The Project Gutenberg eBook of Πελοποννησιακός Πόλεμος, Τόμος τρίτος
Title: Πελοποννησιακός Πόλεμος, Τόμος τρίτος
Author: Thucydides
Translator: I. Zervos
Release date: August 28, 2009 [eBook #29835]
Most recently updated: January 5, 2021
Language: Greek
Credits: Produced by Sophia Canoni. Book provided by Iason Konstnatinides
Produced by Sophia Canoni. Book provided by Iason Konstnatinides
Note: The tonic system has been changed from polytonic to monοtonic. The spelling of the book has not been changed otherwise. Footnotes have been converted to endnotes.
Σημείωση: Ο τονισμός έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Οι υποσημειώσεις έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου.
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ
ΘΟΥΚΥΔΙΔΟΥ
ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΑΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ
IΩΑΝ. ΖΕΡΒΟΎ
ΤΟΜΟΣ ΤΡΙΤΟΣ
ΤΕΥΧΟΣ ΤΡΙΤΟΝ
ΒΙΒΛΙΟΝ Ε'. και ΣΤ'.
ΘΟΥΚΥΔΙΔΟΥ
ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΑΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ
ΒΙΒΛΙΟΝ Ε.
1. Το επόμενον θέρος αι συνθήκαι αι οποίαι είχον συνομολογηθή δι' έν έτος επρόκειτο να διαλυθούν κατά την εορτήν των Πυθίων. Ενώ δε υφίστατο η ανακωχή οι Αθηναίοι έδιωξαν τους Δηλίους εκ της Δήλου, νομίζοντες ότι ούτοι έλαβον μέρος εις την τελετήν ενώ ήσαν ακόμη ακάθαρτοι από παλαιόν τι έγκλημα, και ότι αυτοί οι Αθηναίοι είχον παραλείψει τούτο κατά την κάθαρσιν, την οποίαν ανέφερα ανωτέρω, όταν μεταφέροντες τους τάφους των αποθαμμένων ενόμισαν ότι έπραξαν ορθώς. Και οι μεν Δήλιοι μετέβησαν εις το Ατραμύττιον της Ασίας, το οποίον τους έδωκεν ο Φαρνάκης, και εγκατεστάθησαν εκεί όσοι ήθελον εξ αυτών.
2. Ο δε Κλέων πείσας τους Αθηναίους εξέπλευσε μετά την ανακωχήν εις τα μέρη της Θράκης έχων εκ μεν των Αθηναίων χιλίους διακοσίους οπλίτας και τριακοσίους ιππείς, εκ δε των συμμάχων περισσοτέρους και τριάκοντα πλοία. Και κατ' αρχάς μεν προσήγγισεν εις την Σκιώνην, της οποίας εξακολουθούσεν ακόμη η πολιορκία, και λαβών εκείθεν οπλίτας εκ των φρουρών κατέπλευσεν εις τον λιμένα των Κολοφωνίων, μη απέχοντα πολύ από της πόλεως των Τορωναίων· μαθών δε εκεί από κάποιους αυτομόλους ότι ούτε ο Βρασίδας εν τη Τορώνη ούτε οι εν αυτή ήσαν αξιόμαχοι, επροχώρησε μετά του στρατού διά ξηράς προς την πόλιν και έστειλε δέκα πλοία να περιπλέουν τον λιμένα. Και πρώτον έφθασε πλησίον του περιτειχίσματος, εντός του οποίου είχε περιλάβει την πόλιν ο Βρασίδας, ο οποίος θέλων να περικλείση το προάστειον εντός έρριψε μέρος του παλαιού τείχους και εσχημάτισεν εκ του όλου μίαν πόλιν.
3. Ο Λακεδαιμόνιος άρχων Πασιτελίδας και η φρουρά πού ευρίσκετο εκεί έτρεξαν προς υπεράσπισιν του περιτειχίσματος και αντέστησαν εις τους Αθηναίους οι οποίοι ήρχισαν την επίθεσιν. Εν τούτοις, επειδή επιέζοντο και επειδή συγχρόνως τα πλοία τα πάμφθηνα υπό του Κλέωνος περιέπλεον εις τον λιμένα, ο Πασιτελίδας φοβηθείς μήπως τα πλοία προφθάσουν και καταλάβουν την πόλιν, η οποία ήτο έρημος, και μήπως, εάν εκυριεύετο το περιτείχισμα, συλληφθή και αυτός, εξήλθε και έτρεξε με βίαν προς την πόλιν. Αλλ' οι Αθηναίοι όσοι ήσαν εις τα πλοία τον προέλαβον καταλαβόντες την Τορώνην, ο δε πεζός στρατός, πιέζων εκ του πλησίον τους εχθρούς, ερρίφθη εις την πόλιν διά του κατεδαφισθέντος μέρους του παλαιού τείχους. Και μερικούς μεν εκ των Πελοποννησίων και Τορωναίων εφόνευσαν ευθύς εν τη συμπλοκή, άλλους δε συνέλαβαν ζώντας, μεταξύ των οποίων και τον άρχοντα Πασιτελίδαν. Ο δε Βρασίδας ήρχετο μεν προς βοήθειαν της Τορώνης, αλλά μαθών καθ' οδόν την άλωσιν αυτής επέστρεψεν· ευρισκόμενος μακράν εις απόστασιν τεσσαράκοντα σταδίους δεν ηδυνήθη να φθάση εγκαίρως. Ο δε Κλέων και οι Αθηναίοι έστησαν δύο τρόπαια, το μεν προς το μέρος του λιμένος, το δε πλησίον του προτειχίσματος, και τας μεν γυναίκας και τους παίδας των Τορωναίων έκαμαν δούλους, αυτούς δε και τους Πελοποννησίους και όσους εύρον Χαλκιδείς, εν όλω επτακοσίους, τους έστειλαν εις τας Αθήνας. Και οι μεν Πελοποννήσιοι επέστρεψαν όταν μετέπειτα έγινε συνθήκη, οι δε άλλοι αντηλλάγησαν ανήρ προς άνδρα και μετεφέρθησαν οπίσω υπό των Ολυνθίων. Περί την αυτήν εποχήν οι Βοιωτοί εκυρίευσαν διά προδοσίας το εις τα μεθόρια φρούριον των Αθηναίων Πάνακτον. Και ο μεν Κλέων εγκαταστήσας φρουράν εις την Τορώνην ανεχώρησε και έπλεε περί τον ’θωνα, διά να φθάση εις την Αμφίπολιν.
4. Ο Φαίαξ δε ο Ερασιστράτου, σταλείς από τους Αθηναίους ως πρεσβευτής μετά δύο άλλων εις την Ιταλίαν και Σικελίαν, εξέπλευσε μετά δύο πλοίων κατά τον αυτόν περίπου καιρόν. Αφ' ότου οι Αθηναίοι είχον απέλθει εκ της Σικελίας μετά την σύμβασιν, οι Λεοντίνοι είχον εγγράψει πολλούς ως πολίτας των, και ο λαός εμελέτα διανομήν της γης. Αλλ' οι ισχυροί του τόπου, εννοήσαντες το σχέδιον, επροσκάλεσαν τους Συρακουσίους και έδιωξαν τον λαόν. Και οι μεν εξορισθέντες περιεπλανώντο εδώ κ' εκεί, οι δε ισχυροί συνθηκολογήσαντες μετά των Συρακουσίων εγκατέλιπον την πόλιν των και ερημώσαντες αυτήν κατώκησαν ως πολίται εις τας Συρακούσας. Ακολούθως μερικοί εξ αυτών, καταλιπόντες τας Συρακούσας ένεκα δυσαρεσκείας, κατέλαβαν μέρος τι της πόλεως των Λεοντίνων καλούμενον Φωκέας, και τας Βρικιννίας, φρούριον της χώρας των Λεοντίνων. Τότε δε πολλοί εκ των εξορίστων του λαού ήλθαν προς αυτούς και ενωθέντες επολέμουν εκ των τειχών. Ταύτα μαθόντες οι Αθηναίοι έστειλαν τον Φαίακα με τον σκοπόν να σώσουν τον δήμον των Λεοντίων αναγκάζοντες τους συμμάχους των χωρών εκείνων, και, ει δυνατόν, τους άλλους Σικελιώτας, να επιχειρήσουν κοινήν εκστρατείαν κατά των Συρακουσών. Ελθών δε ο Φαίαξ έπεισε τους Καμαριναίους και τους Ακραγαντίους, αλλ' ευρών αντίστασιν εις την Γέλαν δεν επροχώρησε προς τους άλλους, εννοήσας ότι δεν θα ηδύνατο να τους πείση. Επέστρεψε λοιπόν διά της χώρας των Σικελών εις την Κατάνην και εισελθών διαβατικός εις τας Βρικιννίας ενεθάρρυνε τους κατοίκους και απέπλευσε.
5. Κατά το ταξίδιόν του προς την Σικελίαν και την εκείθεν επιστροφήν του προσεπάθησε να υποχρεώση πόλεις τινάς της Ιταλίας να εισέλθωσιν εις την συμμαχίαν των Αθηναίων. Συνήντησε τους Λοκρούς τους διωχθέντας εκ της Μεσσήνης, διά να αποικίσουν αλλαχού· η εξορία των έγινε μετά την ειρήνευσιν των Σικελιωτών, διότι κατ' εκείνην την εποχήν μία εκ των δύο μερίδων οπού εχώριζαν την Μεσσήνην είχε προσκαλέσει τους Λοκρούς, οι οποίοι έστειλαν αποικίαν εις την πόλιν ταύτην και έγιναν κύριοι αυτής επί τινα καιρόν. Τούτους λοιπόν συναντήσας ο Φαίαξ ενώ μετεφέροντο εκεί δεν τους έβλαψε, διότι οι Λοκροί είχαν συνομολογήσει δι' αυτού σύμβασιν μετά των Αθηναίων. Τωόντι μόνον αυτοί εκ των συμμάχων, ότε διηλλάγησαν οι Σικελιώται, δεν εσυνθηκολόγησαν μετά των Αθηναίων ακόμη δε και τότε δεν θα το έπρατταν, εάν δεν εβιάζοντο υπό του πολέμου προς τους Ιτωνείς και τους Μελαίους, ομόρους και αποίκους αυτών όντας, και ο μεν Φαίαξ επανήλθεν εις τας Αθήνας μετά τινα καιρόν.
6. Ο δε Κλέων ο οποίος είχεν ήδη αναχωρήσει εκ της Τορώνης διά να έλθη εις την Αμφίπολιν, εξήλθεν εκ της Ηιόνος και προσέβαλε την Στάγειρον, αποικίαν των Ανδρίων, την οποίαν δεν ηδυνήθη να κυριεύση· κατέλαβεν όμως εξ εφόδου την Γαληψόν, αποικίαν των Θασίων. Και αποστείλας πρέσβεις προς τον Περδίκκαν, διά να τον προκαλέση να έλθη μετά του στρατού κατά τους όρους της συμμαχίας, και άλλους εις την Θράκην προς τον βασιλέα των Οδομάντων Πολλήν, διά να φέρη όσους ηδύνατο περισσοτέρους μισθωτούς Θράκας, αυτός έμενεν ήσυχος περιμένων εις την Ηιόνα. Μαθών ταύτα ο Βρασίδας εστρατοπέδευσε και αυτός απέναντι των Αθηναίων εις το Κερδύλιον· ανήκει δε η θέσις αύτη εις τους Αργιλίους και κείται πέραν του ποταμού επάνω εις ύψωμα πού δεν απέχει πολύ από της Αμφιπόλεως. Εκ του μέρους τούτου εφαίνοντο τα πάντα, εις τρόπον ώστε ο Κλέων δεν ηδύνατο απαρατήρητος να ορμήση μετά του στρατού εκ του μέρους το οποίον κατείχεν. Ο Βρασίδας είχε προϊδεί ότι ο εχθρός περιφρονών τον αριθμόν των Πελοποννησίων θα έκαμνε το κίνημα εκείνο και θα επροχώρει κατά της Αμφιπόλεως με όσας δυνάμεις είχε προχείρους. Συγχρόνως προητοίμασε χιλίους πεντακοσίους Θράκας μισθωτούς, προσεκάλεσεν όλους τους Ηδώνας, ακοντιστάς και ιππείς, και επρόσθεσε χιλίους ακοντιστάς Μυρκινίους και Χαλκιδείς εις εκείνους οίτινες ήσαν εις την Αμφίπολιν· όλος δε ο στρατός ούτος συνεποσώθη εις δισχιλίους πεζούς και τριακοσίους ιππείς Έλληνας. Απ' αυτούς έχων μαζί του μόνον χιλίους πεντακοσίους ο Βρασίδας έμενεν εις το Κερδύλιον, οι δε άλλοι ήσαν εις την Αμφίπολιν υπό τας διαταγάς του Κλεαρίδου.
7. Ο Κλέων επί τινα μεν χρόνον έμεινεν ήσυχος, έπειτα όμως ηναγκάσθη να πράξη εκείνο το οποίον επερίμενεν ο Βρασίδας· διότι οι στρατιώται του, βαρυνθέντες διά την απραξίαν και αναλογιζόμενοι διά ποίου τρόπου έμελλε να τους οδηγήση, και προς πόσην εμπειρίαν και τόλμην έμελλε να αντιτάξη την μωρίαν του και την ανανδρίαν του, ενθυμούντο συγχρόνως ότι τον είχαν ακολουθήσει εξ Αθηνών μετά δυσαρεσκείας. Ο Κλέων, εννοήσας τα διατρέχοντα και μη θέλων οι στρατιώταί του να βαρύνωνται καθήμενοι εις το αυτό μέρος, εσήκωσε το στρατόπεδόν του και ήρχισε να προχωρή. Η τακτική του ήτο ομοία εκείνης, την οποίαν μετεχειρίσθη εις Πύλον και η οποία ένεκα της επιτυχούς εκβάσεώς της του ενέπνευσε πεποίθησιν ότι είχε στρατηγικήν ευφυίαν. Νομίζων ότι ουδείς ήθελεν επεξέλθει διά να τον προσβάλη, είπεν ότι μετέβαινεν εις το ύψωμα απλώς μόνον προς επισκόπησιν της χώρας, και ότι περιέμενε δυνάμεις μεγαλυτέρας ουχί διά να εξασφαλίση την υπεροχήν του εν περιπτώσει συμπλοκής, αλλά διά να περικυκλώση την πόλιν και κυριεύση αυτήν διά της βίας. Ελθών λοιπόν και σταματήσας το στράτευμα επί λόφου αποτόμου απέναντι της Αμφιπόλεως, έβλεπε προς την λίμνην την σχηματιζομένην υπό του Στρυμόνος και την θέσιν της πόλεως προς το μέρος της Θράκης, νομίζων ότι ηδύνατο, οπόταν ήθελε, να αναχωρήση αμαχητί. Και τωόντι ουδείς εφαίνετο επί του τείχους μήτε και εξήρχετο διά των πυλών αι οποίαι όλαι ήσαν κλεισμέναι· διά τούτο εκατηγορούσε τον εαυτόν του ότι έσφαλε μη κομίσας μαζί του μηχανάς, διά των οποίων θα ηδύνατο να κυριεύση την πόλιν διά την εγκατάλειψιν αυτής.
8. Ο δε Βρασίδας, άμα είδε να κινούνται οι Αθηναίοι, καταβάς και αυτός από του Κερδυλίου εισήλθεν εις την Αμφίπολιν. Και έξοδον μεν δεν έκαμεν, ουδέ αντέταξε τον στρατόν του κατά των Αθηναίων, επειδή εδυσπίστει προς τας ιδίας του δυνάμεις και ενόμιζεν αυτάς υποδεεστέρας, ουχί κατά τον αριθμόν (διότι ήσαν περίπου αντίπαλοι), αλλά κατά την αξίαν (διότι ο στρατός ο εξελθών εκ των Αθηνών συνέκειτο αποκλειστικώς εξ Αθηναίων και εκ των κρατίστων Λημνίων και Ιμβρίων), παρεσκευάζετο όμως να επιτεθή διά στρατηγήματος έχων την πεποίθησιν ότι, εάν εδείκνυεν εις τους εχθρούς τον αριθμόν και τον άθλιων οπλισμόν των στρατιωτών του, η νίκη θα του ήτον ολιγώτερον εύκολος ή εάν απέκρυπτε ταύτα από τους οφθαλμούς των, διά να μη διεγείρη την καταφρόνησίν των η κατάστασις αύτη. Εκλέξας λοιπόν εκατόν πεντήκοντα οπλίτας, και αφήσας τους άλλους εις τον Κλεαρίδαν, εσκόπευε να επιτεθή αιφνιδίως κατά των Αθηναίων πριν αναχωρήσουν, διότι δεν ήλπιζεν ότι θα ηδύνατο και πάλιν να τους εύρη ούτως απομονωμένους, εάν ήρχοντο αι βοήθειαι, τας οποίας επερίμεναν. Συγκαλέσας λοιπόν όλους τους στρατιώτας και θέλων να τους ενθαρρύνη και να ανακοινώση εις αυτούς το σχέδιόν του, είπε ταύτα:
9. «Ώ άνδρες Πελοποννήσιοι, ημπορούσα απλώς να σας υπομνήσω διά βραχέων από ποίαν χώραν ερχώμεθα, χώραν παντοτινά ελευθέραν εξ αιτίας της ανδρείας αυτής, και ότι Δωριείς όντες μέλλομεν να πολεμήσωμεν κατά Ιώνων, τους οποίους τοσάκις ενικήσαμεν. Αλλά θέλω να σας εξηγήσω πώς διανοούμαι να γίνη η επίθεσις, ίνα μη αποθαρρυνθήτε υπό της ιδέας ότι έχω άδικον διακινδυνεύων ολίγον μόνον μέρος των δυνάμεων μας. Βέβαια καταφρονούντες ημάς και ελπίζοντες, ότι ουδείς ήθελεν εξέλθει, διά να τους προσβάλη, ανέβησαν οι Αθηναίοι εις εκείνον τον λόφον, από του οποίου ατάκτως και αμερίμνως επισκοπούν την προ των οφθαλμών των χώραν. Όταν βλέπη τις τον εχθρόν εις τοιαύτα σφάλματα περιπίπτοντα και μετρών τας ιδίας του δυνάμεις επιχειρή την προσβολήν ουχί τόσον εκ του φανερού και εξ αντιπαρατάξεως, όσον σύμφωνα με το ωφέλιμον προς την παρούσαν περίστασιν, επιτυγχάνει συχνότατα. Αποβαίνουν πλέον δοξασμένα τα στρατηγήματα εκείνα, διά των οποίων απατών τις όσον δύναται τον εχθρόν ωφελεί μεγάλως τους φίλους. Ενόσω οι εχθροί μένουν απαράσκευοι και διατηρούν το θάρρος των και σκέπτονται, ως νομίζω, μάλλον να απέλθουν παρά να μείνουν, ενόσω ακόμη η σκέψις των είναι νωθρά και πριν αποφασίσουν τι σταθερόν, εγώ μεν έχων τους μετ' εμαυτού και προλαμβάνων αυτούς, ει δυνατόν, θα πέσω δρομαίος εις το μέσον του στρατεύματος των· συ δε, Κλεαρίδα, ύστερον, όταν με ιδής πιέζοντα και κατά πάσαν πιθανότητα εμπνέοντα φόβον εις αυτούς, τότε, έχων τους ιδικούς σου στρατιώτας, τους Αμφιπολίτας και τους άλλους συμμάχους, άνοιξε τας πύλας αιφνιδίως, τρέξε και προσπάθησε να συμπλακής προς αυτούς όσον το δυνατόν ταχύτερον· διά του τρόπου τούτου μεγίστη ελπίς υπάρχει ότι θα φοβηθούν, διότι οι νέοι εχθροί οι ερχόμενοι μετά την πρώτην συμπλοκήν είναι φοβερώτεροι των παρόντων και μαχομένων. Έσο γενναίος ως πρέπει, επειδή είσαι Σπαρτιάτης· σεις δε, ω άνδρες σύμμαχοι, ακολουθήσατε αυτόν ανδρείως και να έχετε πεποίθησιν ότι διά να πολεμή κανείς καλά, τρία τινά είναι αναγκαία, το να θέλη, το να έχη το αίσθημα της εντροπής και το να υπακούη εις τους ανωτέρους. Εάν σήμερον φανήτε ανδρείοι, δύνασθε και την ελευθερίαν σας να εξασφαλίσετε και σύμμαχοι των Λακεδαιμονίων να ονομάζεσθε· άλλως, δούλοι γινόμενοι των Αθηναίων, εάν έχετε την αρίστην τύχην και δεν καταντήσετε δούλοι ή θανατωθήτε, θα αισθανθήτε τον ζυγόν να σας πιέζη βαρύτερον ή άλλοτε και θα γίνετε εμπόδιον της ελευθερώσεως των άλλων Ελλήνων. Μη δείξετε λοιπόν αδυναμίαν και σκεφθήτε πόσον μέγας είναι ο παρών αγών, εγώ δε θα δείξω ότι όχι μόνον συμβουλάς ηξεύρω να δίδω εις τους άλλους, αλλά και να τας εκτελώ εγώ αυτός».
10. Ο μεν Βρασίδας ταύτα ειπών παρεσκεύασε τα της εξόδου και έθεσε τους λοιπούς στρατιώτας μετά του Κλεαρίδου εις τας πύλας τας καλουμένας Θρακίας, διά να εξέλθουν ύστερ' απ' αυτόν, καθώς είχαν συμφωνήσει. Αλλ' ενώ κατέβαινεν εκ του Κερδυλίου, και ενώ εις την πόλιν, η οποία φαίνεται από όλα τα μέρη, εθυσίαζεν έξωθεν του ιερού της Αθηνάς και ενησχολείτο εις τας προετοιμασίας, τον είδον και ανήγγειλαν εις τον Κλέωνα (ο οποίος τότε είχε προχωρήσει προς επισκόπησιν) ότι διεκρίνοντο όλοι οι στρατιώται των εχθρών εν τη πόλει και εφαίνοντο υπό τας πύλας πολλοί πόδες ίππων και ανθρώπων ετοίμων να εξέλθουν. ’κουσας ταύτα ο Κλέων ανεχώρησε και βεβαιωθείς περί του πράγματος δεν ήθελε να συνάψη μάχην πριν έλθουν οι επίκουροι, αλλ' έδωκε το σημείον της αναχωρήσεως νομίζων ότι είχε τον απαιτούμενον καιρόν να αναχωρήση, συγχρόνως δε διέταξε το αριστερόν κέρας να υποχωρήση προς την Ηιόνα, το μόνον πού ήτο δυνατόν να γίνη. Αλλά νομίζων ότι η κίνησις αύτη ήτο πολύ βραδεία, διέταξε την στροφήν του δεξιού κέρατος και απήγαγε τον στρατόν αποκαλύψας τα πλευρά αυτού (ήτοι τα δεξιά, τα μη προφυλαττόμενα υπό της ασπίδος). Τότε ο Βρασίδας βλέπων ότι η στιγμή ήτο κατάλληλος και ότι εγίνετο κάποια διαταχθείσα κίνησις εις τον στρατόν των Αθηναίων, λέγει εις όσους ήσαν μαζί του και εις τους άλλους ότι «Οι άνδρες αυτοί δεν μας περιμένουν· τούτο γίνεται καταφανές εκ της κινήσεως των δοράτων και των κεφαλών, διότι εκείνοι εις τους οποίους συμβαίνει τούτο δεν συνηθίζουν να περιμένουν τους εχθρούς. Αλλ' ας μου ανοίξουν τας πύλας τας οποίας είπα, και ας εξέλθωμεν μετά θάρρους». Και ο μεν Βρασίδας εξήλθε διά των προς το χαράκωμα πυλών και διά των πρώτων του τότε υπάρχοντος μακρού τείχους, και ώρμησε τρέχων απ' ευθείας προς αποτομώτατον μέρος, όπου σήμερον υπάρχει στημένον τρόπαιον και προσβαλών κατά μέσον τους Αθηναίους, φοβισμένους διά την ιδίαν των αταξίαν και υποστάντας έκπληξιν διά την τόλμην αυτού, τρέπει αυτούς εις φυγήν. Και ο Κλεαρίδας, καθώς είχε συμφωνηθή, εξήλθε συγχρόνως διά των Θρακίων πυλών και επέπεσε μετά του υπ' αυτόν στρατού κατά των Αθηναίων. Η αιφνιδία και απροσδόκητος εκείνη διπλή επίθεσις κατεθορύβησε τους Αθηναίους· και το μεν αριστερόν αυτών κέρας, το προς την Ηιόνα, πού είχεν ήδη προχωρήσει, διεσπάσθη αμέσως και έφυγε. Και ο μεν Βρασίδας, αφήσας αυτό να φεύγη, επετέθη κατά του δεξιού κέρατος· αλλ' εκεί επληγώθη και έπεσε χωρίς να εννοήσουν τίποτε οι Αθηναίοι. Οι πλησίον ευρισκόμενοι τον εσήκωσαν και τον μετέφεραν εις την πόλιν. Το δε δεξιόν κέρας των Αθηναίων αντέστη περισσότερον. Και ο μεν Κλέων, ο οποίος ουδέ στιγμήν είχε σκεφθή να μείνη, έφυγεν ευθύς, αλλά καταληφθείς υπό πελταστού Μυρκινίου εφονεύθη· οι δε επί του λόφου συγκεντρωθέντες πελτασταί απέκρουσαν δις ή τρις την επίθεσιν του Κλεαρίδου και δεν ενέδωσαν ειμή όταν το ιππικόν και οι πελτασταί των Μυρκινίων και των Χαλκιδέων περικυκλώσαντες και ακοντίζοντες έτρεψαν αυτούς εις φυγήν. Τοιουτοτρόπως δε όλον το στράτευμα των Αθηναίων έφυγε μετά μεγάλης δυσκολίας και διεσκορπίσθη καθ' όλας τας διευθύνσεις διά των ορέων, και όσοι δεν εφονεύθησαν ή αμέσως εν τη συμπλοκή ή βραδύτερον υπό του Χαλκιδικού ιππικού και των πελταστών κατέφυγον εις την Ηιόνα. Εκείνοι δε οίτινες είχαν σηκώσει τον Βρασίδαν εκ του πεδίου της μάχης και οίτινες τον είχον θέσει εις μέρος ασφαλές, τον μετέφεραν εις την πόλιν αναπνέοντα ακόμη. Και έλαβε μεν καιρόν να μάθη ότι ενίκησεν ο στρατός του, αλλά μετ' ολίγον απέθανε. Και ο άλλος στρατός επανελθών μετά του Κλεαρίδου εκ της καταδιώξεως, και τους νεκρούς απεγύμνωσε και τρόπαιον έστησε.
11. Μετά ταύτα τον Βρασίδαν όλοι οι σύμμαχοι παρακολουθούντες ένοπλοι έθαψαν δημοσία εντός της πόλεως εις το μέρος όπου είναι σήμερον η αγορά· και ακολούθως, οι Αμφιπολίται περιτειχίσαντες το μνημείον αυτού επροσέφεραν θυσίας ως εις ήρωα και εψήφισαν προς τιμήν του αγώνας και θυσίας ετησίας· τω αφιέρωσαν επίσης την αποικίαν ως εις οικιστήν, κατηδάφισαν τα οικοδομήματα του ’γνωνος, και εξηφάνισαν παν μνημείον δυνάμενον να ανακαλή την μνήμην της οικίσεώς του, νομίζοντες ότι ο Βρασίδας υπήρξε σωτήρ των. Τούτο άλλως ήτο φόρος προσφερόμενος εις τους Λακεδαιμονίους, των οποίων επεδίωκον να διατηρούν την συμμαχίαν διά τον φόβον των Αθηναίων, ένεκα δε του προς τους Αθηναίους μίσους των δεν είχον πλέον ούτε το αυτό συμφέρον ούτε την αυτήν ευχαρίστησιν να τιμούν τον ’γνωνα· εν τούτοις απέδωκαν τους νεκρούς εις τους Αθηναίους. Εφονεύθησαν δε εκ μεν των Αθηναίων εξακόσιοι περίπου, εκ δε των εναντίων επτά, διότι δεν έγεινε μάχη εκ παρατάξεως, αλλ' απλή συνάντησις και εκφοβισμός προ μάχης. Μετά δε την σύναξιν των νεκρών οι μεν Αθηναίοι απέπλευσαν εις τα ίδια, οι δε μετά του Κλεαρίδου έμειναν, διά να τακτοποιήσουν τα της Αμφιπόλεως.
12. Κατά την αυτήν εποχήν, περί τα τέλη του θέρους, οι Λακεδαιμόνιοι Ραμφίας, Αυτοχαρίδας και Επικυδίδας έφερον εις τας πόλεις της Θράκης επικουρίαν εξ εννεακοσίων οπλιτών, και φθάσαντες εις την εν Τραχίνι Ηράκλειαν ενήργησαν όσας ενόμιζον απαραιτήτους μεταβολάς. Ενώ δε ούτοι έμεναν ακόμη εκεί, έγινεν η μάχη της Αμφιπόλεως και ετελείωσε το θέρος.
13. Μόλις δε άρχισεν ο χειμών οι ευρισκόμενοι μετά του Ραμφία επροχώρησαν μέχρι του Πιερίου της Θεσσαλίας· αλλ' επειδή οι Θεσσαλοί αντέστησαν εις την διάβασίν των, και ο Βρασίδας, προς τον οποίον έφεραν τον στρατόν τούτον, είχεν αποθάνει, επέστρεψαν εις τα ίδια νομίζοντες ότι η αποστολή των καθίστατο περιττή μετά την ήτταν και την υποχώρησιν των Αθηναίων, και κρίνοντες ότι δεν ήσαν ικανοί να εξακολουθήσουν αυτοί μόνοι τα σχέδια του Βρασίδου. Προ πάντων όμως επέστρεψαν, διότι ενόησαν κατά την εκ της Λακεδαίμονος αναχώρησίν των ότι οι Λακεδαιμόνιοι έκλιναν μάλλον προς την ειρήνην.
14. Αμέσως μετά την μάχην της Αμφιπόλεως και την αναχώρησιν του Ραμφίου εκ της Θεσσαλίας, τα δύο μέρη απέφυγον κάθε εχθροπραξίαν και έκλιναν προς την ειρήνην· οι μεν Αθηναίοι διότι είχαν νικηθή εις το Δήλιον και ευθύς μετ' ολίγον εις την Αμφίπολιν και διότι δεν είχαν πλέον εις την δύναμίν των την αυτήν εκείνην πεποίθησιν οπού είχον εις τας αρχάς, ότε απέρριπτον τας περί ειρήνης προτάσεις νομίζοντες ότι η παρούσα ευτυχία ήθελε μένει σταθερά· συγχρόνως δε εφοβούντο μήπως οι σύμμαχοι, ενθαρρυνόμενοι υπό των ατυχημάτων τούτων, γίνουν πλέον επιρρεπείς προς την αποστασίαν, και μετενόουν ήδη διατί δεν εσυμβιβάσθησαν μετά τα εν Πύλω συμβάντα, ότε παρουσιάσθη ευνοϊκή περίστασις. Αφ' ετέρου πάλιν οι Λακεδαιμόνιοι έβλεπον τον πόλεμον λαμβάνοντα τροπήν εναντίαν εις την επιθυμίαν την οποίαν είχαν, να καταλύσουν εντός ολίγων ετών την δύναμιν των Αθηναίων λεηλατούντες την χώραν των· αντί τούτου όμως έπαθαν εις την Σφακτηρίαν συμφοράν τοιαύτην, οίαν ουδέποτε ενθυμείτο να έπαθεν η Σπάρτη προηγουμένως· οι αγροί των εληστεύοντο υπό των πειρατών της Πύλου και των Κυθήρων· οι είλωτες ηυτομόλουν και πάντοτε υπήρχε φόβος μήπως οι μένοντες εν τω τόπω, πειθόμενοι εις τους έξω, αποστατήσουν όπως άλλοτε, ένεκα της παρούσης περιστάσεως. Συνέπεσεν επίσης να λήγη και η τριακονταετής συνθήκη η γενομένη μετά των Αργείων, αυτοί δε δεν ήθελαν να την ανανεώσουν εκτός εάν τους απεδίδετο η Κυνουρία· ώστε έβλεπαν ότι ήτο αδύνατον να πολεμήσουν συγχρόνως και κατά των Αργείων και κατά των Αθηναίων. Υπόπτευαν δε επίσης ότι τινές των εν Πελοποννήσω πόλεων ήσαν έτοιμοι να αποστατήσουν υπέρ των Αργείων, το οποίον και έγινε.
15. Ταύτα αναλογιζόμενοι αμφότεροι ησθάνοντο την ανάγκην συμβάσεως, προ πάντων οι Λακεδαιμόνιοι, οι οποίοι επεθύμουν να ελευθερώσουν τους εν τη Σφακτηρία συλληφθέντας, εκ των οποίων πολλοί ήσαν πρώτιστοι Σπαρτιάται και συγγενείς των πρωτίστων. Και ήρχισαν μεν τας διαπραγματεύσεις ευθύς μετά την αιχμαλωσίαν αυτών, αλλ' οι Αθηναίοι ευτυχούντες ουδόλως ήθελον να συνθηκολογήσουν με ίσους όρους. Μετά δε την ατυχίαν του Δηλίου, βλέποντες αυτούς οι Λακεδαιμόνιοι διατεθειμένους προς την ειρήνην, έσπευσαν να συνομολογήσουν την ενιαυσίαν ανακωχήν, κατά την διάρκειαν της οποίας ώφειλαν να συνδιασκέπτωνται περί μακροχρονιωτέρας ειρήνης.
16. Αλλά μετά την εν Αμφιπόλει ήτταν των Αθηναίων και τον θάνατον του Κλέωνος και του Βρασίδου, οίτινες τα μάλι ηναντιούντο προς την ειρήνην, ο μεν Βρασίδας διά την εν τω πολεμώ ευτυχίαν του και τας εντεύθεν τιμάς, ο δε Κλέων διότι ήξευρον ότι, όταν επανήρχετο η ησυχία, τα εγκλήματά του θα καθίσταντο καταφανέστερα και ολιγώτερον θα επιστεύοντο αι διαβολαί του, ευρέθησαν τότε εις τας Αθήνας και εις την Σπάρτην δύο άνδρες φλεγόμενοι υπό επιθυμίας να κατέχουν την αρχήν και πλειότερον των άλλων κλίνοντες προς την ειρήνην, ο βασιλεύς των Λακεδαιμονίων Πλειστοάναξ ο Παυσανίου, και Νικίας ο Νικηράτου είς των ευτυχεστάτων στρατηγών της εποχής εκείνης. Ο μεν Νικίας ήθελεν, ενόσω ακόμη δεν υπέστη ατύχημά τι και ετιμάτο, να διατηρήση την ευτυχίαν, να αναπαυθή πλέον εκ των κόπων του, να αναπαύση τους συμπολίτας του και να καταλίπη εις τας επερχομένας γενεάς φήμην ότι ουδέν δυστύχημα επροξένησεν εις την πολιτείαν· διά να κατορθωθή όμως το αποτέλεσμα τούτο, εφρόνει ότι έπρεπε να αποτρέψη τους κινδύνους, να μη εκτίθεται εις την φοράν της τύχης ως πρότερον, και τέλος ότι η ειρήνη παρέχει την ασφάλειαν· ο δε Πλειστοάναξ εσκέπτετο τα αυτά, διότι οι εχθροί κατηγόρουν την ανάκλησίν του και εις παν ατύχημα των Λακεδαιμονίων υπενθύμιζαν εις αυτούς ότι τούτο συνέβη ένεκα της παρανόμου ανακλήσεώς του. Τον κατηγόρουν ότι συνεννοηθείς μετά του αδελφού του Αριστοτέλους ηνάγκασε την Πυθίαν να αποκριθή εις τους Λακεδαιμονίους θεωρούς, οίτινες πολλάκις ήλθαν να ερωτήσουν το μαντείον, τα εξής : «Ότι έπρεπε να ανακαλέσουν εκ της ξένης γης εις την ιδικήν των το σπέρμα του ημιθέου υιού του Διός, ειδεμή ήθελον καλλιεργήσει την γην δι' αργυράς δικέλλης. Ο Πλειστοάναξ ούτος είχεν εξορισθή άλλοτε επί τη υποψία ότι είχε δωροδοκηθή και εκκενώσει την Αττικήν· καταφυγών δε εις το Λύκαιον όρος της Αρκαδίας κατώκει διά τον φόβον των Λακεδαιμονίων εις οικίαν συγκοινωνούσαν κατά το ήμισυ μετά του τότε ιερού του Διός. Μετά δεκαεννέα έτη, συμφώνως με τον χρησμόν, ανεκλήθη τέλος υπό των Λακεδαιμονίων, οι οποίοι επανηγύρισαν την κάθοδόν του διά των αυτών χορών και θυσιών, τας οποίας έκαμαν ότε κατά πρώτον έκτισαν την Λακεδαίμονα και εγκατέστησαν τους πρώτους αυτών βασιλείς.
17. Λυπούμενος διά τας ύβρεις ταύτας και νομίζων ότι, όταν αποκαθίστατο η ειρήνη και ηλευθερώνοντο οι αιχμάλωτοι, θα έπαυαν οι εχθροί του κατηγορούντες αυτόν, ενώ εφ' όσον υπάρχει πόλεμος αναγκαίως οι αρχηγοί συκοφαντούνται εν περιπτώσει αποτυχίας, επεθύμει διακαώς την σύμβασιν. Καθ' όλον εκείνον τον χειμώνα και προς το έαρ αι συνεντεύξεις εξηκολούθουν. Συγχρόνως οι Λακεδαιμόνιοι, διά να καταστήσουν τους Αθηναίους μάλλον ευδιαλλάκτους, ηπείλησαν πολεμικάς παρασκευάς και διέσπειραν ανά τας πόλεις την φήμην ότι έμελλαν να εγείρουν φρούρια εις την Αττικήν. Επειδή δε εις τας συνεδριάσεις ταύτας πολλαί αξιώσεις επροτάθησαν εκατέρωθεν, συνεφώνησαν να κάμουν ειρήνην, αφού καθείς αποδώση όσα κατέκτησε και οι Αθηναίοι κρατήσουν την Νίσαιαν (διότι, ότε απήτησαν οι Αθηναίοι την απόδοσιν των Πλαταιών, οι Θηβαίοι άπεκρίθησαν ότι η Πλάταια παρεδόθη ουχί διά της βίας αλλά θεληματικώς των κατοίκων, οίτινες δεν επροδόθησαν· τούτου ένεκα λοιπόν ανταπήντησαν οι Αθηναίοι ότι κατείχον την Νίσαιαν διά του αυτού τρόπου)· τότε δε οι Λακεδαιμόνιοι συνεκάλεσαν τους συμμάχους των και όλοι, πλην των Κορινθίων, των Ηλείων και των Μεγαρέων (διότι εις αυτούς δεν ήρεσκαν τα πραττόμενα) εψήφισαν υπέρ της ειρήνης και κατά συνέπειαν δι' αμοιβαίων σπονδών και όρκων μεταξύ των Αθηναίων και των Λακεδαιμονίων έγινεν η εξής συνθήκη.
18. «Οι Αθηναίοι, οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοι συνωμολόγησαν ειρήνην υπό τους ακολούθους όρους, των οποίων εκάστη πόλις ωρκίσθη την τήρησιν. Καθείς θα είναι ελεύθερος σύμφωνα με τα πατροπαράδοτα να προσφέρη θυσίας εις τα κοινά ιερά, να μεταβαίνη εις αυτά, να ερωτά τα μαντεία και να πέμπη θεωρούς διά ξηράς και διά θαλάσσης χωρίς να φοβήται τίποτε. Το ιερόν και ο ναός του εν Δελφοίς Απόλλωνος και οι Δελφοί να είναι αυτόνομοι, αφορολόγητοι και να κρίνωνται παρά των ιδίων των δικαστηρίων κατά τα πατροπαράδοτα. Η ειρήνη θέλει διαρκέσει πεντήκοντα έτη, άνευ δόλου και βλάβης, κατά ξηράν και κατά θάλασσαν, μεταξύ των Αθηναίων και των συμμάχων των Αθηναίων αφ' ενός, και των Λακεδαιμονίων και των συμμάχων των Λακεδαιμονίων αφ' ετέρου. Απαγορεύεται πάσα εχθροπραξία δι' οιουδήποτε μέσου ή τρόπου εκ μέρους των Λακεδαιμονίων και των συμμάχων εναντίον των Αθηναίων και των συμμάχων, καθώς και εκ μέρους των Αθηναίων και των συμμάχων εναντίον των Λακεδαιμονίων και των συμμάχων. Εάν δε προκύψη μεταξύ των καμμία διαφορά, να καταφεύγωσιν εις την δικαιοσύνην και τους όρκους και να συμμορφώνονται με τας συνθήκας, αι οποίαι θα συνομολογηθούν. Οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοι να αποδώσουν εις τους Αθηναίους την Αμφίπολιν, οι κάτοικοι δε των πόλεων τας οποίας θα παραδώσουν εις τους Αθηναίους οι Λακεδαιμόνιοι είναι ελεύθεροι να απέλθουν, εάν θέλουν, λαμβάνοντες μεθ' εαυτών τα πράγματα των. Αι πόλεις αύται θα κυβερνώνται διά των ιδίων των νόμων, πληρώνουσαι τον κατά την εποχήν του Αριστείδου ταχθέντα φόρον. Δεν επιτρέπεται εις τους Αθηναίους και τους συμμάχους των να φέρουν όπλα εναντίον των πόλεων τούτων με σκοπόν να τας βλάψουν, εάν εξακολουθήσουν πληρώνουσαι τον ειρημένον φόρον μετά την συνθήκην. Αι πόλεις αύται είναι η ’ργιλος, η Στάγειρος, η ’κανθος, η Σκώλος, η Όλυνθος, η Σπάρτωλος. Να μη συμμαχήσουν αύται μήτε μετά των Λακεδαιμονίων μήτε μετά των Αθηναίων. Εάν όμως οι Αθηναίοι τας πείσουν, επιτρέπεται εις αυτούς να τας έχουν ως συμμάχους. Δύνανται οι Μηκυβερναίοι, οι Σαναίοι και οι Σιγγαίοι να κατοικούν τας πόλεις των καθώς οι Ολύνθιοι και οι Ακάνθιοι. Να αποδώσουν οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοι το Πάνακτον εις τους Αθηναίους, να αποδώσουν δε οι Αθηναίοι εις τους Λακεδαιμονίους το Κορυφάσιον, τα Κύθηρα, την Μεθώνην, τον Πτελεόν και την Αταλάντην. Να αποδώσουν επίσης όλους τους Λακεδαιμονίους, όσοι ευρίσκονται εις τας φύλακας των Αθηνών ή οιουδήποτε άλλου τόπου υπαγομένου εις την κυριαρχίαν των Αθηναίων. Να αφήσουν ελευθέρους τους πολιορκουμένους εις την Σκιώνην Πελοποννησίους, και όλους τους άλλους συμμάχους των Λακεδαιμονίων τους ευρισκομένους εις την Σκιώνην, και όλους όσους είχε διαβιβάσει ο Βρασίδας, και τέλος όλους τους συμμάχους των Λακεδαιμονίων, οίτινες ευρίσκοντο εις τας φυλακάς των Αθηνών ή εις οιονδήποτε άλλο μέρος υπαγόμενον εις την κυριαρχίαν των Αθηναίων. Να αποδώσουν δε και οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοι ομοίως όσους έχουν Αθηναίους και συμμάχους. Οι Αθηναίοι είναι ελεύθεροι να αποφασίσουν ό,τι θέλουν περί της Σκιώνης, της Τορώνης και των άλλων πόλεων των υπό την ηγεμονίαν αυτών. Οι Αθηναίοι υποχρεούνται να δώσουν όρκον προς τους Λακεδαιμονίους και προς έκαστον των συμμάχων χωριστά. Και από καθένα αμοιβαίως θέλει δοθή ο επιχώριος και μέγιστος όρκος εκάστης πόλεως· ο τύπος δε του όρκου τούτου θέλει είσθαι ο εξής: «Θα εμμείνω πιστός εις τας συνθήκας και τας σπονδάς ταύτας με πάσαν δικαιοσύνην και άνευ ουδενός δόλου». Οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοι των υποχρεούνται να ομόσουν τον αυτόν όρκον ενώπιον των Αθηναίων ο όρκος ούτος θέλει ανανεούσθαι κατ' έτος υπ' αμφοτέρων και θέλει χαραχθή επί στηλών, εις την Ολυμπίαν, εις τους Δελφούς, εις τον Ισθμόν, εις την ακρόπολιν των Αθηνών και εις το Αμύκλαιον της Λακεδαίμονος. Εάν λησμονηθή τι υπό του ενός ή του άλλου μέρους, επιτρέπεται εις τους Αθηναίους και τους Λακεδαιμονίους να τροποποιήσουν τας συνθήκας ως προς τούτο, αφού προηγουμένως συμφωνήσουν μεταξύ των».
19. Η συνθήκη αυτή έγινε την τετάρτην ημέραν της τελευταίας δεκάδος του μηνός Αρτεμισίου, εφορεύοντος εν Σπάρτη του Πλειστόλα, εις δε τας Αθήνας την έκτην ημέραν της τελευταίας δεκάδος του μηνός Ελαφηβολιώνος επί άρχοντος Αλκαίου. Ωρκίσθησαν δε και έκαμαν σπονδάς οι ακόλουθοι· εκ μεν των Λακεδαιμονίων (ο Πλειστοάναξ, ο ’γις), ο Πλειστόλας, ο Δαμάγητος, ο Χίονις, ο Μεταγένης, ο ’κανθος, ο Δάιθος, ο Ισχαγόρας, ο Φιλοχαρίδας, ο Ζευξίδας, ο ’ντιππος, ο Τέλλις, ο Αλκινίδας, ο Εμπεδίας, ο Μηνάς και ο Λάφιλος· εκ δε των Αθηναίων ο Λάμπων, ο Ισθμιόνικος, ο Νικίας, ο Λάχης, ο Ευθύδημος, ο Προκλής, ο Πυθόδωρος, ο ’γνων, ο Μυρτίλος, ο Θρασικλής, ο Θεαγένης, ο Αριστοκράτης, ο Ιώλκιος, ο Τιμοκράτης, ο Λέων, ο Λάμαχος και ο Δημοσθένης.
20. Η ειρήνη αύτη εκλείσθη περί τα τέλη του χειμώνος και σχεδόν ενώ ήρχιζε το έαρ, αμέσως μετά τα εν τη πόλει τελούμενα Διονύσια, δέκα ολοκλήρων παρελθόντων ετών καί τινων ημερών από της πρώτης εις την Αττικήν εισβολής και της αρχής του πολέμου τούτου. Διά να πεισθή δε τις περί τούτου, ας παρατηρήση την χρονολογικήν τάξιν και ας μη βασισθή κατά προτίμησιν εις την απαρίθμησιν των αρχόντων ταύτης ή εκείνης της πόλεως ή των τιμητικών ονομάτων, τα οποία φανερώνουν τα παρελθόντα συμβεβηκότα, διότι ο τελευταίος αυτός τρόπος δεν είναι ακριβής και δεν φανερώνει αν γεγονός τι συνέβη κατά την αρχήν, κατά το μέσον ή κατά το τέλος της εξασκήσεως των ρηθέντων αξιωμάτων, αλλ' ας αριθμήση, ως έπραξα εγώ, κατά θέρη και κατά χειμώνας, και εύρη εν τη απαριθμήσει των δύο τούτων ωρών του έτους, αίτινες ομού απαρτίζουν τον ενιαυτόν, ότι ο πρώτος ούτος πόλεμος διήρκεσε δέκα θέρη και ίσους χειμώνας.
21. Οι Λακεδαιμόνιοι (οι οποίοι ηναγκάσθησαν υπό του λαχνού να αποδώσουν πρώτοι όσα είχον) ηλευθέρωσαν αμέσως όλους τους αιχμαλώτους και έστειλαν ευθύς πρέσβεις εις τας πόλεις της Θράκης, τον Μηνάν και τον Φιλοχαρίδαν, διατάττοντες τον μεν Κλεαρίδαν να αποδώση εις τους Αθηναίους την Αμφίπολιν, τους δε άλλους να δεχθούν την ειρήνην καθώς είχε συμφωνηθή μεταξύ των. Αλλ' ούτε αυτοί την εδέχθησαν, νομίζοντες ότι δεν ήτο συμφέρουσα, ούτε ο Κλεαρίδας παρέδωκε την πόλιν χαριζόμενος εις τους Χαλκιδείς και λέγων ότι δεν ηδύνατο να τους αναγκάση να την παραδώσουν. Ελθών δε με σπουδήν μετά Χαλκιδέων πρέσβεων εις την Λακεδαίμονα, διά να απολογηθή εν περιπτώσει κατά την οποίαν ο Ισχαγόρας ήθελε τον κατηγορήσει επί απειθεία και συγχρόνως θέλων να μάθη αν ήτο δυνατόν να μεταβληθή η συνθήκη, και ευρών την συνθήκην ταύτην επισφραγισμένην, αυτός μεν ανεχώρησεν αμέσως σταλείς υπό των Λακεδαιμονίων, οι οποίοι τον διέταξαν ρητώς να παραδώση την πόλιν, ή τουλάχιστον να εξαγάγη όλους τους Πελοποννησίους όσοι ήσαν εντός.
22. Ενώ δε οι σύμμαχοι ευρίσκοντο συναθροισμένοι εις την Λακεδαίμονα, οι Λακεδαιμόνιοι προσεκάλεσαν τους μη δεχθέντας την συνθήκην να την δεχθούν άνευ αναβολής. Ούτοι όμως υπό την αυτήν πρόφασιν, υπό την οποίαν είχαν απορρίψει την συνθήκην κατά την πρώτην φοράν, απεκρίθησαν και τώρα ότι δεν την εδέχοντο, εάν δεν εγίνετο υπό όρους δικαιοτέρους. Επειδή λοιπόν δεν ενέδιδον εις τας προτροπάς των Λακεδαιμονίων, ούτοι τους διέλυσαν και έκαμαν συμμαχίαν μετά των Αθηναίων, έχοντες πεποίθησιν ότι οι Αργείοι δεν θα ανενέουν τας μετ' αυτών σπονδάς, αφού ηρνήθησαν τούτο προηγουμένως, ότε ο Αμπελίδας και ο Λίχας είχαν μεταβή προς αυτούς, νομίζοντες ότι άνευ των Αθηναίων οι Λακεδαιμόνιοι δεν θα ήσαν επίφοβοι και ότι οι άλλοι Πελοποννήσιοι ήθελαν μείνει ησυχάζοντες, διότι, εάν ηδύναντο, θα ετάσσοντο με τους Αργείους. Ενώ ευρίσκοντο λοιπόν εις την Λακεδαίμονα πρέσβεις των Αθηναίων, ήλθον μετ' αυτών εις διαπραγματεύσεις και συνεφώνησαν μεθ' όρκων την ακόλουθον συμμαχίαν.
23. «Οι Λακεδαιμόνιοι θα είναι σύμμαχοι των Αθηναίων επί πεντήκοντα έτη υπό τους ακολούθους όρους. Εάν εχθρός τις ήθελεν εισέλθει εις την χώραν των Λακεδαιμονίων και θελήση να βλάψη τους Λακεδαιμονίους, οι Αθηναίοι οφείλουν να βοηθήσουν τους Λακεδαιμονίους με παν οτιδήποτε μέσον ήθελον νομίσει συντελεστικώτερον. Εάν δε ο εχθρός αναχωρήση, αφού λεηλατήση την χώραν, τότε η πόλις του εχθρού τούτου να θεωρηθή υπό των Λακεδαιμονίων και των Αθηναίων ως εχθρική, να πολεμηθή υπ' αμφοτέρων και να καταστραφή από κοινού. Οι όροι αυτοί θέλουν τηρηθή μετά δικαιοσύνης, μετά προθυμίας και άνευ δόλου. Εάν δε επαναστατήσουν οι Είλωτες, οι Αθηναίοι θα βοηθήσουν τους Λακεδαιμονίους με όλας τας δυνάμεις των και δι' όλων των δυνατών μέσων. Τους όρους τούτους θέλουν ορκισθή εκατέρωθεν εκείνοι, οι οποίοι ωρκίσθησαν και τας προηγουμένας σπονδάς. Θα ανανεούνται δε κατ' έτος οι όρκοι ούτοι, και προς τον σκοπόν τούτον οι μεν Λακεδαιμόνιοι θα μεταβαίνουν κατά τα Διονύσια εις τας Αθήνας, οι δε Αθηναίοι εις την Λακεδαίμονα κατά τα Υακίνθια. Αμφότεροι οφείλουν να στήσουν ανά μίαν στήλην, την μεν εις την Λακεδαίμονα πλησίον του Αμυκλαίου Απόλλωνος, την δε εις την ακρόπολιν των Αθηνών πλησίον της Αθηνάς. Εάν οι Λακεδαιμόνιοι και οι Αθηναίοι νομίσουν ότι πρέπει να προσθέσουν ή να αφαιρέσουν κάτι από την παρούσαν συνθήκην, δύνανται να πράξουν τούτο, αρκεί να υπάρχη η συγκατάθεσις αμφοτέρων».
24. Τον όρκον δε τούτον ωρκίσθησαν εκ μεν των Λακεδαιμονίων οι εξής· Πλειστοάναξ, ’γις, Πλειστόλας, Δαμάγητος, Χίονις, Μεταγένης, ’κανθος, Δάιθος, Ισχαγόρας, Φιλοχαρίδας, Ζευξίδας, ’ντιππος, Αλκινίδας, Τέλλις, Εμπεδίας, Μηνάς, Δάφιλος· εκ δε των Αθηναίων οι εξής· Αάμπων, Ισθμιόνικος, Λάχης, Νικίας, Ευθύδημος, Προκλής, Πυθόδωρος, ’γνων, Μυρτίλος, Θρασυκλής, Θεαγένης, Αριστοκράτης, Ιώλκιος, Τιμοκράτης, Λέων, Λάμαχος, Δημοσθένης. Η συμμαχία αύτη έγινεν όχι πολύ ύστερον από τας κοινάς σπονδάς, και οι Αθηναίοι απέδωκαν εις τους Λακεδαιμονίους τους αιχμαλώτους της νήσου και το θέρος του ενδεκάτου έτους ήρχισεν. Ένταύθα δε τελειώνει η διήγησις του πρώτου πολέμου, ο οποίος διήρκεσε δέκα έτη άνευ διακοπής.
25. Μετά τας σπονδάς και την συμμαχίαν των Λακεδαιμονίων και των Αθηναίων, αι οποίαι έγιναν μετά τον δεκαετή πόλεμον επί Πλειστόλα μεν εν Λακεδαίμονι εφόρου, επί Αλκαίου δε άρχοντος εν Αθήναις, έγινε ειρήνη μεταξύ των πόλεων όσαι είχαν δεχθή τας συμφωνίας ταύτας· αλλ' οι Κορίνθιοι καί τινες άλλαι πόλεις της Πελοποννήσου ηθέλησαν να ανατρέψουν τα πεπραγμένα και ευθύς ανεφύησαν νέαι δυσχέρειαι μεταξύ των Λακεδαιμονίων και των συμμάχων. Συγχρόνως δε, προϊόντος του χρόνου, οι Λακεδαιμόνιοι έγιναν ύποπτοι εις τους Αθηναίους, διότι δεν εξετέλουν τινά εκ των συμφωνημένων. Και επί έξ μεν έτη και μήνας δέκα απέσχον αμφότεροι πάσης εναντίον της χώρας αλλήλων εκστρατείας, ενώ διήρκει όμως η αβεβαία αυτή ανακωχή, έβλαπτον έξωθεν αλλήλους παραπολύ μέχρις ου τέλος ηναγκάσθησαν να λύσουν τας μετά τα δέκα έτη του πολέμου σπονδάς, και να αρχίσουν εκ νέου πόλεμον φανερόν.
26. Ο αυτός Θουκυδίδης ο Αθηναίος έγραψε και τα συμβάντα ταύτα κατά την τάξιν που καθέν συνέβη, κατά θέρη και κατά χειμώνας, μέχρις ου και την ηγεμονίαν των Αθηναίων κατέλυσαν οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοι, και τα μακρά τείχη και τον Πειραιά κατέλαβον. Μέχρι δε της εποχής ταύτης ο πόλεμος διήρκεσεν εικοσιεπτά όλα έτη. Ο μη παραδεχόμενος ως πόλεμον το διάστημα της ανακωχής δεν κρίνει αληθώς και δικαίως, διότι αρκεί να θεωρήση τα πράγματα όπως εξετέθησαν και θα εύρη ότι δεν πρέπει να ονομασθή ειρήνη η κατάστασις εκείνη, κατά την οποίαν και οι μεν και οι δε ούτε έδωκαν ούτε έλαβαν όσα συνεφώνησαν, και εκτός τούτου κατά τον πόλεμον της Μαντινείας και της Επιδαύρου, και εις άλλας περιστάσεις ηγέρθησαν παράπονα από τα δύο μέρη. Οι σύμμαχοι της Θράκης ήσαν ουχ ήττον εχθροί, και οι Βοιωτοί δεν υπεσχέθησαν ειμή δεκαήμερον ανακωχήν. Ώστε εάν ενώση τις ομού τον πρώτον δεκαετή πόλεμον, την μετ' αυτόν αμφίβολον ανακωχήν και τον μετέπειτα πόλεμον, ευρίσκει, υπολογίζων την τάξιν των εποχών, ότι τα έτη είνε τοσαύτα, όσα ανέφερα, καί τινες ημέραι ακόμη, και δι' εκείνους οίτινες θέλουν να βεβαιώσουν το μέλλον διά χρησμών, η βεβαίωσις αύτη είνε η μόνη επαληθεύσασα· διότι εγώ ενθυμούμαι πάντοτε ότι, από της αρχής του πολέμου μέχρι του τέλους αυτού, πολλοί προείπον ότι έμελλε να διαρκέση τρις εννέα έτη. Επέζησα δε καθ' όλην την διάρκειαν αυτού, έχων πλήρεις τας διανοητικάς μου δυνάμεις και προσέχων να μανθάνω ακριβώς την αλήθειαν. Συνέβη δε να ζω εξόριστος εκ της πατρίδος μου επί είκοσιν έτη μετά την εις Αμφίπολιν στρατηγίαν μου· και επειδή παρευρέθην εις τα συμβάντα αμφοτέρων, προ πάντων εις όσα συνέβησαν εις τους Πελοποννησίους ένεκα της εξορίας μου, εγνώρισα μεθ' όλης της απαιτουμένης ησυχίας την αληθή κατάστασιν των πραγμάτων. Θέλω λοιπόν αναφέρει τα συμβάντα πού διεδέχθησαν τον πρώτον δεκαετή πόλεμον, την διάλυσιν της ανακωχής και την επανάληψιν των εχθροπραξιών.
27. Μετά την συνομολόγησιν των πεντηκονταετών σπονδών και την μετέπειτα συμμαχίαν, οι πρέσβεις της Πελοποννήσου, οι ελθόντες επίτηδες εις την Λακεδαίμονα, ανεχώρησαν και επέστρεψαν εις τα ίδια. Οι Κορίνθιοι όμως μετέβησαν κατ' αρχάς εις το ’ργος και συνομιλήσαντες μετά τινων των εκ των ευρισκομένων εις την εξουσίαν παρέστησαν εις αυτούς ότι, αφού οι Λακεδαιμόνιοι συνωμολόγησαν ειρήνην και συμμαχίαν μετά των Αθηναίων, οι οποίοι πρότερον ήσαν αμείλικτοι εχθροί των, ουχί επ' αγαθώ, αλλά προς υποδούλωσιν της Πελοποννήσου, καθήκον είχον οι Αργείοι να σκεφθούν πως να σώσουν την Πελοπόννησον και να ψηφίσουν ώστε πάσα πόλις ελληνίς η οποία είναι αυτόνομος και απολαύει ίσων δικαιωμάτων να δύναται ελευθέρως να συμμαχήση μετά των Αργείων και να συνομολογήση αμοιβαίαν βοήθειαν· να εκλέξουν δε προς τον σκοπόν τούτον ολίγους άνδρας έχοντας απόλυτον εξουσίαν και να μη συνδιαλέγωνται μετά του δήμου, διά να μη φωραθούν υπό των Λακεδαιμονίων οι μη πείθοντες το πλήθος. Προσέθηκαν δε ότι ένεκα μίσους εναντίον των Λακεδαιμονίων πολλαί πόλεις ήθελον εισέλθει εις την συμμαχίαν ταύτην. Και οι μεν Κορίνθιοι ταύτα συμβουλεύσαντες επέστρεψαν εις τα ίδια.
28. Οι δε Αργείοι ακούσαντες ανεκοίνωσαν τα λεχθέντα εις τους άρχοντας και εις τον δήμο. Απεφασίσθη λοιπόν να εκλέξουν δώδεκα πολίτας μετά των οποίων όλοι οι Έλληνες ηδύναντο να κάμουν συμμαχίαν εκτός των Αθηναίων και των Λακεδαιμονίων, οίτινες δεν ηδύναντο να συνθηκολογήσουν ειμή απ' ευθείας μετά του δήμου. Τα μέτρα ταύτα παρεδέχθησαν οι Αργείοι τόσο μάλλον προθύμως, όσο έβλεπον ότι δεν έμελλε να βραδύνη ο κατά των Λακεδαιμονίων πόλεμος (διότι η συνθήκη την οποίαν είχαν με αυτούς επλησίαζε να λήξη) και συγχρόνως διότι ήλπιζαν να γίνουν ηγεμόνες της Πελοποννήσου. Κατ' εκείνον τον χρόνον η Λακεδαίμων πολλάς ύβρεις ήκουσε και εξουθενώσεις διά τας ταλαιπωρίας τας οποίας έπαθαν οι Ελληνες, ενώ εξ εναντίας οι Αργείοι ήσαν ακμαιότατοι, διότι δεν συνεπολέμησαν μετά των Λακεδαιμονίων κατά των Αθηναίων, αλλά μάλλον μένοντες φίλοι αμφοτέρων έδρεψαν τους καρπούς της ουδετερότητος ταύτης. Οι μεν Αργείοι λοιπόν εδέχθησαν τοιουτοτρόπως εις την συμμαχίαν των εκείνους εκ των Ελλήνων όσοι ηθέλησαν να συμμετάσχουν αυτής.
29. Οι δε Μαντινείς και οι σύμμαχοι των, φοβούμενοι τους Λακεδαιμονίους, εισήλθαν πρώτοι εις την συμμαχίαν ταύτην. Υποδουλώσαντες, ενόσω ακόμη διήρκει ο κατά των Αθηναίων πόλεμος, μέρος τι της Αρκαδίας υπήκοον των Λακεδαιμονίων, εσκέπτοντο ότι οι Λακεδαιμόνιοι μη έχοντες πλέον ενασχόλησιν δεν θα παρέβλεπαν την κατάληψιν εκείνην. Διά τούτο άσμενοι απετάθησαν προς τους Αργείους ως προς πόλιν μεγάλην, η οποία ήτο πάντοτε εχθρά των Λακεδαιμονίων και εκυβερνάτο δημοκρατικώς όπως αυτοί. Ότε δε απεστάτησαν οι Μαντινείς, η άλλη Πελοπόννησος εθορύβησεν ότι έπρεπε να ακολουθήση το παράδειγμά των, νομίσασα ότι οι Μαντινείς, μεταβαλόντες συμμάχους, είχαν προς τούτο λόγους ισχυροτέρους· και συγχρόνως ηγανάκτει διά πολλούς λόγους και μεταξύ άλλων, διότι εις τας Αττικάς σπονδάς εγράφη ότι ήτο επιτετραμμένον εις τους Λακεδαιμονίους και τους Αθηναίους να προσθέσουν ή να αφαιρέσουν ό,τι ήθελε φανή εύλογον εις αυτούς. Τούτο προ πάντων το άρθρον εθορύβει την Πελοπόννησον και εγέννα την υποψίαν μήπως οι Λακεδαιμόνιοι μετά των Αθηναίων προτίθενται να υποδουλώσουν αυτήν· διότι η δικαιοσύνη απήτει ώστε η μεταβολή εκείνη εν τη συνθήκη να εφαρμόζεται εις όλους τους συμμάχους. Φοβούμενοι λοιπόν οι πολλοί έσπευσαν να συμμαχήσουν μετά των Αργείων.
30. Οι Λακεδαιμόνιοι εννοήσαντες τον θόρυβον εκείνον ο οποίος υπήρχεν εις την Πελοπόννησον, και ότι οι Κορίνθιοι, οι οποίοι ήσαν οι υποκινηταί, επρόκειτο και αυτοί να συμμαχήσουν με τους Αργείους, έστειλαν πρέσβεις εις την Κόρινθον, διά να προλάβουν την συμμαχίαν, και εξέφεραν κατηγορίαν εναντίον των Κορινθίων ως πρωταιτίων όλων εκείνων των ταραχών και ως ετοίμων να εγκαταλίπουν την συμμαχίαν της Λακεδαίμονος διά να συμμαχήσουν με τους Αργείους, προσθέτοντες ότι η Κόρινθος παρεβίαζε τους όρκους της και ότι είχεν ήδη άδικον μη δεχομένη την συνθήκην των Αθηναίων, μολονότι υπήρχε ρητή συμφωνία ώστε πάσα απόφασις της πλειονοψηφίας των συμμάχων να είναι ισχυρά, εκτός εάν υπήρχε προς τούτο κανέν εμπόδιον προκύπτον από τους θεούς ή τους ήρωας. Οι Κορίνθιοι, παρόντων και των συμμάχων εκείνων οίτινες δεν είχαν δεχθή την συνθήκην (και τους οποίους είχαν προσκαλέση προηγουμένως να παρευρεθούν), αντέλεγαν εις τους Λακεδαιμονίους, και χωρίς να είπουν αναφανδόν τα παράπονά των ως προς την μη απόδοσιν του Σολλίου, και του Ανακτορίου παρά των Αθηναίων, ουδέ να υπαινιχθώσι καμμίαν εκ των άλλων αδικιών τας οποίας ενόμιζαν ότι υπέστησαν, επροφασίσθησανν ότι δεν ηδύναντο να προδώσουν τους συμμάχους της Θράκης, προς τους οποίους από της πρώτης μετά των Ποτειδαιατών αποστασίας είχαν κάμη όρκους ιδιαιτέρους και άλλους ύστερον. Έλεγαν λοιπόν ότι δεν παρεβίαζαν τους όρκους των συμμάχων μη εισερχόμενοι εις τας σπονδάς των Αθηναίων· διότι λαβόντες ως μάρτυρας τους θεούς, θα επιώρκουν εάν επρόδιδον αυτούς. ’λλως ήτο γραμμένον εις τας συνθήκας «εκτός εάν υπάρχη κανέν εμπόδιον προκύπτον από τους θεούς ή τους ήρωας», τούτο δε (ήτοι οι προηγούμενοι όρκοι) εθεωρείτο παρ' αυτών ως εμπόδιον θείον. Και περί μεν των παλαιών συνθηκών ταύτα είπον, περί δε της μετά των Αργείων συμμαχίας είπον ότι ήθελαν συσκεφθή μετά των φίλων των και πράξη ό,τι ήτο δίκαιον. Και οι μεν πρέσβεις των Λακεδαιμονίων επέστρεψαν εις τα ίδια. Έτυχον δε παρόντες εν Κορίνθω και πρέσβεις των Αργείων, οι οποίοι προέτρεπαν τους Κορινθίους να εισέλθουν άνευ αναβολής εις την συμμαχίαν των, αλλ' ούτοι τους προσεκάλεσαν να παρευρεθούν εις την προσεχή συνέλευσιν η οποία θα συνεκαλείτο εις την πόλιν των.
31. Ήλθε δε κατά τον αυτόν καιρόν και πρεσβεία των Ηλείων και έκαμε πρώτον μεν συμμαχίαν με τους Κορινθίους, έπειτα δε απ' εκεί ελθόντες οι πρέσβεις εις το ’ργος, καθώς προελέχθη, συνωμολόγησαν συμμαχίαν και με τους Αργείους. Διότι ευρίσκοντο εις διάστασιν με τους Λακεδαιμονίους περί του Λεπρέου. Καθόσον ότε ποτέ οι Λεπρεάται έκαμαν πόλεμον μέ τινας εκ των Αρκάδων και παρεκλήθησαν υπό των Λεπρεατών οι Ηλείοι να γίνουν σύμμαχοί των παραχωρούντες το ήμισυ της γης αυτών και (συνεπεία τούτου) ότε ετελείωσεν ο πόλεμος, οι Ηλείοι αφήσαντες εις τους Λεπρεάτας να νέμωνται όλην την γην των υπεχρέωσαν αυτούς μόνον να φέρουν ετησίως έν τάλαντον εις τον Δία τον εν Ολυμπία· και μέχρι της εποχής του Αττικού (Πελοποννησιακού) πολέμου οι Λεπρεάται επλήρωναν, έπειτα δε επειδή φέροντες πρόφασιν τον πόλεμον έπαυσαν, οι Ηλείοι τους υπεχρέωσαν αναγκαστικώς· εκείνοι δε απηυθύνθησαν προς τους Λακεδαιμονίους. Και επειδή οι Λακεδαιμόνιοι εδέχθησαν να δικάσουν την διαφοράν, προϋποθέσαντες οι Ηλείοι ότι δεν θα ελάμβαναν το δίκαιόν των, εκδιώξαντες την επιτροπήν των Λεπρεατών, ελεηλάτουν την χώραν τούτων. Οι δε Λακεδαιμόνιοι ουχ ήττον εξέδωκαν απόφασιν ότι οι Λεπρεάται είναι αυτόνομοι και ότι έχουν άδικον οι Ηλείοι· και επειδή ούτοι δεν συνεμορφώθησαν με την απόφασιν, απέστειλαν οι Λακεδαιμόνιοι φρουράν οπλιτών εις το Λέπρεον. Οι δε Ηλείοι εκφράζοντες την γνώμην ότι οι Λακεδαιμόνιοι απέδειξαν ούτως ότι η πόλις αυτών (των Ηλείων) δεν ήτο φιλική των και προβάλλοντες την συνθήκην εις την οποίαν ωρίζετο, καθείς ό,τι είχε πριν αρχίση ο Αττικός πόλεμος τούτο και να διατηρήση μετά την παύσιν του πολέμου, απεχωρίσθησαν των Λακεδαιμονίων ως μη απολαύοντες ισοδικίας και μετέβησαν προς τους Αργείους και ως προελέχθη συμμαχίαν μετ' αυτών συνωμολόγησαν και ούτοι. Έγιναν δε και οι Κορίνθιοι αμέσως έπειτα από εκείνους σύμμαχοι των Αργείων και προς τούτοις οι εν τη Χαλκιδική Θράκη. Οι Βοιωτοί δε και οι Μεγαρείς μολονότι λέγοντες ότι θα έκαμναν το ίδιον, έμεναν όμως ήσυχοι, παραμελούμενοι υπό των Λακεδαιμονίων, νομίζοντες όμως εν τούτοις ότι η δημοκρατία των Αργείων ήτο δι' αυτούς, πού είχαν ολιγαρχικόν πολίτευμα, ολιγώτερον συμφέρουσα παρ' ό,τι ο τρόπος του πολιτεύεσθαι των Λακεδαιμονίων.