WeRead Powered by ReaderPub
Πελοποννησιακός Πόλεμος, Τόμος τρίτος cover

Πελοποννησιακός Πόλεμος, Τόμος τρίτος

Chapter 6: ΒΙΒΛΙΟΝ ΣΤ'.
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

The narrative recounts successive military campaigns, sieges, and diplomatic negotiations among rival Greek city-states during a protracted war, detailing troop movements, tactical engagements, and political decisions that reshape alliances. It alternates blow-by-blow accounts of battles and sieges with thematic digressions on leadership, strategy, and the causes and consequences of conflict, often presenting reconstructed speeches and on-the-ground reporting to explain motivations. Episodes range from coastal operations and naval expeditions to inland maneuvers and revolts, while attention to logistics, morale, and the human cost gives a textured, analytical chronicle of wartime conduct.

116. Κατά δε τον ακόλουθον χειμώνα οι Λακεδαιμόνιοι ητοιμάσθησαν να εκστρατεύσουν κατά της Αργολίδος· αλλ' επειδή αι θυσίαι αι οποίαι έγιναν προς διάβασιν των ορίων δεν εφάνησαν ευνοϊκαί, επέστρεψαν εις τα ίδια. Η τοιαύτη επίδειξις ενέβαλε τους Αργείους εις υπονοίας εναντίον τινών εκ των συμπολιτών των καί τινας μεν εξ αυτών συνέλαβον, οι δε άλλοι διέφυγαν.

Κατά την αυτήν εποχήν οι Μήλιοι κατέλαβαν έτερον μέρος του περιτειχίσματος των Αθηναίων, εις το οποίον δεν ήσαν πολλοί φύλακες. Αλλ' ακολούθως, ελθόντος και άλλου στρατού εξ Αθηνών υπό την οδηγίαν Φιλοκράτους του Δημέου, επολιορκήθησαν ισχυρώς. Επειδή δε εξεδηλώθη και προδοσία εντός της πόλεως, οι Μήλιοι παρεδόθησαν άνευ όρων εις τους Αθηναίους· ούτοι δε όσους μεν εφήβους έλαβον εις την εξουσίαν των εφόνευσαν, τας δε γυναίκας και τους παίδας τους έκαμαν δούλους προς πώλησιν (ανδράποδα) και ύστερον πέμψαντες πεντακοσίους αποίκους κατοίκησαν την πάλιν αυτοί.

ΒΙΒΛΙΟΝ ΣΤ'.
ΘΟΥΚΥΔΙΔΟΥ
ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΑΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ

ΒΙΒΛΙΟΝ ΣΤ'.

1. Κατά δε τον αυτόν χειμώνα οι Αθηναίοι ηθέλησαν και πάλιν, μετά δυνάμεων μεγαλυτέρων εκείνων τας οποίας είχον ο Λάχης και ο Ευρυμέδων, να πλεύσουν εναντίον της Σικελίας, διά να την υποτάξουν, εάν ήθελον δυνηθή. Οι πλείστοι εξ αυτών ηγνόουν το μέγεθος της νήσου, ως και τον αριθμόν των κατοίκων της, Ελλήνων και βαρβάρων, και ότι ανελάμβανον να κάμουν πόλεμον σχεδόν επίσης σπουδαίον ως τον της Πελοποννήσου. Τωόντι ο περίπλους της Σικελίας είναι οκτώ περίπου ημερών διά πλοίον εμπορικόν, και μόνον εν διάστημα θαλάσσης είκοσι το πολύ σταδίων εμποδίζει την τοσούτον ευρείαν ταύτην νήσον να είναι χώρα της στερεάς γης.

2. Ιδού δε πώς εκατοικήθη αύτη το πάλαι και πόσα έθνη εν όλω περιέχει. Λέγεται ότι οι αρχαιότατοι κάτοικοι ενός μέρους της νήσου υπήρξαν οι Κύκλωπες και οι Λαιστρυγόνες, των οποίων εγώ ούτε την καταγωγήν ηξεύρω, ούτε πόθεν ήλθαν, ούτε πού απεχώρησαν. Πρέπει εν τούτοις να αρκεσθώμεν εις όσα είπαν οι ποιηταί και εις τας διαφόρους γνώμας αίτινες εξηνέχθησαν περί αυτών. Μετ' αυτούς πρώτοι οικήτορες φαίνονται οι Σικανοί· και ούτοι μεν διατείνονται ότι είναι παλαιότεροι, καθότι είναι αυτόχθονες, αλλά το βέβαιον είναι ότι είναι Ίβηρες, διωχθέντες υπό των Λιγύων από τα παρόχθια μέρη του ποταμού Σικανού της Ιβηρίας. Εξ αυτών ωνομάσθη η νήσος Σικανία, πρότερον καλούμενη Τρινακρία, κατοικούν δε αυτοί και μέχρι της σήμερον τα δυτικά μέρη της Σικελίας. Μετά την άλωσιν δε του Ιλίου τινές των Τρώων, διαφυγόντες τους Έλληνας, φθάνουν διά θαλάσσης εις την Σικελίαν· και αποκατασταθέντες εις τα μεθόρια των Σικανών, ωνομάσθησαν μεν όλοι Έλυμοι, πόλεις δε αυτών ιδιαίτεραι ήσαν η Έρυξ και η Έγεστα. Εις την αποικίαν ταύτην προσετέθησαν καί τινες Φωκείς επανερχόμενοι εκ της Τροίας και ριφθέντες υπό της τρικυμίας πρώτον προς την Λιβύην και κατόπιν εις την Σικελίαν. Οι δε Σικελοί, εκ της Ιταλίας όπου κατώκουν, φεύγοντες τους Οπικούς, μετέβησαν πιθανώτατα εις την Σικελίαν επί σχεδίων αναμείναντες προς τούτο την στιγμήν πού ο άνεμος πνέει προς τον πορθμόν, ίσως όμως και δι' άλλου τινός τρόπου εισπλεύσαντες. Υπάρχουν δε και σήμερον ακόμη εις την Ιταλίαν Σικελοί· και η χώρα εκλήθη Ιταλία από του βασιλέως των Σικελών, ο οποίος εκαλείτο Ιταλός. Οι Σικελοί, ελθόντες εις την Σικελίαν μετά στρατού πολλού, ενίκησαν εις μάχην τους Σικανούς και απώθησαν αυτούς προς τα μεσημβρινά και τα δυτικά μέρη της νήσου και αντί Σικανίας επωνόμασαν αυτήν Σικελίαν. Αποκατασταθέντες δε εις τα πλέον εύφορα μέρη του τόπου κατείχον αυτά περί τα τριακόσια έτη από της μεταβάσεώς των μέχρι του ερχομού των Ελλήνων. Ακόμη δε και σήμερον κατέχουν τα μέσα και τα προς βορράν της νήσου. Κατώκησαν επίσης και Φοίνικες περί την Σικελίαν, καταλαβόντες ακρωτήρια και νησίδια παρακείμενα ένεκα της μετά των Σικελών εμπορίας των· αλλ' όταν οι Έλληνες ήρχισαν να έρχωνταί πολλοί διά θαλάσσης, οι Φοίνικες εγκατέλιπον τα πλείστα των μερών τούτων και συνοικίσθησαν εις την Μοτύην, τον Σολόεντα και την Πάνορμον πλησίον των Ελύμων. Διπλούν συμφέρον εύρισκαν εις τούτο· πρώτον την συμμαχίαν των λαών τούτων και δεύτερον ότι ήσαν πλησίον της Καρχηδόνος, η οποία εκ του μέρους τούτου χωρίζεται από της Σικελίας μόνον διά βραχυτάτου διαστήματος. Και οι μεν βάρβαροι τοσούτοι ήσαν και τοιουτοτρόπως κατοίκησαν την Σικελίαν.

3. Μεταξύ δε των Ελλήνων πρώτοι οι Χαλκιδείς, πλεύσαντες εκ της Ευβοίας μετά του οικιστού Θουκλέους, κατοίκησαν την Νάξον και ήγειραν τον βωμόν του Αρχηγέτου Απόλλωνος, ο οποίος σήμερον είναι έξω της πόλεως· επί του βωμού τούτου οι θεωροί, όταν έρχωνται εκ της Σικελίας, κάμνουν τας πρώτας θυσίας. Τας δε Συρακούσας, κατά το επόμενον έτος, ο Αρχίας, είς των Ηρακλειδών, ελθών εκ της Κορίνθου, εκατοίκισεν, αφού πρώτον εδίωξε τους Σικελούς εκ της νήσου, όπου ευρίσκεται η εσωτερική πόλις, της οποίας η θάλασσα δεν βρέχει πλέον σήμερον τα τείχη· με τον καιρόν και η έξω πόλις προστειχισθείσα έγινε πολυάνθρωπος. Ο δε Θουκλής και οι Χαλκιδείς, ορμηθέντες εκ της Νάξου, κατά το πέμπτον έτος μετά την θεμελίωσιν των Συρακουσών, και διώξαντες διά των όπλων τους Σικελούς έκτισαν τους Λεοντίνους και μετ' αυτούς την Κατάνην. Αυτοί δε οι Καταναίοι εξέλεξαν ως οικιστήν των τον Εύαρχον.

4. Κατά την αυτήν εποχήν ο Λάμις, φέροιν ωσαύτως αποικίαν εκ των Μεγάρων, έφθασεν εις την Σικελίαν και έκτισεν άνωθεν του ποταμού Πεντακίου πόλιν, την οποίαν ωνόμασε Τρώτιλον· ακολούθως την εγκατέλιπε, διά να συγκατοικήση με τους Χαλκιδείς των Λεοντίνων· αλλά διωχθείς υπ' αυτών και κτίσας την Θάψον, αυτός μεν αποθνήσκει, οι δε σύντροφοί του, διωχθέντες εκ της Θάψου και προσκληθέντες υπό του βασιλέως των Σικελών Ύβλωνος, ο οποίος παρέδωκεν εις αυτούς την χώραν, μετέβησαν και έκτισαν την πόλιν των Μεγαρέων των κληθέντων Υβλαίων. Και οικήσαντες εκεί επί έτη διακόσια τεσσαράκοντα πέντε εδιώχθησαν υπό του τυράννου των Συρακουσίων Γέλωνος εκ της πόλεως και της χώρας. Αλλά πριν διωχθούν και εκατόν έτη μετά την αποκατάστασίν των έπεμψαν διά να κτίση την Σελινούντα τον Πάμιλον, ο οποίος ήλθεν εκ των Μεγάρων, της μητροπόλεώς των, διά να σχηματίση την αποικίαν εκείνην. Ο εκ Ρόδου Αντίφημος και ο εκ Κρήτης Έντιμος, φέροντες μαζί των εποίκους, έκτισαν από κοινού την Γέλαν, τεσσαράκοντα πέντε έτη μετά την οίκισιν των Συρακουσών. Και η μεν πόλις ωνομάσθη από του ποταμού Γέλα, το δε μέρος, όπου υπάρχει σήμερον και το οποίον πρώτον εκυκλώθή διά τείχους, ονομάζεται Λίνδιοι και οι κάτοικοι αυτού παρέλαβον τους δωρικούς θεσμούς. Περί τα εκατόν οκτώ έτη μετά την οίκισίν των οι Γελοίοι εκατοίκησαν την πόλιν Ακράγαντα, αυτήν μεν από του ποταμού Ακράγαντος ονομάσαντες, οικιστάς δε λαβόντες τον Αριστόνουν και τον Πυστίλον, θεσμούς δε δεχθέντες τους των Γελώων. Η δε Ζάγκλη αρχήθεν μεν εκατοικήθη υπό ληστών ελθόντων εκ της εν Οπικία Χαλκιδικής πόλεως Κύμης, ύστερον δε πλήθος ανθρώπων ελθόντες εκ της Χαλκίδος και της λοιπής Ευβοίας διεμοιράσθησαν την γην και οικισταί αυτής έγιναν ο Περιήρης και ο Κραταιμένης, ο μεν από Κύμης, ο δε από Χαλκίδος. Το όνομα δε Ζάγκλη εδόθη κατά πρώτον εις την πόλιν υπό των Σικελών, διότι η τοποθεσία αυτής είναι δρεπανοειδής, το δε δρέπανον οι Σικελοί λέγουν ζάγκλον· ύστερον δε οι κάτοικοι αυτής εξώσθησαν υπό Σαμίων και άλλων Ιώνων, οι οποίοι φεύγοντες τους Μηδους προσήγγισαν εις την Σικελίαν. Αλλά και οι Σάμιοι εδιώχθησαν όχι μετά πολύν καιρόν υπό του τυράννου των Ρηγίνων Αναξίλα, ο οποίος συνήθροισεν εις την πόλιν πληθυσμόν σύμμικτον και την ωνόμασε Μεσσήνην από του ονόματος της αρχαίας αυτού πατρίδος.

5. Η δε Ιμέρα, αποικία της Ζάγκλης, οικιστάς είχε τον Ευκλείδην, τον Σίμον και τον Σάκωνα. Και όσοι μεν ήλθαν εις την αποικίαν αυτήν ήσαν Χαλκιδείς· εν τούτοις εξόριστοί τινες των Συρακουσών, λεγόμενοι Μυλητίδαι, νικηθέντες είς τινα στάσιν, ηνώθησαν μετ' αυτών· και η μεν γλώσσα ήτο κράμα της Χαλκιδικής και της Δωρικής, αλλ' οι Χαλκιδικοί θεσμοί επεκράτησαν. Αι ’κραι και αι Κασμέναι εκατοικήθησαν υπό Συρακουσίων, αι μεν ’κραι εβδομήκοντα έτη μετά τας Συρακούσας, αι δε Κασμέναι είκοσι περίπου έτη μετά τας ’κρας. Και η Καμάρινα κατά πρώτον συνωκίσθη υπό Συρακουσίων, εκατόν τριάκοντα πέντε σχεδόν έτη μετά την κτίσιν των Συρακουσών· οικισταί δε αυτής υπήρξαν ο Δάσκων και ο Μενέκωλος. Αλλά κατά τινα πόλεμον, ο οποίος προήλθεν εξ αποστασίας, διωχθέντων των Καμαριναίων υπό των Συρακουσών, ο τύραννος της Γέλας Ιπποκράτης έλαβε την χώραν των Καμαριναίων αντί λύτρων διά τους Συρακουσίους αιχμαλώτους, και γενόμενος αυτός οικιστής εκατοίκισε την Καμάριναν. Και πάλιν ύστερον ερημωθείσα αυτή υπό του Γέλωνος εκατοικήθη εκ τρίτου υπό Γελώων.

6. Τοσαύτα έθνη Ελλήνων και βαρβάρων κατώκουν την Σικελίαν και κατά τοιαύτης εκτεταμένης νήσου επεχείρησαν να εκστρατεύσουν οι Αθηναίοι. Και η μεν αληθής αιτία ήτο να γίνουν κύριοι όλης της νήσου· η πρόφασις δε με την οποίαν περιεκάλυπτον την επιχείρησιν ταύτην ήτο να βοηθήσουν τους έχοντας την αυτήν καταγωγήν λαούς και εκείνους οι οποίοι είχον γίνει πρότερον σύμμαχοι των. Προ πάντων όμως παρώτρυναν αυτούς οι πρέσβεις των Εγεσταίων, οι οποίοι ήσαν εις τας Αθήνας και οι οποίοι επεκαλούντο ζωηρώς την βοήθειαν των. Οι Εγεσταίοι, γείτονες όντες με τους Σελινουντίους, επολέμουν προς αυτούς διά τινα ζητήματα σχετικά με τας εκ γάμων σχέσεις αυτών και διά τα αμφισβητούμενα όρια της χώρας· και οι Σελινούντιοι προσκαλέσαντες εις βοήθειαν των τους συμμάχους των Συρακούσιους επίεζαν αυτούς ζωηρώς και κατά γην και κατά θάλασσαν. Οι Εγεσταίοι, υπενθυμίζοντες εις τους Αθηναίους την γενομένην επί Λάχητος συμμαχίαν και τον προηγούμενον πόλεμον των Λεοντίνων, παρεκάλουν να τους στείλουν πλοία προς βοήθειαν, προτάσσοντες μεταξύ άλλων επιχειρημάτων το ακόλουθον, ότι, εάν οι Συρακούσιοι, αφού έδιωξαν τους Λεοντίνους εκ της πόλεως των, έμεναν ατιμώρητοι, εάν, καταστρέφοντες τους υπολειπομένους ακόμη συμμάχους των Αθηναίων, κατελάμβαναν αυτοί μόνοι την όλην δύναμιν της Σικελίας, υπήρχε φόβος μήπως και οι Δωριείς έλθουν ποτέ μετά μεγάλων παρασκευών να βοηθήσουν τους Δωριείς της Πελοποννήσου, ως συγγενείς των και ως θεμελιωτάς, και καταλύσουν μετ' αυτών την ηγεμονίαν των Αθηναίων· ότι δε ήτο φρόνιμον να αντισταθούν εις τους Συρακουσίους μετά των υπολοίπων ακόμη συμμάχων· ότι άλλως και ως προς αυτούς ιδιαιτέρως ήθελον, δώσει εις τους Αθηναίους χρήματα ικανά διά τας δαπάνας του πολέμου. Επί των προτάσεων τούτων, αι οποίαι επανελήφθησαν συχνάκις εις τας δημοσίας συνεδριάσεις και υπό των Εγεσταίων και υπό των υπερασπιζόντων αυτούς, οι Αθηναίοι εψήφισαν να πέμψουν πρώτον πρέσβεις εις την Έγεσταν, διά να βεβαιωθούν αν, ως έλεγον οι Εγεσταίοι, υπήρχον αληθώς χρήματα εις το κοινόν ταμείον και εις τους ναούς, και συγχρόνως να πληροφορηθούν εις ποίον σημείον ήτο ο προς τους Σελινουντίους πόλεμος.

7. Και οι μεν πρέσβεις των Αθηναίων απεστάλησαν εις την Σικελίαν. Οι δε Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοι, πλην των Κορινθίων, εξεστράτευσαν τον αυτόν χειμώνα κατά της Αργολίδος, ελεηλάτησαν μικρόν μέρος αυτής και επήραν σίτον επί τινων αμαξίων, τα οποία είχον φέρει μαζί των. Αποκαταστήσαντες δε, εις τας Ορνεάς τους φυγάδας των Αργείων άφησαν εις αυτούς μικρόν μέρος στρατού, και συνθηκολογήσαντες επί ωρισμένον χρόνον να μη λεηλατούν αμοιβαίως τας χώρας των οι Ορνεάται και οι Αργείοι, επέστρεψαν εις τα ίδια μετά του υπολοίπου στρατού. Επειδή όμως όχι μετά πολύν καιρόν ήλθον οι Αθηναίοι μετά τριάκοντα πλοίων και εξακοσίων οπλιτών, οι Αργείοι εξήλθον μετ' αυτών πανστρατιά και επολιόρκησαν επί μίαν ημέραν τας Ορνεάς· αλλά κατά την νύκτα, ενώ ο εχθρικός στρατός ήτο κατεσκηνωμένος μακράν, οι Ορνεάται διέφυγον· την επομένην δε ημέραν οι Αργείοι, εννοήσαντες τούτο, κατέσκαψαν την πόλιν και ανεχώρησαν, επίσης δε και οι Αθηναίοι επέστρεψαν ακολούθως μετά των πλοίων των εις τα ίδια. Μετέφεραν δε οι Αθηναίοι διά θαλάσσης και εις την Μεθώνην την γειτονικήν με την Μακεδονίαν ιππείς Αθηναίους και εξορίστους Μακεδόνας οι οποίοι είχον καταφύγει εις τας Αθήνας και ελεηλάτουν την χώραν του Περδίκκου. Οι δε Λακεδαιμόνιοι πέμψαντες πρέσβεις προς τους εν τη Θράκη Χαλκιδείς, οι οποίοι είχον μετά των Αθηναίων δέκα ημερών σπονδάς, τους προσεκάλεσαν να ενώσουν τας δυνάμεις των με τας του Περδίκκου· ούτοι όμως δεν ηθέλησαν, και με αυτά ετελείωσεν ο χειμών, και το δέκατον έκτον έτος του πολέμου τούτου, τον οποίον συνέγραψεν ο Θουκυδίδης.

8. Κατά το ακόλουθον θέρος, άμα ήρχισεν η άνοιξις, οι των Αθηναίων πρέσβεις επέστρεψαν εκ της Σικελίας και μετ' αυτών οι των Εγεσταίων φέροντες μεθ' εαυτών εξήκοντα τάλαντα εις άργυρον διά μηνιαίον μισθόν εξήκοντα πλοίων, τα οποία έμελλαν να παρακαλέσουν τους Αθηναίους να τους στείλουν. Και οι Αθηναίοι συγκαλέσαντες εκκλησίαν και ακούσαντες τας επαγωγούς αλλά ψευδείς εκθέσεις των πρέσβεων των Εγεσταίων και των ιδικών των, οι οποίοι εβεβαίωναν ότι είδον πολλά χρήματα έτοιμα εις τους ναούς και εις τα δημόσια ταμεία, εψήφισαν να στείλουν εις την Σικελίαν εξήκοντα πλοία και στρατηγούς πάσαν εξουσίαν έχοντας Αλκιβιάδην τον Κλεινίου, Νικίαν τον Νικηράτου και Λάμαχον τον Ξενοφάνους με την διαταγήν να βοηθήσουν τους Εγεσταίους κατά των Σελινουντίων, να εγκαταστήσουν τους Λεοντίνους, εάν ο πόλεμος ελάμβανε στροφήν ευνοϊκήν, και να τακτοποιήσουν τα πάντα εις την Σικελίαν κατά τον τρόπον, όστις ήθελε τοις φανή ο μάλλον συμφέρων διά τους Αθηναίους. Μετά πέντε δε ημέρας συνεκάλεσαν πάλιν εκκλησίαν, διά να σκεφθούν περί των μέσων της ταχείας προετοιμασίας των πλοίων και διά να ψηφίσουν διά την αναχώρησιν των στρατηγών παν ό,τι ήθελε κριθή αναγκαίον. Και ο Νικίας, ο οποίος εξελέγη μεν ακουσίως στρατηγός, αλλ' εσκέπτετο ότι η πόλις κακήν έλαβεν απόφασιν συλλαβούσα το σχέδιον, υπό πρόφασιν εύσχημον και ευπρεπή, να κατακτήση όλην την Σικελίαν, ανέβη εις το βήμα και, διά ναποτρέψη τους Αθηναίους από την επιχείρησιν ταύτην, συνεβούλευσε τα εξής :

9. Η μεν συνέλευσις αύτη συνεκλήθη όπως σκεφθώμεν περί των προετοιμασιών, και των μέσων πώς πρέπει να μεταβώμεν εις την Σικελίαν· εγώ όμως νομίζω ότι έπρεπεν ίσως να εξετάσωμεν ακόμη αν συμφέρει εις ημάς να στείλωμεν εκεί πλοία· ίσως δεν έπρεπε, μετά τόσον βραχείαν διάσκεψιν περί τοιούτων σοβαρών υποθέσεων, ναναδεχθώμεν, πειθόμενοι εις άνδρας αλλοφύλους, πόλεμον, ο οποίος διόλου δεν αφορά εις ημάς. Και όμως εγώ και τιμήν λαμβάνω εξ αιτίας μιας τοιαύτης επιχειρήσεως και ολιγώτερον παντός άλλου φοβούμαι· όχι διότι δεν θεωρώ ως επίσης καλόν πολίτην εκείνον, όστις φείδεται της ζωής του ή της περιουσίας του· διότι ούτος προ πάντων, διά το ίδιον αυτού συμφέρον, επιθυμεί την ευτυχίαν της πόλεως. Αλλ' ουδέποτε μέχρι της σήμερον, ωμίλησα εναντίον της συνειδήσεως μου, διά να τύχω περισσοτέρων τιμών, και σήμερον ακόμη δεν θα είπω παρά ό,τι νομίζω ωφέλιμον. Διά λαόν έχοντα τον χαρακτήρά σας ο λόγος μου θα απέβαινεν ασθενής, εάν σας παρώτρυνα να διατηρήσετε όσα έχετε και να μη διακινδυνεύσετε τα βέβαια χάριν των αβεβαίων, τα πραγματικά αντί των φανταστικών· διά τούτο θα περιορισθώ να σας διδάξω ότι η προθυμία σας είναι άκαιρος και ότι ο σκοπός, τον οποίον προτίθεσθε, δεν είναι εύκολος να πραγματοποιηθή.

10. «Υποστηρίζω λοιπόν ότι σεις αφήνοντες εδώ τόσους εχθρούς και μεταβαίνοντες εις την Σικελίαν είναι ως να ηθέλετε να προσελκύσετε εναντίον σας και άλλους. Νομίζετε ίσως ότι έχουν κάτι σταθερόν αι γενόμεναι σπονδαί, αι οποίαι, ενόσω μεν μένετε ήσυχοι, θα υφίστανται ονομαστικώς (διότι μόνον προς τον σκοπόν τούτον έγιναν υπό τινων εκ των συμπολιτών μας και υπό των αντιπάλων μας), άμα όμως με τοιαύτας σημαντικάς δυνάμεις υποστήτε ατυχίαν τινά, οι εχθροί θα σπεύσουν να επιτεθούν εναντίον μας, πρώτον μεν διότι η σύμβασις έγινε κατ' ανάγκην εν ώρα δυσχερών περιστάσεων και μετά περισσοτέρας αισχύνης δι' αυτούς παρά δι' ημάς· έπειτα δε διότι εντός αυτής της ιδίας συμβάσεως έχομεν πολλά τα αμφισβητούμενα. Υπάρχουν μάλιστα τινές, οι οποίοι ούτε καν εδέχθησαν την σύμβασιν ταύτην, και δεν είναι ούτοι οι ασθενέστατοι· αλλ' άλλοι μεν μας πολεμούν αναφανδόν, άλλοι δε συγκρατούνται από την απραξίαν των Λακεδαιμονίων και υπό δεκαημέρων σπονδών. Ίσως δε μάλιστα, εάν εύρουν τας δυνάμεις μας διηρημένας (το οποίον τώρα σπεύδομεν να πράξωμεν), ενωθούν εναντίον μας, εκ συμφώνου μετά των Σικελιωτών, των οποίων την συμμαχίαν πολύ επεζήτουν άλλοτε. Τούτο πρέπει λοιπόν να σκεφθώμεν, και, ενώ η πόλις ημών ακόμη πλέει εις τανοικτά, να μη ζητώμεν τον κίνδυνον μήτε να θέλωμεν να επεκτείνωμεν την ηγεμονίαν μας πριν εξασφαλίσωμεν την υπάρχουσαν. Οι εν τη Θράκη Χαλκιδείς, αποσπασθέντες από την συμμαχίαν μας προ τοσούτων ετών, δεν υπετάγησαν ακόμη, και υπάρχουν άλλοι των πόλεων της στερεάς, οι οποίοι μας υπακούουν κάπως αμφίβολα. Εν τούτοις ημείς μεν σπεύδομεν να βοηθήσωμεν τους Εγεσταίους ως συμμάχους δήθεν αδικούμενους, βραδύνομεν δε να εκδικηθώμεν διά τας ύβρεις αυτών εκείνων, οι οποίοι απεστάτησαν προ πολλού χρόνου.

11. »Και όμως, τους μεν, εάν ενικώμεν, θα ηδυνάμεθα και να τους κρατήσωμεν υπό την εξουσίαν μας, τους δε, και επί τη υποθέσει ότι ηθέλομεν τους νικήσει, δεν θα ηδυνάμεθα να τους κρατήσωμεν υπό την εξουσίαν μας, ένεκα της αποστάσεως και του αριθμού αυτών. Είναι λοιπόν ανόητον να εκστρατεύσωμεν εναντίον ανθρώπων, τους οποίους, και αν νικήσωμεν, δεν θα υποτάξωμεν, προ πάντων διότι, εν περιπτώσει αποτυχίας, δεν θα ευρεθώμεν εις την αυτήν κατάστασιν, εις την οποίαν είμεθα προ της επιχειρήσεως. Σήμερον δε οι Σικελιώται νομίζω ότι δεν είναι επίφοβοι δι' ημάς, θα είναι δε πολύ ολιγώτερον, εάν αποκτήσουν την επ' αυτών ηγεμονίαν οι Συρακούσιοι, και διά ταύτης προ πάντων της εικασίας ζητούν οι Εγεσταίοι να μας εκφοβίσουν. Εις την παρούσαν κατάστασιν των πραγμάτων ίσως έκαστος των λαών εκείνων έλθη εναντίον μας προς χάριν των Λακεδαιμονίων, εάν όμως υποτάξωσιν αυτούς οι Συρακούσιοι, δεν είναι πιθανόν να εκστρατεύση η μία ηγεμονία κατά της άλλης· διότι, όπως ενούμενοι μετά των Πελοποννησίων ήθελον καταλύσει την ημετέραν ηγεμονίαν, διά του αυτού τρόπου ήθελε καταλυθή και η ιδική των υπό των αυτών Πελοποννησίων. Δι' ημάς δε το καλλίτερον μέσον διά να φαινώμεθα φοβεροί εις τους εκεί Έλληνας, είναι να μένωμεν μακράν, ή, αφού δείξωμεν εις αυτούς τας δυνάμεις μας, να επιστρέφωμεν ταχέως οπίσω· άλλως, εις την πρώτην αποτυχίαν, ήθελον μας περιφρονήσει και ενωθή μετά των εχθρών, τους οποίους έχομεν εδώ. Πάντες γνωρίζομεν ότι θαυμάζονται τα πολύ μακράν ευρισκόμενα όντα και τα μη παράσχοντα ακόμη απόδειξιν της φήμης, την οποίαν έχουν. Πείραν τούτου ελάβετε, ω Αθηναίοι, εκ μέρους των Λακεδαιμονίων και των συμμάχων. Αφού εθριαμβεύσατε κατ' αυτών παρά τας προσδοκίας σας και τους πρώτους σας φόβους, τους περιεφρονήσατε, και τώρα ποθείτε την κατάκτησιν της Σικελίας. Εν τούτοις δεν πρέπει τις να επαίρεται διά τας δυστυχίας του εχθρού, αλλά κύριος της σκέψεως αυτού διαμένων να διατηρή πάντοτε το θάρρος του. Και ας μη νομίζωμεν άλλο τι παρά ότι οι Λακεδαιμόνιοι, αποβλέποντες εις την ταπείνωσιν την οποίαν έλαβαν, δεν σκέπτονται ειμή πως να μας περιπλέξουν ακόμη και σήμερον, εάν δύνανται, και να αποπλύνουν την ιδίαν των ατιμίαν· τοσούτω μάλλον όσω πλέον από κάθε άλλο και ανέκαθεν θηρεύουν φήμην ανδρείας. Ώστε, εάν είμεθα φρόνιμοι δεν πρέπει να ενασχοληθώμεν περί των εν Σικελία Εγεσταίων, ανδρών βαρβάρων, αλλά πώς να προφυλαχθώμεν ταχέως από τας επιβουλάς πόλεως ολιγαρχικώς διοικουμένης.

12. »Και πρέπει να ενθυμούμεθα ότι μόλις απαλλαγέντες μεγάλης νόσου και πολέμου αναλαμβάνομεν τας δυνάμεις μας εις χρήματα και εις τον πληθυσμόν· ότι είναι δίκαιον να μεταχειρισθώμεν τα μέσα ταύτα μόνον διά τας ανάγκας μας, και όχι διά τους φυγάδας τούτους, οι οποίοι ζητούν επικουρίας και εις τους οποίους το να ψεύδεται κανείς επιτηδείως είναι χρήσιμον· μη έχοντες να καταβάλουν ειμή μόνον λόγους αφήνουν τον κίνδυνον εις τους άλλους· και εν περιπτώσει μεν επιτυχίας η ευγνωμοσύνη των δεν θα είναι ίση με την παρασχεθείσαν υπηρεσίαν, εν περιπτώσει δε αποτυχίας θα παρασύρουν εις την καταστροφήν τους φίλους των. Εάν τις, πλήρης χαράς διότι εξελέγη στρατηγός, μόνον τα ιδιαίτερά του συμφέροντα έχων υπ' όψει και ων πολύ νέος ακόμη διά να άρχη, σας παρακινήση να εκστρατεύσετε, διά να θαυμάσουν τους ίππους του και διά να ωφεληθή τι εκ της στρατηγίας, όπως επαρκέση εις τα μεγάλα έξοδα του, μη επιτρέψετε να αλαζονεύεται με κίνδυνον της πόλεως. Σκεφθήτε ότι τοιούτοι πολίται την μεν πολιτείαν βλάπτουν, τα δε ίδια σπαταλώσι· ότι το έργον τούτο είναι μέγα, και τοιούτον, ώστε δεν αρμόζει εις νεώτερον την ηλικίαν να σκέπτεται και να αναλαμβάνη βιαστικά την εκτέλεσιν αυτού.

13. »Φοβούμαι τους ανθρώπους, οι οποίοι προσεκλήθησαν επί τούτω, βλέπων αυτούς καθημένους περί εκείνον τον άνδρα, και αντιπροσκαλώ τους πρεσβυτέρους, όσοι κάθηνται μεταξύ αυτών, να μη συσταλούν να δώσουν ψήφον κατά του πολέμου· μήτε να επιθυμήσουν μάταια, ως αυτοί οι άλλοι, απόντα πράγματα· ας σκεφθούν ότι ολίγιστα επιτυγχάνονται διά της επιθυμίας, πλείστα δε διά της προνοίας. Χάριν της πατρίδος, η οποία ουδέποτε διέτρεξε μεγαλυτέρους κινδύνους, υψώσατε την χείρα ως σημείον αντιστάσεως και ψηφίσατε, ότι οι μεν Σικελιώται θα διατηρήσουν τα όρια, τα οποία έχουν την σήμερον απέναντί σας και εις τα οποία πρέπει να αρκεσθούν, τον Ιόνιον κόλπον εις τον ακτοπλοούντα και τον Σικελικόν εις τον πλέοντα διά του πελάγους, και νεμόμενοι τα ιδικά των ας συμβιβάζωνται μεταξύ των όπως δύνανται· εις δε τους Εγεσταίους να είπητε ιδιαιτέρως ότι καθώς συνήψαν τον πρώτον κατά των Σελινουντίων πόλεμον άνευ των Αθηναίων, ούτως ας τον διεξαγάγουν και τώρα μόνοι, και εις το εξής ας μη δεχώμεθα, κατά την συνήθειάν μας, συμμάχους, τους οποίους να βοηθώμεν μεν, όταν ευρίσκωνται εις δυστυχίαν, να μη τους έχωμεν δε ωφελίμους διόλου, εάν λάβωμεν ανάγκην.

14. »Συ δε, ω πρύτανι, εάν νομίζης ότι έχεις καθήκον να κήδεσαι περί της πόλεως και θέλης να είσαι πολίτης αγαθός, υπόβαλε το ζήτημα πάλιν εις συζήτησιν και νέαν ψηφοφορίαν. Εάν δειλιάς να πράξης τούτο, νομίζων ότι θα παραβής τους νόμους, πείσθητι ότι δεν θέλεις ενοχοποιηθή, αφού τόσοι αναγνωρίζοντες τούτο υπάρχουν. Σκέφθητι επίσης ότι θέλεις σώσει την πόλιν, αν και άπαξ απεφάσισε, και ότι καλός άρχων είναι ο ωφελών μεγάλως την πατρίδα του ή τουλάχιστον ο μηδόλως βλάπτων αυτήν εκουσίως».

15. Ο μεν Νικίας ταύτα είπεν· οι πλείστοι δε των Αθηναίων παρελθόντες εις το μέσον συνεβούλευον να κάμουν την εκστρατείαν και να μη καταργήσουν τα προαποφασισθέντα, τινές δε αντέλεγον. Αλλ' ο Αλκιβιάδης ο υιός του Κλεινίου επέμενε θερμώς υπέρ της εκστρατείας· επειδή και αντίπαλος ήτο του Νικίου επί άλλων πολιτικών αντικειμένων και διότι εναντίον αυτού έκαμε τον προσβλητικόν υπαινιγμόν εκείνος, ήθελε νανταγωνισθή προς αυτόν, και προ πάντων επεθύμει την στρατηγίαν· διά του μέσου τούτου ήλπιζε να καταλάβη την Σικελίαν και την Καρχηδόνα, και συγχρόνως, βελτιών την ιδίαν του κατάστασιν, να πλουτήση και δοξασθή. Απολαύων της υπολήψεως των πολιτών είχεν επιθυμίας ανωτέρας της καταστάσεως του τόσον διά την διατήρησιν των ίππων του, όσον και διά τας άλλας δαπάνας· τούτο δε και συνετέλεσεν ύστερον όχι ολίγον εις την καταστροφήν των Αθηνών. Πολλοί, φοβούμενοι την απεριόριστον πολυτέλειαν της διαίτης του και την υπερηφάνειαν, την οποίαν είχεν εις πάσαν περίστασιν, τον εμίσουν και τον υπώπτευον ως επιθυμούντα την τυραννίδα. Και μολονότι ως στρατηγός διηύθυνε τα πάντα στρατηγικότατα, η ιδιωτική όμως διαγωγή του τοσούτον είχε δυσαρεστήσει όλους, ώστε η διεύθυνσις των κοινών ανετέθη εις άλλους, οι οποίοι επέσπευσαν την καταστροφήν της πόλεως. Τότε λοιπόν ελθών εις το μέσον της συνελεύσεως συνεβούλευσεν εις τους Αθηναίους τα ακόλουθα:

16. Και εις εμέ αρμόζει η στρατηγία μάλλον παρά εις πάντα άλλον, ω Αθηναίοι (διότι είναι ανάγκη να αρχίσω εκ τούτου, αφού ο Νικίας με προσέβαλε), και συγχρόνως νομίζω ότι είμαι άξιος αυτής. Εκείνα, διά τα οποία είμαι διαβόητος, εις μεν τους προγόνους μου και εις εμέ φέρουν δόξαν, εις δε την πατρίδα ωφέλειαν. Τωόντι οι Ελληνες, οι οποίοι πρότερον ενόμιζον την πόλιν εξηντλημένην εκ του πολέμου, εσχημάτισαν περί της δυνάμεως της ιδέαν καλυτέραν βλέποντες την μεγαλοπρέπειάν μου εις τους Ολυμπιακούς αγώνας, διότι εις μεν τον αγώνα κατεβίβασα επτά άρματα, όσα ουδείς μέχρι τούδε ιδιώτης πρότερον, ενίκησα δε όχι μόνον πρώτος αλλά και δεύτερος και τέταρτος, και ανέπτυξα εις όλα μεγαλοπρέπειαν αξίαν της νίκης μου. Ταύτα κατά την συνήθειαν νομίζονται τιμή, και τοιαύται πράξεις μαρτυρούν δύναμιν. Δι' όσας πάλιν λαμπράς επιδείξεις κάμνω εις την πόλιν διά των χορηγιών μου και των άλλων δαπανών, οι μεν πολίται φύσει με φθονούν, αλλ' οι ξένοι δεν βλέπουν και εις τούτο ειμή δύναμιν. Δεν είναι λοιπόν ανωφελής η ανοησία εκείνου, ο οποίος δαπανών εξ ιδίων όχι μόνον εαυτόν του αλλά και την πόλιν ωφελεί· και ουδέ είναι άδικον να μη θεωρή κανείς τον εαυτόν του ίσον με τους άλλους, όταν αισθάνεται την υπεροχήν του, διότι και ο δυστυχών δεν μοιράζει την δυστυχίαν του με κανένα· και καθώς όταν δυστυχούμεν δεν μας υποδεξιούνται, ούτω πρέπει να ανεχώμεθα την υπεροψίαν των ευτυχούντων παρά να απαιτώμεν να προσφέρωνται προς ημάς εξ ίσου. Ηξεύρω εν τούτοις ότι οι τοιούτοι και όσοι διεκρίθησαν διά τινος λαμπρού κατορθώματος ζώντες μεν ήσαν οχληροί εις τους ομοίους των και ακόμη και εις εκείνους, οι οποίοι τους περιεστοίχιζον, μετά δε τον θάνατόν των κατέλιπον είς τινας των μεταγενεστέρων απαιτήσεις συγγενείας ενίοτε και ψευδείς, και η πατρίς των τους θεωρεί μεθ' υπερηφανείας, ουχί ως ξένους ή ως ανθρώπους κακής διαγωγής, αλλ' ως ίδια αυτής τέκνα και ένδοξα έργα πράξαντας.

Τοιαύτην δόξαν ποθών και δυσφημούμενος κατά τα ιδιωτικά μου πράγματα παρατηρήσατε αν διαχειρίζομαι τα δημόσια χειρότερον άλλου τινός. Ενώσας τους δυνατωτάτους της Πελοποννήσου, άνευ μεγάλου κινδύνου και δαπάνης δι' ημάς, ηνάγκασα τους Λακεδαιμονίους να αγωνισθούν περί των όλων εις μίαν ημέραν εν Μαντινεία. Και μολονότι ενίκησαν εις την μάχην δεν ανέλαβαν και μέχρι της σήμερον ακόμη ασφαλές θάρρος.

17. Και ταύτα εγώ, η ιδική μου νεότης και η νομιζομένη υπέρμετρος ανοησία επέφερεν εις τους Λακεδαιμονίους μεταχειριζομένη πρέποντας λόγους και μετά πολλού ζήλου και προθυμίας προκαλέσασα εις εαυτήν εμπιστοσύνην κατέπεισεν εκείνους· λοιπόν μη φοβήσθε τας ιδιότητας ταύτας, αλλ' ενόσω εγώ είμαι ακμαίος με αυτάς τας ιδιότητάς μου, και ο Νικίας νομίζεται τυχηρός, ωφεληθήτε όσον το δυνατόν περισσότερον παρ' ημών. Μη ακυρώσετε την κατά της Σικελίας εκστρατείαν νομίζοντες ότι μέλλετε να πολεμήσετε εναντίον μεγάλης δυνάμεως· διότι αι πόλεις αύται είναι μεν πολυάνθρωποι, σύγκεινται δε από στοιχεία ετερογενή και διά τούτο ευκόλως μεταβάλλουσι πολιτεύματα και πολιτογραφούσι ξένους και φυγάδας, Διά τούτο ουδείς μεριμνά ως θα εμερίμνα περί της ιδίας του πατρίδος, είτε διά να προμηθευθή όπλα διά το σώμα του είτε διά να κατασκευάση δημόσια κτίρια, αλλ' έκαστος φροντίζει διά της πειθούς ή διά της στάσεως να ωφεληθή τι· εάν δε αποτύχη, μεταβαίνει εις άλλον τόπον. Εύκολον λοιπόν είναι να συμπεράνη τις ότι τα τοιαύτα πλήθη ούτε ομονοούν ούτε κοινήν ενέργειαν έχουν, ταχέως δε οι μεν σήμερον, οι δε αύριον θα συνταχθώσι μεθ' ημών εις την πρώτην ευάρεστον συνομιλίαν, και δι' άλλους λόγους και μάλιστα εάν είναι διηρημένοι ως ακούομεν. Εκτός τούτου ούτε στρατόν έχουν τόσον, όσον διακηρύττουν με στόμφον ότι έχουν· το βέβαιον είναι ότι και παρ' αυτοίς συμβαίνει ό,τι συμβαίνει και με τους άλλους Έλληνας των οποίων αι πραγματικαί δυνάμεις ευρέθησαν πολύ κατώτεραι των αυθαιρέτων εκτιμήσεων, τας οποίας έκαστος χωριστά έκαμνεν· η Ελλάς, εις μεγίστην πλάνην διατελούσα επί του αντικειμένου τούτου, μόλις ηδυνήθη κατά τον παρόντα πόλεμον να συναθροίση τας απολύτως αναγκαίας δυνάμεις. Τοιαύτη είναι, εάν αι πληροφορίαι μου είναι ακριβείς, η κατάστασις της Σικελίας· θα μας είναι μάλιστα έτι μάλλον ευνοϊκή, διότι θα έχωμεν πολλούς βαρβάρους, οι οποίοι εκ μίσους προς τους Συρακουσίους θα επιτεθούν εναντίον αυτών μεθ' ημών, και ο εδώ πόλεμος δεν θέλει μας παρεμποδίσει, εάν λάβωμεν καλώς τα μέτρα μας. Οι πατέρες μας όχι μόνον άφησαν τους ιδίους αυτούς πολεμίους, τους οποίους τώρα λέγουν οι περί τον Νικίαν ότι ηθέλομεν αφήσει οπίσω αν αναχωρήσωμεν, αλλά και επρόκειτο να πολεμήσωσι κατά των Μήδων· τούτο όμως δεν τους ημπόδισε να θεμελιώσουν την ηγεμονίαν των, ουδέν άλλο στήριγμα έχοντες ή την υπεροχήν της ναυτικής των δυνάμεως. Και μέχρι τούδε ακόμη οι Πελοποννήσιοι ποτέ δεν συνέλαβαν ολιγωτέρας ελπίδας εναντίον μας. Αλλά και μεγίστην προθυμίαν αν έχουν, διά να εισβάλουν εις την χώραν μας, είναι ικανοί να το πράξουν, και εάν δεν εκπλεύσωμεν διά θαλάσσης όμως να μας βλάψουν είναι αδύνατον, διότι αφήνομεν εδώ ναυτικόν ισοδύναμον με εκείνο των Πελοποννησίων.

18. » Ώστε τίνα πιθανόν λόγον λέγοντες ηθέλομεν διστάσει ή τίνα πιθανήν πρόφασιν προφασιζόμενοι ηθέλομεν αρνηθή να βοηθήσωμεν τους εκεί συμμάχους, αφού άπαξ, ως γνωστόν, δι' όρκων υπεχρεώθημεν να βοηθώμεν αυτούς χωρίς να προφασιζώμεθα ότι εκείνοι δεν θα μας βοηθήσουν; Προσελάβομεν αυτούς ως συμμάχους, ουχί διά να μας βοηθήσουν ενταύθα, αλλ' ίνα ενοχλούντες τους εν τη Σικελία εχθρούς μας εμποδίζουν αυτούς να έρχωνται εδώ. Και την ηγεμονίαν ημών τοιουτοτρόπως απεκτήσαμεν και ημείς όπως και πάντες όσοι απέκτησαν τοιαύτην, προθύμως πάντοτε βοηθούντες τους Έλληνας και τους βαρβάρους, οίτινες εζήτουν την βοήθειάν μας. Διότι, εάν εμέναμεν όλοι ησυχάζοντες ή ελεπτολογούμεν εξετάζοντες ποίας φυλής ήσαν οι ζητούντες βοήθειαν, ολίγον θα προσεθέτομεν εις την δύναμιν μας, ή μάλλον ηθέλομεν εκθέτει αυτήν ταύτην περισσότερον. Τωόντι δεν πρέπει τις μόνον να υπερασπίζη εαυτόν κατά του επερχομένου ισχυρού, αλλά και να προλαμβάνη την επίθεσιν αυτού. Δεν είμεθα ελεύθεροι να μεταχειριζώμεθα την δύναμιν ημών κατά βούλησιν, αλλ' ανάγκη, αφού ανήλθομεν εις το σημείον τούτο, τους μεν να απειλώμεν τους δε να συγκρατώμεν, διότι άλλως θα εκινδυνεύομεν να κυριαρχηθώμεν υπό άλλων, εάν επαύομεν να κυριαρχώμεν ημείς. Και δεν πρέπει να θεωρήτε την ησυχίαν ομοίως με τους άλλους εκτός εάν παραδεχθήτε και την πολιτικήν των άλλων. Πεποιθότες ότι η δύναμις ημών ακόμη περισσότερον θέλει αυξήσει, εάν εκστρατεύσωμεν κατά της Σικελίας, ας εισέλθωμεν εις τα πλοία, ίνα ταπεινώσωμεν την μεγαλοφροσύνην των Πελοποννησίων δεικνύοντες ότι, μη λαμβάνοντες καν υπ' όψιν την παρούσαν ησυχίαν, πλέομεν και κατ' αυτής της Σικελίας. Εκ τούτου έν από τα δύο θα προκύψη· ή θα γίνωμεν κύριοι της Σικελίας και κατά πάσαν πιθανότητα θα ηγεμονεύσωμεν εφ' όλης της Ελλάδος, ή τουλάχιστον θα προξενήσωμεν μεγίστην βλάβην εις τους Συρακουσίους, το οποίον επίσης θέλει ωφελήσει και ημάς και τους συμμάχους ημών. Την δε ασφάλειαν θα μας δώσουν τα πλοία, και να μείνωμεν, εάν τινες ενωθώσι με ημάς, και να απέλθωμεν, διότι το ναυτικόν μας θα είναι πάντοτε ανώτερον του ναυτικού όλων ομού των Σικελιωτών. Και ας μη σας αποτρέψη η εν τοις λόγοις του Νικίου συσταινομένη απραγμοσύνη και η διάκρισις των νέων από των πρεσβυτέρων, αλλά πιστοί εις την επικρατούσαν τάξιν και την συνήθειαν των πατέρων μας, οι οποίοι συσκεπτόμενοι νέοι μετά γερόντων ανύψωσαν την πατρίδα ημών εις το σημείον τούτο της δυνάμεως, προσπαθήσατε σήμερον να προαγάγετε την πόλιν διά του αυτού τρόπου. Σκεφθήτε ότι άνευ αλλήλων η νεότης και το γήρας ουδέν δύνανται, και ότι η απερισκεψία, η μεσότης και η άκρα σύνεσις, εάν συναναμιχθούν, αποτελούν την ισχύν· πεισθήτε ότι, εάν η πόλις ησυχάζη, θα κατατριβή αφ' εαυτής καθώς και οιονδήποτε άλλο πράγμα, και η γνώσις παντός επαγγέλματος θα φθαρή υπό του γήρατος, ενώ, εάν διηνεκώς αγωνίζεται, θα αποκτηση την χρειαστήν εμπειρίαν και θα συνηθίση όχι τόσον εις την διά του λόγου άμυναν, όσον εις την διά του έργου. Εν γένει δε φρονώ, κατά την γνώμην μου, ότι πόλις μη απράγμων καταστρέφεται ταχέως, εάν μεταβληθή εις απράγμονα, και ότι η σωτηρία των πολιτών ασφαλίζεται μόνον, όταν ούτοι διάγουν όσον το δυνατόν σύμφωνα προς τα υπάρχοντα ήθη και τους νόμους, έστω και αν είναι χειρότεροι άλλων».

19. Ούτω μεν ωμίλησεν ο Αλκιβιάδης. Οι δε Αθηναίοι, ακούσαντες αυτού και των Εγεσταίων και Λεοντίνων φυγάδων, οι οποίοι παρελθόντες εις το μέσον της συνελεύσεως παρεκάλουν και ικέτευον να τους βοηθήσουν υπενθυμίζοντες τους αρχαίους όρκους διετέθησαν ευνοϊκώτερον ή πρότερον υπέρ της εκστρατείας. Ο Νικίας εννοήσας ότι δεν θα ηδύνατο πλέον διά της αυτής γλώσσης να τους αποτρέψη από την απόφασιν των, και νομίσας ότι ήθελε τους μεταπείσει διά του μεγέθους των προπαρασκευών, εάν εζήτει πολλάς, ανέβη εκ δευτέρου επί το βήμα και είπε ταύτα :

20. «Επειδή σας βλέπω, ω Αθηναίοι, ότι έχετε απόφασιν να εκστρατεύσετε εξ άπαντος, εύχομαι μεν να αποβή εις καλόν η εκστρατεία, θα σας υποδείξω όμως όσα θεωρώ ωφέλιμα κατ' αυτήν την στιγμήν. Μέλλομεν να επιτεθώμεν κατά πόλεων, πού φημίζονται ως μεγάλαι, ανεξάρτητοι και μη έχουσαι ανάγκην πολιτικής μεταβολής, εις την οποίαν άλλαι καταφεύγουν μετά χαράς, διά να μεταβούν εκ της αναγκαστικής υποταγής εις ανετωτέραν κατάστασιν· κατά πόλεων τέλος, αι οποίαι, κατά πάσαν πιθανότητα, δεν θα θελήσουν νανταλλάξουν την ελευθερίαν των με την ηγεμονίαν μας. ’λλως μεταξύ των πόλεων τούτων ο αριθμός των Ελληνίδων είναι σημαντικός διά μίαν νήσον. Εκτός της Νάξου και της Κατάνης, αι οποίαι ελπίζω να προστεθούν εις ημάς διά την κοινήν μετά των Λεοντίνων καταγωγήν των, υπάρχουν επτά άλλαι πόλεις παρεσκευασμέναι καθ' όλα όσον το δυνατόν ομοίως με ημάς, και προ πάντων ο Σελινούς και αι Συράκουσαι, κατά των οποίων έχομεν σκοπόν να πλεύσωμεν. Οπλίται και τοξόται και ακοντισταί υπάρχουν πολλοί, καθώς και τριήρεις και άνθρωποι διά να καταρτίσουν τα πληρώματα των. Προσέτι έχουν χρήματα και ιδιωτικά και κοινά εις τα ιερά των Σελινουντίων· προς τούτοις οι Συρακούσιοι λαμβάνουν φόρον παρά τινων βαρβάρων λαών. Εκείνο δε, κατά το οποίον προ πάντων μας υπερτερούν, είναι ότι έχουν πολλούς ίππους και σίτον εγχώριον και όχι έξωθεν εισκομιζόμενον.

21. »Κατά τοιαύτης λοιπόν δυνάμεως δεν μας αρκεί στρατός ναυτικός και μέτριος, αλλ' είναι ανάγκη να συμπλεύση μαζί μας και πεζικόν πολύ, εάν θέλωμεν να πράξωμέν τι άξιον των σχεδίων μας και να μη παρακωλυθή η εις την ξηράν απόβασίς μας υπό πολλών ιππέων, προ πάντων εάν εκ του προς ημάς φόβου συνενωθούν αι πόλεις και εάν, εκτός των Εγεσταίων, δεν έχωμεν άλλους, οι οποίοι γινόμενοι φίλοι μας δυνηθούν να μας προμηθεύσουν ιππικόν, διά του οποίου να υπερασπισθώμεν. Θα είναι δε αίσχος εις ημάς, εάν αναγκασθώμεν να απέλθωμεν ή να προσκαλέσωμεν κατόπιν και άλλο, επειδή εξ αρχής δεν είχομεν λάβει συνετά μέτρα. Πρέπει λοιπόν ναναχωρήσωμεν εντεύθεν εντελώς παρεσκευασμένοι και να σκεφθώμεν ότι μέλλομεν να πλεύσωμεν μακράν· ότι η εκστρατεία αύτη δεν ομοιάζει με τας άλλοτε, ότε εμεταβαίνατε εναντίον τινός ως σύμμαχοι των ενταύθα υπηκόων σας, οπόθεν εύκολοι ήσαν αι μετακομίσεις, προερχόμεναι εκ τόπου φιλικού, αλλ' ότι μεταβαίνομεν εις χώραν, η οποία όλη είναι ξένη και όπου ούτε αγγελιαφόρος δύναται να έλθη κατά τους τέσσαρας χειμερινούς μήνας.

22. »Πρέπει λοιπόν, κατά την γνώμην μου, να έχωμεν πολλούς οπλίτας και εξ ημών αυτών και εκ των συμμάχων και εκ των υπηκόων και εξ αυτής της Πελοποννήσου, εάν δυνηθώμεν να επιτύχωμεν τοιούτους, είτε διά της πειθούς είτε διά μισθού. Έχομεν επίσης ανάγκην πολλών τοξοτών και σφενδονητών, όπως αντέχουν προς το εχθρικόν ιππικόν· πρέπει ωσαύτως να υπερτερώμεν παραπολύ κατά το ναυτικόν, διά να εισκομίζωμεν ευκόλως τα αναγκαιούντα τρόφιμα. Έχομεν ανάγκην ολκάδων διά να μεταφέρωμεν απ' εδώ τροφάς, σίτον και κριθάς οπτάς, και αρτοποιών εμμίσθων, τους οποίους να λάβωμεν διά της βίας αναλόγως των μυλώνων, διά να έχη ο στρατός τα αναγκαιούντα, εάν εμποδισθώμέν που υπό του κακού καιρού, διότι πάσα πόλις δεν θα είναι εις κατάστασιν να δέχεται στρατόν τόσον πολυάριθμον· πρέπει τέλος τα πάντα να προετοιμάσωμεν όσον είναι δυνατόν και να μη ελπίζωμεν εις άλλους. Προ πάντων ας λάβωμεν εντεύθεν πολλά χρήματα, διότι εκείνα τα οποία λέγουν οι Εγεσταίοι ότι υπάρχουν έτοιμα, πιστεύσατε, ότι μόνον με λόγους είναι έτοιμα.

23. »Τωόντι, εάν αναχωρήσωμεν εντεύθεν ουχί μόνον έχοντες στρατόν αντίπαλον, ουχί μόνον έχοντες τους οπλίτας τους απαιτουμένους να παραταχθούν προς τους οπλίτας αυτών, αλλά και όντες υπερβαλλόντως παρεσκευασμένοι κατά πάντα, πάλιν δυσκόλως τους μεν θα δυνηθώμεν να νικήσωμεν, τους δε να διασώσωμεν. Πρέπει να λάβετε υπ' όψιν ότι απέρχεσθε να συνοικίσετε πόλιν μεταξύ αλλοφύλων και πολεμίων και ότι οφείλετε να καταστήτε κύριοι της γης, εις την οποίαν θα προσορμισθήτε, ειδεμή, τα πάντα θέλετε έχει εχθρικά. Τούτο εγώ φοβούμενος και σκεπτόμενος, ότι έχομεν ανάγκην πολλής μεν καλής σκέψεως, μεγαλυτέρας δε καλής τύχης (το οποίον είναι δύσκολον, επειδή είμεθα άνθρωποι), θέλω, αναχωρών, να εμπιστευθώ όσον το δυνατόν ολιγώτερον εις την τύχην και να εκπλεύσω όσον το δυνατόν ασφαλής. Ταύτα νομίζω ασφαλέστατα δι' όλην την πόλιν και σωτήρια δι' ημάς που θα εκστρατεύσωμεν. Εάν άλλος τις φρονή τα εναντία, παραχωρώ εις αυτόν την αρχήν.

24. Και ο μεν Νικίας ταύτα είπε νομίζων ότι διά της μεγαλοποιήσεως των πραγμάτων ήθελεν αποτρέψει τους Αθηναίους από του μελετωμένου σχεδίου, ή, εάν ηναγκάζετο να εκστρατεύση, ναναχωρήση τουλάχιστον διά του τρόπου τούτου μεθ' όλης της ασφαλείας· οι δε Αθηναίοι μακράν του να παραιτήσουν την εκστρατείαν ταύτην διά την δύσκολον προμήθειαν των εξοπλισμών, ησθάνθησαν πολύ πλειοτέραν επιθυμίαν δι' αυτήν. Και η ελπίς του Νικίου διεψεύσθη διότι εύρον ότι έδωκεν αρίστας συμβουλάς και ότι από της στιγμής εκείνης δεν είχαν πλέον τίποτε να φοβηθούν. Όλοι ομοίως κατελήφθησαν υπό της επιθυμίας να αναχωρήσουν· οι γέροντες, με την ιδέαν να υποτάξουν την Σικελίαν, το οποίον ήτον ο σκοπός της εκστρατείας των, ή τουλάχιστον να μη πάθη καμμίαν ατυχίαν τοιούτος μέγας στρατός· οι άνδρες, με την επιθυμίαν να ίδουν χώραν μακρυνήν και με την πεποίθησιν ότι ήθελον διαφύγει τους κινδύνους· το δε πλήθος και οι στρατιώται, με την ελπίδα να κερδίσουν χρήματα προς το παρόν, και να επεκτείνουν την ηγεμονίαν της πόλεως, το οποίον ήθελεν είσθαι δι' αυτούς πηγή αστείρευτος μισθού. Ώστε βλέποντες την ακράτητον ταύτην επιθυμίαν των περισσοτέρων οι μη αρεσκόμενοι εις την εκστρατείαν ταύτην δεν ετόλμησαν να ειπούν τίποτε φοβηθέντες μήπως, εάν αρνηθούν την ψήφόν των, εκληφθούν ως κακά σκεπτόμενοι.

25. Προχωρήσας τέλος Αθηναίος τις απετάθη προς τον Νικίαν και τω είπεν ότι δεν έπρεπε πλέον να προφασίζεται μήτε να αναβάλλη, αλλά να δηλώση αμέσως και παρουσία όλων, ποίας παρασκευάς ώφειλον οι Αθηναίοι να του ψηφίσουν. Ο δε Νικίας άκων απεκρίθη μεν ότι ήθελε συνομιλήσει περί του αντικειμένου τούτου μάλλον ανέτως μετά των συναρχόντων, ενόμιζεν όμως προς το παρόν ότι ώφειλον να πλεύσουν μετά τριηρών ουχί ολιγωτέρων των εκατόν· ότι τα οπλιταγωγά πλοία ώφειλον να προμηθευθούν κατ' αναλογίαν εν μέρει μεν υπό των Αθηναίων, εν μέρει δε υπό των συμμάχων, παρά των οποίων ήθελον ζητηθή τοιαύτα· ότι το όλον των οπλιτών τόσον των Αθηναίων, όσον και των συμμάχων, δεν έπρεπε να είναι ολιγώτερον των πεντακισχιλίων, μάλιστα δε, αν ήτο τούτο δυνατόν, περισσότερον ότι θα έκαμνον τας επίλοιπους προπαρασκευάς κατά την αυτήν αναλογίαν, τόσον εις τοξότας των Αθηνών και της Κρήτης, όσον εις σφενδονήτας και εν ενί λόγω έπρεπε να ετοιμασθή και τεθή εις την διάθεσίν των παν ό,τι ήθελε κριθή πρέπον.

26. Ακούσαντες ταύτα οι Αθηναίοι εψήφισαν αμέσως ότι ως προς τον αριθμόν των στρατευμάτων και τα άλλα της εκστρατείας οι στρατηγοί έχουν πάσαν πληρεξουσιότητα να πράξουν ό,τι ήθελον κρίνει ώφελιμώτατον διά τους Αθηναίους. Και μετά ταύτα ενησχολήθησαν αμέσως εις τας προετοιμασίας πέμψαντες εις τους συμμάχους και στρατολογούντες εν τω τόπω των. Προ μικρού δε η πόλις είχεν αναλάβει εκ της νόσου και του συνεχούς πολέμου, ο πληθυσμός της ανεγεννάτο και είχε συναθροίσει χρήματα ένεκα της διακοπής των εχθροπραξιών. Και οι μεν Αθηναίοι ενησχολούντο εις τας προπαρασκευάς ταύτας.

27. Κατά το διάστημα δε τούτο όσοι λίθινοι Ερμαί ήσαν εν τη πόλει των Αθηναίων (είναι δε ούτοι, κατά την επιχώριον συνήθειαν, αγάλματα τετράγωνα τοποθετημένα εις πολλά ιδιωτικά πρόθυρα και εις ναούς) ευρέθησαν εις μίαν νύκτα με ακρωτηριασμένα πρόσωπα. Ουδείς εγνώριζε τους πράξαντας τούτο, αλλ' ήρχισαν τας αναζητήσεις υποσχεθέντες αδράς αμοιβάς εις εκείνους, οίτινες ήθελον καταγγείλει τους ενόχους, και προσέτι εψήφισαν ότι εάν τις, είτε πολίτης, είτε ξένος, είτε δούλος, εγνώριζεν άλλο τι ασέβημα διαπραχθέν, να το καταγγείλη αφόβως. Και έδιδον εις το πράγμα μεγαλυτέραν σπουδαιότητα, διότι το ενόμιζον ως οιωνόν σχετικόν προς την εκστρατείαν και ως συνωμοσίαν οργανωθείσαν προς ανατροπήν των καθεστώτων και κατάλυσιν της δημοκρατίας.

28. Και περί μεν των Ερμών ουδεμίαν καταγγελίαν έκαμαν οι μέτοικοι και οι υπηρέται, ανέφεραν όμως ότι άλλα αγάλματα είχον κολοβωθή προγενέστερον υπό νεανιών διασκεδαζόντων και μεθυόντων, και ότι, είς τινας οικίας, παρωδούντο τα μυστήρια. Δι' όλα ταύτα κατηγόρουν μεταξύ άλλων και τον Αλκιβιάδην· εκείνοι προ πάντων, οίτινες τον εμίσουν, επειδή τους ημπόδιζε να έχουν επί του πλήθους σημαντικήν επίδρασιν, επήραν με πολλήν προθυμίαν την πρόφασιν ταύτην. Ελπίζοντες δε ότι, εάν τον απεμάκρυνον, θα εγίνοντο πρώτοι εις τα πολιτικά πράγματα, παρέστησαν μεγαλοποιημένον το έγκλημα και εβόων ότι η βεβήλωσις των μυστηρίων και η κολόβωσις των Ερμών σκοπόν είχε την κατάλυσιν της δημοκρατίας και ότι ουδεμία των ιεροσυλιών εκείνων έγινε χωρίς την συνέργειαν εκείνου· προς απόδειξιν τούτου ανέφεραν την άλλην αυτού αντιδημοτικήν και παράνομον διαγωγήν.

29. Ο δε Αλκιβιάδης εναντίον των κατηγοριών εκείνων απελογήθη αμέσως και είπεν ότι ήτο πρόθυμος πριν αναχωρήση να δικασθή περί όσων τον κατηγόρουν ότι έπραξε, και επειδή αι προπαρασκευαί είχον ήδη περατωθή, να τιμωρηθή μεν, εάν αποδειχθή ότι έπραξε τίποτε από αυτά, να διατηρήση δε το στρατηγικόν αξίωμα, εάν αθωωθή. Διεμαρτύρετο κατά των διαβολών, αίτινες ήθελον εκτοξευθή απόντος αυτού και εζήτει να τον θανατώσουν αμέσως, εάν ήτο ένοχος, λέγων ότι ήθελεν είσθαι φρονιμώτερον να μη τον στείλουν, διατελούντα υπό το βάρος τοιαύτης κατηγορίας, επί κεφαλής τοσούτου στρατού πριν τον δικάσουν. Αλλ' οι εχθροί του εφοβούντο, εάν εδίκαζον αυτόν αμέσως, μήπως ο στρατός κηρυχθή υπέρ αυτού και ο λαός συμπαθήση, διότι εις αυτόν εχρεώστει την συμμετοχήν των Αργείων καί τινων Μαντινέων εις την παρούσαν εκστρατείαν. Διά να αποτρέψουν λοιπόν και αναβάλουν την υπόθεσιν ταύτην, εισήγαγον άλλους ρήτορας, οίτινες προέτεινον να εκπλεύση μεν ο Αλκιβιάδης προς το παρόν και να μη αναβληθή η αναχώρησις του στόλου, κατά την επιστροφήν του δε να δικασθή εις ημέραν ωρισμένην από τούδε. Ήθελον, επιρρίπτοντες εναντίον αυτού κατηγορίαν μεγαλυτέραν, την οποίαν ευκολώτερον ήθελον επινοήσει κατά την απουσίαν του, να τον επαναφέρουν και να τον δικάσουν. Απεφασίσθη λοιπόν να εκπλεύση ο Αλκιβιάδης.

30. Μετά ταύτα δε περί τα μέσα πλέον του θέρους ο στόλος έξέπλευσε διά την Σικελίαν. Είχε συμφωνηθή προηγουμένως ότι το πλείστον των συμμάχων, των σιταγωγών ολκάδων, των φορτηγών πλοίων και των άλλων επιτηδείων, όσα ακολουθούν μαζί με τα στρατεύματα, να συναθροισθούν εις Κέρκυραν, ίνα εκείθεν όλοι ομού διαπλεύσουν τον Ιόνιον κόλπον μέχρι της Ιαπυγίας άκρας. Αυτοί δε οι Αθηναίοι και όσοι σύμμαχοι παρευρίσκοντο καταβάντες εις τον Πειραιά κατά την ορισθείσαν ημέραν από πρωίας εισήλθον εις τα πλοία διά να εκπλεύσουν. Κατέβη δε μαζί, ούτως ειπείν, και όλος ο άλλος πληθυσμός ο εν τη πόλει, και οι ξένοι και οι πολίται. Οι εγχώριοι προέπεμπον τους ιδικούς των, οι μεν τους φίλους των, οι δε τους συγγενείς των, οι δε τους υιούς των· εβάδιζον κατεχόμενοι συγχρόνως υπό ελπίδος και λύπης, και σκεπτόμενοι αφ' ενός μεν τας μέλλουσας κατακτήσεις, αφ' έτερου δε την αβεβαιότητα του να επανίδουν αλλήλους και την απόστασιν, η οποία έμελλε να χωρίση αυτούς από της πατρίδος των.

31. Κατά την στιγμήν εκείνην πού επρόκειτο να χωρισθούν απ' αλλήλων, όπως εκτεθούν εις τους κινδύνους, τα δεινά παρουσιάζοντο ζωηρότερα εις το πνεύμά των ή ότε εψήφιζον την εκστρατείαν· εν τούτοις αι μεγάλαι προπαρασκευαί, τας οποίας έβλεπον προ των οφθαλμών των, τοις έδιδαν θάρρος. Οι δε ξένοι και ο άλλος όχλος κατέβησαν διά να ίδουν το θέαμα εκείνο, το οποίον τους εφαίνετο μεγαλοπρεπές και απίστευτον. Τωόντι ουδέποτε μέχρι της εποχής εκείνης εξήλθεν εξ ενός και του αυτού λιμένος ελληνικός στρατός πολυτελέστερα και ευπρεπέστερα εφωδιασμένος. Ναι μεν ως προς τον αριθμόν των πλοίων και των οπλιτών ο εις την Επίδαυρον μεταβάς μετά του Περικλέους και κατόπιν εις την Ποτείδαιαν μετά του ’γνωνος δεν ήτο κατώτερος, διότι συνέκειτο εκ τετρακισχιλίων Αθηναίων οπλιτών, τριακοσίων ιππέων, εκατόν τριηρών, πεντήκοντα άλλων των Λεσβίων και των Χίων, και προσέτι συμμάχων πολλών συνεκπλευσάντων, αλλά και βραχύτερον διάστημα είχε να διανύση και ατελή εφόδια είχεν· ενταύθα εξ εναντίας τα εφόδια έπρεπε να γίνουν τοιαύτα, ώστε να διαρκέσουν πλειότερον χρόνον και να χρησιμεύσουν κατά δύο τρόπους, και επί της ξηράς και επί της θαλάσσης. Ο στόλος εξωπλίσθη δαπάναις των τριηράρχων και της πόλεως. Το δημόσιον ταμείον έδιδε καθ' ημέραν μίαν δραχμήν εις έκαστον ναύτην και παρείχε τριήρεις κενάς, εξήκοντα μεν ταχείας, τεσσαράκοντα δε οπλιταγωγούς και πληρώματα δι' αυτά εκλεκτά. Οι τριήραρχοι, εκτός του εκ του δημοσίου μισθού, έδιδον εις τους ναύτας τους καλουμένους θρανίτας και εις τους κωπηλάτας επιμίσθιόν τι. Είχαν στολίσει τας τριήρεις διά πολυτελών εμβλημάτων και παντοειδών κοσμημάτων, έκαστος δε εξ αυτών πάσαν προσπάθειαν κατέβαλεν, ίνα το πλοίον του διακριθή διά τον καλόν στολισμόν και την ταχύτητα. Ο πεζός στρατός εξελέγη με επιμέλειαν εκ των καταλόγων και μεγάλη υπήρχεν αντιζηλία ως προς τα όπλα και τας στολάς, ουχί δε μικροτέρα άμιλλα εις το να εκπληροί καθείς την επιβαλλομένην εις αυτόν εργασίαν. Ενόμιζέ τις ότι έβλεπε μάλλον επίδειξιν δυνάμεως και εξουσίας προωρισμένην να καταπλήξη τους άλλους Έλληνας ή εξοπλισμόν εναντίον των εχθρών. Τωόντι, εάν υπελόγιζέ τις όλην την δημοσίαν δαπάνην της πόλεως και την ιδιαιτέραν των πολεμιστών, τας ποσότητας, τας οποίας η πόλις είχεν ήδη δαπανήσει και εκείνας με τας οποίας εφοδιάσασα τους στρατηγούς απέστειλεν αυτούς, όσα καθένας ιδιώτης εδαπάνησε διά τον εαυτόν του και όσα καθ' ένας τριήραρχος εδαπάνησε και έμελλεν ακόμη να δαπανήση διά την τριήρη του, χωρίς να προσθέση όσα χρήματα καθένας, ανεξαρτήτως του μισθού, τον οποίον ελάμβανεν εκ του δημοσίου ταμείου, είχε προμηθευθή διά μακροχρόνιον εκστρατείαν, μήτε όσα στρατιώται και έμποροι είχον μεθ' εαυτών, διά να εμπορευθούν, θα εύρισκε πόση υπέρογκος χρηματική ποσότης εξήλθε τότε της πόλεως. Η εκστρατεία υπήρξε περιβόητος τόσον διά την καταπληκτικήν αυτής τόλμην και την λαμπρότητα της θέας της, όσον και διά την υπεροχήν του στρατού σχετικώς με εκείνους, εναντίον των οποίων μετέβαινον να πολεμήσουν· η άπειρος από της πατρίδος των απόστασις προσέθετε πλειότερον μεγαλείον εις επιχείρησιν παρέχουσαν μεγίστας ελπίδας λαμπρού μέλλοντος.