ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Όταν αγέρας σηκωθή
ξερός, και μέσα τους χωθή,
τότε σαν φούσκα της φυσά, όπου με βια της σπάει
κι' απ' την πυκνότητα βαρύς έξω ευθύς πηδάει,
και τούτο γίνετ' αφορμή,
απ' τη μεγάλη την ορμή
κι' από τον κρότο τον δικό του,
να καίη αυτός τον εαυτό του.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Ω, μα τον Δία! να γιατί
στων Διασίων (51) τη γιορτή
το ίδιο πράμα έπαθα χωρίς να το νοήσω.
Έβαλα για τους συγγενείς κάποια κοιλιά να ψήσω,
κι' αμέλησα το σχίσιμο· όπου [λοιπόν κ'] εκείνη
φουσκώνοντας μια δίνει και σκάει σε κομμάτια,
μου καίει και το πρόσωπο, μου πιτσιλάει τα μάτια.
ΧΟΡΟΣ
Άνθρωπε, που τη σοφία από μας γυρεύεις [τώρα],
θα γενής ευτυχισμένος και στων Αθηνών τη χώρα
και στους Έλληνας τους άλλους: μνήμη και φροντίδα αν έχης,
στην ψυχή σου αν αντέχης, —
κούρασιν αν δεν γνωρίζης,
είτε στέκεις ή βαδίζεις, —
ούτε κόπο να σου κάνη,
όταν τούρτουρας σε πιάνη, —
να μην τρως, όταν δεν έχης,
και από κρασί ν' απέχης
και γυμναστικές [μεγάλες] —
κι άλλες κουταμάρες, [κι' άλλες]·
κι' αν για καλήτερο φρονής
πως, όταν άξιος είν' κανείς,
του αρμόζει να νικήση
με τη πράξι και την κρίσι,
και τη γλώσσα του [να λύνη],
και τον πόλεμο να στήνη.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ (προς τας Νεφέλας:)
Α! ου! όσο για ψυχή
με μεγάλην αντοχή, — μα και σκέψιν [αν ζητάτε]
που να δυσκολοκοιμάται, — [κι' αν ζητάτε] και στομάχι
όπου για τροφή του νάχη
μόνο θρούμπι, — μη μας μέλη,
να, εδώ 'μαι, κι' οποίος θέλει
— το κορμί μου [δεν πονάει], —
ας το σφυροκοπανάη!
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Και θεούς δεν θάχης άλλους τώρα πλέον για λατρεία,
παρά μόνο τους δικούς μας· δηλαδή αυτά τα τρία:
χάος, γλώσσα και νεφέλες.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Μπα, ποτέ δεν θα μιλήσω
ούτε λέξι με τους άλλους, κι' ούτε θα τους απαντήσω
κι' ούτ' [απ' τους θεούς] κανένας τη θυσία μου θα ιδή,
δεν θα κάψω ούτε λιβάνι, δεν θα κάνω ούτε σπονδή.
ΧΟΡΟΣ
Τώρα με θάρρος λέγε 'ς εμάς
σαν μας θαυμάζης και μας τιμάς
και θέλης άνθρωπος άξιος να ζήσης,
πώς θα σε κάνουμε να ευτυχήσης;
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Ω δέσποινές μου! δεν σας ζητώ,
μα το μικρούλι [μονάχ'] αυτό:
νάμαι στους Έλληνας ο πιο λαμπρός,
κ' εκατό στάδια απ' όλους 'μπρός.
ΧΟΡΟΣ
Λοιπόν και τούτο θα τώχης τώρα·
την κάθε γνώμη σου [τέτοια θα κάνω],
όπου κανένας άλλος στη χώρα
δεν θα κερδίζη μια παρά πάνω.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Α, μπα! δεν θέλω καμμιά να βγάλη
η κεφαλή μου γνώμη μεγάλη·
στρεψοδικίες θέλω ν' αρχίσω,
τους δανειστάς μου να ξεγλιστρήσω.
ΧΟΡΟΣ
Κι' αυτό που θέλεις θα κατορθώσης·
μεγάλο πράμα δεν μας ζητάς·
αρκεί μονάχα να παραδώσης
τον εαυτό σου στους σοφιστάς.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
(Προς τας Νεφέλας, εννοών τους Σοφιστάς:),
Α, σας πιστεύω· θα το κάμω
γιατ' η ανάγκη με βαστά
για τάλογα τα σφραγιστά,
ακόμα και γι' αυτόν το γάμο,
που μου 'φερε μεγάλη μπόρα.
Ας κάμουν ό, τι θέλουν τώρα.
Να, ας μου πάρουνε το σώμα·
εγώ τους το χαρίζω, ακόμα
και για κοπάνισμ' ας το πάρουν
και σαν ασκί ας μου το γδάρουν·
ας τουρτουρίσω· ας πεινάσω·
ας ξεραθώ και ας διψάσω.
(52) Από τα χρέη μου [ως τόσο]
αν κατορθώσω να γλυτώσω,
ου, θα φανώ εις τους ανθρώπους
πολύ ξετσίπωτος στους [τρόπους]
εύγλωττος, τολμηρός [ακόμα],
αυθάδης, κάθαρμα και βρώμα,
κάθε ψευτιά θα συγκολλώ,
θα βρίσκω λόγια [να πουλώ],
όπου δίκες κι' όπου νόμοι·
δεν θα μου ξεφεύγη γνώμη,
λογάς, τρυπάνι, πονηρός
και τιποτένιος, γλιστερός,
την ειρωνεία θάχω στο στόμα,
ψωροπερήφανος κι' [όλος] βρώμα
ανεμοστρόβιλος, οχληρός,
τσανακογλείφτης, σιχαμερός!
Ας μου λέη απ' όλα τούτα ο καθείς που μ' απαντάει,
κι' ας μου κάνη ό,τι αγαπάει.
Μα τη Δήμητρα! κι' αν θέλη στους δασκάλους, κοκορέτσι
τάντερά μου να προσφέρη, θα δεχτώ· [ας γίνη κ' έτσι]!
ΧΟΡΟΣ
Άτολμη καρδιά δεν έχει
κι' όπως φαίνεται αντέχει.
Ξέρε το: πως τη στιγμή
όπου θάχης μαθημένα
όλα τούτα από μένα,
κάθε δόξα και τιμή
που ο κόσμος θα σου κάνη,
ως τον ουρανό θα φθάνη.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Και θα κάνω λοιπόν τι;
ΧΟΡΟΣ
Μόνος από τους ανθρώπους τη ζωή πειο ζηλευτή
όλον τον καιρό μ' εμένα θα περνάς εσύ [εδώ].
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Αχ! μια τέτοια ευτυχία εγώ τάχα θα τη ιδώ;
ΧΟΡΟΣ
Και πολλοί θα κάθωντ' όξω απ' την θύρα τη δική σου,
θέλοντας να σ' ανταμώσουν, και να συζητούν μαζύ σου
δίκες και αντιδικίες, και να σου εμπιστευθούνε
πράματα πολλών ταλάντων, κι' όλο γνώμες να ζητούνε.
(Προς τον Σωκράτην:)
Άρχισε συ, στο γέροντα λοιπόν το μάθημά του,
απ' όσα πρέπει στην αρχή να μάθη [απάνου κάτου].
Κούνα το νου του [στη στιγμή]·
κάνε στη σκέψι δοκιμή.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Εμπρός, πες μου τους τρόπους σου ποιοί είνε να τους ξέρω,
καινούργια μηχανήματα [πολεμικά] να φέρω.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Μα πώς; για όνομα θεού! τώρα λοιπόν θα πάθω
πολιορκία;
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Όχι δα· τη μνήμη σου να μάθω
θέλω με μέθοδον απλή.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Μα το θεό, είνε διπλή:
τη μνήμη έχω μεγάλη
σαν μου χρωστούν οι άλλοι.
Μα το μνημονικό σωστό
ποτέ δεν τώχω σαν χρωστώ.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
[Για πες μου] είνε φυσικό στη γλώσσα σου να λέη;
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Να λέη; όχι και πολύ· αλλά ναρνήται [χρέη].
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Εμ, πώς θα μάθης συ [πολλά];
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
[Θα μάθω] έννοια σου, καλά.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Έλα λοιπόν, νάσ' έτοιμος· και 'ς οποίον λόγο κάνω
σοφόν για τα μετέωρα, συ χύμηξέ του απάνω.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Πώς; τη σοφία το λοιπόν θα γεύωμαι σαν το σκυλλί;
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Τι αμαθής που είν' αυτός, κι' άνθρωπος βάρβαρος [πολύ]!
Ο νους μου, γέρο, νοιάζεται,
πως ξύλο σου χρειάζεται.
Και τι κάνεις, πες μου εμένα,
σαν της τρως από κανένα;
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Να, της τρώγω, [τίποτ' άλλο]· κι' αφού λίγο κρατηθώ,
[συλλογίζουμ' ότι πρέπει] να διαμαρτυρηθώ,
και, μη χάνοντας την ώρα,
κάνω έπειτα και δίκες.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Βάλ' το ρούχο κάτω τώρα.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Έκαμ' άδικο και τι;
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Όχι· αλλά εδώ μέσα όλοι μπαίνουνε γδυτοί.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Μα εγώ δεν θα μπω μέσα για να κάνω και κλοπές.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Άφησε της φλυαρίες κ' έλα γδύσου.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ (εκδυόμενος τον χιτώνας)
Μα για πες:
Αν θα μάθω μ' ευκολία, κι' αν επιμελής θα γίνω
με ποιό μαθητή θα μοιάζω;
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Με τον Χαιρεφώντα (53) εκείνο
απαράλλακτος θα γίνης.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Ωχ! ο κακομοιριασμένος!
θάβγω μισοπεθαμένος!
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Σώπα κι' ακολούθησέ με γρήγορα 'ς αυτά τα μέρη.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
(Προχωρών και ιστάμενος προ της θύρας του οικίσκου:)
Τότε να μου δώσης πρώτα και μελόπιττα στο χέρι,
σαν στου Τροφωνίου (54) τάντρο, γιατί φόβο πολύ επήρα
για να μπω.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ (ωθών αυτόν προς την θύραν:)
Έλα, προχώρει! τι χαζεύεις 'μπρος στη θύρα;
(Τον ωθεί και εισέρχονται)
ΑΥΛΑΙΑ
ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ
(Σκηνογραφία η αυτή).
ΣΚΗΝΗ Α'
ΧΟΡΟΣ ΝΕΦΕΛΩΝ
(Προς το μέρος εκ του οποίου εισήλθεν ο Στρεψιάδης μετά του Σωκράτους:)
Ας χαίρετ' η καρδιά σου!
με την παλληκαριά σου!
Πήγαινε! κι' ας γενή αιτία
στον άνθρωπο για ευτυχία,
που, κι' όταν φθάνη στα γεράματα,
γυρεύει να μαθαίνη ακόμα,
και πασαλείφεται με χρώμα
απ' τα νεώτερα τα πράματα.
(Παράβασις)
Θεαταί! θα σας μιλήσω την αλήθεια καθαρά,
μα το Βάκχο, που εμένα είχε θρέψη μια φορά:
Θέλοντας για να νικήσω και σοφός να σας φανώ,
σας τους θεατάς μου άξιους να με κρίνετε φρονώ,
και την κωμωδία τούτη, πούν' απ' όλες πειο καλή
όσες έγραψα ως τώρα, και την δούλεψα πολύ,
θέλησα να την προσφέρω πρώτα στη δική σας πείρα·
μολοντούτο, παρ' αξίαν, τα βρεμένα μου επήρα,
κ' οι σαχλοί μ' είχαν νικήση.(55) Και γι' αυτό κατηγορώ
σας [τους πρώτους τους κριτάς μου], πούχετε μυαλό γερό,
και που για δική σας χάρι
τέτοιο θέμα είχα πάρη.
Μα εγώ πάλιν [ως τόσο],
σας τους άξιους [κριτάς μου] θέλοντας δεν θα προδώσω.
Γιατί απ' τον καιρό εκείνο, που ακούσθηκαν μ' επαίνους
και ο Ά σ ε μ ν ο ς [ο νέος] κι' ο Σ ε μ ν ό ς (56) πούχα γραμ
[μένους
από άνδρες, που πολλή
ευχαρίστησι λαβαίνει όποιος μπρος 'ς αυτούς μιλεί,
κ' εγώ τότε, με το νάμαι [ντροπαλός] ωσάν παρθένα
και να μη μου πρέπη γέννα,
έκθετους τους είχ' αφήση, και τους πήρε κόρη άλλη·
μα τους θρέψατε σεις πάλι
μ' αφθονία, και σοφία έχετε 'ς αυτούς χαρίση,
γι αυτό τώρα στη δική σας εμπιστεύομαι την κρίσι.
Κ έτσι πειά, σαν την Ηλέκτρα (57) και η κωμωδία αυτή
θεατάς σοφούς ζητεί,
όπως [τους παληούς] εκείνους, που ευθύς θα τους γνωρίση
την αδελφική πλεξίδα όταν τύχη ν' αντικρύση.
Και τι φρόνιμη! για ιδέτε! δεν εβγήκε με ραμμένο
και παχύ και κρεμασμένο
πετσί,(58) κόκκινο στην άκρα,
τα παιδιά για να γελάνε· δεν κορόιδεψε φαλάκρα·
ούτε κόρδακα έχει σύρη· ούτε και κανένας γέρος,
που τους στίχους απαγγέλλει προς του θεατού το μέρος,
δίνει [κάποιους] ραβδισμούς,
όταν θέλη να σκεπάζη βρωμερούς αστεϊσμούς.
Δάδες στη σκηνή δεν μπάζει,
ούτε «αχ και βαχ» (59) φωνάζει,
μα στους στίχους της μονάχα και στην τέχνη τη δική της
έχει την πεποίθησί της.
Είμαι ποιητής, και όμως μακρυά δεν φέρνω κόμη,
και να σας γελάσω [ακόμη]
ούτε θέλω [σαν τους άλλους], λέγοντας το ίδιο πράμα
δυο και τρεις φορές αντάμα·
άλλα σκέπτομαι ιδέες
να σας φέρνω πάντα νέες
και με φρόνησι [μεγάλη],
που ποτέ η μια [ιδέα] να μη μοιάζη με την άλλη.
Γιατί εγώ, όταν ο Κλέων (60) είχε δύναμι αποχτήση,
ε! τον είχα [δίχως φόβο] στο στομάχι του χτυπήση·
όταν όμως είχε πέση δεν τον χτύπησα ποτέ.
Αλλά τουτ' [οι ποιηταί], —
ο Υπέρβολος (61) αιτία είχε δώση μια φορά,
και τον εκλωτσοπατούσαν τον φτωχόν [εις τα γερά],
και τη μάννα του· και πρώτος στη σκηνή τον Μαρικά
είχ' ο Εύπολις (62) τραβήξη, μα εστρέβλωσε κακά,
σαν κακός [κι' αυτός που ήταν], τους «Ιππείς» μου, και για
[χάρι
του ασέμνου του χορού (63)
επί πλέον είχε πάρη
μια γρηά και μεθυσμένη,
που την έτρωγε το κύτος, σαν αυτήν που προ καιρού
είχε ο Φρύνιχος (64) φτιασμένη.
Μα κι' ο Έρμιππος,(65) κ' εκείνος κωμωδία είχε βγάλη
στον Υπέρβολον απάνω. Στηρίχθηκαν κι' όλ' οι άλλοι
στον Υπέρβολον επίσης· μα και την παραβολή
πούχω κάνη με τα χέλια, (66) την μιμήθηκαν [πολλοί].
Όποιος στο αστείο πάρη
όλα τούτα, στα δικά μου δεν θα βρη καθόλου χάρι.
Μα κι' αν πάλι 'ς όσα γράφω ευχαρίστησι θα βρήτε,
φρόνιμοι στους άλλους χρόνους, όπου θάρθουν, θα φανήτε.
ΗΜΙΧΟΡΙΟΝ
Πρώτα στον Δία επίκλησι θα κάνω
εις των θεών τον βασιληά [τον φεβερό],
που κατοικεί απάνω —
για [να βοηθήση] το χορό.
Και στον πανίσχυρο, που διαφεντεύει
την τρίαινα, και άγρια αναμοχλεύει
και της στεριές, και τ' αρμυρά
της θάλασσας νερά.
Και στον σεπτό μας τον Αέρα,
τον μεγαλόδοξο πατέρα,
που την τροφή σε όλους δίνει·
και στον αρματηλάτη ακόμα,
που [άφθονες] στης γης το χώμα
υπέρλαμπρες αχτίνες χύνει, —
θεόν μεγάλον στους θνητούς
και στους θεούς αυτούς.
ΧΟΡΟΣ (Παράβασις)
Δόσατ', ω θεαταί σοφοί, 'ς εμέ την προσοχή σας:
μας αδικείτε, κ' έχομε παράπονα μαζύ σας.
Μ' όλο που περισσότερο την πόλιν ωφελούμε
από τους άλλους τους θεούς, και σας διατηρούμε,
μόνο 'ς εμάς απ' τους θεούς δεν κάνετε καμμία
σπονδή, ούτε θυσία.
Όταν πολέμους κάνετε τρελλούς, εμείς [αρχίζουμε]
βροντές, και ψιχαλίζουμε·
κι' όταν ψηφίζατε όλοι
τον φαφλατά, (67) τον τομαρά
και τον θεοκατάρατον, για στρατηγό [στην πόλι],
εμείς εσκουντουφλιάζαμε και με σημεία φοβερά.
Άστραψε [τότε] κ' έσκασε βροντή! μα κ' η Σελήνη
εβγήκε από το δρόμο της [τον ταχτικό κ' εκείνη]·
κι' ο ήλιος το φυτίλι του τραβώντας το κοντά του,
[αυτός] ο Κλέων στρατηγός αν ήθελε γενή,
έλεγε πως ['δω κάτου]
δεν θα ξαναφανή. (68)
Και όμως τον εκλέξατε· γιατί 'ς αυτή την πόλι
ανόητ' είσθε όλοι·
και μολαταύτα οι θεοί, σαν κάνετε κάτι τρελλό,
σας το γυρίζουν σε καλό.
Μα θα σας μάθουμε κι' αυτό, που θα σας φέρη προκοπή:
να πιάσετε τον Κλέωνα για δώρα και κλοπή,
το γλάρο! και το σβέρκο του στο ξύλο, σαν προτήτερα,
και πάλι να του βάνετε,
όπου, και σφάλμ' αν κάνετε,
η πόλι σας [απ' τα κακά] θα πέση στα καλλίτερα.
ΗΜΙΧΟΡΙΟΝ
'Σ εμένα Φοίβε [ήλιε],
ω βασιλέα Δήλιε,
όπου της Κύθνου κατοικείς την πέτρα την ψηλή —
Μακάρια θεά και συ, (69)
που κατοικία έχεις χρυσή
στην Έφεσο, και των Λυδών η κόρες σε τιμούν πολύ.
Και η εγχώρια θεά, που την αιγίδα κυβερνά,
η πολιούχος Αθηνά.
Και συ, που κατοικία έχεις, [πάλι],
στου Παρνασσού την πέτρα [τη μεγάλη],
και με της Δέλφισσες Μαινάδες (70)
φωτίζετε χειροπιαστοί
με πεύκινες λαμπάδες —
ω Βάκχε γιορταστή!
ΧΟΡΟΣ (Παράβασις)
Όταν ετοιμαζόμαστε να ρθούμε,
ανταμωθήκαμε με τη Σελήνη,
και τότε μας παράγγελλεν εκείνη
[αυτά τα πράματα] να σας ειπούμε:
τους Αθηναίους πρώτα χαιρετάει
και τους συμμάχους· και μας είπε πάλι
ότι θυμό πολύ με σας κρατάει,
γιατί σας κάνει ωφέλεια μεγάλη,
όχι με λόγια, μα πραγματικά,
και σεις πολλά της κάνετε κακά.
Και πρώτον, κάθε μήνα κέρδος έχετε
όχι πειο λίγο από μιας δραχμής δαδί·
και όταν έξω από τα σπίτια τρέχετε
το βράδυ [που φωτάει], λέτε σεις: «Παιδί!
»του φεγγαριού το φως είνε ωραίο·
»δαδί απόψε να μην πάρης [νέο]».
Κι άλλα καλά σας έχει κανωμένα,
μα σεις στης μέρες σας δεν καταφέρνετε
πράμα σωστό να φτιάνετε κανένα,
και της γιορτές σας άνω—κάτω φέρνετε. (71)
Για τούτο κ' οι θεοί τη φοβερίζουνε
σαν χάνουν ένα δείπνο, και γυρίζουνε
πάλι στην κατοικία τους χωρίς γιορτή,
όπως το νέο γιορτολόγι απαιτεί.
Κι' όταν είνε καιρός να θυσιάζετε,
σεις κάνετε στρεβλώσεις και δικάζετε.
Και για τον Μέμνωνα όταν κρατούμε,
και για τον Σαρπηδόνα,(72) τη νηστεία,
και οι θεοί εμείς γι' αυτούς πενθούμε,
σεις κάνετε σπονδές και άλλ' αστεία.
Γι' αυτό, σαν τον Υπέρβολο είχε βγάλη
ιερομνήμονα (73) ο κλήρος, οι θεοί
του πήραν το στεφάνι απ' το κεφάλι, — (74)
με της ημέρες της Σελήνης πάλι
να μάθη να μετράη τη ζωή!
(Εξέρχεται εκ του οικίσκου ο Σωκράτης)
ΣΚΗΝΗ Β'.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ — ΧΟΡΟΣ ΝΕΦΕΛΩΝ και μετά μικρόν ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Μα το χάος! τον αέρα! την αναπνοή! — κανένα
με μυαλά δεν είδα ως τώρα τόσον αποβλακωμένα,
πρόστυχο και ξεχασμένο κ' έτσι να χονδρομιλάη!
Το ελάχιστο που ακούει, πριν το μάθη το ξεχνάει,
Ας τον φέρω κ' εδώ πέρα
εις την θύρα, πούνε μέρα,
Πούσαι... Στρεψιάδη!.. .έβγα!... Τράβα έξω και την κλίνη.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
(Εμφανιζόμενος εις την θύραν και κρατών σανίδας κλίνης:)
Δεν μ' αφίνουν οι κορέοι να τη βγάλω.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Ε, ας μείνη.
Έλα συ, κ' έχε το νου σου γρήγορα.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
(ρίπτει τας σανίδας εντός του οικίσκου μετά θορύβου και εξέρχεται:)
Εδώ 'μαι· [ρώτα].
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Απ' αυτά, που συ δεν ξέρεις, τι να μάθης θέλεις πρώτα;
Έλα, πες μου: για τα μέτρα, για τους στίχους θέλεις
[τάχα.
ή για τους ρυθμούς [να μάθης];
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Για το μέτρημα μονάχα·
γιατί ο αλευράς — θα είνε λίγες μέρες — μούχει φάη
δύο χοίνικας (75) [στο ζύγι απ' ταλεύρι].
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Δεν ρωτάει
για τον αλευρά κανείς·
αλλά ποιο από τα μέτρα: το τ ε τ ρ ά μ ε τ ρ ο φρονείς
ή το τ ρ ί μ ε τ ρ ο πως είνε [από τάλλα πειο καλό];
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Περί του δ ω σ ε κ α μ έ τ ρ ο υ μόνο [σε παρακαλώ,
για να μη με τρων στο ζύγι], να με μάθης πειο μπροστά.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Τίποτε δεν λες σωστά.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Ε, στοιχηματείς [αδίκως]
πως ημίεκτο (76) δεν είνε το τετράμετρο;
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Αγροίκος
είσαι κι' αμαθής
άντε να χαθής!
μολαταύτα θα μπορούσες για ρυθμούς να έχης γνώσι.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Κι' ο ρυθμός, για το αλεύρι τι ωφέλεια θα μου δώση;
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Πρώτον μεν κομψός θα βγαίνης
εις της συναναστροφές σου· μα και θα καταλαβαίνης
από τους ρυθμούς ποιός είνε ο πολεμικός, και ποίος
κατά δάχτυλον (77) [ομοίως].
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Κατά δάχτυλο; τον ξέρω.
/ΣΩΚΡΑΤΗΣ/
Ε, για λέγε.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
(δεικνύων προς το μέρος των αιδοίων του:)
Και ποιο άλλο,
παρά τούτο [το μεγάλο] δ ά χ τ υ λ ό μου, που το
[είχα
και από παιδί ακόμα όταν ήμουν;
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Είσ' αγροίκος [κ' έχεις] βάναυσο [το στόμα].
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Όχι, κακομοιριασμένε, απ' αυτά που λες, κανένα
να μη μάθης συ εμένα.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Και τι θέλεις [να σου μάθω];
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Τούτο, τούτο [σου ζητώ:]
Τον πειο άδικο το λόγο.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Μα πρωτήτερ' απ' αυτό
πρέπει άλλα να γνωρίζης:
μεταξύ των τετραπόδων καθαρά να ξεχωρίζης
τα αρσενικά ποιά είνε.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Αν δεν έχη αγέρα πάρη
το μυαλό μου, τα γνωρίζω: τράγος, ταύρος, το κριάρι,
ο αητός (78) και το σκυλλί.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Εγελάσθηκες πολύ.
Βλέπεις; το αρσενικό
είπες του «αητού» το ίδιον, όπως και το θηλυκό.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Πώς; για πες μου, [πώς το είπα];
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Ο αητός και η αητός.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Μα τον Ποσειδών' αλήθεια. και το θηλυκό του [αυτός
πώς το κάνει];
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Η «α η τ ί ν α»,
κι' ο «αητός» είνε το άλλο.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Εύγε σου! μα τον Αέρα, πράμα μού μαθες [μεγάλο] —
η αητίνα;! — [θα φροντίσω]
τη σκαφίδα σου αλεύρι ως τα χείληα να γεμίσω.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Να κ' έν άλλο: τη «σκαφίδα», ενώ είνε θηλυκή,
συ αρσενική την είπες.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Με ποιον τρόπο αρσενική
είπα την σκαφίδα;
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Όπως τον Κλεώνυμον επίσης.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Πώς; να μου το εξηγήσης.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Μα «Κλεώνυμος» και «σκάφη» ένα είνε.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Βρε κουτέ,
δεν απόχτησε σκαφίδα ο Κλεώνυμος ποτέ, (79)
μα ζυμώνει πάντα μέσα σε τσανάκι στρογγυλό.
[Πες μου τώρα συ] πώς πρέπει του λοιπού να την καλώ;
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Πώς; «σκαφίδα», όπως λέμε [και το Σώστρατο] Σ ω
. [σ τ ρ ά τ η (80)
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Ποιο σωστό ε!νε να λέμε τη «σκαφίδα,» [ω Σωκράτη],
θηλυκή· και είν' ακόμα πειο σωστό και παστρικό
[τον Κλεώνυμο να λέμε] Κλεωνύμην, [θηλυκό](81),
Όπως λέμε και τη σκάφη.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Πρέπει και ταρσενικά
τα ονόματα να μάθης, όπως και τα θηλυκά.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Μα τα θηλυκά τα ξέρω.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Λέγε [τα μου] λοιπόν [τώρα].
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Λύσιλλα και Δημητρία, Φίλιννα και Κλειταγόρα (82).
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Και αρσενικά ποια είνε;
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Τόσα κι' άλλα: Μιλητίας,
[όπως είνε κι'] Αμυνίας
και Φιλόξενος (83).
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Κουτέ!
αλλ' α ρ σ ε ν ι κ ά εκείνοι δεν υπήρξανε ποτέ.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Πώς; αρσενικά δεν είνε και για σας αυτά [επίσης];
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Όχι· αν τον Αμυνία [λόγου χάριν] απαντήσης,
πώς θα τον ειπής;
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Πώς; έτσι, [σαν να ήτανε κοπέλλα]: — Έλα, Α μ υ ν ί τ σ α, έλα! (84)
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Βλέπεις [το λοιπόν] κι' αυτό;
σαν γυναίκα τον φωνάζεις.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Σαν δεν πάη στο στρατό . . . .
Μα γιατί μαθαίνω τώρα
τέτοια πραμάτα, που όλοι τα γνωρίζουμε [στη χώρα];
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Δεν πειράζει· έλα τώρα και ξαπλώσου εδώ πάνω.
(Τον οδηγεί μέχρι του θρονίου και τον καθίζει επ' αυτού).
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ (καθήμενος)
Ε, και τώρα τι θα κάνω;
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Έλα, βάλε μέσ' στο νου σου
ένα πράμα του σπιτιού σου.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ (διατιθέμενος να εγερθή)
Όχι εδώ, σε ικετεύω· άφησε να ξαπλωθώ,
εάν ήν' ανάγκη, χάμου, για τα ίδια να σκεφθώ.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ (τον καθίζει εκ νέου)
Δεν μπορεί αλλοιώς να γίνη.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Ωχ! αλλοί και τρισαλλοί μου!
Τι εκδίκησι θα κάνουν οι κορέοι· στο κορμί μου!
(Κλειεί τους οφθαλμούς και φαίνεται βυθιζόμενος εις σκέψεις. — Ο Σωκράτης εισέρχεται προς στιγμήν εις τον οικίσκον)
ΧΟΡΟΣ ΝΕΦΕΛΩΝ
Βλέπε λοιπόν και σκέψου·
μέσα στο νου μαζέψου
και σαν τη σβούρα να γυρνάς·
κι' αν ίσως σε καμμία
θα πέσης απορία,
σε άλλη σκέψι να περνάς.
Και διώξε από τα μάτια σου τον ύπνο το γλυκό.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ (αναπηδών όρθιος)
Πωπώ!
ΧΟΡΟΣ ΝΕΦΕΛΩΝ
Ποιο έπαθες κακό;
Τι υποφέρεις;
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Χάνομαι ο δύστυχος! [όσ' ήσανε]
Κορίνθιοι (85) μέσ' στο σκαμνί, απάνου μου γλιστρήσανε
και με δαγκώνουν [στα γερά]·
μου κατασχίζουν τα πλευρά, —
ταρχίδια μου τραβάνε,
και την ψυχή ρουφάνε, —
μου σκάφτουνε τον κώλο
και μ' αφανίζουν [όλο]!
ΧΟΡΟΣ ΝΕΦΕΛΩΝ
Άφησε τα κλαψίματα.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Και πώς, πού παν' τα χρήματα,
κ' η όψι (86), κ' η ψυχούλα μου,
και η παντούφλες, [κι' ούλα μου]!
Και 'ς όλα τούτα τα κακά, αν ίσως και θ' αρχίσω εδώ,
σαν τους φρουρούς να τραγουδώ,
[μην τύχη κι' αποκοιμηθώ](87), —
εμ δεν θ' αργήσω να χαθώ.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
(εξερχόμενος και βλέπων τον Στρεψιάδην όρθιον και δυσανασχετούντα).
Τι κάνεις συ; δεν σκέπτεσαι;
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Ναι, μα τον Ποσειδώνα.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Και τι εσκέφθηκες λοιπόν; [για λέγε].
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
[Τούτα μόνα:
αν οι κορέοι κάτι τι θα μου αφήσουν.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Χάσου!
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Να, τώρα μόλις χάθηκα.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Μη δειλιάς· σκεπάσου·
για ναύρης τρόπο αρνητικό (88)
και πονηρό [τους δανειστάς να μην πληρώσης].
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Τι κακό!
Ποιος τάχα με σοφίσματα θα με σκεπάση α ρ ν η τ ι κ ά
από [προβιές και] αρνιακά!
(Πίπτει πάλιν επί του θρονίου και φαίνεται βυθιζόμενος εις σκέψεις).
ΣΩΚΡΑΤΗΣ (μετά στιγμήν:)
Και τώρα για να ιδώ,
τι κάνει αυτός εδώ.
(Παρατηρεί τον Στρεψιάδην άνωθεν και τον ωθεί εις τους ώμους),
Ε συ! αποκοιμήθηκες;
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Όχι, μα τον Απόλλωνα.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Τίποτε δεν θυμήθηκες;
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Ω, μα τον Δία, τίποτε.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Τίποτε;
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Έχω φέρη, —
αυτό και μόνο: την ψωλή μέσ' στο δεξί μου χέρι.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Πώς; γρήγορα δεν θα σκεφθής κουκουλωμένος κάτι;
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Και σαν τι πράμα [να σκεφθώ]; για λέγε μου, [Σωκράτη].
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Συ πρώτα πρέπει να μας πης: τι αγαπάς [ως τόσο]
ν' ανακαλύψης;
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Κανενός τους τόκους να πληρώσω
δεν θέλω, και το άκουσες χίλιες φορές.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Σκεπάσου,
σχίσε τη σκέψι σου λεπτή, κι όλα τα πράματά σου
εξέτασε σιγά-σιγά, αφού τα διαιρέσης
ορθώς και [ημπορέσης
να τα] παρατηρήσης.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Αχ! αλλοίμονό μου, ο δυστυχής!
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Έλα και μην ανησυχής·
κι' αν 'ς απορία θα βρεθή η σκέψι σου [μεγάλη],
άφ' την, και ξανακίνησε την ίδια σκέψι πάλι,
και κλείσ' τη σε λιγάκι
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ (αιφνιδίως:)
Ω φίλε Σωκρατάκη!
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Τι, γέρο;
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Μια α ρ ν η τ ι κ ή για τόκους μούρθε γνώμη.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Φανέρωσέ τη μου λοιπόν.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Για πες μου τούτο ακόμη:
Αν πληρώσω [λόγου χάρι]
μια μαγίστρα Θεσσαλή, (89)
και τη νύχτα το φεγγάρι
κατεβάσω και το κλείσω σε μια θήκη στρογγυλή,
και το έχω σαν καθρέφτη ....
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
[Ε, καλά]· με τούτο τάχα τι ωφέλεια σου πέφτει;
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Τι; μα όταν δεν θα βγαίνη το φεγγάρι κάθε τόσο,
εγώ τόκους δεν θα δώσω.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Και γιατί;
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Γιατί τους τόκους δίνουν και τα δανεικά
κάθε μήνα [τακτικά](90).
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Εύγε! θα σου ειπώ κ' έν' άλλο
πειο σοφό και πειο μεγάλο:
Αν σου γίνη καμμιά δίκη πεντατάλαντος [επίσης]
πώς θα κάνης να τη σβύσης;
Λέγε μου.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ (σκεπτόμενος)
Πώς;... πώς;., δεν ξέρω... να σκεφθώ...
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Το λογισμό σου
μη τον φέρνης εσύ πάντα γύρω από τον εαυτό σου·
άφ' τη σκέψι απ' τον αγέρα νάρθη ψηλοκρεμαστή, —
σαν το μπούρμπουλα δεμένη απ' το πόδι με κλωστή.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
(σκεπτόμενος προς στιγμήν λέγει αιφνιδίως:)
Βρήκα μια καταστροφή
για τη δίκη, πιο σοφή,
οπού και συ επίσης
μ' εμέ θα συμφωνήσης.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Και ποια λοιπόν απ' όλες;
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Εις τους φραρμακοπώλες
είδες την πέτρα την καλή,
τη διάφανη, που την φωτιάν ανάφτουν;
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Λες για το γυαλί;
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Βέβαια.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Και με τούτο τι;
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Αν έπαιρνα λοιπόν αυτή,
κ' εκείνη την ημέρα
που θα 'γραφε ο γραμματικός, την πέτρα παρά πέρα
στον ήλιο ν' αντικρύσω,
και [στη στιγμή] τα γράμματα της δίκης μου να σβύσω (91);
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Ω, μα της Χάριτες! (92) σοφόν!
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
(τρίβων τας χείρας με ευχαρίστησιν)
Πω, πω, πω, πω! τι γλύκες!
που [μ' ένα πουφ!] θα σβύνωνται πέντε ταλάντων δίκες!
ΣΩΚΡΑΤΗΣ (αιφνιδίως)
Άρπαχ' το γρήγορα κι' αυτό!
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Τι; ποιο;
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Πώς σε μια δίκη.
όπου δε είναι μάρτυρες μπροστά, την καταδίκη
θα εμποδίσης;
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Εύκολα κι' αυτό μπορεί να γίνη
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Για λέγε το.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
θα σου το ειπώ. Μια δίκη μόλις μείνη
προτού εγώ να δικασθώ,
θα τρέξω και θα κρεμασθώ.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ (με έκφρασιν απογοητεύσεως)
Τίποτε!
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Ναι, μα τους θεούς! όταν εγώ πεθάνω
δίκη με ποιόν θα κάνω;
ΣΩΚΡΑΤΗΣ (ως ανωτέρω)
Η κάθε λέξι σου κουτή·
α να χαθής!
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Αλλά γιατί,
Σωκράτη μου; σου λέω ναι!
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Μα συ ξεχάνεις το ταχύ
ό,τι κι' αν μάθης· λέγε μου, τι σούχα μάθη στην αρχή;
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Τώρα θα ιδώ . . . για στάσου . . .
(Σκεπτόμενος και ξύων την κεφαλήν του)
ποιο πρώτο τάχα ήτανε [απ' τα μαθήματά σου]; . . . ·
(Αιφνιδίως)
Εκείνο που ζυμώνουνε ταλεύρι πώς το λένε;
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Δεν πας λοιπόν να χάνεσαι, γεροξεμωραμένε
και ξεχασιάρη;
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Συφορά! Τι μού ' μελλε να πάθω!
Εχάθηκα, το στρίψιμο της γλώσσας αν δεν μάθω!
(Προς τας Νεφέλας:)
— Μα σεις, Νεφέλες, μια καλή
πέστε μου τώρα συμβουλή.
ΧΟΡΟΣ ΝΕΦΕΛΩΝ
Γέρο! σου συμβουλεύουμε, αν έχης γυιο κανένα
αναθρεμμένο, στείλε τον να μάθη αυτός για σένα.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Έχω ένα γυιο, καρδιά χρυσή,
μα δεν μαθαίνει τίποτε. Αχ! τι να κάνω!
ΧΟΡΟΣ ΝΕΦΕΛΩΝ
Πώς εσύ
το επιτρέπεις;
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Γιατί αυτός,
είναι τρανός και δυνατός,
κι' από της Κοισύρες (93) μία μου τον εχει γεννημένο
της ελαφροπεταλούδες. Ε, λοιπόν εγώ πηγαίνω
εις αυτόν, κι' αν δεν θελήση —
ε, μα δεν θα μ' εμποδίση
τίποτε, από το σπίτι να μη τον πετάξω [τώρα].
(Προς τον Σωκράτην:)
Έμβα και περίμενέ με μέσ' στο σπίτι λίγην ώρα.
(Απέρχεται ταχέως και εισέρχεται εις τον έναντι οίκον του).
ΣΚΗΝΗ Β'.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ — ΧΟΡΟΣ ΝΕΦΕΛΩΝ
ΧΟΡΟΣ ΝΕΦΕΛΩΝ
Καταλαβαίνεις τάχα,
ότι εμείς μονάχα
απ' όλους τους θεούς, πολλά
θα σου δωρήσουμε καλά;
Σαν τάχη αυτός χαμένα
και κρέμεται από σένα,
και τη δική σου προσταγή
να εκτελέση δεν θ' αργή, —
γλείφ' του το γρηγορώτερο
ό,τι μπορείς περσσότερο.
Να γίνη δεν πολυαργεί
σε τέτοιες σκέψης αλλαγή.
(Ο Χορός των Νεφελών αποσύρεται . — Ο ΣΩΚΡΑΤΗΣ εισέρχεται εις τον οικίσκον του. — Εκ του έναντι οίκου εξέρχεται ο ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ μετά του ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΟΥ).
ΣΚΗΝΗ Γ'.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ — ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ (εν οργή:)
Μα την καταχνιά! να μείνης πειά δω πέρα, δεν θα γίνη:
πήγαινε στο Μεγακλή, (94) [σου· — του 'χουν] η κολόνες [μείνη]
άντε φά 'τες [εκεί πέρα].
ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ
Τι έπαθες, καλέ πατέρα;
Μα τον Δία του Ολύμπου, δεν είσαι καλά.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
(με ειρωνείαν και αγανάκτησιν:)
Να, να!
καλέ τι κουτός! τον Δία του Ολύμπου κοπανά!
Να! σε τέτοια ηλικία
πούνε τώρα, να πιστεύη στον Ολύμπιο τον Δία!
(καγχάζει).
ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ
Τι γελάς γι' αυτό;
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Που βλέπω πως παιδί εισ' απ' τώνα μέρος,
μα στης σκέψεις είσαι γέρος.
Έλα δω λοιπόν [μαζύ μου] για να ξέρης πειο πολλά,
και για να σου ειπώ και πράμα, που αν το μάθης συ καλά,
σωστός άνδρας θα γενής·
μα δεν πρέπει να το μάθη από σέν' αυτό κανείς.
ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ
Ε, καλά λοιπόν, τι είνε;
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Συ ωρκίσθης «μα τον Δία».
ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ
Βέβαια.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Λοιπόν το βλέπεις τι καλό πούν' η παιδεία;
Δεν υπάρχει, Φειδιππίδη, Ζευς.
ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ
[Καλά, και] τι υπάρχει;
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Σ τ ρ ό β ι λ α ς (95), οπού τον Δία πέταξε και τούτος άρχει.
ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ
Μπα! παραλαλείς;
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Να ξέρης πως είν' έτσι [κι' όχι αλλοιώς].
ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ
Ποιος τα λέει αυτά [για πες μου];
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Ο Σωκράτης ο Μ η λ ι ό ς (96)
και ο Χαιρεφών, που ξέρει να μετράη του ψύλλου αχνάρι (97)
ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ
Και η ζούρλια η δική σου τέτοιον δρόμον έχει πάρη,
που 'ς εκείνους να πιστέψης τους υποχονδριακούς;
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Να μιλάς καλά, και λόγους να μη λες ποτέ κακούς
για τους άνδρες τούτους, πούχουν νου και γνώσι και σοφία.
Γιατί από οικονομία
δεν κουράσθηκαν ποτέ τους, ή με μύρα ν' αλειφθούνε,
ούτε πήγανε ως τώρα στο λουτρό για να πλυθούνε.
Ενώ συ μου καταλούζεις [διαρκώς] τα χρήματά μου,
σαν να ήμουν πεθαμένος. Έλα γρήγορα [κοντά μου]
να τα μάθης συ για μένα.
ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ
Τι καλό [και κολοκύθια]
θα μπορέση για να μάθη απ' αυτούς κανείς;
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ (ειρωνικώς:)
Αλήθεια;
Μα την κάθε μια σοφία πούχει ο άνθρωπος [θα λάβης],
που [ευθύς] θα καταλάβης
τι χονδρός ο εαυτός σου κι' αμαθής που είνε [τώρα].
Στάσου και περίμενε με εδώ πέρα λίγην ώρα.
(Εισέρχεται μετά σπουδής εις τον οίκον του).
ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ (μόνος:)
Δυστυχία! τι να κάνω; ο πατέρας μου ετρελλάθη!
και μ' αυτό που έχει πάθη
[σκέπτομαι] διπλό σκοπό:
ή να πάω στους νεκροθάφτες και την τρέλλα του να ειπώ,
ή σε δίκη να τον φέρω.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
(εξέρχεται κρατών υπό την μίαν μασχάλην πετεινόν και υπό την ετέραν όρνιθα:)
Για να ιδούμε, [το γνωρίζεις];
(Δεικνύων τον πετεινόν:)
Λέγε μου, σαν τι νομίζεις
πως είναι τούτο που κρατώ;
ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ
Πουλερικό (98).
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ (δεικνύων την όρνιθα:)
Καλά· κι' αυτό;
ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ
Π ο υ λ ε ρ ι κ ό.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
[Μπα! Ετσι αι;] Ώστε τα δυο αντάμα
είναι το ίδιο πράμα;
Είσαι γελοίος! τα παληά που ξέρεις πάν' εκείνα (99)·
αυτό το λένε πετεινό και τούτο π ε τ ε ι ν ί ν α.
ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ (καγχάζων:)
Πώς; π ε τ ι ν ί ν α; και αυτά τα γνωστικά μαθαίνεις
εδώ 'ς αυτούς τους γηγενείς τους [ασεβείς] (100) που μπαίνεις;
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Κι' άλλα πολλά· μα ό,τι εγώ κι' αν μάθω μια φορά καλά,
την άλλη ώρα τα ξεχνώ, από τα χρόνια τα πολλά.
ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ
Μπα, και για τούτο έχασες λοιπόν το φόρεμά σου;
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Το κ α τ α φ ι λ ο σ ό φ η σ α (101), δεν το 'χασα.
ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ
[Για στάσου]·
κι' η παντούφλες σου, κουτέ, πού τάχα παίρνουνε ψωμί;
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Α, σαν τον Περικλή [κ' εγώ θα σου το ειπώ εις τη στιγμή]:
(με κωμικόν στόμφον)
«Της έχασα όπου έπρεπε (102)!» — Και σφάλμ' αν είν' ακόμη
τράβα να πάμε, κι' άκουσε την πατρική τη γνώμη.
Κ' εγώ θυμούμαι μια φορά, που ήσουν έξη χρόνων
παιδί, και όμως σ' άκουσα — τραύλιζες τότε μόνον —
και με τον πρώτον οβολό που πήρα του ηλιαστή (103),
έν' αμαξάκι (104) αγόρασα στων Διασίων (105) τη γιορτή.
ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ
Για όλ' αυτά, [πατέρα],
θα λυπηθής μια μέρα.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ (ενθουσιωδώς:)
Εύγε σου! που επείσθηκες [το πως δεν είνε τρέλλα
αυτά που άκουσες να ειπώ].
(Εισέρχεται εις την αυλήν του Σωκράτους, σύρων εκ της χειρός τον
Φειδιππίδην, και σπεύδει εις την θύραν του οικίσκου:)
— Σωκράτη! έλα! έλα!,
του άλλαξα τη γνώμη
του γυιου μου, και στον κουβαλώ και άθελά του ακόμη.
(Εξέρχεται ο Σωκράτης)
ΣΚΗΝΗ Δ'
ΣΩΚΡΑΤΗΣ και οι ΑΝΩΤΕΡΩ
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Ακόμ' είν' άμυαλο παιδί, και δεν είνε τριμμένο
εις της κρεμάστρες μας εδώ.
ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ
(δεικνύων τον κρεμάμενον κόφινον:)
Αν σ' είχαν κρεμασμένο,
θάσουν τριμμένος πειο καλά.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Δεν χάνεσαι [κρεμανταλά],
που έβρισες το δάσκαλο;
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
(μιμούμενος εις την έκφρασιν τον Φειδιππίδην:)
«Αν σ' είχαν κρεμασμένο!»
Τι άσχημα ειπωμένο,
και με τα χείλια χάσκοντας!... Μια δίκη [εναντία]
πως θα γνωρίζη να γλιστρά, ή και μια μαρτυρία
και στον αντίδικο γερά να βγάλη επιχειρήματα (106);
το έμαθ' ο Υπέρβολος (107) μ' ενός ταλάντου [χρήματα].
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Ησύχασε και μάθε τον· έχει εξυπνάδα φυσική.
Ήτανε τόσο δα παιδί, και μέσ' στο σπίτι μας εκεί,
και καραβάκια σκάρωνε, κ' έφτιανε και σπιτάκια,
και πέτσιν' αμαξάκια,
και βατραχάκια [τόσα να]
από ροϊδόφλουδ' αδειανά, —
άμ' τι θαρρείς; Όταν λοιπόν τους λόγους σου, — τον
[«Κρείττονα»
ποιος είνε, και τον «Ήττονα» εκείνος θα
γνωρίζη,
τα δίκαια με τάδικα θαναποδογυρίζη.
Και αν να μάθη και τους δυο τους λόγους βρίσκη κόπο,
ε, μάθε του τον Άδικο λοιπόν με κάθε τρόπο.