Κάθεται πλάγι μου η Μοιρίτα, όταν καθήσω, περπατεί μαζί μου, όταν περπατώ. Η Μοιρίτα, παντού η Μοιρίτα. Κάποτες μου φαίνεται σα να μην είμαι πια τίποτις εγώ, σαν ο ίδιος να μην υπάρχω, σα να είταν όλο μέσα μου εκείνη, σα νάγινε νους μου, αίμα μου, κόκκαλό μου και ψυχή της ψυχής μου. Ένα λόγο να πω ακούω τη φωνή της, ένα κίνημα να κάμω είναι κίνημά της, να γυρίσω να διώ, με τα μάτια της βλέπω. Δε ζω, ζη εκείνη. Μια στιγμή να φύγη, να μην την έχω μέσα μου σαν που την έχω, μια στιγμή να την ξεχάσω, είναι σα να ξεχνιούμουν ο ίδιος. Καμιά φορά, όταν παν κ' έρχουνται οι λογισμοί, όταν περνά η μέρα και δεν μπορώ άλλο να θυμηθώ παρά την ώρα εκείνη που την αποχαιρέτησα, όταν τη βλέπω που μ' αποχαιρετά και δε μου βγαίνει ο χωρισμός από την καρδιά κι από το νου, τότες μου φαίνεται πως πάλε μ' αφίνει και με μιας θολοσκεπάζεται ο κόσμος, πως κατεβαίνει κατεβαίνει η καταχνιά… Το νοιώθω πως την αγαπώ σαν και πρώτα και το νοιώθω πως είναι αδύνατο να κάμω χωρίς τη Μοιρίτα.
Άδικα με μαλλώνεις· με λυπάσαι που πονώ και μου λες πως εγώ φταίω, πως δεν έπρεπε να φύγω, πως είταν πιο φρόνιμο να την πάρω γυναίκα. Ξέρω γιατί μου μιλείς έτσι· στα χάλια που βρίσκουμαι, μέσα στην ασάλεφτη θλίψη που με πλακώνει, στοχάζεσαι και συ πως ότι κι αν είταν, πιο δυστυχισμένος, πιο κακορρίζικος δε θα είμουν παρά τώρα. Κατάλαβες, φίλε μου, αν και χωρατέβω μαζί σου και γελώ, αν και σου γράφω πως αγαπώ το καλοκαίρι, γιατί μου θυμίζει τα χρόνια τα παλιά, ή πως μου αρέσουν ακόμη τα λουλούδια, γιατί μου θυμίζουν τη μυρωδιά της, κατάλαβες πως τέτοια χαρά, χαρά δεν είναι και πως χάθηκε, πως πάει η ζωή μου. Σε βεβαιώνω πως δεν μπορούσα να μείνω, αν και το τραβούσε η καμένη μου η καρδιά. Δε γίνουνταν αλλιώς. Στη θέση μου θάκαμνες το ίδιο και συ και κάθε άλλος.
Μη θυμώνης μαζί της· εκείνη δε φταίει. Μην την κατηγορής, μην τη λες άπιστη. Είσαι φίλος μου, γνωρίζεις το βάσανό μου και για τούτο την κατακρίνεις και δεν μπορείς να της το συχωρέσης. Αν την άκουγες, αν την έβλεπες, θάλλαζες γνώμη. Όχι! αδερφέ μου, πίστεψέ με, δε θάμνησκες, δε θα την τυραννούσες — και δε θα τυραννιούσουν ο ίδιος! Μήτε θα θύμωνες, καλέ μου· δικαίωμα δεν είχες. Μια στιγμή, ταράχτηκα και γω, πήγα να ζουλέψω, γιατί θαρρούσα τότες πως μ' αγαπούσε και μου έκρυφτε κάτι. Νόμισα πως με γελούσε, την ώρα εκείνη που δίχως να με προσμένη, την απάντησα εκεί απάνω στον Άη Γιώργη, μπροστά στο μοναστήρι, και την είδα να κάθεται συλλογισμένη, να διαβάζη ένα γράμμα και να κλαίη. Ποιανού είταν το γράμμα; τι είταν τα κλάματα; Αμέσως έννοιωσα πως είταν κάτι, — κάτι που δεν το ήξερα. Δεν είχε τη συνηθισμένη της την όψη· ο τρόπος της μου φάνηκε παράξενος και πήγαινα — ο δύστυχος! — να τρέξω να της πάρω βιαστικά από τα χέρια το γράμμα. Πόσο χαίρουμαι τώρα που δεν τόκαμα! Γιατί να μου έρθη υποψία πως γύρεβε τάχατις κάτι να μου κρύψη; Η καημένη! Σκυμμένο είταν το πρόσωπό της, λυπητερά κοίταζε κάτω στο χώμα και δε μ' έβλεπε. Άμα βρέθηκα κοντά της, σηκώθηκε.
— Αχ! Πάλμο μου, εσύ είσαι; Έλα, έλα να σου μιλήσω. Καλά που έρχεσαι! Έλα να σου δείξω ένα γράμμα που μου έφεραν το πρωί, σήμερα το πρωί. Δεν ξέρω τι μου γίνεται. Έχω ζάλη. Δεν έπρεπε να το διαβάσω αφτό το γράμμα. Άσκημα έκαμα που το διάβασα και θέλω να με μαλλώσης. Αχ! Πάλμο, να λυπηθής την κακόμοιρη σου τη Μοιρίτα!
Μου τάλεγε μ' έναν τρόπο που μου ραγίζει την καρδιά, μόνο που το θυμούμαι. Άρχιζαν πάλε να βρέχουνται τα μάγουλά της. Πώς να την αφήσω να κλαίη; Ο μεγαλήτερός μου ο καημός είταν ο καημός της. Ήθελα να μοιάζη η ζωή της με την ήσυχη την ακρογιαλιά που κοιμάται μέσα στα λιμάνια. Προσπαθούσα να στρώσω γλυκά και τον άμμο, να μαλακώσω και το χώμα. Μήπως μπορούσνα τη βλέπω πικραμένη, φαρμακωμένη, και να μην της γλυκάνω την ψυχή μ' ένα λόγο; Πρέπει να της έπεσε κανένα δυσκολονίκητο κακό, για να κλαίη, εκείνη που είταν ήμερη πάντα, χαρούμενη και συμαζωμένη. Τι είχε το παιδί μου, τι του έτυχε και δε μου έδειχτε πια σαν και πρώτα το σοβαρό του, το γλυκοσυλλογισμένο πρόσωπό του που χαμογελούσε; Φοβήθηκα και καρδιοχτυπούσα. Μου έδωσε το γράμμα και δε θέλησα να το διαβάσω, να μη θαρρή πως δεν την πιστέβω· εκείνη να μου πη τι είχε μέσα. Με κοίταξε και με πήρε από το χέρι κι ανεβήκαμε λιγάκι, και πήγαμε να καθήσουμε εκεί απάνω, στη θάλασσα μπροστά.
Καθήσαμε στην ίδια θέση που την είχα φιλημένη πρώτη φορά. Έλεγε σε δυο ώρες να βραδυάση κι αργοπορούσε. Άστραφτε το καλοκαίρι. Από τον Άη Γεώργη, αψηλά, βλέπαμε λίγο παρέκει τον κατήφορο με τις πεφκιές ίσια με το γιαλό, και πέρα πέρα τα κύματα που γυάλιζαν και φωτοβολούσαν. Ο ήλιος με τις αχτίδες του τα περεχούσε, τα γέμιζε φλόγες, τάκαμνε πυρκαγιά· λες πως έπεφτε να ξαπλωθή στο πέλαγος απάνω και πως το πέλαγος είχε γίνη κανένας ήλιος γιγαντωμένος. Λαμποκοπούσαν και τότες τα νερά· τα συχνοτηρούσαμε και τότες. Είταν πια αρραβωνιαστικιά μου. Από μικρή την αγαπούσα· την ήθελα από μικρή. Είμουν αγώρι, το θυμάσαι, και σου μιλούσα για τη Μοιρίτα. Ότι έγινα άντρας, πήγα να τη ζητήσω. Ένα χρόνο αλάκαιρο — τι χρονιά είταν εκείνη! — έζησα… όχι! δεν έζησα, μου φαίνουνταν πως άλλαζε η ζωή μου· ξάνοιγε κάθε μέρα, ξεσκεπάζουνταν κάθε μέρα παραπάνω η ομορφιά κ' η ψυχή της· κάθε μέρα με κάθε καινούριο θησαβρό που μου φανέρωνε, έννοιωθα, σαν την αβγή, αγάπη καινούρια να χαράζη. Είταν η Μοιρίτα δική μου· τι δεν κατώρθωνα, τι δεν μπορούσα να καταφέρω για μια τέτοια κόρη! Για χατίρι της μόνο έλεγα να γίνω μεγάλος και δόξα να κερδίσω. Εκείνη είταν ο σκοπός μου, είταν ενέργεια κ' ύπαρξή μου. Η Μοιρίτα μ' άκουγε με πόθο, με χαρά, γύρεβε όλο να καθήση μαζί μου, ήθελε πάντα να της λέω πόσο την αγαπούσα, να καταλάβη. Η άτυχη η Μοιρίτα! Νόμιζε και κείνη πως μ' αγαπούσε. Αχ! τι μυστήριο είναι αφτό! Χωρίς ίδια της να το ξέρη άλλονε αγαπούσε, όχι εμένα. Για να φανή αφτό, για να το μάθη, για να το μάθω, έπρεπε νάρθη τίποτις ξαφνικά να μας φέρη την αλήθεια. Εκεί που κάθεσαι τη νύχτα και γράφεις, και περνούν οι ώρες και το ξεχνάς, και χαίρεσαι την ησυχία και θαρρείς πως θα τελείωσης προτού ξημερώση, άξαφνα, στη μοναξιά, αρχίζουν τα πουλιά να κελαϊδούν και βλέπεις το σκοτάδι που ασπρίζει. Σαν το πουλάκι καμιά φορά έρχεται ένας λόγος και βγαίνει το φως. Έτσι και γω, εκείνο το βράδυ, τα κατάλαβα όλα με μιας, τα κατάλαβα πριν καταλάβη κ' ίδια η Μοιρίτα, τα κατάλαβα στην παινεμένη τη θέση που ξάνοιξε πρώτα η ζωή μου.
Μιλούσαμε σιγά σιγά και κοιτάζαμε το γιαλό. Δεν έκλαιγε πια. Και το γλυκό της, το σοβαρό της πρόσωπο με μάγεβε που το θωρούσα, μου καταπράυνε την καρδιά. Λέγαμε και ξαναλέγαμε πάντα τα ίδια.
— Όχι! όχι! Μην πης τέτοια λέξη, μην πης πως τον αγαπώ. Δε θέλω να τον αγαπώ, δεν πρέπει να τον αγαπώ. Εσύ έχεις τα λόγο μου· εσένα θα πάρω. Λυπούμαι που διάβασα το γράμμα και ντρέπουμαι τώρα. Αχ! γιατί να στο δώσω; Μα μπορώ και να σου κρύψω τίποτις; Εσύ είσαι φίλος μου, ναι! ο καλήτερός μου φίλος είσαι συ· από παιδί σε γνωρίζω και σ' αγαπώ· έχω θάρρος, έχω εμπιστοσύνη μαζί σου και για τούτο έτρεξα αμέσως να σου δείξω και το γράμμα του, για τούτο δε σου έκρυψα και τα κλάματά μου. Δεν ξέρω γιατί έκλαιγα· ζαλίστηκα κ' έκλαψα. Δε θέλω όμως να μου λες πως τον αγαπώ και πως το κατάλαβα τώρα που το γράφει εκείνος. Θυμάσαι που μόλις τον έβλεπα· δε μου μίλησε στη ζωή του· έφεβγε, τραβιούνταν και μήτε συλλογίζουμουν πως μπορούσε να μ' αγαπήση… Όχι! Πάλμο, δε θέλω και δεν πρέπει. Είναι δική σου η Μοιρίτα. Δε θέλω πια νακούσω μήτε τόνομά του — Έκλαψα, γιατί λέει πως είναι δυστυχισμένος, πως τον πήρε ο καημός, και φοβήθηκα μήπως εγώ φταίω, μήπως του έδωσα αφορμή — και δεν ταιριάζει. Μα πώς είναι δυνατό να είμαι η αιτία, αφού μήτε τον κοίταξα μήτε του είπα ποτές μου δυο λόγια; Δε γίνεται να πεθάνη για μένα κι ούτε μπορώ να το πιστέψω. Να τα ξεχάσουμε αφτά, να τα ξεχάσης όπως και γω θα τα ξεχάσω. Μη με παρακαλής να σ' αφήσω. Δεν μπορεί να σ' αφήσω. Φέβγει εκείνος και μ' αφίνει, και μας αφίνει, και μου το γράφει ο ίδιος. Τι άλλο θέλεις; Έτσι όλα πάλε καλά, σιάζουνται όλα και μνήσκουμε ήσυχοι οι δυο μας. Διές τι ήσυχη που είμαι. Πέρασε τώρα. Μην το συλλογιέσαι. Μιλώ μαζί σου, σα να μιλούσα μοναχή μου. Είχα λίγη ζάλη· μα δεν είναι τίποτις. Πάλμο, μη φοβάσαι. Να με πάρης, να μ' αγαπάς, να μ' έχης σαν παιδί σου.»
Τέτοια μου έλεγε η Μοιρίτα κ' ένας απέραντος πόνος λίγο λίγο, σαν το νερό που σταλάζει, μου γέμιζε, μου έπνιγε την καρδιά. Όχι! δε φοβούμουν! Τι να φοβηθώ; Ταθώο το κορίτσι! Αλήθεια είναι! Μου έδειξε το γράμμα. Δεν της ήρθε στο νου πως μπορούσε κάτι να μου κρύψη, δε στοχάστηκε πως η αγάπη, άδικα ή όχι, τρομάζει με το παραμικρό· δεν είπε μέσα της, όταν έλαβε το γράμμα· «Θα λυπηθή ή δε θα λυπηθή να του το δώσω;» Το διάβασε δίχως να το ξεσκίση, το φύλαξε ως το βράδυ· δεν της είταν αδιάφορο το γράμμα. Και μήπως δεν έφτανε τόσο μόνο; Εγώ που την αγαπούσα, που την ήθελα όλη για μένα, πώς να μείνω, πώς να χαρώ μισή την εφτυχία μαζί της; Και δεν τόβλεπα πως το νόμιζε χρέος της να με πάρη; πως η καρδιά της πολεμούσε και πονούσε; Η καλή μου, η καημένη μου η Μοιρίτα! Δεν έφταιγε εκείνη. Έτσι το είχε φέρει η τύχη. Ο Παβλής την αγαπούσε χρόνια και χρόνια· δεν τολμούσε να τη ζητήση, γιατί είτανε φτωχός και δεν ήθελαν οι γονιοί της. Σε μας είναι, βλέπεις, πάντα οι ίδιες ιστορίες. Όταν έμαθε πως παντρέβεται, δεν ξαναφάνηκε πια στο σπίτι. Ο δύστυχος, μοναχός του πονούσε και δέρνουνταν, και κανενός δεν έδειχνε το βάσανό του. Είχε αποφασίσει να ξενιτεφτή. «Ξέρω, της έγραφε, πως τον αγαπάς· κάθε μέρα το λέει ο κόσμος και τακούω. Να ζήσης, να ζήσης χρόνια μαζί του· να χαρής τα λαμπρά σου τα νιάτα. Είναι καλός, είναι γενναίος, και τον αγαπώ, που σε διάλεξε εσένα, που θα φροντίση πάντα για σένα, που θα είναι πάντα με σένα. Εγώ φέβγω, φέβγω μακριά. Τι σε πειράζει τώρα να στο πω; Δεν μπορώ πια κρυφό να το βαστάξω. Έπρεπε να μάθης πως θα είναι κάπου στην ξένη γις ένας που λωλάθηκε για σένα· αχ! μη με ρωτάς τι θα γίνω.»
Βασίλεβε ο ήλιος και τα νερά, σαν πληγωμένα, αντανακλούσαν εκεί κάτω τον κόκκινό του το δίσκο. Έμοιαζε η θάλασσα λυπημένη και λίγο λίγο προχωρούσε το σκοτάδι να την πλακώση· ο ουρανός είχε θλίψη κ' η καρδιά μου βαριοπονούσε. Γονάτισα μπροστά της και της έπιασα τα χέρι και της είπα·
— Μοιρίτα μου, εσύ ζωή μου, μην τυραννιέσαι. Δεν το φταις εσύ που πονώ· το φταίει η αγάπη που σου έχω. Μοιρίτα μου, παιδί μου, ναι! σαν παιδί μου σ' αγαπώ.
— Κι από τα μάβρα της, από τα γλυκά της τα μάτια, στο χέρι μου απάνω, έπεσε ένα δάκρι. Και το ήπια εκείνο το δάκρι και τόχω πάντα μέσα στην ψυχή μου.
Μιλούσε κ' έλεγε εκείνο το δάκρι· «Πάει ο ήλιος· πάει η ελπίδα!»
Κατεβήκαμε μαζί. Περπατούσαμε πλάγι πλάγι σιγά, σα δυο φίλοι. Φτάξαμε σπίτι με τη νύχτα. Το πρωί πήρα το βαπόρι, ανέβηκα στο Σταβροδρόμι, έτρεξα στου Παβλή. Είταν πια φεβγάτος. Αμέσως πήγα στο Γαλατά, που μπαρκαρίζουνταν, και τον έφερα πίσω. «Να μη φύγης, να μείνης!» Και φιληθήκαμε και σφιχταγκαλιαστήκαμε. Μίλησα ο ίδιος της μητέρας της και τάσιαξα όλα.. Και την πήρε και τον πήρε.
Γράφε μου, γράφε μου, καλέ μου. Έχω ανάγκη να μου γράφης. Έγινα σαν το νεκροθάφτη· έθαψα τη χαρά μου· έθαψα και τον Πάλμο μαζί. Είμαι τριάντα χρονώ παλληκάρι κι όλο μου φαίνεται πως με πήραν τα γεράματα. Μη νομίζης όμως πως έβαλα με τα νου μου να πεθάνω. Μακάρι να είταν κι άλλη ζωή, για να τη θυμούμαι. Η παρηγοριά μου είναι που τη θυμούμαι. Κάποτες μου έρχεται σα να κατεβαίνω κάτω βαθιά, δεν ξέρω πού, και δεν μπορώ να σταθώ· κι ο κατήφορος είναι μια γλύκα, σαν το βελούδο μαλακός· στράφτει ο ήλιος και φαντάζουμαι τότες πως κολυμπώ στις αχτίδες του μέσα· όλα τα ξεχνώ, βλέπω μόνο τη Μοιρίτα και θαρρώ πως βυθίζουμαι, αγάλια αγάλια, σε καμιάν άβυσσο γεμάτη φως, θαρρώ πως ξανοίγει μπροστά μου κανένας ήσυχος, ολόφαιδρος τόπος, ηλιολουσμένος, που δεν πονεί η καρδιά μου. Τότες πια τίποτις δε συλλογιούμαι, τίποτις δε νοιώθω, δε ζω, θυμούμαι τη Μοιρίτα.
Ίσως έρθω καμιά ώρα να σε διώ εκεί κάτω, να διώ και λίγη θάλασσα. Την αποθύμησα. Μα ξέρεις που δε μου αρέσει και πολύ πολύ τώρα να σαλέβω. Είναι και κάμποσο μακριά. Κάλλια να μείνω εδώ που καταστάλαξα. Γράψε μου, στείλε μου κανένα βιβλίο νόστιμο, μίλησέ μου, σα θέλεις, και για γλωσσολογία ή και για γλώσσα. Μη μου λες όμως να μπω και γω μέσα στο χορό, να κάμω ή να τυπώσω τίποτις, ας είναι κι από τα παλιά μου. Είχα και γω πρώτα δυο τρεις ιδέες· ίσως μπορούσα κάτι να κατορθώσω. Δε μου στρέγει πια. Σταφίνω εσένα. Στοχάσου, φίλε μου, ως πού κατάντησα αφού και για τη γλώσσα δε με μέλει. Κάπου μου έρχεται και μένα να τους πω τίποτις, να διασκεδάσης· έπειτα βαριούμαι. Πρέπει καμιά μέρα να παρακαλέσης τον Κόντο, να μας βγάλη κανένα ρομάντσο, να διούμε η γλώσσα του τι αξίζει. Τι μας πειράζει να μάθουμε πως ο Κοραής βάζει ένα Μ εκεί που θέλει δυο, ή πως βάζει δυο εκεί που θέλει ένα; Μου φαίνεται πως μήτε του Κόντου μήτε του Κοραή η γλώσσα, αληθινή, ζωντανή γλώσσα δεν είναι, γιατί εμείς, νομίζω, δε λέμε μήτε σεσαπημένος , μήτε σεσημμένος ή σεσηπώς , λέμε σαπίζω και σαπισμένος · δε λέμε μήτε ο μήτε η λέμβος · λέμε απλά βάρκα οι βρεκεκεξιάρηδες τόχουν πως είναι ιταλικό και δεν το καταδέχουνται· εσύ πάλε μου έμαθες πως είναι λατινικό και τόχουμε στη γλώσσα μας, κοντέβουν τώρα τουλάχιστο χίλια πεντακόσια χρόνια. Εγώ έτσι το συνηθίζω. Άκουσα μάλιστα πως τα παιδιά στο σκολειό μιλούν κάθε τόσο για ονόματα πρώτης, δέφτερης ή τρίτης κλίσης · βλέπω και κάμνουν ίσια ίσια εκείνο που μου έλεγες μια φορά· ταίριαξαν τη λέξη με τη γραμματική του λαού. Φυσικό είταν να γίνη το πράμα· έτσι βγαίνει κι ο τύπος ορθός. Οι καβγάδες τότες τι σημαίνουν και τι μας χρησιμέβουνε; Δυo λογιώτατοι, στην έδρα του ο καθένας, πολεμούν ο ένας με τον άλλονα, ποιος θα νικήση, κι από τη μια έδρα στην άλλη, αψηλά αψηλά στα σύννεφα και μακριά από — πάνω από τα κεφάλια μας, πετούν τα βιβλία που μήτε τα διαβάζει και που μήτε τα είδε ο λαός. Από τα τέτοια τιποτις δε βγαίνει· από τα ρομάντσα, από τους στίχους, από το θέατρο θα φανή αν είναι άξιο το έθνος να δείξη ποίηση και φαντασία, να κάμη και φιλολογία δική του, — όχι όμως από τας γλωσσικάς παρατηρήσεις! Οι δασκάλοι που κατηγορούν τη γλώσσα του λαού και που μας πουλούν τη δική τους, τι κατάφεραν ίσια με τώρα; Μας έβγαλαν και κανένα βιβλίο που νάχη μέσα του λίγη ζωή; Χασμουριέσαι μόνο που τανοίγεις. Εγώ σε τέτοια ζητήματα δεν ανακατώνουμαι πια· μα μου φαίνεται, με τα μικρά μου τα μυαλά, πως θα είταν καλό και θα ταίριαζε, να μας χάριζαν πρώτα οι δασκάλοι κανένα παραμυθάκι με μια σταλιά φαντασία, κ' ύστερα να μας ανεβάσουν τη γλώσσα τους ίσια με τον ουρανό. Θα είταν ο πιο σωστός τρόπος να μας απαντήσουν και να μας δείξουν πως έχουμε άδικο. Οι βρισιές δεν αξίζουν· από τις βρισιές βλέπεις την ανημποριά τους. Εμείς τουλάχιστο με τη γλώσσα μας ξέρουμε και μιλούμε για γραμματική· ξέρουμε όμως και παραμύθια. Οι ίδιοι λεν τη γλώσσα τους τεχνητή και σα νάχουνε δίκιο· τεχνητή, ναι! εκεί όμως που χρειάζεται λίγη τέχνη, η καθαρέβουσα δεν πιστέβω να ταιριάζη· άτεχνη κι άτεκνη είναι γεννημένη.
Πες τα καμιά μέρα, σαν αδειάσης, πες κι άλλα πολλά. Τι θέλεις εγώ να γράφω; Τάχατις για να ξεχάσω; Για τούτο μου τα παραγγέλνεις; Αχ! καημένε μου Ψυχάρη, δεν ξεχνώ και δεν μπορώ να ξεχάσω. Και δε θέλω να ξεχάσω, γιατί αφτό μου απόμεινε τώρα. Η χαρά μου είναι που τη θυμούμαι.
Να ζήσης, καλέ μου, που στάθηκες τόσο πιστός μου φίλος και που μ' αγαπάς. Σε γλυκοφιλώ, αδερφέ μου.
Ο ΠΑΛΜΟΣ».
Άμα διάβασα το γράμμα του Πάλμου, σηκώθηκα και πήρα το σιδερόδρομο. Ο κακόμοιρος ο Πάλμος! Μου μιλούσε για τη γλώσσα, μην τύχη και θαρρέψω πως αδιαφορούσε και δε συλλογιούνταν πάρα τα δικά του. Δε μου άρεσε όμως το γράμμα του, μάλιστα εκεί που έλεγε πως ίσως είταν καλήτερο να μην πεθάνη. Την άλλη μέρα, το βράδυ, είμουνα στο Παρίσι. Έτρεξα στην εξοχή που κάθουνταν ο Πάλμος. Η νοικοκερά ήρθε βιαστικά να μ' ανταμώση και μου τα είπε όλα. Το πρωί βγήκε ο Πάλμος να πάρη λουτρό στον ποταμό. Άξαφνα φαίνεται πως τον παράσυρε το ρέμα. Κολυμπούσε και προσπαθούσε να φύγη από το μέρος εκείνο. Έπειτα ξάπλωσε τα χέρια και πια δεν τον είδαν. Όταν έφεραν το νεκρό του, έμοιαζε σαν αποκοιμισμένος. Δεν μπορούσε κανένας να πη αν πνίγηκε άθελα ή όχι. Είταν άξιος κολυμπιστής. Νόμιζαν πως ζαλίστηκε, γιατί είταν ήλιος εκεί που πολεμούσε με το κύμα, κ' έλεγαν πως θαμπώθηκε από το φως και δεν έβλεπε, να γλυτώση. Εγώ θαρρώ πως ο θάνατος έχει μια γλύκα μοναδική που τραβά τους βαριοπονεμένους, και πως δεν το βάσταξε του Πάλμου η καρδιά να πη σύρε του Χάρου, όταν έρχουνταν ο Χάρος να τον πάρη στην αγκαλιά του.
Τέτοια, φίλε μου Δροσίνη, είχα σήμερα να σου μηνήσω. θλιβερά και τα δυο. Ο Πάλμος κι ο Καρλής αγάπησαν το ίδιο· είχαν κ' οι δυο τους τον ίδιο πόθο, ήθελαν αχάλαστη την αγάπη, παντοτεινή κι αλάκαιρη. Ο ένας σκότωσε, σκοτώθηκε ο άλλος. Η ζούλια είναι ένας φόβος που σε πιάνει μήπως χάσης εκείνο που θαρρείς πως είναι δικό σου, ή που τόντις είναι δικό σου· άμα τόχασες, άμα διής πως πια δικό σου δεν είναι, πάει η ζούλια κι αρχίζει άλλος καημός. Αφτό τον καημό, μπορείς όπως θέλεις να τον πης, πότε απελπισία, πότε ανελπισιά, πότε θυμό, πότε πίκρα. Όποιος όμως αγάπησε με τα σωστά του, τέλειωσε, πάει, δε θα ξαναγαπήση. Να λυπάσαι τις γυναίκες — είναι καλές κι ανήξερες σαν τα παιδάκια· γυρέβουμε να μας δώσουν πράματα αδύνατα, που τα θαρρούμε δυνατά. Το νοιώθουν κάποτες οι ίδιες και πονούν. Εκείνες δε φταιν και δε φταίμε μήτε μεις. Η αγάπη, όπου περάση, ή σπέρνει ή παίρνει ζωή. Τέτοιος νόμος την κυβερνά και πάντα συντροφικά τρέχει πλάγι της ο Χάρος.
Τι να σου πω τώρα και γω, να τελειώσω; Πως σε ζουλέβω; Όχι, φίλτατε, δε σε ζουλέβω. Είναι αλήθεια, θα μου άρεζε πολύ να κατάφερνα και γω καμιάν Αμαρυλλίδα σαν τη δική σου, νάκαμνα τους στίχους που κάμνεις, να σου κάθιζα μια μέρα κανένα Γιο της Αστραπής ή καμιά Ηλιογέννητη κόρη · είναι αλήθεια, μου καίει την καρδιά που δεν το κατορθώνω· προσπαθώ και δεν μπορώ να σε ξεπεράσω. Μα δεν το λέω ζούλια. Είναι Φιλότιμο. Φιλοτιμιέται ο καθένας κάτι να φανή και να βάλη κάτω το γείτονα του. Κάπου κάπου χολοσκάνει που δεν μπορεί να το πιτύχη, και που τον άφησε πίσω μακριά ο γείτονας του. Όπως όμως κι αν είναι ή κι αν το πης, πολεμά, ιδρώνει και κοπιάζει. Αγαθή δ' έρις ήδε βροτοίσι . Μα ίσως είναι καλό να μην το παρακάμουμε μήτε αφτό στην Ελλάδα.
Ο φίλος σου ΨΥΧΑΡΗΣ
Παρίσι, μήνα Γεννάρη, 1891.
ΤΗΛΕΦΩΝΗΜΑ {92}
Φαίνεται πως ύστερις από τη Ζούλια , έβγαλα κ' ένα τηλεφώνημα! Με τον τίτλο Τηλεφωνήματα δημοσίεψε τότες η Εστία ένα γράμμα μου — αφτό εδώ — που αναγκάστηκα να το γράψω, γιατί τόσο πολύ προσέχουνε στα ψυχολογικά της Ζούλιας οι δασκάλοι, που πήγανε να σοφιστούνε πως η Ζούλια είταν όνομα κύριο, Julie, πράμα που δεν μπορεί να είναι, όπως θαρρώ και ταπόδειξα στο γραμματάκι μου. Το είπαν αφτό, τάχα για να δη ο κόσμος πως μήτε τίτλο στη δημοτική καταλαβαίνει κανένας, μα χωρίς να το υποψιαστούνε, μας έδειξε ο λόγος τους πόσο λίγο καταλαβαίνουν ίδιοι τους τα ρωμαίικα. Άλλοι πάλε είπαν πως ο τύπος ζούλια δεν υπάρχει! Κι από κει βλέπουμε τι ωραία ξέρουν τη γλώσσα που κατηγορούνε. Η αλήθεια είναι που στα Εφτάνησα λένε και ζήλια. Δε θα πη πως είναι τύπος γενικός, αφού σε πολλούς τόπους, κ' ίσα ίσα στην Πόλη, εκεί δα που παίζεται και το δράμα, ζούλια τη λένε με ου . Να προσέξουμε μάλιστα. Θα δούμε πως και στην κοινή γλώσσα, κάμποσο συνηθισμένος είναι ο τύπος αφτός, αφού πιο συχνά θα πούνε ζουλιάρικος , παρά ζηλιάρικος , κ'έτσι θαρρώ πάντα πως η ζήλια είναι σα δασκαλισμός, γιατί ζούλια την ξέρουνε και στην αδασκάλεφτη Κρήτη. Ελπίζω να την έμαθαν τώρα λιγάκι και στην Αθήνα, τη ζηλεμένη .
«…Ο τύπος Ζούλια είναι ο μόνος ορθός. Όποιος λέει ζήλια , ας είναι και βαρκάρης, τόμαθε από κανένα δάσκαλο. Να το ξετάσετε το πράμα, — γιατί αξίζει, — να πάρετε έναν έναν εκείνους που το συνηθίζουν και θα διήτε πως είναι δασκαλισμός. Ένας που χάνει τα λογικά του, δε ζηλέβει, ζουλέβει, είναι ζουλιάρης, έχει ζούλια. Κι ο δάσκαλος, άμα ζουλέψη με τα σωστά του, θα ζουλέψη με ου . Είναι και πολύτιμος τύπος, γιατί βλέπουμε πως και το η γίνεται ου , κι όχι μόνο το υ · να καταστρέψουμε τώρα την ιστορική γραμματική και να βγάλουμε το ου , δε γίνεται, θα χαθή ο κόσμος! Ο Κοραής συνήθιζε τα τέτοια· εμείς σήμερα πρέπει να ξεσυνηθίσουμε τον Κοραή. Μα δε μου φαίνεται και να είναι τόσο το κακό. Κύριο όνομα Ζούλια δεν το γνωρίζω και να είστε βέβαιος πως θα το μεταχερίζουνται πολύ λίγοι. Είναι… δασκαλισμός. Ναι! δασκαλισμός. Ο λαός ξέρει μόνο δυο τύπους, ή Τζούλια ή Ζουλή — ής. Αφτή η Ζούλια που λέτε μας έρχεται από την Ιταλία· είναι η Giulia. Όλος ο κόσμος θα το προφέρη φυσικά Τζούλια και δεν μπορεί να το προφέρη αλλιώς. Για να πη το ς πρέπει νάρθη καμιά Julie από το Παρίσι. Άμα είναι το -α στη μέση — Τζούλια —, έχει ιταλικό πασσαπόρτι το κορίτσι. Ο δάσκαλος όμως δεν αγαπά και δεν καταδέχεται το τζ· δεν τολμά και να ταλλάξη όλους διόλου· τότες το μισοφτειάνει Ζούλια. Έτσι μπορεί να μοιάξη και με τη δική μας τη ζούλια. Μα και να μοιάξη δεν πειράζει. Το νόημα θα φανή αμέσως. Το ίδιο και με τα γαλλικά. Jalousie θα πη ζούλια, θα πη και καφάσι· un amour sans jalousie, λ χ., μπορεί κανείς να το καταλάβη όπως θέλει. Constance είναι κοινό, είναι και κύριο όνομα (γυναίκα και πολιτεία, Constanz). Θα πη μάλιστα και πιμονή, καρτερωσύνη. Ποιος όμως θα συλλογιστή να μη βάλη τίτλο Jalousie ή Constance; Κανένας. Μπορούμε λοιπόν και μεις να ξακολουθήσουμε να λέμε τη ζούλια όπως τη λέμε. Μάλιστα να σας πω την αλήθεια, δε βλέπω, δεν ξέρω πώς είναι δυνατό να παραξηγηθή· εμείς συνηθίζουμε πάντοτες τα κύρια ονόματα με το άρθρο. Για να είναι η ζούλια Giulia, έπρεπε νάχη πρώτα κ' ένα η . Έτσι βάζουμε ήσυχα Ζούλια, πολύ πιο ήσυχα μάλιστα παρά αν έπρεπε να βάλουμε Constance, γαλλικά, που γίνεται παρανόημα πολύ πιο έφκολα.»
Ο ΜΟΥΣΑΦΙΡΗΣ {93}
«Άξαφνα, στον ύπνο μου μέσα, μου φάνηκε πως το ρολόγι μου σπάνει. Δεν τάκουγα πια. Ξύπνησα την ίδια στιγμή κι άρχισα αμέσως να μετρώ. Μετρούσα και στέκουμουν και δεν τολμούσα. Είταν η ώρα μια το πρωί. Εκεί που κοιμούμουν ήσυχα, δεν ξέρω πώς, μου κατέβηκε μια υποψία, ορμητικά, σαν ταστροπελέκι. Και τώρα, με τα μάτια ανοιχτά, πολεμούσα και δεν μπορούσα να τελειώσω το λογαριασμό μου.
Θα πάρω χαρτί να τα σημειώσω. Στάσου να διούμε.
Η αδερφή μου. Ο άντρας της· δυο. Τα τρία τους τα παιδιά· πέντε. Ο παπούς· έξη. Η μητέρα· εφτά. Ο θείος κ' η θεία· εννιά. Τα ξαδέρφια μας· έντεκα. Εγώ· δώδεκα.
Κ' οι δούλοι κοιμούνται στάλλο το σπίτι.
Είναι κι αφτός ο καταραμένος. Ο μουσαφίρης. Του πατέρα ο φίλος. Την άνοιξη, κάθε χρόνο, πρέπει νάρθη στην εξοχή, να μας κάμη βίζιτα.
Δώδεκα.
Καθήσαμε το λοιπό στο τραπέζι δεκατρείς.
Θα κοιμηθούμε δεκατρείς όλη τη νύχτα.
Όχι! Δε γίνεται. Είναι αδύνατο να γίνη.
Δεν μπορεί να ξυπνήσουμε δεκατρείς.
Θα ξυπνήσουμε δώδεκα.
Ποιος άραγες, ποιος είναι που δε θα ξυπνήση με τους άλλους;
Ποιος; Εγώ που το συλλογίστηκα! Είναι αλήθεια που θα πεθάνω; Προτού φέξη;
Τι να κάμω; τι να κάμω, για να γλυτώσω;
Ο ίδιος αφτός ο καταραμένος που ήρθε και πέρσι!
Ησύχασα! Ο φόβος μου δεν είχε τον τόπο του. Τίποτις δε θα πάθω. Να που ήρθε και πέρσι και δεν έπαθε τίποτε κανείς.
Πέρσι; Θυμούμαι. Φρίκη με πιάνει.
Ναι, πέρσι, την άνοιξη, σωστός ένας χρόνος, είταν πάλε αφτός εδώ.
Είτανε μουσαφίρης.
Στάσου! στάσου! Αχ! τι τρομάρα! Σα να φώναξε η καρδιά μου φοβερά.
Λογάριασε, πρόσεχε μην κάμης λάθος. Πέρσι, την ίδια νύχτα, κοιμηθήκαμε δεκατρείς· πέρσι, την ίδια μέρα δεκατρείς καθήσαμε στο τραπέζι.
Λεν πως πρέπει ο χρόνος να σωθή, για να γίνη το κακό.
Αχ! γιατί ο πατέρας να πεθάνη; Να ζούσε, θα είμαστε δεκατέσσερεις. Πρόπερσι πέθανε· μεγάλωσαν τα παιδιά και μας τάβαλαν πια κι αφτά στο τραπέζι μαζί μας. Έτσι θέλησε ο παπούς. Έτσι το θέλησε η κακή μου η τύχη!
Η μητέρα μου τόλεγε πέρσι. Είχε δίκιο. Όχι! δεν την άκουσα. Να μην καθήσουνε στο τραπέζι δεκατρείς. Δεν την άκουγα και γελούσα. Δεν άφησα να βγάλουν τα παιδιά, να τα βάλουνε σε χωριστό τραπέζι.
Μια φορά να πέση πουθενά ο θάνατος, πέφτει πέφτει κι ανασαμό δεν έχει.
Ένα χρόνο, έναν αλάκαιρο χρόνο, έκαμε ο Χάρος βίγλα τριγύρω στο σπίτι και τώρα εμένα θαρπάξη.
Μη! Μη!
Πότε φέγγει; Στις πέντε.
Στις πέντε, πεθαμμένος. Τέλειωσε, πάει! Να μη φέξη, για τόνομα του Θεού: Ας μπορούσε τουλάχιστο να φέξη μια ώρα πιο αργά· να ξεχνιάση το Χάρο.
Τι είναι που τρίζει; Κάτι κρότους ακούω. Ο κρότος μεγαλώνει. Με τρομάζει.
Κατάλαβα τι είναι. Τίποτις δεν είναι. Του παπού η αναπνοή, στην κάμερη πλάγι, που κοιμάται.
Βαριά, βαριά παίρνει την αναπνοή του. Δυσκολέβεται να την πάρη. Τι καρδιοχτύπια είναι τούτα; Τακούω ίσια με δω.
Αχ! και πώς να μην το συλλογιστώ αμέσως; Ενενήντα δυο χρονώ γέρος.
Εκείνος θα πεθάνη!
Ήρθε η ώρα του. Ήρθε! ήρθε. Και πάει ο γέρος.
Είδες πώς χωράτεβε, πώς έπαιζε κάτω στο τραπέζι μαζί μας; Ο Χάρος πίσω του στεκότανε και στραβοκοίταζε. Θα παλαίψη ο γέρος· είναι σαν το σίδερο. Μα τι θέλεις πια;
Σώπασε το καρδιοχτύπι. Τι; Έγινε κιόλας; Να που ξαναρχίζει. Τι καρδιοχτύπι τρομερό! Σηκώνεται, περπατεί, τρέχει τρέχει το καρδιοχτύπι, μπαίνει στην κάμερή μου, στα σεντόνια μου μέσα, στο ποκάμισό μου, στο στήθος μου μπήκε.
Δεν είταν του παπού το καρδιοχτύπι που άκουα. Είταν το δικό μου — και τώρα το κατάλαβα!
Μεγαλώνει· μεγαλώνει ώρα την ώρα.
Τα ξέρω πια πως θα πεθάνω. Θεοφάνερα το βλέπω. Θα πεθάνω μόνο και μόνο γιατί φοβούμαι πως θα πεθάνω.
Ο καταραμένος ο μουσαφίρης! Εκείνος όλα τα φταίει.
Γίνεται τέτοιο πράμα; Εγώ, εγώ να φοβούμαι; Εγώ να τρέμω; Εγώ να πιστέβω σ' αφτά και να πεθάνω γιατί τα πιστέβω; Δε γίνεται. Να συλλογιστώ, νάρθω στο νου μου. Δεν μπορώ. Είναι αλήθεια που δεν μπορώ; Και γιατί, γιατί; Τι ανεξήγητο που είναι! Διάβαζε, σπούδαζε στα βιβλία, δυνάμωνε τα μυαλά σου· ύστερα να που κατάντησες· ακούς και πιστέβεις τέτοια παραμύθια! Και ποιος αφτός; Εγώ δα που και τόσο θρήσκος δεν είμαι, δεν είμαι διόλου.
Ίσια ίσια για τούτο. Είμαι τώρα μόνος και φοβούμαι.
Μόνος ολομόναχος. Ο κόσμος και γω. Τίποτις άλλο. Στον ουρανό κανένας!
Και τι πειράζει; Ας είναι ή ας μην είναι στον ουρανό κανένας, όπως κι αν το πάρης, ή έτσι ή αλλιώς, η ιδέα μου αφτή πως θα πεθάνω, γιατί καθήσαμε στο τραπέζι δεκατρείς, μπορεί να είναι μπόσικη. Και μήπως δεν το βλέπω πως είναι παραμύθια; Παραμύθια φερμένα και ποιος ξέρει από πού; Από την Εβρώπη; Και τα πιστέβω; Φτάνει πια. Πρέπει να φανώ άντρας. Τι; δεν το κατώρθωσα ακόμη να τα ξεφορτωθώ, να τα ξετινάξω αφτά τα παιδιακήσια που είναι ντροπή;
— Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς…
Μου έμαθε η μάννα μου να το λέω. Ας το πω και τώρα, να με σώση· τι πειράζει; Όχι! δεν έχει δύναμη να με σώση, αφού δεν πιστέβω. Τέλειωσε! Θα πεθάνω.
Πρέπει, πρέπει με κάθε τρόπο να πιστέψω. Ας ξανακάμω την προσεφκή μου.
— Πάτερ ημών…
Αχ! δε μ' ακούει! Δε θα μ' ακούση. Δε θέλει να μ' ακούση.
Να όμως που κάτι νόημα έχουν κι αφτά τα παραμύθια. Πες τα ανόητα όσο θέλεις· σε κυνηγούν όπου πας, σε παραζαλίζουνε, σου βάζουν άνω κάτω το κεφάλι και γίνεται τότες το κακό. Νομίζεις πως κάτι θα τύχη, και τυχαίνει, γιατί το νομίζεις.
Τρεις ήμισυ.
Χτύπα, χτύπα, καρδιά μου, και σπάσε σαν το ρολόγι.
Έπρεπε νάχω τίποτις απάνω μου, κανένα φυλαχτό, ό τι κι αν είναι. Τόχεις και σου δίνει θάρρος και σε προφυλάγει. Να το πιάσω, να το βαστάξω, να μη φύγη.
Αχ! τι σκουπίδι που είναι ο άθρωπος! Ναι! το θάρρος είναι που του λείπει. Δε θέλει μοναξιά· είναι γεμάτος αγάπη και πόνο, έχει απέραντη καρδιά κι όλα τα ζωντανέβει και σ' όλα μέσα βάζει την ψυχή του. Νομίζει πως όλα έχουν την ίδια ψυχή και πως από παντού βγαίνει θλίψη ή χαρά.
Και ποιος ξέρει αν έχει λάθος!
Να που έβλαψε, να που μπορεί κ' ένα νούμερο να βλάψη.
Τέσσερεις παρά κάρτο.
Έρχεται ο Χάρος και του κάκου!
Όλα, όλα τα ξαναβλέπω με μιας. Τα χαρούμενά μου τα νιάτα, τη ζωή μου από παιδί. Κάθουνταν ο παπούς απάνω στο σοφά και μ' έπαιρνε στη γούνα του μέσα και κρύφτουμουν και γελούσε ο παπούς! Αχ! όλα, όλα τα θυμούμαι. Πόσο μ' αγαπούσε! Κάτω, εκεί κάτω στον μπαξέ μας, τι πρασινάδα που είταν! Πήγαινα κ' έτρωγα ερίκια. Άγουρα τα διάλεγα και μου άρεζαν. Όχι! κι από το παράθυρο να σκύψω να διώ, δεν τα βλέπω πια τα δέντρα και τις πρασινάδες. Είναι νύχτα παντοτεινή για μένα. Αχ! τι καλός, τι ωραίος που είναι ο ήλιος!
Δε θέλω! Δε θέλω!
Κάτασπρο το πρόσωπό μου στον καθρέφτη. Φαίνεται πως έτσι θα πεθάνω, χτυπώντας χτυπώντας η καρδιά μου, ώςπου να πιαστή η αναπνοή μου. Πιάνεται. Ο Χάρος με πλακώνει..Το κεφάλι μου θα γίνη φλόγα.
Ναι, σαν είμουνα παιδί! Μπας και μου τάμαθε ο παπούς τέτοια παραμύθια; Κ' έλεγα πως μ' αγαπούσε! Τι αγάπη είναι αφτή; Και πώς δεν πεθαίνει τώρα, σα μ' αγαπά, για να γλυτώσω εγώ;
Τέσσερεις.
Να σκοτώσω κανέναν κ' έτσι να γλυτώσω.
Πρέπει να πεθάνη ο μουσαφίρης.
Να, τώρα, γρήγορα θα πιαστή και το κεφάλι μου. Ίδρος, κρύος ίδρος με περεχύνει. Αφού πιαστή και το κεφάλι μου, δε θα νοιώθω τίποτις πια, δε θα νοιώθω τον πόνο. Θα ψυχομαχώ.
Να φωνάξω, νάρθη κανένας! Δεν έχω φωνή.
Να σηκωθώ, να τρέξω, να φύγω. Δεν μπορώ. Πιάστηκαν τα πόδια μου από το φόβο. — Έχω πιστόλι στο σερτάρι. Για να δω!
Τέσσερεις και κάρτο.
Θέλω να καθήσω ήσυχα στο κρεββάτι, να μετρήσω τα καρδιοχτύπια μου ένα ένα, ώςπου να σωθούνε. Να κάμω κουράγιο. Τι να παλαίβω τώρα; Έγινε πια το κακό. Σε λίγη ώρα…
Είναι σαν τα κύματα που τρεμοπηδάνε. Φούσκωσε η θάλασσα και θα με πνίξη.
Λίγο λίγο.
Πόσο έχω ακόμη;
Να τελειώση αφτό το βάσανο πια. Όταν πεθάνω, θα πεθάνη κι ο φόβος μαζί μου. Έτσι θα γλυτώσω.
Πού κοιμάται ο μουσαφίρης;
Τέσσερεις ήμισυ.
Να σηκωθώ! Κάπου να πάω. Να βγω όξω από το σπίτι, να μην είμαστε μέσα δεκατρείς. Μούδιασε η καρδιά μου και δεν μπορώ. Είμαι του Χάρου. Δε θα με λυπηθή και κανένας; Γίνεται να πεθάνω, που έχω τόσα να κάμω, που έχω τόσα στο νου μου; Όχι! τέτοιο άδικο πράμα δε γίνεται! Σηκώνουμαι και παλαίβω και σκοτώνω. Ο καταραμένος ο μουσαφίρης! Έχω δύναμη ακόμη. Νοιώθω πως έχω. Θα σηκωθώ. Να πεθάνη αφτός, μια πιστολιά και σώνει, να ησυχάσουμε όλοι. Να μπουν όλα σε τάξη.
Αχ! να μπορούσα μόνο να κουνήσω το πόδι!
Ή να σκοτωθώ, να τελειώση;
Μ' έπιασε, μ' έπιασε ο Χάρος και με βαστά.
Πέντε παρά κάρτο!…»
Ξύπνησα τότες με τα σωστά μου. Είταν η ώρα οχτώ. Είχα φανταστή στον ύπνο μου μέσα πως ξυπνούσα. Κοντέβουν τώρα δέκα χρόνια που είδα το φοβερό αφτό τόνειρο και τόγραψα αμέσως το πρωί, να το θυμούμαι. Τι καλά που περνούσαμε τότες στο σπίτι μας στην εξοχή! Ζούσε ο καλός μου ο παπούς. Πρόπερσι πέθανε ο καημένος, εκατό χρονώ γέρος. Δεν είμαστε πια στο τραπέζι δεκατρείς όταν έρχεται ο μουσαφίρης.
Παρίσι, 1891.
Ο ΜΑΓΟΣ {94}
Μια φορά κ' έναν καιρό, είτανε μια μικρή, μικρούτσικη χώρα. Αχ! τι χάρη που την είχε η μικρούτσικη πολιτεία. Τι νόστιμοι που είταν οι μικροπολίτες! Πόσο μπόι λες τάχατις να είχαν; Οι μικροπολίτες είταν κοντούτσικοι, ψιλούτσικοι, ομορφοκαμωμένοι κ' ίσια μ' ένα δάχτυλο μεγάλοι. Είχαν κάτι πρόσωπα σοβαρούτσικα και χλωμά, με μυτερά μυτερά μουστακάκια. Μα τι ωραιούτσικα μουστακάκια που τα είχαν! Κάποτες ζάρωναν τα μαβρούτσικά τους τα φρύδια και νόμιζες πια πως μεγάλα πράματα συλλογιούνταν. Η φορεσιά τους είτανε μια χαρά· φορούσαν κάτι στενούτσικα πανταλονάκια, σουρτουκάκια σαν τα δικά μας κι αψηλούτσικα γυαλιστερά καπέλλα. Τους έβλεπες και τους αγαπούσες. Έπρεπε όμως νάχης καλά μάτια να τους διής. Έγραφε η ιστορία πως οι πατέρες τους είτανε γιγάντοι κ' είχαν κάμει παιδιά νάνους. Δεν ξέρω να σας πω αν οι μικροπολίτες είταν από γεννήσιο τους μικροί ή αν εκεί που έπρεπε να μεγαλώσουνε, δε μικραίνανε λίγο λίγο, ώςπου με τον καιρό να καταντήσουν πια τζουτζέδες. Ένα μόνο ξέρω, δεν τόννοιωθαν οι μικροπολίτες πως είτανε μικροί κ' έτσι δεν το είχαν και καημό. Μήτε τόβαζε ο νους τους, και τόβλεπες αμέσως από το περπάτημά τους. Είταν πολύ περίεργο το περπάτημά τους· περπατούσαν πηδηχτά πηδηχτά, όμως με κάποια περηφάνεια και τη μύτη πάντα ψηλά. Θωρούσες ένα μικροπολίτη και στοχάζουσουν πως ερχότανε βασιλιάς.
Δουλειές είχαν, πολλές δουλειές οι μικροπολίτες. Σεργιάνιζαν όλη μέρα στους δρόμους, συχνοχαιρετιούνταν, έκαμναν κοπλιμέντα και τσιριμόνιες, κουβέντιαζαν ως και με τα χεράκια τους, μιλούσανε, γελούσανε, φιλοσοφούσαν αναμεταξύ τους. Έπειτα ο καθένας, σαν κάτι πιο καμαρωμένος, πήγαινε στο μικρούτσικό του το σπιτάκι κ' έγραφε μάνι μάνι ένα βιβλίο. Τι λες νάγραφε μέσα στο βιβλίο; Οι μικροπολίτες γράφανε βιβλία ο ένας για τον άλλον. Φαίνεται πως στη Μικρόπολη είχε μεγάλα κεφάλια πολλά. Άξαφνα διάβαζες πως ο τάδε μικροπολίτης είταν ο πιο περίφημος ιστορικός του κόσμου, ο τάδε πάλε πως είταν ο πιο τρομερός ποιητής που μπορεί κανένας να φανταστή. Άξαφνα διάβαζες και το εναντίο. Ο ίδιος ο μικροπολίτης έγραφε δέφτερο βιβλίο και σου ξηγούσε πως ο μεγαλήτερος ποιητής κι ο πιο περίφημος ιστορικός δεν είταν ο πρώτος που είπε, μα ένας άλλος, και παστρικούτσικα σου έλεγε και το λόγο. Κάθε τόσο σου έβγαζαν και κανένα φωστήρα στη μέση· ο τάδες έκαμνε αμίμητους στίχους· ο άλλος, άμα που φάνηκε, τάβαλε πια όλα σε τάξη, τάσιαξε όλα· αμέσως βρήκε τι γλώσσα και τι μέτρο θέλει η τραγωδία, τι μέτρο και τι γλώσσα η κωμωδία. Ο τρίτος δίδασκε με τι τρόπο πρέπει να γράφεται η ιστορία, με τι τρόπο η μυθιστορία. Ένας άλλος είταν πια αλήθεια κριτικός, μα τι κριτικός! κριτικός με τα σωστά του, κι από τα βιβλία του έφεγγε τέχνη, έφεγγε επιστήμη. Οι μικροπολίτες τραγωδία δεν είχανε, μήτε κωμωδία, μήτε ιστορία, μήτε μυθιστορία, μήτε κρίση, μήτε επιστήμη, μήτε τέχνη. Μα δεν πείραζε. Είχαν ένα σωρό κριτικούς, κωμικούς, τραγικούς και σοφούς. Μπρε παιδιά! αφού σας το λέω· Όλα βρίσκουνταν εκεί μέσα, στην αιώνια Μικρόπολη, και δεν είχες ανάγκη να γυρίσης τον κόσμο και να γυρέψης αλλού πουθενά ποιητάδες ή φιλοσόφους.
Οι μικροπολίτες παινούσαν ο ένας τον άλλονα· μη νομίζης όμως πως είταν από καλοσύνη. Το πουλάκι το γλυκό που λέγεται καλοσύνη, το πουλάκι που και το ίδιο μαγέβεται με το κελάδημά του, δεν πολυτραγουδούσε μέσα στην καρδιά τους. Το στηθουλάκι τους είτανε μικρουλό, σαν κάτι στενούτσικο το κλουβί, και δε χωρούσε μέσα ταγαθό το πουλί μας. Αγάπη στα σπλάχνα τους δεν είχαν οι μικροπολίτες· δε ζεσταίνουνταν η ψυχή τους, δεν τους έβλεπες να κλαιν ή και να δακρίζουν, όταν καμιά ιδέα μεγάλη, μ' όλη της την ομορφιά, ξεφανερώνουνταν μπροστά τους. Παινιούνταν αναμεταξύ τους, γιατί ήθελε ο καθένας κάτι να φανή· παινούσε για να τον παινέσουν. Πού καιρός για δάκρια; Πού καιρός για καλοσύνη; Ο καθένας δεν είχε άλλο στο νου του παρά το χαδεμένο του το εγώ.
Καλοσύνη δεν ήξεραν οι μικροπολίτες, κ' ίσως για τούτο δεν είταν και τα βιβλία τους καλά. Δεν ήξεραν καλοσύνη, κ' έτσι δεν μπορούσανε να διούν αν και παρέξω απ' αφτούς δεν είταν καμιά ωραιότητα στον κόσμο, δεν μπορούσανε να τη χαρούνε — δε χαίρουνταν ωραιότητα καμιά, κ' έτσι τους είταν αδύνατο και να καταλάβουν τι είναι ωραίο και τι δεν είναι — δεν το καταλάβαιναν, κ' έτσι τους είτανε δύσκολο να προκόψουν και κείνοι· δεν πρόκοφταν, κ' έτσι δε μεγάλωναν και πολύ. Ο νους κ' η καρδιά πάνε συχνά ταίρι ταίρι· έχει κι ο νους καλοσύνη δική του· δεν είναι μόνο της καρδίας η καλοσύνη. Είναι και του νου, φτάνει να μην τον κλειδώνης· φτάνει, κι ο νους σου ναγαπά
Δουλειές είχαν, πολλές δουλειές οι μικροπολίτες. Τόσο, που δεν κατώρθωναν όλα να τα κάμουν. Είταν πάντα σαν ανταρεμένοι. Έτρεχαν και φιλονικούσαν. Έφτειαναν όλο κάτι χρυσούτσικες στάτουες, με το πρόσωπο του καθενός μικρωμένο, που γυάλιζε σαν ψιλό ψιλό διαμαντάκι και που μπορούσε μόλις να το πάρη το μάτι. Αφιέρωνε μια στάτουα ο ένας ταλλουνού· ή την πετούσε πάλε ο ένας σταλλουνού το κεφάλι. Τέτοιες είταν οι δουλειές τους. Τι κρίμας που δεν έχω απάνω μου καμιάν απ' αφτές τις στάτουες τις χαριτωμένες, να σας τη δείξω, να διήτε τι μικρές, τι νόστιμες αλήθεια που είτανε.
Οι μικροπολίτες μιλούσανε μια πολύ παράξενη γλώσσα. Συνήθιζαν κάτι λέξες που τις είχαν πρώτα, οι πατέρες τους, οι γιγάντοι. Μα όταν έβγαιναν από το μικρούτσικο τους το στοματάκι φάνταζαν πολύ περίεργα. Με κανέναν τρόπο δεν ήθελαν οι μικροπολίτες να πουν τα πράματα νέττα σκέττα. Ξεσκάλιζαν και κάτι παλιούς τύπους μέσα στα βιβλία και καμάρωναν. Οι μικροπολίτισσες — αχ! τι άσκημα που το λέω! — αι μικροπολίτισσαι — όχι δα! έκαμα πάλε λάθος — αι μικροπολίτιδες λίαν εγοητεύοντο , και την ώρα που τους άκουγαν και κατόπι, που θυμούνταν τα λαμπρούτσικά τους τα λόγια — να το πούμε όπως πρέπει, λίαν εγοητεύοντο και ακούουσαι και ακηκυίαι . Οι μικροπολίτες έγραφαν και μιλούσαν όλη μέρα. Συχνά δεν καταλάβαινε ο ένας τον άλλονα. Τι τύχη, αλήθεια, που την είχαν! Κάποτες ο μικροπολίτης δεν καταλάβαινε κι ο ίδιος τι έγραφε. Δεν είναι τύχη κι αφτό;
Οι μικροπολίτες είχαν ψιλή, ψιλούτσικη φωνή. Έλεγες και τραγουδούσαν. Είταν όλοι τους τενόροι. Δεν ξέρω τι είχαν πάθει οι μικροπολίτες. Δεν άκουγες όμως για κανένα μικροπολίτη, νάκαμε ποτέ του παιδί.
Έτσι ζούσαν οι μικροπολίτες, έτσι ζούσαν και βασίλεβαν αναμεταξύ τους. Ζούσαν ήσυχα και παινεμένα και δε γήραζαν. Οι μικροπολίτες δε μοιάζανε με κανέναν άλλο λαό. Τι περίεργη ιστορία! Άμα έρχουνταν κανένας ξένος στη Μικρόπολη, όσο μπόι κι αν είχε, γίνουνταν αμέσως άφαντος ο ξένος. Οι μικροπολίτες ανέβαιναν απάνω του και τον αποσκέπαζαν τον κακορρίζικο. Ο ένας κάθουνταν απάνω σταφτί του, ο άλλος απάνω στο μύτη του, ο άλλος στο μάτι του ή στο δάχτυλο του. Κοίταζε τότες ο καθένας καλά και δεν έβλεπε παρά το δάχτυλο, το μάτι, ταφτί ή τη μύτη. Συλλογιούνταν τότες ο καθένας με το νου του· «Αφτουνού όλα του λείπουν. Έχει μόνο τη μύτη, ταφτί, το μάτι ή το δάχτυλο. Δε μας αξίζει». Ποτέ τους οι μικροπολίτες δεν είδαν αλάκαιρο τον άθρωπο. Οι μικροπολίτες οι καημένοι είχανε μικρό, μικρούτσικο μυαλό, στενό, στενούτσικο κεφαλάκι. Μα ας ταφήσουμε πια. Τι; Θα τους κατηγορήσουμε τώρα; Οι μικροπολίτες είναι δικοί μας, ας είναι και δασκάλοι. Μήπως δεν έχει κάθε έθνος τους δικούς του; Εγώ τους γνώρισα τους μικροπολίτες και τους αγαπώ. Κάμποσο διασκέδασα μαζί τους. Είχαν αλήθεια πολλή χάρη και νοστιμάδα.
Πόσο βάσταξε η Μικρόπολη, δεν το ξέρω να σας το πω. Κανείς στον κόσμο δεν είδε ποτέ τους μικροπολίτες, κ' έτσι δεν μπόρεσε να πη κανείς πόσο έζησαν τα μικρουλάκια. Διάβασα όμως στα βιβλία πως μια φορά ήρθε στον τόπο τους ένας μάγος. Είταν πολύ καλός άθρωπος και του άρεζε να σπουδάζη και να μαθαίνη. Έλεγαν πως είτανε μάγος, γιατί είχε πάντοτε στην τζέπη του ένα γυαλί, μα την αλήθεια! ένα παράξενο γυαλί, χοντρό στη μέση και στις άκρες ψιλό, ξεστρογγυλωμένο με τέχνη, λαμπερό και πολυδουλεμένο. Ο μάγος με το γυαλί του προσπαθούσε να διή τους μικροπολίτες. Έβαζε το γυαλί και δος του κοίταζε όσο μπορούσε. Αχ! τι παράδοξο πράμα που ακουλούθησε τότες! Τι πρωτάκουστο ιστορικό! Τι περίεργο γυαλί που είταν εκείνο! Όσες αχτίδες είχε ο ήλιος, όσες αχτίδες σκόρπιζε απάνω στη γις, τις έπαιρνε το γυαλί, τις περιμάζεβε μέσα του, τις συγκέντρωνε, τις έκαμνε μια φλόγα μοναδική. Οι μικροπολίτες έλιωναν έλιωναν ένας ένας· φαίνεται πως τους έκαιγε το γυαλί, και δε βαστούσε το τρυφερό τους το πετσάκι σε τέτοια φωτιά. Έτσι αφανίστηκαν όλοι κ' έμεινε η χώρα άδεια μια στιγμή. Τότες όμως από τους βράχους, από τα βουνά κι από τις πεδιάδες, από τα περιγιάλια κι από τα χωριά γύρω γύρω, προχωρούσαν άλλοι μικροί, μικρούτσικοι αθρώποι κι αφτοί, που δε φαίνουνταν πριν. Είταν προστυχοντυμένοι και ντροπαλοί. Έννοιωθαν πως είχε ήλιο στη χώρα, κ' έρχουνταν τώρα ο καθένας να χαρή τη ζωή και το φως. Οι χωρικοί, λέει, δε φοβούνται τον ήλιο κ' η ζέστη τους αρέσει. Τους κοίταζε πάλε ο μάγος με το γυαλί του. Αχ! τι περίεργο γυαλί είταν εκείνο! Αντίς να διή τα προσώπατα μόνο, έβλεπε, μέσα στο ψιλούτσικο, στο λιγνούτσικό τους το κορμί, την καρδιά και το μυαλό. Μεγάλωναν οι καρδιές λίγο λίγο με το γυαλί, μεγάλωναν και τα μυαλά. Αφού μεγάλωσαν οι νούδες, μεγάλωσαν πια τότες κ' οι αθρώποι. Να πούμε την αλήθεια, δεν έγινε το πράμα με μιας. Ίσως τους έδειχνε το γιαλί όχι όπως είταν εκείνη την ώρα, μα όπως θα γίνουνταν κατόπι. Όσο τους κοίταζε ο μάγος, τόσο έρχουνταν έρχουνταν οι χωρικοί ο ένας απάνω στον άλλονα, χαρούμενοι και τρεχάτοι, στη Μικρόπολη μέσα.
Έτσι με τον καιρό έγινε πια κ' η Μικρόπολη Μεγαλόπολη σαν τις άλλες. Έγιναν κ' οι χωρικοί μεγαλοπολίτες. Οι μεγαλοπολίτες είχαν και κείνοι κάμποση δουλειά. Πρώτη φορά θωρούσαν τον κόσμο κ' ήθελαν όλα να τα πούνε, να τα πουν όλα με μιας. Οι μεγαλοπολίτες όμως λαλούσαν τη γλώσσα που λαλούνε στους κάμπους και στα βουνά. Έτσι, λέω, να το πιάσουμε και μεις γιατί κ' η ψυχή της Ρωμιοσύνης πώς θα κάμη, πώς θα φανή, αν της σηκώσουμε τη φυσική λαλιά της; Φτάνει να μας αφήσουν ήσυχους οι δασκάλοι και να μη χαλνούν τη γλώσσα του κάμπου και του βουνού. Ψυχή και γλώσσα είναι το ίδιο.
Τι λες τώρα να σημαίνη αφτό το παραμύθι: Είναι αξιόλογο παραμύθι και μπορεί ο καθένας όπως θέλει να το πάρη· ο καθένας μπορεί να πη πως είναι ίδιος του μεγαλοπολίτης και μικροπολίτες οι άλλοι. Είναι μαργιόλικο παραμύθι κ' έχει το νόημά του κι αφτό. Η ποίηση κ' η φιλοσοφία, το δράμα και τα ρομάντσα, η φιλολογία, σαν που λέμε, είναι το γυαλί. Κι ο Μάγος πάλε ποιος να είναι; Οι μάγοι είναι πολλοί. Μάγος είναι όποιος ξέρει και βλέπει με το γυαλί. Είναι πολύ σημαντικό πρόσωπο και πιάνει και τον τόπο του. Πώς έγινε η Ελλάδα μεγάλη στα χρόνια τα παλιά; Τάχα μήπως με τι δύναμη νίκησε στους μηδικούς πολέμους; Νίκησε τάχα με τα όπλα ή με τα έργα που είχε βγάλει και που έβγαζε ο νους της; Εγώ νομίζω πως ο Λεωνίδας, όταν πάλαιβε στις Θερμοπύλες, πάλαιβε για την Ιλιάδα, πάλαιβε για να διαφεντέψη τους αρχαίους μας τους ραψωδούς· εγώ νομίζω πως οι δικοί μας, όταν πάλαιβε το Μεσολόγγι, πάλαιβαν και κείνοι για τα τραγούδια του λαού μας, που τα τραγουδούσαν τότες τα βουνά. Για να βγη ανεξάρτητο ένα έθνος, για να καταλάβη πως υπάρχει, πρέπει να το φέρη πρώτα η ποίηση που θρέφει στα σωθικά του, ύστερα το σπαθί. Ο μόνος ο νικητής είναι ο μάγος, γιατί ο μάγος, άμα φανή, βλέπει μέσα στου λαού την καρδιά. Δε βλέπει τους άλλους, τους κουρδισμένους, τους τσιτωμένους, τα ψέφτικά ταθρωπάκια. Χάνεις τον κόπο σου να γυρέβης να τα διής. Ο μάγος βλέπει το έθνος, και τότες πια και το έθνος βλέπει το ίδιο τι είναι, βλέπει τι αξίζει. Η ψυχή του μεγαλώνει και γίνεται φανερή. Τέτοια πανάγια δουλειά κάμνει η φιλολογία, η ελαφρά φιλολογία, που δεν είναι λαφριά και που δεν είναι μπόσικο παιχνιδάκι. Φτειάνει έθνος και φωτίζει από μέσα τους λαούς.
Παρίσι 1891.