WeRead Powered by ReaderPub
Ρόδα και Μήλα, Τόμος Α' cover

Ρόδα και Μήλα, Τόμος Α'

Chapter 19: ΖΟΥΛΙΑ {91}
Open in WeRead

About This Book

The volume gathers previously published essays and sketches arranged chronologically, blending personal reflection, cultural commentary, and linguistic polemic. Central threads examine the contested language question, arguing for a unified popular grammar against hybrid or inconsistently mixed forms and criticizing literary fashions that reject grammatical discipline. Alongside technical discussion of diction and form, the author juxtaposes imagination and science with garden metaphors of roses and apples and reflects on beauty, artificiality, friendship, and cultural identity. The tone mixes rhetorical argument, intimate address, and illustrative examples to defend a coherent popular language as the basis for shared expression.

Ξέρω τι θα με πήτε· δεν έγραψαν πάντα μήτε σ' όλους τους τόπους τη γλώσσα που μιλούσαν{83}. Είναι βέβαιο. Μάλιστα στανατολικά μέρη φαίνεται μια κάποια διγλωσσία να είναι νόμος ιστορικός. Στην Καλκούττα και στο Μπέναρες, ακόμη και σήμερα, τυπώνουνται φημερίδες σασκριτικές· κανείς όμως δε μιλεί σασκριτικά. Στην Κίνα η γλώσσα του λαού δε γράφηκε ποτές. Οι Άραβες άλλη γλώσσα μιλούν κι άλλη γράφουν. Έτσι και μεις. Άλλους πάλε τους αρέσει νάχουν έναν κύκλο φίλους και τους φτάνει να τους διαβάζουν οι φίλοι τους μόνοι. Οι Αλεξαντρινοί τέτοιο σύστημα είχανε. Δεν τους έμελε για τον όχλο. Συχνά μάλιστα κανείς είναι αναγκασμένος να μιλή για λίγους, γιατί και λίγοι τον ακούν. Τότες το κάμνει έφκολα σύστημα. Τέτοια τυχαίνουν, όταν είναι μια φιλολογία στην παρακμή της.

Όταν είναι καλοκαίρι, ο ήλιος φέγγει για όλο τον κόσμο, τα δέντρα, για όλους πρασινίζουν· ένας λαός, στις καλοκαιρινές του τις ώρες, δεν ξέρει τέτοιες νοστιμάδες και δεν έμαθε ακόμη να πουλή σοφίες. Τα συστήματα που λέμε φαίνουνται μόνο και βγαίνουνε στη μέση, ή όταν ακόμη δε μορφώθηκε καινούρια γλώσσα, σα στον καιρό του Ντάντε που γύρεβε ο καθένας να γράφη λατινικά, ή στα χρόνια που χάθηκαν οι δόξες οι παλιές και που η ποίηση βαστιέται με τη μίμηση μόνο. Παν τα φώτα, παν οι μεγάλες ιδέες, κι ο κόσμος αποχαιρετά όλους τους ήλιους που βασιλέβουν. Κανείς πια δεν κοιτάζει ποίηση και φιλολογία. Ένας ποιητής, για να ελκύση τους λίγους που απομνήσκουν, προσπαθεί να τους μαγέψη με κάτι μικρούτσικες, πολυδουλεμένες, πολύτεχνες νοστιμάδες.

Ένας όμως που φτάνει νέος σε μια νέα εποχή, που νοιώθει το κεφάλι του γεμάτο ιδέες, φαντασίες, εικόνες καινούριες, δεν έχει καιρό να συλλογιστή τόσες τεχνολογίες και να βάλη τέτοιες σοφίες με το νου του. Ένα μόνο γυρέβει, πώς να πη γρήγορα και παστρικά ό τι έχει να πη. Πρώτα βλέπει αν έχει τόντις να πη τίποτες· ύστερα γράφει. Δε θέλει να στολίση μήτε την ιδέα του μήτε τη φράση του. Το στολίδι του είναι η αλήθεια· φτάνει να την ακούση ο κόσμος, και τα λόγια του είναι καλά. Διέστε το Δημοστένη! Τι κεραβνός και τι λιοντάρι! Ορμά, ίσια στην αλήθεια· την αλήθεια θέλει· πρέπει να την καταλάβη ο καθένας και προσπαθεί όχι να τη συγυρίση, όχι να χτενίση την ιδέα του, μα να την πη με τρόπο που να καταπείση το λαό. Ένας μεγάλος συγραφέας είναι σαν καθρέφτης· στα λόγια του μέσα ο καθένας βλέπει την ίδια του την εικόνα. Στα βιβλία του ζη, αναπνέει, χαίρεται και λυπάται, κλαίει και γελά ένας ολάκαιρος αιώνας κ' η αθρωπότητα όλη. Είναι κεντρικός σαν τον ήλιο και τον κόσμο φωτίζει· εκεί που ο ίδιος δεν ξέρω τι μου γίνεται μέσα μου και δε βρίσκω λόγια να το πω, εκείνος με το λέει και με κάμνει να καταλάβω την ψυχή μου. Μιλεί για το λαό και σαν το λαό. Τη γλώσσα του λαού θέλει. Ο λαός δε θα ξεχάση τόνομά του· όσα είπε θα μείνουνε στη μνήμη του λαού. Για να φανούν αριστουργήματα, χρειάζουνται δυο πράματα μόνο· νους μεγάλος και λόγος απλός. Ένα γερό κεφάλι δε γυρέβει πώς να φαντάξη, πώς να ξεσκονίση μέσα από τα βιβλία καμιά σπάνια λέξη, για ναπορήσουμε με την τέχνη του. Δε γράφει για να φαντάξη. Δεν του μέλει για έπαινο και για δόξα· μήτε ξέρει τι είναι έπαινος και δόξα. Μπορεί τόνομά του να δοξαστή, εκείνος μήτε το βλέπει. Τι θα την κάμη, τη δόξα; Του φτάνει να σας πη την ιδέα του — και σας τη λέει με πόθο και ζέση — κι όποιος διαβάση τα βιβλία του, νομίζει πως τον ακούει και μιλεί.

Οι ελπίδες μου είναι μεγάλες. Θα μας βγη βέβαια μια μέρα κανένας τέτοιος ποιητής ή πεζογράφος. Δε γίνεται να κοπή η σειρά· ένα έθνος, που είχε μια φιλολογία σαν την αρχαία τη δική μας, θα βγάλη πάλε καμιά φιλολογία μεγάλη· θα ξανακάμη αριστουργήματα καινούρια. Για ναξίζη όμως τους αρχαίους, για να μοιάζη με κείνους, δεν πρέπει να τους μιμηθή, αφού στα χρόνια τους δε μιμήθηκαν κανένα. Ο ποιητής που προσμένουμε θα μιμηθή την αθρώπινη ψυχή και τη φύση που θα βλέπη μπροστά του· έτσι έκαμαν όσοι έγραψαν ύστερα από τους αρχαίους στην Εβρώπη και βγήκαν ίσιοι με κείνους. Ώςπου νάχουμε κανέναν Ντάντε ή κανένα Σαικσπείρο (είναι καλό νάχη ένα έθνος το μάτι του στα πιο αψηλά βουνά), μπορούμε να πιάσουμε αλλιώς τη δουλειά και να μη γυρέβουμε απαρχής μεγαλεία. Για να γράψη κανείς την εθνική του γλώσσα, δε χρειάζεται διόλου να είναι έξοχος νους, ή να βγη αμέσως φωστήρας· φτάνει να ξέρη λίγη γραμματική. Που είναι ντροπή να γράψη κανείς την εθνική του γλώσσα, που η γλώσσα μας είναι βάρβαρη, ποιος Γραικός θα τολμήση πια σήμερα να το πη και ποιος Γραικός να τακούση; Με φαίνεται που πάλιωσαν αφτές οι ιδέες. Είναι ένας χωρατάς που κάμνουν κάποτες και να σας πω την αλήθεια άκουσα να με τον κάμουν και μένα. «Τι τάχατις; Τη γλώσσα του μάγερά μας θέλεις να γράφουμε;» Και βέβαια! Του μάγερά μας τη γλώσσα θέλω. Πρώτα πρώτα σαν πιο φρόνιμο μ' έρχεται να μιλούμε την ίδια γλώσσα, γιατί αν του μιλήσουμε άλληνα, άξαφνα μπορεί να μη μας καταλάβη και να μη βρούμε φαγί να φάμε· αν ο λαός δε μας καταλάβη, έτσι κι αφτή μας η φιλολογία θα πεθάνη από την πείνα. Μάθαμε μάλιστα, — και δεν είταν ανάγκη να προκόψη πολύ η φιλολογία για να μας το δείξη — που ο Σαικσπείρος, ο Βολταίρος κι ο Γκέτες έγραφαν και μιλούσαν ίσια ίσια του μάγερά τους τη γλώσσα. Όταν ο Βολταίρος έλεγε je suis, tu es, il est, ο Γκέτες ich bin, du bist, er ist, ο Σαικσπείρος I am, he is, έτσι απαράλλαχτα τόλεγε κι ο μάγεράς τους σε κείνα τα χρόνια και το λέει ακόμη και σήμερα. Δεν είχε ο ένας τύπους ειμί, ει, εστί, πατήρ, πατράσι κι ο άλλος τύπους είμαι είσαι, είναι, πατέρας, τους πατέρες, στους πατέρες. Να μιλή κανείς σαν το μάγερά του ή να μιλή τη γλώσσα του μάγερά του, είναι πράματα όλους διόλου διαφορετικά. Είδετε πουθενά καμιά γλώσσα που να μην τη μιλούν κ' οι μάγειροι; Είδετε πουθενά κανέναν ποιητή που να μη συλλογιέται τίποτις άλλο παρά κρέατα, βόδια, αρνιά, όρνιθες, ψάρια, αλάτι και πιπέρι, ξύδι και λάδι; Όχι! Ωςτόσο κ' οι δυo τους την ίδια γλώσσα μιλούν, κι ο ένας μπορεί να καταλάβη τον άλλο. Δε μοιάζουν πάντα οι ιδέες· η γραμματική όμως δεν αλλάζει. Έπειτα, τι να σας πω; Αν είμουν ποιητής, θα με κολάκεβε με το παραπάνω, αν μπορούσε κι ο μάγεράς μου να ξέρη τους στίχους μου απ' όξω.

Δεν πρέπει ένας φρόνιμος άθρωπος να δίνη προσοχή σε τέτοιους χωρατάδες, μάλιστα μέσα σ' ένα σοφό Συνέδριο σαν το δικό σας. Όλα με τον καιρό μεταμορφώνουνται κ' η γλώσσα του μάγερα καταντά γλώσσα του Πλάτωνα ή του Σοφοκλή. Να μη νομίζουμε το λοιπόν που ο μάγερας μιλεί γλώσσα χαλασμένη , αφού βλέπουμε που την έγραψαν τέτοιοι αθρώποι. Ίσως μάλιστα με τον καιρό σας φανή πια άνορθη η καθαρέβουσα. Η καθαρέβουσα έχει την ίδια σύνταξη που έχει κι ο μάγερας· το παιδί μου είναι άρρωστο, σας λέει ο μάγερας· το τέκνον μου ασθενεί και μάλιστα είναι ασθενές (!), γράφει η καθαρέβουσα. Τι κάμνει όμως; Βάζει άλλες λέξες, μα τα ίδια λέει. Οι τύποι είναι αρχαίοι· η γλώσσα αρχαία δεν είναι. Ο μάγερας τουλάχιστο μιλεί μόνο ταπλά του τα γραικικά· η γραμματική του είναι πάντοτες η ίδια, έχει τυπικό, φωνολογία και σύνταξη που δεν αλλάζουν. Η καθαρέβουσα είναι πολύ πιο ανώμαλη, γιατί σας έχει πλάγι πλάγι πράματα αντίθετα, παλιό τυπικό, σύνταξη καινούρια. Ποιος όμως στοχάζεται Πλάτωνα, ας είναι και Πλούταρχο ή Λουκιανό, να μιλή και να γράφη με τέτοιο τρόπο; Μήτε ο Χρυσόστομος έτσι δεν έγραφε.

Τον ίδιο δρόμο που πήρε ο αθρώπινος νους, παίρνει κ' η γλώσσα του αθρώπου. Αλλάζει και μόλον τούτο μνήσκει πάντοτες η ίδια. Μια γλώσσα είναι σαν ένας φαρδής ποταμός. Κανείς δεν μπορεί να πη που αρχίζει ο ποταμός. Άγνωστη η πηγή του! Το ρέμα του είναι σιγανό και στενά τα παράλια που λούζει. Λίγο λίγο μεγαλώνει. Η γις ποτίζεται με τα νερά του κ' οι κάμποι γεμίζουν πρασινάδα· δροσίζουνται οι ρίζες και τα δέντρα χύνουν όλα τους τα φύλλα. Αν πάτε με τον ποταμό, γρήγορα θα διήτε στο δρόμο σας σπίτια, χωράφια και ζωή. Σωρέβουνται σε μια μικρή χώρα άντρες, γυναίκες και παιδιά. Γίνεται δ ή μ ο ς· έχει τα έθιμά του και τη γλώσσα του. Ο ποταμός όλο τρέχει κι όσο πάει φουσκώνει η ορμή του. Λες που για να περάση, σκάφτει τα χώματα και τρυπά τις πεδιάδες. Πληθαίνουν τα λαμπρά νερά, πληθαίνουν κ' οι αθρώποι. Παντού βλέπεις χωράφια και πάλε χωράφια. Δεν είναι τόπος χωρίς κάτοικο, αγρός χωρίς εργάτη. Φαίνουνται προάστεια πηχτά, τοίχοι αψηλοί, σπίτια χιλιάδες· προχωρεί ο ποταμός — και τέλος νάτος που μπαίνει σε πόλη μεγάλη και ξακουστή. ..

Κολόνες μαρμαρένιες στηλώνουν τα παλάτια. Υψώνουνται ναοί. Περίφημες Ακαδημίες μας ξεσκεπάζουν το σοβαρό τους μέτωπο και μας δείχτουν το πρόσωπό τους. Απάνω στους λόφους βλέπεις σπίτια καμαρωμένα, και ξαπλώνουνται ίσια με κάτω στις κοιλάδες μυρωδιές και περβόλια. Η ενέργεια του αθρώπου φανερώνεται με χίλιους κόπους. Τι δεν έκαμαν και τι δε θα κάμουν; Αφτή η χώρα δε μοιάζει πια με τα πρώτα χωριά που είδαμε στο δρόμο μας. Εδώ είναι δήμοι πολλοί. Δεν έχουν έθιμα μόνο· έχουν και νόμους. Καλλιέργησαν κάθε τέχνη, έβγαλαν ποίηση κ' επιστήμη. Στα θέατρά τους, στα δράματα που παίζουνε, φαίνεται ο μοναδικός νους του λαού. Σ' όλα χάραξε την ιδέα του και την έκαμε κτήμα ες αεί {84}, για να μάθουν κ' οι άλλοι κατόπι να κυβερνιούνται και να ζουν. Είναι πολιτεία κι όχι μόνο πόλη. Ο πολιτισμός εδώ γυρέβει την αρχή του. Είναι ξυπνός ο λαός, γεμάτος ζωή. Τρέχει, κοπιάζει, χτίζει και δημιουργεί. Σα μέλισσες παν κ' έρχουνται οι πολίτες. Βράζει το πλήθος μέσα στους δρόμους. Ο καθένας στη δουλειά του. Ο χωρικός ιδρώνει όξω στον κάμπο. Τα παιδιά τραγουδούν ηρωικά τραγούδια. Ο στρατιώτης γυμνάζεται· ο ρήτορας βγάζει λόγους κι ο φιλόσοφος χαμογελώντας κατεβαίνει στο γιαλό, κι όσο πλύνει τα ποδάρια του στο κύμα που τρέχει, έργα αθάνατα μελετά.

Ήσυχος, κι ακάματος βαδίζει ο ποταμός και καμαρώνει. Περηφανέβεται που βλέπει τόση δόξα. Τα νερά του χαδέβουν τους τοίχους και τα γεφύρια· αντανακλούν τα παλάτια και τους λόφους, τον τρεχάμενο λαό και το φιλόσοφο. Αργοπορεί το κύμα σα να θέλη να σταθή, για να χαρή ακόμη μια στιγμή την πόλη και την ομορφιά της. Τη νύχτα με το φεγγάρι, την ημέρα με τον ήλιο, ζουγραφίζει μέσα του ο ποταμός το κάθε πράμα και βγάζει την ωραία εικόνα που βλέπει. Η μια πόλη κοιτάζει την άλληνα μέσα στο νερό. Κι ωςτόσο θα περάση το ποτάμι! Θα περάση και κατόπι ποιος ξέρει τι θαπαντήση. Μπορεί ακόμη να βρη, στην πόλη κοντά, μπαξέδες συγυρισμένους και χωριά καλλιεργημένα. Κατεβαίνοντας όμως δε θανταμώση, παρά θλίψη και μοναξιά. Η γις ξαναβάζει τα μάβρα της ρούχα. Μόλις φαίνεται, πού και πού, μια καλαμιά στον κάμπο, ένα ρημοκκλήσι σ' ωρφανεμένη χώρα.

Μα τι πειράζει; Σαν τον ποταμό, είναι κι ο άθρωπος. Η ενέργεια της ψυχής του δεν πεθνήσκει. Ο ποταμός θα λούση πάλε χωριά, προάστεια, ίσως γρήγορα και πόλη. Τότες τα νερά του θα μας βγάλουν καινούριες εικόνες, θα ξαναρχίση άλλους γύρους το ποτάμι· θα μπη σ' άλλα χώματα, θα σκάψη άλλες πεδιάδες. Μπορεί μάλιστα τα κύματά του να πάρουν άλλη θωριά, να διή ουρανό που δε γνώριζε πρώτα, και σαν τον ουρανό με τα σύννεφα, να γίνη, και κείνος άσπρος και γαλάζιος. Ίσως άλλαξε κι ο ποταμός. Ποιος θα μας πη πόσα ρυάκια μάζωξε στο δρόμο; Ποιος θα μας πη, ύστερα από τόσες χώρες που ξέπλυνε, που τα νερά του είναι πάντοτες τα ίδια, που η φύση τους δεν άλλαξε λιγάκι; Πέρασε από τόσα χώματα μέσα, που θα πήραν τα νερά του καινούρια στοιχεία, καινούρια σώματα που δεν είχε πρώτα. Κανένας βέβαια δε θα πιστέψη που βάσταξε ο ποταμός την ίδια χυμική σύγκραση, που είναι το ίδιο κι απαράλλαχτο νερό. Κανείς όμως πάλε δε θα πη που δεν είναι ο ίδιος ποταμός, που δε βγαίνει από την ίδια αθάνατη πηγή.

Έτσι και με τις γλώσσες. Πάντα μας δείχτουν καινούριες εικόνες, ιδέες καινούριες. Μέσα σε κάθε γλώσσα φαίνεται κι ο άθρωπος που την έκαμε· η γλώσσα αντανακλά την ψυχή του, σαν τον ποταμό. Αλλάζουν οι τύποι, κάποτες κ' οι λέξες, μα οι γλώσσες μνήσκουν πάντοτες οι ίδιες. Ο ποταμός ο δικός μας απάντησε στο δρόμο που πήρε μια πόλη μεγάλη, μια αιώνια φιλολογία. Πρέπει τώρα να του χτίσουμε γρήγορα καμιά πόλη καινούρια, περίφημη σαν την πρώτη που είδε ξαναμορφωμένη σαν τον ποταμό, για να καμαρώση το ποτάμι και τα δικά μας τα μεγαλεία. Την πρώτη πόλη ο ποταμός πια δε θα την ξαναδιή· για τούτο πρέπει σήμερα να κάμουμε πόλη δική μας, γιατί σ' αφτό τον κόσμο που γίνουνται όλα τα πράματα, ένα μόνο δεν μπορεί να γίνη — να παν πίσω τα ποτάμια.

Μήνας Άβγουστος, 1886.

———————

NOTES

Je place ici quelques remarques qui ne méritent guère de figurer ailleurs que dans une courte note. Elles font suite à la Préface qui se trouve en tête de ce discours et ont trait à quelques questions d'orthographe {85}.

J'ai écrit en un seul mot les locutions telles que τόντις (= τω όντι, par réduction des deux ο à un seul ο et par adjonction du ς adverbial), δηλαδής, μόλον τούτο, αφού, κατεφτείας (de κατ' ευθείαν; le ν final disparait régulièrement et le ς adverbial s'ajoute alors à la désinence), όλους διόλου etc. On ne sent plus guère aujourd'hui dans ces locutions que des adverbes simples. Egalement, j'écris γύρω, γύρω, avec ω pour ω [υπογεγραμμένο]), suivant l'analogie des autres adverbes en ω, απάνω, κάτω, etc. Dans γύρω et peut-être dans τόντις, nous avons les deux seuls exemples d'un datif ancien conservé par voie populaire dans des locutions toutes faites. Un autre datif nous est fourni par une formule de salutation dialectale, usitée à Chio, kalisiméra καλή σοί μέρα. Τόντις parait être plutôt un mot d'origine savante devenu aujourd'hui populaire.

Je ne puis entrer dans l'examen de toutes les orthographes particulières que je me suis vu forcé d'adopter, du moment que je me conformais aux principes de l'ancienne orthographe. Les questions spéciales traitées dans ce discours s'adressent à un publie instruit: il saura donc reconnaître de lui-même les règles qui m'ont guidé. Il est évident, par exemple, que nous ne pouvons accentuer aujourd'hui autrement que Περικλής, χρυσή. Περικλής se décline de nos jours, sur ποιητής et χρυσή sur καλή; le circonflexe n'a donc plus aucun sens, puisque les anciens eux-mêmes, en pareil cas, mettent l'aigu. Ce qui serait aller contre les habitudes orthographiques anciennes, ce serait précisément d'écrire Περικλής, alors qu'on décline του Περικλή.

Il sera tout aussi superflu de donner quelques autres explications: il n'est pas besoin de dire pourquoi nous écrivons την Πόλη, mais τη γραμματική, sans ν final et pourquoi le ν final disparait devant toute autre combinaison que κ, π, τ et les voyelles: on suppose les lecteurs familiers avec les règles élémentaires du grec moderne.

Toutes les formes employées dans ce discours trouveront ainsi leur justification dans les règles de la grammaire populaire. Certaines personnes prétendent, il est vrai, que la langue populaire n'a pas de grammaire; mais leur idée ainsi énoncée, manque de clarté. La grammaire de la langue populaire ne se trouve pas à l'état de livre imprimé. Cela est exact; mais, il ne faut pas en conclure qu'elle n'existe pas. Jusqu'ici on n'a pas encore conçu la possibilité d'une langue vivante et pariée — écrite, ou non écrite, peu importe! — qui ne reposerait pas sur un système phonétique, morphologique et syntaxique propre, en d'autres termes, qui n'aurait pas sa grammaire.

Il à paru inutile de marquer par un signe particulier la prononciation de i (υ, η, ι, οι, ει, υι) devant une voyelle suivante: il suffit d'écrire ποιος au lieu de πιος: on prononcera naturellement comme s'il y avait ποιος ou πγοιός. Ces prononciations sont tellement familières à tout le monde, qu'il est à peine besoin de les rappeler par l'écriture. Le γ n'a été admis que dans les mots où il était consacré par l'usage, comme dans γιος, γιατρός, etc. — Du reste, — qu'on nous permette de le dire, — toutes les orthographes suivies dans ce discours sont des orthographes voulues. C'est à dessein que nous écrivons συγραφέας, φαρδής, etc. (voyez plus haut à Περικλής), de même προεστός, προεστού, τον ίδρο, etc.; τον ίδρο serait assurément plus correct. Mais on trouve ι bref dans Euripide, Ion. 1175, en tout cas chez Quintus de Smyrne. Or, toutes les fois que nous avons un prétexte quelconque pour simplifier l'orthographe, il est bon d'en profiter. C'est pourquoi on peut risquer καλοσύνη, et, inversement, διαδώθηκα, parce que tous les aor. passifs des verbes en -ώνω (ancien -όω){86} s'écrivent de même. Voici donc une dernière confession. Je ne me suis fait naturellement aucun scrupule d'emprunter à la langue ancienne tous les mots nécessaires soit à la pensée, soit au sujet traité. Je me suis permis pourtant une innovation. Les termes de brève et de longue , μακρόν et βραχύ , qui appartiennent à la vieille terminologie grammaticale, ne sont pas très exacts en eux-mêmes: de plus — ce qui est grave — ces deux adjectifs μακρόν et βραχύ contrarient trop ouvertement, à leurs diverses flexions, la morphologie en même temps que la phonétique modernes: on pourrait, il est vrai, dire régulièrement το βραχέο, d'après το φωνήεντο (voyez Revue des Etudes grecques. t.I, No 2.): mais j'ai cru devoir préférer les deux expressions διπλόχρονο (longue), απλόχρονο (brève), expressions qui m'ont paru plus précises même au point de vue linguistique. Certaines personnes nous diront que le peuple n'emploie pas et ne comprend pas les mots tels que: ενέργεια, φιλολογία. χυμία, κατάληξη, δήμος, etc., etc. Elles prétendent qu'écrire de cette façon, ce n'est plus écrire une langue populaire. Le reproche porte à faux. Le peuple, selon toute vraisemblance, ne se nourrit pas des ouvrages de Kant et il est à présumer que les habitants de Fribourg en Brisgau ne lisent pas couramment les traites de M. Hermann Paul. Cela ne veut pas dire qu'il faut supprimer la philosophie ou la linguistique, sous prétexte que le peuple ne comprend pas la philosophie ou la linguistique. Cela ne veut pas dire davantage qu'il faut supprimer la langue du peuple. On n'étudie plus de nos jours la philosophie ou la linguistique, comme on l'étudiait il y à deux mille ans. Il est tout aussi logique, quand on écrit, de ne plus se servir d'une langue qu'on parlait il y à deux mille ans. Il nous faut une langue aussi moderne que notre pensée même.

Η ΚΑΘΑΡΕΒΟΥΣΑ Κ' Η ΣΚΛΑΒΙΑ {87}

Ο μεγάλος μου ο πεθερός μου έλεγε κ' έλεγε συχνά πως δεν πρέπει κανείς ποτέ ναπαντάη, σα γράφουνε για μας άτοπα ή μπόσικα λόγια όσοι δεν έχουν άλλη δουλειά. Έλεγε όμως πως κι αφτοί θέλουν απάντηση, όταν άξαφνα σε κατηγορήσουνε για τον πατριωτισμό σου. Δεν πρέπει να τους αφίνουμε να λένε· πρέπει κάτι να πούμε και μεις.

Σα βγήκε το Ταξίδι , τα σερτάρια μου ξέρουνε τι άκουσα και τι δεν άκουσα, γιατί φύλαξα τις φημερίδες εκείνης της εποχής μ' όλες τις νοστιμάδες που τυπώνανε κάθε μέρα. Είτανε λύσσα· ένας μάλιστα ήθελε και καλά να μου κόψουνε ταφτιά μου. Δεν αποκρίθηκα λέξη. Τα διάβαζα, διασκέδαζα, γελούσα, όταν άξαφνα είδα κάπου ένα άρθρο, που βέβαια δε γύρεβε να πη τίποτις δυσάρεστο ή να με πειράξη στην αγάπη μου για την Ελλάδα, μα που ήθελε ναποδείξη πως η δημοτική μας είναι γλώσσα της σκλαβιάς και πως πατριωτικό δεν είναι να τη γράφουμε. Αποκρίθηκα τότες, και πολύ πρόθυμα δημοσίεψαν το γράμμα μου στην «Εφημερίδα».

Όπως τόμαθα υστερώτερα, δηλαδή σα βγήκε το γράμμα μου — γιατί έβαλε και μια σημείωση, στην αρχή, μαζί με το γράμμα μου, η «Εφημερίδα» — ο κ. Α. Γ. Η., που λέει τάρθρο μου, είναι ο κ. Αγησίλαος Γιαννόπουλος Ηπειρώτης. Καμιά ιδέα, κανένα σκοπό να τον πειράξω δεν είχα. Όσα έλεγε τότες, πόσοι δεν τα ξαναείπαν κατόπι, και με τι ύφος και με τι χοντροβρισιές! Ο κ. Γιαννόπουλος έγραφε με τρόπο εβγενικό, σοβαρά, σαν άθρωπος που ήσυχα σου λέει τη γνώμη του και θαρρεί πως είναι η σωστή γνώμη. Τη γνώμη του αφτή πολλοί ακόμα την έχουνε στην Ελλάδα. Τους τα ξηγήσαμε, τους τα ξεδιαλίσαμε όλα με το νυ και με το σίγμα· τίποτα, μα τίποτα να μας αποκριθούνε δεν έχουνε, κι ωςτόσο τη γνώμη τους δεν την αλλάζουνε, μόνο και μόνο γιατί είναι γνώμη τους, κι ας μην έχη και βάση καμιά.

Με τον κ. Γιαννόπουλο τουλάχιστο συζητούσα, φιλονικούσαμε, του έλεγα τους λόγους μου, μιλούσαμε για τα ιστορικά της δημοτικής, όπως ταιριάζει κάθε φορά που κατηγορούνε τη γλώσσα, γιατί παρατήρησα πως το μάθημα το μεγάλο και το μεγάλο το γιατρικό είναι να πιάνουμε να μελετούμε κατάβαθα την ιστορική μας γραμματική, άμα νοιώθουμε και μας κολνάει στο μυαλό η φοβερή μας εκείνη αρρώστια, να λέμε τη γλώσσα μας πρόστυχη κι ανίκανη, αψηφώντας κι αδυναμώνοντας έτσι την ψυχή μας την ίδια. Μου είναι άγνωστο αν ο κ. Γιαννόπουλος άλλαξε γνώμη{88}. Θα συλλογίστηκε ωςτόσο αλλιώς για μερικά πράματα, που του φαίνουνταν τότες αληθινά. Μας το δείχνουνε, μας ταποδείχνουνε τα ιστορικά μας, πως κάθε γλώσσα μορφώνεται μοναχή της, και μας ταποδείχνουνε με τρόπο που και να θέλη κανείς, δεν μπορεί να πη το ενάντιο κι αναγκάζεται να το πιστέψη. Ας αφήσουμε παράμερα πια κάθε πρόληψη, κάθε ψέφτικη γνώμη, κι ας το καταλάβουμε τι καλό, τι ωραίο, τι θεόλαμπρο πράμα που είναι να καθήση κανείς με την ησυχία του, ήμερα, χωρίς πάθος, να ξεφυλλίση τα παλιά μας τα βιβλία, να σπουδάξη τη γλώσσα μας και της γλώσσας μας την ιστορία. Θα μάθη πολλά. Κι αφτό έχουμε ανάγκη, να μαθαίνουμε. Ας το πούμε παστρικά· όσο την είχε και τη βασάνιζε ο Τούρκος ο καταραμένος τη δύστυχη την Ελλάδα, βέβαια πως κ' η επιστήμη δεν μπορούσε να προκόψη. Βέβαια πως και ταρχαία τα ελληνικά δεν μπορούσανε να σπουδαχτούν όπως έπρεπε. Αν τα σπούδαζαν από τότες, αδύνατο σήμερις να πίστεβε κανένας πως η καθαρέβουσα μοιάζει με τη γλώσσα εκείνη την ωραία. Δε θυμούμαι ποιος ελληνιστής στην Εβρώπη είπε μια μέρα πως οι Έλληνες οι σημερνοί γυρέβουνε να δείξουνε με την καθαρέβουσα πως είναι απόγονοι των αρχαίων και πως δείχνουν ίσα ίσα το ενάντιο, μόνο με το να νομίζουνε πως η καθαρέβουσα είναι γλώσσα ελληνική. Και κοντά στο νου πως δε θα το νομίζανε, αν είχανε δε λέω διαβασμένα όπως πρέπει ταριστουργήματα της χρυσής μας εποχής, μα τουλάχιστο καταλάβει τη γραμματική την ίδια, καθώς την καταλαβαίνουνε στην Εβρώπη, καθώς την καταλάβαινε κι ο ελληνιστής που σας είπα. Τότες θα βλέπανε πως η δημοτική μονάχα βαστάει από την αρχαία, ενώ η καθαρέβουσα δεν είναι γλώσσα καθαφτό, δεν μπορεί το λοιπόν και να βαστάη από την αρχαία τη γλώσσα. Ποιος φταίει όμως που δεν το βλέπουνε; Φταίνε τα χρόνια της σκλαβιάς, και σαν τα ξετάζει κανείς τα πράματα δίχως πάθος, καταλαβαίνει πως της σκλαβιάς η γλώσσα είναι η καθαρέβουσα, πως πατροπαράδοτη από στόμα σε στόμα κι από γενεά σε γενεά, δεν υπάρχει άλλη από τη δημοτική. Και να μη θαρρήτε τάχα πως με πάθος σας τα λέω αφτά. Τι θα με πείραζε, σας παρακαλώ, η καθαρέβουσα, τι θα μπορούσα νάχω κιόλας να πω εναντίο της, αν είτανε αρχαία γλώσσα; Όσα λέμε δω, είναι, σας βεβαιώνω, πολύ απλά· πολλές σοφίες δε θέλουνε, για να τα νοιώσουμε. Ας τα νοιώσουμε λοιπόν και μια ώρα προτήτερα, να δήτε πως τα σιάζουμε όλα.

28 του Τρυγητή, 1901.

Αξιότιμε Κύριε,

Τώρα μόλις έλαβα τον αριθμό 211 της «Εφημερίδος» σας. Είχα λάβει πριν τους αριθμούς 201, 202 και σας έγραψα ιδιαίτερο γράμμα, για να σας πω αμέσως πόσο με συγκίνησαν αφτά τα δυο άρθρα (αρ. 201, 202). Το σημερνό μου το γράμμα, θα σας παρακαλέσω να με κάμετε τη χάρη να το δημοσιέψετε. Δεν έχω συνήθεια ναπαντώ σε προσωπικά άρθρα· όταν είναι λόγος για γλωσσικά ή γραμματικά ζητήματα, προτιμώ ναπαντήσω με βιβλία· όταν κατηγορούν του λαού τη γλώσσα και τη δική μου, πάλε δε λέω τίποτις, γιατί με φαίνεται πως τα είπα όλα. Όταν όμως καταλάβω που κατηγορώντας εμένα κατηγορεί κανείς όλο το έθνος, νομίζω χρέος μου ναποκριθώ τουλάχιστο με δυο λόγια. Καταντά γενικό ζήτημα.

Ο κ. Α. Γ. Η. (δεν ξέρω ποιος είναι, δεν ακούστηκε ως τώρα τόνομά του στην επιστήμη) γράφει τακόλουθα για τη δημοτική γλώσσα στον αριθμό 211 της «Εφημερίδος». σελ. 1, στήλη β'· «Η δημώδης ημών γλώσσα, οποία σώζεται εις τα δημοτικά προ του 21 άσματα και οποία διετυπώθη και εν αυτώ τω βιβλίω του κ. Ψυχάρη φέρει την σφραγίδα της μελαγχολίας, του καμάτου, της παρακμής, της δουλείας». Λυπήθηκα πολύ, όταν είδα αφτή τη λέξη. Ας αφήσουμε τη γλώσσα του κ. Ψυχάρη· δεν πιστέβω νάχη κανένας το δικαίωμα να πη που του Ψυχάρη η γλώσσα «φέρει την σφραγίδα της δουλείας», κι όποιος το λέει βέβαια δε θα διάβασε το βιβλίο του. Μα δε λυπούμαι που δε με διάβασε ο κ. Α. Γ. Η. Με κακοφαίνεται μόνο που μπόρεσε ένας Γραικός να γράψη τέτοιο λόγο. Δεν ταιριάζει και μάλιστα, για να πω φανερά την ιδέα μου, είναι άτοπο να μιλή κανείς έτσι για τη γλώσσα του. Είναι επιστημονικό λάθος· είναι και λάθος εθνικό. Τα βλέπουμε στην Εβρώπη κι απορούμε· έπειτα λέει ο κόσμος πως οι Έλληνες δεν έχουν κρίση, ίσως και που μας λείπει αξιοπρέπεια. Δε γίνεται να κατηγορή κανείς και τη γλώσσα του και το έθνος που τη μιλεί· πρέπει να σέβεται και τη γλώσσα και το έθνος του. Κατάλαβα όμως τι τρέχει· ο κ. Α. Γ. Η. γράφει παρακάτω· «η γλώσσα αυτή, ην διεμόρφωσαν μακροί δουλείας και παθημάτων αιώνες». Για τούτο νομίζει, υποθέτω, πως «φέρει την σφραγίδα… της δουλείας ». Παρακαλώ τον κ. Α. Γ. Η. να με δώση την άδεια να του μάθω που η επιστήμη σήμερα δεν παραδέχεται τέτοια αρχή· κανένας στην Εβρώπη δεν πιστέβει πια που μπορεί μια γλώσσα — όποια γλώσσα κι αν είναι — να διαμορφωθή εν δουλεία κτλ. Η επιστήμη που δεν το πιστέβει μορφώθηκε η ίδια σ' ανεξάρτητα κράτη· μας διδάσκει που κάθε γλώσσα αλλάζει μοναχή της και δίχως να υπάρχη καμιά ξεχωριστή, εξωτερική αιτία της αλλαγής. Η δουλεία δεν μπόρεσε ως τώρα μήτε να φτειάξη μήτε να χαλάση γραμματική. Κάτι ξέρει κ' η επιστήμη που το λέει. Είναι πολύ πιο σωστό και πιο φρόνιμο να την ακούμε παρά να βγάζουμε γλωσσολογικούς νόμους του κεφαλιού μας.

Δε σπουδάζουμε την ιστορία και δε γυρέβουμε να μάθουμε σε ποια εποχή άρχισαν πρώτη φορά να φαίνουνται μερικοί τύποι δημοτικοί. Έπειτα μιλούμε για δουλείαν. Ο κ. Α. Γ. Η. βέβαια θα ξέχασε που η ονομαστική μεγάλος (Gloss. Laod., 193, 1, 23, 197, 1, 23), που τα ισοσύλλαβα γυναίκα (Gloss. Laod., 197, 2, 20), εβδομάδα (Gloss. Laod., 207, 1, 15 - 16), διάλυση (αντίς διάλυσις Gloss. Laod., 170, 1, 21) βρίσκουνται στον ένατο αιώνα. Στον έβδομο θαπαντήση ο κ. Α. Γ. Η. την πληθυντική ονομαστική οι Αινειάδες (Μαλαλάς, 170, 3, έκδοση της Μπόννας), Πέρσες (331, 18), Σκύθες (26,5). Στον τέταρτο αιώνα δεν έλεγαν πια το ν μπροστά στα ημίφωνα χ γ θ δ σ ζ φ β (Πάπυροι του αρχιδούκα Rainer, Βιέννα, 1887, II, σελ. 83. gr. 1 α.) Έδειξα μάλιστα στο Ταξίδι μου (σελ. 178) που μόνο οι λόγιοι μπόρεσαν και μας έβγαλαν την προφορά καταλαμβάνω , σε μια εποχή που κανείς πια δεν ήξερε τους φωνολογικούς νόμους της αρχαίας· η προφορά άντρας, έντεκα, κόμπος, θαμπώνω, κτλ., κτλ., σώζεται όμως από τα πιο παλιά τα χρόνια· κι ο Περικλής τέτοια προφορά είχε. Στον πρώτο ή στο δέφτερο αιώνα προ Χριστού γνώριζαν την πληθυντική ονομαστική του θηλυκού οι γυναίκες (Pap. Lup., 61, 250; Ρap. Leid. I, 11,3). Η δουλεία μέσα σ' αφτά τι γίνεται και πού θα τη βάλουμε; Αν ο κ. Α. Γ. Η. είχε μελετήσει τη δημοτική , θάβλεπε που όση διαφορά έχουν αναμεταξύ τους η γλώσσα του Ξενοφώντα και της Ιλιάδας η γλώσσα, τόση διαφορά έχει κ' η δική μας με τη γλώσσα του Ξενοφώντα. Από του Όμηρου στου Ξενοφώντα τα χρόνια καμιά δουλεία δεν μπόρεσε να φέρη τη διαφορά. Μια γλώσσα αλλάζει, γιατί είναι γλώσσα και της φτάνει που είναι γλώσσα για ναλλάξη. Όταν ανακατώνεται κανείς σε τέτοια ζητήματα, είναι ανάγκη να ξέρη, τουλάχιστο τα στοιχεία της επιστήμης. Περισσότερο μοιάζει η δημοτική μας με την αττική, παρά που μοιάζουν τα σημερνά τα γαλλικά με τα γαλλικά που μιλιούνταν ακόμη στο δέκατο αιώνα. Η δουλεία όμως μήτε μόρφωσε μήτε διαμόρφωσε τα γαλλικά. Μπορούσε να κάμουμε κι άλλη μια παρατήρηση, γιατί βλέπω που ο κ. Α. Γ. Η. δεν την έκαμε· ο κ. Α. Γ. Η. μιλεί για δουλείαν . Τα νόστιμο είναι που η δημοτική δε γνωρίζει αφτή τη λέξη· η καθαρέβουσα την έβγαλε στη μέση.

Είναι νόμος ιστορικός· όσο προδέβει, όσο προχωρεί και φωτίζεται ένα έθνος, τόσο περισσότερο καλλιεργεί, πλουτίζει και σέβεται τη δημοτική του γλώσσα, τόσο περισσότερη διαφορά έχει αφτή η γλώσσα με την αρχαία που τη γέννησε· το παιδί χωρίζεται από τη μάννα του, γιατί μπορεί να περπατήση μοναχό του. Ο νους μεγαλώνει· υψώνουνται οι ιδέες· η γλώσσα γίνεται ανεξάρτητη και κείνη. Μόνο όταν ένα έθνος δεν είναι ανεξάρτητο, όταν έχει αφέντη ξένο, πάει να πη όταν έθνος δεν υπάρχει και δεν υπάρχει λαός, τότε μορφώνεται γλώσσα αριστοκρατική, γλώσσα που μήτε την καταλαβαίνει, που μήτε έχει ανάγκη να την καταλάβη ο λαός.

Μάλιστα, αν το συλλογιστούμε καλά, θα διούμε που όσα λέει ο κ. Α. Γ. Η. για τη δημοτική, ταιριάζουν πολύ καλήτερα για την καθαρέβουσα. Φαίνεται πως είταν η μοίρα μου να λέω όλο στους δικούς μας πράματα σκληρά, κάποτες και δυσάρεστα· ξέρουν όμως οι δικοί μας με τι νου, με τι σκοπό, με τι αγάπη τους τα λέω· κάθε φορά που με αναγκάζουν οι δασκάλοι, τους μιλώ και γω όπως πρέπει να τους μιλήση κάθε Γραικός· φταίν εκείνοι, αφού έχουν τη συνήθεια να μας λεν πράματα ακόμη πιο δυσάρεστα. Ας μας ακούση κι ο κ. Α. Γ. Η., γιατί μπορούμε να του αποδείξουμε ήσυχα κι απλά που η μόνη γλώσσα που «φέρει την σφραγίδα.. της δουλείας», είναι η δική του. Ο καθένας αμέσως θα το καταλάβη. Πρώτα πρώτα πολλοί θα παρατήρησαν αφτό το περίεργο το ιστορικό, που σήμερα στην Ελλάδα, στανεξάρτητο το βασίλειο, η δημοτική λογαριάζει κάμποσους φίλους και μερικούς οπαδούς· όλος ο κόσμος τη μιλεί· τη γράφουν οι φημερίδες, τουλάχιστο δυο τρεις· οι περισσότερες την αγαπούν και τη διαφεντέβουν, αν και δεν τη γράφουν· ο τύπος δεν μπορεί μοναχός του να κάμη επανάσταση κ' είναι αναγκασμένος νακολουθή το παλιό το σύστημα· προσπαθεί όμως ναποφύγη όσο δυνατό τα κορακίστικα και τις ελληνικούρες · τα σοβαρά τα φύλλα σέβουνται τη δημοτική· μόνος ο κ. Α. Γ. Η. λέει πως «φέρει τη σφραγίδα… της δουλείας»· πολλοί μελετούν την ιστορία της με περιέργεια· όλοι καταγίνουνται στο γλωσσικό ζήτημα. Στην Ανατολή μήτε υπάρχει ζήτημα· η καθαρέβουσα βασιλέβει. Η καθαρέβουσα στην Ελλάδα μοιάζει μόνο σα να είναι το υστερνό σημείο που μας άφησαν ακόμη και τώρα οι «μακροί δουλείας και παθημάτων αιώνες», που μόρφωσαν αφτή τη γλώσσα, και δεν είναι παράξενο που τη μόρφωσαν· είναι πολύ ψυχολογικό. Όταν ένας άθρωπος έχει φιλότιμο — φιλότιμο πότε μας έλειψε; — θα προσπαθήση με κάθε τρόπο να δείξη στους άλλους την αξία του· ίσως κάποτες και την παρακάμη. Όσο περισσότερο τον καταφρονήσουν οι άλλοι, τόσο περισσότερο θα θελήση να τους πη· «Κάτι είμαι και γω και θα το διήτε». Θα στολιστή, θα συγυριστή για να τον καμαρώση ο κόσμος. Εμείς, όταν ο Τούρκος μας πατούσε το κεφάλι, όταν Ελλάδα δεν είταν ακόμη πουθενά, όταν ελληνικό βασίλειο δεν ύπαρχε, τι προτέρημα, τι δόξα μπορούσαμε να δείξουμε στους άλλους λαούς; Πώς να τους πούμε· «Έχουμε προγόνους περίφημους που δεν τους έχει κανένας· είμαστε οι ίδιοι Έλληνες που ζούσαν και στα παλιά τα χρόνια και που ο κόσμος όλος σήμερα σπουδάζει τα έργα τους κι απορεί;» Στοχαστήκαμε τότες τη γλώσσα· είπαμε στους Εβρωπαίους· «Μας καταφρονείτε; δε μας ψηφάτε; Για σταθήτε λιγάκι· να μας ακούσετε πώς μιλούμε και να μας διαβάσετε πώς γράφουμε!» Είταν η μόνη μας δόξα· αρχίσαμε να μιμούμαστε τους αρχαίους. Η μόδα αφτή βγήκε σ' έναν καιρό που δεν μπορούσε ακόμη ο Σωλομός να τραγουδήση δημοτικά την αναγέννηση της πατρίδας. Η ιδέα μας όμως και σε κείνα τα χρόνια σωστή δεν είταν· πιάσαμε το ζήτημα ανάποδα και το βλέπουμε τώρα.

Αν το είχαμε συλλογιστή μια στιγμή, θα καταλαβαίναμε που για να δείξουμε στον κόσμο πως είμαστε τόντις παιδιά των αρχαίων, ανάγκη καμιά δεν είχαμε να πάρουμε τη γλώσσα τους· από τη δημοτική θα φαίνουνταν ακόμη καλήτερα πως είναι πρόγονοί μας. Έπρεπε να πούμε· «Αφτή η ονομαστική πατέρας , αφτοί οι τύποι άντρας, νύφη κι όλη μας η γλώσσα μαζί, όπως τη μιλεί σήμερα ο λαός μας, σας δείχτουν που η αρχαία σώθηκε ίδια κι απαράλλαχτη μέσα στη δική μας, που ο λαός ο γραικικός την πήρε από των αρχαίων το στόμα και που από τα παλιά τα χρόνια, δεν πέρασε μισή στιγμή που να μη μιλήση ο ίδιος ο λαός την ίδια τη γλώσσα. Για να κάμη ονομαστική πατέρας , έπρεπε νακούση μια αιτιατική πατέραν και για νακούση αφτή την αιτιατική, έπρεπε πρώτα να ξέρη την αιτιατική πατέρα · την αιτιατική πατέρα δεν μπορούσε όμως να τη μάθη παρά από τους αρχαίους. Η ονομαστική πατέρας είναι ο θησαβρός μας, η δόξα μας και δεν πρέπει να τολμήση κανείς να την αγγίξη {89}». Με τη γραμματική και τη γλωσσολογία είταν έφκολο ναποδείξη κανείς πως έτσι είταν το σωστό και να ταποδείξη όπως ο μαθηματικός διδάσκει τη γεωμετρία, θέλω να πω με τόσο φως και τόση δύναμη που δε θα βρίσκουνταν άθρωπος να πη όχι· μάλιστα θα καταλάβαινε αμέσως ο καθένας που η ονομαστική πατήρ της καθαρέβουσας κι όσοι τύποι της μοιάζουν, καμιά σημασία δεν έχουν και δε μας μαθαίνουν τίποτες, γιατί κ' ένας ξένος μπορεί να πάρη την ονομαστική πατήρ κι ό τι περιττοσύλλαβα θέλει μέσα από τα βιβλία, μα που μόνο ένας Γραικός, γεννημένος Γραικός, ξέρει να κλίνη φυσικά και δίχως να το σπούδαξε στη ζωή του, ο πατέρας, του πατέρα κτλ. Ο πρώτος όρος της επιστήμης είναι, που όσο πιo δημοτικός, όσο πιο χαλασμένος είναι ένας τύπος, τόσο περισσότερη αξία έχει για το γλωσσολόγο και τον ιστοριογράφο, τόσο και πιο καθάρια μας δείχτει πως είναι γνήσιος και σωστός.

Μα σε κείνα τα χρόνια, πού να συλλογιστή κανείς γραμματική και γλωσσολογία; Δεν είχαμε καιρό να φιλοσοφήσουμε. Ο τύπος πατήρ φάνταζε καλά στο χαρτί· αμέσως τον έπαιρνε το μάτι. Δεν είχε κανείς ανάγκη να τον ξηγήση· φαίνουνταν αρχαίος. Τον έβλεπαν οι Εβρωπαίοι κι απορούσαν. Ύστερα κατάλαβαν που δεν αξίζει· πολλά γράμματα τότες ο κόσμος δεν ήξερε. Έτσι έμεινε η συνήθεια, και νόμισαν οι δασκάλοι που φτάνει ναρχαΐζουν και θα μοιάζουν τους αρχαίους. Μάλιστα προσπαθούσαν κάθε μέρα ναρχαΐζουν περισσότερο. Ξεσκόνισαν τις δοτικές, λίγο λίγο και τα μέσα ρήματα. Έχει κι αφτό το λόγο του· είναι ψυχολογικό. Ο νους του αθρώπου είναι γεμάτος περιέργεια· άμα μπη σ' ένα δρόμο, θα θελήση να διή ως πού πάει αφτός ο δρόμος, να βρη την άκρη του δρόμου. Ελλήνιζαν και κείνοι και προχωρούσαν. Έμαθαν κιόλας που στην Εβρώπη γνωρίζουν πολύ καλά τα ελληνικά· πειράχτηκε το φιλότιμό τους· πήγανε μερικοί στην Εβρώπη, γύρισαν και μας είπαν που πρέπει να διορθώσουμε, να καθαρίσουμε και την καθαρέβουσα. Ξέχασαν όμως να παρατηρήσουν που οι Εβρωπαίοι δε μελετούσαν την αρχαία για να τη γράφουν και να την κάμουνε γλώσσα τους, μα μόνο και μόνο για να φωτίσουν την επιστήμη. Οι δασκάλοι μας θαρρούσαν που η σπουδή της αρχαίας έχει σκοπούς πραχτικούς. Για τούτο δυσκολέβουνται ακόμη και σήμερα· δεν ξέρουν πώς να σιάξουν τη γλώσσα τους και βασανίζουνται. Βλέπω που πολλοί Αθηναίοι θυμώνουν, όταν τύχη κι ακούσουν ή διαβάσουν κανέναν αόριστο εκομισάμην ή εδεξάμην . Κάμποσοι φίλοι μου μέ τα λεν και σταναχωριούνται· πρέπει ξεναντίας ναπορούν πώς δεν κατώρθωσαν οι δασκάλοι, ύστερα από τόσους κόπους, να γράφουν καλήτερα τα ελληνικά· τα ελληνικά τους μας έρχουνται σαν κάπως μικρούτσικα, αδύναμα και νερουλά. Πολεμούν οι ίδιοι να τα συγυρίσουν και δεν το κατάφεραν ως τώρα.

Δύσκολα θα το καταφέρουν, ή να το πούμε πιο σωστά δε θα το καταφέρουν ποτέ τους. Και γιατί αφτό; Γιατί δεν κυβερνούν πια τον κόσμο μοναχοί τους· τους κάμνουν αντιπολίτεψη . Το καινούριο, το τολμηρό μας κόμμα μεγαλώνει και δυναμώνει κάθε μέρα. Πρέπει να μεγαλώση· ο ίδιος ιστορικός νόμος που μας έφερε την καθαρέβουσα, μας έφερε και την αγάπη της δημοτικής και το θάρρος να την αγαπούμε. Άμα έγινε Ελλάδα, άμα κάμαμε βασίλειο ανεξάρτητο, άλλαξαν κ' οι ιδέες. Δεν είχαν πια ανάγκη οι δικοί μας να στολίζουνται με τεχνητή, με ψέφτικη δόξα· η δόξα τους η νέα είταν αληθινή δόξα. Για να καταλάβη ο κόσμος πως είναι παιδιά των Ελλήνων και που μπορούν και κείνοι να βγούνε με τους αρχαίους, τους έφτανε να δείξουν την Ακρόπολη και να πουν· «Είναι δική μας· χύσαμε το αίμα μας για να γίνη ακόμη πιο περίφημη». Στην Ανατολή όμως έμεινε η καθαρέβουσα. Στην Ανατολή, δηλαδή στη σκλαβωμένη την Ελλάδα, με την καθαρέβουσα παρηγοριούνται· με την καθαρέβουσα ησυχάζουν· περηφανέβουνται τουλάχιστο με τη γλώσσα. Τι θα την κάμουν, τη δημοτική; Χρήσιμη δεν τους είναι. Ο λαός δεν ανακατώνεται στα πολιτικά ζητήματα, αφού ζητήματα δεν υπάρχουν κι αφού μας έπνιξαν το λαό μας. Άμα φανή ο λαός, θα φανή, κ' η γλώσσα του. Για τούτο στην Ελλάδα δεν πρέπει νανησυχούμε, μήτε να νομίζουμε πως είναι πάρα πολύ αργά, που χαλάσαμε τη γλώσσα και που δεν είναι πια δυνατό να τη διορθώσουμε. Μοναχό του θα γίνη το πράμα. Ένα μόνο πρέπει να ρωτούμε, αν το βασίλειο θα ζήση ή όχι, αν όλοι οι Γραικοί μαζί θα καταστραφούν ή αν αρχίζουν τώρα μόνο νακούγουνται στον κόσμο. Δεν πιστέβω να καταστραφή ποτές ο Γραικός· έχω μάλιστα την πεποίθηση, όχι μόνο που το βασίλειο θα μεγαλώση, μα που θα γίνη ξακουστό στην ιστορία και που η Ανατολή θα μείνη δική του. Αν είναι έτσι, η γλώσσα του λαού θα νικήση και πρέπει να τόχουμε για βέβαιο. Θαναγκαστούν όλοι μια μέρα να μιλούν ίδια κι απαράλλαχτα σαν το λαό. Θα πιάση τότες ο καθένας να σπουδάζη τη δημοτική με τα σωστά του, γιατί θα καταλάβη που τίποτις δε βγαίνει μήτε από την αττική μήτε από την καθαρέβουσα, και που μόνο η δημοτική θα μπορέση να μας γλυτώση από το χάος — από το θάνατο. θα την καλλιεργήσουν· επιστημονικά και φιλολογικά βιβλία θα γράφουνται σ' αφτή τη γλώσσα· θα γράφουνται και νομικά, όπως γράφουνταν και στο μεσαιώνα, όχι μόνο βιβλία της νομικής, σαν τις Ασσίζες της Κύπρος , μα και της γιατρικής εκεινού του καιρού, γιατί προσπαθούσαν τότες να γράφουν τη ζωντανή γλώσσα του λαού κι όσο ανήμπορη, ακατάστατη κι αν είταν η προσπάθεια, γίνουνταν τουλάχιστο μια αρχή. Αν οι Τούρκοι δεν έπαιρναν την Πόλη, η δημοτική θα είταν πια σήμερα κλασσική γλώσσα. Η κρητική φιλολογία, που αρχινούσε τότες να λουλουδιάζη, έπεσε άμα έπεσε κ' η Κρήτη στου Τούρκου τα χέρια. Ο λαός μας όμως, ο αθάνατός μας ο λαός, δεν ξεχνούσε τη γλώσσα του· την είχε και τη φύλαγε, τη βαστούσε στα σωθικά του μέσα. Ποιος μπορούσε να μας την πάρη; Δεν της έλειπε μήτε δύναμη μήτε ζωή. Κάθε μέρα μάλιστα γίνουνταν πιο δυνατή, πιο ωραία, πιο κανονική· στρώννουνταν η γραμματική της, ξεφορτώνουνταν κάτι περιττοσύλλαβα που της έμνησκαν ακόμη, και της έβλεπες πάντα περισσότερη ενότητα κι αρμονία. Καλητέρεβε και πήγαινε. Πώς να μην προδέψη, αφού πρόδεβε ο λαός κ' ήξερε που μ' αφτή του τη γλώσσα θα νικήση; Τη μιλούσε και θυμούνταν πως είναι Γραικός. Τα κορμιά μας μοναχά είταν αλυσοδεμένα· η λεφτεριά ζούσε στην ψυχή μας, στη γλώσσα μας μέσα· μορφώνουνταν η γλώσσα μας ανεξάρτητα και χωρίς να μπορέση να τη σταματήση κανένας. Μα δε μας άφιναν οι δασκάλοι να κάμουμε φιλολογία δική μας· ίσια ίσια στον καιρό που άρχιζε να ξανοίγη κ' η γλώσσα μας κ' η καρδιά μας, σοφίστηκαν εκείνοι πως πρέπει να μάθουμε την αρχαία· μας έλεγαν πως η αρχαία θα μας δοξάση και που με την καθαρέβουσα θα φανούμε άντρες, παιδιά των Ελλήνων κτλ. κτλ. Είχαν άδικο να το λεν. Εμείς θα το σιάξουμε τώρα κι αφτό. Η Κρήτη θα σπάση καμιά μέρα το χέρι που την κρατεί· γραικικά χέρια θα τη χαδέβουν και θανασάνη· θανασάνη κ' η πατρίδα.

Τότες όλα διορθώνουνται. Fata viam invenient. Οι ιστορικοί νόμοι είναι σαν τα ποτάμια· ποτές δε στέκεται η ορμή τους· και χιλιάδες δασκάλοι μέσα να βρεθούν, το ποτάμι θα τους χύση όλους στη θάλασσα τη μεγάλη, που είναι ο λαός.

Το γλωσσικό το ζήτημα είναι ζήτημα εθνικό. Δεν πρέπει το λοιπό να μιλούμε για γλώσσα δημοτική· το μόνο όνομα που της ταιριάζει είναι εθνική γλώσσα. Η γλώσσα που δεν είναι εθνική, είναι μια άλλη γλώσσα· φτάνει κανείς για να το καταλάβη, να μελετήση τους ακόλουθους στίχους. Ελπίζω να τους μελετήση κι ο κ. Α Γ. Η. Είδαμε που η δουλεία δε μόρφωσε μήτε τη γραμματική, μήτε τις ιδέες, μήτε το ύφος της εθνικής. Ας διή τώρα και κείνος ποια γλώσσα «φέρει την σφραγίδα της μελαγχολίας, του καμάτου, της παρακμής, της δουλείας», ποια είναι η γλώσσα της σκλαβιάς. Τον περασμένο χρόνο διάβασα σε μια φημερίδα · όχι όμως αθηναίικη φημερίδα, όχι στην Ελλάδα · τωραίο ποίημα και τον ωραίο τίτλο που σας αντιγράφω·

   Σαπφική ωδή
   τη Α. Α. Μ. τω κραταιώ ημών άνακτι Σουλτάν
   Απτούλ Χαμίτ Χαν τω Β'
   επί τη ενδεκαετεί επετηρίδι της εις τον θρόνον αναρρήσεως
   αυτού.
   Έθνεους κυδρού, πολυάρατ' ώναξ,
   Όθμανών δορυθρασέων γε χαίρε·
   Χαίρε και σφι δην ευκλεώς άνασσε
   ολβιοδαίμων.
   Χαίρε εις αιώνα φίλαν, αταρβές
   Πολλάων σκαπτούχε φυλάν, μέγ' εύχος
   Κάρτα πιστών τεών θεράπων οτρηρών
   αγλαόθωκον…{90}

Δεν τους αντιγράφω όλους· είναι ακόμη τριάντα έξη στίχοι με το ίδιο ύφος. Η γλώσσα η δική μας τέτοια ποίηση δεν ξέρει και δε θα τη μάθη στη ζωή της. Όχι μόνο δε θα μπορούσε, μα μήτε θα τολμούσε αφτός ο ποιητής να μιλήση έτσι στην εθνική τη γλώσσα. Δε θα τον άφιναν τα κλέφτικα τα τραγούδια, θα θύμωναν τα λέφτερα τα βουνά.

Και τι βγαίνει τώρα απ' όσα είπαμε; Βγαίνει που χρωστούμε σέβας στη γλώσσα του λαού, όπως σέβουνται τη δική τους όλα τανεξάρτητα τα κράτη, και που πρέπει να φύγουν οι ξένοι, για να τελειώση η δουλεία , και για ναρχίσουμε πια με τα σωστά μας τη δουλειά .

Ελπίζω, αξιότιμε Κύριε, να μη σας κούρασα· το γράμμα μου έγινε μελέτη. Δεν το βουλλώνω ακόμη. Θέλω πρώτα να σας πω που με κολάκεψε με το παραπάνω η συμπάθεια κ' η φιλοφροσύνη που με δείξατε τόσες φορές που μιλήσετε για το βιβλιαράκι μου στην «Εφημερίδα» σας.

Άβγουστο μήνα, 19, 1888. Perros-Guirec, Côtes-du-Nord.

ΖΟΥΛΙΑ {91}

Ποιος έγραψε τη Ζούλια; Ο θυμός.

Είχα διαβάσει στην Εστία κάτι νοστιμάδες, κάτι λεφτολεφτούτσικες φιλοσοφίες και σοφίες, για να μας μάθουνε τι πράμα είναι η «ζηλοτυπία». Είπα τότες με το νου μου· Αφού τη λένε «ζηλοτυπία», δεν μπορεί να νοιώθουνε τι θα πη ζούλια. Κ' έγραψα το δήγημά μου. Δεν ξέρω γιατί άρεσε περισσότερο στην Αθήνα το πρώτο μέρος από το δέφτερο. Θυμούμαι τότες που φιλονικούσανε αλάκαιρο μήνα στο Παρίσι, ποιο είναι το καλήτερο, το πρώτο ή το δέφτερο. Έβρισκαν το πρώτο πως είχε πιο πολύ πάθος, το δέφτεοο πως είτανε ίσως πιο βαθιά ψυχολογημένο. Έχω ένα πολύτιμο γράμμα του Taine απάνω στη Ζούλια μου, που το φυλάγω για καμάρι και παρηγοριά μου, γιατί το διαβάζω κάποτες και λέω· «Αι! δε θα είμαι και τόσο μπόσικος όπως το θαρρούνε στην Αθήνα.» Χρέος μου ναναφέρω κ' ένα λαμπρό άρθρο του μεγάλου μου φίλου του Anatole France, που το συλλογιούμαι και ντρέπουμαι· τι δεν είπε για τη «Ζούλια».

Ύστερις απ' αφτούς, έλαβα τότες κ' ένα γράμμα του καλού μου φίλου Κ. Μάνου και μου έκαμε μάλιστα μια πολύ σωστή παρατήρηση. Μου έλεγε πως έκαμα λάθος, εκεί που γράφω, στο τέλος του δέφτερου πλίκου, πως βγήκε ο Πάλμος «να πάρη λουτρό».

Το ρωμαίικο είναι « να κάμη λουτρό ». και τόντις θέλησα να το διορθώσω. Μα τάφησα έπειτα, γιατί άκουσα και στην Αθήνα έτσι να το λένε, παίρνω λουτρό , καθώς λένε και για το τραίνο πως το παίρνουνε . Μπορεί να είναι ξενισμός, μου φαίνεται όμως πως τέτοιους ξενισμούς έχει σήμερις κάθε γλώσσα, έχει κ' η δημοτική μας. Ας με συμπαθήσουνε λοιπόν οι φίλοι, κι ας δούμε τώρα και τη Ζούλια _ την ίδια.

28 του Τρυγητή, 1901.

Φίλτατε Δροσίνη,

Μου έκαμες τη χάρη να μου στείλης έναν τόμο της Εστίας (Γεννάρη — Γιούλη 1890). Αμέσως την άνοιξα κι αμέσως πήγε το μάτι μου σ' ένα μέρος που είτανε λόγος για ζηλοτυπία. Πολύ μου άρεσαν όσα διάβασα για τη ζηλοτυπία· είχαν κάμποση νοστιμάδα, είταν και γεμάτα ξυπνητάδες. Να σου πω την αλήθεια, δε νοιώθω γρυ από ψυχολογία· μην προσμένης να σου αραδιάσω φιλοσοφίες και σοφίες. Θυμήθηκα όμως, εκείνη την ώρα, δυο μου φίλους, δυστυχισμένους και τους δυο. Βρέθηκε να τους ανταμώσω πέρσι στο Παρίσι, πού και πώς μη ρωτάς. Είχα να τους διώ από τα παιδιακήσια μου χρόνια στην Πόλη. Είναι σήμερα σωστοί πέντε μήνες, την ίδια μέρα και με το ίδιο ταχυδρομείο, στις εντεκάμισυ το πρωί, στην εξοχή, έλαβα δυο πλίκους και μέσα στον κάθε πλίκο λίγες κόλλες χαρτί. Είταν του καθενός η ιστορία γραμμένη από το χέρι του. Σου στέλνω τη μια και την άλλη. Ίσως τις διαβάσης.

ΠΡΩΤΟΣ ΠΛΙΚΟΣ «………………………………………………………. Πού είμαι, πού βρίσκουμαι, δεν μπόρεσα ακόμη να το καταλάβω. Τι παράξενο σπίτι που τοίχους δεν έχει! Δεν είναι ξύλο, δεν είναι πέτρα, δεν είναι σίδερο τα ντουβάρια· είναι καμωμένα από καταχνιά και μοιάζουν πιο γερά παρά ξύλο, πέτρα και σίδερο. Πολεμώ να κάμω τρύπα και δεν το κατορθώνω. Με το χέρι, με το ποδάρι, με το κεφάλι, χτύπα. Του κάκου. Δεν γκρεμνά. Τίποτις δε βλέπω.

Ώρες, μήνες, χρόνια περνούσαν και τίποτις δεν έβλεπα.

Ποιος το λέει πώς δεν μπορεί μάτι αθρώπου να κοιτάξη τον ήλιο; Στον ήλιο μέσα να ζούσα, δε θα μου έφτανε το φως του. Να φύγη, να ξεσκορπιστή το χάος αφτό που με σκοτώνει.

Έπρεπε να γίνη, αφού την αγαπούσα!

Είναι βράχος μια τέτοια νύχτα. Να μη φέγγη και ποτές! Οι κακούργοι! Με γέλασαν κι όλο με γελούν. Κόκκινο μελάνι, κόκκινο ζήτησα να μου φέρουν, κι αφτό είναι μάβρο σαν το αίμα.

Τι να σπάσω, να ξεθυμάνω; Τρίζουν τα δόντια μου, φωνάζω, και δεν έρχεται κανείς και κανείς δε μιλεί. Λέξη δεν ακούω.

……………………………………………………….. Αγριέβουμαι. Δε σφαλνώ μάτι. Κι ο τοίχος πάντα μπροστά. Τι θέλουν άραγες; Πάλε τα ρούχα μου να ξεσκίσω; Όχι! όχι! Είμαι φίνος και δε με πιάνουν. Το ντουβάρι μόνο να πέση! Και δε θέλει. Να το πάλε μαλακό σαν το μπαμπάκι, και κλοτσιά να του δώσης, δε σαλέβει.

Τους αρέσει να θυμώνω, για να μου λεν ύστερα παραμύθια. Σφίξε, Καρλή, δάγκασε, Καρλή, τους γρόθους σου στο στόμα σου μέσα· να σε δέσουμε κατόπι. Μη σας μέλη! Δεν το κάμνω πια και θα διήτε. Ο κολλάρος μου με πνίγει. Να μπορούσα να τον πετάξω! Δε θα τον πετάξω, να μη χαίρουνται. Είδες άθρωπο πιο ήσυχο από μένα; — Ας πεθάνω και μια ώρα προτήτερα, να τελειώση.

Είναι απέραντη η μοναξιά.

Ας μου πουν καμιά ψεφτιά, μα τουλάχιστο ας μιλήσουν. Ας ακούσω μια φωνή! Να μη μου ξαναμασούν όμως όλο τα ίδια. Ποιος; Εγώ δεν ξέρω τι λέω; Να τους το δείξω. Τα θυμούμαι σα να είταν και σήμερις. Είμουν τότες αλλού. Στο παλιό μας το σπίτι. Στην Πόλη. Είμουν και γω σαν τους άλλους. Θα καταλάβουν πως είχα δίκιο. Όλα θα τα καταστρώσω με τη σειρά τους στο χαρτί. Πρέπει πια και κείνοι να κρίνουν ίσια τα πράματα, ίσια και σωστά σαν και μένα. Και τότες θα μ' αφήσουν, και θα πέση το ντουβάρι και θα με βγάλουν όξω, όξω στα ηλιοπερέχυτα τα περιβόλια.

Μα που μπορούν αφτοί να με καταλάβουν; Κανένας τους δεν αγάπησε σαν και μένα.

Τα χαρούμενα, τα χρυσά, ταθώα της, τα καλά της τα μαλλιά, πως έλαμπαν εκεί κάτω, στο περιβόλι, όταν την είδα πρώτη φορά με την αδερφή μου μαζί, που περπατούσε πλάγι πλάγι η Λέλα με την Ελένη! Τα μαλλιά σου, να τα φιλήσω, γιατί λιώνει η καρδιά μου, μόνο που τα θυμούμαι. Είταν πίσω το περιβόλι, κ' έρχουνταν η Λέλα σαν τον ήλιο κι ανέβαινε τα σκαλοπάτια του σπιτιού. Ποιος, ποιος να μην τη λατρέψη: Άμα φάνηκε, της έδωσα τη ζωή μου. Να της το πω, να την πάρω, να την αρπάξω, να φύγω, να την έχω γυναίκα μου, δική μου, να είναι δική μου όλη μέρα.

Την κοίταζα και της φώναζε μέσα μου η ψυχή μου· Εσύ είσαι η μόνη που θαγαπήσω.

Η μόνη! η μόνη! ακούς!

Γιατί τάχατις να είναι τόσο ανήξερες οι γυναίκες; Εμείς αμέσως, με μιας αγαπούμε, σαν την αστραπή που σε καίει πριν ακόμη να σ' αγγίξη. Εκείνες, καιρός τις χρειάζεται, καιρός! Είναι σαν τα λουλούδια η αρχοντιά τους· αγάλια αγάλια· θέλουν ώρα να ξανοίξουνε.