97. Εν τούτοις εις την είδησιν της καταστροφής ταύτης οι Αθηναίοι επλήρωσαν είκοσι πλοία και συνεκάλεσαν εκκλησίαν αμέσως εις την ονομαζομένην Πνύκα, όπου και άλλοτε συνήθιζαν να συνεδριάζουν. Εκεί κατήργησαν τους τετρακοσίους και εψήφισαν να ανατεθούν τα πράγματα εις τους πεντακισχιλίους, των οποίων θα απετέλει μέρος πας ο οποίος ήθελε προσφέρει όπλα, και να μη δίδεται μηδείς μισθός εις καμμίαν αρχήν επί ποινή αναθέματος. Έγιναν δε μετά ταύτα και άλλαι συνεδριάσεις, εις τας οποίας εψήφισαν νομοθέτας και εκανόνισαν όλα τα σχετικά με την πολιτείαν. Ουδέποτε, καθ' όσον ενθυμούμαι, οι Αθηναίοι επολιτεύθησαν καλλίτερον ή κατά τους πρώτους τούτους χρόνους, διότι έγινε μετρία σύγκρασις της ολιγαρχίας και της δημοκρατίας, τούθ' όπερ ανύψωσε την πόλιν εκ της πριν καταπτώσεώς της. Εψήφισαν επίσης την ανάκλησιν του Αλκιβιάδου και των άλλων φυγάδων, και έστειλαν προς αυτόν, καθώς και προς τον στρατόν της Σάμου, την πρόσκλησιν να αναλάβουν μετά ζήλου την διεύθυνσιν των πραγμάτων.
98. Ενώ δ' εγίνετο η μεταβολή αύτη, ο Πείσανδρος, ο Αλεξικλής και οι πρώτιστοι των ολιγαρχικών κατέφυγαν ταχέως εις την Δεκέλειαν. Μόνος δ' εξ αυτών ο Αρίσταρχος, ο οποίος ήτο συγχρόνως στρατηγός, λαβών ταχέως τοξότας τινάς, τους βαρβαρωτάτους, διηυθύνθη προς την Οινόην, φρούριον των Αθηναίων επί των μεθορίων της Βοιωτίας. Οι Κορίνθιοι, με την βοήθειαν εθελοντών Βοιωτών, τους οποίους προσεκάλεσαν, την επολιόρκουν τότε, διά να εκδικηθούν διά την απώλειαν των ανθρώπων των φονευθέντων υπό της φρουράς της Οινόης κατά την εκ της Δεκελείας επιστροφήν των. Ο Αρίσταρχος, αφού συνομίλησε μετά των πολιορκούντων, ηπάτησε την φρουράν της Οινόης λέγων εις αυτήν ότι είχαν συμβιβασθή εν Αθήναις μετά των Λακεδαιμονίων επί όλων των άλλων αντικειμένων, και ότι έπρεπε και αυτή να παραδώση την θέσιν εις τους Βοιωτούς σύμφώνως με την συνθήκην. Η φρουρά της Οινόης τον επίστευσε διότι ήτο στρατηγός, και επειδή δεν εγνώριζε τίποτε, διότι έμενεν εκεί πολιορκημένη, εξήλθε με σπονδάς. Και τοιουτοτρόπως οι Βοιωτοί παρέλαβαν την παραδοθείσαν Οινόην, ενώ συγχρόνως έπαυαν εις τας Αθήνας η ολιγαρχία και η στάσις.
99. Κατά την αυτήν δ' εποχήν του θέρους τούτου οι εις Μίλητον ευρισκόμενοι Πελοποννήσιοι, βλέποντες ότι ουδείς έδιδεν εις αυτούς τας τροφάς, τας οποίας ο Τισσαφέρνης κατά την εις ’σπενδον αναχώρησίν του είχε διατάξει να τους δίδωνται· ότι δεν έφθασαν ακόμη ούτε ο Φοινικικός στόλος ούτε ο Τισσαφέρνης· ότι ο συνοδεύσας αυτόν Φίλιππος καθώς και άλλος τις Σπαρτιάτης ονόματι Ιπποκράτης έγραφαν εκ Φασήλιδος προς τον ναύαρχον Μίνδαρον ότι ο στόλος εκείνος δεν θα ήρχετο και ότι οι Πελοποννήσιοι καθ' όλα ενεπαίχθησαν υπό του Τισσαφέρνους· προ πάντων δε ότι ο Φαρνάβαζος τους προσεκάλει και εδεικνύετο πρόθυμος να επαναστατήση κατά των Αθηναίων άμα τη αφίξει των τας επιλοίπους πόλεις της διοικήσεώς του, όπως είχε πράξει και ο Τισσαφέρνης, ελπίζων ότι ήθελεν ωφεληθή πλειότερον παρά αυτός· δι' όλους τούτους τους λόγους ο Μίνδαρος, εις σημείόν τι δοθέν απροσδοκήτως, διά να διαλάθη τους εν τη Σάμω Αθηναίους, ανεχώρησε με εβδομήκοντα τρία πλοία και μετά πολλής ευταξίας εκ της Μιλήτου και έπλευσε προς τον Ελλήσποντον. Ήδη κατά το αυτό θέρος είχαν έλθει εις αυτόν δεκαέξ πλοία, τα οποία ελεηλάτησαν μέρος τι της Χερσονήσου. Ο Μίνδαρος, καταληφθείς υπό τρικυμίας, ηναγκάσθη να καταπλεύση εις την Ίκαρον, όπου μείνας πέντε ή έξ ημέρας, ένεκα των εναντίων ανέμων, έφθασεν ακολούθως εις την Χίον.
100. ’μα δε ο Θράσυλος έμαθε την αναχώρησιν αυτού εκ της Μιλήτου, έπλευσεν αμέσως εκ της Σάμου με πεντήκοντα πέντε πλοία, σπεύδων να προλάβη την είσοδον του Μινδάρου εις τον Ελλήσποντον. Μαθών κατόπιν ότι ήτο εις την Χίον και νομίσας ότι θα έμενεν εκεί έθεσεν επί της Λέσβου και επί της αντιπέραν ηπείρου σκοπούς, διά να κατασκοπεύουν το ελάχιστον κίνημα του εχθρικού στόλου· αυτός δε μεταβάς εις την Μήθυμναν διέταξε να προετοιμάσουν άλευρα και άλλας ζωοτροφίας, έχων κατά νουν να κάμνη επιδρομάς εναντίον της Χίου, εν περιπτώσει πού ο πόλεμος ήθελε παραταθή επί πολύ· άλλως δε, επειδή η Έρεσος είχεν επαναστατήσει κατά της Λέσβου, ήθελε να μεταβή εκεί και να προσπαθήση, ει δυνατόν, να γίνη κύριος αυτής. Ισχυροί φυγάδες Μηθυμναίοι, προσκαλέσαντες εκ της Κύμης πεντήκοντα στρατιώτας, μετά των οποίων είχαν συνεταιρισθή, καθώς και στρατιώτας εκ της ηπείρου μισθωτούς, εν όλω τριακοσίους περίπου άνδρας, διοικουμένους υπό του Θηβαίου Αναξάρχου, ένεκα της συγγενείας των δύο λαών, ήλθαν κατ' αρχάς να προσβάλουν την Μήθυμναν. Αλλ αποκρουσθέντες εις την απόπειραν ταύτην υπό των εν Μυτιλήνη φρουρούντων Αθηναίων, οι οποίοι προσέδραμον, και διωχθέντες εκ δευτέρου μετά μάχην γενομένην εκτός της πόλεως διέβησαν το όρος και επανεστάτησαν την Έφεσον. Ο Θράσυλος μετέβη εκεί μεθ όλου του στόλου επί τω σκοπώ να επιτεθή κατ' αυτών. Αφ ετέρου δε ο Θρασύβουλος, εγκαταλείψας την Σάμον εις την είδησιν της διαβάσεως ταύτης των φυγάδων, ανεχώρησε προ αυτού μετά πέντε πλοίων· φθάσας πολύ βραδέως μετέβη εις την Έρεσον και εστάθμευσεν εκεί. Δύο πλοία, τα οποία εκ του Ελλησπόντου επέστρεφαν εις τα ίδια, ήλθαν να ενωθούν μετ αυτού καθώς και τα της Μηθύμνης. Εν όλω υπήρχαν εξήκοντα επτά πλοία. Τη βοηθεία δε των στρατευμάτων, τα οποία ήσαν επί των πλοίων, παρεσκευάζοντο να κυριεύσουν την Έρεσον, μεταχειριζόμενοι εις τούτο μηχανάς πολεμικάς και πάντα τα δυνατά μέσα.
101. Ο δε Μίνδαρος και ο στόλος των Πελοποννησίων ο οποίος ήτο εις την Χίον και ο οποίος είχε προμηθευθή τροφάς διά δύο ημέρας, λαβόντες παρά των Χίων τρεις τεσσαρακοστάς Χίας διά κάθε άνδρα (κατά κεφαλήν), ανεχώρησαν ταχέως εκ της Χίου· απέφυγαν δε το πέλαγος, διά να μη συναντήσουν τον εν τη Ερέσω ευρισκόμενον στόλον, και έχοντες την Λέσβον εν αριστερά έπλεαν προς την ήπειρον. Προσορμισθέντες εις τον εν Καρτερίοις της Φωκαϊδος λιμένα και προγευματίσαντες εκεί παρέπλευσαν την Κυμαίαν και εδείπνησαν εις τας Αργινούσας της ηπείρου απέναντι της Μυτιλήνης. Απ εκεί δε εν καιρώ νυκτός σκοτεινής εξηκολούθησαν τον παράπλουν και έφθασαν εις Αρματούντα της ηπείρου, καταντικρύ της Μηθύμνης. Προγευματίσαντες δε εκεί παρέπλευσαν γρήγορα το Λέκτον, την Λάρισαν, τον Αμαξιτόν και τα άλλα χωρία της χώρας ταύτης και έφθασαν προ του μεσονυκτίου εις το Ροίτειον, το οποίον αποτελεί ήδη μέρος του Ελλησπόντου· τινά δ εκ των πλοίων επλησίασαν εις το Σίγειον και εις άλλα μέρη της παραλίας.
102. Οι δε Αθηναίοι, οι οποίοι ήσαν εις την Σηστόν με δεκαοκτώ πλοία, άμα οι φρυκτωροί έκαμαν σημεία εις αυτούς και είδαν συγχρόνως πολλά πυρά αναφθέντα εξαίφνης εις το εχθρικόν έδαφος, ενόησαν ότι οι Πελοποννήσιοι εισέπλεαν εις τον Ελλήσποντον. Κατά την ιδίαν λοιπόν νύκτα, μεθ όλης της δυνατής ταχύτητας, διηυθύνθησαν προς τον Ελαιούντα, παραπλέοντες την Χερσόνησον και προσπαθούντες να φθάσουν εις το πέλαγος πριν συναντήσουν τους εχθρούς. Κατώρθωσαν δε τοιουτοτρόπως να διαφύγουν τα δεκαέξ πλοία των Πελοποννησίων, τα οποία ήσαν εις την ’βυδον, μολονότι ταύτα είχαν λάβει παρά του διελθόντος φιλικού στόλου την διαταγήν να παρατηρούν προσεκτικά τα κινήματα των Αθηναίων· αλλ άμα τη αυγή ανεκάλυψαν τα πλοία του Μινδάρου, τα οποία ήρχισαν να καταδιώκουν αυτούς. Και τα πλείστα μεν πλοία των Αθηναίων εσώθησαν εις την Ίμβρον και την Λήμνον· τέσσαρα δε, τα οποία έπλεαν τελευταίον όλων, τα κατέφθασαν προ του Ελαιούντος· έν τούτων, εξοκείλαν πλησίον του ιερού του Πρωτεσιλάου, συνελήφθη μεθ' όλων των εν αυτώ ανδρών, δύο άλλα άνευ των ανδρών, και το τέταρτον, το οποίον ήτο κενόν, επυρπολήθη πλησίον της Ίμβρου.
1) Νόμισμα της Χίου, το οποίον είχεν αξίαν ίσην με το έν τεσσαρακοστόν του χρυσού στατήρος, ήτοι με ημίσειαν δραχμήν αττικήν.
103. Μετά τούτο δε οι Πελοποννήσιοι ενώσαντες τα εκ της Αβύδου ελθόντα πλοία με τα άλλα, και σχηματίσαντες τοιουτοτρόπως στόλον εξ ογδοήκοντα έξ πλοίων, επολιόρκησαν την ιδίαν εκείνην ημέραν τον Ελαιούντα· μη δυνηθέντες όμως να κυριεύσουν αυτόν, απέπλευσαν εις την ’βυδον. Οι δε Αθηναίοι, απατηθέντες υπό των σκοπών και μη δυνάμενοι να πιστεύσουν ότι ο εχθρικός στόλος διήλθεν απαρατήρητος, επολέμουν αφρόντιστα προς τους επί των τειχών. Αλλά, άμα έλαβαν καλλίτερας πληροφορίας, έλυσαν αμέσως την πολιορκίαν της Ερέσου και έτρεξαν γρήγορα προς βοήθειαν του Ελλησπόντου. Δύο πλοία των Πελοποννησίων, τα οποία εις την έξαψιν της καταδιώξεως είχαν προχωρήσει εις το πέλαγος, έπεσαν εν μέσω αυτών και συνελήφθησαν. Φθάσαντες την επιούσαν προσωρμίσθησαν εις τον Ελαιούντα, έφεραν εκ της Ίμβρου όσα πλοία είχαν καταφύγει εκεί, και επί πέντε ημέρας παρεσκευάζοντο προς ναυμαχίαν.
104. Μετά τούτο δε η ναυμαχία έγινε κατά τον ακόλουθον τρόπον. Οι Αθηναίοι, παραταγμένος επί στοίχου, παρέπλεαν την ξηράν διευθυνόμενοι προς την Σηστόν, οι δε Πελοποννήσιοι, ιδόντες αυτούς εκ της Αβύδου, επροχώρησαν και αυτοί. ’μα ενόησαν ότι έμελλαν να ναυμαχήσουν, οι μεν Αθηναίοι παρέτειναν την γραμμήν με πλοία εβδομήκοντα έξ κατά μήκος της Χερσονήσου, αρχίσαντες από Ιδάκου μέχρις Αρριανών, οι δε Πελοποννήσιοι με πλοία ογδοήκοντα οκτώ από Αβύδου μέχρι Λαρδάνου. Και το μεν δεξιόν κέρας των Πελοποννησίων είχαν οι Συρακούσιοι, το δε αριστερόν αυτός ο Μίνδαρος και τα μάλλον ταχέα πλοία· των δε Αθηναίων το μεν αριστερόν είχεν ο Θράσυλος, το δε δεξιόν ο Θρασύβουλος. Και οι άλλοι επίσης στρατηγοί ήσαν τοποθετημένοι εις την οικείαν θέσιν έκαστος. Οι Πελοποννήσιοι έσπευσαν να αρχίσουν την μάχην, ίνα καλύπτοντες με το αριστερόν κέρας αυτών το δεξιόν των Αθηναίων, εμποδίσουν αυτούς, ει δυνατόν, να προχωρήσουν εις το πέλαγος, και προσβάλλοντες αυτούς διά του κέντρου να τους σπρώξουν προς την ξηράν η οποία δεν απείχε πολύ. Αλλ' οι Αθηναίοι εννοήσαντες τον σκοπόν των ανέπτυξαν την γραμμήν των προς το μέρος, όπου οι εχθροί ήθελαν να τους αποκλείσουν την έξοδον, και επρόλαβαν πλεύσαντες ταχύτερον. Ήδη το αριστερόν κέρας των έκαμψε την άκραν, ήτις ονομάζεται Κυνός σήμα· αλλά διά του κινήματος τούτου ευρέθησαν μη έχοντες εις το κέντρον ειμή πλοία ασθενή και διεσπαρμένα, των οποίων άλλως ο αριθμός ήτο κατώτερος του των εχθρών· προ πάντων δε συνέβαινεν, επειδή η περί το Κυνός σήμα θέσις έχει την προβολήν οξείαν και γωνιώδη, να μη δύνανται να βλέπουν τα επέκεινα αυτής συμβαίνοντα.
105. Επιπεσόντες λοιπόν οι Πελοποννήσιοι κατά του κέντρου έσπρωξαν εις την ξηράν τα πλοία των Αθηναίων, απέβησαν και αυτοί επί της παραλίας και εις το μέρος τούτο υπερτέρησαν κατά πολύ, ενώ ο Θρασύβουλος ένεκα του πλήθους των επικειμένων πλοίων, δεν ηδύνατο να φέρη εις βοήθειαν από του δεξιού εις το κέντρον και ο Θράσυλος δεν ηδύνατο ούτε αυτός από του αριστερού· διότι η άκρα Κυνός σήμα παρενεβάλετο εις την θέαν, και οι Συρακούσιοι καθώς και πλήθος άλλων εχθρών παραταγμένων εναντίον των Αθηναίων, τους συνεκράτουν. Αλλά τέλος οι Πελοποννήσιοι, οι οποίοι εις την μέθην της επιτυχίας κατεδίωκαν τους εχθρούς καθ' όλας τας διευθύνσεις, ήρχισαν εν μέρει να περιπίπτουν εις αταξίαν. Ιδόντες δε οι περί τον Θρασύβουλον ότι τα απέναντι αυτών πλοία είχαν σταματήσει έπαυσαν να παρατείνουν την γραμμήν των, και επαναστρέψαντες επετέθησαν αμέσως και έτρεψαν τον εχθρόν εις φυγήν. Και καταλαβόντες τα περιπλανώμενα πλοία πλησίον του μέρους, όπου οι Πελοποννήσιοι είχαν αναδειχθή νικηταί, τα συνέτριψαν και τα έτρεψαν σχεδόν όλα αμαχητί εις φυγήν. Την αυτήν οι Συρακούσιοι ενέδιδαν προ του Θρασύλου, και ετράπησαν εις πολύ ταχυτέραν φυγήν, άμα είδαν την τροπήν των άλλων.
106. Μετά την δε τροπήν ταύτην οι Πελοποννήσιοι κατέφυγαν πρώτον προς την ποταμόν Μείδιον και ύστερον εις την ’βυδον. Και είναι μεν αληθές ότι οι Αθηναίοι ολίγα συνέλαβαν πλοία, (διότι στενός ων ο Ελλήσποντος παρείχεν εις τους εναντίους ταχείας υπεκφυγάς), αλλά βεβαίως εκέρδισαν την ναυμαχίαν ταύτην εις στιγμήν επικαιροτάτην. Μέχρι τότε οι Αθηναίοι εφοβούντο το ναυτικόν των Πελοποννησίων, τόσον ένεκα των αλλεπαλλήλων δυστυχημάτων των, όσον ένεκα της εν τη Σικελία συμφοράς· απ' εκείνης δε της στιγμής έπαυσαν να αιτιώνται εαυτούς και να νομίζουν τους Πελοποννησίους ως έχοντας υπεροχήν τινα κατά θάλασσαν. Συνέλαβαν εν τούτοις εκ των εχθρικών πλοίων οκτώ των Χίων, πέντε των Κορινθίων, δύο των Αμπρακιωτών, δύο των Βοιωτών και ανά έν των Λευκαδίων, των Λακεδαιμονίων, των Συρακουσίων και των Πελληνέων· απώλεσαν δε και αυτοί δεκαπέντε. Στήσαντες δε τρόπαιον επί της άκρας, όπου ευρίσκεται το Κυνός σήμα, και συναθροίσαντες τα ναυάγια, και αποδώσαντες εις τους εχθρούς τους νεκρούς των, κατόπιν σπονδών έστειλαν πλοίον, δια να αναγγείλη εις τας Αθήνας την νίκην ταύτην. Εις την άφιξιν του πλοίου τούτου οι Αθηναίοι, μετά τας προσφάτους εν Ευβοία ατυχίας των και εκείνας αι οποίαι επήγασαν εκ των εσωτερικών ταραχών, μαθόντες τοσούτον ανέλπιστον ευτυχίαν, ανέλαβαν πολύ θάρρος και ενόμισαν ότι, εάν ενησχολούντο μετά ζήλον εις τας υποθέσεις των, υπήρχεν ακόμη ελπίς να υπηρετήσουν.
107. Τέσσαρας δε ημέρας μετά την ναυμαχίαν οι εν τη Σάμω Αθηναίοι επισπεύσαντες την επισκευήν των πλοίων έπλευσαν προς την Κύζικον, η οποία είχεν αποστατήσει· και ιδόντες προ του Αρπαγίου και του Πριάπου αγκυροβολημένα τα οκτώ πλοία του Βυζαντίου επέπεσαν κατ' αυτών, ενίκησαν τα επί της παραλίας πληρώματα και συνέλαβαν τα πλοία. Φθάσαντες δε εις την Κύζικον πού ήτο ατείχιστος επανέφεραν την πόλιν ταύτην υπό την εξουσίαν των και της επέβαλαν χρηματικήν συνεισφοράν. Εν τούτοις οι Πελοποννήσιοι μετέβησαν εκ της Αβύδου εις τον Ελαιούντα και επανεύρον εκείνα εκ των πλοίων των, τα οποία είχαν κυριευθή και τα οποία ήσαν εν καλή καταστάσει· τα άλλα είχαν πυρποληθή υπό των Ελαιουσίων. Έστειλαν επίσης τον Ιπποκράτην και τον Επικλέα εις την Εύβοιαν, διά να μεταφέρουν τα εκεί ευρισκόμενα πλοία.
108. Περί την αυτήν δ' εποχήν ο Αλκιβιάδης με τα δεκατρία πλοία, τα οποία είχε, μετέβη από της Καύνου και της Φασήλιδος εις την Σάμον, αγγέλλων ότι είχεν αποτρέψει τον Φοινικικόν στόλον να έλθη και να ενωθή με τους Πελοποννησίους, και ότι κατέστησε τον Τισσαφέρνην πλειότερον ή πρότερον φίλον των Αθηναίων. Και πληρώσας εννέα πλοία, εκτός εκείνων τα οποία είχεν ήδη, εισέπραξε πολλά χρήματα παρά των Αλικαρνασσέων και ωχύρωσε διά τείχους την Κων. Ταύτα πράξας και εγκαταστήσας εν τη Κω άρχοντα επανήλθεν εις την Σάμον περί το φθινόπωρον. Ότε δε ο Τισσαφέρνης έμαθεν ότι ο στόλος των Πελοποννησίων μετέβη εκ της Μιλήτου εις τον Ελλήσποντον, μετέβη και αυτός εκ της Ασπένδου εις την Ιωνίαν. Ενώ δε οι Πελοποννήσιοι ευρίσκοντο εις τον Ελλήσποντον, οι Αντάνδριοι (οι οποίοι είναι Αιολείς) αδικούμενοι υπό του Πάρσου Αρσάκου, υπάρχου του Τισσαφέρνους, έφεραν πεζή διά του όρους Ίδης στρατιώτας και εισήγαγαν αυτούς εις την πόλιν. Ο Αρσάκης ούτος, προφασιζόμενος ότι είχεν εχθρούς αδήλους, επροσκάλεσεν εις εκστρατείαν τους πρωτίστους εκ των Δηλίων των καταφυγόντων εις το Ατραμύττιον μετά την υπό των Αθηναίων δίωξίν των εκ της Δήλου κατά την εποχήν της καθάρσεως της νήσου ταύτης· εξαγαγών αυτούς εκ της πόλεως υπό ψευδές πρόσχημα συμμαχίας και φιλίας και επωφεληθείς της στιγμής πού ελάμβαναν το πρόγευμά των τους περιεκύκλωσε διά των ανθρώπων του και εφόνευσεν ακοντίζων αυτούς. Φοβούμενοι λοιπόν αυτόν διά τούτο το έργον, μήπως αποπειραθή και κατ' αυτών παρανομίαν τινά, άλλως δε πιεζόμενος υπό αφορήτων υποχρεώσεων, οι Αντάνδριοι εδίωξαν εκ της ακροπόλεως τους φρουρούς αυτού.
109. Ο δε Τισσαφέρνης εννοήσας ότι και τούτο ήτο έργον των Πελοποννησίων, καθώς και το συμβάν της Μιλήτου και της Κνίδου, οπόθεν αι φρουραί του είχαν ομοίως εκδιωχθή, εσκέφθη ότι διερράγη πλέον κάθε μετ' αυτών σχέσις, φοβηθείς δε μήπως πάθη υπ' αυτών και άλλας ζημίας και δυσανασχετήσας συγχρόνως, διότι ο Φαρνάβαζος, ο οποίος τους είχε προσκάλεσει προ ολίγου χρόνου και με ολιγώτερα έξοδα, επετύγχανε κάλλιον αυτού εις τον κατά των Αθηναίων πόλεμον, απεφάσισε να μεταβή προς αυτούς εις τον Ελλήσποντον, διά να τους μεμφθή διά τα συμβάντα της Αντάνδρου, αποκρούση τας εναντίον του διαβολάς και απολογηθή όσον το δυνατόν ευπρεπέστερον περί των Φοινικικών πλοίων. Και φθάσας πρώτον εις την Έφεσον προσέφερε θυσίαν εις την ’ρτεμιν. (Όταν ο μετά, το θέρος τούτο χειμών τελειώση, συμπληρώνεται το εικοστόν πρώτον έτος του πολέμου).
ΤΕΛΟΣ
Η Σειρά των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων, των Εκδόσεων Φέξη, υπήρξεν ένας σταθμός στα ελληνικά χρονικά. Για πρώτη φορά προσφερόταν συστηματικά στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, η αρχαία ελληνική σκέψη (ιστορία, φιλοσοφία, Ποίηση, δράμα, δικανικός και πολιτικός λόγος) σε δημιουργικές μεταφορές της, από τους άριστους μεταφραστές του τόπου, στην πιο σύγχρονη μορφή πού πήρε εξελισσόμενο το γλωσσικό της όργανο. Ο Όμηρος, οι Τραγικοί κι ο Αριστοφάνης, ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο Πλάτων, ο Ξενοφών, ο Αριστοτέλης, ο Θεόκριτος, ο Θεόφραστος, ο Επίκτητος, ο Πλούταρχος, ο Λουκιανός κλπ, προσφέρονται και σήμερα, στις κλασικές πια μεταφράσεις του Πολυλά, Ραγκαβή, Μωραϊτίδη, Κονδυλάκη, Ποριώτη Γρυπάρη, Τανάγρα, Πολέμη, Καμπάνη, Καζαντζάκη, Βάρναλη, Αυγέρη, Βουτιερίδη, Ζερβού, Φιλαδελφέως, Τσοκόπουλου, Σιγούρου, Κ. Χρηστομάνου κλπ, σε μια σύγχρονη σειρά εκδόσεων βιβλίου τσέπης, πράγμα που επίσης γίνεται για πρώτη φορά, συστηματικά, στην Ελλάδα.
Πελοποννησιακός πόλεμος είναι η θαυμασία ιστορία του εμφυλίου μακρού πολέμου των Ελλήνων, αποτέλεσμα του οποίου υπήρξεν η ανεπανόρθωτος εξασθένισις της Ελλάδος. Ανατρέχων εις τα απώτατα αίτια ο Θουκυδίδης εξηγεί τα της αναπτύξεως του Ελληνισμού από των αρχαιοτάτων χρόνων, περιγράφει την σύστασιν και την ζωήν των καθέκαστα πολιτειών, παρέχει δε συγχρόνως ούτως αρτίαν εικόνα της εθνικής των Ελλήνων ζωής.
ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΠΩΛΗΣΙΣ
ΛΑΔΙΑΣ ΚΑΙ Σια Ο.Ε.
ΙΠΠΟΚΡΑΤΟΥΣ 22 ΤΗΛ. 614.686, 654.506
ΤΙΜΑΤΑΙ ΔΡΧ. 10
___________________________________
1) Δέκατον ένατον έτος· του πολέμου. 413 π. Χ.
2) Ήτοι το ήμισυ της δραχμής και συνεπώς το ήμισυ της συμφωνηθείσης αμοιβής των ναυτών.
3) Εκ του λογαριασμού των ανδρών του πληρώματος, ανερχομένου εις 1000, φαίνεται ότι το περιπλέον ήσαν 3 δραχμαί κατά μήνα δι' έκαστον άνδρα.
4) Διά την μη παροχήν χρημάτων υπ' αυτού.
5) Εικοστόν πρώτον έτος του πολέμου. 411 π. Χ.