95. Κατά το αυτό δε έαρ οι Λακεδαιμόνιοι εξεστράτευσαν εναντίον του ’ργους και επροχώρησαν μέχρι των Κλεωνών· αλλ' επειδή συνέβη σεισμός απεχώρησαν. Μετά ταύτα οι Αργείοι, εισβαλόντες εις την Θυρεάτιν, η οποία ήτο γειτονική των, ήρπασαν από τους Λακεδαιμονίους πολλά λάφυρα, τα οποία επώλησαν αντί εικοσιπέντε περίπου ταλάντων. Ολίγον μετά ταύτα, κατά το αυτό θέρος, ο λαός των Θεσπιέων επιτεθείς εναντίον των αρχόντων δεν ηδυνήθη να υπερισχύση· ότε όμως τους εβοήθησαν οι Θηβαίοι, τινές μεν εκ των αρχόντων συνελήφθησαν, τινές δε κατέφυγαν εις τας Αθήνας.
96. Κατά το αυτό θέρος και οι Συρακούσιοι, μαθόντες ότι ήλθαν ιππείς εις τους Αθηναίους και ότι ούτοι έμελλον μετ' ολίγον να βαδίσουν εναντίον των, ενόμισαν ότι, εάν οι Αθηναίοι δεν κατελάμβαναν τας Επιπολάς, μέρος απόκρημνον και κείμενον κατ' ευθείαν άνωθεν της πόλεως, οι Συρακούσιοι, και εν περιπτώσει ακόμη ήττης, δεν θα ήτο εύκολον να περικυκλωθούν διά τείχους· διενοήθησαν λοιπόν να φυλάξουν τα πέριξ, διά να μη δυνηθούν οι εχθροί να αναβούν κρυφίως, διότι ήτο αδύνατον να φθάσουν εκεί δι' άλλου μέρους. Τωόντι εξ όλων των άλλων μερών υπάρχουν λόφοι επικλινείς· μέχρι της πόλεως, εις τρόπον ώστε εντεύθεν βλέπει τις όλην την έκτασίν των. Οι Συρακούσιοι ωνόμασαν το μέρος τούτο Επιπολάς, διότι κείται υπεράνω της λοιπής χώρας. Εξήλθον λοιπόν πανστρατιά μόλις εξημέρωσε, διά να μεταβούν εις την πεδιάδα την παρά τον ’ναπον ποταμόν, διότι ο Ερμοκράτης και οι άλλοι, στρατηγοί οι προ ολίγου παραλαβόντες την αρχήν ήσαν ήδη μετ αυτών, και επιθεωρήσαντες τους οπλίτας εξέλεξαν κατ' αρχάς εξακοσίους άνδρας διαλεκτούς, τους οποίους ωδήγει ο εξ ’νδρου φυγάς Διόμιλος και τους διέταξαν να φυλάττουν τας Επιπολάς και συσσωματωθέντες να βαδίζουν ταχέως όπου θα ήτο ανάγκη.
97. Κατά δε την νύκτα, η οποία προηγήθη της ημέρας πού έγινεν η επιθεώρησις αυτή, οι Αθηναίοι ανεχώρησαν μεθ' όλου του στρατού από την Κατάνην και προσήγγισαν εις μέρος τι καλούμενον Λέοντα και έξ ή επτά σταδίους απέχον των Επιπολών. Αποβιβάσαντες εκεί τους πεζούς επροχώρησαν και προσωρμίσθησαν εις την Θάψον, η οποία είναι χερσόνησος, κείται επί ισθμού στενού, προχωρεί εις την θάλασσαν και ολίγον απέχει των Συρακουσών, είτε διά ξηράς είτε διά θαλάσσης. Και ο μεν ναυτικός στρατός των Αθηναίων ο εν τη Θάψω, διασταυρώσας τον ισθμόν, έμενεν ησυχάζων· ο δε πεζός ευθύς επροχώρησε τροχάδην προς τας Επιπολάς, όπου επρόφθασε να αναβή διά του Ευρυήλου πριν τον ίδουν οι Συρακούσιοι εκ του λειμώνος, όπου ενησχολούντο επιθεωρούντες τον στρατόν. Ούτοι προσέδραμαν μετά πάσης σπουδής, προηγουμένων των περί τον Διόμιλον εξακοσίων· αλλ' από του λειμώνος μέχρι του εχθρού είχαν να διατρέξουν διάστημα όχι ολιγώτερον των εικοσιπέντε σταδίων· διά τούτο οι Συρακούσιοι επιτεθέντες ατακτότερα ενικήθησαν εις τας Επιπολάς και απεχώρησαν εις την πόλιν. Ο Διόμιλος και τριακόσιοι περίπου άνδρες έπεσαν εις την μάχην ταύτην. Μετά τούτο οι Αθηναίοι έστησαν τρόπαιον και απέδοσαν τους νεκρούς εις τους Συρακουσίους διά συνθήκης· κατά δε την επομένην ημέραν κατέβησαν μέχρι των τειχών της πόλεως. Και επειδή ουδείς εξήρχετο εναντίον αυτών, απεχώρησαν και έκτισαν εις Λάβδαλον, επί της κορυφής των κρημνών των Επιπολών, φρούριον βλέπον προς τα Μέγαρα, το οποίον έμελλε να χρησιμεύση ως αποθήκη διά το υλικόν του πολέμου και διά τα χρήματα οσάκις επλησίαζαν εις τας Συρακούσας, είτε διά να πολεμήσουν είτε διά να εγείρουν φρούρια κατ' αυτών.
98. Και μετ' ολίγον ήλθαν προς αυτούς τριακόσιοι ιππείς εκ της Εγέστης και εκατόν περίπου εκ των Σικελών, εκ των Ναξίων και εξ άλλων πόλεων. Οι εκ των Αθηνών ελθόντες διακόσιοι πεντήκοντα ιππείς επρομηθεύθησαν ίππους, άλλους παρά των Εγεσταίων, άλλους παρά των Καταναίων, και άλλους ηγόρασαν και τοιουτοτρόπως συνηθροίσθησαν το όλον εξακόσιοι πεντήκοντα ιππείς. Αφού δε έθεσαν φρουράν εις το Λάβδαλον, επροχώρησαν οι Αθηναίοι προς την Συκήν, εστρατοπέδευσαν εκεί, και πολύ βιαστικά ωχύρωσαν αυτήν διά κυκλοτερούς τείχους. Οι Συρακούσιοι μεγάλως εξεπλάγησαν διά την ταχύτητα της οικοδομής εκείνης, και ελθόντες εναντίον αυτών είχαν κατά νουν να επιχειρήσουν μάχην, διά να την διακόψουν. Ενώ δε τα στρατεύματα αντιπαρετάσσοντο προς άλληλα, οι στρατηγοί των Συρακουσίων, βλέποντες τον στρατόν των διεσκορπισμένον και μη δυνάμενον ευκόλως να τεθή εις τάξιν, τον επανέφεραν εις την πόλιν, εκτός μικρού μέρους ιππέων, οίτινες αντέστησαν και ημπόδισαν τους Αθηναίους να συνάξουν λίθους και να διασκορπισθούν μακράν. Μία φυλή Αθηναίων οπλιτών, υποστηριζομένη παρ' όλου του ιππικού, προσέβαλε και έτρεψεν εις φυγήν τους Συρακουσίους ιππείς, εφόνευσέ τινας εξ αυτών και έστησε τρόπαιον προς ανάμνησιν της ιππομαχίας ταύτης.
99. Και την άλλην ημέραν άλλοι μεν των Αθηναίων ετείχιζαν το προς βορράν του κυκλοτερούς τείχους της Συκής μέρος, άλλοι δε εμάζευαν λίθους και ξύλα και τα απέθεταν εις το μέρος το καλούμενον Τρώγιλον, προχωρούντες πάντοτε εκεί όπου ολίγον μόνον διάστημα τοις έμενε να τειχίσωσιν, από του μεγάλου λιμένος μέχρι της άλλης θαλάσσης. Οι δε Συρακούσιοι, κατά συμβουλήν των στρατηγών και ιδίως του Ερμοκράτους, δεν ηθέλησαν πλέον να διακινδυνεύσουν εναντίον των Αθηναίων γενικάς μάχας· ενόμισαν δε προτιμότερον να εγείρουν αντιτείχισμα κάτωθεν του μέρους, όπου οι Αθηναίοι έμελλαν να διευθύνουν το ιδικόν των. Και, εάν μεν το σχέδιον τούτο επετύγχανεν, ο αποκλεισμός ήτο βέβαιος· εάν δε, διαρκούσης της εργασίας, ο εχθρός ήρχετο να τους προσβάλη, εσκόπευον να αντιτάξουν κατ' αυτού μέρος τι του στρατού των και να τον προλάβουν καταλαμβάνοντες τα πέριξ και περιχαρακούμενοι· διά του τρόπου τούτου ο εχθρός θα έπρεπε να παύση τας εργασίας του, διά να βαδίση πανστρατιά κατ' αυτών. Εξήλθον λοιπόν και ύψωναν τείχος, αρχίσαντες από της πόλεώς των, κάτωθεν του κύκλου των Αθηναίων και άγοντες αυτό εγκαρσίως· κόψαντες δε τας ελαίας του τεμένους ύψωσαν ξύλινους πύργους. Τα πλοία των Αθηναίων δεν είχαν φθάσει ακόμη εις τον μέγαν λιμένα παραπλέοντα την Θαψον· οι Συρακούσιοι ήσαν πάντοτε κύριοι της περί αυτούς θαλάσσης, και οι Αθηναίοι έφεραν τας τροφάς εκ της Θάψου διά ξηράς.
100. Ότε δε ενόμισαν οι Συρακούσιοι ότι αρκούντως επροχώρησε το χαράκωμα και η οικοδομή του υποτειχίσματος, χωρίς να ενοχληθούν υπό των Αθηναίων, οι οποίοι εφοβούντο μήπως διαιρούμενοι θα έμεναν ευκολώτερα εκτεθειμένοι εις τας προσβολάς του εχθρού και οι οποίοι άλλως έσπευδαν να τελειώσουν την ιδικήν των περιτείχισιν, άφησαν μίαν φυλήν, διά να φυλάττη το οικοδόμημα, και επέστρεψαν εις την πόλιν των. Οι δε Αθηναίοι κατέστρεψαν τους υπογείους οχετούς, οι οποίοι έφερναν το ύδωρ εις την πόλιν· και παρατηρήσαντες ότι οι Συρακούσιοι απεσύροντο εις τας σκηνάς των κατά την μεσημβρίαν, ότι πολλοί μάλιστα απήρχοντο εις την πόλιν και ότι οι εις τα χαρακώματα μένοντες εφύλατταν αυτά αμελώς, έστειλαν τριακοσίους εκλεκτούς καί τινας διαλεκτούς και καλώς ωπλισμένους ψιλούς διατάξαντες αυτούς να τρέξουν αιφνιδίως προς το υποτείχισμα. Η επίλοιπος στρατιά διηρέθη εις δύο σώματα· και το μεν πρώτον, υπό τας διαταγάς του ενός εκ των δύο στρατηγών, επροχώρησε προς την πόλιν, διά να εμποδίση την έξοδον των πολιορκουμένων· το δε άλλο, μετά του ετέρου στρατηγού, μετέβη εις το παρά την πυλίδα διασταύρωμα, κατά του οποίου επιτεθέντες οι τριακόσιοι το εκυρίευσαν, διότι το εγκατέλειψαν οι φύλακες και κατέφυγαν εις το περί τον Τεμενίτην περιτείχισμα. Οι διώκοντες επέπεσαν εναντίον αυτών· αλλά μόλις έφθασαν εντός απεκρούσθησαν ισχυρώς. Ολίγοι Αργείοι καί τινες Αθηναίοι έπεσαν εκεί. Και αναχωρήσας πάλιν όλος ο στρατός κατηδάφισε την υποτείχισιν, ανέσπασε το διασταύρωμα, μετέφερε τους πασσάλους εις το στρατόπεδον και έστησε τρόπαιον.
101. Την δε επομένην ημέραν οι Αθηναίοι αρχίζοντες από του κύκλου ετείχιζαν τον κρημνόν, ο οποίος κείται υπεράνω του έλους και ο οποίος, εκ του μέρους των Επιπολών, βλέπει προς τον μέγαν λιμένα· γινομένη κατά το μέρος της ομαλωτέρας οδού η περιτείχισις ώφειλε να ακολουθήση την κατωφέρειαν ταύτην και να φθάση εις τον λιμένα διά της πεδιάδος και του έλους. Κατ' αυτό το διάστημα εξήλθον και οι Συρακούσιοι και ήρχισαν να χαρακούνται από της πόλεως και διά μέσου του έλους· έσκαψαν επίσης τάφρον, διά να εμποδίσουν εις τους Αθηναίους την μέχρι της θαλάσσης αποτείχισιν. Ούτοι δε, άμα ετελείωσαν τας επί του κρημνού εργασίας, επεχείρησαν δευτέραν επίθεσιν κατά του χαρακώματος και της τάφρου των Συρακουσίων, τα μεν πλοία διατάξαντες να πλεύσουν εκ της Θάψου εις τον μέγαν λιμένα των Συρακουσίων, αυτοί δε, καταβάντες περί τα εξημερώματα εκ των Επιπολών εις την πεδιάδα, και διαβάντες το έλος τη βοηθεία θυρών και πλατέων ξύλων, τα οποία έρριπταν εις τα μάλλον πηλώδη και στερεώτερα μέρη, εκυρίευσαν άμα τη πρωία την τάφρον και το χαράκωμα, εκτός μικρού μέρους, το οποίον εκυρίευσαν ύστερον. Μάχη συνήφθη, κατά την οποίαν ενίκησαν οι Αθηναίοι· και εκ των Συρακουσίων οι μεν εις το δεξιόν κέρας ευρισκόμενοι κατέφυγαν εις την πόλιν, οι δε εις το αριστερόν προς τον ποταμόν. Τούτους θέλοντες να αποκλείσουν οι των Αθηναίων τριακόσιοι εκλεκτοί έτρεξαν μετά πάσης σπουδής προς την γέφυραν. Φοβηθέντες δε οι Συρακούσιοι (διότι ήσαν ενταύθα μεταξύ αυτών πολλοί ιππείς) ώρμησαν κατά των τριακοσίων τούτων, έτρεψαν αυτούς εις φυγήν και εισέβαλαν εις το δεξιόν κέρας των Αθηναίων· εις την έφοδον ταύτην η πρώτη φυλή του κέρατος τούτου κατελήφθη υπό φόβου. Ιδών τούτο ο Λάμαχος έσπευσεν εκ του αριστερού κέρατος προς βοήθειαν μετά τινων τοξοτών και ολίγων Αργείων, αλλά την στιγμήν πού διέβαινε τάφρον τινά και ευρίσκετο σχεδόν μόνος μετά τινων εκ των ακολουθούντων αυτόν ανδρών εφονεύθη αυτός και πέντε ή έξ εκ των μετ' αυτού. Και τούτους μεν οι Συρακούσιοι έσπευσαν να τους αρπάσουν και να τους φέρουν πέραν του ποταμού εις μέρος ασφαλές, αυτοί δε, επειδή επήρχετο ήδη ο επίλοιπος στρατός των Αθηναίων, απεχώρησαν.
102. Εις το μεταξύ δε τούτο εκείνοι εκ των Συρακουσίων, οι οποίοι είχαν καταφύγει κατ' αρχάς εις την πόλιν, ιδόντες τα γινόμενα, ανέλαβαν θάρρος και εξήλθαν πάλιν εκ της πόλεως, διά να επιτεθούν κατά των εναντίον αυτών επιτεθέντων Αθηναίων· έπεμψαν επίσης μέρος του στρατού των, διά να κυριεύση τον πλησίον των Επιπολών κύκλον, νομίζοντες ότι θα τον εύρισκαν ανυπεράσπιστον. Και το μεν δεκάπλεθρον προτείχισμα αυτών κυριεύουν, αυτόν δε τον κύκλον τους ημπόδισε να κυριεύσουν ο Νικίας μένων εκεί ένεκα αδιαθεσίας. Ιδών ούτος ότι δι' έλλειψιν υπερασπιστών δεν υπήρχεν άλλο καταφύγιον διέταξε τους υπηρέτας να καύσουν τας μηχανάς και τα ξύλα όσα ήσαν κατατεθειμένα προ του τείχους. Το μέσον τούτο επέτυχεν· οι Συρακούσιοι δεν επλησίασαν περισσότερον ένεκα της πυρκαϊάς, αλλ' επέστρεψαν οπίσω, τοσούτω μάλλον, όσω ισχυρόν απόσπασμα των Αθηναίων ανέβη εκ της πεδιάδος εις τον κύκλον, διά να διώξη τον εκεί ευρισκόμενον εχθρόν, και συγχρόνως ο στόλος αναχωρήσας εκ της Θάψου, συμφώνως με τας δοθείσας διαταγάς, εισήρχετο ήδη εις τον μέγαν λιμένα. Ταύτα βλέποντες οι άνωθεν ευρισκόμενοι έσπευσαν να επιστρέψουν εις την πόλιν, καθώς και όλος ο στρατός των Συρακουσίων μη νομίζων δυνατόν με τας παρούσας αυτού δυνάμεις να εμποδίση την εξακολούθησιν του μέχρι της θαλάσσης τειχισμού.
103. Μετά ταύτα δε οι Αθηναίοι έστησαν τρόπαιον, απέδοσαν εις τους Συρακουσίους τους νεκρούς των διά συνθήκης και έλαβαν τα σώματα του Λαμάχου και των μετ' αυτού φονευθέντων. Ευρισκομένων δε τότε συνηθροισμένων όλων των κατά ξηράν και θάλασσαν δυνάμεων των, ήρχισαν να περιτειχίζωσι τους Συρακουσίους διά διπλού τείχους από των Επιπολών και των κατωφερών μερών μέχρι της θαλάσσης. Τα τρόφιμα έφθαναν εις τον στρατόν εξ όλων των μερών της Ιταλίας· ήλθαν δε επίσης εις τους Αθηναίους πολλοί σύμμαχοι Σικελοί, οι οποίοι είχαν καθυστερήσει μέχρι τότε, καθώς και τρεις πεντηκόντοροι εκ της Τυρρηνίας· όλα τα λοιπά επήγαιναν αισίως. Οι Συρακούσιοι, ουδεμίαν βοήθειαν βλέποντες ερχομένην εκ της Πελοποννήσου ή αλλαχόθεν, ήρχισαν να απελπίζωνται ότι ήθελαν νικήσει· ωμίλουν μεταξύ των περί συμβιβασμού και επρότειναν μάλιστα αυτόν εις τον Νικίαν, διότι μετά τον θάνατον του Λαμάχου εις αυτόν και μόνον έμεινεν η αρχηγία του στρατού. Και κύρωσις μεν ουδεμία έγινεν, αλλά, όπως συμβαίνει εις ανθρώπους ευρισκομένους εις απελπισίαν και πάντοτε στενώτερον πολιορκουμένους, προτάσεις πολλαί απηυθύνοντο προς τον Νικίαν και εις την πόλιν ωμίλουν πολύ περισσότερον περί του αντικειμένου τούτου, διότι η δυστυχία είχεν ενσπείρει την δυσπιστίαν μεταξύ των Συρακουσίων. Καθαιρέσαντες τους πρώην στρατηγούς, διότι ενόμιζαν ότι έγιναν θύματα της ατυχίας των ή της απιστίας των, εξέλεξαν άλλους αντ' αυτών, τον Ηρακλείδην, τον Εύκλέα και τον Τελλίαν.
104. Εν τούτοις ο Λακεδαιμόνιος Γύλιππος και τα αναχωρήσαντα εκ της Κορίνθου πλοία ήσαν ήδη περί την Λευκάδα, διά να σπεύσουν προς βοήθειαν της Σικελίας. Αλλ' επειδή αι κομισθείσαι αγγελίαι ήσαν δυσάρεστοι και όλαι ομοίως ψευδείς περί του εντελούς αποκλεισμού των Συρακουσών, ο Γύλιππος απέβαλε πλέον πάσαν ελπίδα περί της Σικελίας· θέλων όμως να προφυλάξη τουλάχιστον την Ιταλίαν διεπέρασε βιαστικά αυτός και ο Κορίνθιος Πυθήν, τον Ιόνιον κόλπον, διά να φθάση εις τον Τάραντα, μετά δύο πλοίων Λακωνικών και δύο Κορινθιακών.
Οι Κορίνθιοι, ανεξαρτήτως των δέκα πλοίων, τα οποία τοις ανήκον, έβαλαν ναύτας ακόμη και εις δύο της Λευκάδος και τρία της Αμπρακίας, τα οποία έμελλαν να αποστείλουν κατόπιν. Και ο μεν Γύλιππος, αναχωρήσας εκ του Τάραντος, ήλθε πρώτον εις την Θουρίαν, διά να διαπραγματευθή μετά των κατοίκων αυτής, στηριζόμενος εις τα πολιτικά δικαιώματα, τα οποία είχεν άλλοτε ο πατήρ του εις την χώραν ταύτην· μη δυνηθείς όμως να πείση τους κατοίκους ανεχώρησε και παρέπλεε την Ιταλίαν. Αναρπασθείς κατά τον Τεριναίον κόλπον υπό βορείου ανέμου, ο οποίος πνέει βιαιότατα εις τα παράλια ταύτα, εφέρθη εις το πέλαγος και, αφού εβασανίσθη πολύ, προσήγγισε πάλιν εις τον Τάραντα και ανελκύσας εις την ξηράν τα παθόντα υπό της τρικυμίας πλοία επεσκεύαζεν αυτά. Ο δε Νικίας μαθών ότι επλησίαζεν ο Γύλιππος επεριφρόνησε τον μικρόν αριθμόν των πλοίων του (το οποίον έπραξαν και οι Θούριοι), και με την ιδέαν ότι οι εχθροί έπλεαν παρεσκευασμένοι ως πειραταί ουδεμίαν έλαβε κατ' αυτών προφύλαξιν.
105. Κατά την αυτήν δε εποχήν του θέρους τούτου οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοι των εισέβαλαν εις το ’ργος και ελεηλάτησαν πολύ μέρος της χώρας. Και οι Αθηναίοι έσπευσαν εις βοήθειαν των Αργείων με τριάκοντα πλοία, τούτο δε επροκάλεσε φανεράν ρήξιν μεταξύ των Αθηναίων και των Λακεδαιμονίων. Τωόντι, μέχρις εκείνης της στιγμής, οι Αθηναίοι εξήρχοντο εκ της Πύλου μόνον διά να ληστεύουν, και αποβαίνοντες μάλλον εις τα λοιπά μέρη της Πελοποννήσου ή εις την Λακωνικήν συνεπολέμουν μετά των Αργείων και των Μαντινέων. Πολλάκις μάλιστα, προσκαλούμενοι υπό των Αργείων να αποβούν μόνον εις την Λακωνικήν ένοπλοι και να αναχωρήσουν μετ' αυτών, αφού λεηλατήσουν ελάχιστον μέρος της χώρας, ηρνήθησαν. Αλλά κατά την περίστασιν ταύτην, υπό την αρχηγίαν του Πυθοδώρου, του Λαισποδίου και του Δημαράτου, αποβιβασθέντες εις Επίδαυρον την Λιμηράν, εις τας Πρασιάς και εις άλλα μέρη, ελεηλάτησαν την χώραν και έδωκαν τοιουτοτρόπως εις τους Λακεδαιμονίους αιτίαν παρέχουσαν πολύ πλέον εύλογον πρόφασιν εκδικήσεως. Ότε δε ανεχώρησαν εκ του ’ργους οι Αθηναίοι μετά των πλοίων και οι Λακεδαιμόνιοι, οι Αργείοι εισέβαλαν εις την Φλιασίαν, ελεηλάτησαν την χώραν, εφόνευσαν κατοίκους τινάς και επέστρεψαν εις τα ίδια.
ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΤΡΙΤΟΥ ΤΕΥΧΟΥΣ
Η Σειρά των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων, των Εκδόσεων Φέξη, υπήρξεν ένας σταθμός στα ελληνικά χρονικά. Για πρώτη φορά προσφερόταν συστηματικά στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, η αρχαία ελληνική σκέψη (ιστορία, φιλοσοφία, Ποίηση, δράμα, δικανικός και πολιτικός λόγος) σε δημιουργικές μεταφορές της, από τους άριστους μεταφραστές του τόπου, στην πιο σύγχρονη μορφή πού πήρε εξελισσόμενο το γλωσσικό της όργανο. Ο Όμηρος, οι Τραγικοί κι ο Αριστοφάνης, ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο Πλάτων, ο Ξενοφών, ο Αριστοτέλης, ο Θεόκριτος, ο Θεόφραστος, ο Επίκτητος, ο Πλούταρχος, ο Λουκιανός κλπ, προσφέρονται και σήμερα, στις κλασικές πια μεταφράσεις του Πολυλά, Ραγκαβή, Μωραϊτίδη, Κονδυλάκη, Ποριώτη Γρυπάρη, Τανάγρα, Πολέμη, Καμπάνη, Καζαντζάκη, Βάρναλη, Αυγέρη, Βουτιερίδη, Ζερβού, Φιλαδελφέως, Τσοκόπουλου, Σιγούρου, Κ. Χρηστομάνου κλπ, σε μια σύγχρονη σειρά εκδόσεων βιβλίου τσέπης, πράγμα που επίσης γίνεται για πρώτη φορά, συστηματικά, στην Ελλάδα.
Πελοποννησιακός πόλεμος είναι η θαυμασία ιστορία του εμφυλίου μακρού πολέμου των Ελλήνων, αποτέλεσμα του οποίου υπήρξεν η ανεπανόρθωτος εξασθένισις της Ελλάδος. Ανατρέχων εις τα απώτατα αίτια ο Θουκυδίδης εξηγεί τα της αναπτύξεως του Ελληνισμού από των αρχαιοτάτων χρόνων, περιγράφει την σύστασιν και την ζωήν των καθέκαστα πολιτειών, παρέχει δε συγχρόνως ούτως αρτίαν εικόνα της εθνικής των Ελλήνων ζωής.
ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΠΩΛΗΣΙΣ
ΛΑΔΙΑΣ ΚΑΙ Σια Ο.Ε.
ΙΠΠΟΚΡΑΤΟΥΣ 22 ΤΗΛ. 614.686, 654.506
ΤΙΜΑΤΑΙ ΔΡΧ. 10
___________________________________ 1) Δωδέκατον έτος του πολέμου, 420 π. Χ.
2) Το κείμενον είναι: «μη κύριον είναι απάγειν στρατόν εκ της πόλεως». Δια το ασαφές του κειμένου ο Haase επρότεινε την διόρθωσιν: «Μη κύριον είναι απάγειν στρατόν εκ της πολεμίας» ήτοι να μη έχη εξουσίαν να αποσύρη τον στρατόν από εχθρικήν χώραν.
3) Το κείμενον της συνθήκης αυτής είναι δωρικόν και εις κάποια μέρη ασαφές.
4) Το κείμενον της συνθήκης αυτής είναι εις δωρικήν διάλεκτον, έχει δε και αυτό ασαφείας.
5) Δέκατον πέμπτον έτος του πολέμου, 417 π. Χ.