεν παρεδίδετο ανεχώρησαν διά της Αντίσσης, της Πύρρας και της Ερέσου· καταστήσαντες δε τα αμυντικά μέσα των πόλεων τούτων ασφαλέστερα και ενδυναμώσαντες τα τείχη, επέστρεψαν ταχέως εις τα ίδια. Μετά την αναχώρησιν αυτών εξεστράτευσαν οι Μηθυμναίοι κατά της Αντίσσης· αλλά υποστάντες επίθεσιν από τους εξελθόντας Αντισσαίους και τους βοηθήοαντας αυτούς εφονεύθησαν πολλοί, οι δε λοιποί ανεχώρησαν βιαστικά. Οι δε Αθηναίοι μαθόντες ταύτα, ότι οι Μυτιληναίοι ήσαν κύριοι της χώρας και ότι οι Αθηναίοι στρατιώται δεν ήσαν ικανοί δια να τους συγκρατούν, στέλλουν εις την αρχήν του φθινοπώρου τον στρατηγόν Πάχητα τον Επικούρου μετά χιλίων στρατιωτών αυτών. Οι στρατιώται ούτοι, εκτελούντες οι ίδιοι χρέη κωπηλατών, έφθασαν και περιετείχισαν την Μυτιλήνην δι' απλού τείχους κυκλοτερούς, οικοδομήσαντες συγχρόνως και φρούρια επί διαφόρων υψηλών μερών. Και η μεν Μυτιλήνη, ούτω στενώς επολιορκείτο από τα δύο μέρη και διά ξηράς και διά θαλάσσης, και ο χειμών ήρχιζε να γίνεται επαισθητός.
19. Έχοντες δε οι Αθηναίοι ανάγκην χρημάτων διά να εξακολουθήσουν την πολιορκίαν κατέβαλαν αυτοί πρώτοι συνεισφοράν εκ διακοσίων ταλάντων και έστειλαν προς τους συμμάχους των διά να συνάξουν χρήματα δώδεκα πλοία υπό τας διαταγάς του στρατηγού Λυσικλέους και τεσσάρων άλλων. Ο Λυσικλής περιπλέων διάφορους παραλίας συνήθροιζε χρήματα, και προχωρήσας εις την Καρίαν διά της πεδιάδος του Μαιάνδρου, από της Μυούντος μέχρι του Σανδίου λόφου, προσεβλήθη υπό των Καρών και των Αναιιτών και εχάθη μαζί με το περισσότερον μέρος του στρατού του.
20. Κατά τον αυτόν χειμώνα οι Πλαταιείς (πολιορκούμενοι πάντοτε υπό των Πελοποννησίων και των Θηβαίων), επειδή επιέζοντο υπό της πείνης και δεν ήλπιζαν ούτε βοήθειαν εκ των Αθηνών ούτε σωτηρίαν εξ άλλου μέρους, απεφάσισαν, συνεννοηθέντες μετά των συμπολιορκουμένων Αθηναίων, πρώτον μεν να εξέλθουν όλοι ομού και να υπερβούν τα τείχη των εχθρών, εάν κατώρθωναν ν' ανοίξουν διά της βίας διέξοδον. Του σχεδίου τούτου εισηγηταί ήσαν ο μάντις Θεαίνετος ο Τολμίδου και ο στρατηγός Ευμολπίδης ο Δαϊμάχου· έπειτα οι μεν ημίσεις εδίστασαν, νομίσαντες μεγάλον τον κίνδυνον, διακόσιοι δε και είκοσιν άνδρες επέμειναν μόνοι να εκτελέσουν την έξοδον διά του ακολούθου τρόπου. Έκαμαν κλίμακας ίσας με το τείχος των πολεμίων· εμέτρησαν δε αυτό κατά προσέγγισιν, οδηγούμενοι από τας επιστρώσεις των πλίνθων των τεθειμένων προς το μέρος των Πλαταιών και τας οποίας είχον αμελήσει να σκεπάσουν διά κονιάματος. Πολλοί συγχρόνως ηρίθμουν τας επιστρώσεις, και οι μεν ενδεχόμενον ήτο να σφάλλουν, οι δε περισσότεροι να επιτύχουν την αληθή αρίθμησιν. ’λλως δε επανελάμβανον πολλάκις την αρίθμησιν, και η απόστασις δεν ήτο τοσαύτη, ώστε να μη διακρίνουν εύκολα το μέρος, το οποίον ήθελον. Την μεν καταμέτρησιν λοιπόν των κλιμάκων τοιουτοτρόπως έλαβον, εικάσαντες το μέτρον εκ του πάχους μιας πλίνθου.
21. Το δε τείχος των Πελοποννησίων τοιούτον ήτο κατά την οικοδομήν. Είχε μεν δύο περιβόλους, τον ένα προς τας Πλαταιάς και τον άλλον εστραμμένον προς τα έξω, διά να αντισταθούν προς τας βοηθείας, αι οποίαι πιθανόν να ήρχοντο εξ Αθηνών, απείχον δε οι περίβολοι απ' αλλήλων δεκαέξ πόδας ολοκλήρους. Εις το μεταξύ των δεκαέξ τούτων ποδών διάστημα ήσαν κτισμένα οικήματα μοιρασμένα εις τους φύλακας, και ήσαν τοσούτον συνεχή, ώστε εφαίνοντο ως έν τείχος παχύ έχον αμφοτέρωθεν επάλξεις. Από δέκα δε εις δέκα επάλξεις υψούντο πύργοι μεγάλοι και ίσον πλάτος έχοντες με το τείχος, και κατείχον όλον το διάστημα το περιλαμβανόμενον μεταξύ του εσωτερικού και του εξωτερικού μετώπου, ούτως ώστε να μη υπάρχη διάβασις πλησίον των πύργων, αλλά να συνέχωνται δι' οπών ανοικτών εις το κέντρον αυτών. Κατά τας νύκτας λοιπόν, οπότε ο χειμών ήτο βροχερός, τας μεν επάλξεις εγκατέλειπαν, εφρούρουν δε εις τους πύργους, οίτινες ήσαν στεγασμένοι και απείχον ολίγον απ' αλλήλων. Το μεν τείχος λοιπόν διά του οποίου περιεφρουρούντο οι Πλαταιείς ήτο τοιούτον.
22. Ούτοι δε, άμα ητοιμάσθησαν, περιμείναντες νύκτα χειμερινήν, βροχεράν και συνάμα ασέληνον, εξήλθον της πόλεως· επί κεφαλής δ' αυτών ήσαν οι αίτιοι της επιχειρήσεως. Και πρώτον μεν διέβησαν την τάφρον ήτις περιέβαλλεν αυτούς, έπειτα δε επλησίασαν εις το τείχος των πολεμίων διαφυγόντες την προσοχήν των φυλάκων, οίτινες ούτε να τους ιδούν ηδύναντο ένεκα του σκότους, ούτε να ακούσουν τον κρότον των πλησιαζόντων βημάτων των ένεκα του ανέμου ο οποίος εβόϋζε δυνατά· εκτός τούτου οι Πλαταιείς ήσαν εις μακράν απόστασιν απ' αλλήλων, διά να μη τους προδώσουν τα αλληλοσυγκρουόμενα όπλα των. Ήσαν δ' ελαφρώς ωπλισμένοι και φορούντες υπόδημα μόνον εις τον αριστερόν πόδα διά να μη γλιστρούν εις τον πηλόν. Επλησίασαν λοιπόν εις τας μεταξύ των πύργων επάλξεις, όπου ήξευραν ότι ήσαν αφρούρητοι, πρώτον μεν οι φέροντες τας κλίμακας και προσήρμοσαν αυτάς· έπειτα δε ανέβησαν δώδεκα στρατιώται έχοντες ξιφίδιον και θώρακα, των οποίων ήτον αρχηγός Αμμέας ο Κοροίβου, ο οποίος και πρώτος ανέβη. Μετ' αυτόν δε ανέβαινον οι επόμενοι έξ εις καθένα από τους πύργους. Έπειτα μετά τούτους επροχώρουν άλλοι ελαφρά ωπλισμένοι με μικρά δόρατα, άλλοι δε κατόπιν έφερον τας ασπίδας των, όπως εκείνοι ευκολώτερον αναβαίνουν και τας οποίας ώφειλον να δώσουν άμα ήθελον φθάσει πλησίον των εχθρών. Οι πλειότεροι είχον ήδη αναβή, ότε ενόησαν αυτούς οι φύλακες των πύργων· διότι Πλαταιεύς τις, αναρριχηθείς εις τας επάλξεις, έρριψε κάτω μίαν κεραμίδα, ήτις πεσούσα έκαμε κρότον. Και αμέσως υψώθη βοή, οι δε πολιορκούντες ώρμησαν επί του τείχους χωρίς να ηξεύρουν πόθεν ήτο ο θόρυβος εκείνος εν μέσω της σκοτεινής και θυελλώδους νυκτός. Συγχρόνως δε οι εν τη πόλει μείναντες Πλαταιείς εξελθόντες προσβάλλουν το μέρος του τείχους το αντίθετον εκείνου διά του οποίου είχαν αναβή οι άνδρες αυτών όπως περισπάσουν την προσοχήν των Πελοποννησίων. Οι εχθροί λοιπόν θορυβηθέντες έμεναν ακίνητοι, ουδείς δ' ετόλμα να αφήση την θέσιν του αγνοών τι να εικάση περί των γινομένων. Εν τούτοις οι τριακόσιοι Πελοποννήσιοι, οίτινες είχον διαταγήν να βοηθούν, όπου ήθελεν επιστή ανάγκη, επροχώρησαν έξω του τείχους προς την βοήν, και ύψωσαν πυρά προς το μέρος των Θηβών, ίνα αναγγείλουν τον ερχομόν των εχθρών· αλλά και οι Πλαταιείς της πόλεως ύψωσαν επίσης πολλά πυρά παρεσκευασμένα εκ των προτέρων προς τον σκοπόν τούτον, ίνα οι εχθροί συγχύσουν τα πυρφόρα ταύτα σημεία, και υποπτεύοντες παν άλλο ή την αλήθειαν μη τρέξουν εις βοήθειαν πριν οι εξελθόντες Πλαταιείς διαφύγουν και εξασφαλισθούν.
23. Κατά το αυτό διάστημα οι Πλαταιείς εξηκολούθουν την ανάβασίν των· άμα δε οι πρώτοι έφθασαν εις την κορυφήν, έσφαξαν τους φύλακας και έγιναν κύριοι και των δύο πύργων καταλαβόντες τας διόδους διά να εμποδίσουν τους θέλοντας διά των διόδων τούτων να τρέξουν εις βοήθειαν. Έπειτα εφαρμόσαντες εκ του ύψους των τειχών κλίμακας εις τους πύργους ανεβίβασαν πλείστους εκ των συστρατιωτών των. Οι μεν εκ των πύργων τοξεύοντες ημπόδιζον τους ερχόμενους εις βοήθειαν και εκ των κάτω και εκ των άνω· συγχρόνως δε οι άλλοι, οίτινες ήσαν περισσότεροι, έστησαν ομού πολλάς κλίμακας και αποσπάσαντες τας επάλξεις υπερέβαινον το μεταξύ των πύργων κενόν διάστημα. Καθ' όσον διήρχοντο έμενον επί του χείλους της τάφρου και απ' εκεί ετόξευαν και ηκόντιζαν εναντίον καθενός, που προχωρών εις βοήθειαν προς το τείχος παρεκώλυε την διάβασιν των. Αφού όλοι διεπεραιώθησαν, οι εις τους πύργους ευρισκόμενοι, καταβαίνοντες τελευταίοι, έφθασαν μετά δυσκολίας εις την τάφρον, και τότε οι τριακόσιοι Πελοποννήσιοι τους εκυνήγησαν με δάδας εις τας χείρας. Αλλ' οι Πλαταιείς ευρισκόμενοι εις το χείλος της τάφρου, ηδύναντο εις το σκότος να τους διακρίνουν καλλίτερα και τους ετόξευον και τους ηκόντιζαν εις τα γυμνά μέρη του σώματος, ενώ ο εχθρός θαμβούμενος από τα φώτα δεν ηδύνατο να τους διακρίνη μέσα εις το σκότος. Τοιουτοτρόπως όλοι οι Πλαταιείς μέχρι και του τελευταίου διέβησαν την τάφρον μετά πολλής δυσκολίας και βίας· διότι ο σχηματισθείς επ' αυτής κρύσταλλος δεν ήτο τόσον στερεός ώστε να διαβούν δι' αυτού, αλλά μάλλον ήτο υδατώδης όπως συμβαίνει όταν πνέη ανατολικός μάλλον άνεμος παρά βορεινός, και η κατά την ανεμώδη εκείνην νύκτα πεσούσα χιών είχε πληρώσει ύδατος την τάφρον την οποίαν διεπέρασαν οι Πλαταιείς μόλις έχοντες την κεφαλήν εκτός του ύδατος. Εν τούτοις η απόδρασίς των έγινεν ευκολωτέρα ένεκα της βιαιότητος της θυέλλης.
24. Ορμήσαντες δ' από της τάφρου οι Πλαταιείς επροχώρουν άπαντες εις τον δρόμον, τον φέροντα προς τας Θήβας, δεξιά έχοντες τον ναόν του ήρωος Ανδροκράτους. Ενόμιζον ότι ποτέ δεν ήθελον τους υποπτεύσει ότι θα εξέλεγον την οδόν ταύτην, ήτις έφερε προς τους εχθρούς. Εν τούτοις έβλεπον τους Πελοποννησίους ότι τους εκυνήγουν με δάδας προς την οδόν την διά του Κιθαιρώνος και των Δρυός κεφαλών φέρουσαν εις τας Αθήνας. Και επί έξ μεν ή επτά σταδίους οι Πλαταιείς επροχώρουν προς τας Θήβας, έπειτα δε στρέψαντες προς τα οπίσω ηκολούθησαν τον δρόμον, που φέρει προς το όρος, εις Ερύθρας και Υσιάς· και διελθόντες τα όρη κατέφυγον εις τας Αθήνας διακόσιοι δώδεκα άνδρες. Είχον αναχωρήσει περισσότεροι· αλλά τινές εξ αυτών είχον επιστρέψει εις την πόλιν πριν αναβούν τας κλίμακας, είς μάλιστα τοξότης είχε συλληφθή κατά την εξωτερικήν τάφρον. Οι μεν λοιπόν Πελοποννήσιοι παύσαντες την καταδίωξιν επέστρεψαν εις τας θέσεις των· οι δε εν τη πόλει μείναντες Πλαταιείς ηγνόουν εντελώς τα γινόμενα· και μαθόντες παρά των επιστρεψάντων ότι ουδείς έζη εκ των συστρατιωτών των έπεμψαν κήρυκα άμα εξημέρωσε διά να συναθροίσουν διά συνθήκης τους νεκρούς· μαθόντες όμως την αλήθειαν έπαυσαν. Οι μεν Πλαταιείς λοιπόν τοιουτοτρόπως εσώθησαν διά μέσου των εχθρών.
25. Κατά τα τέλη δε του αυτού χειμώνος ο Λακεδαιμόνιος Σάλαιθος αποστέλλεται με πλοίον πολεμικόν εις Μυτιλήνην. Και φθάσας εις Πύρραν εξηκολούθησεν εκείθεν την πορείαν του διά ξηράς, και διαφυγών την προσοχήν εισήλθεν εις την Μυτιλήνην από μίαν χαράδραν, όπου το περιτείχισμα ήτο δυνατόν να το υπερβή κανείς, και είπεν εις τους άρχοντας ότι η εις την Αττικήν εισβολή έμελλε να γίνη προσεχώς, και τα τεσσαράκοντα πλοία τα προωρισμένα προς βοήθειάν των επρόκειτο να φθάσουν εντός ολίγου. Προσέθετε δε ότι αυτός είχε προαποσταλή διά να αναγγείλη ταύτα και διά να ενασχοληθή εις τας λοιπάς πολεμικάς παρασκευάς. Και οι μεν Μυτιληναίοι ενεθαρρύνθησαν και ολιγώτερον έκλινον προς την γνώμην να συνθηκολογήσουν μετά των Αθηναίων. Και ο χειμών αυτός ετελείωνε καθώς και το τέταρτον έτος του πολέμου τούτου, τον οποίον συνέγραψεν ο Θουκυδίδης.
26. Κατά το ακόλουθον δε θέρος οι Πελοποννήσιοι απέστειλαν εις την Μυτιλήνην τα τεσσαράκοντα δύο πλοία υπό τον Αλκίδαν τον οποίον κατέστησαν ναύαρχον εις αυτά, ούτοι δε καθώς και οι σύμμαχοι εισέβαλαν εις την Αττικήν, ίνα οι Αθηναίοι, παρενοχλούμενοι από τα δύο μέρη, μη δυνηθούν να προσβάλουν τα πλοία τα πλέοντα προς την Μυτιλήνην. Αρχηγός δε της εισβολής εκείνης ήτο ο Κλεομένης, προς πατρός θείος και επίτροπος του Παυσανίου, υιού του Πλειστοάνακτος και ανηλίκου ακόμη βασιλέως. Ελεηλάτησαν δε και τα πρότερον λεηλατηθέντα μέρη, και τα αναβλαστήσαντα, και όσα είχον παραλειφθή κατά τας προτέρας εισβολάς. Η εισβολή αύτη, μετά την δευτέραν, υπήρξε διά τους Αθηναίους η καταστρεπτικωτάτη από όλας· διότι οι Πελοποννήσιοι, περιμένοντες πάντοτε παρά της Λέσβου ειδήσεις περί των πλοίων των, τα οποία, ως επίστευαν, είχον ήδη φθάσει εκεί, διέτρεξαν όλην σχεδόν την χώραν λεηλατούντες αυτήν. Αλλ' επειδή η προσδοκία εκείνη απέβαινε ματαία και τα τρόφιμα είχαν τελειώσει, ανεχώρησαν και διελύθησαν κατά πόλεις.
27. Εν τω μεταξύ τούτω οι Μυτιληναίοι βλέποντες ότι δεν ήρχοντο τα από της Πελοποννήσου πλοία, ότι ο καιρός παρήρχετο και ότι τα τρόφιμα ήρχιζαν να τελειώνουν, αναγκάζονται να συνθηκολογήσουν προς τους Αθηναίους διά την εξής αιτίαν. Ο Σάλαιθος μη περιμένων πλέον και αυτός τα πλοία έδωκεν όπλα εις τον λαόν, ο οποίος πρότερον δεν είχε τοιαύτα, διά να κάμουν έξοδον εναντίον των Αθηναίων· αλλά μόλις ο λαός ωπλίσθη δεν ήθελε πλέον ν' ακούση τους άρχοντας, αλλά συναθροιζόμενος εις ομίλους επρόσταξε τους πλουσίους να φανερώσουν τον σίτον, τον οποίον είχαν κρυμμένον και να τον μοιράσουν εις όλους· άλλως, απειλούσαν ότι συνθηκολογούντες μετά των Αθηναίων θα παρέδιδον εις αυτούς την πόλιν.
28. Μαθόντες ταύτα οι διοικούντες, αλλά μη δυνάμενοι να εμποδίσουν τον λαόν και εννοούντες τον κίνδυνον τον οποίον ήθελον διατρέξει, εάν απεκλείοντο εκ της μετά των Αθηναίων συνθήκης, ηνώθησαν μετ' αυτού, διά να συνομολογήσουν μετά του Πάχητος και του στρατού του σύμβασιν, κατά την οποίαν οι Αθηναίοι θα ήσαν κύριοι να αποφασίσουν ό,τι ήθελαν περί των Μυτιληναίων, να εισέλθη ο στρατός των εις την πόλιν και να αποστείλουν εις τας Αθήνας οι Μυτιληναίοι πρεσβείαν διά να φροντίση περί των ιδίων των υποθέσεων. Μέχρις όμως της επιστροφής των πρέσβεων ο Πάχης υπεχρεούτο μήτε να δέση μήτε να ανδραποδίση μήτε να αποκτείνη κανένα Μυτιληναίον. Και η μεν σύμβασις αύτη εγένετο. Οι δε μετά των Λακεδαιμονίων συνεννοούμενοι καταληφθέντες υπό φόβου κατά την είσοδον του στρατού και μη νομίζοντες εαυτούς ασφαλείς εκάθισαν παρά τους βωμούς· ανεγείρας δ' αυτούς ο Πάχης τοις υπεσχέθη να μη τους βλάψη και τους παρακατέθεσεν εις την Τένεδον μέχρις ου οι Αθηναίοι ήθελαν αποφασίσει περί αυτών. Πέμψας δε και εις την ’ντισσαν τριήρεις υπέταξεν αυτήν και έλαβεν όλα τα στρατιωτικά μέτρα όσα ενόμισε κατάλληλα.
29. Οι δε εντός των τεσσαράκοντα πλοίων Πελοποννήσιοι, οίτινες ώφειλαν να φθάσουν γρήγορα, και περί την Πελοπόννησον ενδιέτριψαν πολύ και τον επίλοιπον πλουν εξετέλεσαν με αργοπορίαν· εις τρόπον ώστε η αναχώρησίς των δεν έγινε γνωστή εις τας Αθήνας ειμή αφού προσήγγισαν εις την Δήλον. Εκ της νήσου δε ταύτης μετέβησαν οι Πελοποννήσιοι εις την Ίκαρον και την Μύκονον, όπου έμαθαν κατά πρώτον ότι εκυριεύθη η Μυτιλήνη. Θέλοντες δε να βεβαιωθούν κατέπλευσαν εις το Έμβατον της Ερυθραίας· ότε δε κατέπλευσαν εις το Έμβατον, είχαν παρέλθει επτά ολόκληροι ημέραι από της αλώσεως της Μυτιλήνης. Βεβαιωθέντες δε περί της αληθείας συνεκρότησαν συμβούλιον περί των ληπτέων μέτρων· ο δε Ηλείος Τευτίαπλος είπε προς αυτούς τα εξής.
30. «Αλκίδα και αρχηγοί του Πελοποννησιακού στρατού όσοι είσθε παρόντες, η γνώμη μου είναι να πλεύσωμεν προς την Μυτιλήνην όπως ευρισκόμεθα, πριν γνωσθή ο ερχομός μας. Πολύ πιθανόν να εύρωμεν αφυλάκτους τους ανθρώπους, οίτινες μόλις προ μικρού εγένοντο κύριοι της πόλεως· προ πάντων εκ του μέρους της θαλάσσης, πού ποτέ δεν υποθέτουν ότι δύναται από αυτό να επέλθη εχθρός τις και όπου έχομεν κάθε δύναμιν όπως επιχειρήσωμεν την επίθεσιν. Είναι επίσης πιθανόν ότι και το πεζικόν αυτών θα είναι διεσπαρμένον εις τας οικίας κατά την συνήθη των νικητών αμέλειαν. Εάν λοιπόν επιτεθώμεν αίφνης και διά νυκτός, ελπίζω ότι μετά των εν τη πόλει, εάν μας έμεινεν ακόμη κανείς πιστός, θέλομεν γίνει κύριοι. Μη φοβηθώμεν τον κίνδυνον, έχοντες πεποίθησιν ότι ουδέν άλλο είναι το τοιούτον παρά νίκη εξ επιθέσεως. Ο στρατηγός, όστις και αυτός προφυλάσσεται και επιβλέπει τον εχθρόν, διά να επιχειρήση τοιαύτην επίθεσιν, πάντοτε σχεδόν αναδεικνύεται νικητής ».
31. Εκείνος μεν ταύτα ειπών δεν έπεισε τον Αλκίδαν. ’λλοι δέ τινες των εκ της Ιωνίας φυγάδων και οι συμπλέοντες Λεσβίοι τον συνεβούλευσαν, επειδή εφοβείτο τον κίνδυνον τούτον, να καταλάβη μίαν των εν τη Ιωνία πόλεων, ή την Αιολίοα Κύμην, ίνα έχοντες από την πόλιν εκείνην ορμητήριον δυνηθούν να επαναστατήσουν την Ιωνίαν (υπήρχε δε τοιαύτη ελπίς, καθότι κανείς δεν είδε δυσαρέστως την άφιξίν των). Και τους Αθηναίους ήθελον στερήσει της πρωτίστης πηγής των προσόδων των, και αυτοί θα ωφελούντο, εάν διετήρουν εκεί στόλον· ήλπιζον προσέτι ότι διά του μέσου τούτου ήθελον πείσει τον Πισσούθνην να συμπολεμήση μετ' αυτών. Ο δε Αλκίδας ουδέ ταύτα παρεδέχθη, αλλ' επέμενεν ότι, επειδή δεν ηδυνήθη να βοηθήση εγκαίρως την Μυτιλήνην, έπρεπε τάχιστα να επιστρέψη εις την Πελοπόννησον.
32. Αναχωρήσας ο εκ του Εμβάτου παρέπλεε τας ακτάς· και αποβιβασθείς εις την Μυόννησον των Τηίων έσφαξε τους πλείστους εκ των αιχμαλώτων, τους οποίους είχε συλλάβει κατά τον πλουν. ’μα δε ηγκυροβόλησεν εις τον λιμένα της Εφέσου, φθάνουν εκ των Αναίων Σάμιοι πρέσβεις λέγοντες ότι δεν ήτο συντελεστικόν προς απελευθέρωσιν των Ελλήνων να φονεύη ανθρώπους, που ούτε ωπλισμένας χείρας ύψωσαν ούτε εχθροί ήσαν, αλλά διετέλουν αναγκαστικώς σύμμαχοι των Αθηναίων· εάν δε εξηκολούθει πράττων ταύτα, ολιγίστους εχθρούς ήθελεν ελκύσει εις την φιλίαν του, μάλλον δε πολλούς φίλους ήθελε καταστήσει εχθρούς. Ο Αλκίδας πεισθείς εις τους λόγους τούτους ηλευθέρωσε και τους Χίους, οίτινες του έμεναν ακόμη αιχμάλωτοι, και άλλους τινάς· διότι εις την θέαν των πλοίων εκείνων ουδείς έφευγεν, αλλ' εξ εναντίας πάντες επλησίαζον νομίζοντες ότι ήσαν των Αθηναίων, και ουδ' εφαντάζοντό ποτε ότι πελοποννησιακός στόλος ήθελε πλησιάσει εις την Ιωνίαν ενόσω οι Αθηναίοι ήσαν κύριοι της θαλάσσης.
33. Αναχωρήσας δ' εκ της Εφέσου ο Αλκίδας έπλεε γρήγορα ωσάν να ετρέπετο εις φυγήν· διότι, ενώ ευρίσκετο ακόμη εις τα ύδατα της Κλάρου, έγινεν αντιληπτός από τα πλοία Σαλαμινίαν και Πάραλον (τα οποία έτυχον ερχόμενα εξ Αθηνών), και φοβηθείς την καταδίωξιν έπλεεν εις τ' ανοικτά, απόφασιν έχων να μη προσεγγίση θεληματικώς αλλού παρά εις την Πελοπόννησον. Αι ειδήσεις αύται έφθασαν εις τον Πάχητα και τους Αθηναίους πρώτον εκ της Ερυθραίας· κατόπιν δ' έφθασαν πανταχόθεν και επειδή η Ιωνία ήτον ατείχιστος, εφοβήθησαν πολύ μήπως οι Πελοποννήσιοι, μολονότι μη έχοντες σκοπόν να μείνουν, λεηλατήσουν τας πόλεις όσας ήθελον προσβάλει κατά τον περίπλουν αυτών. Η δε Σαλαμινία και η Πάραλος ήλθον αι ίδιαι να αναγγείλουν ότι είδον τον Αλκίδαν εις την Κλάρον. Τότε ο Πάχης έσπευσε να τον καταδιώξη, και επροχώρησε μάλιστα μέχρι της νήσου Πάτμου, αλλά βλέπων ότι δεν ηδύνατο να τον φθάση επέστρεψε. Κέρδος δε ενόμισεν, επειδή δεν συνήντησε το εχθρικόν ναυτικόν εις το πέλαγος, ότι δεν έμεινε τούτο εις κανέν άλλο μέρος όπου να στήση στρατόπεδον και να τον αναγκάση να το φυλάττη και να το περικλείση.
34. Παραπλέων δε εσταμάτησε κατά την επιστροφήν του εις το Νότιον, πόλιν των Κολοφωνίων, όπου ο λαός ούτος κατώκησεν, αφού η άνω πόλις εκυριεύθη υπό του Ιταμάνους και των βαρβάρων, τους οποίους προσεκάλεσεν εκεί εμφυλία στάσις· εκυριεύθη δε η πόλις αύτη, ότε εγίνετο εις την Αττικήν η δευτέρα εισβολή των Πελοποννησίων. Εν τούτοις οι καταφυγόντες εις το Νότιον και κατοικήσαντες εκεί ήρχισαν πάλιν τας εμφυλίους έριδας. Και μία μεν μερίς εξ αυτών εισαγαγούσα επικουρικόν στρατόν από Αρκάδας και βαρβάρους, τους οποίους είχε στείλει ο Πισσούθνης, εκλείσθη εις διατείχισμά τι· εισήλθον δ' επίσης μετ' αυτών και εκυβέρνων τας υποθέσεις όσοι από τους Κολοφωνίους της άνω πόλεως ήσαν φίλοι των Μήδων· η δε αντίπαλος μερίς αναγκασθείσα να φύγη προσεκάλεσε τον Πάχητα. Ούτος εζήτησε συνέντευξιν μετά του Ιππίου του εν τω διατειχίσματι αρχηγού των Αρκάδων, υποσχεθείς εις αυτόν ότι θα τον απέλυε πάλιν σώον και υγιά, εάν δεν εδέχετο τας προτάσεις του. Και ο μεν Ιππίας εξήλθε προς αυτόν· ο δε Πάχης τούτον μεν εφυλάκισεν, όχι όμως σιδηροδέσμιον, επιτεθείς δε εξ απροόπτου κατά του τειχίσματος εκυρίευσεν αυτό και εφόνευσεν όλους τους εν αυτώ ευρισκομένους Αρκάδας και βαρβάρους· επανέφερε δε τον Ιππίαν ως είχεν υποσχεθή· αλλ' άμα εισελθόντα τον συλλαμβάνει και τον φονεύει διά τόξου. Και απέδωκε το Νότιον εις τους Κολοφωνίους εξαιρέσας εκείνους όσοι έδειξαν φιλίαν προς τους Μήδους. Βραδύτερον οι Αθηναίοι στείλαντες οικιστάς, σύμφωνα με τους νόμους των, συνώκισαν το Νότιον, συναθροίσαντες εκ των διαφόρων πόλεων όλους τους διεσπαρμένους Κολοφωνίους.
35. Ο δε Πάχης επιστρέψας εις την Μυτιλήνην υπέταξε την Πύρραν και την Έρεσον· συλλαβών δε τον Λακεδαιμόνιον Σάλαιθον κρυμμένον εν τη πόλει αποστέλλει αυτόν εις Αθήνας μετά των εν Τενέδω κρατουμένων και των άλλων, τους οποίους υπέθετεν ως αιτίους της αποστασίας· αποπέμπει επίσης και το πλειότερον μέρος του στρατού. Μείνας δε μετά του υπολοίπου διωργάνωσε κατά το δοκούν τα της Μυτιλήνης και της λοιπής Λέσβου.
36. Ότε δ' έφθασαν οι Μυτιληναίοι και ο Σάλαιθος, οι Αθηναίοι τον μεν Σάλαιθον ευθύς εφόνευσαν, μολονότι ούτος υπέσχετο μεταξύ πολλών άλλων να απομακρύνη τους Πελοποννησίους και από των Πλαταιών, αι οποίαι επολιορκούντο ακόμη· περί δε των λοιπών διεσκέπτοντο. Εν τη οργή των απεφάσισαν όχι μόνον τους παρόντας να φονεύσουν, αλλά και όλους τους εφήβους Μυτιληναίους, και να ανδραποδίσουν τους παίδας και τας γυναίκας. Διότι εύρισκαν ασυγχώρητον το ότι απεστάτησαν χωρίς να έχουν παράπονα ως οι άλλοι· εκείνο δε το οποίον ηύξανε την οργήν των ήτο ότι ο στόλος των Πελοποννησίων, όπως βοηθήση την Μυτιλήνην, ετόλμησε να διακινδυνεύση εις τα παράλια της Ιωνίας· διότι δεν επίστευαν ότι οι Μυτιληναίοι είχαν αποστατήσει χωρίς να έχουν κατά νουν μέγα σχέδιον. Στέλλουν λοιπόν τριήρη προς τον Πάχητα, όπως αναγγείλη τα αποφασισθέντα και διατάξη αυτόν να φονεύση ταχέως τους Μυτιληναίους· αλλά κατά την επομένην ημέραν κατέλαβεν αυτούς ευθύς η μεταμέλεια και ανελογίσθησαν την σοβαρότητα και την σκληρότητα αποφάσεως, η οποία κατεδίκαζεν εις θάνατον ολόκληρον πόλιν και όχι τους αιτίους. ’μα ενόησαν τούτο οι παρόντες πρέσβεις των Μυτιληναίων και οι εν Αθήναις φίλοι των, παρεσκεύασαν τους άρχοντας ούτως ώστε να σκεφθούν και πάλιν περί του πράγματος τούτου· τους έπεισαν δε ευκόλως· διότι και οι άρχοντες ούτοι είχαν πεποίθησιν ότι οι πλείστοι των πολιτών επεθύμουν να κάμουν δευτέραν διάσκεψιν. Σχηματισθείσης λοιπόν της εκκλησίας αμέσως, ο καθείς επρότεινε την γνώμην του. Κλέων δε ο Κλεαινίτου, του οποίου η υπέρ του θανάτου γνώμη είχεν υπερισχύσει κατά την προτεραίαν, ο βιαιότερος των πολιτών εις πάσαν περίστασιν και μεγίστην έχων τότε επίδρασιν επί του δήμου, ανελθών εις το βήμα πάλιν έλεγε ταύτα.
37. «Πολλάκις και τώρα και κατά το παρελθόν υπεστήριξα ότι η δημοκρατία είναι αδύνατον να κυβερνά άλλους λαούς, και την γνώμην ταύτην ισχυροποιεί ακόμη περισσότερον η σημερινή μεταμέλειά σας περί των Μυτιληναίων. Συνηθίσαντες εις τον καθημερινόν βίον μήτε να φοβήσθε μήτε να επιβουλεύησθε αλλήλους πράττετε το αυτό και προς τους συμμάχους· και εάν η παραπειθόμενοι από την ευγλωττίαν των ή ενδίδοντες από οίκτον περιπίπτετε εις σφάλμα τι, δεν πιστεύετε ότι η αδυναμία σας θα σας αποβή επικίνδυνος και άνευ ευγνωμοσύνης εκ μέρους των συμμάχων. Δεν παρατηρείτε ότι η κυριαρχία σας είναι αληθής τυραννία επιβεβλημένη επί ανθρώπων επιβούλων, οίτινες ακουσίως υπακούουν, οίτινες, ουδεμίαν σας χρεωστούν χάριν διά τας γινομένας προς αυτούς με βλάβην ιδικήν σας χάριτας, αλλ' οίτινες σας υποτάσσονται από ανάγκην μάλλον παρά από ευγνωμοσύνην. Το δεινότατον δε πάντων είναι ότι ουδεμία πλέον σταθερότης θέλει υπάρχει εις τας αποφάσεις μας και δεν θα εννοώμεν ότι καλήτερον η πόλις μας να έχη κακούς, αλλά σταθερούς νόμους παρά καλούς αλλά ακύρους· ότι σώφρων αμάθεια είναι ωφελιμωτέρα της ακολάστου δεξιότητος· και ότι ως επί το πλείστον αι πόλεις ευδαιμονούν όταν έχουν ανθρώπους μετρίους παρ' όταν έχουν ανθρώπους συνετωτάτους· διότι ούτοι θέλουν αι ιδικαί των γνώμαι να φαίνωνται σοφώτεραι από τους νόμους και τα λεγόμενά των να κατισχύουν εις τας συνελεύσεις, ως να μη υπήρχον τάχα άλλαι μεγαλύτεραι ευκαιρίαι διά να δείξουν την ευφυίαν των, τούτου δ' ένεκα καταστρέφουν τας πόλεις· ενώ οι άλλοι, οι δυσπιστούντες προς την ιδίαν αυτών σύνεσιν, ομολογούν ότι είναι αμαθέστεροι των νόμων και ολιγώτερον ικανοί να επικρίνουν τον λόγον του ρήτορος· δίκαιοι δε όντες μάλλον κριταί παρά ρητορικοί αθληταί επιτυγχάνουν σχεδόν πάντοτε. Ούτω λοιπόν πρέπει να πράττωμεν και ημείς αντί να περιπλεκώμεθα εις αγώνα ευγλωττίας και ευφυίας και σας δίδωμεν συμβουλάς αντιθέτους προς τας πεποιθήσεις μας.