WeRead Powered by ReaderPub
Νεφέλαι cover

Νεφέλαι

Chapter 17: ΣΚΗΝΗ Α'
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

An indebted middle-aged father, desperate to escape creditors, sends his son to a newfangled school where a celebrated teacher trains students in rhetorical trickery and unconventional cosmology; when the son masters arguments that justify injustice, the father enrolls to learn the same arts. The play mocks clever but corrosive reasoning, contemporary intellectual fashions and elite affectations through comic scenes, a chorus of personified clouds, and parodic portrayals of philosophical debate. Domestic and legal set-pieces expose anxieties about education, morality, and the misuse of argument while broad satire undercuts claims about reason and civic order.

ΣΩΚΡΑΤΗΣ
                [Σώπα]· κι' απ' τους δυο αντάμα
                θα τα μάθη το παιδί σου.

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
                Ε, πηγαίνω· μα θυμήσου
  ότι [πρέπει] ν' αντιλέγη 'ς όποίο [βρίσκει] δίκηο πράμα.

(Ο Στρεψιάδης αποσύρεται και εισέρχεται εις τον οίκον του. — Δύο Μαθηταί του Σωκράτους εξάγουν εκ του οικίσκου τον ΔΙΚΑΙΟΝ ΛΟΓΟΝ και τον ΑΔΙΚΟΝ ΛΟΓΟΝ, έκαστον εντός κλωβού, και τοποθετούντες αυτούς έναντι αλλήλων, αποσύρονται. — Ο Άδικος είνε ακμαίος ανήρ, ο δε Δίκαιος γέρων).

ΣΚΗΝΗ Ε'


ΣΩΚΡΑΤΗΣ. — ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ. — ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ. — ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ ΧΟΡΟΣ — ΝΕΦΕΛΩΝ

Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ

(προς τον Άδικον Λόγον προκλητικώς:)

  Έλα και στους θεατάς μας να φανής ποιος είσαι, συ
                με το ύφος το θρασύ.

Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ
  Τράβα κι' όπου θέλεις πάμε· 'ς όσο πειο πολλούς μιλήσω,
                πειο πολύ θα σε νικήσω.

Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ
                Συ εμέ; ποιος είσαι τάχα;

Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ
  Λόγος.

Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ
       Μα ο «Ήττων» [λόγος, ο κατώτερος μονάχα).

Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ
  Μα κι' αν λες πως είσαι ο «Κρείττων» [κι' ο ανώτερος], η
                                                     [νίκη
                εις εμένα μόνο ανήκει.

Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ
  Τι σοφό θα κάνης;

Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ
                Νέας θαύρω σκέψεις.

Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ (δεικνύων το κοινόν)
                                                  Εις αυτούς
  τους κουτούς περνούνε τέτοια.

Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ
                          Τους σοφούς, κι' όχι κουτούς.

Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ
  Θα σε καταστρέψω.

Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ
                          Πες μας, πώς;

Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ
                          Τα δίκηα θα μιλήσω.

Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ
  Μα κ' εγώ μ' αντιλογίες θα ταναποδογυρίσω.
  Σου το λέω: δεν υπάρχει πουθενά δικαιοσύνη.

Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ
  Δεν υπάρχει, λες;

Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ
                Για πες μας, που υπάρχει τάχα εκείνη;

Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ
  Στους θεούς.

Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ
                Και αν υπήρχε τέτοιο πράμα [εκεί πέρα],
                πώς ο Ζευς, που τον πατέρα
  είχε δέση, δεν εχάθη;

Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ
                          Πω, πω, πω! ως εδώ φθάνει
                το κακό;! φέρτε λεκάνη!

Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ
                Σαχλέ, γεροφαντασμένε!

Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ
                Πούστη συ και ντροπιασμένε, —

Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ
                Ρόδα είν' τα λόγια εκείνα!

Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ
                Με βρωμόλογα στο στόμα (108) —

Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ
                Μ' εστεφάνωσες με κρίνα.

Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ
                Πατροκτόνος είσαι ακόμα!

Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ
                Μωρέ δεν καταλαβαίνεις
                με χρυσάφι πως με ραίνεις;

Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ
  Το χρυσάφι αυτό μολύβι ήταν στον παληό καιρό.

Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ
  Τώρα όμως με στολίζει.

Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ
                          Έχεις θράσος φοβερό!

Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ
  Και συ είσαι μουχλιασμένος.

Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ
                                  Και συ είσαι η αιτία,
  που δεν θέλουν πειά οι νέοι να πηγαίνουν στα σχολεία.
                Μα κι' οι Αθηναίοι αυτοί
  θα το νοιώσουν τι μαθαίνουν από σένα, οι κουτοί!

Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ
                Εξεράθης πεινασμένος!

Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ
                Και συ είσ' ευτυχισμένος.
                Μολονότ' [συνεχώς]

                ήσουν στην αρχή φτωχός,
  λέγοντας πως είσαι όμοιος του Τηλέφου (109) απ' τη Μυσία,
  κ' έτρωγες απ' το ταγάρι, Πανδελέτου (110) πονηρία.

Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ (θριαμβευτικώς:)

  Πώπω! για την εξυπνάδα και τη γνώσι μου λες τώρα!

Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ (ειρωνικώς:)
  Πώπω! για την τρέλλα λέω, πούχεις συ και τούτ' η χώρα
                που την αφεντιά σου τρέφει,
                τα παιδιά να καταστρέφη.

Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ (εννοών τον Φειδιππίδην).
  Δεν θα τον διδάξης τούτον εσύ, γεροκουτομόγια.

Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ
  Πρέπει να σωθή, και όχι να μαθαίνη μόνο λόγια.

Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ

(προς τον Φειδιππίδην δεικνύων τον Δίκαιον Λόγον)

                Έλα δω, [και μη σε μέλη]·
                κι' ας ζουρλαίνεται όσο θέλει.

Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ
                Μα να κλάψης [θα σε κάνω],
                αν του βάλης χέρι απάνω.

ΧΟΡΟΣ
                Να παύσετε τον πόλεμο, [τα πάθη],
       και τα βρισοκοπήματα.

(προς τον Δίκαιον Λόγον:)
       — Συ δείξε, στους παληούς τι έχεις μάθη —

(προς τον Άδικον Λόγον: )

       — Δείξε και συ τα νέα τα μαθήματα,
       κι' αυτός από τα λόγια σας θα κρίνη
       ποιου απ' τους δυο σας μαθητής θα γίνη.

Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ
       Ω, ναι! κ' εγώ αυτό θέλω να κάνω.

Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ
       Κ' εγώ το θέλω με το παραπάνω.

ΧΟΡΟΣ ΝΕΦΕΛΩΝ
                Έλα, ποιος θ' αρχίση
                πρώτος να μιλήση;

Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ
                Ας αρχίση αυτός· και όσα
                η δική του θα ειπή [γλώσσα],
  θα τα καταπολεμήσω με λογάκια όλο νέα
                και σοφίσματα [σπουδαία].
                Και στο τέλος, αν [μπροστά μου]
       ένα γκιχ θα κάνη μόνο, από τα σοφίσματά μου
                θα γενή [ευθύς] κομμάτια,
  σαν να τον κεντρώσαν σφήκες και στα μούτρα και στα μάτια.

ΧΟΡΟΣ ΝΕΦΕΛΩΝ
       Σεις, πούχετε το θάρρος στη ρητορική,
       δειχθήτε και ο ένας και ο άλλος
  με λόγια επιτήδεια και λογική (111),
  να ιδούμε ποιος θα βγη ο πειο μεγάλος.
                Γιατί στην ώρα αυτή
                κίνδυνος φαίνεται τρανός
                για τη σοφία καθενός,
  που με αγώνα τρομερόν ο κάθε φίλος μου ζητεί.

(Προς τον Δίκαιον Λόγον:)

  Και τώρα συ, που τους παληούς ανθρώπους
  τους εστεφάνωσες με τίμιους τρόπους,
  βάλε λοιπήν, όση αγαπάς, φωνή,
  ο λόγος σου ποιος είνε να φανή.

Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ
  Για την παληά θα σας ειπώ εκείνη
  παιδεία, σαν η νειότη μου ανθούσε,
  όταν μιλούσα με δικαιοσύνη
  κι ο κόσμος φρονιμάδα την περνούσε.
  Απ' τα παιδιά 'ς εκείνον τον καιρό
  ούτ' ένα γκιχ δεν άκουγες [ξερό].
  Μισόγυμνοι, μα και σεμνοί εβγαίνανε
  μαζύ—μαζύ στους δρόμους οι γειτόνοι,
  και στης κιθάρας το σχολειό πηγαίνανε,
  κι' αν έπεφτε σαν πίτουρο το χιόνι.
  Κ' εκεί μαθαίνανε να τραγουδούνε,
  ή «την Παλλάδα [Αθηνά] την τρομερή» (112)
  ή «τον αχό της λύρας τον βαρύ», (113)
  χωρίς σφιχτά τα πόδια να κρατούνε·
  και δίνανε στην αρμονία τον τόνο,
  που παίρνανε απ' τους γονηούς τους μόνο
                Κι' αν έλεγαν καμμιά φορά
                λόγια σαχλά και βρωμερά,
                ή τη φωνή τους λύγιζαν ποτέ,
                — όπως του Φρύνι (114) τώρα οι μαθηταί
                με τη δυσκολολύγιστη στροφή
  και τα στρεβλά και πούστικα τσακίσματά (115) τους, -
  γι' αυτή της Μούσας την καταστροφή
  πολλές ραβδιές ετρώγαν στα πλευρά τους!
  Και, καθισμένοι στη γυμναστική τους,
  οι νέοι, επροβάλλαν το μερί τους,
  κανείς από τους έξω να μη βλέπη
  εις το κορμί τους πράμα που δεν πρέπει.
  Κι' όταν εσηκώνοντο, εσιάζανε
  την άμμον, [όπου ήσαν καθισμένοι,
  στους εραστάς που απ' έξω [τους κυττάζανε],
  της νειότης τους σημάδι να μη μένη.
  Ο νέος άλειφε το σώμα [στα μισά]
  κι' από τον αφαλό ποτέ πειο κάτου,
  κι' ανθούσε εις τα μέλη τα κρυφά του,
  όπως στα μήλα, χνούδι και δροσιά.
  Και ούτε την κατέβαζε στα μαλακά
  σαν περπατούσε, ο νέος, τη φωνή του,
  να προξενεύη με τα μάτια [τα γλυκά]
  τον εαυτό του εις τον εραστή του.
  Ούτ' ήτανε δικαίωμα [του κάθε νηού],
  στην ώρα του φαγιού, ν' απλώνη χέρι
  σε άνηθο ή σε κεφάλι ραπανιού
  ή σέλινο, εκεί που ήσαν οι γέροι,
  κι' ούτε φαγιά και τσίχλα κατεβάζανε,
  ούτε το πόδι απάνω στ' άλλο εβάζανε.

Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ
                Αυτά τα κάνανε θαρρώ
                στων Διπολίων (116) τον καιρό,
  και μυρίζουνε Κηκείδην (117) και Βουφόνια (118) [περισσά]
  και τζιτζίκια [που φορούσαν στα κεφάλια τους, χρυσά].

Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ

  Κι' όμως τούτη μόνον ήταν η παιδεία μου [κ' η σκέψι],
  που τους Μαραθωνομάχους [τους μεγάλους] είχε θρέψη.
                Συ τον έχεις μαθημένον
                τον σημερινόν τον νέον
                μεσ' στα ρούχα τυλιγμένον, —
  οπού πνίξιμο με πιάνει, μέσα στων Παναθηναίων
                σαν χορεύη [τη γιορτή]
                [το χορό] στην Αθηνά (119),
                την ασπίδα του κρατεί,

(ειρωνικώς:)

  και χαλάει το χορό του, κρύβοντας τα μπροστινά.

(Προς τον Φειδιππίδην:)

  Για όλ' αυτά, παιδάκι μου, [που έχεις ακουσμένα],
  τον Λόγον τον καλήτερον διάλεξε συ, — εμένα.
                Και θα μισής την αγορά,
                θαπέχης κι' από τα λουτρά,
  στο κάθε πράμα πούν' αισχρό συ θα αισθάνεσαι ντροπή
  κι' όλος θανάφτης, αν κανείς λόγο πειραχτικό σου ειπή,
  και θα μισοσηκώνεσαι από το κάθισμά σου,
  όταν οι γεροντότεροι περνούν από μπροστά σου.
  Μη κάνης στο γονηό κακό, μη κάνης πράματ' απρεπή,
                γιατί προσβάλλεις τη Ντροπή·,
  Και ούτε στης χορεύτριες αρμόζει να πηγαίνης,
                γιατί εκεί που χάσκοντας θα μένης,
  με μήλο ένα πορνίδιο μπορεί να σε χτυπήση,
                και την υπόληψί σου να τη σβύση.
  Μήτε και στον πατέρα σου ναντιλογής ποτέ,
  ή να του πης καμμιά φορά «[γέρω]»-Ιαπετέ (120)»,
  ούτε και για τα χρόνια του να τον χλευάσ' η γλώσσα σου,
                αυτόν, που ήταν η κλώσσα σου.

Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ
  Αν όσα λόγια είπ' αυτός, παιδί μου, ακολουθήσης,
  τότε, μα τον Διόνυσο, και συ θα καταντήσης
  σαν τα παιδιά [που γέννησε] ο Ιπποκράτης (121) [ο γιατρός] —
  και θα σου λέν' πως βλίτα (122) τρως.

Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ

(εξακολουθών ν' αποτείνεται, προς τον Φειδιππίδην:)

                Με δυνατό και ανθηρό το σώμα
                στα γυμναστήρια θα είσαι [ακόμα]·
                ούτε από το στόμα σου θα βγαίνη
                ανοησία — σαν κι' αυτούς — στην αγορά,
       ούτε θα παρασύρεσαι [κάθε φορά]
       σε δίκη μικραντιλογοχαμένη (123) .
  Μα στην Ακαδημία συχνά θα κατεβαίνης
  και στης εληάς τον ίσκιον [εκεί] της ιερής (124),
  με συνομήλικόν σου σεμνόν που θα πηγαίνης
  από καλάμι άσπρο στεφάνι θα φορής·
  πυκνοφυλλούσσας λεύκας (125) και σμιλαγγιού μαζύ σου
  και «αμεριμνησίας» (126) θάχης μοσχοβολιά,
  κ' η άνοιξις σαν έλθη θα χαίρετ' η ψυχή σου,
  που ο πλάτανος συρίζει κοντά εις τη φτελιά.
                          Αν ίσως κάνης συ αυτά
                          οπού εγώ σου λέω,
                          θάχης τα στήθηα δυνατά,
                          το χρώμα σου ωραίο,
                          θάχης τον ώμο σου μακρύ,
                          θάχης τη γλωσσά σου μικρή,
                          θάχης πλατειά τα πισινά
                          θάχης κοντά τα μπροστινά.
                          Κι' αν από τους σημερινούς
                          παράδειγμα θα πάρης,
                          θάχης τους ώμους αχαμνούς,
                          θα γίνης κιτρινιάρης,
                          θάχης τα στήθηα σου λεπτά,
                          μεγάλα τα μεριά σου [αυτά],
                          θάχης στενά
                          τα πισινά,
                          και ψηφίσματα και γλώσσα
                          θάχης τόσα κι' άλλα τόσα.
  Το κάθ' αισχρό, καλό πως είναι θα σε πείση,
  και το καλό, πως είν' αισχρό θάχης νομίση,
  και εις το τέλος θα γεμίσης κι' από κείνη
  του Αντιμάχου (127) του αισχρού την πουστοσύνη.

ΧΟΡΟΣ ΝΕΦΕΛΩΝ
       Συ, που καλλιεργείς τη δοξασμένη
       σοφία και την καλοπυργωμένη,
       ω τι σεμνό λουλούδι και γλυκύ
       υπάρχει μέσ' στα λόγια σου [εκεί]!
       Μα βέβαια κ' ευτυχισμένοι ήσανε
       όσοι στην εποχή σου τότε ζήσανε!

(Προς τον Άδικον Λόγον:)

  Συ, με τη Μούσα την κομψή, κάτι καινούργιο τώρα
  πρέπει να ειπής, γιατί αυτός σ' ενίκησε [ως την ώρα]·
  αν θέλης από πάνω του να ρθης [εις την εντέλεια],
  σου πρέπει σκέψι δυνατή, χωρίς να φέρης γέλια.

Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ (προς τον Φειδιππίδην:)
  Τα σπλάχνα μου επνίγονταν [για τούτη την αιτία],
  και να γκρεμίσω ήθελα με λόγια εναντία
  τα όσα είπε· γιατί εδώ, σε τούτους τους δασκάλους
  ο «Ήττων» ωνομάσθηκα, που πρώτος απ' τους άλλους
                βρήκα τη μέθοδο εγώ
                στους νόμους για ναντιλογώ
  και εις τα δικαστήρια· όταν λοιπόν η νίκη
  στο λόγο, τον περσότερο αδύνατον, ανήκη,
  δέκα χιλιάδες τ ά λ η ρ α (128) και πειο πολύ βαρύνει.
  Κύττα πώς τη σοφία του θα κουρελιάσω εκείνη,
                που τόσο την πιστεύει.
                Νάτος! αυτός γυρεύει
  και να λουσθής με το θερμό νερό να μη μπορής.

(Προς τον Δίκαιον Λόγον:)

  Για πες μας, το θερμό λουτρό γιατί κατηγορείς;

Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ
  Είνε κακό· φτιάνει δειλόν τον άνδρα

Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ
                                       Στάσου, στάσου!
  δεν μου ξεφεύγεις· πιάστηκες [στα λόγια τα δικά σου].
  Για πες μου: από του Διός, σαν πειό απ' όλα τα παιδιά
  κόπους δοκίμασε πολλούς και έχει την πειο τρανή καρδιά;

Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ
                Τον Ηρακλή εκείνο
                για πειο μεγάλον κρίνω.

Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ
                Κ' είδες Ηράκλεια λουτρά
                ως τώρα πουθενά ψυχρά;
                Παλληκαράς ποιος άλλος
                εβγήκε πειο μεγάλος;

Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ
  Αυτά κι' αυτά, που σήμερα οι νέοι σαλιαρίζουν,
  αδειάζουν της παλαίστρες μας και τα λουτρά γεμίζουν.

Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ
  Κατόπιν [επροχώρησες
  και 'ς άλλο], και την αγοράν [ακόμα] κατηγόρησες·
  μα εγώ την επαινώ αυτή·
  γιατί αν ήτανε κακόν, ο Όμηρος αγορευτή
  δεν θάκανε τον Νέστορα, και τους σοφούς τους άλλους.
  Στη γλώσσα τώρα έρχομαι, που λόγους, λέει, μεγάλους:
  δεν πρέπει να γυμνάζωνται οι νέοι — αλλά πρέπει!
  και νάνε, λέει, φρόνιμοι· εδώ [καθένας βλέπει]
  δύο κακά· εξέτασε και πες μου [σε παρακαλώ]:
  τη φρονιμάδα είδες ποτέ να βγαίνη σε καλό;

Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ
  Ω, σε πολλά· και ο Πηλεύς (129), γιατ' ήταν μυαλωμένος,
  επήρε ξίφος.

Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ
                Ξίφος, αι; ωχ! ο δυστυχισμένος!
                αστεία, πήρε χάρι.
                Κέρδισ' απ' το λυχνάρι
  τάλαντα ο Υπέρβολος (130), μα με την πονηρία·
  και όμως δεν εκέρδισε και ξίφος, μα τον Δία!

Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ
  Μα ο Πηλεύς της Θέτιδος ο άνδρας είχε γίνη,
  που ήταν φρόνιμος.

Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ
                Γι αυτό του το 'σκασε κ' εκείνη.
  Γιατί δεν ήταν τολμηρός, κι' ούτε γλυκύς [ακόμα
                          της νύχτες εις το στρώμα.
                          και η γυναίκα δεν ποθεί
                          παρά το πώς να γαμηθή, —
  και σ' είσ' ένα ψωφάλογο!

(Προς τον Φειδιππίδην:)

                          Ο νους σου τώρ' ας κρίνη,
  παιδάκι μου, πόσα καλά η φρονιμάδα κλείνει!
  Τι ηδονές θα στερηθής! παιδιά, γυναίκες, φαγητά,
  τι γέλια και τι χάχλανα και τι παιγνίδια (131) και πιοτά!
                Τότε γιατί κανείς να ζη
                στερούμενος αυτά μαζύ;
  Ας είνε^ τώρ' ας έλθουμε 'ς ό,τι απαιτεί κ' η φύσι·
  Αν ίσως και αμάρτησες, αν έχης αγαπήση,
  και σε τσακώσουνε ποτέ γυναίκα να μοιχεύης,
  εχάθηκες· και να σωθής με λόγια μη γυρεύης.
                Μαζύ μου όμως [θα μπορής]
                και να πηδάς και να χαρής
                ό,τι είνε πράμα φυσικό,
  και να γελάς, και τίποτα να μη νομίζης για κακό.
                Κι' αν σε τσακώσουν για γαμιά,
  να ειπής πως αδικία συ δεν έκαμες καμμιά,
  κι' αμέσως το παράδειγμα να φέρης εις τον Δία,
  πούχει κι' αυτός στον έρωτα [μεγάλη] αδυναμία
  και στης γυναίκες· πώς λοιπόν θα γίνης συ, πούσαι θνητός,
                απ' το θεό πειο δυνατός;

Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ
                Κι' αν πίσωθε ραπανωθή (132)
                και με τη στάχτη μαδηθή,
  θα έχη επιχείρημα κανένα να μας μάθη
  πώς δεν είν' ανοιχτόκωλος;

Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ
                                     Και τι κακό θα πάθη
  κι' αν είναι κι' ανοιχτόκωλος;

Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ
                                  Μα κι' απ' αυτό μονάχα
  τι είνε μεγαλείτερο;

Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ
                Τι θάλεγες συ τάχα
                'ς αυτό κι' αν σε νικούσα;

Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ
                Εγώ; θα σιωπούσα.
  Τι άλλο;

Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ
       Πες: τους ρήτορας (133) [αυτούς που έχουμ' όλους],
  πού τους προμηθευόμαστε;

Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ
                          Απ' τους ανοιχτοκώλους!

Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ
  Μ' έπεισες· και τους τραγικούς [αυτούς που έχουμ' όλους]
  που τους προμηθευόμαστε;

Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ
                          Απ' τους ανοιχτοκώλους!

Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ
  Σωστά· και τους δημαγωγούς [αυτούς που έχουμ' όλους]
  που τους προμηθευόμαστε;

Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ
  Απ' τους ανοιχτοκώλους!

Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ
  Νοιώθεις πως τίποτα δεν λες; Για κύτταξε απ' τους θεατάς
  τους πειο πολλούς.

Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ
                Κυττάζω, να!

Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ
                          Και τι λοιπόν εσύ κυττάς;

Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ
  Μα τους θεούς! οι πειο πολλοί και από τούτους όλους —
                απ' τους ανοιχτοκώλους!

(Δεικνύων το ακροατήριον:)

  Κι' αυτόν τον ξέρω εγώ καλά, καθώς κ' εκείνον [πάλι],
                κι' αυτόν τον μακρομάλλη!

Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ
                Τι λες λοιπόν;

Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ
                          Νικήθηκα!

(Εκδύεται τον χιτώνα του και αποτείνεται προς το κοινόν:)

  Πάρτε, ω γαμημένοι εσείς, το ρούχο μου, που γδύθηκα·
                κ' εγώ [θαποφασίσω]
                σε σας ν' αυτομολήσω!

(Κάμνει σχήμα προς το κοινόν ότι θα κατέλθη, και εισέρχεται εις το παρασκήνιον. Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ εξέρχεται αντιθέτως με έκφρασιν θριάμβου. — Εισέρχεται ο Στρεψιάδης).

ΣΚΗΝΗ ς'.


ΣΩΚΡΑΤΗΣ — ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ—ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ — ΧΟΡΟΣ ΝΕΦΕΛΩΝ

ΣΩΚΡΑΤΗΣ
  Θέλεις το γυιο σου πάλι εσύ, ή να τον μάθω να μιλή;

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
                Τιμώρησέ μου τον πολύ,
                μα μάθε τον επίσης,
                και πιάσε ν' ακονήσης
  τη γλώσσα του· και με τη μια μασσέλα, μια μεγάλη
  να τρώη δίκη, και μικρές να τρώη με την άλλη.

ΣΩΚΡΑΤΗΣ
  Να μη σε μέλη [όσο γι' αυτό], και γρήγορα θα πάρη
  την εξυπνάδα σοφιστού.

ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ
                          θαρρώ πως κιτρινιάρη
  στην όψι μα και δυστυχή [στο τέλος θα μ' αφήσης].

ΣΩΚΡΑΤΗΣ
  Εμπρός λοιπόν.

ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ (προς τον Στρεψιάδην:)
                Αλλά θαρρώ πως θα μετανοήσης.

(Εισέρχονται και οι τρεις εις τον οικίσκον του Σωκράτους).

ΧΟΡΟΣ ΝΕΦΕΛΩΝ (Παράβασις)
  Στους κριτάς εσάς θα ειπούμε κάθε κέρδος [ζηλευτό]
  που θα ιδήτε, το χορό μας αν βραβεύσετε αυτό.
  Πρώτον, όποιος τον αγρό του θέλει να καλλιεργή
  με την άνοιξι, θα βρέχω πρώτα τη δική του γη,
  κ' ύστερα τη γη των άλλων· κι' όταν [έλθ' η εποχή
                οπού] τον καρπό θα βγάλη
  το αμπέλι, θα το σώζω απ' τη ζέστη τη μεγάλη
                κι' από την πολλή βροχή·
                κι' αν θνητός [αποφασίση]
  δίχως την τιμή [βραβείου], της θεές εμάς, ναφήση,
                ας προσέξη για να μάθη
                τι κακά έχει να πάθη:
  Το κρασί ή τίποτ' άλλο από κτήμα δεν θα πάρη·
  κ η εληές του και ταμπέλια όταν ρίξουνε βλαστάρι,
                θα βρεθούν ματακομμένα
                με σφενδόνες από μένα.
  Κι' όταν φτιάνετε και πλίθες [από χώμα ζυμωτές],
                θα της βρέχουμε κι' αυτές!
  Μα κι' αυτά τα κεραμίδια θα τα σπάζουμε καλά
                με χαλάζια στρογγυλά.
                Μα κι' αν απ' αυτούς κανείς
  πανδρευθή, μα ή και φίλος ή δικός του συγγενής,
  θα του βρέχουμ' όλη νύχτα, που μπορεί να προτιμήση
  και την Αίγυπτον ακόμα, παρά την κακή την κρίσι.


  Α Υ Λ Α I Α


  ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟΝ

(Σκηνογραφία η αυτή)

ΣΚΗΝΗ Α'


ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ

Μόνος εξέρχεται εκ του οίκου του φέρων επ' ώμου σάκκον πλήρη αλεύρου και ίσταται προ της οικίας του σκεπτικός και στενοχωρημένος).

  Πέντε, τέσσερες, τρεις μέρες και κατόπιν η δευτέρα·
                κ' έπειτα πλακών η μέρα
  που μου φέρνει σιχαμάρα απ' της άλλες πειο μεγάλη,
                και με πιάνει φόβος, φρίκη, —
  όπου το παληό Φεγγάρι και το νέο (134) να το πάλι!
  έξοδα οι δανεισταί μου καταθέτουν για τη δίκη (135),
                και καθένας τους αρχίζει
                όλο να με φοβερίζη
  πως θα καταστρέψη τάχα και τη δίκη μου και μένα,
  μ' όλο που εγώ γυρεύω δίκηα και μετριασμένα.
   — «Μα, καϋμένε, μην το πάρης ό,τι τώρα δα [σου δίνω]·
  »δος μου αναβολή για τούτο, κι' άφησε μου το κ' εκείνο!»
                Όχι! τίποτε [απ' αυτά]·
  δεν τα θέλουν, λέει, έτσι να τα πάρουν τα λεφτά·
  μα μου κόβουνε βρισίδι, κι' όλο μ' απειλούν εκείνοι
  ότι θα μου κάνουν δίκη· έ, πολύ καλά· να γίνη·
                δεν με μέλει και πολύ·
  φθάνει μόνο ο Φειδιππίδης νάχη μάθη να μιλή.
                Μα δεν πρέπει και ν' αργήσω
  στο σχολείο να περάσω και την θύρα να χτυπήσω.

(Εισέρχεται εις την αυλήν και κρούει την θύραν του οικίσκου του Σωκράτους).

   — Παιδί!... παιδί!... μωρέ παιδί!...

(Εξέρχεται ο Σωκράτης).

ΣΚΗΝΗ Β'.


ΣΩΚΡΑΤΗΣ — ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ

ΣΩΚΡΑΤΗΣ
                          Τον Στρεψιάδη χαιρετώ!

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
  Κ' εγώ το ίδιο.

(Προσφέρων τον σάκκον)

                Πρώτον μεν, να πάρης το σακκί αυτό.
  Πρέπει κανείς στο δάσκαλο να κάνη κάποια χάρι.
  Κι' ο γυιός μου, που τον έβαλες μαθήματα να πάρη,
  τον λόγο [τον αρνητικό] το έχει καταφέρη;
                για πες μου.

ΣΩΚΡΑΤΗΣ
                Ναι, τον ξέρει.

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ (ενθουσιωδώς:)
  Εύγε, ω παμβασίλισσα Απάτη!

ΣΩΚΡΑΤΗΣ
                          Ώστε τώρα
  στην κάθε δίκη θα γλιστράς.

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
                          Καλά, και αν την ώρα
  που δανειζόμουν, μάρτυρες ήσαν μπροστά;

ΣΩΚΡΑΤΗΣ
                                             Και πάλι
  θα ήταν πειο καλήτερο και χίλιοι αν ήσαν άλλοι.

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ (μετά χαράς:)
                θα βγάλω ένα ξεφωνητό
                το πειο τρανό και δυνατό!

(Απειλητικώς:)

  Κλάφτε, ω τοκογλύφοι! — Σεις και τα κεφάλαιά σας,
  κ' οι τόκοι από τους τόκους σας! Κακό [η αφεντιά σας]
                δεν θα μπορή κανένα
                να κάνη πειά 'ς εμένα!
  Ωχ! τι παιδί που τρέφω εγώ στο σπίτι αυτό! [τι άνδρα!]
  λάμπει με γλώσσα δίκοπη, κ' είνε για μένα μάνδρα,
  είνε σωτήρας του σπιτιού, μα και στον κάθε μου εχθρό
                θα ήνε σκιάχτρο τρομερό,
  και καταλύτης στα κακά του [δόλιου του] πατέρα.
  Για κάλεσέ τον γρήγορα για να μου ρθή δω πέρα!

(εκ της θύρας:)

  Άκουσε τον πατέρα σου κ' έβγ' απ' το σπίτι, γυιέ μου!
  παιδί μου!.. ε!..

(Εξέρχεται ο ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ)

ΣΚΗΝΗ Γ'.


ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ — ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ

ΣΩΚΡΑΤΗΣ
                Να τος αυτός!

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
                          Φίλτατε! φίλτατέ μου!

ΣΩΚΡΑΤΗΣ
  Παρ' τον λοιπόν και πήγαινε.

(Εισέρχεται εις τον οίκον του παραλαμβάνων και τον σάκκον του
αλεύρου)

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ (θωπεύων τον Φειδιππίδην).
                          Ωχ! ωχ! παιδί μου! να χαρώ!
                μ' αυτή την όψι που θωρώ!
  Που μόνο να σε ιδή κανείς νοιώθει πως είσαι _αρνητικός
                και αντιλογικός·_
                κ' η όψι σου στολίζεται
                μ' αυτό που [συνηθίζεται]
  να λεν εδώ: «_μώρ' τι μας λες!_» και άδικος αν είσαι,
  μα και κακούργος, θα φανής εσύ πως αδικείσαι.
  Στο μάτι σου η αττική αστράφτει πονηρία·
  εσύ που με κατάστρεψες, δος μου τη σωτηρία.

ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ
                Και φόβο λόγου χάρι,
  έχεις σε τι;

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
                Στο νέο, αχ! και στο παληό φεγγάρι.

ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ
  Υπάρχει νέο και παληό φεγγάρι;

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
                          Πώς; εκείνο
  που πρέπει εγώ τα έξοδα της δίκης μου να δίνω.

ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ
  θα χάσουν όσοι δώσουνε· δεν ημπορεί, [πατέρα]
  η μέρες και η δυό μαζύ, και μια να είνε μέρα.

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
  Βέβαια δεν μπορεί, [καλέ]!

ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ
                          Και πώς μπορεί να γίνη
  ναν' η γυναίκα και γρηά και νηά να είν' εκείνη;

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
  Ο νόμος έτσι δέχεται το πράμα.

ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ
                          Ναι, και όμως
  θαρρώ πως δεν κατάλαβαν καλά τι λέει ο νόμος.

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
  Τι λέει, αι;

ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ
                          Ήταν πολύ
  φιλόδημος ο παλαιός ο Σόλων.

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
                          Μα τι ωφελεί
  κι' αν ήτανε, οπού αυτό δεν έχει σχέσι τόση
  με το φεγγάρι το παληό και νέο;

ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ
                          Είχε δώση
                για κάθε κλίσι [χάρι]
  δυο μέρες, απ' το νέο κι' απ' το παληό φεγγάρι,
  να γίνεται η δίκη στο νέο.

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
                          Και τι [θέσι
  θα είχε τάχα] το παληό που είχε αυτός προσθέση;

ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ
  Μια μέρα οι αντίδικοι να βρίσκωνται προτήτερα,
  και έτσι ο συμβιβασμός να γίνεται καλήτερα·
                ειδ' άλλως να βιάζωνται
  κι' από της νέας το πρωί της μέρας να δικάζωνται.

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
  Και πώς δεν δέχεται η αρχή τα έξοδα να πάρη
  της δίκης [όπου θα γενή] στο νέο το φεγγάρι,
  αλλά στο νέο και παληό μαζύ!

ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ
                          Το κάνουνε [σωστά]
  όπως και οι λιχούδηδες: για να βουτήξουν πειο μπροστά
                τα έξοδα [εκεί πέρα],
  για τούτο και προτήτερα τα χάφτουνε μια μέρα.

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ

(απευθυνόμενος προς τους θεατάς:)

  Εύγε! ω παληανθρώποι σεις! τι κάθεσθε, χαμένοι!
  που πάντοτε σας γδέρνουμεν εμείς οι διαβασμένοι,
  και είσθε τούβλα, νούμερα ξερά, [κοπάδι] αρνιά,
  και σωριασμένοι σαν σταμνιά;
  Μα τώρα πρέπει να ψαλή και το εγκώμιό μου
  γι' αυτήν την ευτυχία μου 'ς εμένα και στο γυιο μου!

(Στομφωδώς:)

                Ω Στρεψιάδη μου μακαρισμένε!
       οπού σοφός και συ εβγήκες [πρώτης],
       μα και ποιο έθρεψες παιδί θα λένε,
       ο κάθε φίλος μου και συνδημότης,
       από τη ζήλεια τους, που [θα γνωρίζης]
       με λόγια δίκες να μου κερδίζης!
       Θέλω στο σπίτι [να επιστρέψω]
       μαζύ μ' εσένα, να σε φιλέψω.

(Αποσύρεται μετά του Φειδιππίδου εις τον οίκον του. — Εισέρχεται ο Πασίας και ο Μάρτυς).

ΣΚΗΝΗ Δ'.


ΠΑΣΙΑΣ. — Ο Μάρτυς και μετ' ολίγον ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ

ΠΑΣΙΑΣ (προς τον Μάρτυρα:)
       Πρέπει στον άλλο να πετά
       κάνεις τα χρήματά του [αυτά];
       Ποτέ! αλλά μπορεί να ειπή
       πως είνε κάλλιο τη ντροπή
       να την ξεχνά πολλές φορές,
       παρά να βρίσκη συφορές.
       Και να που τώρα μάρτυρά μου
       σε παίρνω για τα χρήματά μου·
       θα πέσω μάλιστα 'ς εχθρότη
       μ' ένα δικό μου συνδημότη.
  Μα εγώ ποτέ δεν θα ντροπιάσω και την πατρίδα μου όσο ζώ·
  και εγκαλώ τον Στρεψιάδη ...

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ (εξερχόμενος:)
                          Καλέ ποιο είν' αυτό [το ζω];!

ΠΑΣΙΑΣ (εξακολουθών:)
  στο νέο και παληό φεγγάρι.

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ (προς τον Μάρτυρα:)
                          Ακούς; δυο μέρες είπε [αντάμα]
                μάρτυρας νάσαι!

(Προς τον Πασίαν:)

                          — Για τι πράμα;

ΠΑΣΙΑΣ
  Να, για της δώδεκα της μναις, που έλαβες [ένα καιρό]
                να πάρης άλογο ψαρό.

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
  Μώρ' δεν ακούτε; άλογο! εγώ την ιππασία
  δεν ξέρετε πως την μισώ;

ΠΑΣΙΑΣ
                          Ωρκίσθης, μα τον Δία,
  εις τους θεούς, τα χρήματα να μου τα δώσης.

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
                                           Ναι, γιατί
  δεν είχε ο Φειδιππίδης μου τον λόγο [αυτόν] τον νικητή
  ακόμη μαθημένον.

ΠΑΣΙΑΣ
                Μπα; ώστε και τούτη τη στιγμή
  γι' αυτόν τον λόγο σκέπτεσαι να μ' αρνηθής την πληρωμή;

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
  Και τότε απ' τα μαθήματα εγώ τι κέρδος θάχα;

ΠΑΣΙΑΣ
  Κι αν σε καλέσω στους θεούς να πάρης όρκο τάχα,
  μήπως να κάνης σκέπτεσαι καμμιά επιορκία;

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
  Σε ποιους θεούς να ορκισθώ;

ΠΑΣΙΑΣ
                          Να, στον Ερμή, στον Δία.
  στον Ποσειδώνα.

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
                Θα 'δινα τρεις οβολούς ευθύς,
  μα τον θεό, να ορκισθώ.

ΠΑΣΙΑΣ
                          Βρε άντε να χαθής
                με την ξεδιαντροπιά σου.

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ

(κτυπών δια του αναστρόφου της χειρός την κοιλίαν του Πασία:)

  Καλό ασκί που θάφτιανε κανείς [με την κοιλιά σου]!

ΠΑΣΙΑΣ
  Αλλοί μου! με περιγελάς!

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
                          Μα κ' έξη [θα μπορούσε]
  χοείς (136) να τους χωρούσε!

ΠΑΣΙΑΣ
  [Ε μα λοιπόν], μα τους θεούς και τον μεγάλο Δία,
  δεν θα μου γίνη δωρεάν μια τέτοια κοροϊδεία.

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ (καγχάζων:)
  Παίρνω μια ευχαρίστησι με τους θεούς μεγάλη·
  και τι γελοίος πούν' ο Ζευς για τους σοφούς, οι άλλοι
  όταν ορκίζωνται 'ς αυτόν!

ΠΑΣΙΑΣ
                          Καλά· μα θάρθη μια φορά
                που θα τιμωρηθής [σκληρά].
  Πες μου, θα δώσης χρήματα ή όχι, για να φύγω;

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
  Ησύχασε, και καθαρά θα σου το ειπώ σε λίγο.

(Εισέρχεται εις τον οίκον του).

ΠΑΣΙΑΣ (προς τον μάρτυρα:)
  Ε, τι θαρρείς θα κάνη αυτός;

ΜΑΡΤΥΣ
                          Μα καθώς κρίνω απ' όλα αυτά,
  θα σου τα δώση.

(Εξέρχεται ο Στρεψιάδης φέρων σκάφην του ζυμώματος).

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
                Πούν' αυτός που μου γυρεύει τα λεφτά;
  — Τ' είν' τούτο; πες μου.

ΠΑΣΙΑΣ
                          Ποιο; αυτό; σκαφίδα.

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
                                      Κι' [από μένα],
  τέτοιος που είσαι χρήματα γυρεύεις; σε κανένα
  ούτ' οβολό δεν θα 'δινα, οπού το σκάφος [πάλι]
                σκαφίδα θάχε βγάλη. (137)

ΠΑΣΙΑΣ
  Λοιπόν δεν δίνεις;

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
                Σκέπτομαι πως όχι· μα ευθύς
  από τη θύρα του σπιτιού δεν θα ξεκουμπισθής;

ΠΑΣΙΑΣ
  Φεύγω· μα ξέρε το κι' αυτό: και τη ζωή θα δώσω,
  μα για τη δίκη έξοδα [θα βρω και] θα πληρώσω.

(Φεύγει ακολουθούμενος από τον Μάρτυρα).

ΣΚΗΝΗ Ε'


ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ μόνος και μετά μικρόν ΑΜΥΝΙΑΣ

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ

(προς το μέρος όπου έφυγεν ο Πασίας:)

  Θα χάσης και τα έξοδα, μα και της μναις αντάμα·
  και μ' όλο που δεν ήθελα να πάθης τέτοιο πράμα,
  αφού' η κουταμάρα σου σκαφίδα μας τη λέει
  [τη σκάφη].

(Εισέρχεται ο Αμυνίας κλαίων).

ΑΜΥΝΙΑΣ
                Ωχ! αλλοίμονο!

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
                          Ποιος είν' αυτός που κλαίει;
  μήπως κανείς απ' τους θεούς, που έχει βάλη [εκείνος
                στα δράματα], ο Καρκίνος (138);

ΑΜΥΝΙΑΣ
  Ε, τι γυρεύεις τάχα συ; να μάθης πώς με λένε;
  Δυστυχισμένον.

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ (ωθών αυτόν:)
                Δρόμο σου!

ΑΜΥΝΙΑΣ
                          Σκληρέ! δαιμονισμένε!

  «Τροχοαπάστρες των αλόγων τύχες! Αθηνά, ω πόσο
  με κατάστρεψες!»

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
                          Για πες μου τι κακό έκαμε [ως τόσο]
  ο Τληπόλεμος (139) 'ς εσένα;

ΑΜΥΝΙΑΣ
                          Μη με κοροϊδεύης, φίλε,
                μα το γυιο σου τώρα στείλε,
  να μου δώση τα λεφτά μου οπού πήρε δανεικά,
                γιατί βρίσκομαι κακά.

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
                Δηλαδή σαν ποια λεφτά;

ΑΜΥΝΙΑΣ
                Που δανείσθηκεν, αυτά.

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
                Φαίνετ' αλήθεια από πολλά
                πως δεν θα ήσαι και καλά.

ΑΜΥΝΙΑΣ
  Εξω έπεσα [ο δόλιος] οδηγώντας τάλογά μου.

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
  Τι γκρινιάζεις, σαν να σ' έχη γάιδαρος ριγμένον χάμου;

ΑΜΥΝΙΑΣ
                Γκρίνια συ το λες αυτό
                που το χρήμα μου ζητώ;

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
  Δεν είσαι καλά.

ΑΜΥΝΙΑΣ
                Πώς τάχα;

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
                          Απ' τη θέσι του έχει βγη
  το μυαλό σου.

ΑΜΥΝΙΑΣ
                [Σου το λέω]: θα σου κάνω αγωγή,
  ναι, μα τον Ερμή, αν ίσως δεν μου δώσης της δραχμές μου.

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
                [Σε παρακαλώ] για πες μου:
                Έχεις τάχα την ιδέα
                που ο Ζευς κάθε φορά
                είν' εκείνος, όπου νέα
                ρίχνει απάνω μας νερά,
  ή ο ήλιος τα τραβάει και τα ρίχνει, κάτω πάλι;

ΑΜΥΝΙΑΣ
  Τίποτ' απ' αυτά δεν ξέρω, ούτε κ' έννοια έχω μεγάλη.

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
       Κι' όταν δεν έχεις τίποτα στο νου
       από τας υποθέσεις τουρανού,
       τι χρήματα γυρεύεις να σου δώκω;

ΑΜΥΝΙΑΣ
  Δεν τάχεις όλα; δόσε μου τον τόκο.

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
  Κι' ο τόκος τ' είν' αυτός, θηριό μεγάλο;

ΑΜΥΝΙΑΣ
       Θηριό; μα και τι θέλεις νάνε άλλο,
       που μέρα, μήνας και καιρός περνάει
       κι' όλω το χρήμα, δος του και γεννάει;

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
       Λαμπρά! για πες μου: είνε τώρα τα νερά
       της θάλασσας περσσότερ' απ' άλλη φορά;

ΑΜΥΝΙΑΣ
       Μα το θεό, η θάλασσα είν' ίση·
       δεν είνε δίκηο πράμα ν' αυγατίση.

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
       Κι' αφού μ' όσα ποτάμια μέσα χύνονται
       η θάλασσες περσσότερες δεν γίνονται,
       είσαι λοιπόν, δυστυχισμένε, στα σωστά σου
       όπου ζητείς ν' αυξήσουνε τα χρήματά σου;
       Τώρ' από δω δεν θα ξεκουμπισθής;
       Φέρτε μου [ένας] το κεντρί [ευθύς].

ΑΜΥΝΙΑΣ
  Διαμαρτύρομαι γι' αυτά, [οπού μου είπες τώρα].

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ (τον ωθεί:)
  Βρε, δίνε του! τι καρτερείς και δεν τράβας, σαμφόρα (140);

ΑΜΥΝΙΑΣ
                Μ' αυτό είνε πολύ
                μεγάλη προσβολή!

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
                Φεύγεις; γιατί εγώ
                ευθύς θα σε τσακίσω
                κεντώντας σ' από πίσω,
  σαν άλογο ζευγμένο απ' όξω απ' το ζυγό! (141)

(Προσποιείται ότι ζητεί γύρωθέν του κέντρον τι. — Ο Αμυνίας φεύγει έμφοβος).

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ (μόνος)
  Φεύγεις! γιατί θα σ' έκανα εγώ να ξεκινήσης
  μαζύ και με τ' αμάξια σου και τους τροχούς σου επίσης!

(Εισέρχεται εις τον οίκον του).

ΧΟΡΟΣ ΝΕΦΕΛΩΝ
       Τι είνε ν' αγαπά κανείς τα πράματα
       πούνε κακά! Αυτόν [εις τα γεράματα]
       τον έχει πιάση πάθος, για να φάη
       το χρήμα που δανείσθη [και χρωστάει!]
                Και βέβαιο θάρθη κακό
                σε λίγη ώρα εξαφνικό
                στο σοφιστή, για τιμωρία,
                που άρχισε την πονηρία.
  Θαρρώ πως γρήγορα θα βρη εκείνο που γυρεύει:
  ήθελε νανε ικανός ο γυιός του, ν' αγορεύη,
  κι' όλα τα δίκηα να νικά με εναντία γνώμη,
  λέγοντας και παμπόνηρα, μ' όσους βρεθή, ακόμη.
                Μα ίσως — ίσως ευχηθή
                [ο γυιόκας του] να βουβαθή!

(Εξέρχεται εκ της οικίας του ο Στρεψιάδης καταδιωκόμενος από τον Φειδιππίδην και δερόμενος διά ξύλου).

ΣΚΗΝΗ ς'.


ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ — ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ — ΧΟΡΟΣ ΝΕΦΕΛΩΝ

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ (τυπτόμενος:)
  Ωχ! ωχ! ωχ! ω συνδημότες!. συγγενείς μου και γειτόνοι!
  σώστε με με κάθε τρόπο απ' το ξύλο... Το σαγόνι ...
  το κεφάλι... συφορά μου!.. —Μωρέ σίχαμα [πού πας;]
                τον πατέρα σου χτυπάς;

ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ
  Ναι, πατέρα.

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ (προς το κοινόν:)
                Για κυττάχτε! οπού τέτοιο ξύλο πέφτει
  από τούτον, και το λέει!

ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ (απαθώς:
                          Βέβαια!

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
                                             Βρε νυχτοκλέφτη!
  πατραλοία! σιχαμένε!

ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ
                          Πες ακόμα, πες τα ίδια,
  λέγε κι' άλλα· μα δεν νοιώθεις πως για μένα τα βρισίδια
                          έχουν χάρι;

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
                          Ξεκωλιάρη!

ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ (κτυπών αυτόν.)
                Ω, τι ρόδα μου σκορπάς;

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ (αμυνόμενος:)
                Τον πατέρα σου χτυπάς;

ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ
                Μα τον Δία! και θα ειπώ
                ότι δίκηα σε χτυπώ.

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
  Βρε σιχαμερέ! πώς δίκηα τον πατέρα σου χτυπάς;

ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ
                Εγώ [τώρ' αν αγαπάς]
  θα σ' το δείξω και με λόγια και θα σε νικήσω [επίσης]

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
                Συ γι' αυτό να με νικήσης;

ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ
  Είνε εύκολο· από τους δυό τους λόγους διάλεξ' ένα.

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
                Ποιους λόγους [λες 'ς εμένα];

ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ
                [Να, δηλαδή] τον Κ ρ ε ί τ τ ο ν α
                [διαλέγεις], ή τον Ή τ τ ο ν α;

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
  Φίλε μου, εγώ σ' έστειλα να μάθης, μα τον Δία,
                στα δίκηα αντιλογία·
                εκτός αν συ με πείσης
                πως είνε δίκηο επίσης
  να τρώη ο γονηός ραβδιές κι' απ' τα παιδιά του ακόμη

ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ
                Εγώ θαρρώ πως θα πεισθής
  και τίποτα δεν θα μου πης, αν θέλης να μ' ακροασθής.

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
  Λέγε, ν' ακούσω δέχομαι ποιαν έχεις τάχα γνώμη.

ΧΟΡΟΣ ΝΕΦΕΛΩΝ
       Είν' η δουλειά σου, γέρο, να φροντίσης
       τον άνθρωπον αυτόν πώς θα νικήσης.
       Και δεν θα ήταν τόσον δυνατός,
       εάν δεν ήταν ασφαλής αυτός.
       Γι' αυτό είν' η θρασύτης του βαρειά,
       και δείχνει στην ψυχή παλληκαριά.
  Συ θα το κάμης βέβαια, να ειπής εις το χορό
  πώς πιάσατε τον πόλεμον αυτό [το φοβερό].

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
  Το βρισίδι μεταξύ μας θα σας πω πούθ' έχει αρχίση:
  καθώς ξέρετε, να φάμε είχαμε κ' οι δυο καθίση·
  στην αρχή λοιπόν του είπα την κιθάρα του να πάρη
       το τραγούδι να μου ψάλη
  [το γνωστό], του Σιμωνίδη, πώς κουρεύθη το κριάρι (142)
       Τότ' εκείνος λέει πάλι
       ότι είνε κουταμάρα
  πίνοντας να τραγουδάμε και να παίζουμε κιθάρα,
  σαν γυναίκα που αλέθει [στο χερόμυλο] κριθάρι.

ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ
  Ε, και δεν έπρεπε τότε να σου δώσω ένα στηλιάρι
       και να σε τσαλαπατήσω,
       που 'θελες να τραγουδήσω,
  λες και είχαμε τζιτζίκια στο τραπέζι;

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
                                              Ε, και τώρα,
  να, τα ίδια κοπανάει που 'λεγε κ' εκείν' την ώρα·
       και τον Σιμωνίδη [πάλι]
  ποιητήν κακόν τον είπε· με προσπάθεια μεγάλη
  εκρατήθηκα· κατόπιν από την μυρτιά [κλωνάρι]
                τον επρόσταξα να πάρη,
  να ειπή κάτι απ' τον Αισχύλο (143). Και μου λέει εκείνος: πρώτο
  έχω τον Αισχύλο απ' όλους, μα γεμάτος είναι κρότο,
  ακατάστατος [στους στίχους], και τραχύς και σκληρολόγος.
  Πόσο τάραξε, σκεφθήτε, την καρδιά μου αυτός ο λόγος!
                Ε, λοιπόν και μ' όλ' αυτό,
                τον θυμό μου τον κρατώ,
                και του λέω: τότε ειπέ μας
  τα σοφά που έχουν γράψει και οι νέοι ποιηταί μας.
  Τότε στίχους του Ευριπίδη άρχισε και τραγουδούσε,
  που την ομομήτριά του αδελφή, την εγαμούσε
  [ποιος; ο ίδιος] αδελφός της (144), — ω φρικτέ! — μα εγώ πειά
                [σαν κι' αυτή ξαδιαντροπιά]
  μη βαστώντας, στο βρισίδι άσχημα πολύ τον στρώνω.
  Εννοείται [λοιπόν τώρα], ότι απ' αυτό [και μόνο],
  τσακωθήκαμε στα λόγια· τότε απάνω μου πηδάει,
  με τσακίζει και με πνίγει, με χτυπά και με κυλάει.

ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ
  Δίκαια λοιπόν δεν ήταν, αφού τράβηξες βρισίδι
                στο σοφώτατο Ευριπίδη;

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
  Ποιον σοφώτατον; εκείνον; αχ! μωρέ τι να σου ειπώ...
  που θα ξαναφάω ξύλο.

ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ
                Μα και δίκηα σε χτυπώ.