WeRead Powered by ReaderPub
Μύθοι cover

Μύθοι

Chapter 29: ΜΥΘΟΣ Β'. ΤΟ ΨΑΡΙ ΜΕ ΤΑ ΨΑΡΟΠΟΥΛΑ ΤΟΥ.
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

This collection gathers short myths and fables alongside satirical poems, amorous verse, and occasional prose pieces, including a translation of the mock-epic Battle of the Frogs and Mice. The language favors a regional idiom associated with Epirus and Thessaly and pairs classical learning with a playful, often skeptical satirical tone, while lyrical and tender passages reveal a smooth, imaginative poetic voice.

ΜΥΘΟΣ ΙΓ'.

Ο ΓΑΙΔΑΡΟΣ ΝΤΥΜΕΝΟΣ ΛΙΟΝΤΟΤΟΜΑΡΟ.

   Ο Γάιδαρος μια ημέρα
Ντυμένος πέρα πέρα
Με Λιονταριού τομάρι,
Σα δυνατό Λιοντάρι,
Της γειτονιάς τα ζώα,
Και άγρια και αθώα,
Με τόλμη κυνηγάει,
Παντούθε τα προντάει·
Εκείνα τρομασμένα
Αναμεράν κρυμένα,
Και δίχως ν' αναμείνου
Τόν τόπον άδιο αφίνουν.
Και τότε η αφεντιά του
Με πάσα ελευτεριά του
Χωρίς δουλιάς αντράλα
Εμπήκε στα μεγάλα.
Τους κάμπους τριγυρίζει,
Τη χλοή ροκανίζει
Ως θέλει η όρεξί του
Χωρίς αντήρησί του.
Ξαπλόνεται, γκυλίεται,
Κι' αφέντης πλιο λογέται·
Μόν η Αλπού, που όλο
Υπόφτευε το δόλο,
Σαν πόνηρη ερευνόντας,
Καλά παρατηρόντας
Από το ένα αυτί του
Την ψεύτικη στολή του,
Κι' από το γκάρισμά του
Την τέλια γαϊδουριά του·
Σωστά βεβαιομένη,
Την είδησι προφταίνει
Ευτύς του νοικοκύρι,
Οπού είχε παραδείρει,
Πολλά περιπατόντας,
Το γάιδαρο ζητόντας
Κι' οπού σαν το μαθαίνει;
Τον πιάνει και τον γδαίνει,
Του βάνει το σαμάρι,
Και πάλε σα γομάρι
Στο σπίτι του τον φέρει,
Και, ως έπρεπε, τον δαίρει·

   Με πλούσια και λαμπρή στολή
Στον κόσμο, βλέπομε, πολλοί
Απ' όλους να τιμιούνται,
Μεγάλοι να μετριούνται.
   Γιατί των πρόστυχων ο νους
Στοχάζεται, πως σ' αυτουνούς
Η τύχη έχει δόση
Με τα καλά, και γνώσι.
   Μόν αν με μέτρα προσοχής,
Η καταντήσουν δυστυχείς,
Ο φρόνιμος θελήση
Να τους παρατηρήση,
Θελα τους βρη ουτιδανούς,
Από προτέρημα γυμνούς,
Με μόνη φαντασία,
Και γνώμης απορία.
   Το αξίωμα όσα δίνει
Στην υπόληψιν ενού,
Μόνε λείψη τον αφίνει
Μες το πλήθος του κοινού.
   Το προτέρημα χαρίζει
Αναφαίρετη τιμή,
Και τον κάνει να αχρήζη,
Και παντού να ευδοκιμή.

ΜΥΘΟΣ ΙΔ'

ΚΟΡΑΚΑΣ ΚΑΙ ΑΛΕΠΟΥ

   Σε δέντρο απάνω ο Κόρακας
εκάθησε απετόντας,
Στη μύτη του βαστόντας
Μια γρούδα από τυρί.
   Η Αλουπού διαβαίνοντας
Καταλαχού απέκει,
Τον βλέπει· κοντοστέκει
Η παραπονηρή.
   Καν με το νου σοφίζεται
Το πώς να τον γελάση,
Και τη χαψιά να φτάση
Οχ το κλαρί ψηλά.
   Κοντά στη ρίζα εζύγοσε
Και με ταπεινοσύνη,
Πλαστήν αγαθοσύνη,
Τα μάτια χαμπηλά,
   Κυρ Κόρακα, του φώναζε
Πετούμενο αντριομένο,
Με χάρες στολισμένο,
Εγώ σε προσκυνώ.
   Ω! πόσο ωραία κ' ώμορφα
Αστράφτουν τα λαμπρά σου
Αμίμητα φτερά σου
Σε χρώμα έτζι σεμνό.
   Ω! πόσο μέλη σύμμετρα
Ορέχτηκεν η φύση
Εσένα να χαρίση
Με τέχνη χωριστή.
   Αμ η λιαλιά σου τάχατε
Σαν τι γλυκάδαις να 'χη;
Καλότυχος που λάχη
Να την αφηκραστή.
   Κι' εκείνος, όμοιον έπαινο
Ν' ακούση, δεν κρατιέται,
Σε τόπο δε χωριέται,
Μήτ' έχει υπομονή.
   Το λιάραγκά του ετέντοσε,
Της γκάβραις αρχινάει,
Και το τυρί απολνάει
Να δείξη τη φωνή.
   Η Αλουπού αρπάζοντας
Τη γρούδα τον τηράει,
Τον αποχαιρετάει,
Του λέγει· όλα καλά
   Τα έχεις, φίλε, εξαίρετα,
Μόν ένα να πασχήσης
Ακόμα ν' αποκτήσης
Κυρ Κόρακα, μυαλά.
   Γιατί η κολακεία
Μες τη φιλοτιμία
Με τρόπο μας εγγίζει,
Γλυκά μας γαργαλίζει,
Για ταύτο μας αρέγει
Σε όσα αυτή μας λέγει·
Μόν όποιος να βαθύνη
Είν' εύκολο να κρίνη.
Ο κόλακας τη γλώσσα,
Που σ' επαινάει σε τόσα,
Κινάει από σκοπό του
Για μόνο διάφορό του.
   Του κόλακα τ' αχείλια
Εκεί πού σ' επαινούν,
Εκεί σε περιπαίζουν,
Και σε καταφρονούν·
   Και σε επαινάει πάντα
Με τέλος και σκοπό,
Για ν' απολάψη μόνον
Ωφέλεια και καρπό.

ΜΥΘΟΣ ΙΕ'.

ΑΛΟΥΠΟΥ ΚΑΙ ΛΙΟΝΤΑΡΙ.

   Η Αλπού σε κάπια μέρη,
Που μια ημέρα γύραις φέρει,
Και θροφή ζητάει να βρη,
   Κει που τήραε λογυρά της
Το Λιοντάρι απ' ομπροστά της
Να διαβή άξαφνα θωρεί.
   Κι' αφορμής καμμιά φορά άλλη
Δεν το ίδε· τόση ζάλη,
Και τρομάρα δυνατή
   Την καρδιά της κυριεύει,
Που νεκρή με μιας κοντεύει
Καταγής να σωριαστή.
   Δεύτερη φορά συμβαίνει,
Σ' άλλο μέρος το ανταίνει,
Και με φόβο σταματάει·
   Μόν σαν πρώτα δεν τη σκιάζει·
Και να το χαμοκυττάζη
Όλο σαν αποκτάει.
   Να το ιδή κι' αλλού τριτόνει,
Παρευτύς σ' αυτό ζυγόνει,
Και με όψι θαρρευτή
   Το θηρίο ακλουθόντας,
Και μ' αυτό συνομιλόντας,
Συνοδιά του περπατεί.

   Όσο και αν είναι φοβερό
Το καθετί, με τον καιρό
Πασάνας συνηθάει
Να το καταφρονάη.
   Και αντίς την πρώτη ταραχή
Οπού μας φέρει στην αρχή,
Τελιόνει κάθε θιάμα,
Συνηθισμένο πράμμα.

ΜΥΘΟΣ ις'.

ΚΡΙΑΡΙ, ΑΡΝΑΔΑ, ΓΟΥΡΟΥΝΙ ΚΑΙ ΓΑΙΔΑΡΟΣ

   Τρία ζώα ανταμομένα
Σ' έναν Γάιδαρο βαλμένα
Κάπιος είχε ξεκινήση
Σε μια χώρα να πουλήση.
   Στη ζερβιά από το σαμάρι
Ενα ήμερο Κριάρι,
Και μια Αρνάδα από τη δέξια
Φορτομένα είχ' επιδέξια
   Αποπάνω και στη μέση
Δίπλα πάλι είχ' αποθέσει.
Γουρουνόπουλο θρεμμένο,
Μ' αλαφρό σκοινί δεμένο.
   Εξοπίσω πάει ατός του
Και το Γάιδαρον ομπρός του
Για να μην αργοπατάη,
Με το ξύλο τον χτυπάει·
   Και το δόλιο το Γομάρι
Γληγορεύει το ποδάρι,
Κι' αγωνίζεται με γνώση
Της ξυλιαίς για να γλυτρώση.
   Τα διο πρόβατα, σα ζώα
Απονήρευτα κι' αθώα
Δεν τηράν παρά να σώσουν
Κι' οχ τον κόπο ν' αλαφρώσουν.
   Το Γουρούνι απ' όλα τ' άλλα
Με σκουξίματα μεγάλα
Να χτυπιέται δε σιγάει
Και τον κόσμο τρικυμάει·
   Οχ το βάρος κουρασμένο,
Και καταγαναχτησμένο,
Το Ζοντόβολο γυρίζει,
Και παρόμια τ' ονειδίζει·
   Άτζαλο Γουρούνι, αλήθεια,
Τι είν' αυτή η κακή συνήθεια·
Μια στιμή να μη τζωπαίνης,
Και τ' αυτιά μας ξεκουφαίνεις.
   Πια ανάγκη, και πια χρεία,
Έτζι αδιάντροπα κι' αχρεία
Σε στενεύει να χουγιάζης,
Κι' όλους μας να μας πειράζης;
   Δεν τηράς πως φορτωμένος
Μετ' εσάς εγώ ο καϋμένος,
Τι τραβώ και δοκιμάζω,
Και παράπονο δε βγάζω;
   Πάρε καν παράδειμμά σου
Οχ την ίδια συντροφιά σου,
Που παράνω τυραγνιούνται,
Και καθόλου δε γρηκιούνται.
   Δεν τους φτάνει, που σφιμένα
Στης τριχαίς σαν κρεμασμένα
Σ' έχουν αποπανωθιό τους,
Βάσανο ξεχωριστό τους·
   Μόνε δίχως καμμιά αιτία,
Κι' από μόνη αδιακρισία,
Τους σκοτίζεις το κεφάλι
Με τις γκάβρας σου τη ζάλη.
   Το Γουρούνι λόγια τόσα
Οχ του Γάιδαρου τη γλώσσα
Να ακούη, καιρό δε χάνει,
Τέτια απόκρισι του κάνει·
   Να σου ειπώ, του λέει, δεν ξέρω
Τι υποφέρεις, τι υποφέρω,
Μόνε ξέρω κι' απεικάζω,
Πως με δίκιο ανησυχάζω.
   Γιατί οι αθρώποι εσάς σας έχουν,
Στης δουλιαίς τους να προσέχουν,
Και στη ράχη σας να φέρουν
Όσα βάρη μεταφέρουν.
   Κι' ο αφέντης που σ' ορίζει,
Αφορμής και σε γνωρίζει,
Σαν οκνόν και ακαμάτη,
Σε ραβδίζει από κομμάτι·
   Όθεν είσαι αναγκασμένος,
Σα σε ταύτα μαθημένος,
Να περνάς σε ησυχία
Δίχως άλλη σου υποψία.
   Αν τα πρόβατα παντέχουν
Κάννα κίντυνο δεν τρέχουν,
Μη θαρρείς απ' αγνωμιά τους
Δε νογάν τη συφορά τους.
   Μόνε οι αθρώποι τα κουρεύουν,
Τα αρμέν, τα σημαδεύουν.
Κι' αφορμής συχνά το κάνουν,
Και αυτά κακό δε βάνουν.
   Αμ εγώ, κυρ Γάιαδρέ μου
Που δεν έμαθα ποτέ μου
Από όλ' αυτά κανένα,
Τι καλό θωρώ για μένα;
   Και τι άλλο όχ το μαχαίρι
Του αφέντη μου το χέρι
Καρτερώ για να μου δώση,
Όπου να με ξεφορτώση;
   Αν φωνάξω δε σου φταίγω,
Άφινέ με καν να κλαίγω,
Κι' ως μπορώ να ξεθυμάνω,
Επειδή και θα πεθάνω.
   Ο Φρόνιμος, και ο γνωστικός,
Παντού υπομονετικός,
Της τύχης την καταδρομή
Ποτέ δεν παίρει με ορμή·
Αλλ' υποφέρει τα δεινά
Με μέτρα γνώμης ταπεινά.
Και με αυτό στη συφορά
Λαβαίνει κάπια διαφορά.
Γιατί κυττάζει το κακό
Λιγώτερο ενοχλητικό.
Εξεναντίας ο τρελλός
Δεν ησυχάζει παντελώς·
Τον κόσμον όλον ενωχλάει,
Χωρίς αυτόν να ωφελάη.
Και στο γραφτό του προχωρεί
Με πέδεψίτου τρομερή.

ΜΥΘΟΣ ΙΖ'.

ΚΙΚΙΔΙ ΚΑΙ ΝΥΚΤΕΡΙΔΑ.

   Το Κικίδι σφαλησμένο
Σε μικρό κλουβί πλεμμένο
Όξω από το παραθύρι
Του σπιτιού ενού νικοκύρη,
Ελαλούσε πάσα βράδυ
Ότι αρχίναε το σκοτάδι·
Και μια κάπια Νυκτερίδα
Με περιέργειας φροντίδα,
Τούτο αφού παρατηράει
Το ζυγόνει, το ρωτάει,
Για να βγη οχ την απορία,
Από πια αφορμή κι' αιτία,
Την ημέρα να σιγάη
Και τη νύχτα να λαλάη.
Να σου ειπώ, αδερφή, της λέγει·
Μια φορά πασάνας φταίγει,
Μόν ο φρόνιμος σαν πάθη,
Υστερώτερα θα μάθη
Να νογάη, και να προβλέπη
Να φυλάγεται όπως πρέπει·
Έτζι εγώ μες το τριφύλλι
Δε μ' απόσταινε τ' αχείλι,
Άνοιξι και καλοκαίρι,
Να λαλώ το μεσημέρι·
Μόν αφόντης μ' έχουν πιάση,
Η ανάγκη μ' έχει βιάση
Το συνήθιο μου ν' αφήσω,
Κι' άλλα μέτρα ν' αποχτήσω.

   Ήταν χρεία πριν αντέσης
Να το κάμης, να κερδέσης·
Να αλλάζης όμως τώρα
Γνώμη, φίλε, δεν είν' ώρα,
Τ' αποκρίθηκεν εκείνη,
Τι ωφέλια δε σου δίνει.

ΜΥΘΟΣ ΙΗ'.

ΑΡΚΟΥΔΑ ΚΑΙ ΛΙΟΝΤΑΡΙ.

   Αρκούδα από 'ναν λόγγο
Μεγάλη, δυνατή,
Να κυνηγήση βγαίνει,
Στον κάμπο περπατεί.
   Κι' αλλούθε το Λιοντάρι
Στο δρόμον απαντάει,
Οπού θροφή κι' εκείνο
Πηγαίνοντας ζητάει·
   Παράμερά τους βλέπουν
Στον ίδιον τον καιρό
Σε σιάδι να μουλόνη
Λαγόν τρανόν, χοντρό·
   Κι' ως ήταν πεινασμένα
Δεν άργησαν στιμή
Να στρίψουν, να χυμήσουν
Απάνω του μ' ορμή.
   Μόν θέλοντας το ένα,
Το άλλο μερτικό
Τελείως να μη πάρη
Να μείνη νηστικό,
   Με λύσσα συνατά τους
Να πιάνονται αρχινούν,
Φριχτή μεγάλη μάχη
Πεισματικά κινούν.
   Στο τέλος μη μπορόντας
Στα πόδια να σταθούν,
Οχ τον πολύν αγώνα
Καθόλου να ορθοθούν.
   Αποσταμένα πέφτουν
Στη γη ξαπλοταριά,
Κειτάμενα σαν ψόφια,
Δεξιά ζερβιά μεριά.
   Και το Λαγό στη μέση
Κομμάτι τρυφερό
Με θλίψι τους κυττάζουν,
Και μάτι λυπηρό.
   Η Αλουπού σε ταύτο
Περνόντας αποκεί,
Καθώς τα πάντα ίδε
Καλά προσεχτική,
   Τρεχάτη ανάμεσά τους
Αδράζει το Λαγό
Και φεύγει προς το δάσος
Με πάτημα γοργό·
   Τα διο θηρία τότε
Με πόνου στενασμό,
Ω τρέλα ! λέν' ω γνώμη
Χωρίς συλλογισμό !
   Μαλόσαμαν οι άθλιοι
Σχεδόν ως τη σφαγή,
Τοιμάζοντας και μόνον
Της Αλουπούς φαγί.

ΜΥΘΟΣ ΙΘ'.

ΓΕΡΟΣ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΣ.

   Ένας Γέρος σε φτώχιας ανάγκη,
Άλλον τρόπο να ζήση δεν είχε,
Χώρια ξύλα να κόφτη στον λόγγο,
Μεταβιάς το ψωμί του να βγάζη.
   Μιαν ημέρα βαριά φορτομένος,
Περπατόντας σ' ορθό μονοπάτι,
Οχ τον κόπο, και κάμμα του ήλιου
Την ανάσσα να πάρη δε φτάνει·
   Σ' έναν όχτο τ' ανάσκελα πέφτει·
Και στο μέγα πολύ κούρασμά του
Τη ζωή του μισόντας βαριέται,
Και το χάρο με πόθο του κράζει.
   Να ο χάρος ομπρός του πετιέται,
Το δρεπάνι κρατόντας στο χέρι,
Μ' άγριαν όψι, και σχήμα τρομάρας,
Για είμαι, Γέρο, του λέγει· τι θέλεις;
   Αχ! ο γέρος ευτύς αποκρίθη,
Το ζαλίκι μου αυτό δεν μπορούσα
Να σηκόσω· σε φώναξα ο δόλιος
Να μου δόκης ολίγη βοήθεια.

ΜΥΘΟΣ Κ'.

ΛΙΟΝΤΑΡΙ, ΛΥΚΟΣ ΚΑΙ ΑΛΟΠΟΥ.

   Λιοντάρι, Λύκος, κι' Αλπού αντάμα
Τα τρία βγήκαν να κυνηγήσουν
Με συμφωνία, πως ό,τι πιάκουν,
Να το μοιράσουν ανάμεσά τους.
   Πολύ και πλούσιο κυνήγι κάνουν,
Κι' αφού σε μέρος τα αραδιάζουν,
Του Λύκου λέγει το Λεοντάρι
Σε τρία μέρη να τα χωρίση.
   Εκείνος τότε, κι' αν λαιμαργάει,
Σα φυσικό του, βαστιέται ωστόσο·
Κι' από το φόβο του ανώτερου του
Με δικαιοσύνη τα διαμοιράζει.
   Ο Βασιλέας των τετραπόδων
Με άγριο βλέμμα καταφρονόντας
Ισοτιμία, που δεν του πρέπει,
Μ' οργή το Λύκο ευτύς ξεσκίζει·
   Και της Πανούργας το βάρος δίνει
Να κάμη εκείνη, καθώς ηξέρει.
Σωρόν ομπρός του τ' απανωτιάζει,
Κι' αυτή κρατάει πολλά ολίγο.
   Πιος σ' έχει μάθη, της λέει, Κουμπάρα,
Με τόσο δίκιο να διαμοιράζης;
Σκυφτά εκείνη του απηλογήθη.
Του Λύκου, αφέντη, η δυστυχία {4}·

ΜΥΘΟΣ Α'.

ΖΙΝΖΙΡΑΣ ΚΑΙ ΜΥΡΜΗΓΚΙ.

   Θέρος ήταν κι' ο Ζίνζιρας όλος
Σ' της φωνής του το μέριμνο μόνο,
Μες τον ίσκιο των δένδρων κρυμμένος·
Τον καιρό του διαβαίνει λαλόντας.
   Το φιλόπονο ωστόσο Μυρμήγκι,
Με δουλιάς συγκρατούμενης κόπο,
Μέρα νύχτα στιμή δε σιγάει
Στη φωλιά του θροφαίς να συνάζη.
   Το γλυκό καλοκαίρι σκολνάει,
Και μαζί του ημερών η γαλήνη·
Αρχινάν η βροχαίς κι' οι ανέμοι,
Το χειμώνα κοντά προμηνόντας.
   Στη περίστασι εκείνης της ώρας·
Ο τρανός λαλητής μαζομένος,
Νηστικός σε μιαν άκρα μουλλόνει.
Κι' οχ την πείνα βαριά κιντυνεύει.
   Στη μεγάλη του αυτή στενοχώρια
Στο Μυρμήγκι βιασμένος προστρέχει·
Δείξου, φίλε, του λέγει, ευεργέτης
Προς εμένα με μια καλοσύνη.
   Ανεπάντεχα κρύα μ' επήραν
Δεν ποτάζω σπειρί να πορέψω.
Πρόφτασέ με μ' ολίγο μειράδι
Δανεικό οχ την πλούσια εισοδιά σου.
   Μη φοβάσαι καθόλου να χάσης,
Τι σαν έρθη ο θέρος, σου τάζω
Να σου δώκω οπίσώ με πρώτο,
Και κεφάλι και διάφορο αντάμα.
   Μόν ο φίλος σε ταύτα αποκρίθη.
Αποτί, δε μου λες Ζίνζιρά μου,
Ν' αμελήσης παρόμια σου χρεία
Ως τα τώρα, οπού καθόσουν άδιος;
   Αμ δεν άδιαζα εγώ να φροντίσω,
Σαν κι' εσένα, αφορμής ελαλούσα,
Μήτε ήλπιζα ογλήγορα τόσο
Να διαβούν η καλαις η ημέραις.
   Στον καλόν τον καιρό σα λαλούσες
Στον κακόν ημπορείς να χορεύης.
Και της πλάταις γυρίζοντας μπαίνει
Μές την τρύπα του ευτύς το Μυρμήγκι.

   Όσοι τον καιρό ξοδεύουν,
Και το μέλον δε μετρούν.
Στα χαμένα τον γυρεύουν,
Σαν και πρώτα να τον βρουν.
   Ο καιρός φτερά βαστάει,
Φεύγει, τρέχει σα νερό,
Κι' όποιος δεν τον κυνηγάει,
Δεν του βρίσκει πλιο τορό.

   Σύναξε νιος όσο ημπορείς,
Γέροντας άνεσι να βρης.
Στα νιάτα σου αν οκνεύεις,
Κακά υστερνά πορεύεις.

ΜΥΘΟΣ Β'.

ΤΟ ΨΑΡΙ ΜΕ ΤΑ ΨΑΡΟΠΟΥΛΑ ΤΟΥ.

   Μη, παιδιά, ξεμακραίνετε τόσο
Οχ το δρόμο, 'πού εγώ σημαδεύω.
Ποταμιού προς το βάθο με θάρρο
Τρέξτε παίζοντας όσο ποθάτε.
   Σε ριχά μη γελιέστε και σ' άκραις
Να ζυγόνετε ολότελα εκείθε·
Είν' οχτροί λογιαστοί να σας βλάψουν·
Φυλαχτήτε μη άδικα αντέστε.
   Με παρόμια αγάπης φροντίδα
Τα μικρά του Ψαράκια μια ημέρα,
Σέροντάς τα κοντά του το ψάρι
Σα φιλόστοργη μάνα ορμηνεύει.
   Μόν αυτά απ' ανήλικη γνώμη,
Και παιδιά χωρίς πράξη καθόλου,
Φρονιμάδας και γνώσης τα δίκεα
Δεν ψηφάν· και σε γέλιο τα παίρουν.
   Ηταν τότε, που χιόνα και πάγοι
Στα βουνά αναλάν και στης ράχαις.
Πυκνωτά ροβολάν οχ τα ύψη,
Και τα κάτω παντού πλημμυρίζουν.
   Το ποτάμι μ' ορμή κατεβάζει,
Αφρισμένο τα όρια πηδάει·
Τα νερά του αμπομένα σε πλήθος
Θαλασσόνουν των κάμπων την όψη.
   Ω, τι θιάμα! απορόντας φωνάζουν
Τα Ψαράκια· τι θιάμα μεγάλο!
Σιάδια κι' όχτοι και σπίτια και δέντρα
Σ' ένα πέλαγο κείτουνται όλα.
   Ήρθε, ήρθε ο καιρός ο δικός μας·
Κατοικιά μας εγίνηκε ο κόσμος.
Τι λες, Μάνα, ο φόβος να λείψη,
Ή θελά βρης σαν πρώτα υποψίαις.
   Τώρα μάλιστα πρέπει, παιδιά μου.
Να προσέχετε ακόμη παράνω.
Γιατί τάχα; της είπαν, γελόντας·
Αλλ' αυτή σοβαρή τ' αποπαίρει·
   Το πολύ το νερό θα περάσει.·
Η στεριά θέλα μείνη στον τόπο·
Στα συνόρατα μέσα σταθήτε,
Μη αργά μετανιόστε κατόπι.
   Ε κι' εσύ! νομουκόπου μας σκιάζεις·
Κι' οχ τη γκρίνια δεν παύεις ποτέ σου.
Άιντε, αδέρφια, λεν ένα το άλλο,
Ξένα μέρη να πάμε να ιδούμε!
   Κι' εν τω άμα κινάν στο ταξίδι
Βιαστικά με χαρά τους μεγάλη.
Σταματάτε ανόητα τέκνα^
Θα χαθήτε, φωνάζει η μάνα·
   Έχε υγιά, αποκρένουνται εκείνα,
Άλλα λόγια εμείς δεν ακούμε.
Και μ' αυτό προς τους κάμπους τρεχάτα
Όσο δύνουνταν, έκοφταν δρόμο.
   Τα μωρά! δεν το βάνουν με νου τους·
Τα νερά αρχινάν να τραβιούνται.
Απομνήσκουν απάνω σε ξέρη,
Καταντάν των διαβάτων κυνήγι·
   Ο Νιος και δίχως του κόσμου πράξη,
Στης όρεξαίς του δεν έχει τάξη·

Ορθά δεν ξέρει να συλλογιέται,
Και στους σκοπούς του γι' αυτό γελιέται·

Τυφλά κινιέται και κιντυνεύει,
Και τη ζωή του συχνά ξοδεύει.
ΠΙΝΑΞ
ΤΩΝ ΕΜΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ.
Ιωάννης Βηλαράς, σ. 1.
Ιωάννου Βηλαρά μύθοι, σ. 11.
Πρόλογος, σ. 11.
Μύθος α'. — Τζίντζιρας και Μυρμήγκι, σ. 16.
Μύθος β'. — Το Ψάρι και τα Ψαρόπουλα, σ. 18.
Μύθος γ'. — Η Κουτζιονούρα Αλουπού, σ. 23.
Μύθος δ'. — Γάτος και Καθρέπτης, σ. 26.
Μύθος ε'. — Αηδόνι και Γεράκι, σ. 29.
Μύθος ς'. — Φοράδα και Πουλάρι της, σ. 31.
Μύθος ζ'. — Περιστέρι, σ. 38.
Μύθος η'. — Ο Χωριάτης και τα Παιδιά του, σ. 41.
Μύθος θ'. — Τιμή, Φωτιά και Νερό, σ. 45.
Μύθος ι'. — Αλουπού και Τράγος, σ. 47.
Μύθος ια'. — Μπάκακας και Βόιδι, σ. 52.
Μύθος ιβ'. — Οι Λαγοί, σ. 5ό.
Μύθος ιγ'.— Ο Γάιδαρος ντυμένος Λιοντορόμαρο, σ. 60.
Μύθος ιδ'. — Κόρακας και Αλουπού, σ. 63.
Μύθος ιε'. — Αλουπού και Λιοντάρι, σ. 67.
Μύθος ις'.__Κριάρι, Αρνάδα, Γουρούνι και Γάιδαρος,
σ. 69.
Μύθος ιζ'. — Κικίδι και Νυκτερίδα, σ. 75.
Μύθος ιη'. — Αρκούδα και Λιοντάρι, σ. 77.
Μύθος ιθ'. — Γέρος και Θάνατος, σ. 80.
Μύθος κ'. — Λιοντάρι, Λύκος και Αλουπού, σ. 81.
Μύθος Α'. — Ζίνζιρας και Μυρμήγκι, σ. 83.
Μύθος Β'. — Το Ψάρι με τα Ψαρόπουλά του. σ. 86.

1} Ο σοφός περιηγητής, καθώς και πολλοί άλλοι σύγ- χρονοί του δεν ημπόρεσαν να γνωρίσουν ότι κάτω από ταις στάχθαις ευρίσκοντο ακόμη πολλά κάρβουνα αναμ- μένα.

2} Εις τους 1814 ο Βηλαράς ετύπωσεν εις την τυ- πογραφίαν των Κορφών ένα βιβλιάριον οπού ονομάζει η ρ ο μ ε η κ ή γ λ ό σ α, περιέχον ολίγους στίχους και ολίγα κομμάτια μεταφράσεων από τους δεινότερους παλαιούς συγγραφείς. Αυτό εξεδόθη χωρίς τον τρόπον του γράφειν οπού ονομάζομεν ορθογραφίαν, μεταχειριζόμενος μόνον τόσα γράμματα, όσα είναι αναγκαία διά την εκφώνησιν της γλώσσης. Αλλά φαίνεται ν' άλλαξε σκοπόν από τότε έως τώρα, επειδή τα ιδιόχειρά του αντίγραφα, από τα οποία ετυπώθη τό παρόν, είναι γραμμένα απαράλλακτα καθώς φαίνονται εδώ τυπωμένα· εις τα οποία μολοντούτ δείχνει ότι είχε κάποιας ιδιοτροπίας περί του τρόπου του ορθογράφειν.

3} [οχ = απ']

4} Οι εφεξής δύω μύθοι έχουν το ίδιον νόημα με τον Α' και Β' οπού φαίνονται εις την αρχήν, είναι όμως γραμμένοι με στίχους ανομοιοκαταλήκτους. Ίσως ο Συγ- γραφεύς είχε σκοπόν να κάμη όλους τους προηγουμέ- νους μύθους κατά τον ίδιον αυτόν τρόπον.