The Project Gutenberg eBook of Νεφέλαι
Title: Νεφέλαι
Author: Aristophanes
Translator: Polyvios Demetrakopoulos
Release date: December 20, 2009 [eBook #30719]
Most recently updated: January 25, 2021
Language: Greek
Credits: Produced by Sophia Canoni. Book provided by Iason Konstantinidis
Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic. A table with typing mistakes at the end of the book has been taken into account. All footnotes have been transferred at the end of the book. Any references to book pages have been described in a different way. Italic fonts have been included in underscores, while remarks or corrections have been included within //.
Σημείωση: Ο τονισμός έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Ένας πίνακας με παροράματα στο τέλος του βιβλίου έχει ληφθεί υπόψη και έχει διαγραφεί. Οι υποσημειώσεις στο τέλος των σελίδων έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου. Τυχόν αναφορές σε σελίδες έχουν περιγραφεί με διαφορετικό τρόπο. Λέξεις γραμμένες με πλάγιους χαρακτήρες έχουν συμπεριληφθεί σε _. Τυχόν σχόλια ή διορθώσεις έχουν συμπεριληφθεί σε //.
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ
ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΟΥΣ
ΝΕΦΕΛΑΙ
ΕΜΜΕΤΡΟΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
ΠΟΛΥΒΙΟΥ Τ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ
ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ
ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΟΥΣ
ΝΕΦΕΛΑΙ
ΕΜΜΕΤΡΟΣ ΠΑΡΑΦΡΑΣΙΣ
ΠΟΛΥΒΙΟΥ Τ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
(POL ARCAS)
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
ΕΙΣ ΤΑΣ «ΝΕΦΕΛΑΣ»
Η κωμωδία αύτη επεδίωξεν ως αποκλειστικόν σκοπόν την διακωμώδησιν της Σχολής του Σωκράτους· μάλιστα δε η δριμύτης της γλώσσης του ποιητού είνε τοιαύτη, ώστε ο Αιλιανός παρέδωκεν ημίν, ότι ο Αριστοφάνης επληρώθη προς συγγραφήν της κωμωδίας από τους εξυφαίνοντας τότε την κατά του Σωκράτους γνωστήν κατηγορίαν Άνυτον και Μέλητον. Ούτως ή άλλως αι «Νεφέλαι» περιλαμβάνουν εν σκανδαλώδει ευρύτητι σάτυραν και κατηγορητήριον κατά του μεγάλου σοφού, ως εισάγοντος νέας θεότητας, οίον τον Αέρα, τον Αιθέρα, τας Νεφέλας, κλπ., διαστρέφοντος διά της διδασκαλίας του πάσαν παραδεδεγμένην λογικήν, το δίκαιον και τον ορθόν λόγον, και εξωθούντος τους νέους εις παντοειδείς ηθικάς παρεκτροπάς. Τούτο χαρακτηρίζεται σαφέστατα διά του αληθώς χυδαίου δεδομένου του έργου, ότι νεαρός Αθηναίος, κατάφορτος από χρέη, εκμανθάνει εις την σωκρατικήν Σχολήν τον τρόπον της αποφυγής της αποτίσεως αυτών. Εξ αιτίας της δριμύτητος ταύτης, λέγεται ότι οι περί τον Αλκιβιάδην επέδρασαν τόσον επί των κριτών, ώστε ούτοι ν' απονείμουν το βραβείον εις τους δύο ανταγωνιστάς του Αριστοφάνους, τον Κρατίνον εις την κωμωδίαν «Πυτίνη» και τον Αμειψίαν εις τον «Κόννον»· διά τούτο δε παρέστησε και διά δευτέραν φοράν τας «Νεφέλας» επιδιωρθωμένας, ως έχει το παρόν κείμενον (στιχ. 524). Περιλαμβάνει ωσαύτως σάτυραν παντοειδών κοινωνικών πληγών των Αθηνών, ιδία δε της ιπποτροφίας των αριστοκρατών και των οψιπλούτων.
ΠΡΟΣΩΠΑ
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ γηραιός αστός.
ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ, υιός του.
ΘΕΡΑΠΩΝ τον Στρεψιάδου.
Ο ΜΑΘΗΤΗΣ του Σωκράτους.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ
Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ
ΠΑΣΙΑΣ )
)δανεισταί
ΑΜΥΝΙΑΣ )
ΜΑΡΤΥΣ τον Πασίου.
ΧΟΡΟΣ ΝΕΦΕΛΩΝ
(ΜΑΘΗΤΑΙ του Σωκράτους)
ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΟΥΣ
Ν Ε Φ Ε Λ Α Ι
Μ Ε Ρ Ο Σ Π Ρ Ω Τ Ο Ν
[Θάλαμος ύπνου πλουσίως διεσκευασμένος. Προς το δεξιόν παρασκήνιον
κλίνη πολυτελής, επί της οποίας κοιμάται ο ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ, υπό όγκον
σκεπασμάτων, προς αριστερά και έναντι ετέρα κλίνη πενιχρά και
αγροτική, επί της οποίας κάθηται οκλαδόν και αγρυπνών ο ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ.
Εις το βάθος και αριστερά κατάκειται επί του πατώματος και κοιμάται ο
ΘΕΡΑΠΩΝ. Είνε εξημερώματα]. (1)
ΣΚΗΝΗ Α'
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ — ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ (κοιμώμενος) — ΘΕΡΑΠΩΝ (κοιμώμενος)
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Ωχ! ωχ! ωχ! Ζευ βασιληά!
τι ατέλειωτη δουλειά
πουν' η νύχτες! ποτέ τάχα δεν θα ξημερώσ' η μέρα;
τα κοκκόρια ελαλήσαν τόσην ώρα, κ' [εκεί πέρα]
τα κοπέλλια μου [ακόμα]
ροχαλίζουνε [στο στρώμα].
Μα δεν ήταν έτσι πρώτα. Πόλεμε, κακή σου ώρα
για πολλά, μα και για τούτο: που δεν επιτρέπεις τώρα
και τους δούλους μου να δείρω.(2) Μα κι' ο νηός ο προκομμένος
τούτος 'δω, κουκουλωμένος (3)
σε παχειά γουναρικά
πέντε, δεν ξυπνάει ακόμα, μόνο κλάνει τακτικά.
(Τυλίσσεται και αυτός μιμούμενος τον Φειδιππίδην)
Χεμ, λοιπόν αφού είν' έτσι, [να κ' εγώ θα ξαναρχίσω]
και θα τυλιχθώ και πάλι για να ξαναρροχαλίσω.
(Πίπτει επί της κλίνης, αλλά μετά στιγμήν εγείρεται και επανακάθηται).
Ωχ! δυστυχισμένος πούμαι!
πώς μπορώ και να κοιμούμαι,
που τα έξοδα του γυιου μου [όλη νύχτα] με τσιμπάνε,
όσα για το στάβλο πάνε
κι' όσα πάνε για τα χρέη.
Γιατί αυτός γυρεύει τώρα [όπως οι καβαλλαρέοι](4)
νάχη τα μαλλιά μεγάλα,
κι' άλογα στον ύπνο βλέπει κι' αμαξάδες και καβάλλα.
Μα εγώ σε στενοχώριες πέφτω σήμερα βαρειές,
βλέποντας εικοσαριές
να τραβάη το φεγγάρι, (5)
γιατ' οι τόκοι δρόμο παίρνουν.
(Προς τον κοιμώμενον Θεράποντα:)
— Παιδί! άναφ' το λυχνάρι,
φέρε το κατάστιχό μου, να το πάρω να διαβάσω
πού χρωστάω, και τους τόκους να τους καλολογαριάσω.
(Ο Θεράπων εγείρεται, ανάπτει τον λύχνον και παρουσιάζει το κατάστιχον· μετά τούτο αποσυρόμενος εις το βάθος, κάθηται εκ νέου εις το στρώμα του).
Φέρε το λοιπόν εδώ
και τα χρέη μου να ιδώ.
(Εξελέγχει το κατάστιχον)
Δώδεκα μνας εις τον Πασία (6)..
δώδεκα μνας;... και για τι πράμα;...
τάλογο [για την ιππασία]
πούταν και σφραγιστό με γράμμα.(7)
Αλλοί! κάλλιο να το 'χε πάρη
μέσα στο μάτι ένα λιθάρι!
ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ παραμιλών καθ' ύπνον)
Δεν πας, Φίλων, με το νόμο·
τράβα στο δικό σου δρόμο!...
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Να τούτο με κατάστρεψε [περσσότερο από τάλλα]:
κοιμάται κι' ονειρεύεται όλο πως πάει καβάλλα.
ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ (ως άνω)
Τάρματα τα πολεμικά (8) πόσο τραβούν δω πέρα;
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ (προς τον Φειδιππίδην.)
Μωρ' έννοια σου, και μ' έκαμες, [το δόλιο σου] πατέρα,
να παίρνη [απ' τα χρέη του] δρόμους πολλούς
(Ερευνά το κατάστιχον)
Να ιδούμε
τι χρήματα χρωστούμε
ύστερ' απ' του Πασία;...
Τρεις μνας στον Αμυνία (9)
για τους τροχούς [που πήραμε] και για το αμαξάκι.
ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ (ως ανωτέρω)
Τράβα στο σπίτι τάλογο να κυλισθή λιγάκι.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Έννοια σου, φίλε, κι' αρκετά μούκαμες συ κυλίματα
με τα δικά μου χρήματα,
σε άλλους δίκες να χρωστώ, και για τους τόκους πάλι
που έγιναν, ενέχυρα να μου γυρεύουν άλλοι.
ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ
(αφυπνιζόμενος και καθήμενος επί της κλίνης)
Πες μου, γιατί, πατέρα;
στριφογυρνάς στενόχωρα την νύκτα [αυτού πέρα;]
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Κάποιος δικαστικός κλητήρ (10) μ' εδάγκωσε στο στρώμα.
ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ (χασμώμενος)
Ευλογημένε, άφησε να κοιμηθώ ακόμα.
(επαναπίπτει)
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Μπορείς και να κοιμάσαι,
μα τούτο να θυμάσαι:
τα χρέη πούχεις βάλη,
μια 'μέρα θα σου σωριασθούν απάνω στο κεφάλι.
Αλλοίμονο! δεν έσκαζε η προξενήτρα εκείνη
που 'κανε τη μητέρα σου γυναίκα μου να γίνη! . . .
Εγώ καλά περνούσα
στην εξοχή που ζούσα,
μένοντας μουχλιασμένος
και παραμελημένος,
και όπως μου κατέβαινε, με πρόβατα περίσσια,
σταφύλια και μελίσσια.
Και μ' όλα αυτά την ανηψιά του Μεγακλή επήρα,
που ήταν γυιός του Μεγακλή — , κι' αυτή σαν την Κοισύρα (11)
ήταν καμαρωμένη
και καλομαθημένη,
πρωτευουσιάν' αυτή σωστή κ' εγώ ένας χωριάτης·
όταν λοιπόν παντρεύθηκα, επλάγιασα κοντά της,
εγώ βρωμώντας κρασουλιά
ξερόσυκο κι' αρνιού μαλλιά,
κ' εκείνη κρόκους μύριζε, και μύρα [κι' άλλα τόσα]·
[ήξερε τα] γλειψίματα [που κάνουν] με τη γλώσσα,
πολυφαγίες, έξοδα [διάφορα στο σπίτι],
και τέλος πάντων κάθε τι που θέλ' η Αφροδίτη.(12)
Τεμπέλα; α, δεν ήτανε. Τον αργαλειό εστήλωνε
και το σπαθούσε το πανί — μα και το παραξήλωνε! (13)
Κ' εγώ, ετούτο, δείχνοντας 'ς αυτήν, το φόρεμά μου,
εύρισκα πρόφασιν να ειπώ· για ιδές, νοικοκυρά μου,
πολύ το παραξήλωσες!
ΘΕΡΑΠΩΝ
Αυτός ο λύχνος σβύνει·
δεν έχει λάδι.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Γιατί αυτόν που τόσο λάδι πίνει
να πας, μωρέ, ν' ανάψης;
Έλα κοντά να κλάψης!
ΘΕΡΑΠΩΝ
Γιατί λοιπόν;
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Γιατί παχύ φυτίλι έχεις βάλει!
(Στρεφόμενος προς το κοινόν:)
Κατόπιν λοιπόν πάλι
αφού εγώ και η καλή γυναίκα μου γεννήσαμε
αυτόν τον γυιο, τρανό καυγά για τώνομά του αρχίσαμε.
Εκείνη ήθελ' όνομα με ί π π ο ν να του βάλλη:
ή Ξ ά ν θ ι π π ο ν, ή Χ ά ρ ι π π ο ν ή
[Κ α λ λ ι π ί δ η ν ·(14) πάλι
εγώ ήθελα όνομα για το παιδί δικό μου,
του Φειδωνίδη, που ήτανε και πατρογονικό μου.
Στήσαμε για πολύν καιρό καυγάδες και βρισίδι,
αλλά συμβιβασθήκαμε, και τέλος Φειδιππίδη
τον βγάλαμε. Τον έπαιρνε λοιπόν στην αγκαλιά της,
και μέσ' στα χάδια τού λεγε και μέσα στα φιλιά της:
«Όταν μεγάλος θα γενής, θα μου πηγαίνης τακτικά»
μ' αμάξια σαν τον Μεγακλή, με ρούχα όλ' αρχοντικά».
Κ' εγώ του έλεγ' από κει: «Αχ! να σε ιδώ μια μέρα
ντυμένον του πατέρα
»το αρνιακό, κι' όπως αυτός έτσι και συ τα ίδια
»εις του Φελλέα (15) το βουνό να πας να βόσκης γίδια».
Όμως, αυτός δεν τάκουσε τα λόγια τα δικά μου,
κ' η αλογοαρρώστια του μου τρώει τα χρήματά μου.
Σκεπτόμενος λοιπόν κ' εγώ χωρίς να κλείσω μάτι,
ευρήκα ένα διαβολικό στο τέλος μονοπάτι,
όπου να μπη μέσα 'ς αυτό, αν ίσως και τον πείσω,
θα βρω την σωτηρία μου. Αλλά να τον ξυπνήσω
πρέπει προτήτερα. . . Μα πώς;... Να βρούμε κάποιον τρόπο
να μη του κάνη κόπο.
(Προς τον Φειδιππίδην ηδέως:)
Άκουσε, Φειδιππίδη μου! άκου, Φειδιππιδάκη!
ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ
(αφυπνιζόμενος και ημιεγειρόμενος)
Ε, τι πατέρα;
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Δόσε μου [παιδί μου] ένα φιλάκι
και το δεξί σου χέρι.
ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ (παρέχων τα αιτούμενα)
Να, τι τρέχει;
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Ένα λόγον
για πες μου: μ' αγαπάς πολύ εμένα;
ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ
Στων αλόγων
τον Ποσειδώνα ορκίζομαι.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Μη τούτη τη φορά
αλογοποσειδώνες, μη! . . .! [αυτή τη συφορά]
ο Ποσειδώνας μούφερε και τούτα τα κακά·
μ' αν μ' αγαπάς πραγματικά
με την καρδιά σου, άκουσε, παιδάκι μου, κ' εμένα.
ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ
Σε τι ν' ακούσω σένα;
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Άλλαξε τρόπους γρήγορα και μάθε να πορεύης
όπως θα σ' ορμηνέψω εγώ.
ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ
Για λέγε, τι γυρεύεις;
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Θ' ακούσης ε;
ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ
Μα το θεό, θ' ακούσω, [ναι, πατέρα]
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
(δεικνύων την έναντι οικίαν του Σωκράτους).
Για κύττα· το σπιτάκι αυτό το βλέπεις εδώ πέρα
με την πορτούλα;
ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ
Βλέπω, ναι· μα τούτο τι σημαίνει;
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Αυτό είνε φροντιστήριο, κι'από εδώ μέσα βγαίνει
η κάθε μια ψυχή σοφή. Άνδρες δω μέσα μένουν
οπού στον κόσμο βγαίνουν
και λένε, πως ο ουρανός, που γύρω μας ορίζει,
σαν το καρβουνοκούπωμα (16) μας περιτριγυρίζει,
κ' είμαστ' εμείς τα κάρβουνα. Αν πάρουνε λεφτά,
λόγια μπορεί να μάθουνε καθέναν, που μ' αυτά
δικά τους ναν' τα δίκαια και τ' άδικα δικά τους.
ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ
Ποιοι είνε;
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Τώνομά τους
καλά δεν ξέρω ακόμη,
μα είνε άνθρωποι καλοί, κ' έχουν για όλα γνώμη.
ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ
Τους ξέρω τους παμπόνηρους, τους ψευτοπαινεψάρηδες·
τάχα για τους ξυπόλυτους αυτούς και κιτρινιάρηδες
δεν λες, που είν' ο Χαιρεφών (17) με τον παληο-Σωκράτη;
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Σώπα, μη λες ανόητα· αν στην ψυχή σου κάτι
αισθάνεσαι για το ψωμί
το πατρικό σου, πήγαινε μ' εκείνους [στη στιγμή],
κι'άφησε της καβάλλες σου [που τρέχεις μέχρις ώρας].
ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ
Δόσε μου τους φασιανούς (18) που τρέφει ο Λεωγόρας·
αλλοιώς, μα τον Διόνυσο, καθόλου δεν πηγαίνω.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Πήγαινε, σε παρακαλώ, που σ' έχω αγαπημένο
απ' τους ανθρώπους πειο πολύ,
να μάθης ό,τι σ' ωφελεί.
ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ
Να μάθω τι;
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Διδάσκουνε δυο λόγους: και τον _κρείττονα_
ποιος είνε, και τον _ήττονα_·
και όσο για τον _ήττονα_, τα άδικα [και τα κακά]
τα ποιο μεγάλα, τα νικά.
Αν μάθης συ τον λόγο αυτόν τον άδικο [και μη σωστό],
για όλα αυτά που χρεωστώ
ως σήμερα για σένα,
μα ούτε κ' έναν οβολό θα δώσω σε κανένα.
ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ
Α, δεν θα σου την έκανα ποτέ αυτήν τη χάρι·
πώς θα μπορούσα πειά να ιδώ τον κάθε καβαλλάρη
έχοντας μαυροκίτρινο [καθώς αυτοί] το χρώμα;
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ (εν οργή:)
Ε, τότε μα τη Δήμητρα, δεν θα μου φάτε ακόμα
από το βιός μου κι' άλλα,
συ, τάλογό σου τ' αμαξιού κι' αυτό για την καβάλλα.
Να πάτε στην οργή! κανείς στο σπίτι δεν θα μείνη.
ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ
Ο θειος μου ο Μεγακλής εμένα δεν μ' αφίνει
να μείνω δίχως άλογο. Μέσα λοιπόν πηγαίνω,
κ' όσο για σε, ούτε λεφτό δεν δίνω τσακισμένο.
(Εγκαταλείπει την κλίνην και εισέρχεται)
ΣΚΗΝΗ Β'.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ μόνος και μετά μικρόν ο ΜΑΘΗΤΗΣ του Σωκράτους:
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Μα η πλάτη μου ακόμα
δεν θ' αφήσω να φάη χώμα.(19)
Προς το φροντιστήριό του πάω το λοιπόν [με τάχος]
και με των θεών τη χάρι θαν τα μάθω εγώ μονάχος.
Μα πώς πάλι, το κεφάλι ενός γεροξεχασιάρη
και κουτού, ψιλοκουβέντες σαν αυτές μπορεί να πάρη;
Ας τραβήξω [επί τέλους]· τι τα ψιλοκοσκινάω
και την πόρτα δεν χτυπάω;
(Λακτίζει την θύραν.)
Ε, παιδί! . . . . παιδί! . . . . παιδάκι! . . . .
Ο ΜΑΘΗΤΗΣ (έσωθεν πάντοτε:)
Στην οργή λοιπόν να πάη!
ποιος τη θύρα μας κτυπάει;
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Στρεψιάδης Φείδωνος, απ' το δήμο Κικυννής.(20)
Ο ΜΑΘΗΤΗΣ
Πρέπει μόνο αγράμματος, μα τον Δία, νάν' κανείς
για να μου κλωτσά τη θύρα τόσο πρόστυχα ν' ανοίξω,
την ιδέα που γεννούσα να με κάνη ν' απορρίξω.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Με συμπάθειο· στα χωράφια εσυνήθισα να μένω·
μα τι πράμα τάχα έχεις, όπως λες, απορριγμένο;
Ο ΜΑΘΗΤΗΣ
Εις τους μαθητάς μονάχα επιτρέπεται να ειπώ.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Καλέ πες το και 'ς εμένα, γιατί ήλθα με σκοπό
μαθητής κ' εγώ να γίνω μέσ' στο φροντιστήριο.
Ο ΜΑΘΗΤΗΣ
θα 'ς το ειπώ, μα να το ξέρης· είν' αυτό μυστήριο.
Τώρα δα τον Χαιρεφώντα ο Σωκράτης τον ρωτάει
για τον ψύλλο, πόσ' αχνάρια του ίδιου του ποδιού πηδάει.
Γιατί αφού τον Χαιρεφώντα τον ετσίμπησε [στην άκρα]
του φρυδιού,(21) πήδησε τότε στου Σωκράτη τη φαλάκρα.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Μπα! χεμ κ' ένα τέτοιο πράμα να μετρήση πώς μπορεί;
Ο ΜΑΘΗΤΗΣ
Με μεγάλη δεξιότη· [πήρε κ'] έλυωσε κερί,
όπου, παίρνοντας τον ψύλλο, τού βαλε το ποδαράκι
μέσα στο κερί· εκείνο εξεράθη [σε λιγάκι]
κ' έγινε καθώς παντούφλα περσική· λοιπόν τραβάει
την παντούφλ' από του ψύλλου το ποδάρι, και μετράει.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Βασιληά μου Ζεύ! αλήθεια, τι λεπτό μυαλό [και γνώσι]!
Ο ΜΑΘΗΤΗΣ
Αμ τι θα λεγες αν μάθης κι' άλλο, πούχει κατορθώση
ο Σωκράτης;
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Τι; για πες μου, σε παρακαλώ πολύ.
Ο ΜΑΘΗΤΗΣ
Τον ρωτούσε ο Χαιρεφώντας:(22) τι νομίζει; πως λαλεί
απ' το στόμα το κουνούπι, ή από τα πισινά του;
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Ε, λοιπόν για το κουνούπι τ' είπ' αυτός [απάνου-κάτου];
Ο ΜΑΘΗΤΗΣ
Έχει, λέει, το κουνούπι το κωλάντερο στενό,
κι' ο αγέρας ίσια πάει και με βιά στον πισινό·
με το νάνε στενό μέρος στο βαθούλωμα κοντά,
έρχεται με βιά ο αγέρας, και ο κώλος να! βροντά!
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Ώστε του κουνουπιού ο κώλος
ως είδος σάλπιγγα είν [όλος]!
Τρεις φορές μακαρισμένη νάνε τούτη η δική σας
αντερανακάλυψί σας!
Τότ' αυτός, όπου εχώθη και του κουνουπιου κυττάει
τάντερο, θα ξέρη τρόπο πώς μπορεί και να γλιστράη,
σαν τον κυνηγούν για δίκη.
Ο ΜΑΘΗΤΗΣ
Λίγη ώρα θάνε πάλι
που κοψ' ένα σαμιαμύθι μιαν ιδέα του μεγάλη.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Με ποιόν τρόπο τάχα; πες μου, [κάνε μου αυτήν τη χάρι].
Ο ΜΑΘΗΤΗΣ
Να, εγύρευε τους δρόμους όπου κάνει το φεγγάρι
και τους κύκλους· μα τη νύχτα, όπου χάσκοντας κυττούσε,
να σου κ' ένα σαμιαμύθι απ' τη στέγην επερνούσε
και τον έχεσε από πάνω.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Να, αυτό πολύ μ' αρέσει,
οπού ένα σαμιαμύθι το Σωκράτην έχει χέση.
Ο ΜΑΘΗΤΗΣ
Να, εχθές το βράδυ πάλι
δεν δειπνήσαμε καθόλου.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Μπα! και δεν σας είχε βγάλη
φούρνους με καρβέλια;
Ο ΜΑΘΗΤΗΣ
Άσπρη στάχτη στο τραπέζι απλώνει,
παίρνει κ' ένα διαβήτη, και με τρόπο αγκιστρώνει,
με μια σούβλα λυγισμένη,
κάποια χλαίνα, όπου ήταν στην παλαίστρα [κρεμασμένη, — όπου τα
παιδιά πηγαίνουν και γυμνάζονται γδυτά].(23)
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Σαν ήν' έτσι όλ' αυτά,
να θαυμάζουμεν ακόμα για πειο λόγο το Θαλή;
[Σε παρακαλώ πολύ],
το σχολείο να μ' ανοίξης
γρήγορα, και να μου δείξης
τον Σωκράτη, για να γίνω μαθητής 'ς αυτόν κ' εγώ.
Άνοιξε, άνοιξε την θύρα· γρήγορα να μην αργώ.
(Ο ΜΑΘΗΤΗΣ ανοίγει την θύραν, ταυτοχρόνως δε αποσύρεται προς το παρασκήνιον ή προς τα κοινόν πλευρά του περιβόλου του οικίσκου του Σωκράτους. Ούτως εμφανίζονται εν τη αυλή Μαθηταί τινες, κύπτοντες προς τα κάτω και παρατηρούντες ακίνητοι το έδαφος· άλλοι δε κύπτουσι πλειότερον, ώστε το πρόσωπόν των να εγγίζη επί του εδάφους, τα δε οπίσθιά των να ευρίσκωνται εστραμμένα προς τον ουρανόν. — Άνωθεν της αυλής αιωρείται μέγας κότινος, εντός του οποίου ευρίσκεται ο ΣΩΚΡΑΤΗΣ, παρατηρών προς τον ουρανόν. — Εις τον τοίχον του οικίσκου φαίνεται μέγας χάρτης της Ελλάδος, επί δε του εδάφους υπάρχουν διαβήται, κανόνες και μία έδρα, εφ' ης στέφανος δάφνης. — Εισέρχονται ΜΑΘΗΤΗΣ και ο ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ).
ΣΚΗΝΗ Γ'.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ — Ο ΜΑΘΗΤΗΣ — ΣΩΚΡΑΤΗΣ (εντός του κοφίνου.- (ΜΑΘΗΤΑΙ)
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Ω Ηρακλή! τι ειν' αυτά τα ζώα;
Ο ΜΑΘΗΤΗΣ
Σου φαντάζουνε
παράξενα; Έλα λοιπόν! σαν τι θαρρείς πως μοιάζουνε;
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Σαν Λάκωνες αιχμάλωτοι της Πύλου.(24) Ε, κι' αυτοί
γιατί κυττάν' όλο τη γη και στέκονται σκυφτοί;
Ο ΜΑΘΗΤΗΣ
Ψάχνουν τη γη.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Γυρεύουνε βουρβιά;
(Προς τους κύπτοντας:)
Ε!... φςςς! τους κόπους
μη χάνετε· μόνον εγώ ξέρω καλά τους τόπους,
που τα ωραία τα βουρβιά και τα μεγάλα βγάνουνε.
Κι' αυτοί εδώ, πούνε σκυφτοί περσσότερο, τι κάνουνε;
Ο ΜΑΘΗΤΗΣ
Καθένας απ' αυτούς της γης τα Τάρταρα εξετάζει.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Καλά· κι' ο κώλος τους γιατί τον ουρανό κυττάζει;
Ο ΜΑΘΗΤΗΣ
Αυτός μονάχος του από 'κεί
σπουδάζει αστρονομική.
(Προς τους ούτω τοποθετημένους μαθητάς:)
Ελάτε, μπήτε μέσα σεις, μην τύχη και σας πάρη
το μάτι του.
(Οι μαθηταί εγείρονται και εισέρχονται εις τον οικίσκον)
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Ακόμα, μη! [για κάνε μου τη χάρι]
να μείνουνε, πούχω σκοπό
για μια υποθεσούλα μου μικρή να τους ειπώ.
Ο ΜΑΘΗΤΗΣ
Α, πολλήν ώρα δεν μπορεί να μείνουν [εδώ πέρα]
απ' έξω στον αγέρα.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
(περιεργαζόμενος τα εργαλεία:)
Για το θεό! τι είν' αυτά, για πες.
Ο ΜΑΘΗΤΗΣ
Αστρονομία
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Κι' αυτά πουν' από δώθε, τι;
Ο ΜΑΘΗΤΗΣ
Αυτά; γεωμετρία.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Καλά· ποιά έχουν χρήσι;
Ο ΜΑΘΗΤΗΣ
[Μ' αυτά μπορεί κανείς] τη γη να την καταμετρήση.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Τάχα ποια γη; του κλήρου; (25)
Ο ΜΑΘΗΤΗΣ
Του κόσμου ολοκλήρου.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Θα χωρατεύης. Μα κι' αν μπη η γνώμη σου σε χρήσι
τον κόσμο θα ωφελήση.
Ο ΜΑΘΗΤΗΣ (δεικνύων εις τον χάρτην:)
Να, βλέπεις; η γραμμή αυτή όλην τη γη την τριγυρνά.
Να κ' η Αθήνα.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Μωρ' τι λες! δεν το πιστεύω· πουθενά
τους δικαστάς να κάθωνται (δεν διακρίνω [τώρα].
Ο ΜΑΘΗΤΗΣ
Και μολαταύτα είν' αυτή της Αττικής η χώρα.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Και πού είν' οι Κικυννιώτες
οι δικοί μου συνδημότες;
Ο ΜΑΘΗΤΗΣ (δεικνύων εις τον χάρτην:)
Να, εδώ· κ' εκείθε πάλι [φαίνεται ζωγραφισμένη]
και η Εύβοια, που, βλέπεις, αρκετά είνε τεντωμένη.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Ξέρω· έχει γίνη τόση
γιατί κι' απ' τον Περικλή, κι' από μας τάχει
[τ ε ν τ ώ σ η.(26)
Και πού ειν' η Λακεδαίμων;
Ο ΜΑΘΗΤΗΣ (ως ανωτέρω:)
Πούνε; να τη, [κύτταξέ την].
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Σαν πολύ κοντά μας είνε· Σκέψου το και τράβηξέ την
παρά πέρα.
Ο ΜΑΘΗΤΗΣ
Δεν μπορούμε.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Θα βρεθήτε μπερδεμένοι.
(Βλέπων τον αιωρούμενον Σωκράτην:)
Και αυτός ποιος είνε πάλι, όπου στην κρεμάστρα μένει;
Ο ΜΑΘΗΤΗΣ
Να, Αυτός.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Αυτός; ποιος τάχα;
Ο ΜΑΘΗΤΗΣ
Ο Σωκράτης.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Ε, Σωκράτη!
(Προς τον Μαθητήν):
Έλα συ και φώναξέ τον με φωνή σου πειο γεμάτη.
Ο ΜΑΘΗΤΗΣ
Φώναξέ τον μόνος τώρα·
δεν μου περισσεύει ώρα.
(Εισέρχεται εις τον οικίσκον)
ΣΚΗΝΗ Δ'.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ — ΣΩΚΡΑΤΗΣ (αιωρούμενος)
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Σωκράτη! Σωκρατάκη μου!
ΣΩΚΡΑΤΗΣ (με στόμφον:)
Θνητέ! τι με φωνάζεις;
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Για πες μου, σε παρακαλώ, τι κάνεις [πού κυτταζεις];
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Παρατηρώ τον ήλιον και αεροβατώ.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Α, τους θεούς περιφρονείς απ' το καλάθι αυτό,
και όχι από τη γη — αν και....
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Ποτέ δεν θα μπορούσα
να κρίνω τα ουράνια, αν ίσως δεν κρεμούσα
τον νου μου και τη σκέψι μου, πούνε λεπτή κ' εκείνη,
εις τον αγέρα τον λεπτόν, ένα μ' αυτόν να γίνη.
Στα κάτω αν καθόμουνα κ' εκύτταζα ταπάνω,
δεν θα μου ήταν δυνατόν εφεύρεσι να κάνω·
γιατί τραβά της σκέψεως την υγρασία το χώμα,
πράμα που και στα κάρδαμα παρατηρείται ακόμα.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Τι λες; [ποιος θα πιστέψη]!
τραβά λοιπόν στα κάρδαμα την υγρασία η σκέψι;
Για έλα, Σωκρατάκη,
κατέβα [και λιγάκι]
και δίδαξε 'ς εμένα
αυτά, πούρθα ζητώντας να μάθω από σένα.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Κ' ήλθες γιατί;
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Να μάθω του λόγου κάθε τρόπον,
γιατί των δανειστών μου, αυτών των κακοτρόπων,
με κάμανε οι τόκοι εδώ κ' εκεί να τρέχω,
κ' ενέχυρα έχω βάλη ό,τι έχω και δεν έχω.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Και πώς εσύ γελάσθηκες
και μέσ' 'στα χρέη πιάστηκες;
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Η αλογοαρρώστεια [μου είνε κολλημένη
και] μ' έχει καταστρέψη, που τρώει και δεν χορταίνει.
Από τους δυο σου λόγους μάθε 'ς εμέ τον ένα:
εκείνον που δεν δίνει κανείς τα δανεισμένα,
κι' ό,τι μισθό γυρέψης, εις τους θεούς σου κάνω
όρκο, πως θα τον δώσω [και με το παραπάνω].
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Και οι θεοί, που θέλεις συ να ορκισθης, ποιοι θάνε;
πρώτον, θεών νομίσματα δω πέρα δεν περνάνε.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Και όρκο σεις πού κάνετε; μήπως στα σιδερένια (27)
του Βυζαντίου είδωλα;
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Θέλεις να έχης έννοια
ποια θεία είνε πράγματα τα πειο σωστά και καθαρά;
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Μα το θεό, περσσότερο και από κάθε άλλη φορά.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Και θέλεις τάχα, [πες μου],
με της Νεφέλες να μιλής, πούνε θεές δικές μου;
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Βέβαια.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Κάθησε λοιπόν εις το σκαμνί το ιερό. (28)
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
(καθήμενος εις την υποδεικνυμένην έδραν).
Να, κάθουμαι.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Πάρε κι' αυτόν τον στέφανον.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ (φορών τον στέφανον:)
Γιατί φορώ
στεφάνι; ωχ, Σωκράτη μου! μήπως λοιπόν θα πιάσης
και συ, σαν τον Αθάμαντα, να μη με θυσιάσης;(29)
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Όχι· μα έτσι κάνουμε σε όσους θα μυήσουμε.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Πολύ καλά· και ύστερα μ' αυτό τι θα κερδίσουμε;
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Μύλος, ροκάνα, σκόνη, (30) στα λόγια μου θα γίνης,
και ήσυχος να μείνης.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Ό,τ' είπες, μα τον Δία, είνε πολύ σωστό·
θα γίνω σκόνη όλος, εάν πασπαλιστώ.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Τώρα πρέπει, γέροντά μου, απ' τους λόγους αποχή,
και ν' ακούσης την ευχή.
(Υψών τας χείρας προς τον ουρανόν:)
Βασιληά και δεσπότη, αμέτρητε Αγέρα,
που τη γη την κρατείς κρεμασμένη, κ' Αιθέρα
λαμπερέ, και Νεφέλες, θεές σεβαστές,
κεραυνομπουμπουνίστρες, [απάνω] αναβήτε,
στο φιλόσοφο δάσκαλο [τώρα] φανήτε,
ω κυράδες [εσείς] κρεμαστές!
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
(τυλισσόμενος εις την χλαίναν του:)
Όχι ακόμα, προτού στο κορμί μου
τυλιχτώ με το ρούχο μου αυτό·
γιατί σκούφο (31) δεν πήρα μαζί μου
ο φτωχός, για να μη μουσκευτώ.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ (εξακολουθών ως ανωτέρω:)
Ω σεις, Νεφέλες πολυτιμημένες,
εδώ 'ς αυτόν ελάτε να δειχθήτε,
είτε στης ιερές και χιονισμένες
της κορυφές του Ολύμπου κατοικείτε, —
ή με της Νύμφες στήνετε χορό
στους κήπους του Ωκεανού πατέρα, —
είτε στο Νείλο βγάζετ' εκεί πέρα
με της χρυσές υδρίες σας νερό—,
ή στη Μαιώτι λίμνη κατοικείτε, —
του Μίμαντος την πέτρα την ψυχρά (32) —
ακούστε τη θυσία, και δεχθήτε
ευχάριστα τα λόγια τα ιερά.
(Ο ΣΩΚΡΑΤΗΣ κατέρχεται μετά του κοφίνου εκ του ύψους. — Ακούονται μακρόθεν βρονταί και η σκηνή φωτίζεται βαθμηδόν από αστραπάς. — Ο ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ έμφοβος αποσύρεται εις το πρόσθιον της σκηνής, καλυπτόμενος με την χλαίναν του).
ΣΚΗΝΗ Ε'.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ — ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ — ΧΟΡΟΣ ΝΕΦΕΛΩΝ
ΧΟΡΟΣ ΝΕΦΕΛΩΝ (έξωθεν:)
Νεφέλες ατελείωτες, ας σηκωθούμε φανερές
ευκίνητες και δροσερές
απ' τον ωκεανό [εδώ πέρα]
τον βαρυστέναχτο πατέρα,
εις των βουνών της κορυφές της πυκνοφυτεμένες,
από σκοπιές να βλέπουμε παντού φανερωμένες
τη γη την ιερά,
που τρέφει δένδρα καρπερά,
της θάλασσας [τα κύματα] _
με τα βαρηά βροντήματα, —
και τα τραγούδια [των νερών]
των ποταμιών των ιερών,
λαμποκοπάει ακούραστο το μάτι
της μέρας, με το φως το αστραφτερό·
η συγνεφιά, πούνε βροχή γεμάτη,
από το σώμα μας ας βγη,
να ιδούμε σαν θεές τη γη
με μάτι καθαρό.
(Αστράπτει και βροντά)
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Ω σεμνότατες Νεφέλες, σας προσκάλεσα κοντά μου
κ' η ευχή εισακούσθη φανερά.
(Προς τον Στρεψιάδην)
Συ, [γέροντά μου],
άκουσες και τη φωνή τους
και τη θεϊκή βροντή τους
πούρθε με μπουμπουνισμό;
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ (προς το μέρος των βροντών:)
Πολυτίμητες! σας έχω σε μεγάλο σεβασμό,
στης βροντές σας ν' απαντήσω
μια πορδή κ' εγώ θ' αφήσω.
Σας φοβούμαι και σας τρέμω, και, δικαίως είτε μη,
νοιώθω τώρα την ανάγκη για να χέσω στη στιγμή.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Πρόσεξε μην κοροϊδέψης και ποτέ σου να μην πράξης,
σαν τους ποιητάς εκείνους, όπου λεν «τα εξ αμάξης». (33)
Σώπα· συντροφιά μεγάλη
από της θεές εκείνες, τραγουδώντας μας προβάλλει.
ΧΟΡΟΣ ΝΕΦΕΛΩΝ (έσωθεν και πλησιέστερον:)
Εμείς, παρθένες βροχερές,
στης Αθήνας της λιπαρές
της χώρες ας ελθούμε,
την πόλι την ευχάριστη,
που βγαίνουν άνδρες άριστοι,
του Κέκροπος να ιδούμε, —
που σέβονται τα ιερά
μυστήρια, κάθε φορά
[που ο λαός πηγαίνει]
στην άγια την τελετή,
κι' ο μυστικός (34) ναός κρατεί
την θύρα του ανοιγμένη· —
που έχουν δώρα οι θεοί, —
πούν' υπερύψηλοι ναοί
και που τ' αγάλματα είνε [μύρια] —
που γίνονται στεφανωτές
θυσίες κ' ιερές γιορτές,
κι' όλον το χρόνο πανηγύρια· —
κι' όταν η άνοιξις προβάλλη,
στα Διονύσια [και πάλι,] (35)
καλοτραγούδιστοι χοροί
συναγωνίζονται πολλοί,
και των αυλών αντιλαλεί
η μούσα η βροντερή.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Πες μου, για όνομα θεού, Σωκράτη, σε παρακαλώ,
ποιες είν' αυτές που είπανε αυτό το πράμα το καλό;
Μην είνε ηρωίδες;
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Μπα! Ουράνια Νεφέλη
η κάθε μια, τρανή θεά κάθε σοφού τεμπέλη,
που σκέψι και διάλεξι και πνεύμα δίνουν [ταχτικά]
και λόγια δοκιμαστικά
τρανές ψευτιές, σοφίσματα,
λογοστριφογυρίσματα. (36)
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Ωχ δεν το λες; γι' αυτό λοιπόν επέταξ' η ψυχή μου
την ώρα που τα λόγια τους ήλθαν στην ακοή μου,
και μου γυρεύει τώρα, να,
λόγια να ψιλοκοσκινά,
και να ψιλοκουβεντιάζη
και για τον καπνόν ακόμη,
κι' από τη γνωμίτσα, γνώμη
και αντίλογο να βγάζη.
Ώστε αν είνε δυνατό σου, κάμε τούτη τη φορά,
γιατί τόχω επιθυμία, να της 'δω στα φανερά.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Να, της βλέπω, κύτταξέ τες προς την Πάρνηθ' [από 'δω],
κατεβαίνουν μ' ησυχία.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Πού; για δείξε μου [να ιδώ].
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Η πολλές, που προχωρούνε απ' τα δενδροφυτευμένα
κι' απ' της ρεματιές, στα πλάγια.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ (παρατηρών:)
Τι τα λες αυτά 'ς εμένα,
που το μάτι μου δεν βλέπει;
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Να, στην είσοδο. .
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ (παρατηρών:)
Ναι, τώρα διακρίνω μόλις.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Πρέπει
τούτη πλέον τη φορά
να της βλέπης καθαρά,
έξω αν έχης εις τα μάτια τσίμπλες, σαν τα κολοκύθια.
(Εμφανίζονται αι Νεφέλαι εις το βάθος της σκηνής ως γυναίκες
καλυπτόμεναι από πολυχρώμους πέπλους).
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Ω της πολυτιμημένες! Μα τον Δία, ναι, αλήθεια
όλα τάχουν κουκουλώση!
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Συ δεν είχες πίστι δώση
πως θεές είνε και τούτες, ούτε ο νους σου το είχε βάλη.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Όχι, όχι μα τον Δία· εγώ είχα γνώμην άλλη,
πως καπνός, δροσιά κι' ομίχλη ήτανε μονάχ' αυτές.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Όχι· μάθε πως ετούτες βόσκουνε τους σοφιστές,
όλους τους θουριομάντεις,(37) τους γιατροπασαλειμμένους, (38)
κι' όλους τους νυχοδαχτυλιδοτεμπελοχτενισμένους, (39)
τους στριφοτραγουδιστάδες (40) κάθε κυκλικού χορού,
και τους ψευδοαστρολόγους που τους βόσκουν [προ καιρού]
δίχως τίποτα να κάνουν,
κ' επειδή της έχουν μούσες κ' ύμνους [κάθονται και] φτιάνουν.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Α, για τούτην την αιτία, ωδές γράφουν [ταχτικές]
στης ορμές της φωτοπνίχτρες, στης ορμές της εχθρικές
των υγρών των Νεφελών, —
και στων εκατό [ακόμη] του Τυφώνα (41) κεφαλών
της πλεξίδες, — και στης μπόρες
της τρελλές, — και στης Νεφέλες της υγρές κι' αεροφόρες,
της αεροκολυμπήτρες, όπου με τα όρνια μοιάζουν, —
στης νεροποντές, που νέφη δροσερά [της κατεβάζουν].
Και για όλ' αυτά κομμάτους ρίχνουν μέσα τους μεγάλους
από τσίχλες και ορνίθια και της θάλασσας κεφάλους.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Ε, 'ς αυτό δεν έχουν δίκηο;
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Μα σαν είν' αυτές Νεφέλες,
πώς τους ήλθε, πες μου, κ' ήλθαν όπως κ' η θνητές κοπέλλες,
με το να μην είν' κι' αυτές
σαν και τούτες της θνητές;
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Τι λογής να ειν' εκείνες;
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Μα δεν ξέρω και καλά·
μοιάζουνε [κατά πολλά]
με μαλλιά ξαντά, μα όχι, μα τον Δία, και με κόρες,
γιατί αυτές εδώ [που βλέπω] είνε όλες μυτοφόρες!
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Ε, απάντησέ μου τώρα εις αυτά που θα ρωτήσω.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Ρώτησέ με ό,τι θέλεις και ευθύς θα σ' απαντήσω.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Παρατήρησες Νεφέλες που να μοιάζουν με κενταύρους,
ή να μοιάζουν με παρδάλεις, ή με λύκους, ή με ταύρους;
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Βέβαια· και τι με τούτο;
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Γίνονται ό,τι θελήσουν·
κι' αν [συμβή] ποτέ] κανένα μακρομάλλη ν' αντικρύσουν,
κι' αγριεμένον απ' αυτούς
τους μαλλιαροτριχωτούς,
σαν το γυιο του Ξενοφάντου, (42) τη μανία του γελούνε
παίρνοντας μορφή κενταύρου.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Και τι φτιάνουν σαν ιδούνε
και το Σίμωνα, (43) που τρώει το δημόσιο το χρήμα;
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Για να δείξουνε ποιος είνε, παίρνουνε του λύκου σχήμα.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Να λοιπόν γιατί κι' αυτές
και τον ρίψασπιν εχτές
τον Κλεώνυμο (44) σαν είδαν, με το να του καταλάβουν
τη δειλία, [εφροντίσαν] του λαφιού μορφή να λάβουν.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Να, γι' αυτό λοιπόν και τώρα, όπου είδαν τον Κλεισθένη, (45)
κύτταξέ τες, σαν γυναίκα βγήκε κάθε μια ντυμένη.
(Αι Νεφέλαι προχωρούν και λαμβάνουν θέσιν πλησιεστέραν προς τον
Σωκράτην και Στρεψιάδην κατά μέτωπον της σκηνής).
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ (προς τας Νεφέλας, υποκλίνων:)
Ω Δέσποινες, σας χαιρετώ!
Και τώρ', αν ίσως κι' άλλοι
τ' ακούσανε ποτέ αυτό,
για μένα, ω Παμβασίλισσες, βάλτε φωνή μεγάλη.
ΧΟΡΟΣ ΝΕΦΕΛΩΝ (προς τον Στρεψιάδην:)
Χαίρε, ω γέροντα συ του παληού του καιρού, όπου λόγια σο
[φίας ψαρεύεις, —
μα και συ, ιερέα της κάθε λεπτής ομιλίας, και πες τι γυ
[ρεύεις;
σοφιστή των νεφών [πειο μεγάλον]
από σε δεν θ' ακούσωμεν άλλον,
παρά μόνο τον Πρόδικο (46) αυτόν, που σοφή έχει σκέψι και γνώμη,
[και σένα,
που τα μάτια σου στρίβεις λοξά, περπατώντας στο δρόμο σου
[καμαρωμένα,
που προβάλλεις μπροστά μας σεμνός, και στους δρόμους ξυ-
[πόλυτος τρέχεις,
και στους πόνους αντέχεις!
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Ω γη! τι λόγος ιερός!
και τι σεμνός και φοβερός!
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Είνε θεές μονάχ' αυτές·
τάλλα ψευτιές· όλες κουτές!
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Πες μου, για όνομα της γης: ο Ζευς λοιπόν που άρχει
στον Όλυμπο . . .
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Καλέ ποιος Ζευς; βλακείες! δεν υπάρχει.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Τι λες εσύ;! τότε λοιπόν ποιός βρέχει; να λοιπόν αυτό
απ' όλα πειο προτήτερα να μου εξηγήσης σου ζητώ.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Αυτές λοιπόν, και ημπορώ
να στ' αποδείξω στο φτερό,
μα και με δείγματα τρανά.
Συ τάχα είδες πουθενά
και 'ς οποιαδήποτ' εποχή,
χωρίς τα σύνεφα βροχή;
γιατί αλλοιώς έπρεπε ο Ζευς, με δίχως συνεφιά [βαρειά],
να βρέχη και στην ξαστεριά.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Εινε σωστός ο λόγος σου και καλοταιριασμένος
πολύ, μα τον Απόλλωνα· κύττα! κ' εγώ [ο καϋμένος]
επίστευα το πως ο Ζευς, [σαν βρέχη και βροντάη],
πως μέσ' από το κόσκινο [μας ψιλο]κατουράει.
Μα πες μου τότε ποιος βροντά, που τρέμω εγώ;
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Αυτές
όπου κυλιώνται με βροντές.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Άνθρωπε τολμηρότατε! πες μου τον τρόπο πάλι.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Σαν παίρνουνε πολύ νερό, κ' έχουνε βια μεγάλη
να κινηθούν, γκρεμίζονται χωρίς να το θελήσουν
γεμάτες από τη βροχή· κι' αφού λοιπόν κυλίσουν
απάνω η μια στην άλλη,
σκάζουν ευθύς και γίνονται οι βρόντοι οι μεγάλοι.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Και τάχα πώς; δεν είνε ο Ζευς, όπου τας αναγκάζει
η μία να κατρακυλά στην άλλη [και να σκάζη];
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Α, μπα! είν' [εκεί πέρα]
ο στρόβιλας (47) του αιθέρα.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Ο στρόβιλας!; [τι να σου ειπώ;] ποτέ στο νου δεν θάχα,
πως βασιλεύει ο Στρόβιλας και όχι ο Ζευς μονάχα.
Μα δεν μου είπες [πρώτο];
ούτε πώς γίνετ' η βροντή, ούτε και για τον κρότο.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Μα πώς; δεν άκουσες λοιπόν που σου 'λεγα [τόσον καιρό]
πως η νεφέλες, πέφτοντας γεμάτες με πολύ νερό
απάνω η μια στην άλλη,
βροντούν απ' την πυκνότητα [που έχουν τη μεγάλη];
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Και πώς θα το πιστέψω αυτό;
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Θαποδειχθή και στη στιγμή
από τον ίδιο σου εαυτόν. Όταν τηλώνεσαι ζουμί
εσύ στα Παναθήναια, και η κοιλιά σου πρήσκεται,
σε ξαφνικό γουργουρητό και κλονισμό δεν βρίσκεται;
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Τι λες. Μα τον Απόλλωνα! ενόχλησι μου κάνει
παρά πολλή και γρήγορα, και ταραχή με πιάνει,
και σκούζει [σε λιγάκι],
και κάνει κρότο σαν βροντή εκείνο το ζουμάκι!
Παξ! κάνει στην αρχή σιγά· παππάξ! κατόπιν κάνει·
κ' ύστερα κάνει παπαππάξ! κι' όταν χεσό με πιάνη.
όλα βροντούν παπαπαππάξ! σαν τούτα [τα κορίτσα].
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Σαν γίνονται τέτοιες πορδές σε τόση δα κοιλίτσα,
για σκέψου στον απέραντο τι γίνεται αγέρα,
και πώς μπορεί να μη τραβά τέτοιες βροντές [κει πέρα];
γι' αυτό τα δυο ονόματα «βροντή» «πορδή» αντάμα,
είνε το ίδιο πράμα.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Πούθε' έρχεται κι' ο κεραυνός όπου λαμποκοπάει
από φωτιά; αυτό να ειπής, και όταν μας χτυπάη
μας καίει σαν τα φρύγανα, και τσουρουφλίζει φοβερά
τους ζωντανούς; Τον στέλνει ο Ζευς στους επιόρκους φανερά.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Ανόητε! κρονόληρε (48) και γεροξεκουτιάρη! (49)
τους επιόρκους σαν χτυπά, δεν θάχε [λόγου χάρι]
το Σίμωνα, το θεωρό, τον Κλέωνα (50) σκοτώση;
Μ' όλο που έκαναν αυτοί επιορκία τόση,
στο Σούνιο, των Αθηνών το ακρωτήρι, [πάει],
και το ναό χτυπάει
πούνε δικός του, κι' όπου βρη βελανιδιά, [της δίνει]!
Τι του 'ρθε; η βελανιδιά επίορκη έχει γίνη;
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Δεν ξέρω [απ' αυτά πολλά],
μα, φαίνεται, τα λες καλά.
Και τ' είνε τάχα ο κεραυνός;