Εκεί, διά του χορού και διά του άσματος, σε τέρπουν ψάλλοντές σε, όταν κατέρχωνται εις αγώνας.
Ότι δε υπήρχε και αγών μουσικής και ήρχοντο όπως αγωνισθούν εις τα τοιαύτα, τούτο το μαρτυρεί διά των άλλων στίχων του αυτού ύμνου. Διότι υμνήσας τον Δηλιακόν χορόν των γυναικών τελειώνει τον έπαινον διά των εξής επών, εις τα οποία αναφέρει και τον εαυτόν του·
«Αλλ' ας είναι εις ημάς ίλεοι ο Απόλλων και η ’ρτεμις· σεις δε πάσαι, χαίρετε. Εμέ δε και κατόπιν ενθυμηθήτε, όταν βραδύτερον κανείς ξένος έλθη ενταύθα ταλαιπωρημένος και σας ερωτήση : Ω κόραι, ποίος εξ όλων των αοιδών είναι μάλλον ευάρεστος εις σας αφ' όσους έρχονται εδώ κ' ευχαριστείσθε απ'αυτόν περισσότερον;
Σεις δε πρόθυμοι όλαι αποκριθήτε επαινετικά:
Ο τυφλός, ο κατοικών εις την πετρώδη νήσον της Χίου».
Ιδού λοιπόν πώς ο Όμηρος, υπέδειξεν ότι άλλοτε εγίνετο μεγάλη συρροή και εορτή εις την Δήλον· ύστερον δε τους μεν χορούς και τα αναθήματα εξηκολούθουν να στέλλουν οι νησιώται και οι Αθηναίοι, οι αγώνες όμως και τα άλλα κατελύθησαν, πιθανώς υπό των συμφορών, μέχρι της στιγμής κατά την οποίαν οι Αθηναίοι αποκατέστησαν αυτούς πάλιν προσθέσαντες και ιπποδρομίας, αι οποίαι δεν υπήρχον πρότερον.
105. Κατά τον αυτόν δε χειμώνα οι Αμπρακιώται, συμφώνως με την υπόσχεσιν, την οποίαν είχον δώσει εις τον Ευρύλοχον διά να κρατήση τον στρατόν του, εξεστράτευσαν κατά του Αμφιλοχικού ’ργους μετά τρισχιλίιων οπλιτών και εισβαλόντες εις την Αργείαν κατέλαβον τας Όλπας, τείχος ισχυρόν επί λόφου πλησίον της θαλάσσης, το οποίον κτίσαντες άλλοτε οι Ακαρνάνες μετεχειρίζοντο ως κοινόν δικαστήριον· απέχει δε τούτο εικοσιπέντε σταδίους από της πόλεως των Αργείων, η οποία είναι παραθαλασσία. Εκ των Ακαρνάνων μέρος μεν έσπευσε προς βοήθειαν του ’ργους, μέρος δε εστρατοπέδευσεν εις χωρίον τι της Αμφιλοχίας, το οποίον ονομάζεται Κρήναι, όπως εμποδίσουν την ένωσιν των Αμπρακιωτών μετά του Ευρυλόχου και των Πελοποννησίων. Έστειλαν επίσης να προσφέρουν την αρχηγίαν εις τον Δημοσθένην, ο οποίος υπήρξε στρατηγός των Αθηναίων εις την Αιτωλίαν, και ειδοποίησαν τα είκοσι πλοία των Αθηναίων, τα οποία ευρίσκοντο περί την Πελοπόννησον και τα οποία εκυβερνώντο από τον Ιεροφώντα του Αντιμνήστου. Απέστειλαν δε και οι περί τας Όλπας Αμπρακιώται άγγελον εις την Αμπρακίαν, διά να ζητήσουν πολλήν συνδρομήν. Εφοβούντο μήπως οι μετά του Ευρυλόχου δεν δυνηθούν να διέλθουν διά των Ακαρνάνων και αναγκασθούν να πολεμήσουν μόνοι των ή να κινδυνεύσουν, εάν επεχείρουν υποχώρησιν.
106. Οι μεν λοιπόν μετά του Ευρυλόχου Πελοποννήσιοι, άμα έμαθαν την άφιξιν των Αμπρακιωτών εις τας Όλπας, ανεχώρησαν εκ του Προσχίου και έσπευσαν να τους συναντήσουν. Και διαβάντες τον Αχελώον επροχώρουν κατά της Ακαρνανίας, η οποία είχε μείνει έρημος ένεκα της συγκεντρώσεως των κατοίκων της εις το ’ργος, εν δεξιά μεν έχοντες την πόλιν των Στρατιών και την φρουράν αυτών, εν αριστερά δε την άλλην Ακαρνανίαν. Διελθόντες την χώραν των Στρατιών επροχώρουν διά της Φυτίας, έπειτα διά των έσχατων του Μεδεώνος και διά της Λιμναίας· εισήλθον δε εις την χώραν των Αγραίων, η οποία δεν ανήκεν ακόμη εις την Ακαρνανίαν, αλλ' ήτο χώρα φιλική. Φθάσαντες εις το όρος Θύαμον, το οποίον είναι άγριον, επροχώρουν δι' αυτού και κατέβησαν εις την Αργείαν, ενώ είχεν επέλθει ήδη νυξ, και διελθόντες απαρατήρητοι μεταξύ της πόλεως των Αργείων και της φρουράς των εν ταις Κρήναις Ακαρνάνων, ηνώθησαν μετά των εν ταις Όλπαις Ακαρνάνων.
107. Ενωθέντες δ' ούτω εσταμάτησαν άμα τη ημέρα πλησίον της ονομαζομένης Μητροπόλεως, όπου και εστραποπέδευσαν. Οι δε Αθηναίοι ολίγον μετά ταύτα ήλθον και μετά των είκοσι πλοίων εις τον Αμπρακικόν κόλπον, διά να βοηθήσουν τους Αργείους. Ήλθεν ωσαύτως και ο Δημοσθένης οδηγών διακοσίους οπλίτας Μεσσηνίους και εξήκοντα τοξότας Αθηναίους. Και τα μεν πλοία ηγκυροβόλησαν ενώπιον του λόφου τον οποίον κατείχον αι Όλπαι· οι δε Ακαρνάνες και ολίγοι Αμφίλοχοι (επειδή οι περισσότεροι εκρατούντο διά της βίας υπό των Αμπρακιωτών) συνελθόντες ήδη εις το ’ργος ητοιμάζοντο να πολεμήσουν τους εναντίους και εξέλεξαν ηγεμόνα όλου του συμμαχικού στρατού τον Δημοσθένην συνεργούντων και των ιδίων αυτών στρατηγών. Ούτος δε προσαγαγών τον στρατόν πλησίον της Όλπης εστρατοπέδευσεν εκεί· βαθεία δε χαράδρα εχώριζε τους δύο στρατούς. Και επί πέντε μεν ημέρας ησύχαζον, κατά δε την έκτην παρετάχθησαν αμφότεροι προς μάχην. Επειδή δε ο στρατός των Πελοποννησίων ήτον ισχυρότερος και κατείχε μέγα διάστημα, φοβηθείς ο Δημοσθένης μήπως κυκλωθή, έθεσεν ενέδραν εις οδόν τινα κοίλην και λοχμώδη οπλίτας και ψιλούς τετρακοσίους εν άλω, ίνα κατά την συμπλοκήν εγερθούν και προσβάλουν κατά νώτον τον εχθρόν προς το μέρος όπου ούτος ήθελεν είσθαι υπέρτερος κατά τον αριθμόν. Αφού δ' αμφότεροι ητοιμάσθησαν, ήλθον εις χείρας, και ο μεν Δημοσθένης κατείχε το δεξιόν κέρας μετά των Μεσσηνίων και ολίγων Αθηναίων, το δε άλλο, παραταγμένον εις σώματα ωρισμένα, κατείχον οι Ακαρνάνες μετά των ακοντιστών Αμφιλόχων, οίτινες ήσαν παρόντες εις την μάχην. Οι δε Πελοποννήσιοι και οι Αμπρακιώται ήσαν παραταγμένοι ανάμικτοι, πλην των Μαντινέων, οι οποίοι ήσαν συνηθροισμένοι προς το αριστερόν κέρας, αλλ' όχι εις την άκραν, την οποίαν κατείχεν ο Ευρύλοχος και οι μετ' αυτού, οι οποίοι ήσαν απέναντι των Μεσσηνίων και του Δημοσθένους.
108. Ήδη η συμπλοκή έγινε και το κέρας των Πελοποννησίων, υπέρτερον κατά τον αριθμόν, περιεκύκλωνε το δεξιόν των εναντίων, ότε οι εκ της ενέδρας Ακαρνάνες επιπεσόντες κατ' αυτού το προσέβαλον εκ των όπισθεν και το έτρεψαν εις φυγήν, ούτως ώστε μη δυνηθέν να υπομείνη την προσβολήν και κυριευθέν υπό φόβου παρέσυρεν εν τη φυγή του και το πλείστον μέρος του στρατεύματος· διότι, άμα είδον οι Πελοποννήσιοι καταστρεφόμενον το υπό τον Ευρύλοχον σώμα, το οποίον ήτο και το ισχυρότερον όλων, εφοβήθησαν πολύ περισσότερον. Οι Μεσσήνιοι, οίτινες ευρίσκοντο εις το μέρος τούτο, διεξήγαγον το πλείστον του έργου· οι δε Αμπρακιώται και οι κατά το δεξιόν κέρας ενίκων εις το μέρος των και εδίωξαν τον εχθρόν προς το ’ργος, διότι είναι οι μαχιμώτατοι των περί τα μέρη εκείνα κατοικούντων. Αλλ' ότε κατά την επιστροφήν των είδον την ήτταν του πλειοτέρου στρατού, πιεζόμενοι και αυτοί πολύ υπό των άλλων Ακαρνάνων, μόλις εσώθησαν εις τας Όλπας. Πλείστοι όμως αυτών εφονεύθησαν, άτακτα και συγκεχυμένα πίπτοντες εις το μέσον του εχθρού. Μόνοι οι Μαντινείς υπεχώρησαν εις καλήν τάξιν μετά του υπολοίπου στρατού. Και η μεν μάχη ετελείωσε περί την εσπέραν.
109. Την άλλην ημέραν δε ο Μενεδάϊος, ο οποίος παρέλαβε την στρατηγίαν μετά τον θάνατον του Ευρυλόχου και του Μακαρίου, απορών πώς, ύστερον από τοιαύτην ήτταν, θα υπομείνη την πολιορκίαν ευρισκόμενος αποκλεισμένος διά ξηράς και διά θαλάσσης από τα Αττικά πλοία, ή πώς θα σωθή, εάν υπεχώρει, στέλλει προς τον Δημοσθένην και τους στρατηγούς των Ακαρνάνων μήνυμα περί σπονδών και αναχωρήσεως και παραλαβής των νεκρών. Ούτοι δε συνήνεσαν εις την τελευταίαν αυτήν αίτησιν, έστησαν τρόπαιον και εσύναξαν τους νεκρούς των, τριακοσίους τον αριθμόν· αλλά δεν επέτρεψαν φανεράν αναχώρησιν εις όλους· μόνον ο Δημοσθένης, με την συγκατάθεσιν των συστρατήγων Ακαρνάνων, επέτρεψε κρυφίως εις τους Μαντινείς, εις τον Μενεδάϊον, εις τους άλλους στρατηγούς των Πελοποννησίων και εις τους επισημοτέρους του στρατού να αποχωρήσουν ταχέως, θέλων να απομονώση τους Αμπρακιώτας και το πλήθος των μισθωτών ξένων και να κατορθώση να εκπέσουν εις την υπόληψιν των Ελλήνων των χωρών εκείνων οι Λακεδαιμόνιοι και οι Πελοποννήσιοι παριστών αυτούς ως προδότας προτιμήσαντας μάλλον την ιδικήν των σωτηρίαν. Και οι μεν Πελοποννήσιοι συνάζοντες τους νεκρούς τους έθαπτον ταχέως και όπως ηδύναντο, και εκείνοι, εις τους οποίους είχε δοθή η άδεια να αποχωρήσουν επερίμεναν την κατάλληλον στιγμήν, διά να εκτελέσουν τούτο κρυφά.
110. Εις δε τον Δημοσθένην και τους Ακαρνάνας αγγέλλεται ότι οι Αμπρακιώται της πόλεως, εις την πρώτην εκ των Ολπών αγγελίαν, ήρχοντο προς βοήθειαν πάντες ομού, διά της χώρας των Αμφιλόχων, έχοντες σκοπόν να ενωθούν μετά των ευρισκομένων εις τας Όλπας και χωρίς να ηξεύρουν τίποτε εκ των εκεί συμβάντων. Ευθύς λοιπόν ο Δημοσθένης στέλλει μέρος του στρατού, διά να στήση εκ των προτέρων ενέδρας εις τας οδούς και καταλάβη τας οχυράς θέσεις. Μετά του επιλοίπου δε στρατού παρεσκευάζετο να σπεύση κατ' αυτών.
111. Εν τούτοις οι Μαντινείς και εκείνοι προς τους οποίους εσυνθηκολόγησεν εξελθόντες με την πρόφασιν να συλλέξουν λάχανα, και φρύγανα ανεχώρησαν ολίγον κατ' ολίγον, συλλέγοντες εκείνα διά τα οποία δήθεν εξήλθον· ότε δε έφθασαν πέραν της Όλπης, έσπευσαν την πορείαν των. Οι δε Αμπρακιώται και οι άλλοι οίτινες έμενον συναθροισμένοι, εννοήσαντες την αναχώρησίν των, ώρμησαν και αυτοί και ήρχισαν να τρέχουν θέλοντες να τους φθάσουν. Οι Ακαρνάνες ενόμισαν κατ' αρχάς ότι όλοι ανεχώρουν άνευ συνθήκης, και διά τούτο ήρχισαν να καταδιώκουν τους Πελοποννησίους· και μάλιστα στρατηγούς τινας οίτινες ανθίσταντο εις την καταδίωξιν και έλεγαν ότι υπήρχε σύμβασις είς στρατιώτης Ακαρνάν τους εκτύπησε διά του ακοντίου του νομίζων αυτούς προδότας· επί τέλους όμως τους μεν Μαντινείς και Πελοποννησίους αφήκαν να περάσουν, τους δε Αμπρακιώτας εφόνευσαν. Πολλή δε φιλονεικία επεκράτησε και άγνοια περί του ποίος ήτον Αμπρακιώτης και ποίος Πελοποννήσιος. Και διακόσιοι μεν περίπου εξ αυτών εφονεύθησαν, οι δε άλλοι κατέφυγαν εις την Αγραΐδα, η οποία ήτο γειτονική, όπου ο βασιλεύς των Αγραίων Σαλύνθιος, φίλος ων, υπεδέξατο αυτούς.
112. Οι δε εκ της πόλεως Αμπρακιώται φθάνουν εις την Ιδομένην· είναι δε η Ιδομένη δύο λόφοι υψηλοί. Ήτο ήδη νυξ ότε οι προαποσταλέντες υπό του Δημοσθένους στρατιώται προκατέλαβον τους Αμπρακιώτας και έφθασαν απαρατήρητοι εις τον μεγαλύτερον εξ αυτών· οι Αμπρακιώται, οι οποίοι είχον επίσης αναβή επί του μικροτέρου, διενυκτέρευσαν εκεί. Ο δε Δημοσθένης δειπνήσας επροχώρει μετά του επίλοιπου στρατεύματος άμα τη εσπέρα. Και αυτός μεν μετά του ημίσεος στρατού ήλθεν εις το στενόν, το δε άλλο ήμισυ διηυθύνετο διά των Αμφιλοχικών ορέων. ’μα τω όρθρω επιπίπτει κατά των Αμπρακιωτών, οι οποίοι ακόμη εκοιμώντο και δεν είχον εννοήσει τα γενόμενα νομίσαντες ότι οι επερχόμενοι ήσαν φίλοι· διότι επίτηδες ο Δημοσθένης προέταξε πρώτους τους Μεσσηνίους και προσέταξε να προσαγορεύουν τον εχθρόν λαλούντες την Δωρικήν γλώσσαν και να εμπνεύσουν εμπιστοσύνην εις τους προφύλακας· άλλως δε ήτο ακόμη νυξ και δεν ηδύναντο να αναγνωρισθούν. ’μα λοιπόν επέπεσε κατά του στρατεύματος των Αμπρακιωτών, το έφερεν εις αταξίαν και τους μεν περισσοτέρους αυτών εφόνευσαν, οι δε λοιποί έφυγαν ταχέως προς τα όρη. Αλλ' επειδή αι οδοί ήσαν από πριν κατειλημμέναι και συγχρόνως οι Αμφίλοχοι εγνώριζον την ιδικήν των χώραν και ήσαν ψιλοί εναντίον οπλιτών, ενώ ούτοι αγνοούντες τας διόδους δεν ήξευραν προς ποίον μέρος να διευθυνθούν, έπιπτον εις χαράδρας και τας προητοιμασμένας ενέδρας και κατεστρέφοντο. Έφευγον δε προς πάσας τας διευθύνσεις και μερικοί ετράπησαν προς την θάλασσαν, ήτις δεν απείχε πολύ, και άμα είδον τα Αττικά πλοία, τα οποία παρέπλεον κατά την ώραν, πού έγινεν η τροπή, διηυθύνθησαν προς αυτά κολυμβώντες, προτιμώντες εις τον τρόμον των να απολεσθούν διά της χειρός των εν τοις πλοίοις, εάν ήτο ανάγκη, παρά διά της χειρός των βαρβάρων και εχθίστων Αμφιλόχων. Οι μεν Αμπρακιώται λοιπόν τοιαύτην δεινήν ήτταν παθόντες εσώθησαν εις την πόλιν ολίγοι από πολλών· οι δε Ακαρνάνες σκυλεύσαντες τους νεκρούς και στήσαντες τρόπαια επέστρεψαν εις το ’ργος.
113. Την δ'επιούσαν ήλθε προς αυτούς κήρυξ εκ μέρους των Αμπρακιωτών, οίτινες εκ της Όλπης είχον καταφύγει εις τους Αγραίους, διά να ζητήση τα σώματα των ανδρών όσοι εφονεύθησαν μετά την πρώτην μάχην, ότε μετά των Μαντινέων και εκείνων πού εσυνθηκολόγησαν με σπονδάς εξήλθον άσπονδοι. Ιδών δε ο κήρυξ τα όπλα των εκ της πόλεως Αμπρακιωτών εθαύμαζε το πλήθος αυτών, διότι δεν εγνώριζε το πάθημα, αλλ' ενόμιζεν ότι ήσαν των συμπολιτών του. Ερωτηθείς δε υπό τινος διατί θαυμάζει και πόσοι εξ αυτών είχον φονευθή (ενόμιζε δε ο ερωτών ότι ο κήρυξ απετέλει μέρος των εν ταις Ιδομεναίς), ο κήρυξ απεκρίθη ότι εφονεύθησαν έως διακόσιοι. Απαντήσας δε ο ερωτών είπεν· « αλλ' αυτά τα όπλα δεν είναι διακοσίων ανδρών αλλά πλέον των χιλίων». Απεκρίθη πάλιν ο κήρυξ· «δεν είναι λοιπόν των ανδρών οίτινες εμάχοντο μεθ' ημών; »· ο συνομιλών είπε « ναι, εάν σεις επολεμήσατε χθες εν Ιδομένη»· «αλλ' ημείς δεν επολεμήσαμεν χθες με κανένα, αλλά προχθές εις την υποχώρησιν»· «και ημείς επολεμήσαμεν χθες προς αυτούς εξελθόντας εκ της πόλεως των Αμπρακιωτών, διά να βοηθήσουν τους συμπατριώτας των». ’μα ήκουσε ταύτα ο κήρυξ και ενόησεν ότι η πεμφθείσα εκ της πόλεως βοήθεια είχε καταστραφή, στενάξας βαθέως και καταπλαγείς διά το μέγεθος της καταστροφής, ανεχώρησεν αμέσως άπρακτος χωρίς να ζητήση πλέον τους νεκρούς. Η καταστροφή δε αύτη υπήρξεν η μεγίστη αφ' όσας υπέστη ελληνική πόλις εντός τόσον ολίγων ημερών κατά τον παρόντα πόλεμον. Δεν ανέφερα δε τον αριθμόν των αποθανόντων, διότι λέγεται ότι εχάθη απίστευτον πλήθος σχετικώς με το μέγεθος της πόλεως· ηξεύρω όμως ότι, εάν οι Ακαρνάνες και οι Αμφίλοχοι ήθελαν να καταλάβουν την Αμπρακίαν, πειθόμενοι εις τους Αθηναίους και τον Δημοσθένην, θα ηδύναντο ευκολώτατα να πράξουν τούτο· αλλ' εφοβήθησαν μήπως οι Αθηναίοι, έχοντες αυτήν, κατασταθούν γείτονες επίφοβοι.
114. Μετά ταύτα δώσαντες το τρίτον μέρος των σκύλων εις τους Αθηναίους διένειμαν τα άλλα μεταξύ των συμμάχων πόλεων. Και τα μεν εις τους Αθηναίους δοθέντα εκυριεύθησαν εις την θάλασσαν, αι δε τριακόσιαι πανοπλίαι, αίτινες φαίνονται σήμερον εις τους ναούς της Αττικής, εδόθησαν ιδιαιτέρως εις τον Δημοσθένην, ο οποίος τας έφερε διά θαλάσσης εις την πατρίδα του· η νίκη δε αύτη μετά την της Αιτωλίας συμφοράν κατέστησεν εις αυτόν την εις Αθήνας κάθοδον ολιγώτερον επικίνδυνον. Απήλθον δε εις την Ναύπακτον και οι ευρισκόμενοι εντός των είκοσι πλοίων Αθηναίοι. Μετά την αναχώρησιν αυτών και του Δημοσθένους οι Ακαρνάνες και οι Αμφίλοχοι συνωμολόγησαν μετά των Αμπρακιωτών και των Πελοποννησίων, οίτινες είχον καταφύγει πρώτον μεν εις τον βασιλέα των Αγραίων Σαλύνθιον, έπειτα δε εις τους Οινιάδας, συνθήκην, ήτις επέτρεψεν εις αυτούς να εγκαταλείψουν το άσυλον εκείνο. Κατόπιν οι Ακαρνάνες και οι Αμφίλοχοι έκαμον συνθήκας και εκατονταετή συμμαχίαν μετά των Αμπρακιωτών υπό τους ακολούθους όρους. Μήτε οι Αμπρακιώται ηνωμένοι μετά των Ακαρνάνων να πολεμήσουν τους Πελοποννησίους, μήτε οι Ακαρνάνες μετά των Αμπρακιωτών τους Αθηναίους, αλλά να βοηθούν αμοιβαίως τας ιδικάς των χώρας, να αποδώσουν οι Αμπρακιώται όσα χωρία και όσους ομήρους των Αμφιλόχων κατεκράτουν και να μη στείλουν βοήθειαν εις το Ανακτόριον, πόλιν πολεμίαν των Ακαρνάνων. Ταύτα συνομολογήσαντες έπαυσαν τον πόλεμον. Μετά δε ταύτα οι Κορίνθιοι έστειλαν εις την Αμπρακίαν φρουράν εκ τριακοσίων οπλιτών υπό τον στρατηγόν Ξενοκλείδαν τον Ευθυκλέους, οίτινες μετέβησαν διά ξηράς και έφθασαν μετά πολλάς ταλαιπωρίας. Και τα μεν συμβάντα της Αμπρακίας τοιαύτα ήσαν.
115. Οι δε εν τη Σικελία Ελληνες έκαμον κατά τον αυτόν χειμώνα απόβασιν εις την Ιμεραίαν, ενώ οι Σικελοί εισέβαλον εκ του εσωτερικού εις τα όρια της Ιμεραίας. Έπλευσαν επίσης και κατά των νήσων του Αιόλου. Επιστρέψαντες εις Ρήγιον εύρον εκεί τον Πυθόδωρον τον Ισολάχου, στρατηγόν των Αθηναίων, ελθόντα να διαδεχθή τον Λάχητα εις την διοίκησιν του στόλου. Τούτο δε, διότι οι εν Σικελία σύμμαχοι ήλθον προς τους Αθηναίους και τους έπεισαν να πέμψουν βοήθειαν εκ περισσοτέρων πλοίων· διότι οι Συρακούσιοι, κύριοι όντες της ξηράς και αγανακτούντες διότι ημποδίζοντο κατά θάλασσαν υπό ολίγων πλοίων, συνήθροιζον το ναυτικόν και ητοιμάζοντο να μη ανεχθούν επί πλέον την ύβριν ταύτην. Οι Αθηναίοι λοιπόν εξώπλισαν τεσσαράκοντα πλοία, διά να τα αποστείλουν εις τους συμμάχους των, συνάμα μεν νομίζοντες ότι τοιουτοτρόπως ήθελε τελειώσει ταχύτερον ο εκεί πόλεμος, συνάμα δε θέλοντες να εκτελέσουν ναυτικάς ασκήσεις. Είς εκ των τριών στρατηγών εστάλη πρώτος μετά τινων πλοίων, κατόπιν δε έμελλον να αποσταλούν ο Σοφοκλής Σωστρατίδου και ο Ευρυμέδων Θουκλέους μετά των περισσοτέρων πλοίων. Ο δε Πυθόδωρος παραλαβών από τον Λάχητα την διοίκησιν των πλοίων έπλευσε κατά τα τέλη του χειμώνος εναντίον του φρουρίου των Λοκρών, το οποίον ο Λάχης είχε κυριεύσει εις προηγουμένην εκστρατείαν. Νικηθείς όμως υπό των Λοκρών ανεχώρησεν.
116. Ότε δ' επλησίαζεν η άνοιξις, ρύαξ πυρός έρρευσεν από την Αίτναν, όπως τούτο είχε συμβή και πρότερον, και κατέστρεψε μέρος της χώρας των Καταναίων, οι οποίοι κατοικούν εις τους πρόποδας του όρους Αίτνης, ήτις είναι το μέγιστον των εν Σικελία ορέων. Λέγουν δε ότι η δευτέρα αύτη έκρηξις έγινε πεντήκοντα έτη μετά την πρώτην, και ότι εν συνόλω συνέβησαν τρεις εκρήξεις αφ' ότου η Σικελία κατοικείται υπό Ελλήνων. Ταύτα ήσαν τα συμβάντα του χειμώνος τούτου, μετά του οποίου ετελείωσε και το έκτον έτος του πολέμου τούτου, τον οποίον συνέγραψεν ο Θουκυδίδης.
ΒΙΒΛΙΟΝ Δ'.
ΘΟYΚΥΔΙΔΟΥ
ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΑΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ
ΒΙΒΛΙΟΝ Δ'.
1. Κατά το ακόλουθον θέρος, ότε ήρχισε να σχηματίζη στάχυς ο σίτος, δέκα πλοία των Συρακουσίων και άλλα τόσα των Λοκρών μετέβησαν επί τη προσκλήσει των κατοίκων εις Μεσσήνην της Σικελίας και κατέλαβαν αυτήν, αποσπασθείσαν τοιουτοτρόπως από της συμμαχίας των Αθηναίων. Έπραξαν δε τούτο οι Συρακούσιοι προ πάντων διότι έβλεπον ότι η θέσις εκείνη καθίστα εύκολον την προσβολήν της Σικελίας και διότι εφοβούντο μήπως οι Αθηναίοι εξ αυτής αφορμώμενοί ποτε επέλθουν κατ' αυτών μετά μεγαλυτέρας δυνάμεως. Το αίτιον δε των Λοκρών ήτο το μίσος των κατά των Ρηγίνων, τους οποίους ήθελαν να καταπολεμήσουν και από τα δύο μέρη. Εισέβαλαν λοιπόν οι Λοκροί εις την χώραν των Ρηγίνων με όλον τον στρατόν αυτών, διά να τους εμποδίσουν να στείλουν βοήθειαν εις τους Μεσσηνίους και συγχρόνως επειδή τους παρεκίνουν οι φυγάδες του Ρηγίου, οι οποίοι ήσαν πλησίον των διότι οι Ρηγίνοι προ πολλού εστασίαζαν και ήτον αδύνατον τότε να αποκρούσουν τους Λοκρούς, οι οποίοι ένεκα τούτου επέμεναν να επιτεθούν. Και οι μεν Λοκροί λεηλατήσαντες την χώραν απεσύρθησαν μετά του πεζικού, τα δε πλοία έμειναν φυλάττοντα την Μεσσήνην και τα άλλα πλοία, όσα ητοιμάζοντο, έμελλον να προσορμισθούν εκεί, διά να εξακολουθήσουν τον πόλεμον.
2. Περί την αυτήν εποχήν, κατά το έαρ, και πριν ωριμάση ο σίτος, οι Πελοποννήσιοι και οι σύμμαχοι εισέβαλαν εις την Αττικήν· ήτο δε στρατηγός ’γις ο Αρχιδάμου, βασιλεύς των Λακεδαιμονίων· και στρατοπεδεύσαντες ελεηλάτουν την χώραν. Οι δε Αθηναίοι και τα τεσσαράκοντα πλοία απέστειλαν εις Σικελίαν άμα παρεσκευάσθησαν, και τους υπολοίπους δύο στρατηγούς, τον Ευρυμέδοντα και τον Σοφοκλέα· διότι ο τρίτος αυτών, ο Πυθόδωρος, είχεν ήδη φθάσει πρότερον εις Σικελίαν. Είπον δε εις αυτούς να προστατεύσουν συνάμα τους εν τη πόλει Κερκυραίους, οι οποίοι εληστεύοντο υπό των ευρισκομένων εις το όρος φυγάδων, προς βοήθειαν των οποίων είχον έλθει εξήκοντα πλοία των Πελοποννησίων και, επειδή η πόλις έπασχε μεγάλως από πείναν, ήλπιζαν ότι ευκόλως ήθελον καταστή κύριοι αυτής. Ο δε Δημοσθένης, μένων ιδιώτης μετά την εξ Ακαρνανίας επιστροφήν, προσεκλήθη υπό των Αθηναίων, κατ' αίτησίν του, να μεταχειρισθή τα πλοία ταύτα, εάν ήθελε, περί την Πελοπόννησον.
3. Φθάσαντες δε εις τα παράλια της Λακωνικής και μαθόντες ότι τα πλοία των Πελοποννησίων ήσαν ήδη εις Κέρκυραν ο μεν Ευρυμέδων και ο Σοφοκλής έσπευδον να μεταβούν εις Κέρκυραν, ο δε Δημοσθένης εζήτει εξ εναντίας να προσεγγίσουν πρώτον εις την Πύλον, και, αφού πράξουν εκεί όσα έπρεπε, να εξακολουθήσουν έπειτα τον πλουν. Ενώ δε οι άλλοι, στρατηγοί αντέλεγαν εις την γνώμην ταύτην, επήλθε σφοδρά, τρικυμία, η οποία έσπρωξε τα πλοία εις την Πύλον. Ο Δημοσθένης ήρχισε πάλιν να παρακινή επιμόνως, όπως ευθύς οχυρώσουν την πόλιν διά τείχους (λέγων ότι προς τον σκοπόν τούτον είχε συνεκπλεύσει μετ' αυτών), και παρίστα ότι υπήρχεν αφθονία ξύλων και λίθων και ότι η θέσις ήτο φύσει οχυρά και ακατοίκητος καθώς και το πλείστον μέρος των πέριξ· διότι η Πύλος, κειμένη εις την αρχαίαν Μεσσηνίαν απέχει της Σπάρτης, τετρακοσίους σταδίους, καλούν δε αυτήν οι Λακεδαιμόνιοι Κορυφάσιον. Εις ταύτα οι στρατηγοί απεκρίθησαν ότι πολλά έρημα ακρωτήρια υπάρχουν εις την Πελοπόννησον, τα οποία ηδύνατο να καταλάβη, εάν ήθελε να υποβάλη την πόλιν εις μεγάλας δαπάνας. Αλλ' εις τον Δημοσθένην η θέσις αύτη εφαίνετο πολύ μάλλον κατάλληλος παρά κάθε άλλη, καθότι είχε λιμένα, και οι Μεσσήνιοι, συνηθισμένοι όντες προς αυτήν παλαιόθεν και λαλούντες την αυτήν διάλεκτον με τους Λακεδαιμονίους ηδύναντο μεγάλας βλάβας να προξενούν εις τον εχθρόν, ορμώμενοι εκείθεν και συγχρόνως να φυλάττουν αυτήν πιστώς.
4. Επειδή όμως δεν έπειθεν ούτε τους στρατηγούς ούτε ύστερον τους στρατιώτας, ότε ανεκοίνωσε το σχέδιόν του εις τους ταξιάρχας, έμεινεν ήσυχος εμποδιζόμενος υπό των εναντίων ανέμων μέχρις ου ζωηρά επιθυμία κατέλαβε τους στρατιώτας, οι οποίοι έμεναν αργοί, να περιτειχίσουν την θέσιν. Αμέσως λοιπόν ήρχισαν το έργον, μη έχοντες μεν εργαλεία διά το πελέκημα των λίθων, φέροντες όμως τους λίθους τους οποίους εξέλεγαν ένα προς ένα και τακτοποιούντες αυτούς όπως προσηρμόζετο έκαστος· και τον πηλόν, όπου υπήρχεν ανάγκη αυτού, εκόμιζον επί της ράχεώς των εν ελλείψει αγγείων, κύπτοντες διά να τον υποβαστάζουν και συμπλέκοντες όπισθεν τας χείρας διά να μη πίπτη. Και έσπευδαν παντοιοτρόπως να προλάβουν τους Λακεδαιμονίους τειχίζοντες τα μάλλον εύκολα εις έξωθεν επίθεσιν μέρη πριν ούτοι σπεύσουν προς βοήθειαν της θέσεως· διότι το πλείστον μέρος αυτής ήτο φύσει οχυρόν και δεν είχεν ανάγκην τείχους.
5. Οι δε Λακεδαιμόνιοι τότε ετέλουν εορτήν τινα· και, άμα έμαθον την είδησιν ταύτην, δεν ανησύχησαν, νομίζοντες ότι επί τη εμφανίσει των ο εχθρός δεν ήθελε δυνηθή να υπομείνη την επίθεσίν των ή ότι ευκόλως ήθελαν καταλάβει την θέσιν διά της βίας· ημποδίζοντο δε άλλοις, διότι ο στρατός αυτών ήτο ακόμη εις τας Αθήνας. Τειχίσαντες δε οι Αθηναίοι εις έξ ημέρας τα προς την ήπειρον μέρη και όσα άλλα είχαν απόλυτον ανάγκην, αφήκαν προς φύλαξιν της θέσεως τον Δημοσθένην μετά πέντε πλοίων, και με τα επίλοιπα πλοία έσπευσαν να πλεύσουν προς την Κέρκυραν και την Σικελίαν.
6. Οι δε ευρισκόμενοι εις την Αττικήν Πελοποννήσιοι, άμα ήκουσαν ότι κατελήφθη η Πύλος, επέστρεψαν ταχέως εις τα ίδια. Οι Λακεδαιμόνιοι και ο βασιλεύς ’γις εθεώρουν ότι το συμβάν της Πύλου απέβλεπεν εις αυτούς ατομικώς· άλλως δε, επειδή εισέβαλαν πολύ προώρως και ο σίτος δεν είχεν ωριμάσει ακόμη, οι πλείστοι εστερούντο τροφής· επί πλέον επήλθε ψύχος ασύνηθες εις τοιαύτην ώραν του έτους και ο στρατός υπέφερε πολύ. Όλα ταύτα τα αίτια συνετέλεσαν, ώστε να αναχωρήσουν ταχύτερον και να καταστήσουν πολύ ολιγοχρόνιον την εισβολήν εκείνην· διότι μόνον δεκαπέντε ημέρας έμειναν εις την Αττικήν.
7. Κατά τον αυτόν δε χρόνον ο στρατηγός των Αθηναίων Σιμωνίδης, συναθροίσας ολίγους Αθηναίους εκ των φρουρίων και πλήθος συμμάχων εγχωρίων, κατέλαβε διά προδοσίας την Ηιόνα εις τα παράλια της Θράκης, αποικίαν των Μενδαίων και εχθράν των Αθηναίων. Αλλά, επειδή έτρεξαν ταχέως οι Χαλκιδείς και οι Βοττιαίοι προς βοήθειαν, απεκρούσθη και έχασε πολλούς των στρατιωτών.
8. Μόλις επέστρεψαν οι Πελοποννήσιοι εκ της Αττικής, οι μεν Σπαρτιάται και οι πλησιέστεροι περίοικοι έσπευσαν προς βοήθειαν της Πύλου, οι δε άλλοι Λακεδαιμόνιοι, μόλις φθάσαντες από άλλην εκστρατείαν, εκίνησαν πολύ αργότερα. Παρήγγειλαν δε εις την Πελοπόννησον να πέμψη όσον τάχιστα βοηθείας εις την Πύλον και προσεκάλεσαν επίσης να έλθουν και τα εν Κερκύρα εξήκοντα πλοία των, τα οποία μεταφερθέντα άνωθεν του ισθμού της Λευκάδος έφθασαν εις την Πύλον χωρίς να παρατηρηθούν υπό των εν Ζακύνθω αττικών πλοίων· είχε δε προσέλθη ήδη και ο πεζός στρατός. Ο δε Δημοσθένης ενώ επλησίαζεν ο πελοποννησιακός στόλος, εξαπέστειλεν εις Ζάκυνθον δύο πλοία, διά να μηνύση εις τον Ευρυμέδοντα και τους ευρισκομένους εις τα πλοία Αθηναίους να σπεύσουν, διότι εκινδύνευεν η Πύλος. Και τα μεν πλοία ανεχώρησαν ταχέως εκ της Ζακύνθου, κατά την παραγγελίαν του Δημοσθένους· οι δε Λακεδαιμόνιοι παρεσκευάζοντο να προσβάλουν το τείχος κατά γην και κατά θάλασσαν, νομίζοντες ότι ευκόλως θα εκυρίευαν κτίριον το οποίον κατεσκευάσθη βιαστικά και εφυλάσσετο από ολίγους ανθρώπους. Περιμένοντες από στιγμής εις στιγμήν προστρέχοντα εις βοήθειαν τα πλοία των Αθηναίων είχον κατά νουν, εάν δεν κατώρθουν να κυριεύσουν πρότερον την θέσιν, να κλείσουν όλας τας εισόδους του λιμένος, όπως μη δυνηθούν να προσορμισθούν εις αυτόν οι Αθηναίοι. Η νήσος η σήμερον ονομαζομένη Σφακτηρία, εκτεινομένη κατά μήκος του λιμένος και κειμένη εγγύς, την προφυλάττει από τους ανέμους και δύο μόνον εισόδους αφήνει στενάς· εκ τούτων η πρώτη, απέναντι της Πύλου και των Αθηναϊκών τειχισμάτων, εις δύο μόνον πλοία παρέχει δίοδον η δευτέρα, εις την άλλην άκραν, δύναται να δεχθή οκτώ ή εννέα. Η νήσος αύτη, τότε έρημος, ήτο πολύδενδρος και δεν είχε δρόμους διαβατούς, το δε μήκος αυτής ήτον έως δεκαπέντε στάδιοι. Και τας μεν εισόδους έμελλον να κλείσουν στενώς διά των πλοίων, τα οποία να έχουν εστραμμένην την πρώραν εις την θάλασσαν, εις δε την νήσον, επειδή εφοβούντο μήπως ο εχθρός τους πολεμήση, απ' εκεί, απεβίβασαν οπλίτας και έθεσαν άλλους καθ' όλον το μήκος της ηπείρου. Διά του τρόπου τούτου οι Αθηναίοι ήθελαν εύρει την νήσον κατειλημμένην και ουδέν μέρος κατάλληλον προς απόβασιν επειδή τα έξω της εισόδου και προς το πέλαγος παράλια της Πύλου δεν έχουν λιμένας, οι Αθηναίοι ουδαμού ηδύναντο να αποβιβασθούν, διά να σπεύσουν εις βοήθειαν των στρατιωτών των· και τοιουτοτρόπως οι Πελοποννήσιοι άνευ ναυμαχίας και κινδύνου θα ηδύναντο κατά πάσαν πιθανότητα να εκπολιορκήσουν την θέσιν, η οποία εστερείτο τροφίμων και εφρουρείτο ανεπαρκώς. Αφού δε παρεδέχθησαν τα μέτρα ταύτα, διεβίβασαν εις την νήσον τους οπλίτας κληρώσαντες αυτούς εξ όλων των λόχων. Και είχαν μεν διαβιβασθή πρότερον άλλοι διαδοχικώς, οι τελευταίοι όμως, οίτινες και έμειναν εκεί, ήσαν τετρακόσιοι είκοσι, εκτός των Ειλώτων. Αρχηγός δε αυτών ήτον Επιτάδας ο Μολόβρου.
9. Βλέπων δε ο Δημοσθένης τους Λακεδαιμονίους ετοιμαζομένους να επιτεθούν διά ξηράς και διά θαλάσσης παρεσκευάζετο και αυτός και ανασύρας εις την παραλίαν τα πλοία τα οποία του είχαν αφήσει, παρέταξεν αυτά υπό το τείχισμα και ώπλισε τους ναύτας αυτών με ασπίδας φθαρμένας και κατεσκευασμένας ως επί το πλείστον από λυγαριάν· διότι εις τον έρημον εκείνον τόπον δεν ήτο δυνατόν να εύρουν άλλα όπλα· εκείνα μάλιστα, τα οποία μετεχειρίσθησαν, τα έλαβαν από ένα τριακόντορον πλοίον και ένα ταχύπλουν πειρατικόν των Μεσσηνίων, τα οποία ευρέθησαν εκεί κατά τύχην. Οι Μεσσήνιοι ούτοι παρέσχον τεσσαράκοντα οπλίτας, τους οποίους ο Δημοσθένης ήνωσε μετά των άλλων. Και τους μεν πολλούς των αόπλων και των ωπλισμένων έταξε προς το μέρος της ηπείρου επί όλων των ισχυρών και ασφαλών μερών, διατάξας αυτούς ν' απωθήσουν το πεζικόν, εάν επήρχετο κατ' αυτών· αυτός δε εκλέξας εξ όλων εξήκοντα οπλίτας και ολίγους τοξότας εχώρει έξω του τείχους προς την θάλασσαν, εις το μέρος, όπου υπέθετεν ότι οι εχθροί ήθελαν αποπειραθή ν' αποβιβασθούν· το μέρος εκείνο ήτο μεν δυσπρόσιτον και πετρώδες και προς το πέλαγος στραμμένον, αλλά, επειδή το τείχος εκεί ήτον ασθενέστερον, ενόμισεν ο Δημοσθένης ότι οι εχθροί μετά προθυμίας ήθελαν σπεύσει να αποβιβασθούν· οι δε Αθηναίοι, μη υποθέσαντές ποτε ότι ήτο δυνατόν να νικηθούν κατά θάλασσαν, παρημέλησαν να οχυρώσουν το μέρος εκείνο, εις τρόπον ώστε ο εχθρός, εάν επεχείρει εκεί απόβασιν, είχεν ελπίδα επιτυχίας. Ενταύθα λοιπόν, προχωρήσας προς αυτήν την παραλίαν, παρέταξε τους οπλίτας, όπως εμποδίση, ει δυνατόν, την απόβασιν και τους απηύθυνε την εξής προτροπήν :
10. «Ω άνδρες, οι μετ' εμού συμμεριζόμενοι τον παρόντα κίνδυνον, κανείς ας μη θελήση εις τοιαύτην κρίσιμον στιγμήν να φανή ότι είναι συνετός, ακριβώς υπολογίζων το μέγεθος του κινδύνου πού μας περιστοιχίζει, αλλά μάλλον, πλήρης απερισκέπτου πεποιθήσεως ας ορμήση κατά των εχθρών ελπίζων ότι ούτω μόνον θέλει αναδειχθή νικητής. Απέναντι αναποφεύκτου ανάγκης ουδεμία σκέψις απαιτείται αλλά παράβολος τόλμη. Εγώ δε βλέπω ότι πλείστας ελπίδας έχομεν επιτυχίας, εάν θελήσωμεν να υπομείνωμεν και να μεταχειρισθώμεν τα πλεονεκτήματα ημών χωρίς να φοβηθώμεν το πλήθος των εχθρών. Το δυσπρόσιτον της θέσεως νομίζω ότι αποβαίνει υπέρ ημών. Εάν υπομείνωμεν, θα μας είναι υποβοηθητικόν, εάν δε υποχωρήσωμεν, μολονότι είναι δύσκολα προσιτόν, θέλει κατασταθή ευκολοπρόσιτον εις τους Λακεδαιμονίους, όταν κανείς δεν ευρεθή εκεί, διά να τους αντισταθή· τότε δε θα τους εύρωμεν πολύ φοβερωτέρους, εάν, μη δυναμένους να υποχωρήσουν, θελήσωμεν έπειτα να τους αναγκάσωμεν εις τούτο. Ενόσω ευρίσκονται επί των καταστρωμάτων, εύκολον είναι να τους πολεμήσωμεν, άμα όμως αποβιβασθούν, ο αγών καθίσταται ίσος. Αλλ' ουδέ το πλήθος αυτών είναι επίφοβον· διότι, μολονότι πολύ, μικρόν όμως μέρος αυτού θα πολεμή κάθε φοράν, μη ευρίσκον μάλιστα πού να προσορμισθή. Δεν πρόκειται ενταύθα περί μάχης εις πεδιάδα, ότε, επειδή είναι ίσα όλα τα μέσα, η πλάστιγξ κλίνει υπέρ του αριθμητικώς ανωτέρου, αλλά περί μάχης εκ των πλοίων, και γνωστόν είναι ότι εις την θάλασσαν απαιτείται να συντρέξουν πολλαί και ευνοϊκαί περιστάσεις. Νομίζω λοιπόν ότι τα μειονεκτήματα αυτών ισοφαρίζουν τον μικρόν αριθμόν μας. Ομιλών προς σας, πού είσθε Αθηναίοι, και γνωρίζετε εκ πείρας πόσον δυσχερής είναι η απόβασις, επί παρουσία εχθρού, ο οποίος έχει απόφασιν να υπομείνη και να μη υποχωρήση φοβηθείς τον κρότον των κυμάτων και την ορμητικήν προσέγγισιν των πλοίων, σας προτρέπω να μείνετε σταθεροί εις τους βράχους τούτους και να αμυνθήτε κατά του εχθρού, όπως και τον εαυτόν σας σώσετε και την θέσιν αυτήν ».
11. Μετά την παρότρυνσιν ταύτην του Δημοσθένους οι Αθηναίοι ησθάνθησαν πλειότερον θάρρος, και ακολουθήσαντες αυτόν παρετάχθησαν παρά την θάλασσαν, Οι δε Λακεδαιμόνιοι επροχώρησαν τότε και προσέβαλαν την θέσιν διά του πεζού στρατού και των πλοίων, τα οποία ήσαν τεσσαράκοντα τρία· ήτο δε ναύαρχος αυτών ο Σπαρτιάτης Θρασυμηλίδας ο Κρατησικλέους, όστις και προσέβαλε το μέρος το οποίον είχε προϊδεί ο Δημοσθένης. Και οι μεν Αθηναίοι ημύνοντο αμφοτέρωθεν, και εκ της ξηράς και εκ της θαλάσσης· οι δε Λακεδαιμόνιοι, διαιρέσαντες τον στόλον εις μικράς μοίρας, διότι δεν ηδύναντο να πλησιάσουν πολλοί, προσέβαλλαν και ανεπαύοντο αλληλοδιαδόχως. Οι δε στρατιώται κάθε προθυμίαν κατέβαλλαν παροτρυνόμενοι αμοιβαίως διά ν' απωθήσουν τους Αθηναίους και καταλάβουν την θέσιν, προ πάντων όμως διεκρίθη ο Βρασίδας. Αυτός διοικών έν πλοίον και βλέπων ότι ένεκα του δυσπροσίτου της ακτής οι τριήραρχοι και οι κυβερνήται, φοβούμενοι μήπως συντρίψουν τα πλοία των, εδίσταζον να πλησιάσουν και εις αυτά ακόμη τα μέρη όπου εφαίνετο δυνατή η προσέγγισις, εβόα λέγων ότι δεν έπρεπε, φειδόμενοι ξύλων, να αφήσουν τους εχθρούς να εγείρουν τείχος εις την χώραν των, και παρώτρυνεν όχι μόνον να προσεγγίσουν και να κατασυντρίψουν τα πλοία, αλλά και οι σύμμαχοι να μη διστάσουν κατόπιν τόσων ευεργεσιών, να θυσιάσουν κατά την περίστασιν ταύτην τα πλοία των εις τους Λακεδαιμονίους, εξοκέλλοντες δε και αποβιβαζόμενοι διά παντός τρόπου να νικήσουν τους εχθρούς και να κυριεύσουν την θέσιν.
12. Και ο μεν Βρασίδας τοιουτοτρόπως παρώτρυνε και τους άλλους και τον ιδικόν του κυβερνήτην αναγκάσας να εξοκείλη το πλοίον επροχώρησε προς την αποβάθραν· αλλ' ενώ προσεπάθει να αποβή ανεκόπη υπό των Αθηναίων, και τραυματισθείς εις πολλά μέρη του σώματος ελιποψύχησε· καθ' ην στιγμήν δε έπιπτεν εις τα έμπροσθεν της πρώρας, η ασπίς ωλίσθησεν εις την θάλασσαν και οι Αθηναίοι λαβόντες αυτήν, ριφθείσαν υπό των κυμάτων εις την ξηράν, προσήρτησαν ύστερα εις το τρόπαιον, το οποίον έστησαν προς ανάμνησιν της προσβολής εκείνης. Οι δε άλλοι, με όλας των τας προσπάθειας, δεν ηδυνήθησαν να αποβούν τόσον ένεκα του δυσπροσίτου της θέσεως, όσον και ένεκα της αντιστάσεως των Αθηναίων, οι οποίοι δεν υπεχώρουν.
Αλλόκοτος μεταβολή τύχης! Οι Αθηναίοι κατά ξηράν και εις χώραν Λακωνικήν απέκρουον τους Λακεδαιμονίους επιτιθεμένους διά θαλάσσης, ενώ ούτοι επιβαίνοντες εις πλοία προσεπάθουν να αποβιβασθούν εις ιδίαν χώραν, γενομένην όμως εχθρικήν, και να προσβάλλουν τους Αθηναίους· διότι κατ' εκείνον τον χρόνον, γενική επεκράτει ιδέα ότι οι μεν υπερείχον διά την ηπειρωτικήν τακτικήν, οι δε διά την περί τα ναυτικά τελείαν εμπειρίαν των.
13. Μετά τας προσβολάς τας οποίας έκαμον κατ' εκείνην την ημέραν και μέρος της ακολούθου έπαυσαν την μάχην· κατά την τρίτην δε ημέραν έστειλαν και μερικά πλοία εις Ασίνην, διά να φέρουν ξύλα προς κατασκευήν μηχανών, ελπίζοντες διά των μηχανών τούτων να κυριεύσουν το προς τον λιμένα τείχος, το οποίον ήτο μεν υψηλόν, παρείχεν όμως ευκολίαν προς απόβασιν. Εν τούτω τω μεταξύ φθάνουν τα πεντήκοντα πλοία των Αθηναίων εκ της Ζακύνθου· διότι μετ' αυτών είχαν ενωθή τινα εκ των φρουρούντων την Ναύπακτον και τέσσαρα των Χίων. Ότε δε είδον την ήπειρον και την νήσον πλήρη οπλιτών, και εις τον λιμένα τον εχθρικόν στόλον μη εξερχόμενον, ευρέθησαν εις απορίαν πού να αράξουν· ακολούθως όμως έπλευσαν προς την νήσον Πρώτην, η οποία είναι έρημος και δεν απέχει πολύ, και διενυκτέρευσαν εκεί. Την επιούσαν δ' έπλευσαν εις τανοικτά προπαρασκευασθέντες ως διά ναυμαχίαν, κάμνοντες διπλήν υπόθεσιν, ή ότι ο εχθρός θα εξήρχετο εις το πέλαγος προς συνάντησίν των, ή ότι αυτοί θα εισήρχοντο εις τον λιμένα. Και οι μεν Λακεδαιμόνιοι ούτε εξήλθον εις το πέλαγος, ούτε έκλεισαν τας εισόδους του λιμένος, ως διενοήθησαν αλλ' ησυχάζοντες επί της ξηράς ενησχολούντο να επιβιβάζουν τα στρατεύματα των και να παρασκευάζωνται, εν περιπτώσει προσβολής, να ναυμαχήσουν εντός του λιμένος, ο οποίος δεν ήτο μικρός.
14. Οι δε Αθηναίοι εννοήσαντες τους σκοπούς των επέπεσαν κατ' αυτών δι' αμφοτέρων των εισόδων, και προσβαλόντες τα περισσότερα πλοία, τα οποία προτείναντα την πρώραν απεμακρύνοντο ήδη από της παραλίας, έτρεψαν αυτά εις φυγήν. Καταδιώκοντες δε αυτά, επειδή ο χώρος ήτο μικρός, έβλαψαν πολλά, εκυρίευσαν πέντε, και έν πλοίον πολεμικόν με όλον το πλήρωμα· ώρμησαν δε και κατά των λοιπών, τα οποία είχον καταφύγει εις την ξηράν και κατέστρεψαν εκείνα εις τα οποία, δεν είχον προφθάσει να εισέλθουν τα πληρώματα και να απομακρυνθούν· άλλα πάλιν τα έδεσαν εκ της πρύμνης και τα έσυρον κενά, τραπέντων εις ταχείαν φυγήν των εις αυτά ανδρών. Ταύτα βλέποντες οι Λακεδαιμόνιοι και υπερβολικά στενοχωρούμενοι διά το πάθημα, το οποίον έκλειεν εις την νήσον τους πολεμιστάς των, ηγωνίσθησαν να τους βοηθήσουν και εισερχόμενοι εις την θάλασσαν ένοπλοι ελάμβαναν τα πλοία των και τα έσυρον προς το μέρος, όπου έμεναν. Έκαστος ενόμιζεν ότι θα επήρχετο αποτυχία όπου αυτούς δεν συνήργει ατομικώς. Ηγέρθη λοιπόν θόρυβος μέγας και διαφέρων μόνον ως προς τον τρόπον, διά του οποίου καθείς των μαχομένων επολέμει πέριξ των πλοίων διότι οι μεν Λακεδαιμόνιοι καταπλαγέντες, αλλά πλήρεις προθυμίας, ουδέν άλλο έπρατταν, ούτως ειπείν, παρά εναυμάχουν επί της ξηράς, οι δε Αθηναίοι, νικώντες και θέλοντες, να παρατείνουν όσον το δυνατόν περισσότερον τα πλεονεκτήματα των, επεζομάχουν επί των πλοίων. Τέλος μετά πολλούς αγώνας και πληγάς εκατέρωθεν εχωρίσθησαν, και οι Λακεδαιμόνιοι διέσωσαν τα κενά των πλοία, εκτός εκείνων, τα οποία είχον κυριευθή εις τας αρχάς. Ότε δε απεσύρθησαν καθείς εις το ίδιον στρατόπεδον, οι μεν Αθηναίοι έστησαν τρόπαιον, απέδωκαν τους νεκρούς, εσύναξαν τα ναυάγια των πλοίων και ευθύς ήρχισαν να περιπλέουν την νήσον, διά να αποκλείουν φυλάττοντες τους εν αυτή μείναντας Λακεδαιμονίους, οι δε εν τη ηπείρω Πελοποννήσιοι, οι οποίοι πανταχόθεν είχον έλθει ήδη προς βοήθειαν, έμειναν στρατοπεδευμένοι πλησίον της Πύλου.
15. ’μα ηγγέλθησαν εις την Σπάρτην τα γεγονότα της Πύλου, απεφασίσθη, ως αν προέκειτο περί μεγάλης συμφοράς, να καταβούν οι άρχοντες εις το στρατόπεδον, ίνα, εκ του σύνεγγυς βλέποντες τα πράγματα, σκεφθούν αμέσως τι συνέφερε να πράξουν. Οι άρχοντες ανεγνώρισαν μεν το αδύνατον του να συντρέξουν τους πολεμιστάς των, δεν ηθέλησαν όμως να τους αφήσουν να αποθάνουν της πείνης ή να καταβληθούν υπό του πλήθους· έκριναν λοιπόν ότι προτιμότερον ήτο να συνομολογήσουν με τους στρατηγούς των Αθηναίων ανακωχήν μόνον ως προς την Πύλον, εάν συγκατετίθεντο να στείλουν εις τας Αθήνας πρέσβεις προς συμβιβασμόν και να προσπαθήσουν όσον το δυνατόν ταχύτερον να ελευθερώσουν τους πολεμιστάς των.
16. Ότε δε εδέχθησαν οι στρατηγοί την πρότασιν ταύτην, συνωμολογήθη η ανακωχή υπό τους εξής όρους. Οι μεν Λακεδαιμόνιοι να φέρουν εις την Πύλον και να παραδώσουν εις τους Αθηναίους τα πλοία μετά των οποίων είχον ναυμαχήσει καθώς και όλα τα μακρά πλοία όσα ευρίσκοντο εις την Λακωνικήν, και να απέχουν κάθε επιθέσεως εναντίον του τειχίσματος είτε διά ξηράς είτε διά θαλάσσης· οι δε Αθηναίοι να επιτρέπουν εις τους εν τη νήσω αποκλεισμένους άνδρας ωρισμένην ποσότητα σίτου αλεσμένου, ήτοι δύο χοίνικας Αττικάς αλεύρου δι' έκαστον, δύο κοτύλας οίνου και κρέας, εις έκαστον δε υπηρέτην τα μισά εκ τούτων· αι αποστολαί αύται ώφειλον να γίνουν υπό τα όμματα των Αθηναίων και κανέν πλοίον να μη εισπλεύση κρυφά· να φυλάττουν δε και την νήσον οι Αθηναίοι χωρίς όμως να αποβιβασθούν εις αυτήν και να απέχουν κάθε επιθέσεως κατά του Πελοποννησιακού στρατού είτε διά ξηράς είτε διά θαλάσσης. Εις την ελαχίστην δε παραβίασιν, η οποία ήθελε γίνει υπό του ενός ή υπό του άλλου, η ανακωχή διελύετο. Έμελλε δε αύτη να διαρκέση μέχρις ου επανέλθουν εκ των Αθηνών οι πρέσβεις των Λακεδαιμονίων, τους οποίους υπεχρεούντο να αποστείλουν οι Αθηναίοι διά πολεμικού πλοίου και να τους επαναφέρουν. ’μα δε τη επιστροφή των η ανακωχή ήθελε παύσει και οι Αθηναίοι ώφειλαν να παραδώσουν τα πλοία εις την κατάστασιν εις την οποίαν τα είχον παραλάβει. Και η μεν ανακωχή έγινεν υπό τοιούτους όρους και παρεδόθησαν πλοία περί τα εξήκοντα· οι δε πρέσβεις ελθόντες εις τας Αθήνας είπον ταύτα.
17. « Οι Λακεδαιμόνιοι έπεμψαν ημάς, ω Αθηναίοι, διά να διαπραγματευθώμεν μαζί σας περί των ευρισκομένων εις την νήσον ανδρών και να σας πείσωμεν να πράξετε εκείνο, το οποίον και εις σας θα είναι ωφέλιμον, και εις ημάς αξιοπρεπές εις την παρούσαν ημών συμφοράν. Δεν παραβαίνομεν δε τας συνηθείας μας, εάν σήμερον μακρύνωμεν τον λόγον, διότι το αξίωμά μας είναι να ομιλώμεν ολίγα, όπου δεν χρειάζονται πολλά, και να λέγωμεν πολλά, όταν παρουσιάζεται περίστασις να πράττωμεν το καθήκον μας ερμηνεύοντες διά λόγων μακροτέρων κάθε σπουδαίαν υπόθεσιν. Ακούσατε λοιπόν τους λόγους τούτους όχι ως παρά πολεμίων λεγομένους, μηδέ ως διδασκαλίαν γινομένην προς ασυνέτους, αλλά μάλλον ως υπενθύμισιν διδομένην προς άνδρας συνετούς, όπως σκεφθούν καλώς. Εις την εξουσίαν σας απόκειται το να μεταχειρισθήτε την παρούσαν ευτυχίαν προς το συμφέρον σας διατηρούντες όσα κατέχετε και προσλαμβάνοντες τιμήν και δόξαν. Μη μιμηθήτε τους ανθρώπους εκείνους, οι οποίοι ευτυχήσαντες απροσδοκήτως δεν έχουν πλέον όριον εις την φιλοδοξίαν των. ’νθρωποι, πού καθώς σεις και ημείς εδοκιμάσαμεν πόσον η τύχη είναι ασταθής, έχουν δικαίωμα και καθήκον να δυσπιστούν προς αυτήν.
18. » Διά να πεισθήτε, αρκεί να ρίψετε έν βλέμμα εις τας παρούσας ημών συμφοράς. Ημείς, οι οποίοι απολαύομεν πλείστης υπολήψεως μεταξύ των Ελλήνων, ερχόμεθα να ζητήσωμεν από σας εκείνο, το οποίον προ ολίγου ενομίζαμεν ότι ημείς μάλλον ήμεθα κύριοι να δώσωμεν. Και μόλον τούτο επάθαμεν αυτό ούτε ένεκα στερήσεως δυνάμεως ούτε υπερηφανευθέντες διά την αύξησιν αυτής, αλλ' επειδή, την αυτήν έχοντες πάντοτε δύναμιν, ηπατήθημεν εις τας σκέψεις μας, όπως τούτο δύναται να συμβή εις πάντας. Δεν πρέπει λοιπόν και σεις, ένεκα της δυνάμεως της πόλεώς σας και του μεγέθους των προσφάτων επιτυχιών σας, να πιστεύσετε ότι η ευτυχία θα σας είναι πάντοτε σύντροφος. Φρόνιμοι είναι οι εξασφαλίζοντες τας αμφιβόλους ευτυχίας, οι προς τας συμφοράς συνετώτερον αντέχοντες, και οι γνωρίζοντες ότι δεν δύνανται να μακραίνουν ή να παρατείνουν κατ' αρέσκειαν τον πόλεμον, αλλ' ότι αι περιστάσεις οδηγούν αυτούς· οι δε τοιούτοι εις ολιγώτερα περιπίπτουν σφάλματα, διότι δεν επαίρονται βασιζόμενοι εις την κατά τον πόλεμον επιτυχίαν των και συμβιβάζονται προς τους εχθρούς εις αυτήν την ακμήν της ευτυχίας των. Τούτο είναι έντιμον, ω Αθηναίοι, να πράξετε σήμερον προς ημάς, ίνα μη βραδύτερον αποδοθούν εις την τύχην και αι μέχρι τούδε επιτυχίαι σας, εάν μη πειθόμενοι πράξετε σφάλματα (εις τα οποία πολλά όντα ενδέχεται να περιπέσετε), ενώ δύνασθε να καταλίπετε εις τους μεταγενεστέρους ασφαλή υπόληψιν ανδρείας και ευβουλίας.
19. » Οι δε Λακεδαιμόνιοι σας προσκαλούν να συνθηκολογήσετε και να διαλύσετε τον πόλεμον, προσφέροντες μεν εις σας ειρήνην, συμμαχίαν και κάθε φιλίαν και οικειότητα προς αλλήλους να υπάρχη· αντί τούτων δε ζητούν τους εν τη νήσω άνδρας, νομίζοντες ότι είναι προτιμότερον εις αμφοτέρους ημάς να μη διατρέξωμεν πλέον άλλους κινδύνους είτε διαφύγουν οι άνδρες ούτοι διά της βίας ωφελούμενοι από κάποιαν ευνοϊκήν περίστασιν είτε, στενώς πολιορκηθέντες, περιέλθουν περισσότερον εις την εξουσίαν σας παρ' ό,τι τώρα. Και έχομεν την γνώμην ότι αι μεγαλύτεραι έχθραι διαλύονται βεβαιότερα όχι όταν ανταμυνόμενος κανείς και νικών κατά το πλείστον εις τον πόλεμον αναγκάζη αυτόν δι' όρκων και μη θέλοντα εις συνθήκας αδίκους, αλλ' όταν, δυνάμενος να πράξη τούτο μετ' επιεικείας, και υπερτερών κατά την γενναιότητα την προσδοκίαν του εχθρού, συμβιβάζεται μετ' αυτού με μετρίους όρους. Τότε ο εχθρός ούτος, οφείλων να μη εκδικηθή ως βιασθείς, αλλά ν' αποδώση την ευεργεσίαν, αισχύνεται και εμμένει προθυμότερον εις τας συνθήκας· άλλως οι άνθρωποι δεικνύουν μετριοπάθειαν μάλλον προς τους μεγαλυτέρους εχθρούς των παρά προς εκείνους, μετά των οποίων έχουν μετρίας διενέξεις. Εις εκείνους οι οποίοι έκαμαν θεληματικάς παραχωρήσεις είναι φυσικόν να ενδίδη κανείς με πλειοτέραν ευχαρίστησιν, ενώ προς τους μεγαλαυχούντας ανθίσταται εναντίον του ορθού λόγου.
20. » Εις ημάς δε η συμφιλίωσις είναι εκατέρωθεν είπερ ποτέ καλή, πριν μας επέλθη καμμία παρεμπεσούσα ανεπανόρθωτος βλάβη εις το μέσον, διότι τότε αναγκαίως μαζί με την κοινήν να έχετε και την ιδιαιτέραν ημών αιωνίαν έχθραν, και να στερηθήτε εκείνο, το οποίον σας προσκαλούμεν να δεχθήτε σήμερον. Ας διαλλαγώμεν ενόσω ακόμη μένουν αναποφάσιστοι τα εις την Σφακτηρίαν πράγματα και δύνασθε να εξασφαλίσετε την δόξαν σας και την φιλίαν μας· ενώ ημείς, πριν πάθωμεν τίποτε αισχρόν, δυνάμεθα να υποστώμεν μετρίαν ποινήν. Ας προτιμήσωμεν αμφότεροι την ειρήνην αντί του πολέμου και ας δώσωμεν ανάπαυσιν μετά τοσαύτα παθήματα εις τους άλλους Έλληνας, οι οποίοι και κατά την περίστασιν ταύτην θα σας νομίσουν ως κυριοτέρους αιτίους του ευεργετήματος τούτου· διότι ευρίσκονται εις πόλεμον χωρίς να γνωρίζουν τις πρώτος ήρχισεν αυτόν όταν δε επέλθη κατάπαυσις του πολέμου, πού σήμερον εξαρτάται από σας μάλλον, τότε προς σας θα χρεωστούν χάριν. Εάν πεισθήτε, θα καταστήσετε τους Λακεδαιμονίους βέβαιους φίλους, διότι αυτοί οι ίδιοι σας προσκαλούν ελπίζοντες ότι μάλλον θα χαρισθήτε ή θα μεταχειρισθήτε βίαν. Σκεφθήτε πόσα καλά δύνανται να προέλθουν εκ της συμφιλιώσεως ταύτης, διότι όταν ημείς έχωμεν ομόνοιαν οι άλλοι Έλληνες, οι οποίοι είναι υποδεέστεροι, θα σέβωνται τα υφ' ημών οριζόμενα».
21. Οι μεν λοιπόν Λακεδαιμόνιοι τοσαύτα είπον νομίζοντες ότι οι Αθηναίοι προηγουμένως διατεθειμένοι προς συμβιβασμόν, όστις ένεκα της εναντιώσεως των Λακεδαιμονίων είχεν αποτύχει, ήθελαν μετά προθυμίας δεχθή την προσφερομένην ειρήνην και ήθελαν αποδώσει τους εν τη νήσω άνδρας. Αλλ' οι Αθηναίοι, έχοντες αυτούς αποκλεισμένους, επίστευαν ότι ήσαν κύριοι να κλείσουν ειρήνην ότε ήθελον, και τούτου ένεκα ηύξανεν η πλεονεξία των. Προ πάντων δε ηρέθιζεν αυτούς ο Κλέων του Κλεαινέτου, δημαγωγός της εποχής εκείνης και εις τον οποίον μεγάλως επείθετο το πλήθος· τους έπεισε λοιπόν να αποκριθούν ότι έπρεπε πρώτον να παραδοθούν και να κομισθούν εις τας Αθήνας οι εν τη νήσω άνδρες και τα όπλα, μετά δε την αφιξίν των να αποδώσουν οι Λακεδαιμόνιοι την Νίσαιαν, τας Πηγάς, την Τροιζήνα, και την Αχαΐαν, τας οποίας έλαβον ουχί δικαιώματι πολέμου αλλά διά προηγουμένης συνθήκης, εις την οποίαν οι Αθηναίοι είχαν ενδώσει κατόπιν συμφορών και ότε η ειρήνη ήτο δι' αυτούς μάλλον αναγκαία· μόνον υπό τους όρους τούτους έστεργον να αποδώσουν τους άνδρας και να κάμουν ειρήνην, της οποίας αμφότεροι ήθελον προσδιορίσει την διάρκειαν.
22. Οι δε πρέσβεις ουδεμίαν αντίρρησιν έκαμαν εις την απόκρισιν ταύτην, αλλ' εζήτησαν να εκλεχθώσι σύνεδροι, οι οποίοι να συζητήσουν ησύχως μετ' αυτών τα διάφορα άρθρα και να παραδεχθούν εκείνα, εις τα οποία αμφότεροι ήθελον συμφωνήσει. Εις την πρότασιν όμως ταύτην ο Κλέων είπε μετά πλειοτέρας βιαιότητας ότι ήξευρε μεν και πρότερον ότι οι Λακεδαιμόνιοι ουδένα καλόν σκοπόν είχον, αλλά τώρα εγίνετο τούτο καταφανές, αφού ηρνούντο να εξηγηθούν ενώπιον του πλήθους και ήθελαν να συζητήσουν εις συνέλευσιν η οποία ν' αποτελήται από ολίγους μόνον άνδρας. Τους προσεκάλεσε λοιπόν, εάν οι σκοποί των ήσαν ειλικρινείς, να τους εκθέσουν επί παρουσία όλων. Αλλ' οι Λακεδαιμόνιοι, βλέποντες ότι ήτον αδύνατον να ομιλήσουν ενώπιον του πλήθους, μολονότι ήθελαν ένεκα των συμφορών των να κάμουν υποχωρήσεις, επί τω φόβω όμως μήπως συκοφαντηθούν εις τους συμμάχους ότι ωμίλησαν και δεν εισηκούσθησαν, και προϋποθέτοντες άλλως ότι οι Αθηναίοι δεν θα συγκατετίθεντο με μετρίους όρους, ανεχώρησαν εξ Αθηνών άπρακτοι.