WeRead Powered by ReaderPub
Απλοί Τρόποι cover

Απλοί Τρόποι

Chapter 5: ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

A lyrical collection of poems that moves through coastal and inland scenes to evoke seasons, dawns, storms and quiet evenings. The pieces meditate on longing, solitude, memory and small consolations, often using sea and pastoral imagery—waves, birdsong, light and wind—as recurring symbols. Language alternates between restrained observation and emotional surge, presenting elegiac reflection alongside moments of respite and tender hope, and exploring the inner life through finely rendered natural detail.

«Σκορπίστε τους!» ο άρχοντας προστάζει, και στους γονατισμένους τα σπαθιά χιμούν, χτυπούν τυφλά, το αίμα στάζει, γεμίζουν τον αέρα βογκητά.

Το δροσερό ανοιξιάτικον αέρα που πνιγμένος σε μύριες ευωδιές το βασιλιά και τους αρχόντους πέρα σε πιο όμορφες τους φέρνει ακρογιαλιές.

Κάθε άεργο, ζητιάνο, κλέφτη, αλήτη γύρω απ τη χώρα έχει μαζέψει εδώ, από καλύβι γύρισε σε σπίτι κι ερέθισε τον κόσμο το φτωχό.

Όποιους πεινούνε κι όποιους γυμνητεύουν τους άναψε τα λίγα τα μυαλά, τους είπε αν δεν τους δίνουνε να κλέβουν και να σκοτώνουν όποιον βρουν μπροστά.

Να γδύνουν όσους πλούτισαν με κόπο, κάθε άρχοντα και αφέντη να χτυπούν, να κάψουν, να ρημάξουνε τον τόπο, να ρίξουν τις αρχές που κυβερνούν.

Να κάμουν μετερίζι κάθε δρόμο κι αρματωμένοι να χυθούν παντού σκοτώνοντας, σκορπίζοντας τον τρόμο στα πλήθη του πιστού σου του λαού.

Κι έτσι τους έφερε άγριος, αφρισμένος εδώ ίσια με το θρόνο σου μπροστά και χίμησε σαν τίγρης μανιωμένος να βάλη στο παλάτι σου φωτιά.

Καλούσε το λαό να τον βοηθήση, τον έκραζε μαζί του να χυθή· δεν άφησε υψηλό να μη το βρίση και την πατρίδα αρνήθη την ιερή.

Την αρχοντιά φοβέριζε θα πνίξη, δε σεβάστηκε μήτε το θεό, και το πιο μέγα: τόλμησε να γγίξη το σεβαστό όνομά σου το τρανό.

Πρόσταξε, βασιλιά, τι θες να γίνη.» -«Να κρεμαστή», με μια είπανε φωνή οι τριγύρω στο ρήγα καθισμένοι, μα σκυμμένος ο ρήγας δε μιλεί.

Ένας αλήτης απ' αυτούς που ζούνε κεντώντας και συμπώντας το λαό όσα έχει απ το θεό να μη του αρκούνε και του κηρύττουν άγριο σηκωμό,

και ρίξιμο και σύντριμμα όσων στέκουν βαλτά απ τον ουρανό τόσο σοφά, και στο φτωχό του νου το μύθο πλέκουν πως αδικία τον κόσμο κυβερνά.

Μέγας κίνδυνος είναι τέτοιοι πλάνοι· που τους σαρώνει απ τη θωριά της γης για το καλό της έργο μέγα κάνει· βασιλιά, να προστάξης μην αργής!»

«Να κρεμαστή», η αρχοντιά και πάλι κράζει, μα ο βασιλιάς πάντα σκυφτός σιωπά και ο πρώτος ξαναλέει: «Μη σε τρομάζη ό τι εδώ σου ζητούμε, βασιλιά!

Ένας αγύρτης θέλησε να ρίξη ό τι οι πατέρες έστησαν τρανό· το θρόνο σου αποκότησε να γγίξη, να βάλη πιο ψηλά σου το λαό.

Αν η τόλμη ατιμώρητη του μείνη, στοχάσου τι μπορεί αύριο να γενή· ό τι στεριώθη μ' αίμα δεν το αφίνει από δούλους κανείς να πατηθή.

Βασιλιά, μη διστάζης να προστάξης, προστάζει με το στόμα σου ο θεός, που σ' έχει εδώ σταλμένο να φυλάξης ό τι έχει μέγα θεμελιώσει αυτός.

Το έργο χρόνια που ακλουθάς με κόπο λαμπρότερο στον κόσμο να στηθή, το θρόνο σου να υψώσης και τον τόπο, να κάμης την πατρίδα μας τρανή.»

Κι ένεψε ο βασιλιάς— Την άλλη μέρα σα φώτισε η αυγή τον ουρανό, το κορμί του νέου σειόταν στον αέρα στου πλατάνου τους κλώνους κρεμαστό.

Χήτη νεκρή στις πλάτες απλωμένα τα μακρυά κατάμαυρα μαλλιά, τα μάτια άγρια κοιτάζουν πεταγμένα, φριχτή τρομάζει, μελανή η θωριά.

Και μέρες κρεμαστός εκεί για τρόμο να μένη έχει προστάξει ο βασιλιάς· κάθε πιστός αλλάζει εκείθε δρόμο, «προδότη», λέει, «καλά να τα τραβάς.»

Σαν άνομο καθένας το κοιτάζει ως τρέμει στον αέρα το κορμί, και μόνο καμιάς κόρης δάκρυ στάζει: «Κρίμα σε τόση νιότη ευγενική.»

Και παρέκει στο δρόμο συναγμένος σ' ένα βήμα ολοτρόγυρα ο λαός, αχνός ακούει, βουβός και τρομαγμένος πως μιλεί ένας της χώρας διαλεχτός.

«Αυτή είναι η μοίρα καθενός προδότη — παράδειγμα λαέ, να σου γενή — που τον στέλνουν της κόλασης τα σκότη νάρθη να σου μολύνη την ψυχή,

κι ενάντια σε κείνους να τη γυρίση που αφέντες μας τους έβαλε ο ουρανός, την έχθρα στην καρδιά να σου φυσήση σ' ό τι νόμος του κόσμου είναι τρανός.

Λαέ, φθαρτά αγαθά μη σε δολώνουν, λαέ, ποτέ η ψυχή σου μην ξεχνά όσα μονάχα τη ζωή σηκώνουν: τα έργα τα τρανά και δυνατά.

Λαέ, στοχάσου· τι σε περιμένει, γύρω πολλοί σε ζώνουν φθονεροί, πρέπει να πέσουν όλοι ντροπιασμένοι οι μιαροί της πατρίδας μας εχθροί.

κι όλοι χάμω γειρτοί να προσκυνήσουν το βασιλιά μας τον τρανό βαθιά, κι όλα της γης τα πέρατα να ηχήσουν: Δόξα στον αντρειωμένο βασιλιά!»

«Δόξα στο βασιλιά», έκραξε κοντά του, «δόξα στο βασιλιά», κάποια λαλιά, «δόξα στο βασιλιά», το πήραν κάτου το πλήθη του λαού μακριά πλατιά.

«Αυτό θέλει η βουλή που βασιλεύει ψηλά και κυβερνά ουρανό και γη και στέλνει εδώ τον έναν να δουλεύη κι άλλον όσους δουλεύουν να οδηγή.

Το λόγο να ρωτούμε εδώ σταλμένοι δεν είμαστε, και χρέος μας ιερό είναι στο έργο που είμαστε βαλμένοι να κοπιάζωμε δίχως βογκητό.

Άλλοι σκλάβοι, άλλοι αφέντες ως μας έχει η βουλή Του διορίσει εδώ στη γης· αλί σε κείνον που μωρά παντέχει πως θ' αλλάξη το δρόμο της ζωής.

Αλί σ' όποιον ο νους του το χωρέσει το θέλημα ν' αλλάξη τ' ουρανού!»· Κι έδειξε ο διαλεχτός κατά τη θέση που σειόταν το κορμί του αντάρτη νιου.

«Αλί του, αλί του», αλάλαξαν τα πλήθη· και κράζει ο διαλεχτός πιο βροντερά: «Οργή δεινή θεού τον εκδικήθη μ' αυτή την προσταγή του βασιλιά.

Χιλιόχρονο ο θεός να τον φυλάη τους προδότες βαριά να τιμωρή !» -«Χιλιόχρονος ο ρήγας μας», βογκάει σα θάλασσα ο λαός με μια φωνή.

Και η βοή στο γαλάζιο φεύγει αέρα και σμίγει με τις μύριες ευωδιές που ευφραίνουν βασιλιά κι αρχόντους πέρα σε ολόχλωρα νησιά και ακρογιαλιές.

Του κρεμασμένου μόνο ως να σπαράζουν τα χείλη με χαμόγελο πικρό, μα τα μάτια άγρια ασάλευτα κοιτάζουν προς κάποιο όνειρο μέγα μακρινό.

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Άσ' τη βάρκα Σελ. 4
Παλιές αγάπες » 7
Μαύρα βαραίνουν όνειρα » 9
Το μυστικό δε σου ένιωσε » 11
Καθόμαστε » 13
Κισσέ που απάνω σέρνεσαι » 15
Με ορμή χύνεται ο άνεμος » 17
Μες στα όνειρά μου πέρασες » 19
Λιγνές σαλεύει, ολάργυρες » 21
Ορθό στέκεσαι » 23
Σιγά η πηγή » 25
Κλεισμένος » 28
Ένα γύρο τον κόσμο » 30
Θυμούμαι πως » 33
Σε θωρώ » 35
Κι ήρθα πάλι » 40
Ω φίλε, (Στον ποιητή Λάμπρο Πορφύρα). » 43
Το παραθύρι » 48
Γλυκέ φίλε, (Στην ανάμνηση του Γιάννη
                          [Καμπύση) » 54
Αριάδνη » 60
Χαιρετισμός » 64
Ένα παραμύθι » 72

ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΝ "ΕΣΤΙΑ,, 12126

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑΙ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΙΧ. Σ. ΖΗΚΑΚΗ

Εξεδόθησαν:

ΚΩΣΤΗ ΠΑΛΑΜΑ
Θάνατος Παλληκαριού, έκδοσις β'. Δρ. 3
              Σε χαρτί μεμβράνης 5

Επιμελεία ΚΩΣΤΑ I. ΚΑΡΣΗ

55 Ελληνικά διηγήματα . . . Χρυσόδετον . . . .

Τυπώνονται:

                     ΚΩΣΤΗ ΠΑΛΑΜΑ
Ασάλευτη ζωή, έκδοσις β' μετά προλόγου Δρ. 5
Τα μάτια της ψυχής μου και ο Ύμνος
      εις την Αθηνάν σ' έναν τόμο . .

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

Βραδινοί θρύλοι, ποιήματα
Τα πρώτα λυρικά
Ιφιγένεια εν Ταύροις, 3η έκδοσις

End of Project Gutenberg's Simple manners, by Konstantinos Chatzopoulos