ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Βρε ξαδιάντροπε! πώς δίκηα, όπου σ' έχω αναθρεμμένο;
κι' όταν τραύλιζες, ζητούσα πάντα να καταλαβαίνω
τ' ήθελες να ειπής· κι' αν ίσως β ρ υ ν είχες ειπή μονάχα,
έννοιωθα ευθύς νεράκι πως εγύρευες, [βρε χάχα]·
κι' αν μ α μ ά είχες γυρέψη, έτρεχα [εις τη στιγμή]
και σου έφερνα ψωμί·
και δεν πρόφθανες ακόμη να μου ειπής καλά τα κ ά κ κ α,
οπού σ' έβγαζ' απ' την πόρτα και σε βάσταγα στη λάκκα!
Και συ τώρα, βρε, με πνίγεις, κ' ενώ γύρευα [να τρέξω]
και να χέσω, στης φωνές μου δεν με βγάζεις εσύ έξω
απ' τη θύρα, σιχαμένε! — μ' απ' τη στεναχώρια, χάμου
είχα κάμη τα κακά μου!
ΧΟΡΟΣ ΝΕΦΕΛΩΝ
Μ' όσα θα ειπή, νομίζω, θα πηδήση
των νεωτέρων η καρδιά [στα στήθη]·
κι' αν τέτοιο πράμα κάνοντας νικήση
στα λόγια, όσο κ' ένα καν ρεβίθι,
αξία δεν θα πάρη
των γέρων το τομάρι.
Δουλειά σου είνε, αναμοχλευτή
και των καινούργιων λόγων κινητή,
για να ζήτησης τρόπο να [μας πείσης],
και να φανής πως δίκηα θα μιλήσης.
ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ
Ωραία να μιλή κανείς με πράγματα νεοφανή
και έξυπνα, και να μπορή τους νόμους να περιφρονή.
Εγώ, σαν είχα μια φορά στην ιππασία πάθος,
τρεις λέξεις δεν θα έλεγα χωρίς να κάνω λάθος·
να, τέτοιος ήμουν· σήμερα, όπου να την αφήσω
μ' έκαμε αυτός, ξέρω καλά με γνώμες να μιλήσω
λεπτές, μ' επιχειρήματα και λόγους να διδάξω,
πως πρέπει του πατέρα μου τη ράχη να τινάξω.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Μα το θεό ξανάρχισε καβάλλα [σε παρακαλώ]·
είνε για μένα πειο καλό
[ολόκληρο] τετράλογο να σου κρατώ αμάξι,
παρά [η δόλια] η ράχη μου στο ξύλο να ρημάξη.
ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ
Ξανάρχομαι [εγκαίρως]
'ς αυτό που με διέκοψες του λόγου μου το μέρος·
και τούτο πρώτα σε ρωτώ: δεν μ' έδερνες εμένα
παιδί σαν ήμουν;
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Βέβαια· από πολλή για σένα
αγάπη και φροντίδα μου.
ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ
Για πες μου: και να σ' αγαπώ
με ίδιον τρόπο δεν μπορώ, ώστε να σε ξυλοκοπώ,
μια που το ξυλοκόπημα είνε κι' αγάπη [ακόμα];
Και πώς λοιπόν ελεύθερο θάν' το δικό σου σώμα,
από ξυλοκοπήματα; [μονάχα],
και δεν θα ήνε το δικό μου [τάχα];
ελεύθερος γεννήθηκα κ' εγώ· [και που το λένε]
πως πρέπει μόνο τα παιδιά, κι' όχ' οι γονείς να κλαίνε;
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Μωρ' τ' είν' αυτά;
ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ
θα ειπής εσύ πως έτσι το περνάνε,
και [μόνη] του παιδιού δουλειά [το ξύλο πρέπει] νάνε·
μα θα μπορούσα να σου ειπώ κ' εγώ, το πως οι γέροι
γίνονται δυο φορές παιδιά, και πειο πολύ συμφέρει
να κλαίη ο γέρος παρά ο νιος, όπως κι' ο γέρος πάλι
είνε σωστό λιγώτερο από το νηο να σφάλη;
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Μα πουθενά ο νόμος δεν το λέει,
απ' το παιδί του ο γονηός να κλαίη.
ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ
Κι' αυτός που είχε τους νόμους κανωμένα
δεν ήταν πρώτα σαν εσέ κ' εμένα,
και έπεισε τον κόσμο τον παληότερο
με λόγια; Και μπορώ κ' εγώ λιγώτερο
να κάνω νέο νόμον [εδώ πέρα],
που το παιδί να δέρνη τον πατέρα;
κι' όσες ξυλιές [στη ράχ'] είχαμε πάρη
πριν γίνη ο νόμος, ας της έχουν χάρι,
κι' ας γίνουνε κομμάτια· δεν κυττάνε
τα ζώα, τους γονηούς των πώς χτυπάνε,
κ' οι πετεινοί; Διαφορά ποια τάχα
έχουν εκείνοι από μας, [μονάχα]
παρ' ότι [σαν εμάς δεν συνηθίζουνε]
όλο ψηφίσματα να ξεφουρνίζουνε;
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Και τάχα πώς, τους πετεινούς αφού μιμείσαι 'ς όλα αυτά,
σε ξύλο δεν κουρνιάζεις συ, και πώς δεν τρως και συ σκατά;
ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ
Μα τούτο το παράδειγμα, κακόμοιρε, που φέρνεις,
ούτ' ο Σωκράτης θαύρισκε σωστό.
(Τον δέρει).
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Μα μη με δέρνης
γι' αυτό, γιατί θαρθή καιρός να θυμηθής εμένα.
ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ
Γιατί;
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Γιατί όπως τιμωρώ δικαίως τώρα εσένα,
έτσι και το παιδί σου συ, [θα τιμωρής επίσης],
όταν θα ταποκτήσης.
ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ
Και αν δεν έχω εγώ παιδί, άδικα θα με κάνης
να κλάψω, και του λόγου σου γελώντας θα πεθάνης.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ (προς το κοινόν:)
Μου φαίνεται, ω συνομήλικοί μου,
πως δίκαια τα λέει [το παιδί μου],
και πως 'ς αυτούς αρμόζει [να χαρίσουμε]
τα δίκαια, και να τους συγχωρήσουμε·
κ' εμείς όταν δικαίως δεν φερνώμαστε,
μας πρέπει [απ' τα παιδιά μας] να δερνώμαστε!
ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ
(ωθών τον πατέρα του εις την ράχιν με την ράβδον:)
Άκουσε μια σκέψιν άλλη:
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
(εξαφνιζόμενος και αμυνόμενος:)
Ωχ! εχάθηκα και πάλι!
ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ
Κ' ίσως ούτε στενοχώρια, ούτε λύπη θα σου φέρη
μ' όσα έχεις υποφέρη.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Πώς λοιπόν; για λέγε: τάχα πώς μ' αυτά θα μ' ωφελήσης;
ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ
Ναι, θα δέρν' όπως εσένα, και τη μάννα μου επίσης.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Πώς;!... Τι λες!... τι λες!... να κι' άλλο
κακό τούτο πειο μεγάλο!
ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ
Τι λες: αν με τον _Ήττονα_ τον λόγον σε νικήσω,
λέγοντας και τη μάννα μου πως πρέπει να χτυπήσω;
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Τι άλλο τάχα να σου ειπώ αν [έχης τέτοια γνώμη]
κι' αυτό να εκτελέσης,
δεν σ' εμποδίζει τίποτε 'ς ένα γκρεμό να πέσης
παίρνοντας και τον _Ήττονα_ και τον Σωκράτη ακόμη:
(Προς τας Νεφέλας:)
— Σε τι κακό κατάντησα, Νεφέλες μου, να πέσω,
που θέλησα 'ς ελόγου σας δουλειές μου ν' αναθέσω!
ΧΟΡΟΣ ΝΕΦΕΛΩΝ
Συ είσαι η αιτία,
που τώρα [στα γεράματα]
εστράφηκες σε πράματα
γεμάτα πονηρία.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Γιατί αυτά απ' την αρχή δεν μου τα εξηγήσατε,
μα ένα άνδραν αμάθευτον και γέρο ξεμυαλίσατε;
ΧΟΡΟΣ ΝΕΦΕΛΩΝ
Τέτοια πράματα εμείς φτιάνουμε κάθε φορά
εις αυτόν που θα φανή ν' αγαπάη τα πονηρά,
ως που μεγάλη συφορά να πάθη,
για να φοβάται τους θεούς να μάθη.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ (προς τας Νεφέλας:)
Αλλοίμονό μου! είνε κακό και δίκηο [άλλο τόσο]·
δεν έπρεπε τα χρήματα που πήρα να μη δώσω.
(προς τον Φειδιππίδην)
Έλα λοιπόν, ω φίλτατε, μαζύ μου ν' αφανίσης
κι' αυτόν τον Χαιρεφώντα [σου] τον βρωμερόν, [επίσης
κ' εκείνον] τον Σωκράτη,
που και 'ς εμένα και 'ς εσέ φτιάσανε τέτοι' απάτη.
ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ
Μα στους δασκάλους μου εγώ δεν κάνω αδικία.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Ναι, ναι! να σεβασθήτε σεις τον πατρικόν μας Δία!
ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ
Για κύττα! Δία πατρικόν! Και πού λοιπόν υπάρχει
ο Ζευς, μωρέ ανόητε;
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Υπάρχει.
ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ
Όχι! άρχει
ο Στρόβιλας (145), που έδιωξε τον Δία [απ' τον ουρανό].
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Δεν έδιωξε· κ' εμέν' αυτά [μ' έκαμε] τότε να φρονώ:
ο Στρόβιλας πως είναι Ζευς· αλλοίμονο 'ς εμένα,
(αποτείνεται προς μηχάνημα τι κυλινδροειδές, ευρισκόμενον εις την
αυλήν του Σωκράτους:)
— που για θεό επέρασα μια χύτρα σαν κ' εσένα! (146)
(Λακτίζει μετ' αγανακτήσεως το μηχάνημα).
ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ
Κάθησ' εδώ πέρα τώρα, πες τα με τον εαυτό σου!
και με το ζουρλό μυαλό σου!
(Φεύγει).
ΣΚΗΝΗ Ζ'.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ (μόνος).
Ωχ! τι τρέλλα μ' είχε πιάση!
το μυαλό πώς είχα χάση,
που για τον Σωκράτην είχα τους θεούς αποστραφή.
Μα, ω φίλτατε Ερμή μου,
μη με ρίψης, θυμωμένος [σήμερα] και συ μαζύ μου,
σε καμμια καταστροφή·
μα και συ συχώρεσέ με, που σ' αδίκησα πολύ
απ' τη φλυαρία τούτων δος μου τώρα συμβουλή:
μ' αγωγή να τους ενάξω,
ή τι άλλο να τους σιάξω;
(Σκέπτεται προς στιγμήν, κατόπιν δε ωσεί εμπνευσθείς από τον Ερμήν:)
Συμβουλή καλήν [ευρήκες]·
ναι, ας μην ανοίξω δίκες,
μα να τρέξω δίχως άλλο,
και φωτιά ευθύς να βάλω
στων σαχλών την κατοικία.
(Σπεύδει εις την θύραν της οικίας του).
Έλα! έλα, ω Ξανθία!
πάρ' τη σκάλα κ' έβγα έξω, πάρε και ξινιάρι ένα,
και αν αγαπάς εμένα
τον αφεντικό σου, [τρέξε] στο σχολείο να πηδήσης,
τη σκεπή να κατασκάψης και το σπίτι να γκρεμίσης, —
(Ο θεράπων εξέρχεται φέρων τα ζητηθέντα, και εκτελεί εσπευσμένως τανωτέρω.)
κ' ένας άλλος ας μου φέρη
αναφτό δαδί [στο χέρι],
γιατί εκδίκησι θα πάρω και μεγάλη αυτήν την ώρα
απ' τους ψωροφαντασμένους!...
(Ενώ ο θεράπων κατασκάπτει την στέγην, έτερος θεράπων φέρει δάδα ανημμένην. Ο Στρεψιάδης ανέρχεται ταυτοχρόνως και πυρπολεί την οικίαν. — Εξέρχονται έντρομοι οι Α' και Β' Μαθηταί.)
ΣΚΗΝΗ Η'.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ — Ο Α' ΜΑΘΗΤΗΣ — Ο Β' ΜΑΘΗΤΗΣ και μετά μικρόν ΣΩΚΡΑΤΗΣ και
ΧΑΙΡΕΦΩΝ
Α' ΜΑΘΗΤΗΣ
Ε!. . .
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
(εξακολουθών να θέτη πυρ:)
Δουλειά σου είναι τώρα.
ω δαδί! φωτιά να βγάνης!
Ο Α' ΜΑΘΗΤΗΣ
Άνθρωπε! αυτού τι κάνεις;
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
[Και ρωτάς λοιπόν] τι κάνω;
με του οίκου τα δοκάρια, να, ψιλοκουβέντες πιάνω.
Ο Β' ΜΑΘΗΤΗΣ (εξερχόμενος:)
Συφορά! φωτιά ποιος βάζει εις το σπίτι μας αυτό;
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Να, αυτός, που [η αφεντιά σας] τον αφήσατε γδυτό!
Ο Β' ΜΑΘΗΤΗΣ
Καταστρέφεις! καταστρέφεις!
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ (εξακολουθών το έργον του:)
Εμ αυτό κ' εγώ ζητώ,
έξω πειά κι' αν μου προδώση το ξινιάρι μου αυτό
της ελπίδες, κι' από δώθε αν προτήτερα γλιστρήσω
και το σβέρκο μου τσακίσω.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ (εξερχόμενος έντρομος:)
Τι κάνεις συ, που ανέβηκες στο σπίτι μου αυτό;
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ (με στόμφον και ειρωνείαν:)
Παρατηρώ τον ήλιον και αεροβατώ!
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Ω! κακόμοιρος που ήμουν! αχ! ο δόλιος θα πνιγώ!
ΧΑΙΡΕΦΩΝ (εξερχόμενος:)
Να καώ κοντεύω τώρα και ο δύστυχος εγώ!
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Ε, και ποιος σας είχε μάθη στους θεούς να ασεβήτε,
και του φεγγαριού τον πάτο να τον επιθεωρήτε;
(Κατέρχεται και κτυπά με την δάδα τον Σωκράτην και τους Μαθητάς του).
Διώχτους!.. δίνε [τες καλές]!..
χτύπα τους για [της κακίες
όπου είχαν] της πολλές,
στους θεούς αφού γνωρίζεις πόσες κάναν αδικίες!
(Εξακολουθεί να τους κυνηγά και να τους δέρη μέχρι της πτώσεως της
αυλαίας).
ΧΟΡΟΣ ΝΕΦΕΛΩΝ
Ας πηγαίνουμ' έξω τώρα· σήμερα με όλ' αυτά
εχορέψαμ' αρκετά!
Τ Ε Λ Ο Σ
ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΠΩΛΗΣΙΣ
ΛΑΔΙΑΣ ΚΑΙ ΣΙΑ ο.ε.
ΙΠΠΟΚΡΑΤΟΥΣ 22 — ΤΗΛ. 614.686, 634.506
1) Σ. Μ. Επειδή, διά το σημερινόν τουλάχιστον Ελληνικόν Θέατρον, είνε δύσκολος η ευθύς μετά την συνομιλίαν του Στρεψιάδου και του Φειδιππίδου μετασκευή της σκηνής από κοιτώνος εις οδόν, εύθετον θα είνε όπως ευθύς εξ αρχής αι κλίναι τοποθετηθούν εις την αυλήν της οικίας του Στρεψιάδου, ούτως ώστε να υπάρχη ταυτοχρόνως έναντι και ο οικίσκος του Σωκράτους εντός του περιβόλου του και με την θύραν προς την σκηνήν. Υποθέτω ότι τοιουτοτρόπως παρεστάθη και επί Αριστοφάνους, διότι εις τον στίχον 125 του αρχαίου κειμένου /στο τέλος της σκηνής Α/ ο Φειδιππίδης απερχόμενος λέγει: «αλλ' είσειμι» (εισέρχομαι, μπαίνω μέσα), μολονότι πάλιν η εποχή δεν φαίνεται θερινή, καθόσον ο Φειδ. κατά την ομολογίαν του ιδίου πατρός του, κοιμάται «εν πέντε σ ι σ ύ ρ α ι ς - ε γ κ ε κ ο ρ δ υ λ η μ έ ν ο ς» /Μεταφρ. κουκουλωμένος σε παχειά γουναρικά/· επομένως είνε αφύσικος η εν τω υπαίθρω διανυκτέρευσις. Εν τούτοις χάριν της διακοσμητικής οικονομίας της σκηνής τα δύο ταύτα μέρη πρέπει να συγχωνευθούν εις μίαν σκηνικήν εικόνα, η δε προς το μέρος των θεατών πλευρά του περιβόλου της οικίας του Σωκράτους πρέπει να είνε κινητή, ώστε, εισερχομένου εν καιρώ του Στρεψιάδου, ν' αφαιρήται αύτη, συρομένη έσωθεν προς το παρασκήνιον.
2) Διπλή είνε η εξήγησις της απαγορεύσεως του δικαιώματος να δέρουν τους δούλους κατά την εποχήν του Πελοποννησιακού πολέμου εν Αθήναις. Ή διότι ούτοι, λαβόντες μέρος κατά την εν Αργινούσαις ναυμαχίαν και νικήσαντες, εκηρύχθησαν ελεύθεροι και δημόται Πλαταιών ενεγράφησαν (ίδε και μετάφρασίν μου «Βατράχων», Έκδ. Φέξη 1910 σελ. 9, 26, 70) ή διότι εφοβούντο μήπως εξαναγκάσουν αυτούς ν' αυτομολήσουν προς τους Λακεδαιμονίους.
3) «Εγκεκορδυλημένος»: απέδωκα διά του κ ο υ κ ο υ λ ω μ έ ν ο ς, διότι, κ ο ρ δ ύ λ η ελέγετο κάλυμμα της κεφαλής υψηλόν, και άλλως κ ό ν δ υ λ ο ς, παρ' Αθηναίοις ιδίως κ ρ ώ β υ λ ο ς και παρά Πέρσαις κ ί δ α ρ ι ς - ή - κ ι δ ά ρ ι ο ν (σαρίκι). Σ ι σ ύ ρ α δε εκαλείτο κυρίως επανωφόριον από δέρμα αιγός, γουναρικόν.
4) Οι επιδιδόμενοι εις την ιππασίαν νέοι έτρεφον μακράν κόμην. (Ίδε και «Ιππείς» 580).
5) «Την σελήνην εικάδας»: Υπήρχεν έθος διά τας συναλλαγάς να πληρώνωνται οι τόκοι κατά το τέλος εκάστου μηνός, ήτοι εκάστης σελήνης.
6) Ο Πασίας ήτο έκδοτος, σπαταλήσας εις την ιππασίαν όλην την περιουσίαν του.
7) «(Ίππος) κοππατίας»: τοιουτοτρόπως εκάλουν τους ίππους, τους φέροντας σφραγίδα επί των νώτων, το σημείον κόππα (γράμμα αριθμητικόν 90) ή το γράμμα κ (κατά τον σχολιαστήν), όπως και οι φέροντες γράμμα σ εκαλούντο σ α μ φ ό ρ α ι. Κατ' άλλους κ ο π π α τ ί α ς ωνομάζετο ο ίππος ο κτυπών τους πόδας του επί του εδάφους. Εν πάση περιπτώσει απέδωκα την λέξιν διά της καθ' ημάς σ φ ρ α γ ι σ τ ό, το οποίον δύναται να σημαίνη και τον έκτακτον κατά τα προτερήματα ίππον, άμα δε και τον φέροντα εφ' εαυτού σήμα.
8) Δύο είδη αρμάτων κυρίως υπήρχον, τα π ο λ ε μ ι σ τ ή ρ ι α, ήτοι τα πολεμικά, και τα α μ ι λ λ η τ ή ρ ι α, ήτοι τα εν χρήσει κατά τας αρματοδρομίας. Ενταύθα ο Φειδιππίδης, ως εκ του ύπνου του, ομιλεί περί των πολεμικών αρμάτων, εννοών τα της πολυτελείας.
9) Αμυνίας ήτο ιππευτής· κυρίως όμως υπονοεί ενταύθα τον άρχοντα Αμεινίαν· επειδή δε απηγορεύετο ακόμη η σάτυρα των αρχόντων, μετέβαλε την ορθογραφίαν του ονόματος από ει εις υ, ώστε να υπονοήται μεν ο άρχων, να φαίνεται δε σατυριζόμενος ο ιδιώτης ιππευτής, ίδε και «Σφήκας» στ. 74, 1267).
10) «Δήμαρχος»: παίζει με την έννοιαν κορέος ή ψύλλος· δ ή μ α ρ χ ο ι δε εκαλούντο οι ενεργούντες τας απογραφάς και κρατούντες τα ληξιαρχικά βιβλία, υπούργημα εξασκούμενον από της εποχής του Σόλωνος και ισοδυναμούν περίπου προς το του δικαστικού κλητήρος.
11) «Εγκεκοισυρωμένην»: λέξις κατασκευασθείσα πρώτον υπό των Ερετριέων εξ αφορμής της Κοισύρας, πλουσίας, ευγενούς και κομψευομένης γυναικός εξ Ερετρίας, μητρός του Αλκμεωνίδου Μεγακλέους και συζύγου του Πεισιστράτου. (Ίδε και «Αχαρνείς» στ. 61).
12) «Κωλιάδος, Γενετυλλίδος»: Ενταύθα υπονοούνται είδη αφροδισίων απολαύσεων, το δε χωρίον είνε δυσαπόδοτον αυτολεξεί· Κ ω λ ι ά ς και Γ ε ν ε τ υ λ λ ί ς ήσαν επίθετα της Αφροδίτης· το δεύτερον όνομα έλαβεν ως έφορος της γεννήσεως και εις πληθυντικόν «Γενετυλλίδες» (ίδε «Θεσμοφοριαζούσας» στ. 130) περί του πρώτου δε ίδε μετάφρασίν μου της «Λυσιστράτης». (Έκδ. Φέξη 1910, σελ.).
13) «Αλλ' εσπάθα»: η λέξις σ π α θ ώ ενταύθα είνε διφορουμένη· σημαίνει «υφαίνω και σπαθίζω το πανί δια να γίνη κρουστόν», σημαίνει δε ταυτοχρόνως και το δ ι α σ π α θ ί ζ ω(=σπαταλώ περιουσίαν). Όθεν απέδωκα διά της ανωτέρω περιφράσεως, η οποία δικαιολογεί και την αμέσως ακόλουθον εκφρασιν: «ώ γύναι, λίαν σπαθάς».
14) Παρά τη αθηναϊκή αριστοκρατία, κατ' εξοχήν ιπποτρόφω, ευγενέστερα ονόματα εθεωρούντο τα συντεθειμένα με την λέξιν ί π π ο ς.
15) Τόπος ορεινός εν Αττική, κατάλληλος προς βοσκήν αιγών.
16) «Πνιγεύς»: κυρίως κοίλον κάλυμμα προς σβύσιμον των ανθράκων. Η θεωρία αύτη ωφείλετο εις τον φιλόσοφον Ίππωνα τον Σάμιον, τον οποίον και διεκωμώδησε πρότερον ο κωμωδιογράφος Κρατίνος εις τους «Πανόπτας». (Ίδε και μετάφρασίν μου «Ορνίθων», έκδοσιν Φέξη 1910, σελ. 8)
17) Ο Χαιρεφών ήτο μαθητής του Σωκράτους, επιλεγόμενος και Νυκτερίς κατά την ομολογίαν του Πλάτωνος. (Ίδε «Σφήκας» στ. 1408, και μετάφρασίν μου «Ορνίθων», εκδ. Φέξη 1910 σελ. 127).
18) Κατ' άλλους πρόκειται περί των γνωστών πτηνών· κατ' άλλους όμως, όπερ εικάζω και ως ορθότερον, υπήρχον ίπποι εκλεκτοί φέροντες ως σφραγίδα φασιανόν· υπάρχει και υπόθεσις, ότι Φάσις ήτο ποταμός της Σκυθίας,όπου ετρέφοντο εκλεκτοί ίπποι. Ο δε Λεωγόρας ήτο τρυφηλός τις Αθηναίος πατήρ του ρήτορος Ανδοκίδου. (Ίδε και «Σφήκας» στ. 1269)
19) «Αλλ' ουδ' εγώ μέντοι πεσών κείσομαι»: κατά τον αρχαίον σχολιαστήν η φράσις αυτή ερμηνεύεται: «δεν θα λυπηθώ δι' αυτό»· κατ' άλλους όμως ελήφθη εκ της παλαιστικής, καθ' ην ο πίπτων τρις εθεωρείτο ηττημένος. Επροτίμησα την τελευταίαν ταύτην εκδοχήν.
20) Δήμος της Ακαμαντίδος φυλής, ένθα εωρτάζοντο και τα Απολλώνεια.
21) Υπαινιγμός διά τον Χαιρεφώντα, έχοντα την οφρύν πυκνήν και μακράν, δια δε τον Σωκράτην ως φαλακρόν.
22) Και Σφήττιος αποκαλείται ενταύθα, ως ανήκων εις τον Σφηττόν, δήμον της Αττικής (φυλή Ακαμαντίς).
23) «Εκ της παλαίστρας θοιμάτιον υφείλετο»: ο στίχος έχει ανάγκην ευρυτέρας ερμηνείας, καθόσον δι' αυτού ο Αρ. κατηγορεί τον Σωκράτην ως φοιτώντα και εις τα γυμναστήρια των παίδων, διά να βλέπη αυτούς γυμνούς εν ώρα πάλης (Σχολιαστής).
24) Κατά το έκτον έτος του Πελ. πολέμου ο Κλέων συνέλαβεν αιχμαλώτους εν Πύλω 300 Σπαρτιάτας, οι οποίοι, ως εκ των κακουχιών της πολιορκίας, είχον καταστή σκελετώδεις.
25) «Την κληρουχικήν» Ο Στρεψιάδης, καθό αγρότης, παίζει με την λέξιν, εννοών την γην την παρεχομένην εις τους αστούς δια κλήρου, ιδία οσάκις κατεκτάτο χώρα εχθρική. Ο Πλούταρχος (εν β. Περικλέους 39) λέγει ότι δια τοιαύτης υποσχέσεως κατέστειλε την κατ' αυτού οργήν των Αθηναίων διά τον πόλεμον· τούτο δε άλλως έγινε και μετά την κατάληψιν της αποστατησάσης Μυτιλήνης (Θουκ. Γ'. 50).
26) Ενταύθα η λέξις του κειμένου π α ρ α τ έ τ α τ α ι διά τον Μαθητήν αποτελεί γεωγραφικήν έκφρασιν, σημαίνουσαν το μήκος· η δε λέξις π α ρ ε τ ά θ η, διά τον Στρεψιάδην λαμβάνεται κατά παρεξήγησιν, και σημαίνει ετυραννήθη· διά τούτο εθεώρησα κατάλληλον την απόδοσιν διά της παρ' ημίν φράσεως τ α τ ε ν τ ώ ν ω (=αποθνήσκω, καταστρέφομαι).
27) «Σιδαρέοισιν» Διπλή ερμηνεία ενταύθα, Ή εννοεί σιδηρούς θεούς, ή ο Στρεψιάδης παίζων με την λέξιν ν ό μ ι σ μ α του Σωκράτους υπαινίσσεται, νόμισμά τι των Βυζαντίων εκ σιδηρού και προστύχου μετάλλου.
28) Υπαινίσσεται τον τρόπον της διδασκαλίας τών φιλοσόφων καθημένων επί έδρας, ή τον τρόπον της τελέσεως των μυστηρίων.
29) Εννοεί την ομώνυμον τραγωδίαν του Σοφοκλέους, εν τη οποία ο Αθάμας φέρεται στεφανωμένος ως σφάγιον εις τον βωμόν του Διός. Σώζεται δε υπό του Ηρακλέους.
30) «Τρίμμα, κρόταλον, παιπάλη»: Το μεν κ ρ ό τ α λ ο ν απεδόθη διά του ρ ο κ ά ν α· δυσανταπόδοτοι όμως εις την σημερινήν γλώσσαν αι λέξεις τ ρ ί μ μ α και π α ι π ά λ η· τρίμμα σημαίνει περί πολλά τετριμμένος, ειδήμων, περίτιμμα της αγοράς (ως ο Δημοσθένης αποκαλεί τον Αισχίνην), φλύαρος· το τελευταίον τούτο και επροτίμησα αποδώσας δια της λέξεως μ ύ λ ο ς· (ο Α. Ρ. Ραγκαβής έγραψε «γλώσσα ροδάνι»)· η δε λ. π α ι π ά λ η σημαίνει: τραχύς, δυσνόητος (παίπαλα και τα δύσβατα μέρη), λεπτολόγος· περίπου αντιστοιχεί προς την παρ' ημίν λέξιν φ α ρ ί ν α, την οποίαν απέρριψα ως ξενικήν, προτιμήσας την λ. σκόνην, — καθόσον μόνον εις τας μεταφράσεις των «Εκκλησιαζουσών» και της «Λυσιστράτης», γενομένας εις παιλαιοτέραν εποχήν και ειδικώς διά το θέατρον, μετεχειρίσθην την ανάμικτον με ξενικάς λέξεις δημοτικήν.
31) «Κυνή» (και ποιητικώς κ υ ν έ η): κυρίως ήτο κάλυμμα της κεφαλής εκ δέρματος κυνός, σύνηθες εις τους αγρότας, μεταβληθέν δε και εις πολεμιστήριον δια της επικαλύψεως εκ στρώματος χαλκού. Ενταύθα προφανώς πρόκειται περί σκούφου. Παρά τοις αρχαίοις ήτο συνήθης η χρήσις δερμάτων ζώων ως καλυμμάτων της κεφαλής, παρά δε τω Σχολιαστή του Αριστοφάνους αναφέρεται και το δέρμα της καμήλου ως χρησιμοποιούμενον προς τούτο, το δε κάλυμμα εκαλείτο κ α μ η λ α ύ κ ι ο ν, εξ ου βεβαίως και το σημερινόν κάλυμμα της κεφαλής των Ιερέων.
32) Βουνόν της Ιωνίας χιονοσκεπές.
33) «Τρυγοδαίμονες» (και τ ρ υ γ ω δ ο ί ): ωνομάζοντο οι κωμικοί ποιηταί παλαιόθεν, διότι αλειφόμενοι με τρύγα (μούργα-καταπάτι) του οίνου, εξήρχοντο εις τας οδούς αγνώριστοι και απήγγελλον τα ποιήματα των συνήθως υβριστικά πεζή ή εφ' αμαξών^ εκ τούτου προέκυψεν και η παροιμία «λέγειν τα εξ αμάξης», ήτοι υβρίζειν και αισχρολογείν. Κατ' άλλους τούτο ετελείτο εις την εορτήν των Διονυσίων από άνδρας, και γυναίκας ακόμη, εν μέθη.
34) Εννοεί τον ναόν της Δήμητρος και Κόρης εν Ελευσίνι, ένθα, ως γνωστόν, ετελούντο τα ομώνυμα μυστήρια.
35) «Βρομία χάρις»: η εορτή των Διονυσιακών αγώνων, κατά τους οποίους συνηγωνίζοντο οι κωμικοί και οι τραγικοί ποιηταί διά της παραστάσεως των έργων των. Β ρ ό μ ι ο ς είνε επίθετον του Διονύσου (= θορυβώδης, βακχικός).
36) «Γνώμην, και διάλεξιν, και νουν ημίν παρέχουσι
«και τερατείαν, και περίλεξιν, και κρούσιν, και κατάληψιν».
Σκοτεινόν το χωρίον τούτο, ιδία εις την ερμηνείαν των λέξεων π ε ρ ί λ ε ξ ι ς, κ ρ ο ύ σ ι ς, κ α τ ά λ η ψ ι ς· εκ τούτων η μεν π ε ρ ί λ ε ξ ι ς εξηγείται παρά τω Σχολιαστή ως π ε ρ ί φ ρ α σ ι ς (=λόγων στριφογυρίσματα), η δε κ ρ ο ύ σ ι ς ως απάτη (=σοφίσματα) και η κ α τ ά λ η ψ ι ς ως γ ν ώ σ ι ς, α ί σ θ η σ ι ς - τ η ς - τ έ χ ν η ς· κυρίως όμως κ α τ ά λ η ψ ι ς ελέγετο παρά τοις μουσικοίς η δοκιμή των χορδών, εάν ευρίσκωνται εις τον ωρισμένον τόνον (εξ ου και μετέφρασα: λόγια δοκιμαστικά), εν γένει όμως το χωρίον, αποτελούμενον από τεχνικούς όρους της εποχής, αλληγορικώς και τούτους λαμβανομένους, είνε ανανταπόδοτον αυστηρώς.
37) Εννοεί τους αποσταλέντας εις Θούριον (Σύβαριν) της Σικελίας μάντεις προς κτήσιν της πόλεως και αποικισμόν, μεταξύ των οποίων ήτο και ο Λάμπων, περί ου ίδε και μετάφρασίν μου «Ορνίθων» εκδ. Φέξη 1910 σελ. 48.
38) Υπαινίσσεται τους «περί ανέμων και υδάτων» συγγράψαντας ιατρούς, μεταξύ των Οποίων και ο Ιπποκράτης έγραψε σύνταγμα περί αέρων, τόπων και υδάτων. (Παράβαλε «Θεσμοφοριαζούσας» στ. 27). Προς τούτο λαμβάνει αφορμήν εκ της παρουσίας των Νεφελών.
39) «Σφραγιδονυχαργοκομήτας»: ήτοι τους εις μηδέν άλλο ασχολουμένους ειμή εις την υπερβολικήν επιμέλειαν της κόμης και των ονύχων και κοσμούντες τους δακτύλους δια πληθύος δακτυλιδιών.
40) «Ασματοκάμπτας»: εννοεί τους διθυραμβοποιούς, των οποίων η ποιητική και μουσική παραγωγή εθεωρείτο ως διαφθορά της τέχνης, παρεμφερής προς την παρ' ημίν παραγωγήν των Μαλλιαρών. Τοιούτοι ήσαν σύγχρονοι του Αρ. ο Κλεομένης, ο Φιλόξενος και ο Κινησίας, τον οποίον σατυρίζει δια μακρών και αλλαχού: ίδε μεταφράσεις μου (εκδ. Φέξη 1910) «Ορνίθων» σελ. 111 και «Λυσιστράτης» σελ. 67.
41) Ο Τυφών ήτο εκατοντακέφαλον τέρας, το οποίον εκεραύνωσεν ο Ζευς και έρριψεν εις τον Τάρταρον. Εις τούτον εθυσίαζον οι αρχαίοι μετά την διάβασιν της καταιγίδος. Διά του χωρίου τούτου σατυρίζει τους διθυράμβους και ιδία του Φιλοξένου, περί ου και περαιτέρω εις στίχον, 686, και εις «Σφήκας» στίχ. 84.
42) Σατυρίζει τον διθυραμβοποιόν Ιερώνυμον τον Ξενοφάντου, έχοντα λάσιον το σώμα, κίναιδον και ταυτοχρόνως παιδεραστήν. (Ίδε Αχαρνείς στ. 388 και μετάφρασίν μου των «Εκκλησιαζουσών» εκδ. Φέξη 1910 σελ. 1).
43) Σοφιστής κατέχων διακεκριμένην θέσιν εν τη πολιτεία και καταχρασθείς το δημόσιον χρήμα, κωμωδηθείς δε και από τον Εύπολιν.
44) Περί Κλεωνύμου πολλαχού αναφέρει ως ριψάσπιδος, δειλού. και αισχρού (Νεφέλαι στ. 673, Σφήκες στ. 19), ψεύστου και λαιμάργου (Αχαρνείς στ. 88). Ίδε και μετάφρασίν μου «Ορνίθων» εκδ. Φέξη 1910 σελ. 30, 121.
45) Περί τούτου ιδέ μετάφρασίν μου «Βατράχων» σελ. 46 και «Λυσιστράτης» σελ. 52. (Έκδ. Φέξη 1910). Σατυρίζεται επίσης και εις «Σφήκας» στ. 1187.
46) Ο Πρόδικος ήτο αστρονόμος και διδάσκαλος της ρητορικής, περί του οποίου και ο Πλάτων κάμνει λόγον εις τον Πρωταγόραν, και ο Ξενοφών εις τα Απομνημονεύματα. Ίδε και μετάφρασίν μου «Ορνίθων» εκδ. Φέξη 1910, σ. 61.
47) «Αιθέριος δίνος».
48) «Κρονίων όζων»: η φράσις αύτη απεδίδετο συνήθως εις τους απλοϊκώς και αμαθώς ομιλούντας, προελθούσα εκ της παναρχαίας εορτής των Κρονίων, ότε οι άνθρωποι ήσαν αμαθείς και απλοί εκ τούτων και η μέχρις ημών λέξις κ ρ ο ν ό λ η ρ ο ς, ήτοι λέγων ανοησίας.
49) «Βεκκεσέληνε»: από το «Βέκ» και «σελήνη». Ο βασιλεύς της Αιγύπτου Σεσόγχοσις (παρ' Έλλησι Ψαμμήτιχος) θέλων να μάθη ποιον είνε το αρχαιότερον όλων των εθνών, έκοψεν ανθρώπου τινός την γλώσσαν και ενέκλεισεν αυτόν μεθ' ενός βρέφους, το οποίον ηλικιωθέν επρόφερε πρώτην την λέξιν Βέκ· εκ τούτου ο Ψαμμήτιχος συνεπέρανεν, ότι ο αρχαιότερος λαός ήσαν οι Φρύγες, εις των οποίων την γλώσσαν ο άρτος ελέγετο β έ κ κ ο ς. Αύτη είνε η Ιστορία της λέξεως, η οποία ούτως εν τη ενώσει της β έ κ και σ ε λ ή ν η, δηλοί κάτι παμπάλαιον και συνεπώς μωρόν και παράλογον, εξ ου: γ ε ρ ω ξ ε κ ο υ τ ι ά ρ η ς.
50)Περί Σίμωνος και Κλέωνος εσημείωσ' ανωτέρω. Και ο Θέωρος ως επίορκος ωσαύτως κωμωδείται. (ίδε και «Σφήκας» στ. 47. «Ίππείς» στ. 608).
51) Τα Διάσια ήσαν εορτή εν Αθήναις του Μειλιχίου Διος, αγόμενα την 8ην του μηνός Ανθεστηριώνος φθίνοντος, κατά τα οποία η πόλις εξήρχετο πανδημεί έξω του τείχους.
52) Η περίοδος αύτη μέχρι του στίχου «τσανακογλείφτης, σιχαμερός» δέον ν' απαγγέλληται όσον το δυνατόν ταχέως από τον ηθοποιόν.
53) Ο Χαιρεφών, ως είπομεν και ανωτέρω, ήτο λιπόσαρκος και κακόμορφος. Ιδέ και κείμενο που παραπέμπει στην υποσημείωση 17.
54) Ο Τροφώνιος ήτο λιθοξόος, κατασκευάσας υπόγειον ναόν εν Λεβαδεία, καλούμενον άντρον του Τροφωνίου. Εις την είσοδον αυτού εκάθηντο οι μυούμενοι γυμνοί, επιστεύετο δε ότι ηρπάζοντο υπό πνευμάτων και ωδηγούντο εις το υπόγειον· επειδή δε εκεί απήντων δαίμονας και άλλα ερπετά, εκράτουν πλακούντα, τον οποίον έρριπτον εις αυτά και απηλλάσσοντο του διωγμού. (Παυσανίας Ι,ΙΧ, 39).
55) Η κωμωδία αύτη εδιδάχθη και δια δευτέραν φοράν (έτος Β' της 89 Ολυμπ.) ηττηθείσα κατά την α' παράστασιν ως εν τη εισαγωγή αναφέρω.
56) Υπαινίσσεται την πρώτην του κωμωδίαν «Δαιταλείς», εν τη οποία πρωτηγωνίστουν δύο διάφοροι χαρακτήρες, ο Σώφρων [νεανίας] και ο Καταπύγων (κίναιδος, αισχρός) η κωμωδία εκείνη ήρεσεν εις το κοινόν, μολονότι ο ποιητής έγραψεν αυτήν εις νεαράν ηλικίαν.
57) Εις την τραγωδίαν του Αισχύλου «Χοηφόροι» η Ηλέκτρα, ερχομένη εις τον τάφον του πατρός της, αναγνωρίζει τον αδελφόν της Ορέστην εκ της κόμης του. Εννοεί δια τούτου ότι και αι «Νεφέλαι», αναζητούσαι τους παλαιούς κριτάς των «Δαιταλών», θα τας αναγνωρίσουν από την σοφίαν, όπως η Ηλέκτρα τον Ορέστην από την κόμην.
58) Συνήθως οι κωμικοί υποκριταί εισήρχοντο εις την σκηνήν εζωσμένοι, χάριν αστειότητος, δερμάτινα αιδοία.
59) «Ιού, ιού» σχετλιαστικόν και σύνηθες εις τους τραγωδούς. Σημειωτέον ότι όσα ανωτέρω κατηγορεί ως κακόζηλα διά την τέχνην, ηκολούθησε και ο ίδιος εις τας κωμωδίας του. Λ χ. εις τας «Σφήκας» εισάγει τον κόρδακα· εις την «Λυσιστράτην» τους φέροντας τα σκύτινα αιδοία· τον γέροντα εις τους «Όρνιθας» και τους φαλακρούς εις την «Ειρήνην»· τας δε δάδας εισάγει εις τους «Βατράχους», εις την «Λυσιστράτην» και εις αυτάς τας «Νεφέλας» ως και το «ιού, ιού».
60) Κατά του Κλέωνος έγραψεν ειδικώς ο Αρ. τους «Ιππείς».
61) Περί Υπερβόλου ιδέ κατωτέρω σημείωσιν 3.
62) Ο Εύπολις ήτο δόκιμος κωμωδιογράφος σύγχρονος και συναγωνιστής του Αρ., εκ των κωμωδιών του οποίου περιεσώθησαν περικοπαί τινες παρ' Αθηναίω· ως εξάγεται εκ της ανωτέρω περικοπής, είχεν αναβιβάση επί της σκηνής και «Ιππείς». Ενταύθα πρόκειται περί της κωμωδίας «Μαρικάς» γραφείσης υπό του Ευπόλιδος προς διακωμώδησιν του Υπερβόλου, περί ου πολλαχού ο Αρ. αναφέρει (Νεφ. 1065, Ειρ. 1320, Αχαρν. 845, Θεσμ. 840, Ιππείς 739. Ιδέ και «Βατράχους» μετάφρασίν μου, εκδ. Φέξη 1910,σελ. 59).
63) Του κόρδακος· γραίαν δε εννοεί την μητέρα του Υπερβόλου.
64) Περί Φρυνίχου κωμωδιογράφου ιδέ μετάφρασίν μου «Βατράχων» σελ. 7 (εκδ. Φέξη 1910)· ο δε αναφερόμενος εν σελίδι 67 της μεταφράσεώς μου των «Ορνίθων» καθώς και εν σελ. 90 των «Βατράχων» είνε ο παλαιότερος τραγικός ποιητής. (Ιδέ και «Σφήκας στ. 1490).
65) Κατά τον Σχολιαστήν ο Έρμιππος δεν έγραψεν ειδικώς κωμωδίαν διά τον Υπέρβολον, ανέφερεν όμως αυτόν εις την κωμωδίαν του «Αρτοπώλιδες».
66) Των εγχέλεων; αντί «των λέξεων» φράσις την οποίαν μεταχειρίζεται και εις τους «Ιππείς» (στ. 86).
67) «Παφλαγόνα»: Εννοεί τον Κλέωνα, τον οποίον ονομάζει βυρσοδέψην, ως και εις Ιππείς στ. 470 (ιδέ Νεφέλας 586, Αχαρνείς 376, 502, και μετάφρ. μου Βατράχων, εκδ. Φέξη 1910, σελ. 59, 60). Ως δικαίως εικάζουσί τινες, κρίνοντες εκ του χωρίου τούτου, ο Αρ. έφερε κατά καιρούς τροποποιήσεις εις τας Νεφέλας. Διότι, ενώ ανωτέρω φέρει τον Κλέωνα ως αποθανόντα, ενταύθα τον σατυρίζει ως ζώντα. Eκ τούτου εικάζεται ότι η δευτέρα αύτη περίοδος είνε του παλαιού κειμένου, η δε προηγουμένη προσετέθη κατόπιν, μετά τον θάνατον του Κλέωνος.
68) Επί Στρατοκλέους κατά το προηγούμενον έτος είχε γίνη έκλειψις σελήνης, χειροτονουμένου δε του Κλέωνος εις στρατηγόν, εγένετο κατά σύμπτωσιν έκλειψις ηλίου.
69) Η Άρτεμις.
70) Βάκχαι.
71) «Αλλ' άνω τε και κάτω κυδοιποδάν:» Ενταύθα ο Αρ. υπαινίσσεται την μεταρρύθμισιν του παλαιού ημερολογίου υπό του αστρονόμου Μέτωνος (περί ου ιδέ μετάφρασίν μου «Ορνίθων» εκδ. Φέξη 1910 σελ. 8). Ούτος κατά το α' έτος της ΠΖ' Ολυμπιάδος (432 π. χ ) ήτοι έν έτος προ της ενάρξεως του Πελ. πολέμου, είχε καθορίση το μεν ηλιακόν έτος εις 365 ημέρας και 12 ώρας, το δε σεληνιακόν εις 354 ημ. και 9 ώρας επί τη βάσει περιόδου 19 ετών. Το νέον τούτο μετρικόν του χρόνου σύστημα εκαλείτο «χρυσούς κύκλος του Μέτωνος», υπήρξε δε αιτία να μετατοπισθούν αι ημέραι των ιδιαιτέρων δι' έκαστον θεόν εορτών, ώστε αντί λ. χ. της εορτής του Διός να τελήται η του Ποσειδώνος και καθεξής.
72) Μέμνων και Σαρπηδών, υιοί του Διός αποθανόντες εν Τροία, δια τον θάνατον των οποίων, κατά διαταγήν του Διός, οι θεοί ήγον πένθος, νηστεύοντες ωρισμένην ημέραν του έτους.
73) «Ι ε ρ ο μ ν η μ ο ν ε ί ν:» Ι ε ρ ο μ ν ή μ ο ν α ς εκάλουν τους αποστελλομένους εις το Αμφικτυονικόν Συνέδριον τέσσαρας εξ εκάστης πόλεως αντιπροσώπους ως συνέδρους· εκ τούτων, δύο εκαλούντο Π υ λ α γ ό ρ α ι, εκ της Πυλαίας (Θερμοπυλών), ένθα συνεκροτείτο κατά το φθινόπωρον το Συνέδριον, και κατά το θέρος συνεκροτείτο εις Δελφούς. (Ιδέ και Θεσμοφ. στ. 30). Οι ιερομνήμονες ούτοι καλούνται παρ' Ομήρω και απλώς μ ν ή μ ο ν ε ς (Οδυσ. Θ 163 — : )
φόρτου τε μνήμων και επίσκοπος ήσιν οδαίων.
74) Φαίνεται ότι κατά σύμπτωσιν είχεν αναρπάση ο αήρ εκ της κεφαλής του Υπερβόλου τον δάφνινον στέφανον του συνέδρου.
75) Ο χ ο ί ν ι ξ ήτο το 1/4 του μ ε δ ί μ ν ο υ ισοδυναμών προς 324 δράμια. Διά τούτο παρεξηγών κατωτέρω ο Στρεψ. το στιχουργικόν τ ε τ ρ ά μ ε τ ρ ο ν του Σωκρ. υπονοεί ως τ ε τ ρ ά μ ε τ ρ ο ν το 1/2 του μεδίμνου, το οποίον είνε 4 χ ο ί ν ι κ ε ς, δηλ. δωδεκάμετρον.
76) «Ημιεκτέον» δηλ. η μ ί ε κ τ ο ν το 1/12 του μεδίμνου.
77) «Ρυθμός... κατ' ενόπλιον:» είδος ρυθμού, προς τον οποίον εχόρευον ένοπλοι και σείοντες τα όπλα, άλλως και Κουρητικός χορός· ο ρυθμός ούτος συνέκειτο από 2 δακτύλους και 1 σπονδείον. «Ρυθμός κατά δάκτυλον:» Ο Σωκρ. εννοεί τον μετρικόν, παρεξηγών δε προς το αισχρόν ο Στρεψ. διαθέτει τον μέσον δάκτυλον εις ασελγές σχήμα.
78) Το αρχαίον κείμενον φέρει την λέξιν «αλεκτρυών» (στ. 66) την οποίαν θεωρώ ως ορθοτέραν, αλλά μη αποδιδομένην, όπως η λέξις «αετός» εις την καθ' ημάς διά διγενοφανούς τύπου· ότι δε λ. «αλεκτρυών» είνε διγενής εν τη αττική διαλέκτω, μαρτυρούσιν ικανά χωρία αττικών ποιητών, αναφερόμενα παρά τω Σχολιαστή. Και ο Α. Ρ. Ραγκαβής προτιμά την γραφήν «αετός» διά τον αυτόν λόγον.
79) Ενταύθα ο Κλεώνυμος σατυρίζεται και ως πένης, παράσιτος και λαίμαργος.
80 Σατυρίζει Σώστρατόν τινα γνωστόν επί θηλυπρεπεία, του οποίου το όνομα μεταβάλλει εις θηλυκόν: Σ ω σ τ ρ ά τ η. Ο Α. Ρ. Ραγκαβής υποθέτει ότι είνε ο παρά Λυσία (Θ. 1) αναφερόμενος συκοφάντης.
81) Εννοεί τον αυτόν, ως ανωτέρω, Κλεώνυμον, τον οποίον πολλαχού σατυρίζει ως θηλυπρεπή και ρίψασπιν. (Αχαρν. 88, Σφ. 19, ιδέ και μετάφρασίν μου «Ορνίθων» εκδ. Φέξη, 1910 σελ. 30,120).
82) Ονόματα εταιρών της εποχής.
83) Γνωστοί θηλυπρεπείς. Ο Φιλόξενος σατυρίζεται και εις Σφήκας στ. 84, και ο Αμυνίας στ. 74, 1267 και εξής.
84) Ενταύθα ο Αρ. παίζει με την κατάληξιν ί α (του Αμυνία) λαμβάνων αυτήν ως κατάληξιν θηλυκού ονόματος· επομένως απέδωκα δια το εκφραστικώτερον Αμυν ί τ σ α (ιδέ και υποσ. 9).
85) Είπε Κ ο ρ ί ν θ ι ο ι παίζων προς την λέξιν κ ό ρ ε ι ς (κορέοι), διότι κατά την εποχήν έκείνην οι Κορίνθιοι ήσαν εις πόλεμον με τους Αθηναίους.
86) Εννοεί την αποδιδομένην ρυπαρότητα και καχεξίαν εις τους περί τον Σωκράτην (ιδέ και στίχο «έχοντας μαυροκίτρινο [καθώς αυτοί] το χρώμα;»).
87) «Φρουράς άδων ολίγου φρούδος γεγένημαι»: διά του φ ρ ο υ ρ ά ς ά δ ω ν εννοεί τους φρουρούς, οι οποίοι, διά να μη καταληφθούν υπό του ύπνου, ετονθόρυζον άσματα. Το δε φ ρ ο ύ δ ο ς είνε βεβιασμένον λογοπαίγνιον αναγόμενον εις τας ανωτέρω επαναλήψεις της λέξεως ταύτης (στίχος κειμένου 718, 719) και οιονεί συνέπεια της φράσεως εν φ ρ ο υ ρ ά ά δ ω ν(=φρούδον).
88) «Νους αποστερητικός:» εννοεί σκέψιν προς αποστέρησιν της πληρωμής των δανειστών.
89) Οι Θεσσαλοί εθεωρούντο διάσημοι εις τας μαγείας των και ιδία αι γυναίκες, η δε φήμη αυτη εξηκολούθησε μέχρι των βυζαντινών χρόνων. Αι γυναίκες εκείναι ισχυρίζοντο ότι κατεβίβαζον την Σελήνην με επωδούς.
90) Ανάγεται εις την παρατήρησιν του ιδίου Στρεψιάδου που παραπέμπει στην υποσημείωση 7.
91) Διά την γραφήν, ίσως δε πλειότερον εις τα δικαστήρια, μετεχειρίζοντο συνήθως πινακίδας κηρωμένας.
92) Διά του όρκου τούτου ο Αρ. υπαινίσσεται την πατρικήν του Σωκράτους τέχνην, την γλυπτικήν, την οποίαν ηκολούθησε και εκείνος, πολλούς ανδριάντας γλύψας· λέγεται μάλιστα ότι έγλυψε και τας τρεις Χάριτας Θάλειαν, Πειθώ και Αγλαΐαν, αι οποίαι ευρίσκοντο εις την Ακρόπολιν, όπισθεν του αγάλματος της Αθηνάς.
93) Σατυρίζει και πάλιν την Κοισύραν, την μητέρα του Μεγακλέους, περί της οποίας ιδέ και σημ. 11. (Αχαρν. 618).
94) Ο Μεγακλής, περί του οποίου κάμνει λόγον και προηγουμένως (ιδέ στίχο που παραπέμπει σε υποσ. 11) είχε σπαταλήση την πατρικήν περιουσίαν, εννοεί δε ενταύθα ο Αριστοφ. ότι μόνον οι κίονες είχον απομείνη εκ του οίκου του. (Ιδέ και Αχαρν. 61)
95) Ιδέ υποσημείωση 47.
96) Ο Σωκράτης ήτο, ως γνωστόν, γνήσιος Αθηναίος· ενταύθα όμως ο Αρ. τον ονομάζει Μήλιον διαβάλλων αυτόν επί ασεβεία, καθόσον μετά την καταδίκην του Μηλίου Διαγόρου επί ασεβεία (ιδέ μετάφρασίν μου «Ορνίθων» εκδ. Φέξη, 1910, σελ. 9) και ετέρου Μηλίου, του Αρισταγόρου, υβρίσαντος τα Ελευσίνια μυστήρια, τον τίτλον Μ ή λ ι ο ς απέδιδον εις τους ιεροσύλους και ασεβείς.
97) Αναφέρεται σε κείμενο λίγο πριν από την παραπομπή στην υποσ. 21.
98) Εις το κείμενον υπάρχει η λέξις α λ ε κ τ ρ υ ώ ν, η οποία εις την αττικήν διάλεκτον ελαμβάνετο και διγενώς: ο α λ ε κ τ ρ υ ώ ν (πετεινός) και η α λ ε κ τ ρ υ ώ ν (όρνις)· εις την καθ' ημάς δημοτικήν μόνον η λέξις π ο υ λ ε ρ ι κ ό αντιστοιχεί διγενώς, και ταύτην επροτίμησα, δια να εννοηθή από σκηνής το παίγνιον του ποιητού.
99) Μη νυν το λοιπόν»: Δεν θα ήνε και εις το μέλλον όπως έως τώρα.
100) «Γηγενείς»: ούτως ονομάζων τους περί τον Σωκράτην, εννοεί τους Γίγαντας και Τιτάνας, επαναστατήσαντάς ποτε κατά των θεών, και επομένως α σ ε β ε ί ς.
101) «Καταπεφρόντικα»: ενταύθα μετεχειρίσθη την λέξιν ο Στρ. δίδων να υπονοηθή ότι απεγυμνώθη χάριν της σοφίας των φροντιστών (διδασκάλων, φιλοσόφων), εξ ου και έπλασα την ανωτέρω λέξιν, η οποία δέον ν' απαγγέλλεται από τον ηθοποιόν, συνοδευομένη ταυτοχρόνως και διά της γνωστής κινήσεως των δακτύλων προς συμβολισμόν της κλοπής· περίπου ωσάν να έλεγε: «μ ο υ τ α σ ο ύ φ ρ ω σ α ν».
102) Ο Περικλής καταναλώσας τα εν τη Ακροπόλει χρήματα διά τον Πελοποννησιακόν πόλεμον και λογοδοτήσας, προκειμένου περί 10 ή 20 ταλάντων δεν έδωκε λεπτομερή λογαριασμόν, αλλ' απήντησεν απλώς: «Ες το -»δέον ανήλωκα». (Ιδέ Πλούταρχ. εις β. Περικλέους, ΙΙΙ, 22, 2). Ενταύθα ο Στρ. παρανοών την ιστορικήν φράσιν του Περικλέους αντί του α ν ή λ ω κ α λαμβάνει την λέξιν α π ώ λ ε σ α.
103) Ηλιαστής, μέλος του δικαστηρίου της Ηλιαίας. (Ιδέ και μετάφρασίν μου «Ορνίθων» εκδ. Φέξη, 1910, σελ. 1).
104) Εννοεί είδος πλακούντος εις σχήμα αμάξης, ή ξύλινον παιδικόν άθυρμα, ως τα σημερινά αμαξίδια.
105) Εορτήν του Μειλιχίου Διός. Ιδέ υποσημ. 51.
106) «Χαύνωσιν αναπειστηρίαν»: «όταν του αντιδίκου προβάλλοντος λόγους πιθανούς, εις τουναντίον τις αυτούς περιτρέψη, και χαύνους και ασθενείς ποιήση, διά των λόγων αυτού αναπείσας τους δικαστάς, ως άρ' αληθή λέγει (Σχολιαστής).
107) Περί Υπερβόλου ιδέ υποσημ. 62.
108) «Βωμολόχος»: περί της λέξεως ιδέ «Βατράχους» εκδ. Φέξη. 1910 σελ. 42.
109) Παρωδία εκ της τραγωδίας του Ευριπίδου «Τήλεφος» περί του οποίου ιδέ και μετάφρασίν μου «Βατράχων» εκδ. Φέξη. 1910. σελ. 84, 104, 121, 133 και «Αχαρνείς» στ. 430 κ. ε.
110) «Πανδελετείους»: ο Πανδέλετος ήτο διαβόητός τις συκοφάντης και φιλόδικος, τον οποίον εκωμώδησε και ο Κρατίνος. Ενταύθα κατηγορεί και τους ρήτορας ως απογυμνούντας τους πτωχούς.
111) «Γνωμοτύποις»: ιδέ και μετάφρασίν μου «Βατράχων» εκδ. Φέξη 1910, σελ. 87.
112) Αρχή παλαιού άσματος του ποιητού Φρυνίχου ή του Λαμπροκλέους αρχόμενον ούτω:
«Παλλάδα περσέπολιν κλήζω πολεμαδόκον αγνάν,
Παίδα Διός μεγάλου δαμάσιππον».
113) «Τηλέπορόν τι βόημα λύρας»: στίχος έκ τινος ποιήματος Κυδίου του Ερμιονέως.
114) Ο Φρύνις ήτο κιθαρωδός Μυτιληναίος, λέγεται δε ότι αυτός πρώτος εκιθάρισεν εις τας Αθήνας τόσον επιτυχώς και κατά νέαν μέθοδον, ώστε επί Καλλίου άρχοντος εκρίθη νικητής εις τα Παναθήναια. Περί του μουσικού τούτου υπάρχει και ιδιαιτέρα μελέτη του Burette (Memoires de l' Academie des Inscriptions Tom. X. . . p. 268.
115) Είς τι των κειμένων υπάρχει (υπ' αριθ. 970) ο στίχος: «αυτός δείξας, ένθ' αρμονίαις χιάζων ή αιφνιάζων», ο οποίος όμως δεν ερμηνεύεται παρά τω αρχαίω σχολιαστή· του στίχου τούτου έδωκα κατά προσέγγισίν τινα ερμηνείαν λόγω της σκοτεινότητος αυτού, και ιδίως εις τας λέξεις χιάζω και σιφνιάζω, των οποίων η τελευταία υπονοεί βεβαίως αισχρόν τι, καθόσον η λέξις αύτη προήρχετο εκ της ροπής των τότε Σιφνίων εις την παρά φύσιν συνουσίαν (καταπυγοσύνην).
116) Τα Διιπόλια ήσαν αρχαιοτάτη εορτή, τα και άλλως Διάσια. Κατά την εορτήν εκείνην έφερον τέττιγας χρυσούς επί της κεφαλής.
117) Κηκείδης ήτο παλαιός ποιητής διθυράμβων.
118) Τα Βουφόνια ήσαν ωσαύτως παλαιά εορτή μετά τα Ελευσίνια μυστήρια αγομένη, καθ' ην εθυσίαζον βουν.
119) Εις τα Παναθήναια εχόρευον νέοι ενόπλως, ο δε χορός εκαλείτο της Τ ρ ι τ ο γ ε ν ε ί α ς, εκ του ονόματος της Αθηνάς. Τ ρ ι τ ώ εκαλείτο αιολιστί η κεφαλή, Τριτογένεια δε η Αθηνά ως γεννηθείσα εκ της τριτούς (κεφαλής) του Διός· (ιδέ και «Λυσιστράτην» εν μεταφράσει μου έκδ. Φέξη, 1910. σελ. 30).
120) Ιαπετός: ήτο είς των Τιτάνων, εθεωρείτο δε ως θεός παλαιότερος και του Κρόνου.
121) Οι υιοί του Ιπποκράτους Τελέσιππος, Δημοφών και Περικλής εκωμωδήθησαν ως μωροί και απαίδευτοι· περί τούτων έγραψε και ο Εύπολις εν «Δήμοις»:
Ιπποκράτους τε παίδες εκβόλιμοί τινες βληχητά τέκνα ουδαμώς του νυν τρόπου.
122) «Βλιτομάμμας»: τρώγων βλίτα, ηλίθιος. Ακριβώς όρος αντίστοιχος προς την εν χρήσει σήμερον παρά τω λαώ «έφαγε βλίτα», καθόσον το βλίτον έκτοτε εθεωρείτο ως ανούσιον χόρτον.
123) «Δίκης γλισχραντιλογεξεπιτρίπτου».
124) Εις την Ακαδημίαν υπήρχε δάσος ελαίων, αι οποίαι εθεωρούντο εν Αττική ιεραί, και εκαλούντο «μορίαι».
125) Η λεύκη εθεωρείτο ως σύμβολον νικητού αγώνος, αφ' ης ο Ηρακλής, κομίσας τον Κέρβερον εκ του Άδου, εστέφθη δι' αυτής· λέγεται δε ότι εκ του ιδρώτος του ελευκάνθη η μία όψις του φύλλου της λεύκης.
126) «Απραγμοσύνη»: εννοεί την αδιαφορίαν προς τα πολιτικά πράγματα, αλλά ταυτοχρόνως και φυτόν τι φέρον το όνομα τούτο, και φυόμενον παρά την Ακαδημίαν. Η λέξις δυσανταπόδοτος.
127) Πολλοί Αντίμαχοι αναφέρονται παρά τοις κωμικοίς· ούτος, ωραίος ων, κωμωδείται και επί θηλυπρεπεία.
128) «Στατήρας»: Ο στατήρ ήτο νόμισμα χρυσούν αντιστοιχούν προς τέσσάρας δραχμάς αθηναϊκάς, ο περσικός ήτο χρυσούς είκοσι οκτώ δραχμών, ο δε φωκαϊκός μικρότερος.
129) Ο Πηλεύς κατά τον Απολλόδωρον (Γ' 1) αφέθη από τον Άκεστον, βασιλέα της Ιωλκού γυμνός εις τα θηρία· έλαβε δε παρά των θεών διά του Ερμού μάχαιραν προς υπεράσπισίν του, αμειβόμενος διά την σωφροσύνην του απέναντι της Ιππολύτης, συζύγου του Ακέστου, η οποία τον είχεν αγαπήση.
130) Περί Υπερβόλου ιδέ υποσ. 62.
131) Ο κότταβος ήτο παίγνιον μεταφερθέν εκ της Σικελίας και παιζόμενον εις τα συμπόσια, επαίζετο δε κατά εννέα τρόπους, εκ των οποίων ο συνηθέστερος ήτο ο εξής: εις λεκάνην επί τούτω κατεσκευασμένην έσταζον τον εναπολειφθέντα εις το ποτήριον οίνον, συνήθως εις ενθύμησιν απόντος φίλου, και εμάντευον από τον κρότον των σταλαγμών.
132) «Ραφανιδωθή». Ρ α φ α ν ί δ ω σ ι ς ελέγετο ειδική δια τους μοιχούς τιμωρία, εις τον πρωκτόν των οποίων εισήγον ραφανίδα και μαδώντες αυτούς εκ των τριχών, τους επέπασσον με θερμήν τέφραν.
133) Την αυτήν κατά των ρητόρων μομφήν επαναλαμβάνει εις τας «Εκκλησιαζούσας» (ιδέ μετάφρασίν μου σελ. 11 εκδ. Φέξη 1910).
134) «Ένη και νέα»: δηλαδή παλαιά και νέα σελήνη, καθόσον η ημέρα της νέας σελήνης αποτελεί ούτως ειπείν κοινόν σημείον μεταξύ της προηγουμένης και της νέας.
135) «Τα πρυτανεία»: ούτως εκαλούντο χρηματικαί προκαταβολαί απέναντι των εξόδων της δίκης, κατατεθειμέναι εις το δημόσιον εκ μέρους των διαδίκων, κατ' άλλους δε εκ μέρους μόνον του ενάγοντος, και εζημιούτο ο χάνων την δίκην.
136) Χους ή χοεύς ήτο μέτρον χωρητικότητος, το 1/12 του μετρητού, ήτοι δύο οκάδες και 172 δράμια.
137) «Κάρδοπον την καρδόπην»: δυσανταπόδοτος η έκφρασις εις την γλώσσαν της μεταφράσεως, καθόσον εν τη αρχαία η λέξις κάρδοπος παρουσιάζεται υπό του ποιητού υπό τύπον αρσενικού ονόματος προς διαστολήν από της λ. καρδόπη, παρουσιαζομένης υπό τύπον ονόματος θηλυκού.