ΒΙΒΛΙΟΝ Η'.
ΘΟΥΚΙΔΙΔΟΥ
ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΑΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ
ΒΙΒΛΙΟΝ Η'.
1. Ότε δε η είδησις αύτη έφθασεν εις τας Αθήνας, επί πολύν χρόνον εδυσπίστουν εις την πανωλεθρίαν αυτήν του στρατού, παρ' όλας τας θετικάς βεβαιώσεις των μάλλον αξιοπίστων μαρτύρων, εκείνων πού είχαν διαφύγει απ' αυτήν την ιδίαν καταστροφήν. Αλλά, άμα επείσθησαν περί τούτου, ωργίσθησαν τούτο μεν εναντίον των ρητόρων, όσοι είχαν υποκινήσει την προθυμίαν του λαού διά την εκστρατείαν εκείνην, ως εάν δεν εψηφίσθη αύτη υπ' αυτού, τούτο δε κατά των χρησμολόγων, των μάντεων και όλων εκείνων, οι οποίοι τότε διά των προφητειών των είχαν διεγείρει την ελπίδα κατακτήσεως της Σικελίας. Ουδέν άλλο είχαν υπό τα βλέμματά των ειμή θλιβερά συμβάντα, και το γεγονός τούτο ενεποίει τρόμον και αμηχανίαν εις τους Αθηναίους. Οι πολίται, ιδιαιτέρως έκαστος, υπέστησαν σκληράς απωλείας· η πόλις επένθει το πλήθος εκείνο των οπλιτών, των ιππέων, των νεανιών, τους οποίους αδύνατον θα ήτο να αντικαταστήσουν· η θέα των γυμνών ναυστάθμων, η εξάντλησις του δημοσίου θησαυρού, τα πάντα συνηνούντο, διά να τους απελπίζουν περί της σωτηρίας. Κατά την πρώτην ημέραν επερίμεναν να ίδουν τους μεν εν τη Σικελία εχθρούς πλέοντας εναντίον του Πειραιώς μετά την περιφανή νίκην, την οποίαν είχαν κερδήσει, τους δε εν τη Ελλάδι, των οποίων αι πολεμικαί παρασκευαί είχαν τότε διπλασιασθή, επιτιθεμένους εναντίον των Αθηναίων διά ξηράς και διά θαλάσσης· τους συμμάχους τέλος αποστατούντας και ενουμένους μετά των εχθρών τούτων. Εν τούτοις, εφ' όσον επέτρεπαν τα παρόντα μέσα, οι Αθηναίοι απεφάσισαν ουχί να ενδώσουν, αλλά να παρασκευάσουν ναυτικόν, ποριζόμενοι όπως ηδύναντο ξύλα και χρήματα, διά να προνοήσουν προς εξασφάλισιν κατά των συμμάχων και προ πάντων κατά της Ευβοίας, να ελαττώσουν τα δημόσια έξοδα και να εκλέξουν συμβούλιον εκ πρεσβυτέρων, οι οποίοι να διευθύνουν τας υποθέσεις συμφώνως με τας περιστάσεις· τέλος, ως συμβαίνει συνήθως εις τον λαόν, ο παρών φόβος τους διέθεσεν εις το να τηρήσουν διαγωγήν σώφρονα. Όσα δε απεφάσισαν, τα εξετέλεσαν αμέσως, και το θέρος ετελείωσεν.
2. Κατά δε τον ακόλουθον χειμώνα, αμέσως μετά την είδησιν της πανωλεθρίας των Αθηναίων εις την Σικελίαν, όλοι οι Έλληνες επήραν μεγάλας ελπίδας· όσοι δεν ήσαν σύμμαχοι ουδενός, ενόμισαν ότι δεν έπρεπε πλέον να μένουν αμέτοχοι του πολέμου, έστω και αν δεν προσεκαλούντο, αλλά να βαδίσουν εκουσίως εναντίον των Αθηναίων, πεπεισμένοι όντες ότι, εάν οι Αθηναίος επετύγχαναν εν τη Σικελία, αμέσως θα επήρχοντο και εναντίον των. Επίστευαν άλλως ότι ο υπολειπόμενος πόλεμος έμελλε να είναι βραχύς και ότι ωφέλιμον θα ήτο να μετάσχουν αυτού. Αφ' ετέρου πάλιν οι σύμμαχοι των Λακεδαιμονίων, καταβάλλοντες από κοινού μεγαλύτερον ζήλον ή πρότερον, ήλπιζαν να ελευθερωθούν ταχέως από τόσας ταλαιπωρίας· προ πάντων δε οι υπήκοοι των Αθηναίων, μ' όλην την αδυναμίαν των, ήσαν έτοιμοι να αποστατήσουν, διότι έκριναν τα πράγματα εν στιγμή οργασμού και υπεστήριζαν ότι οι Αθηναίοι δεν θα ηδύναντο να συντηρηθούν μέχρι του επομένου θέρους. Εις δε τους Λακεδαιμονίους η πεποίθησις είχεν αυξηθή προ πάντων εκ της βεβαιότητος ότι οι της Σικελίας σύμμαχοι, μη δυνάμενοι να τους αρνηθούν την συνδρομήν του ναυτικού των, θα έφθαναν βεβαίως εις την αρχήν της ανοίξεως με πολλήν δύναμιν. Πανταχόθεν λοιπόν ευέλπιδες όντες απεφάσισαν να αρχίσουν πόλεμον φανερόν, πεπεισμένοι ότι, αποβαίνοντος του πολέμου υπέρ αυτών, θα απηλλάσσοντο διά παντός από κινδύνους ομοίους εκείνων, με τους οποίους θα τους ηπείλουν οι Αθηναίοι, εάν η ηγεμονία των ηυξάνετο διά της καθυποτάξεως της Σικελίας και ότι, εάν κατελύετο η δύναμις των Αθηνών, θα εξησφάλιζαν εις εαυτούς την ηγεμονίαν πάσης της Ελλάδος.
3. Διαρκούντος λοιπόν του χειμώνος εκείνου ο βασιλεύς αυτών ’γις ανεχώρησεν αμέσως εκ της Δεκελείας μετά στρατού και συνέλεξε χρήματα παρά των συμμάχων προς συντήρησιν του ναυτικού· διευθυνθείς προς τον Μαλιακόν κόλπον έλαβε παρά των Οιταίων πολύ μέρος εκ των λαφύρων των εξ αιτίας δήθεν αρχαίας τινός έχθρας και τους επέβαλε χρηματικήν συνεισφοράν· έπειτα ηνάγκασε τους Φθιώτας Αχαιούς και τους άλλους υπηκόους της Θεσσαλίας, με όλην την αντίστασιν και τα παράπονα των Θεσσαλών, να του δώσουν ομήρους τινάς και χρήματα. Τους ομήρους τούτους κατέθεσεν εις την Κόρινθον και προσεπάθησε να ελκύση τους λαούς τούτους εις την συμμαχίαν του. Οι δε Λακεδαιμόνιοι διέταξαν τας υπό την δικαιοδοσίαν των πόλεις να κατασκευάσουν εκατόν πλοία. Και εις μεν τους Βοιωτούς επέβαλαν εικοσιπέντε, εις εαυτούς ισάριθμα, εις τους Φωκείς και τους Λοκρούς δεκαπέντε, εις τους Κορινθίους δεκαπέντε, εις τους Αρκάδας, τους Πελληνείς και τους Σικυωνίους δέκα, τέλος δε εις τους Μεγαρείς, τους Τροιζηνίους, τους Επιδαυρίους και τους Ερμιονείς δέκα. Ουδεμίαν δε άλλην προετοιμασίαν παρέλειψαν, διά να αρχίσουν τον πόλεμον κατά την άνοιξιν.
4. Ενησχολήθησαν δε και οι Αθηναίοι κατά τον χειμώνα τούτον, όπως είχαν αποφασίσει, εις το να κατασκευάσουν πλοία, προς τούτο δε επρομηθεύθησαν ξύλα· οχύρωσαν επίσης το Σούνιον, διά να εξασφαλίσουν τον περίπλουν των σιταγωγών πλοίων. Εγκατέλειψαν το φρούριον, το οποίον είχαν εγείρει εν τη Λακωνική κατά την εις την Σικελίαν μετάβασιν, και ηλάττωσαν όλας τας δαπάνας, όσας ενόμισαν περιττάς, και προ πάντων επέστησαν την προσοχήν των επί των συμμάχων φοβούμενοι μήπως ούτοι αποστατήσουν.
5. Ενώ δε έπρατταν ταύτα αμφότεροι και ενησχολούντο περί τας προετοιμασίας του πολέμου, ως εάν επρόκειτο να αρχίσουν τώρα, οι Ευβοείς πρώτοι έστειλαν πρέσβεις προς τον ’γιν κατά τον χειμώνα τούτον, προς τον σκοπόν να αποστατήσουν κατά των Αθηνών. Ο ’γις, δεχθείς τας προτάσεις των, προσεκάλεσεν εκ της Λακεδαίμονος τον Σθενελαΐδου Αλκαμένη και τον Μέλανθον, διά να καταστήση αυτούς άρχοντας της Ευβοίας. Ούτοι δε ήλθαν έχοντες μεθ' εαυτών τριακοσίους περίπου νεοδαμώδεις, και ο ’γις παρεσκεύαζεν εις αυτούς την διάβασιν, ότε ήλθαν επίσης και Λέσβιοι προτείνοντες να αποστατήσουν και αυτοί. Βοηθούμενοι υπό των Βοιωτών έπεισαν τον ’γιν να αναβάλη την υπόθεσιν της Ευβοίας και να διευκολύνη την αποστασίαν των Λεσβίων, δίδων εις αυτούς ως αρμοστήν τον Αλκαμένην, ο οποίος ήτο έτοιμος να μεταβή εις την Εύβοιαν διά θαλάσσης. Και οι μεν Βοιωτοί υπεσχέθησαν εις αυτούς δέκα πλοία, δέκα δε και ο ’γις. Και ταύτα επράττοντο εν αγνοία των Λακεδαιμονίων· τωόντι ο ’γις, ενόσω κατείχε την Δεκέλειαν μετά του στρατού, ήτο κύριος να στέλλη στρατεύματα παντού, όπου ήθελε, να στρατολογή και να λαμβάνη χρήματα. Δύναται τις μάλιστα να είπη, ότι κατ' εκείνην την εποχήν οι σύμμαχοι υπήκουον πλειότερον εις αυτόν ή εις τους Λακεδαιμονίους της πόλεως· διότι με τας δυνάμεις, τας οποίας είχεν υπό τας διαταγάς του, πανταχού ενεφανίζετο φοβερός. Ενώ δε ο ’γις ητοιμάζετο να βοηθήση τους Λεσβίους, οι Χίοι και οι Ερυθραίοι, προθυμούμενοι να αποστατήσουν επίσης, αντί να αποταθούν προς αυτόν, απετάθησαν εις την Λακεδαίμονα· ήλθε δε μετ' αυτών είς πρεσβευτής εκ μέρους του Τισσαφέρνους, ο οποίος εκυβέρνα εν ονόματι του βασιλέως Δαρείου, του υιού του Αρταξέρξου, τας κάτω επαρχίας, διότι ο Τισσαφέρνης ήθελε να ελκύση με το μέρος του τους Πελοποννησίους και υπέσχετο να τους δώση ζωοτροφίας. Προ ολίγου ο βασιλεύς είχε ζητήσει παρ' αυτού τους καθυστερουμένους φόρους της διοικήσεώς του, τους οποίους ο Τισσαφέρνης δεν ηδύνατο να σύναξη, ένεκα των Αθηναίων παρά των Ελληνίδων πόλεων. Ενόμισε λοιπόν ο Τισσαφέρνης ότι εξασθενίζων τους Αθηναίους θα ηδύνατο ευκολώτερα να εισπράξη τους φόρους τούτους, και συγχρόνως θα εισήγε τους Λακεδαιμονίους εις την συμμαχίαν του βασιλέως, διά να τον βοηθήσουν να εκτελέση την διαταγήν, την οποίαν είχε λάβει παρ' αυτού, να συλλάβη ζώντα ή να αποκτείνη τον νόθον υιόν του Πισσούθνου Αμάργην, πού είχεν αποστατήσει εις την Καρίαν. Οι μεν Χίοι λοιπόν και ο Τισσαφέρνης ταύτα διεπραγματεύοντο από κοινού.
6. Ο δε Μεγαρεύς Καλλίγειτος ο Λαοφώντος και ο Κυζικηνός Τιμαγόρας ο Αθηναγόρου, και οι δύο εξόριστοι εκ της πατρίδος των και διαμένοντες παρά τω Φαρναβάζω τω Φαρνάκου, φθάνουν εν τω μεταξύ εις την Λακεδαίμονα σταλέντες υπό του Φαρναβάζου, διά να επιτύχουν την αποστολήν στόλου εις τον Ελλήσποντον, ενώ αυτός ο ίδιος θα προσεπάθει, ει δυνατόν, ως ο Τισσαφέρνης, να αποσπάση από τους Αθηναίους τας πόλεις της διοικήσεώς του, διά να εισπράττη τους φόρους και να διαπραγματευθή αφ' εαυτού συμμαχίαν μεταξύ του βασιλέως και των Λακεδαιμονίων. Ενώ οι απεσταλμένοι του Φαρναβάζου και οι του Τισσαφέρνους διεπραγματεύοντο ταύτα χωριστά, πολλή άμιλλα εγεννήθη εις την Λακεδαίμονα, εκ του ότι άλλοι μεν ηγωνίζοντο να σταλή πρώτον στόλος και στρατός εις την Ιωνίαν και την Χίον, άλλοι δε εις τον Ελλήσποντον. Εν τούτοις οι Λακεδαιμόνιοι παρεδέχθησαν τοσούτω μάλλον προθύμως τας αιτήσεις των Χίων και του Τισσαφέρνους, όσω υπεστηρίζοντο αύται υπό του Αλκιβιάδου, τον οποίον δεσμοί ξενίας συνέδεον από πατρός εις υιόν με τον έφορον Ένδιον, χάριν δε των σχέσεων τούτων η οικογένεια του είχε παραδεχθή το Λακωνικόν όνομα Αλκιβιάδης, το οποίον έφερεν επίσης και ο πατήρ του Ενδίου. Οι Λακεδαιμόνιοι όμως έστειλαν κατά πρώτον εις την Χίον ένα περίοικον, ονόματι Φρύνιν, διά να βεβαιωθή αν υπήρχαν τωόντι τόσα πλοία, όσα έλεγαν οι απεσταλμένοι της πόλεως ταύτης και αν η δύναμις αυτής ήτο οποία εφημίζετο. Οτέ δε επιστοποίησεν ο απεσταλμένος ότι όλα όσα ήκουσαν ήσαν αληθή, συνεμάχησαν αμέσως μετά των Χίων και των Ερυθραίων και εψήφισαν να στείλουν τεσσαράκοντα πλοία, αριθμόν αρκούντα, αφού οι Χίοι έλεγαν ότι είχαν ουχί ολιγώτερα των εξήκοντα. Εκ των τεσσαράκοντα τούτων κατ' αρχάς μεν ελογάριαζαν να στείλουν δέκα μετά του ναυάρχου Μελαγκρίδου, αλλά γενομένου κατόπιν σεισμού έστειλαν αντί του Μελαγκρίδου τον Χαλκιδέα, και αντί δέκα παρεσκεύασαν πέντε πλοία εις την Λακωνικήν. Και τοιουτοτρόπως ετελείωσεν ο χειμών και το δέκατον ένατον έτος του πολέμου τούτου, τον οποίον συνέγραψεν ο Θουκυδίδης.
7. ’μα δε ήλθεν η άνοιξις του ακολούθου θέρους, οι Χίοι επέσπευσαν την αποστολήν του στόλου φοβούμενοι μήπως οι Αθηναίοι μάθουν τα τεκταινόμενα, διότι όλαι εκείναι αι διά πρέσβεων διαπραγματεύσεις εγίνοντο κρυφίως. Οι Λακεδαιμόνιοι λοιπόν έστειλαν εις την Κόρινθον τρεις Σπαρτιάτας, διά να μεταφέρουν άνωθεν του ισθμού, από της μιας θαλάσσης εις την άλλην τάχιστα και να διευθύνουν αυτά εις την Χίον τόσον εκείνα τα πλοία, τα οποία είχε παρασκευάσει ο ’γις διά την Λέσβον, καθώς και τα άλλα. Τα εις τους συμμάχους ανήκοντα ταύτα πλοία ήσαν εν όλω τριάκοντα εννέα.
8. Ο μεν Καλλίγειτος λοιπόν και ο Τιμαγόρας οι οποίοι διεπραγματεύοντο εν ονόματι του Φαρναβάζου, δεν μετέσχον διόλου εις την εκστρατείαν της Χίου και δεν παρέδοσαν τα χρήματα, τα οποία είχαν φέρει διά τον εξοπλισμόν στόλου, συμποσούμενα εις εικοσιπέντε τάλαντα, αλλ' εσκέπτοντο να αναχωρήσουν κατόπιν μετ' άλλου στόλου ιδιαιτέρου. Ο δε ’γις βλέπων τους Λακεδαιμονίους διατεθειμένους να διευθυνθούν πρώτον προς την Χίον συνετάχθη και αυτός με την γνώμην ταύτην· συναθροισθέντες λοιπόν οι σύμμαχοι εις την Κόρινθον συνεκρότησαν συμβούλιον και απεφάσισαν να πλεύσουν πρώτον εις την Χίον, έχοντες αρχηγόν τον Χαλκιδέα, ο οποίος είχεν εξοπλίσει τα πέντε πλοία εν τη Λακωνική, και κατόπιν να μεταβούν εις την Λέσβον συμπεριλαμβάνοντες ως αρχηγόν τον Αλκαμένην, υποδειχθέντα ήδη υπό του ’γιδος, και τέλος εις τον Ελλήσποντον, όπου ο Κλέαρχος υιός του Ραμφίου είχε σταλή ως αρχηγός. Απεφάσισαν εκτός τούτου να μεταφέρουν πρώτον άνωθεν του ισθμού το ήμισυ του στόλου και να το εξαποστείλουν άνευ αναβολής, διά να επισύρουν την προσοχήν των Αθηναίων μάλλον προς τα πλοία, τα οποία ήθελαν απομακρυνθή της παραλίας ή προς τα μέλλοντα να αποσταλούν ύστερον. Ο απόπλους έγινε καταφανώς εκ του μέρους τούτου· απόδειξις ότι περιεφρόνουν την αδυναμίαν των Αθηναίων, των οποίων το ναυτικόν ουδαμού εφαίνετο ισχυρόν· ταύτα αποφασίσαντες μετέφεραν από του ενός μέρους εις το άλλο διά ξηράς αμέσως είκοσι και έν πλοία.
9. Αλλ' οι Κορίνθιοι, με όλην την επίσπευσιν των συμμάχων, δεν επροθυμήθησαν να συμπλεύσουν πριν πανηγυρίσουν τα Ίσθμια, των οποίων έφθασεν η εποχή. Ο ’γις ήτο πρόθυμος να επιτρέψη εις τους Κορινθίους να μη διαλύσουν τας Ισθμιάδας σπονδάς και προσέφερε να αναλάβη την εκστρατείαν εις ίδιον αυτού όνομα. Επειδή δε οι Κορίνθιοι δεν συγκατετίθεντο, και εγίνετο ούτω χρονοτριβή, οι Αθηναίοι ενόησαν καλλίτερον τας ραδιουργίας των Χίων και έστειλαν τον Αριστοκράτην, διά να μεμφθούν αυτούς. Και, επειδή διέψευσαν ταύτα οι Χίοι, οι Αθηναίοι εζήτησαν συμφώνως με την συμμαχίαν να τους στείλουν πλοία ως ενέχυρον της πίστεώς των· έστειλαν δε οι Χίοι επτά. Αίτιον της αποστολής των πλοίων τούτων ήτο η άγνοια, εις την οποίαν ευρίσκετο ο λαός της Χίου περί των τεκταινομένων και η επιθυμία, την οποίαν είχαν οι μεμυημένοι εις την συνωμοσίαν ολιγαρχικοί να μη καταστήσουν τον λαόν εχθρόν πριν ή επιτύχη έκαστος εγγύησίν τινα· άλλως δε δεν περιέμεναν πλέον την άφιξιν των Πελοποννησίων, οι οποίοι εβράδυναν να εμφανισθούν.
10. Εν τούτοις επανηγυρίσθησαν τα Ίσθμια και οι Αθηναίοι (οι οποίοι προσεκλήθησαν) παρευρέθησαν και εύρον καιρόν να διαφωτίσουν τας αμφιβολίας των περί των εν τη Χίω τεκταινομένων. Διά τούτο, άμα επέστρεψαν εις τας Αθήνας, έσπευσαν να λάβουν όλα τα κατάλληλα μέτρα, διά να μη αφήσουν να τους διαφύγουν τα πλοία, τα οποία έμελλαν να αναχωρήσουν εκ Κεγχρεών. Οι Πελοποννήσιοι, μετά την εορτήν, εξέπλευσαν διά την Χίον έχοντες έν και είκοσι πλοία υπό την αρχηγίαν του Αλκαμένους. Οι Αθηναίοι, έχοντες ίσον αριθμόν πλοίων, επροχώρησαν κατ' αρχάς προς αυτούς, διά να τους παρασύρουν εις το πέλαγος· αλλά, επειδή οι Πελοποννήσιοι χωρίς να τους ακολουθήσουν επί πολύ, επέστρεψαν οπίσω, ανεχώρησαν επίσης και οι Αθηναίοι, διότι δεν εμπιστεύοντο εις τα επτά πλοία των Χίων, τα οποία είχαν μαζί τους. Αργότερον δε, ενδυναμώσαντες τον στόλον των δι' άλλων τριάκοντα και επτά πλοίων, κατεδίωξαν μέχρι του Πειραιού της Κορινθίας τον παραπλέοντα στόλον των Πελοποννησίων· είναι δε ο λιμήν ούτος έρημος και κείται εις τα τελευταία σύνορα της Επιδαυρίας. Και έν πλοίον απώλεσαν οι Πελοποννήσιοι εις το πέλαγος. Συναθροίσαντες δε τα άλλα ωδήγησαν αυτά εις τον λιμένα· αλλ' οι Αθηναίοι μετέβησαν μετά του στόλου, διά να τους προσβάλουν, και απέβησαν επίσης εις την ξηράν, τούτο δε επροξένησε πολύν θόρυβον και αταξίαν. Οι Αθηναίοι κατεσύντριψαν πολλά πλοία επί της παραλίας και εφόνευσαν τον αρχηγόν Αλκαμένην· αλλ' απώλεσαν και αυτοί άνδρας τινάς.
11. Ότε δε απεχωρίσθησαν, οι Αθηναίοι άφησαν αρκούντα αριθμόν πλοίων, διά να πολιορκούν τον στόλον και μετά των επιλοίπων ηγκυροβόλησαν προ του πλησίον νησιδίου, έστειλαν δε ακολούθως εις τας Αθήνας, διά να ζητήσουν επικουρίας, διότι την επομένην οι Κορίνθιοι και ολίγον μετέπειτα οι άλλοι γείτονες λαοί έφθασαν εις βοήθειαν του Πελοποννησιακού στόλου· αλλ' αναγνωρίζοντες την δυσκολίαν που υπήρχε, διά να υπερασπίσουν αυτόν εις έρημον χώραν, ευρίσκοντο εις αμηχανίαν περί του πρακτέου. Και πρώτον μεν εσκέφθησαν να καύσουν τα πλοία· αλλ' έπειτα απεφάσισαν να τα σύρουν εις την ξηράν και να τα φυλάττουν μετά του πεζού στρατού μέχρις ου παρουσιασθή ευκαιρία τις, διά να διαφύγουν. Πληροφορηθείς ταύτα ο ’γις έστειλε προς αυτούς τον Σπαρτιάτην Θέρμωνα. Εν τούτοις εις την Λακεδαίμονα έφθασε πρώτον η αγγελία ότι ο Πελοποννησιακός στόλος είχε μακρυνθή από του ισθμού· διότι οι έφοροι είχαν διατάξει τον Αλκαμένην να τους στείλη ιππέα, άμα ο στόλος ούτος ήθελε κινήσει. Αμέσως λοιπόν απεφάσισαν να στείλουν υπό την αρχηγίαν του Χαλκιδέως, συνοδευομένου υπό του Αλκιβιάδου, τα πέντε πλοία τα οπλισθέντα εις την Λακωνικήν, αλλ' έπειτα, καθ' ην στιγμήν ήσαν έτοιμα να αναχωρήσουν, ηγγέλθη εις αυτούς ότι ο Πελοποννησιακός στόλος είχε καταφύγει εις Πειραιόν. Στενοχωρηθέντες ένεκα της πρώτης εκείνης αποτυχίας, άμα ήρχισεν ο Ιωνικός πόλεμος, δεν ενησχολούντο πλέον διά την αποστολήν των παρ' αυτοίς παρασκευασθέντων πλοίων, αλλ' ενησχολούντο να μετακαλούν τα ολίγα, τα οποία είχαν ήδη εκπλεύσει.
12. Μαθών δε τας αμφιταλαντεύσεις ταύτας ο Αλκιβιάδης πείθει εκ δευτέρου τον Ένδιον και τους άλλους εφόρους να μη παραιτήσουν ένεκα φόβου την εκστρατείαν, λέγων ότι εγκαίρως θα έφθαναν, πριν μάθουν οι Χίοι την καταστροφήν του στόλου, και ότι αυτός ο ίδιος, άμα φθάση εις την Ιωνίαν, θα έπειθεν ευκόλως τας πόλεις να αποστατήσουν εξεικονίζων εις αυτάς την εξασθένησιν των Αθηναίων και τον ζήλον των Λακεδαιμονίων, και ότι θα τον επίστευαν περισσότερον από πάντα άλλον. Έλεγε δε ιδιαιτέρως εις τον Ένδιον ότι θα ήτο εις αυτόν ένδοξον, αν δι' εκείνου απεστάτει η Ιωνία, εάν εγίνετο ο βασιλεύς σύμμαχος των Λακεδαιμονίων και εάν δεν άφηνε τον ’γιν να δοξασθή με το κατόρθωμα εκείνο· ήτο δε ο Αλκιβιάδης εχθρός του ’γιδος. Και ο μεν Αλκιβιάδης πείσας τους άλλους εφόρους και τον Ένδιον ανεχώρησε μετά των πέντε πλοίων και του Λακεδαιμονίου Χαλκιδέως και επεχείρησαν βιαστικά τον πλουν.
13. Εις τον αυτόν δε περίπου καιρόν επανήλθαν εκ της Σικελίας τα δεκαέξ πλοία των Πελοποννησίων, τα οποία είχαν σταλή εκεί μετά του Γυλίππου, διά να πολεμήσουν. Καταληφθέντα περί την Λευκάδα και προσβληθέντα υπό των εικοσιεπτά πλοίων των Αθηναίων, τα οποία ωδήγει ο Ιπποκλής του Μενίππου, ο οποίος ήτο επιφορτισμένος να παραφυλάσση τα πλοία τα επιστρέφοντα εκ της Σικελίας, διέφυγαν όλα εκτός ενός τους Αθηναίους και κατέπλευσαν εις την Κόρινθον.
14. Ο δε Χαλκιδεύς και ο Αλκιβιάδης, ενώ έπλεαν, εμπόδιζαν όλα τα πλοία, όσα συνήντων, φοβούμενοι μήπως τα ίδουν οι Αθηναίοι. Και πρώτον μεν απέβησαν εις Κώρυκον της Ηπείρου, όπου άφησαν τα πλοία ταύτα· συνομιλήσαντες δε μετά τίνων εκ των συνωμοτούντων Χίων, οι οποίοι τους συνεβούλευαν να καταπλεύσουν εις την πόλιν των, ενεφανίσθησαν απροσδοκήτως έμπροσθεν της Χίου και ενέβαλαν τον λαόν εις έκπληξιν και αμηχανίαν· αλλ' οι ολιγαρχικοί είχαν λάβει τα μέτρα των, ώστε η βουλή να είναι συγκροτημένη. Ότε δε ανήγγειλαν ο Χαλκιδεύς και ο Αλκιβιάδης ότι άλλος πολυαριθμότερος στόλος έμελλε να φθάση, απέκρυψαν όμως τον αποκλεισμόν των εν τω Πειραιώ πλοίων, πρώτον μεν απεσπάσθησαν από τους Αθηναίους οι Χίοι, κατόπιν δε οι Ερυθραίοι. Ύστερον, μετά τριών πλοίων, μετέβησαν εις τας Κλαζομενάς και τας παρέσυραν εις την αποστασίαν. Οι Κλαζομένιοι διέβησαν αμέσως εις την ήπειρον και ωχύρωσαν την Πολίχναν, διά να δύνανται εν ανάγκη να καταφεύγουν εκεί εγκαταλείποντες το νησίδιον, εις το οποίον κατώκουν. Και οι μεν αποστατήσαντες ησχολούντο να οικοδομούν τείχη και να προετοιμάζωνται προς πόλεμον.
15. Εις δε τας Αθήνας έφθασε ταχέως η είδησις της αποστασίας της Χίου. Οι Αθηναίοι βλέποντες εαυτούς απειλουμένους ήδη υπό τοσούτου μεγάλου και φανερού κινδύνου, και νομίζοντες ότι οι λοιποί σύμμαχοι, μετά, την αποστασίαν τοσούτον σημαντικής πόλεως, δεν θα έμεναν ήσυχοι, έλυσαν κατά την πρώτην στιγμήν του τρόμου τας ποινάς τας επιβαλλομένας εναντίον οιουδήποτε πού ήθελε προτείνει ή θέσει εις ψηφοφορίαν να εγγίσουν τα χίλια τάλαντα, τα οποία εφύλατταν ανέπαφα καθ' όλον εκείνον τον πόλεμον, και απεφάσισαν να μεταχειρισθούν αυτά προς εξοπλισμόν πλοίων πολλών. Οκτώ πλοία, τα οποία υπό την αρχηγίαν Στρομβιχίδου του Διοτίμου απεσπάσθησαν από την μοίραν του Πειραιού, διά να καταδιώξουν τον στόλον του Χαλκιδέως, και επανήλθαν χωρίς να τον φθάσουν, διετάχθησαν να πλεύσουν αμέσως προς την Χίον. Τα οκτώ ταύτα ηκολούθησαν μετ' ολίγον άλλα δώδεκα, διοικούμενα υπό του Θρασυκλέους και αποσπασθέντα ομοίως από την μοίραν. Απαγαγόντες δε και τα επτά πλοία των Χίων, τα οποία συνεπολιόρκουν τους εν τω Πειραιώ, τους μεν δούλους εξ αυτών ηλευθέρωσαν, τους δε ελευθέρους έθεσαν εις τα δεσμά. Προς αντικατάστασιν όλων εκείνων των αποσπασθέντων πλοίων εξώπλισαν ταχέως άλλα, και τα έστειλαν να πολιορκούν τους Πελοποννησίους, διενοούντο μάλιστα να εξοπλίσουν τριάκοντα ακόμη. Η προθυμία ήτο μεγίστη και τα μέτρα, τα οποία ελάμβαναν κατά της Χίου, ήσαν δραστηριώτατα.
16. Εν τούτοις ο Στρομβιχίδης, φθάσας εις την Σάμον μετά των οκτώ πλοίων, και προσλαβών έν Σαμιακόν, ανεχώρησε διά την Τέων, και προσεκάλεσε τους κατοίκους αυτής να μένουν ήσυχοι. Έπλευσε δε και ο Χαλκιδεύς εκ της Χίου εις την Τέων μετά τριών και είκοσι πλοίων, ενώ ο στρατός της ξηράς των Κλαζομενίων και των Ερυθραίων ηκολούθει κατά μήκος της παραλίας. Ειδοποιηθείς εγκαίρως ο Στρομβιχίδης εσήκωσε την άγκυραν και έπλευσε προς το πέλαγος· αλλ' ιδών το πλήθος των πλοίων, τα οποία ήρχοντο εκ της Χίου, έφυγε προς την Σάμον. Οι εχθροί τον κατεδίωξαν. Οι Τήιοι κατ' αρχάς είχαν αρνηθή να δεχθούν τον πεζόν στρατόν, αλλ' ότε είδαν τους Αθηναίους φεύγοντας ήνοιξαν εις αυτόν τας πύλας των. Ο πεζός στρατός έμενε κατ' αρχάς απρακτών και περιμένων την επιστροφήν του Χαλκιδέως από την καταδίωξιν αλλ' επειδή ούτος εβράδυνε να επιστρέψη, κατηδάφισε το τείχος, το οποίον οι Αθηναίοι είχαν εγείρει εις το προς την ήπειρον μέρος της πόλεως των Τηίων· εβοήθησαν δε εις την κατεδάφισιν του τείχους και μερικοί βάρβαροι, τους οποίους είχε φέρει μαζί του ο Στάγης, ύπαρχος του Τισσαφέρνους.
17. Ο δε Χαλκιδεύς και ο Αλκιβιάδης, αφού κατεδίωξαν τον Στρομβιχίδην μέχρι της Σάμου, ώπλισαν τους ναύτας του Πελοποννησιακού στόλου, τους άφησαν εις την Χίον, τους αντικατέστησαν διά ναυτών εκ της νήσου εκείνης, παρεσκεύασαν ακόμη άλλα είκοσι πλοία, και διηυθύνθησαν προς την Μίλητον, διά να την αποστατήσουν. Ο Αλκιβιάδης, διά των σχέσεων, τας οποίας είχε μετά των πρωτίστων κατοίκων της νήσου ταύτης, ήθελε προ της αφίξεως του Πελοποννησιακού στόλου να ελκύση την Μίλητον εις την συμμαχίαν των Λακεδαιμονίων, και να προμηθεύση την τιμήν ταύτην εις την Χίον, εις τον εαυτόν του, εις τον Χαλκιδέα και εις τον Ένδιον, ο οποίος τον είχεν αποστείλει και εις τον οποίον είχεν υποσχεθή να διεγείρη όσας περισσοτέρας πόλεις ήθελε δυνηθή, με μόνας τας δυνάμεις της Χίου και του Χαλκιδέως. Ούτω λοιπόν, διανύσαντες κρυφίως το πλείστον μέρος του ταξιδιού, ολίγον μόνον επρόλαβαν τον Στρομβιχίδην και Θρασυκλέα, ο οποίος είχε φθάσει εξ Αθηνών και ο οποίος μετά του Στρομβιχίδου είχεν αρχίσει να καταδιώκη αυτούς, και έπεισαν την Μίλητον να αποστατήση. Οι Αθηναίοι τους ηκολούθουν κατά πόδας με δεκαεννέα πλοία· αλλά μη γενόμενοι δεκτοί υπό των Μιλησίων εστάθμευσαν εις την παρακειμένην νήσον Λάδην.
Αμέσως δε μετά την αποστασίαν της Μιλήτου έγινε δια της μεσιτείας του Τισσαφέρνους και του Χαλκιδέως η πρώτη συμμαχία των Λακεδαιμονίων μετά του βασιλέως έχουσα ως εξής :
18. «Οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοι συνωμολόγησαν συμμαχίαν μετά του βασιλέως και του Τισσαφέρνους υπό τας ακολούθους συμφωνίας : Όλη η χώρα και αι πόλεις πού κατέχει, ο βασιλεύς, ή κατείχαν οι προγονοί του, θέλουν ανήκει εις αυτόν. Ο βασιλεύς, οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοι θα εμποδίζουν από κοινού τους Αθηναίους να λαμβάνουν εις το εξής όσα ελάμβαναν εκ των πόλεων τούτων, είτε εις χρήματα είτε εις άλλο είδος. Ο βασιλεύς, οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοι θα πολεμούν από κοινού τους Αθηναίους, και δεν επιτρέπεται μήτε εις τον βασιλέα, μήτε εις τους Λακεδαιμονίους, μήτε εις τους συμμάχους να καταπαύουν τον πόλεμον, άνευ της συγκαταθέσεως αμφοτέρων, του βασιλέως αφ' ενός, και των Λακεδαιμονίων και των συμμάχων αυτών αφ' ετέρου. Εάν υπήκοοί τινες αποστατήσουν εναντίον αυτού, να θεωρώνται ως εχθροί των Λακεδαιμονίων και των συμμάχων. Επίσης οποίος αποστατήση κατά των Λακεδαιμονίων και των συμμάχων να θεωρήται ως εχθρός του βασιλέως».
19. Τοιούτοι μεν υπήρξαν οι όροι της συμμαχίας. Ευθύς δε μετά ταύτα οι Χίοι γεμίσαντες άλλα δέκα πλοία έπλευσαν προς τα ’ναια, διά να πληροφορηθούν περί των εν τη Μιλήτω συμβαινόντων, και συγχρόνως διά να παρακινήσουν τας πόλεις εις αποστασίαν. Αλλ' επειδή ο Χαλκιδεύς τους εμήνυσε να επιστρέψουν και ότι ο Αμόργης έμελλε να εμφανισθή μετά του στρατού του, έπλευσαν προς το Διός ιερόν, όπου διέκριναν δεκαέξ πλοία, διοικούμενα υπό του Διομέδοντος, ο οποίος είχεν αναχωρήσει εξ Αθηνών μετά τον Θρασυκλέα. Εις την θέαν ταύτην τα πλοία των Χίων έφυγαν, το εν εις την Έφεσον, τα άλλα προς την Τέων. Και τέσσαρα μεν εκ τούτων συνέλαβαν οι Αθηναίοι κενά, διότι τα πληρώματα επρόλαβαν να σωθούν εις την ξηράν, τα δε άλλα κατέφυγαν εις την πόλιν των Τηίων. Μετά τούτο δε οι μεν Αθηναίοι διηυθύνθησαν προς την Σάμον, οι δε Χίοι μετά των επίλοιπων πλοίων και του πεζού στρατού μετέβησαν να αποστατήσουν την Λέβεδον, και έπειτα τας Εράς. Μετά ταύτα ο στρατός και ο στόλος επέστρεψαν εις τα ίδια.
20. Εις τον αυτόν δε περίπου καιρόν τα είκοσι πλοία των Πελοποννησίων, τα καταδιωχθέντα προηγουμένως εις Πειραιόν και πολιορκηθέντα υπό των Αθηναίων, μετ' ίσου αριθμού πλοίων, εξώρμησαν αίφνης, ενίκησαν εις ναυμαχίαν, συνέλαβαν τέσσαρα πλοία των Αθηναίων, έπλευσαν προς τας Κεγχρειάς και ήρχισαν να παρασκευάζουν άλλην εκστρατείαν, διά την Χίον και την Ιωνίαν. Ο Αστύοχος ήλθεν εις αυτούς εκ της Λακεδαίμονος ως ναύαρχος, και εις αυτόν ανετέθη η γενική αρχηγία του στόλου. Αφού δε ο πεζός στρατός ανεχώρησεν εκ της Τέω, ο Τισσαφέρνης ήλθεν αυτοπροσώπως μετά των στρατευμάτων του, απετελείωσε την κατεδάφισιν των μενόντων τειχών της πόλεως ταύτης και ανεχώρησεν. Ολίγον μετά την αναχώρησίν αυτού ο Διομέδων έφθασεν εξ Αθηνών με δέκα πλοία και συνεφώνησε με τους Τηίους να δεχθούν τα στρατεύματά του· εκείθεν δε έφθασε παραπλέων εις Εράς, προσέβαλε την πόλιν, αλλά μη δυνηθείς να την κυριεύση ανεχώρησεν.
21. Εις την αυτήν δε περίπου εποχήν επίσης συνέβη εις την Σάμον η επανάστασις του δήμου, βοηθούμενου υπό των Αθηναίων, οι οποίοι έτυχαν παρευρισκόμενοι εκεί μετά τριών πλοίων, κατά των αριστοκρατών. Ο δήμος της Σάμου εφόνευσε διακοσίους περίπου εκ των αντιπάλων του, εξώρισε τετρακοσίους και διένειμε τας γαίας των και τας οικίας των· μετά τούτο οι Σάμιοι, εις τους οποίους οι Αθηναίοι είχαν παραχωρήσει διά ψηφίσματος αυτονομίαν, ως εις ανθρώπους αφωσιωμένους, έλαβαν όλην την διοίκησιν της πόλεως, χωρίς να συμμερισθούν ουδέ το ελάχιστον αυτής μέρος με τους καλλιεργούντας ιδιόκτητον γην, απαγορεύσαντες μάλιστα εις τον λαόν να ενούται μετ' αυτών διά συνοικεσίων.
22. Μετά δε ταύτα, και κατά το θέρος, οι Χίοι και άνευ της συνδρομής των Πελοποννησίων εξηκολούθησαν να εμφανίζονται με ισχυράς δυνάμεις, χωρίς ουδόλως να χαλαρώσουν τον ζήλον, τον οποίον είχαν να διενεργούν αποστάσεις των πόλεων, θέλοντες άλλως να περιπλέξουν εις τον ίδιον αυτών κίνδυνον, όσον περισσοτέρας πόλεις ήθελαν δυνηθή. Ούτω λοιπόν μόνοι μετέβησαν μετά δεκατριών πλοίων εις Λέσβον, η οποία είχεν υποδειχθή υπό των Λακεδαιμονίων ως δεύτερον μέρος της μεταβάσεώς των, πριν μεταβούν εις τον Ελλήσποντον. Συγχρόνως όλος ο ευρισκόμενος πεζός στρατός των Πελοποννησίων και των συμμάχων επροχώρησε παραλλήλως προς τας Κλαζομενάς και την Κύμην. Ο Σπαρτιάτης Ευάλας ήτο αρχηγός του στρατού, ο δε περίοικος Δεινιάδας του στόλου. Και τα μεν πλοία φθάσαντα πρώτον εις την Μήθυμναν έπεισαν αυτήν να αποστατήση, και αφήσαντες εκεί τέσσαρα πλοία μετέβησαν μετά των λοιπών, διά να αποστατήσουν ομοίως και την Μυτιλήνην.
23. Ο δε Λακεδαιμόνιος ναύαρχος Αστύοχος, αναχωρήσας εκ Κεγχρειών μετά τεσσάρων πλοίων, ήλθεν εις Χίον, όπως είχεν αρχικώς σκοπόν. Την μεθεπομένην του ερχομού του έφθασαν εις την Λέσβον και τα εικοσιπέντε πλοία των Αθηναίων, διοικούμενα υπό του Λέοντος και του Διομέδοντος, διότι ο Λέων, αναχωρήσας τελευταίος εξ Αθηνών, είχε φέρει επικουρίαν εκ δέκα πλοίων. Πλεύσας δε προς το πέλαγος και ο Αστύοχος περί την εσπέραν της αυτής ημέρας, και προσλαβών έν Χιακόν πλοίον έπλευσε προς την Λέσβον, όπως φέρη εις αυτήν συνδρομήν, εάν ήτο ακόμη καιρός. Έπειτα μετέβη εις την Πύρραν και την επομένην ημέραν εις Έρεσον, όπου έμαθεν ότι η Μυτιλήνη εκυριεύθη εξ εφόδου υπό των Αθηναίων, διότι ούτοι εμφανισθέντες απροσδοκήτως κατέλαβαν εν τω λιμένι τον στόλον των Χίων, απεβιβάσθησαν εις την ξηράν, ενίκησαν τους αντισταθέντας και έγιναν κύριοι της πόλεως. Ο Αστύοχος έμαθε την είδησιν ταύτην από τους Ερεσίους, και από τα πλοία, τα οποία ήρχοντο μετά του Ευβούλου εκ της Μηθύμνης, όπου είχαν αφεθή, και τα οποία μετά την άλωσιν της Μυτιλήνης είχαν φύγει· τα πλοία ταύτα τρία μόνον ήσαν, διότι το τέταρτον είχεν κυριευθή υπό των Αθηναίων. Τότε πλέον ο Αστύοχος δεν ηθέλησε να μεταβή εις την Μυτιλήνην, αλλ' αφού επανεστάτησε την Έρεσον και ώπλισε τους κατοίκους αυτής έστειλε διά ξηράς τους στρατιώτας των πλοίων του, υπό την αρχηγίαν του Ετεονίκου, εις την ’ντισσαν και την Μήθυμναν, όπου και αυτός μετέβη διά θαλάσσης μετά των ιδικών του πλοίων και των τριών των Χίων, ελπίζων ότι οι Μηθυμναίοι βλέποντες αυτόν θα ανελάμβαναν θάρρος και θα επέμεναν εις την αποστασίαν των. Επειδή όμως τα πάντα του επαρουσιάσθησαν εναντία εις την Λέσβον, επεβίβασε πάλιν τον στρατόν εις τα πλοία και απέπλευσε διά την Χίον. Οι πεζοί στρατιώται, οι οποίοι είχαν προορισθή να μεταβούν εις τον Ελλήσποντον, εχωρίσθησαν και μετέβησαν εις τας πόλεις των. Έπειτα έξ πλοία του εν τη Κεγχρειά ευρισκομένου Πελοποννησιακού στόλου έφθασαν εις Χίον, διά να βοηθήσουν τους κατοίκους. Οι δε Αθηναίοι, αφού αποκατέστησαν εις την Λέσβον την πρώτην κατάστασιν των πραγμάτων, ανεχώρησαν, εκυρίευσαν την επί της ηπείρου ευρισκομένην και υπό των Κλαζομενίων τειχιζομένην Πολίχναν και επανέφεραν τους τελευταίους τούτους εις την εν τη νήσω πόλιν, πλην των πρωτουργών της αποστασίας. Ούτοι κατέφυγαν εις Δαφνούντα, και αι Κλαζομεναί υπετάγησαν πάλιν εις τους Αθηναίους.
24. Κατά το αυτό δε θέρος οι Αθηναίοι, οι οποίοι επολιόρκουν την Μίλητον με είκοσι πλοία σταθμεύοντα εις την Λάδην, απέβησαν εις Πάνορμον της Μιλησίας χώρας, εφόνευσαν τον Λακεδαιμόνιον άρχοντα Χαλκιδέα, ο οποίος είχεν έλθει προς βοήθειαν μετ' ολίγων ανδρών, και την μεθεπομένην ημέραν επανήλθαν, διά να στήσουν τρόπαιον· αλλ' οι Μιλήσιοι το ανέτρεψαν προφασισθέντες ότι οι εχθροί δεν είχαν μείνει κύριοι του πεδίου της μαχης. Ο Λέων και ο Διομέδων, έχοντες τα εν τη Λέσβω πλοία των Αθηναίων, ήρχισαν τότε να κάμνουν εκδρομάς εναντίον της Χίου, έχοντες ως ορμητήριον τας απέναντι της Χίου νήσους Οινούσσας, την Σίδουσσαν και τον Πτελεόν, πόλεις ωχυρωμένας, τας οποίας αυτοί κατείχαν εν τη Ερυθραία χώρα, και τέλος την Λέσβον· ως στρατιώτας του ναυτικού είχαν στρατιώτας αναγκαστικούς εκ των εγγεγραμμένων εις τον κατάλογον. Και ενεργήσαντες απόβασιν εις Καρδαμύλην, και τους εις βοήθειαν δραμόντας Χίους νικήσαντες εις Βολίσκον, και πολλούς φονεύσαντες έκαμαν άνω κάτω όλα τα περίχωρα· και εν Φάναις πάλιν κατόρθωσαν δευτέραν νίκην, και άλλην τρίτην εν Λευκωνίω. Από της στιγμής εκείνης οι μεν Χίοι δεν ετόλμησαν πλέον να εξέλθουν κατά του εχθρού, οι δε Αθηναίοι ελεηλάτησαν την χώραν, η οποία ήνθει και από την εποχήν των Μηδικών πολέμων έμενεν αβλαβής. Τωόντι μετά τους Λακεδαιμονίους οι Χίοι είναι, ως γνωρίζω, ο μόνος ευδαίμων και σώφρων λαός· όσον μάλλον ανεπτύσσετο η πόλις των, τόσον μάλλον εζήτουν να αποκαταστήσουν την ευταξίαν εν αυτή· και ούτε αυτήν την αποστασίαν (εάν φαίνωνται κατά τούτο ενεργήσαντες εναντίον της ασφαλείας των) ετόλμησαν να επιχειρήσουν, ειμή αφού συμπαρέλαβαν εις τους ιδίους κινδύνους συμμάχους πολλούς και ισχυρούς, και ανεγνώρισαν ότι οι Αθηναίοι, μετά την Σικελικήν συμφοράν, δεν ηδύναντο πλέον να αρνηθούν ότι η κατάστασίς των δεν ήτο οδυνηρά. Είναι μεν αληθές ότι περιέπεσαν εις απάτην εκ των συνήθων εκείνων εις τον ανθρώπινον βίον, αλλά την απάτην ταύτην συνεμερίσθησαν πολλοί άλλοι, νομίσαντες ότι η δύναμις των Αθηναίων έμελλε μετ' ολίγον να καταρρεύση. Ότε λοιπόν είδαν εαυτούς αποκλειομένους της θαλάσσης και λεηλατουμένους διά ξηράς, επεχείρησάν τινες εξ αυτών να παραδώσουν την πόλιν εις τους Αθηναίους. Οι άρχοντες, μαθόντες το σχέδιον τούτο, αυτοί μεν ουδέν κίνημα έκαμαν, προσεκάλεσαν όμως εκ των Ερυθρών τον ναύαρχον Αστύοχον, ο οποίος ευρίσκετο εκεί μετά τεσσάρων πλοίων, και συνεσκέφθησαν πώς να κατευνάσουν την συνωμοσίαν εκείνην δι' ηπίων μέτρων, είτε λαμβάνοντες ομήρους είτε άλλως. Ούτως είχαν τα πράγματα εν Χίω.
25. Περί τα τέλη δε του αυτού θέρους χίλιοι στρατιώται Αθηναίοι και χίλιοι πεντακόσιοι Αργείοι (εκ των οποίων πεντακοσίους ελαφρούς ώπλισαν οι Αθηναίοι) και χίλιοι σύμμαχοι ανεχώρησαν εξ Αθηνών με τεσσαράκοντα οκτώ πλοία, εκ των οποίων τινά ήσαν οπλιταγωγά, υπό την αρχηγίαν του Φρυνίχου, του Ονομακλέους και του Σκιρωνίδου, επλησίασαν εις την Σάμον και διέβησαν ακολούθως εις την Μίλητον, όπου εστρατοπέδευσαν. Εξελθόντες εκ της Μιλήτου, όπου οκτακόσιοι στρατιώται, και οι μετά του Χαλκιδέως ελθόντες Πελοποννήσιοι, και το ξενικόν επικουρικόν του Τισσαφέρνους, και αυτός ο Τισσαφέρνης παρών μετά του ιππικού του, συνεπλάκησαν με τους Αθηναίους και τους συμμάχους. Και οι μεν Αργείοι αναπτύξαντες το κέρας των πολύ εις τα εμπρός, εκ περιφρονήσεως προς τους Ίωνας, τους οποίους ενόμιζαν ανικάνους να υποστούν την επίθεσιν των, και προχωρήσαντες ατάκτως ενικήθισαν υπό των Μιλησίων και απώλεσαν περί τους τριακοσίους άνδρας· οι δε Αθηναίοι νικήσαντες πρώτους τους Πελοποννησίους απώθησαν έπειτα τους βαρβάρους και τελευταίον τον επίλοιπον όχλον· και χωρίς να συμπλακούν με τους Μιλησίους, οι οποίοι μετά την κατατρόπωσιν των Αργείων, άμα είδαν ηττηθέν το επίλοιπον μέρος του στρατού των, είχαν υποχωρήσει εις την πόλιν των, μετέβησαν νικηφόροι να στήσουν τα όπλα των πλησίον αυτής της πόλεως των Μιλησίων. Ούτως εν τη μάχη εκείνη αμφοτέρωθεν οι Ίωνες ανεδείχθησαν υπέρτεροι των Δωριέων, διότι οι μεν Αθηναίοι ενίκησαν τους απέναντι των Πελοποννησίους, οι δε Μιλήσιοι τους Αργείους. Στήσαντες δε οι Αθηναίοι τρόπαιον προητοιμάσθησαν να αποκλείσουν διά περιτειχίσεως την πόλιν, η οποία σχηματίζει ισθμόν, νομίζοντες ότι, εάν κατώρθωναν να κυριεύσουν την Μίλητον, ευκόλως και αι λοιπαί πόλεις ήθελαν προσχωρήσει.
26. Εν τούτοις, ενώ είχεν ήδη αρκετά νυκτώσει, αγγέλλεται εις αυτούς ότι οσονούπω επρόκειτο να φανούν τα εκ της Πελοποννήσου και της Σικελίας ερχόμενα πλοία, πεντήκοντα και πέντε τον αριθμόν. Τωόντι οι Σικελιώται, επειδή τους παρεκίνει ο Συρακούσιος Ερμοκράτης να συντελέσουν εις την τελειωτικήν κατάλυσιν (της ηγεμονίας) των Αθηναίων, έπεμψαν είκοσι πλοία των Συρακουσίων και δύο των Σελινουντίων. ’μα δε ητοιμάσθησαν τα πλοία, τα οποία εξωπλίζοντο εις την Πελοπόννησον, οι δύο ούτοι στόλοι, ανατεθέντες εις τον Λακεδαιμόνιον Θηριμένην, διά να οδηγήση αυτούς εις τον ναύαρχον Αστύοχον, κατέπλευσαν πρώτον μεν εις την προ της Μιλήτου νήσον Λέρον· έπειτα εκείθεν, μαθόντες ότι οι Αθηναίοι ήσαν υπό τα τείχη της Μιλήτου, εισήλθαν εις τον Ιασικόν κόλπον, διά να λάβουν λεπτομερεστέρας πληροφορίας περί των εν Μιλήτω συμβαινόντων. Φθάσαντες εις την Τειχιούσσαν της Μιλησίας διενυκτέρευσαν εκεί και έμαθαν τα περί της μάχης παρά του Αλκιβιάδου, ο οποίος ήλθεν έφιππος. Ο Αλκιβιάδης τωόντι παρευρίσκετο εις την μάχην εκείνην και εμάχετο υπέρ των Μιλησίων πλησίον του Τισσαφέρνους. Αυτός συνεβούλευε τους Πελοποννησίους, εάν δεν ήθελαν να καταστρέψουν τα εν τη Ιωνία και αλλαχού πράγματα, να βοηθήσουν την Μίλητον όσον τάχιστα και να μη ανεχθούν τον περιτειχισμόν αυτής.
27. Και οι μεν Πελοποννήσιοι επρόκειτο μόλις εξημέρωνε να μεταβούν εις βοήθειαν της Μιλήτου, ο δε στρατηγός των Αθηναίων Φρύνιχος, ο οποίος είχε λάβει εκ Λέρου ειδήσεις θετικάς περί του εχθρικού στόλου, βλέπων ότι οι συνάρχοντες αυτού ήθελαν να περιμείνουν και να ναυμαχήσουν, διεκήρυξεν ότι όχι μόνον αυτός δεν θα έπραττε τούτο, αλλά και θα κατέβαλλε πάσαν προσπάθειαν, διά να μη το πράξουν μήτε αυτός μήτε κανείς οιοσδήποτε. « Αφού δυνάμεθα, έλεγε, να γνωρίσωμεν βραδύτερον τον ακριβή αριθμόν των εχθρικών πλοίων, και να προετοιμάσωμεν ανέτως τα μέσα της υπερασπίσεως, θα ήτο παραφροσύνη να κινδυνεύσωμεν παρασυρόμενοι από ψευδοφιλοτιμίαν· ουδεμία ατιμία προσγίγνεται εις το ναυτικόν των Αθηναίων, εάν υποχωρήση εγκαίρως, ενώ υπό οιανδήποτε έποψιν θα ήτο μεγίστη ατιμία, εάν ενικάτο, διότι η πόλις τότε όχι μόνον θα περιέπιπτεν εις το αίσχος, αλλά και εις τον μέγιστον των κινδύνων· μετά τας προηγηθείσας δυστυχίας μόλις επετρέπετο με δοκιμασμένας δυνάμεις να επιτεθώμεν χωρίς να αναγκασθώμεν εις τούτο, κατά μείζονα λοιπόν λόγον θα ήτο ασυγχώρητον άνευ ανάγκης να ριφθώμεν εις εκουσίους κινδύνους. Συνεβούλευε δε να επιβιβάσουν όσον τάχιστα τους τραυματίας, τον πεζόν στρατόν και το υλικόν, το οποίον είχαν φέρει μεθ' εαυτών, να εγκαταλείψουν όλα τα λάφυρα, όσα έλαβαν εκ της πολεμίας χώρας, διά να ελαφρώσουν ούτω τα πλοία, να πλεύσουν προς την Σάμον, και εκείθεν συναθροίζοντες όλον τον στόλον των να κάμουν εκδρομάς οσάκις θα παρουσιάζετο ευκαιρία. Γενομένης δεκτής της γνώμης ταύτης, τα πάντα εξετελέσθησαν συμφώνως με αυτήν. Όχι μόνον δε τότε, αλλά και μετέπειτα, καθ' όλον το στάδιόν του, ο Φρύνιχος επέδειξε σύνεσιν. Και οι μεν Αθηναίοι την ιδίαν ημέραν, μόλις ενύκτωσεν, αφήνοντες ατελή την νίκην των ανεχώρησαν από της Μιλήτου, και οι Αργείοι, μανιώδεις διά την αποτυχίαν των, απέπλευσαν εκ της Σάμου εις τα ίδια.
28. Οι δε Πελοποννήσιοι σηκώσαντες τας αγκύρας άμα τη αυγή εκ της Τειχιούσσης έφθασαν εις την Μίλητον, όπου έμειναν μίαν ημέραν· κατά δε την επομένην προσλαβόντες και τα Χιακά πλοία, τα μετά του Χαλκιδέως κατά πρώτον συγκαταδιωχθέντα, ηθέλησαν να επιστρέψουν εις την Τειχιούσσαν, διά να λάβουν τα σκεύη, τα οποία είχαν αφήσει εκεί. Μόλις δε έφθασαν, ο Τισσαφέρνης, ο οποίος είχε μεταβή εκεί μετά του πεζού στρατού, τους έπεισε να πλεύσουν κατά της Ιάσου, την οποίαν κατείχεν ο πολέμιος αυτού Αμόργης. Προσέβαλαν λοιπόν αυτήν αιφνιδίως, και, επειδή οι κάτοικοι δεν επερίμεναν να ίδουν ειμή Αττικά πλοία, την εκυρίευσαν· εις την άλωσιν δε ταύτην διεκρίθησαν προ πάντων οι Συρακουσίοι. Συλλαβόντες δε οι Πελοποννήσιοι ζώντα τον νόθον υιόν του Πισσούθνου Αμόργην, ο οποίος είχεν επαναστατήσει κατά του βασιλέως, παρέδοσαν αυτόν εις τον Τισσαφέρνην, διά να τον απαγάγη, εάν ήθελεν, εις τον βασιλέα, συμφώνως με την διαταγήν, την οποίαν είχε λάβει. Ο στρατός έλαβεν άφθονα λάφυρα, διότι η πόλις ήτο καθ' υπερβολήν πλουσία. Παραλαβόντες τους περί τον Αμόργην επικούρους και μη κακοποιήσαντες διόλου κατέταξαν αυτούς εις τον στρατόν των, διότι οι πλείστοι ήσαν Πελοποννήσιοι. Και παραδώσαντες εις τον Τισσαφέρνην και την πόλιν και τους αιχμαλώτους πάντας, είτε δούλους είτε ελευθέρους, συνεφώνησαν να λάβουν παρ' αυτού ένα στατήρα δαρεικόν κατά κεφαλήν, και έπειτα επέστρεψαν εις την Μίλητον. Έστειλαν δε εις Χίον, διά ξηράς μέχρις Ερυθρών μετά των επικούρων του Αμοργού, τον υιόν του Λέοντος Πεδάριτον, ελθόντα εκ Λακεδαίμονος, διά να αναλάβη την διοίκησιν της Χίου· η δε διοίκησις της Μιλήτου ανετέθη εις τον Φίλιππον. Τοιουτοτρόπως ετελείωσε το θέρος.
29. Κατά τον ακόλουθον δε χειμώνα ο Τισσαφέρνης, αφού εξησφάλισε την Ίασον, μετέβη εις την Μίλητον, και συμφώνως με την προς τους Λακεδαιμονίους υπόσχεσίν του διένειμε κατά κεφαλήν εις όλα τα πλοία ανά μίαν αττικήν δραχμήν δι' ενός μηνός τροφήν, διά τον επίλοιπον όμως χρόνον δεν ηθέλησε να δώση ειμή τρείς οβολούς (2) μέχρις ου ερωτηθή ο βασιλεύς, και υπέσχετο, εάν τον διέταττε, να δώση ολόκληρον την δραχμήν. Ο Συρακούσιος στρατηγός Ερμοκράτης αντέστη μόνος· διότι ο Θηριμένης, μη ων ναύαρχος, αλλ' απλώς αναλαβών την φροντίδα να κομίση τον στόλον εις τον Αστύοχον, δεν αντέτεινεν εντόνως ως προς το ζήτημα της μισθοδοσίας. Συνεφωνήθη εν τούτοις, ίνα ανά πέντε πλοία δίδηται μικρά ποσότης περιπλέον των τριών οβολών κατά κεφαλήν· τωόντι ο Τισσαφέρνης επλήρωνε τρία τάλαντα κατά μήνα διά πέντε πλοία, και ανάλογόν τι ποσόν διά τα περιπλέον(3).
30. Κατά τον αυτόν δε χειμώνα οι Αθηναίοι, οι οποίοι ήσαν εις την Σάμον, λαβόντες εξ Αθηνών και άλλην επικουρίαν εκ τριάκοντα πέντε πλοίων, διοικουμένων υπό του Χαρμίνου, του Στρομβιχίδου και του Ευκτήμονος, και συνενώσαντες μετά των της Χίου όλα τα άλλα πλοία ήθελαν να ρίψουν κλήρον προς τον διπλούν σκοπόν να αποκλείσουν την Μίλητον κατά θάλασσαν και να στείλουν κατά της Χίου ναυτικόν και πεζικόν. Ούτω και έπραξαν· διότι ο μεν Στρομβιχίδης, ο Ονομακλής και ο Ευκτήμων, έχοντες τριάκοντα πλοία και παραλαβόντες εντός των οπλιταγωγών μέρος εκ των εις την Μίλητον ελθόντων χιλίων στρατιωτών, απεφασίσθη υπό του λαχνού να πλεύσουν κατά της Χίου, οι δε άλλοι στρατηγοί μετά πλοίων εβδομήκοντα τεσσάρων έμειναν εις την Σάμον θαλασσοκράτορες και ενεργούντες εκδρομάς εναντίον της Μιλήτου.
31. Ο δε Αστύοχος, ο οποίος ευρίσκετο τότε εις την Χίον, όπου ένεκα της προδοσίας εσύναζεν ομήρους, παρητήθη του μέτρου τούτου, άμα έμαθε την προσεχή άφιξιν του υπό τας διαταγάς του Θηριμένους στόλου και την καλλιτέραν θέσιν των συμμμάχων· λαβών δε τα δέκα πλοία των Πελοποννησίων και δέκα των Χίων ανεχώρησε και προσέβαλε τον Πτελεόν· αλλά μη δυνηθείς να καταστή κύριος αυτού παρέπλευσε μέχρι των Κλαζομενών και διέταξε τους φρονούντας τα των Αθηναίων να μετοικήσουν εις τον Δαφνούντα και να υποταχθούν εις τους Λακεδαιμονίους. Την διαταγήν ταύτην υπεστήριξε και ο Ταμώς, ύπαρχος ων της Ιωνίας. Επειδή όμως εκείνοι δεν υπήκουον, ο Αστύοχος επετέθη εναντίον της πόλεώς των, η οποία ήτο ατείχιστος· και μη δυνηθείς να κυριεύση αυτήν απέπλευσεν, ενώ έπνεε σφοδρός άνεμος, και προσήγγισεν αυτός μεν εις την Φώκαιαν και την Κύμην, τα άλλα δε πλοία ηγκυροδόλησαν εις τας παρακειμένας νήσους των Κλαζομενών, Μαράθουσσαν, Πήλην και Δρύμουσσαν. Κρατηθέντες εις τας νήσους ταύτας υπό των εναντίων ανέμων ημέρας οκτώ διήρπασαν και κατηνάλωσαν εν μέρει όσα οι Κλαζομένιοι είχαν αποθέσει εκεί, τα δε άλλα εισβιβάσαντες εις τα πλοία απέπλευσαν εις την Φώκαιαν και την Κύμην προς τον Αστύοχον.
32. Ενώ δε αυτός ευρίσκετο εκεί, φθάνουν πρέσβεις των Λεσβίων προσφερόμενοι να αποστατήσουν πάλιν και αυτόν μεν πείθουν, αλλά, επειδή οι Κορίνθιοι και οι άλλοι σύμμαχοι δεν έδειξαν την αυτήν προθυμίαν ενθυμούμενοι την προτέραν αποτυχίαν, σηκώσας τας αγκύρας έπλευσε προς την Χίον, όπου τα υπό της τρικυμίας διασπαρέντα πλοία του έφθασαν κατόπιν διαφόρων μερών. Μετά ταύτα ο Πεδάριτος αναχωρήσας διά ξηράς εκ της Μιλήτου διεπεραιώθη από τας Ερυθράς εις την Χίον μετά του στρατεύματος του· είχε δε επίσης μαζί του έως πεντακοσίους άνδρας ενόπλους, προερχομένους εκ των πέντε πλοίων, των αφεθέντων υπό του Χαλκιδέως. Ο Αστύοχος, επί τη υποσχέσει, η οποία εδόθη εις αυτόν υπό τινων Λεσβίων, ότι θα επαναστατήσουν την νήσον εκείνην, παρέστησαν εις τον Πεδάριτον και εις τους Χίους ότι έπρεπε να μεταβούν μετά του στόλου, διά επαναστατήσουν την Λέσβον, και ή θα ηύξαναν τον αριθμόν των συμμάχων ή, εν περιπτώσει αποτυχίας, θα επροξένουν τουλάχιστον βλάβην τινά εις τους Αθηναίους. Αλλά δεν εισηκούσθη, και ο Πεδάριτος μάλιστα είπεν εις αυτόν ότι ουδέ τα πλοία των Χίων δεν θα τω άφηνεν.
33. Ο δε Αστύοχος λαβών τα πέντε πλοία των Κορινθίων, έν των Μεγάρων, έν της Ερμιονίδος και εκείνα τα οποία είχε μαζί του ελθών εκ της Λακωνικής, έπλευσε προς την Μίλητον, διά να λάβη την ναυαρχίαν, απειλήσας τους Χίους και ειπών ότι, εάν ποτε ελάμβαναν ανάγκην συνδρομής, δεν έπρεπε να ελπίζουν εις αυτόν. Προσεγγίσας εις Κώρυκον διενυκτέρευσεν εκεί. Εν τούτοις οι Αθηναίοι, οι οποίοι εκ της Σάμου έπλεαν κατά της Χίου μετά των στρατευμάτων των, δεν εχωρίζοντο από του εχθρού, ειμή υπό του λόφου, όπισθεν του οποίου είχαν αγκυροβολήσει· αλλά δεν έβλεπαν αλλήλους. Διαρκούσης της νυκτός επιστολή εστάλη υπό του Πεδαρίτου, αναγγέλλουσα ότι Ερυθραίοι αιχμάλωτοι εις Σάμον και αφεθέντες επί σκοπώ προδοσίας είχαν φθάσει εις Ερυθράς. Μόλις έλαβε την είδησιν αυτήν ο Αστύοχος έσπευσε να επιστρέψη πάλιν εις Ερυθράς, ώστε ολίγον έλειψε να περιπέση εις τους Αθηναίους. Ο Πεδάριτος ήλθεν ωσαύτως προς αυτόν, και ότε έγιναν ανακρίσεις περί των υποτιθεμένων προδοτών, απεδείχθη ότι η προδοσία εκείνη δεν ήτο άλλο ειμή πρόφασις των αιχμαλώτων τούτων, διά να αποδράσουν εκ της Σάμου· συνεπεία λοιπόν τούτου απήλλαξαν αυτούς από την κατηγορίαν και απέπλευσαν ο μεν Πεδάριτος διά την Χίον, ο δε Αστύοχος, ως αρχικώς είχε σκοπόν, εις την Μίλητον.
34. Εν τούτοις ο στρατός των Αθηναίων, αναχωρήσας εκ του Κωρύκου, περιέπλεεν, ότε συνήντησε πλησίον του Αργίνου, τρία μακρά πλοία των Χίων· άμα δε τα είδεν, ήρχισε να τα καταδιώκη, αλλά, επειδή συνέβη μεγάλη τρικυμία, τα μεν πλοία των Χίων μόλις επρόφθασαν να καταφύγουν εις τον λιμένα, εκ δε των πλοίων των Αθηναίων τρία μεν, τα μάλλον προχωρήσαντα προς καταδίωξιν, απωλέσθησαν και εξώκειλαν πλησίον της πόλεως των Χίων, και εκ των ανδρών αυτών άλλοι συνελήφθησαν και άλλοι εφονεύθησαν, τα δε άλλα κατέφυγαν εις τον κάτωθεν του Μίμαντος λιμένα, τον ονομαζόμενον Φοινικούντα. Εντεύθεν δε ύστερον καθωρμίσθησαν εις την Λέσβον και ήρχισαν τας προετοιμασίας της πολιορκίας.
35. Κατά τον αυτόν δε χειμώνα, ο Λακεδαιμόνιος Ιπποκράτης, ανεχώρησεν εκ Πελοποννήσου με δέκα πλοία των Θουρίων, διοικούμενα υπό του Δωριέως, του Διαγόρου, και δύο άλλων στρατηγών, έν της Λακωνικής και έν των Συρακουσών, και ήλθεν εις Κνίδον, η οποία είχεν ήδη αποστατήσει διά των ενεργειών του Τισσαφέρνους. Οι Πελοποννήσιοι οι ευρισκόμενοι εις την Μίλητον, μαθόντες την άφιξίν του διέταξαν ίνα με το ήμισυ μεν του στόλου φυλάσσεται η Μίλητος, με το άλλο δε ήμισυ μεταβούν εις Τριόπιον, διά να συλλάβουν τα εκ της Αιγύπτου ερχόμενα φορτηγά· είναι δε το Τριόπιον άκρα προέχουσα της Κνιδίας αφιερωμένη εις τον Απόλλωνα. Εις την είδησιν ταύτην οι Αθηναίοι ανεχώρησαν εκ της Σάμου και έβαλαν έξ πλοία εις Τριόπιον να φρουρούν· αλλά τα πληρώματα αυτών διέφυγαν. Οι Αθηναίοι κατέπλευσαν ακολούθως εις την Κνίδον και προσβαλόντες την πόλιν, ατείχιστον ούσαν, παρ' ολίγον να την κυριεύσουν. Την επιούσαν επανέλαβαν την προσβολήν αλλά, επειδή οι κάτοικοι περιεχαρακώθησαν καλλίτερον κατά την νύκτα και ενισχύθησαν υπό των πληρωμάτων των πλοίων του Τριοπίου, οι Αθηναίοι δεν ηδυνήθησαν να τους βλάψουν όσον το πρώτον. Υπεχώρησαν λοιπόν και, αφού ελεηλάτησαν τους αγρούς, απέπλευσαν εις την Σάμον.