WeRead Powered by ReaderPub
Ρόδα και Μήλα, Τόμος Α' cover

Ρόδα και Μήλα, Τόμος Α'

Chapter 24: OΝΕΙΡΕΒΟΥΝΤΑΙ ΤΑ ΡΟΔΑ {96}
Open in WeRead

About This Book

The volume gathers previously published essays and sketches arranged chronologically, blending personal reflection, cultural commentary, and linguistic polemic. Central threads examine the contested language question, arguing for a unified popular grammar against hybrid or inconsistently mixed forms and criticizing literary fashions that reject grammatical discipline. Alongside technical discussion of diction and form, the author juxtaposes imagination and science with garden metaphors of roses and apples and reflects on beauty, artificiality, friendship, and cultural identity. The tone mixes rhetorical argument, intimate address, and illustrative examples to defend a coherent popular language as the basis for shared expression.

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΤΡΙΚΟΥΠΗ {95}

Το μικρό το παραμυθάκι — Ο Μάγος — ταφιέρωσα τότες στον Τρικούπη, κι αφτό λέει τακόλουθο γραμματάκι μου στο Δροσίνη.

Ελπίζω καμιά μέρα να πω περισσότερα για τον Τρικούπη απ' όσα προφταίνω να πω εδώ, που δεν είναι κι ο τόπος. Όταν του αφιέρωσα το Μάγο, δεν τον είχα δει ακόμα. Τον είδα, σα γύρισα στην Αθήνα, στα 1893. Θυμούμαι μια φορά που ήρθε να μου κάνη βίζιτα στη Βιχτώρια — εκεί κατέβηκα — κι άλλη μια φορά που πήγα σπίτι του, στο γραφείο του κάτω· και τις δυο φορές καθήσαμε πολλή ώρα μαζί και μιλήσαμε κάμποσο, για πολλά πράματα, εννοείται και για τη γλώσσα. Και την πρώτη φορά και τη δέφτερη, απόρησα με την εφκολία που καταλάβαινε αμέσως ό τι του έλεγες· τάρπαζε ο νους του αμέσως, ως και κάτι γλωσσολογικά που είναι κάμποσο δυσκολούτσικα για ένανε μάλιστα που δεν καταγίνεται σ' αφτά. Τον είδα, προτού φύγω, κι άλλη μια φορά. Δε θα το ξεχάσω στη ζωή μου. Είτανε χορός στη ρούσσικη Πρεσβεία, ο βασιλιάς, η βασίλισσα, τα βασιλόπαιδα, κόσμος και κόσμος. Χορέβανε, γελούσανε, διασκεδάζανε, λαλούσανε για χίλια δυο πράματα, και φυσικά, όπως τυχαίνει στους χορούς και στους σουαρέδες, μεγάλα πράματα δε λέγανε. Να πω την αλήθεια, με πήρε βαριομάρα τρομερή, μου ήρθε μάλιστα και πλήξη. Σέρνουμουν εδώ και κει, δεν ήξερα τι να κάμω, καμιά όρεξη δεν είχα για κουβέντες· με ποιόνα και για τι αντικείμενο; Άλλο δε γύρεβα παρά να φύγω, δεν το κατόρθωσα όμως, και πήγα τουλάχιστο να τραβηχτώ σε μια κοχίτσα, να συλλογέμαι τα δικά μου. Άρχιζε τότες στην καρδιά μου να τρέμη Τόνειρο του Γιαννίρη , και στη γωνιά που κάθησα, μου φάνηκε σα να είμουνα μόνος. Άξαφνα, μέσα στην πολυκοσμία, στις φωτοχυσίες, βλέπω δυο μάτια, μεγάλα μεγάλα κι ολόμαβρα. Είχαν εκείνα τα μάτια τόσο φως που θαρρούσες κ' έφεγγαν αφτά μονάχα. Είταν ο Τρικούπης. Ο Τρικούπης, αψηλό ανάστημα δεν είχε· συνήθιζε μάλιστα κ' έσκυβε λιγάκι το λαιμό του προς το στήθος. Στέκουντα λοιπόν ακκουμπισμένος στον τοίχο, με τις πλάτες κατεβασμένες, κ' έτσι, μέσα στο πλήθος, δεν έβλεπες παρά το κεφάλι και τα μάτια. Όμορφος βέβαια δεν είτανε· μα τέτοια μάτια, και τα αμορφότερα παλληκάρια δεν τάχουνε. Τι δεν έλεγαν τα μάτια εκείνα; Γεμάτα γεμάτα λογισμούς, γεμάτα όνειρα, γεμάτα θέληση και λύπη συνάμα· σου έδειχναν τα μάτια του εκείνα τι ποθούσε να κάμη μια μέρα την Ελλάδα, σα να τόννοιωθε πως δε θα μπορούσε.

Ανατρίχιασα. Δεν του μίλησα εκείνη τη βραδειά. Τα μάτια του όμως πολλές φορές τα θυμήθηκα. Δεν ξέρω αν ο Τρικούπης έκλαιγε· είταν άντρας. Μα βέβαια πως τα μάτια του τα ωραία και τα συλλογισμένα, θα τα θόλωσε λύπη ακόμα πιο πικρή παρά τη βραδειά που τον είδα, την ώρα τη θλιβερή, που από την Ελλάδα μακριά μακριά, έμεινε ολομόναχος, παραιτημένος, καταφρονεμένος, την ώρα που κατάλαβε τον τόπο τον αχάριστο και που για πάντα σβήσανε τα μάτια του τα μεγάλα.

Θαρρώ πως κάποιο χρέος να τα θυμάται έχει σήμερις κ' η Ελλάδα.

1 του Σταβρού, 1901.

Φίλτατε Δροσίνη,

Θυμάσαι τους μικροπολίτες; Δεν ξέρεις τι μπελά που μου δίνουν! Οι φίλοι μου γυρέβουνε να τους πω τι νόημα έχει το παραμύθι· τους αποκρίνουμαι πως προσπάθησα να τους το ξηγήσω όσο μπόρεσα πιο παστρικά στο τέλος του παραμυθιού. Όχι! λένε, δεν τους φτάνει. Ο καθένας το παίρνει διαφορετικά. Και τι θα πη τούτο; και τι θα πη εκείνο; Και γιατί και πώς καταστράφηκαν οι μικροπολίτες; Και να μην είταν από τις πολλές φωνές; Και γιατί και πώς κάθουνται στη μύτη του ξένου και δε βλέπουν παρά τη μύτη; Και τι σημαίνει το κάτω κάτω; Να σου πω την αλήθεια, ζαλίστηκα και μ' έπιασε φόβος, μπας και δε βγαίνει αμέσως το νόημα; Άρχισα πια κι ο ίδιος να το μελετώ. Λίγο λίγο κατάλαβα· κατάλαβα πως το παραμυθάκι δεν έχει μόνο φιλολογική σημασία· μπορεί νάχη και πολιτική. Για τούτο σήμερα και γω αποφάσισα να ταφιερώσω ενός Μεγαλοπολίτη — του Τρικούπη.

Ο φίλος σου ΨΥΧΑΡΗΣ

OΝΕΙΡΕΒΟΥΝΤΑΙ ΤΑ ΡΟΔΑ {96}

Είναι απλό γράμμα. Δεν το βάζω με τα ιδιαίτερα γράμματα, παρακάτω, γιατί μπορεί νάχη και κάποια φιλολογική σημασία. Τουλάχιστο, έτσι έλεγε τότες ο Γαβριηλίδης που το δημοσίεψε· είπε μάλιστα, και πολύ κολακέφτηκα, πως αξίζει να το μελετήσουνε και να το προσέξουνε.

Ο φίλος μου ο Στέφανος Στεφάνου μου είχε στείλει κάτι ποιήματά του τυπωμένα στην Ακρόπολη . Μου άρεσαν και του έγραψα τα λίγα λόγια.

Αξιότιμε κύριε Στεφάνου,

Πολύ ωραίος είναι της συλλογής σας ο τίτλος! Ονειρεύουνται τα ρόδα · Les roses sont en train de rêver, γιατί έτσι μου φαίνεται πως πρέπει να μεταφραστή. Τον είπα σε μερικούς φίλους μου, απ' αφτούς τους συβολιστάδες{97} που αγαπάτε, και τους άρεσε πάρα πολύ. Είναι ωραίος, γιατί πρώτη φορά, αν έχω καλό μνημονικό, βάλατε ρήμα αντίς όνομα, κ' έτσι με τον ενεστώτα μοιάζει σα να μην έχη τόνειρο τελειωμό, και τέτοια βέβαια είταν η ιδέα σας. Πολύ σωστή. Πολύ σωστά κι όσα μου γράφετε για λέξες μεσαιωνικές ή μάλιστα και παλιότερες. Να σας πω την αλήθεια, είναι καιρός τώρα που προσμένω να μας βγη κανένας ποιητής, που να μελετήση κατάκαρδα τα μεσαιωνικά μας αφτά ποιήματα· νομίζω μάλιστα πως μπορούμε, και κάποτες έχουμε χρέος, όταν το φέρη η σειρά του λόγου, να παίρνουμε καμιά λέξη αρχαία, εννοώ της κλασσικής εποχής, να την κεντήσουμε πουθενά με τις άλλες, φτάνει να είναι κι ο τύπος της δημοτικός σαν τους άλλους. Μα δε σώνει ακόμη κι αφτό και μια συνηθισμένη, κοινή, δημοτική λέξη, μπορεί άξαφνα, εκεί που πρέπει, να δείξη πως έχει μέσα της, ακόμη και τώρα, την πρώτη ψυχή της, το πρώτο της νόημα.

Ξέρετε πως ο Racine κι ο Corneille και πολλοί άλλοι της ίδιας εποχής λένε charme ή charmante, για να πουν εκείνο που σημαίνει και το λατινικό carmen=τραγούδι μάγου ή μάγισσας που ξελλογιάζει (θελκτήριος επωδή) . Κ' έτσι βγαίνει σωστά το νόημα του στίχου της Φαίδρας

Quel charme l'attirait sur ces bords redoutables·

Σήμερα όμως κι ακόμη σε κείνα τα χρόνια, δεν έχει και δεν είχε η λέξη charmer την ίδια δύναμη. Νομίζω το λοιπόν πως μόλον τούτο μπορούμε να της δώσουμε μια τέτοια σημασία ακόμη και τώρα, αν το φέρουμε με τρόπο, π. χ. αν παρατηρήσουμε πρώτα πως υπάρχει κάποια διαφορά μεταξύ του charmer και ravir. Αφτό το ravir είναι όλους διόλου αντίθετο, και σημαίνει ένα πράμα που έρχεται και σε συνεπαίρνει, ενώ το charmer κάθεται και σε τραβά.

Δεν πειράζει και δεν έχει να πη, που λίγοι σε καταλαβαίνουν και ξέρουνε να νοιώσουν τέτοια ψιλοψιλούτσικα πράματα, σαν τα προσέχεις και τα βάζεις στα βιβλία σου. Η γλώσσα που γράφει κανείς πρέπει να είναι σαν το νερό της λίμνης, που όλος ο κόσμος αμέσως μπορεί να δη τον ουρανό που την έχει καθρέφτη, μα που λίγοι, πολλοί λίγοι γνωρίζουν και ξεδιαλίσανε με τι στοιχεία, με τι κύματα, κι από πού παρμένα, είναι καμωμένο το ήσυχο εκείνο της λίμνης το νερό. Έτσι και μεις, πρέπει στη στιγμή να βλέπη ο καθένας τι θέλουμε να πούμε, να μας έχη καθρέφτη του ο καθένας, ακόμη και σα δεν είναι άξιος ο καθένας να καταλάβη, να ξεσκαλίση τι κρύφτουμε μέσα μας και μεις.

Κάθε αναγνώστης δε θα παρατηρήση με τι σκοπό βάλαμε σ' ένα μέρος charmer και στάλλο ravir. Εμείς όμως το βάζουμε, και το ύφος μας τότες έχει μια κάποια μυστικιά δύναμη που τη νοιώθει και κείνος που δεν μπορεί να την αναλύση. Με τον ίδιο τρόπο μου φαίνεται πως και ρωμαίικα έχουμε το δικαίωμα να ετυμολογούμε γράφοντας, κι όπως το charme σημαίνει carmen εδώ και κει, εδώ και κει πάλε και μεις να λέμε κάτι λέξες πολύ κοινές, μα που σήμερις άλλαξε πια το νόημά τους, να τις λέμε όμως άξαφνα με το νόημα που είχαν πρώτα, λ χ. τη λέξη νόστιμος και μερικές άλλες.

Τέτοια αρχή παραδέχουνται πολλοί από τους συβολιστάδες.

Ένας μάλιστα μεταχερίζεται πάντα το συνηθισμένο το λεχτικό και δεν ξετρυπώνει αρχαϊκά. Ως εδώ πάει καλά. Ο λόγος είναι τώρα να δούμε αν μπορούμε, σαν που το λέτε, να κάμουμε και κάτι παραπάνω. Όταν κανείς γράφει γαλλικά, είναι έφκολο να δανείζεται λατινικά. Αντίς tremblant, λέει, σα θέλει, trémulant, αντίς d'ivoire, λέει éburnéen, κ' έγινε η δουλειά.

Βλέπετε όμως πως είναι πάντα γαλλικά. Θέλω να πω, μ' άλλα λόγια, πως δεν αλλάζει η γραμματική, δε χαλνά το σημερνό γλωσσικό σύστημα.

Με τα ελληνικά όμως έχουμε άλλους μπελάδες. Να πάρουμε μιαν αρχαία λέξη όπου κι όπως τύχη, κάποτε θα τύχη ναναγκαστούμε να πάρουμε μαζί της και την αρχαία γραμματική, γιατί δε γίνεται και πάντα ναλλάξουμε πολύ πολύ τον τύπο. Αδύνατο, λ χ., να πούμε κοπεύς και να το κάνουμε κοπιάς · σα να μην πολυταιριάζη. Κοπέας ίσως.

Τέτοια είναι η δυσκολία κ' έτσι ό τι γίνεται σε μια γλώσσα, δε γίνεται σε μιαν άλλη. Ό τι γίνεται σ' έναν τόπο, δε γίνεται πάλε σε κάθε τόπο.

Να συλλογιστήτε πως οι συβολιστάδες ή συμπολιστάδες φαίνουνται σήμερα μόνο στη Γαλλία, ύστερις από τόσους αιώνες, που κάθε χρόνο, κάθε ώρα, μπορεί να πη κανείς, η γαλλική φιλολογία βγάζει μυριάδες καρπούς, ύστερις, πολύ πιο ύστερις από την κλασσική της εποχή.

Μου φαίνεται πολύ πιο σωστό, πολύ πιο αναγκαίο, πρώτα να ταχτοποιηθούνε τα πράματα για τη γλώσσα. Κατόπι βλέπουμε.

Εγώ νομίζω πως βρίσκεται η γλώσσα μας η φιλολογική στην εποχή που βρίσκουνταν η γλώσσα του Rabelais και του Ronsard, μόνο με τη διαφορά που δεν έχουμε μήτε Ronsard μήτε Rabelais.

Κατάλαβα όμως πως του Ronsard τη δόξα κυνηγάτε. Και του Ronsard τη δόξα πρέπει να κυνηγήσετε. Αφτός είναι πολύ σωστός σκοπός.

Ίσως απορήσετε, και δεν τολμώ να το πω δυνατά, να μη μ' ακούσουν, αλήθεια όμως, ποίηση δεν έχουμε ακόμη, δηλαδή έχουμε ποιητάδες, έχουμε και ποίηση, μα η ποίηση πολλή τέχνη ακόμη δεν έχει. Οι πιο ωραίοι μας στίχοι είναι οι δημοτικοί με τις αιώνιες δεκαπέντε συλλαβές τους ο καθένας. Τέχνη στιχουργική δεν υπάρχει ως τώρα, τέχνη σπουδαία που άξυστη συλλαβή δε θαφήση, και που θα δώση κάποια σημασία ως και σ' ένα φωνήεντο. Είναι χρόνια που το είπα ενός νέου ποιητή και νόμιζα τότες πως κάτι θα κατάφερνε κι αφτός. Η ιδέα μου είναι πως μπορεί ο στίχος ο δεκαπεντοσύλλαβας να μείνη, μα λιγάκι να κοπή, όπως έκαμαν κ' οι φίλοι του V. Hugo κι ο Hugo ο ίδιος με τον παλιό μονότονο και μονόχορδο στίχο του Boileau. Έπειτα μπορεί κανείς να κάμη χίλια καινούρια πράματα, να κονταίνη, να βραδύνη, να ταχύνη, άξαφνα και να σπάση το μέτρο. Έχετε μερικά τέτοια που μου φαίνουνται πολύ πιτυχημένα.

Αν μπορείτε να το κάμετε έργο ζωής, έργο σπουδής, αν έχετε τη θέληση, θα το καταφέρετε, γιατί απ' όπου κι αν πιάση κανείς τη δουλειά, φτάνει να την πιάση σοβαρά και ξανανιώνει ότι κι αν πιάση. Μου φάνηκε πως τέτοια ιδέα έχετε, και για τούτο μου άρεσαν οι στίχοι σας και για τούτο σας φωνάζω· Ομπρός! Τους διάβασα τρεις φορές, μα πρέπει να σας πω πως το νόημα παστρικά ακόμη δε βγήκε. Αφτό καλό πράμα δεν είναι, και δω χρειάζεται προσοχή. Και τα δύσκολα κανείς έφκολα πρέπει να τα λέη, και τα σκοτεινά καθαρά.

Προσοχή, παρακαλώ, και στη γλώσσα. Τώρα ελπίζω κι άλλα καινούρια να δούμε.

Ο πρόθυμός σας ΨΥΧΑΡΗΣ

Παρίσι, Δεκέβρη, 29, 1892.

ΕΠΙΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΤΑΦΟΥ {98}

«Πες με ποιος ο γονιός σου, λέγε τόνομά σου και τον άντρα σου, να μάθω τα χρόνια σου, γυναίκα, κι από ποια πόλη είσαι.- β. Ο Νίκαντρος είναι πατέρας μου, πατρίδα μου η Πάρο, όνομα είχα Σωκρατέα· πεθαμμένη, μ' έβαλε ο Παρμενίωνας ο σύζυγός μου στον τάφο· μου έκαμε και τούτη τη χάρη, ένα μνήμα της τιμημένης μου ζωής και για τους κατόπι αθρώπους. Και μένα, χωρίς να προσέξη το νεαρό μου βρέφος, η πικρή Εριννύα της αιμορραγίας χάλασε το γλυκό μου το βίο. Κ' έτσι μ' όλους μου τους πόνους δεν έβγαλα το μωρό μου στο φως, μα κάτω στην κοιλιά μου είναι κρυμμένο με τους πεθαμμένους. Μέσα από την τρίτη δεκάδα της ελικιάς μου, κόντεψα να προφτάξω έξη χρόνια ακόμη· κι άφησα στον άντρα μου παιδιά αρσενική γενιά. Δυο άφησα στον πατέρα μου και στον ποθητό μου τον άντρα. Εγώ όμως με το τρίτο μου παιδί κέρδισα αφτόνα τον τόπο. γ. Εσύ τώρα, θεά που σ' όλους βασιλέβεις, πολυώνυμη Κόρη, πάρ' την απ' το χέρι, πήγαινέ τηνε στων εβλαβών τον κάμπο. Στους διαβάτες ας δώση Θεός καμιά χαρά, αφού πουν ένα χαίρε στη Σωκρατέα κάτω στη γις {99}.

ΔΕ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝΕ ΚΑΙ ΤΡΩΓΟΥΝΤΑΙ {100}

Είταν αφτά στον καιρό που το Άστυ έβγαζε τις περίφημες τις ιντερβιούδες του {101}. Έτρεχε ο ρεπορτιέρης από το ένα σπίτι στάλλο, άρπαζε ό τι του λέγανε και πολύ πιο συχνά ό τι δεν του λέγανε, κ' έτσι γιόμιζε κόλλες και κόλλες χαρτί. Ρωτούσε δηλαδή τον καθένανε τι φρονούσε για τον τάδε πεζογράφο ή ποιητή — και σου έβγαζε πια το άχτι του ο καθένας, που είτανε χαρά Θεού. Σ' ένα μου άρθρο στο Παρίσι {102} — L'interview athénienne — έβαλα κάμποσα που γράφανε ή για τους συναδέρφους ή για μένα — για μένα, πρέπει να πω, τα περισσότερα και τα πιο κωμικά. Δεν απόρησα διόλου. Είναι πάντα πολύ νόστιμο να βλέπη κανείς τι καταντάει μια μόδα εβρωπαϊκή σε μια κοινωνία που δεν έχει… τα χρόνια της Εβρώπης. Άκουσαν πως κάνουνε οι φημερίδες ιντερβιούδες στην Εβρώπη· βγήκε να κάμη κι ο Μποέμ. Και γιατί να μην κάμη, αφού είχε κιόλας όνομα φράγκικο, Μποέμ; Πώς να μη φανή λοιπόν τέλειος παρισιάνος και στις ρεπορταρίες του;

Αλλού, στο Παρίσι, όπως και σ' άλλες πρωτέβουσες, αναμεταξύ τους οι συνάδερφοι βέβαια που τρώγουνται· γίνεται όμως το πράμα πάντα με τρόπο· μόλις θα δείξουνε τα δόντια. Εδώ είτανε σα να πήγαινες να ρωτήξης τη γάτα τι φρονεί για το ποντίκι. Θανοίξη αμέσως το στόμα, να το χάψη. Μπορεί πάλε νάχη το γούστο του κι αφτό· την ειλικρίνεια.

Ο Μποέμ και μένα με ρώτηξε τι φρονούσα κτλ. Ιδέα δεν είχα να δώσω απάντηση. Έπειτα βρέθηκε αφορμή — και προσπάθησα να δείξω πως οι γάτες στο Παρίσι βάζουνε τουλάχιστο γυαλιά και διαβάζουνε.

2 του Σταβρού, 1901.

Απάντηση στον Μπoέμ.

Αξιότιμε κύριε,

Σήμερα το πρωί έλαβα το γράμμα σας· σήμερα το πρωί ήθελα να σας στείλω ένα γράμμα μου και γω. Είταν έτοιμο και μου φάνηκε πως τέτοιο μου ζητήξατε. Το βάζω μέσα στον ίδιο πλίκο.

Σας παρακαλώ να μου στείλετε όσους αριθμούς βγάλατε ως τώρα με ιντερβιού. Ο πρώτος έλεγε μερικά άτοπα για μένα, κι ο δέφτερος ακόμη. Θα μου άρεζε να διώ τι λεν κ' οι άλλοι.

Διόρθωση δε γυρέβω· σας παρακαλώ όμως πολύ να κάμετε προσοχή να μην έχη λάθη τυπογραφικά. Τα καλλιγράφησα όσο μπόρεσα.

Ο πρόθυμός σας.

Απάντηση στο Άστυ {103}.

Αξιότιμε κύριε Άννινε,

Έτυχε σήμερα το πρωί να πάω στου ξαδέρφου μου του Βικέλα. Ο Βικέλας έλειπε. Είταν όμως σπίτι του ένας νέος, ξάδερφός μου φαίνεται κι αφτός, ανίψι του Βικέλα. Κάθησα μια στιγμή να πούμε τίποτις. Άξαφνα, εκεί που μου μιλούσε το παιδί για τα μαθήματά του, βλέπω, στο τραπέζι του Βικέλα απάνω, το Άστυ, και στην πρώτη σελίδα τόνομά μου. «Τα διπλώματα του κ. Παλαμά και το «εφτός» του κ. Ψυχάρη.» Και παρακάτω διαβάζω· «Βγαίνει ο Ψυχάρης, γράφει εφτός , και ζητεί να το επιβάλη εις την γλώσσαν. Αλλά προς Θεού! ο λαός ο δυστυχής λέγει και προφέρει πάντοτε αυτός ». Τα λόγια που αντιγράφω είναι του κ. Παράσχου, και τα σημειώνει ο συντάχτης σας, ο Μποέμ .

Δεν ξέρετε πόσο χάρηκα όταν είδα αφτά τα λόγια!

Εμείς οι γλωσσολόγοι — μα γιατί μόνο τάχατις οι γλωσσολόγοι; — όλοι μας εμείς που μάθαμε να σπουδάζουμε καμιά επιστήμη, όποια κι αν είναι, ας πούμε και ψυχολογία, κάπου κάπου τέτοια χαρά μας περεχύνει. Είδος χαρά ξεχωριστή και που δε μοιάζει με καμιάν άλλη. Είμαστε και μεις λιγάκι σαν τους αστρονόμους. Ο αστρονόμος παρατηρεί τον ουρανό, αραδιάζει τους αριθμούς του, και σου λέει — «Την τάδε μέρα, τάδε ώρα, σε τόσα χρόνια, θανακαλύψης ένα φως εκεί που δε φαίνεται τώρα, γιατί τότες ένα άστρο θα φέξη, ένας κομήτης θα διαβή εκειπέρα, στα σκοτεινά.» Έρχεται η ώρα, και λάμπει το φως, τάστρο φέγγει και διαβαίνει ο κομήτης.

Φαντάσου όμως ο αστρονόμος να πη άξαφνα· «Άβριο θα πέση μια πέτρα από τον ουρανό ίσια ίσια στο τάδε και τάδε μέρος». Πάει ο αστρονόμος να διή, πέφτει η πέτρα και του σπάνει ένα κόκκαλο. Ο αστρονόμος τι θα κάμη; Θα χαρή.

Έτσι τόπαθα και γω σήμερις, αν και δε μου έσπασε η πέτρα κανένα κόκκαλο. Δεν κάθουμαι στην Αθήνα, μα τους Αθηναίους τους συλλογιούμαι πάντα. Όταν έβγαλα το Ταξίδι μου και γράφηκαν τόσα άρθρα, παρατήρησα κάτι πράματα και γω σαν τον αστρονόμο, που από μακριά κοιτάζει τον ουρανό, και προσπαθεί να καταλάβη τι τρέχει εκεί απάνω, γιατί του έρχουνται πρώτα πρώτα σα λιγάκι παράξενα μερικά που βλέπει, και για να τα ξηγήση, θέλει να βρη τον κρυμμένο λόγο, να μάθη αν υπάρχει κανένας νόμος άγνωστος ακόμη, που να του δείξη στο τέλος πώς και με τι τρόπο, η επιστήμη του θα ταιριάξη το ένα με τάλλο ένα σωρό αλλόκοτα φαινόμενα, που μοιάζουν όλους διόλου αντίθετα και χωρίς αιτία καμιά. Κάποτες φοβάται μήπως τάχασε κι ο ουρανός.

Έτσι φοβήθηκα και γω μήπως τάχασε η Αθήνα. Παρατηρούσα κάτι περιστατικά που δεν τα χωρούσε ο νους μου. Πότε, να τους άκουγες, έλεγα τάδε πράμα, πότε πάλε το εναντίο. Ο ένας έγραφε ένα, ο άλλος άλλο, κι όλοι ανάποδα. Πώς να τα ταιριάξω; Άξαφνα φως μου κατέβηκε. Εκεί που συλλογιούμουνα και γύρεβα, τόννοιωσα πια και φώναξα αμέσως· — «Δεν το διάβασαν το βιβλίο μου!»

Δεν το διάβασαν και μιλούν. Κ' έτσι για όλα. Μιλούν και δε διαβάζουνε. Να διαβάζανε και να μιλούσαν κατόπι, δε θα κατάστρωνναν κάθε μέρα τόσες τρέλλες. Δε λέω πως δεν καταλαβαίνουνε — αφτό πια εννοείται, γιατί ποιος μπορεί να καταλάβη και να κυλιέται ακόμη στης καθαρέβουσας τις λάσπες; — λέω πως μήτε διάβασαν. Και για τι ζήτημα θαρρείτε πως είναι ο λόγος; Για το πιο σοβαρό και το πιο μεγάλο, για ένα εθνικό ζήτημα, το γλωσσικό! Δε διαβάζουν τίποτις, δεν ξέρουν τίποτις, τίποτις δε σπουδάζουν, τίποτις δεν ξετάζουν — και μιλούν. Ανοησίες βουνά το ένα απάνω στάλλο σου ανεβάζουν, ώςπου και της Ασίας τα βουνά κουκκί να γίνουν μπροστά σε τέτοιο βουνό, ώςπου από κάτω από το βουνό τους και τη γλώσσα τους να θάψουν και την πατρίδα την ίδια.»

Δε διαβάζουν! Αφτά στοχάζουμουν, αφτά έλεγα, και μου φαίνουνταν πως έτσι καταλάβαινα περίφημα τόσα και τόσα, που χωρίς τέτοια εξήγηση, αδύνατο να τα καταλάβη κανείς. Δε διαβάζουνε! Δεν είχα όμως την απόδειξη. Φανταστήτε τώρα πόσο χάρηκα όταν είδα τα λόγια του κ. Παράσχου· «Βγαίνει ο Ψυχάρης, γράφει εφτός » κτλ. Έβλεπα πως είχα δίκιο!

Το ε διόλου δεν το καταφρονώ· πολλοί το συνηθίζουν κ' έχει το λόγο του. Μα στη ζωή μου δεν έγραψα εφτός · πάντα αφτός το γράφω! Ωςτόσο τι ακούω; Πως βγαίνω και γράφω εφτός . Το λοιπόν τι θα πη αφτό; θα πη πως δε διαβάζουνε και μιλούνε.

Και τώρα δε μου λέτε με τι σκοπό σηκώθηκε άξαφνα ο Ψυχάρης στο ποδάρι; Δε μου λέτε τάχα τι νόημα έχει που κοπιάζει μέρα νύχτα; Πώς θα την κρίνουμε τη δουλειά που κάνει; Για ποιο λόγο είπε ο Ψυχάρης πως γλώσσα και πατρίδα είναι το ίδιο, πως μόνο από την εθνική γλώσσα θα βγη εθνική φιλολογία, πως βάρβαρη δεν είναι η γλώσσα, πως αφτή ξέρει και πως αφτή θα μείνη; Γιατί σπούδαζε χρόνια και χρόνια ο Ψυχάρης; Να σας το πω το γιατί· για να γράψη εφτός και «να το επιβάλη εις την γλώσσαν. Αλλά προς Θεού! ο λαός» κτλ.

Τώρα μου φαίνεται πως χωρίς άλλο πρέπει ο κ. Παράσχος να μου δείξη πού και σε ποιο μέρος, σε ποιο μου βιβλίο, έγραψα εφτός αντίς αφτός .

Αν ο κ. Παράσχος δεν μπορεί να μου δείξη το μέρος, τότες — τι άλλο να πω; — τότες φοβούμαι μήπως ο κ. Παράσχος ντροπιαστή λιγάκι.

Κατηγορώ τον κ. Παράσχο που δε διαβάζει. Μα να πούμε την αλήθεια, ο ίδιος πολύ δε διαβάζω. Προσπαθώ όσο μπορώ να πλουτίσω το νου μου· δεν το κατορθώνω πάντα όπως θα μου άρεζε και μένα. Τα βιβλία πολλά, και πού ένας άθρωπος να προφτάξη; Άμα μου στείλη κανείς τίποτις, το νομίζω χρέος μου να το διαβάσω και να του πω τη γνώμη μου. Συχνά τυχαίνει ναργήσω ναποκριθώ και δεν πρέπει να θυμώνουν. Έπειτα, είναι κι άλλος μπελάς. Δύσκολο κανείς σ' ένα γράμμα μέσα να τα βάλη όλα, όπως τα νοιώθει. Την αλήθεια τη λέω πάντα στα γράμματά μου, μα — είναι κ' ένα μα — αναγκαίο κάποτες είναι να καταλάβη κανείς και με τι τρόπο την είπα.

Και για να καταφέρη κανείς να γράψη εκείνο που θέλει να γράψη κι όχι άλλο, να πη την αλήθεια χωρίς να βρίση έναν άθρωπο που σου χαρίζει το βιβλίο του, μα και να του δώση να καταλάβη πως το βιβλίο δεν αξίζει και πολύ, είναι κάμποση δουλειά και κόπος. Κι αφτό θέλει καιρό. Στο Παρίσι έχουμε να κάμουμε μάλιστα με το παραπάνω. Για τούτο και γω δεν το κατορθώνω να καταπίνω βιβλιοθήκες. Να μη νομίζη λοιπόν ο κόσμος πως φυλάω μέσα στο νου μου όσα γράφουνται στην Αθήνα. Βέβαια όχι, και το λυπούμαι, μα δεν μπορώ να ταλλάξω.

Θα μου άρεζε να τα διάβαζα όλα. Δε θα πη όμως αφτό πως πρέπει κανείς όλους να τους χωνέβη και να του αρέσουν όλα. Φτάνει ζούλια να μην είναι στη μέση. Ο νους μπορεί να μισήση όσο θέλει. Να μισήση όμως το νου κι όχι το πρόσωπο. Δυναμώνει ο νους με τέτοιο μίσος, και καλήτερα βλέπει τι σκοπό κυνηγά ο ίδιος, άμα πρώτα καταλάβη ποια είναι η ιδέα του αλλουνού, και διή πως αφτή η ιδέα δεν μπορεί να ταιριάξη με τη δική του. Ο ένας άξαφνα κάθεται τη νύχτα και δουλέβει, με τη λάμπα αναμμένη· ο άλλος πάλε σηκώνεται με τα χαράματα και τραγουδάει όλη μέρα· δεν είναι δυνατό οι δυο αφτοί να ζήσουνε στην ίδια κάμαρα.

Όταν κανένας δε μου φαίνεται νάχη σωρό σωρό ιδέες ή τουλάχιστο τέτοιες ιδέες που ναξίζη να ξετάσης τι είπε και τι δεν είπε, αποφέβγω και γω τα βιβλία του. Τότες μήτε για τα βιβλία του μιλώ στη ζωή μου, μήτε για τις ιδέες του. Έτσι τόπαθα με τον κ. Παράσχο. Άμα όμως βρεθή αφορμή, και να μην είδα τι έγραψε, θα γυρέψω να μάθω ποιος είναι ο τάδε και τι λέει.

Έτσι ακολούθησε και σήμερα το πρωί στου Βικέλα. Ρώτηξα του νέου μου του ξαδέρφου να μου πη, ο κ. Παράσχος ποιος είναι και τι κάμνει.

Είναι νόστιμο το ξαδερφάκι μου πολύ.

— Μα, να σας πω, μου λέει, δεν τον πολυδιάβασα (τα ίδια βλέπω κιαφτός!). Μα φαίνεται πως έχει μέσα του κάτι.

— Γιατί δεν το βαστά εκεί που τόχει; του κάμνω και γω.

Χαμογέλασε το παιδί και μου έδειξε πάλε το Άστυ.

— Τρώγουνται, λέει.

Είναι νόστιμο το ξαδερφάκι μου πολύ. Μετρημένα τα λόγια του, μα σωστούτσικα.

Ναι! τρώγουνται πάρα πολύ.

Έτσι μοιάζει πως είναι, και δε γιατρέφτηκε ακόμη το κακό. Ο Ρωμιός φοβάται τον έπαινο — για τους άλλους εννοείται — μην ο ίδιος φανή μικρός — Δεν είναι όμορφο πράμα. Ας δροσίση λιγάκι κ' η καλοσύνη την καρδιά μας. Πρέπει να χαίρεται κανείς, άμα βρίσκει πως έχουν προτερήματα κ' οι άλλοι, που μπορεί να μας λείπουν εμάς. Βλέπω πως κι ο κ. Παράσχος όλο τα παλιά χρόνια δοξάζει.

Βέβαια! Και τα παλιά χρόνια για πέταμα δεν είναι. Είχαν και τα παλιά χρόνια μερικούς που κάτι άξιζαν και κείνοι. Είναι ο Σολωμός — Θεός! — είναι ο Βηλαράς — αχ! ο Βηλαράς! σήμερα να ζούσε! — είναι ο Βαλαωρίτης — τι δράμα μοναδικό, τι αριστούργημα η Κερά Φροσύνη του εκείνη! Σωστά αφτά. Να πω την αλήθεια, όλους τους άλλους στον Άδη μέσα τους αφίνω· το έθνος θα γλυτώση, την ώρα που θα τους ξεχάση, και πρώτα απ’ όλους τον Κοραή. Κάτι όμως είναι να φάνηκε ένας Σολωμός, ένας Βηλαράς, ένας Βαλαωρίτης. Μα κ' οι σημερνοί μας πάλε για πέταμα όλοι δεν είναι. Έπειτα, τι να σας πω; Πάντα κανείς τα παλιά χρόνια να δοξάζη, μου έρχεται σαν κάπως παλιωμένο και τούτο. Το συνηθίζουνε πάρα πολλοί και κατάντησε πρόστυχο. Laudator temporis acti. Αν άξαφνα ο κ. Παράσχος έβγαινε να μας πη — λέω ο κ. Παράσχος ή κανένας άλλος, γιατί για τον κ. Παράσχο τι με μέλει; πόλεμο μαζί του δεν έχω — αν έβγαινε να μας πη·

— «Στα χρόνια τα παλιά, ζούσανε πολλοί που σήμερα τους ξεχνάτε. Το Σολωμό σα να μην τον ξέρετε πια. Έχετε άδικο. Είταν ίσως ο μόνος μας ποιητής, αφού πρώτος αφτός φάνηκε ύστερις από τα χρόνια της σκλαβιάς, ύστερις απ' όλονα το μεσαιώνα. Ο Βηλαράς έννοιωθε τι θα πη επιστήμη, έννοιωθε και ποίηση. Μπορεί να μην είναι οι μύθοι του αριστουργήματα μπορεί να μην κατώρθωσε να κάμη όσα ήθελε κι όπως τα ήθελε· μα πιο μεγάλη, πιο αψηλή ιδέα δε γίνεται από την ιδέα που είχε ο Βηλαράς για την ελληνική φιλολογία, από το σκοπό που κυνηγούσε. Ο Βαλαωρίτης είναι μάγος, και της καρδιάς τα μυστήρια και της γλώσσας έμαθε να τα ξεδιαλίζη. Κανένας ίσως στην τέχνη και στη γλώσσα δεν τον ξεπερνά. Σέβουνταν το λαό και τούτο φτάνει. Διαβάστε το Σολωμό, το Βηλαρά και το Βαλαωρίτη, όπως κι ο γέρος εγώ που σας τα λέω αφτά, σας διαβάζω και βλέπω πόσο προκόψατε από τα χρόνια τα δικά μας.» !!

Αν κανένας γέρος μας μιλούσε με τέτοιο τρόπο, θα είταν πολύ πιο νόστιμο από το αιώνιο το κατηγορητό.

Τι τάχατις; Δεν έχουμε και μεις τους δικούς μας; Στην Εβρώπη, και μάλιστα, στο Παρίσι — αλήθεια όμως! πού να συγκριθή το Παρίσι με την Αθήνα; — τόσο κακά δεν κρίνουν όσοι ξέρουν. Η τωρινή μας φιλολογία δεν τους φαίνεται για ρίξιμο. Λεν πως είναι σα λουλούδι που έχει δικιά του φρέσκα μυρουδιά και που τέτοιο δε φυτρώνει στου Παρισιού τους δρόμους. Έχει τη χάρη του, έχει την ομορφιά του. Όλους τώρα να τους αραδιάσω; Ας πάρουμε μόνο μερικούς από κείνους που βλέπω στο Άστυ τόνομά τους. Πολλοί πολλοί δεν είναι, το ξέρω· μα θα πληθαίνουν. Αφίνω πια όσους τώρα γράφουν ή γράψανε στίχους στα τελεφταία τα χρόνια. Οι πεζογράφοι μας τάχατις δεν έχουν αξία καμιά; Του Δροσίνη τα παραμυθάκια δεν είναι σαν την αβγή δροσάτα; Την Αμαρυλλίδα τι την κάμνουμε; Αφτός ο Δροσίνης ένα λάττωμα, ένα κακό έχει. Τίποτις πια δε γράφει, προτιμά να γράφουν οι άλλοι κι ο ίδιος να σκοτώνεται να τα δημοσιέβη. Μα ένα του στίχο να διής, αμέσως φαίνεται τα παλληκάρι. Δεν του φτάνει που έχει μέσα του ποίηση· θέλει και την τέχνη. Διάβασα κάτι μικρά του ποιήματα στην Εστία, είναι τώρα κανένας μήνας. Να το νύχι, να και το λιοντάρι. Ο Δροσίνης ένα ρομάντσο να μας κατάφερνε, δε γίνεται, θα είτανε ρομάντσο από μάστορη καμωμένο.

Μήπως ο Καρκαβίτσας δεν έγραψε και κείνος μερικά, που τόντις απορεί κανείς πώς μπόρεσε και φάνηκε τέτοιος ψυχολόγος, να μας δείξη την ψυχή του λαού και να μας τη δείξη τόσο απλά και με τόσο βάθος; Δεν πιστέβω μήτε στην Αθήνα μήτε αλλού, να το κατορθώση όποιος τύχη να μας γράψη ένα παραμύθι σαν τον Αφορεσμένο . Άλλη γλώσσα να συνηθίση, και βλέπετε τότες τι ζωή έχει μέσα του ο καλός αφτός ο τεχνίτης.

Αμέ ο Παλαμάς; Να τα ξαναπώ πάλε; Και κείνος στη γλώσσα παραπάνω να πρόσεχε, να την καλλιεργούσε, να την πάστρεβε, θα μας έφτειανε αριστουργήματα. Μήπως δεν είναι και δυο τρεις άλλοι που πολύ νόστιμα γράφουν, ο Στεφελίδης κι ο Μήτσος ο Χατζόπουλος; Άλλα πάλε μπορεί και να μην αξίζουνε. Λόγου χάρη, του Μιτσάκη η Φιλολογική σελίδα δε μου πολυάρεσε· είναι παιχνίδια. Μια γλώσσα κανείς να ξέρη και του φτάνει. Η Αλεξάντρα Παππαδοπούλου και κείνη με χάρη τα λέει. Κι ο Μάνος; Αχ! το κακό το παιδί! Θησαβρούς μέσα του κρύφτει και δεν τους βγάζει. Είμαι μαζί του θυμωμένος, γιατί μπορεί ό τι θέλει να γράψη και να καλογράψη — μα δε θέλει.

Τι να πω τώρα για τον Αργύρη, για τον Αργύρη μας το χρυσό; Ήθελα να ξέρω τι του λείπει. Έχει γλώσσα, τέχνη έχει. Διαβάστε τον Αργύρη, να διήτε στα παραμύθια του μέσα ζωντανή τη ζωή, ζωντανή τη γλώσσα της Ρωμιοσύνης. Εκείνος ο Αργύρης! Ποιος από μας τον αξίζει τον Αργύρη; Μιαν αράδα του Αργύρη μου να διαβάσω, μου έρχεται να ξεσκίσω όσα έγραψα ως τώρα. Και τι να πω για τις Φυλλάδες του Γεροδήμου ; Πετράδια, μαργαριτάρια και διαμάντια. Άπλωσε τα χέρι και τα μαζέβεις.

Δεν έχουμε και τον καλό μας τον Πάλλη; Δεν έχουμε και το Μικρογιάννη; Μικρός είναι, μα θα προκόψη. Μας έδειξαν πως με τη γλώσσα του λαού γράφει κανείς ό τι θέλει, όχι μόνο παραμύθια και στίχους, μπορεί κανείς να μιλήση άξαφνα και για ζητήματα της επιστήμης — κάτι θα πη κι αφτό — και πιο σωστά μάλιστα παρά που το συνηθίζουν οι δασκάλοι.

Τέτοια, σήμερα το πρωί, συλλογιούμουνα στου Βικέλα. Θυμούμουν και του Βικέλα τους στίχους, όταν έγραφε ρωμαίικα ο Βικέλας και μας μετάφραζε τον Όμηρο — κι όχι το Σαικσπήρο. Θυμούμουν τους στίχους του Βικέλα, θυμούμουν τους Αθηναίους και κοίταζα τον ξάδερφο μου, του Βικέλα τανίψι, δεκοχτώ χρονώ παλληκάρι, που μοιάζει δεκατεσσάρω.

Είναι νόστιμο το ξαδερφάκι μου πολύ.

Σπουδάζει, λέει, μηχανικά. Μηχανικά; Ας είναι! Ελπίζω να μάθη, να διαβάση, και να μιλή μόνο για όσα διάβασε. Εκείνος θα μας διαβάζη κατόπι και θα μας κρίνη. Ίσως όχι εκείνος ακόμη. Μου φάνηκε σα λιγάκι δασκαλεμένος. Μα θα καταλάβη κατόπι, και θα μας διαβάζουν τα παιδιά του. Θέλουμε καιρό να ξεσκουριάση το έθνος. Μας αφάνισαν οι δασκάλοι. Θαφανιστούν όμως κι αφτοί καμιά μέρα.

Καμιά μέρα τα εγγόνια μας θα γελούν που ακούαμε τους δασκάλους. Καμιά μέρα του ξαδέρφου μου τα παιδιά θα ξέρουν τη γλώσσα τους και θα τη γράφουν, όπως ξέρει και γράφει τη γλώσσα του όλος ο κόσμος σ' όλη την οικουμένη.

Είναι νόστιμο αλήθεια το ξαδερφάκι μου πολύ.

Χάρηκα που το είδα.

Πρέπει νάχουμε θάρρος εμείς που γράφουμε την εθνική τη γλώσσα. Εγώ συχνά τυχαίνει να γράφω γαλλικά, και βέβαια πως θα τα γράφω όλη τη ζωή μου και πως θα γράψω ακόμη πολλά. Άρθρα θα κάμω· μυθιστορήματα θαραδιάσω. Μήπως δεν είναι γλώσσα μου κι αφτή; Δε μου έρχεται μάλιστα και πιο έφκολα να τη γράφω, παρά να γράφω γλώσσα, που όσο μητρικιά μου κι αν είναι, ακόμη δε γράφηκε; Κι όμως τι να πω; Όσα γράφω γαλλικά, μπορεί σήμερα ναρέσουν άβριο θα ξεχαστούνε. Μα και να μην ξεχαστούν άβριο, πόσο άραγες θα μείνουν; Εκατό χρόνια; Κι αφτά πολλά. Ας μείνουν και παραπάνω. Ας υποθέσουμε μάλιστα, σα θέλετε, πως μπορεί άξαφνα και να μείνουνε σαν του Chenier τους στίχους. Τι κέρδισα; Τόνομά το πιο μεγάλο που μπορεί να βγη σ' έναν αιώνα μέσα, κι αφτό θα χαθή σε μια θάλασσα, που κάθε κύμα σου φωνάζει άλλα ονόματα πιο μεγάλα ή μεγάλα σαν κι αφτό. Ωκεανός μια τέτοια φιλολογία! Κι ο ίδιος ο Chenier τι είναι; Δε βροντά, μουρμουρίζει μόνο τόνομά του. Απελπισία μας έρχεται να το συλλογιστούμε. Και πόσοι άλλοι, και κείνοι καλοί, άξιοι και κείνοι, που μήτε θακουστή τόνομά τους, που τα έργα τους θα καταποντιστούν, που η θάλασσα θα τους φάη αλάκαιρους! Θολώνεται ο νους, τρουμάζει η καρδιά, δέρνεσαι και κλαις, σαν το στοχάζεσαι, και λες· Πώς να κάμω;

Άμα πάρω την πέννα μου και γράψω μια μόνη λέξη ρωμαίικη, δε νοιώθω μέσα μου πια καμιά ταραχή. Ησυχία, γαλήνη με περεχύνει. Γίνουμαι σαν τους ολύμπιους θεούς. Δεν το λέω για μένα μόνο, και δίχως περηφάνεια το λέω· το λέω για όλους μας εμάς που γράφουμε τη γλώσσα του λαού και χτίζουμε στην Ελλάδα την εθνική φιλολογία. Έχουμε ολύμπια δώματα σαν τους θεούς. Αιώνια παλάτια. Μάρμαρο η κάθε λέξη. Τη γράφω κι ανατριχιάζω — Ό τι πω, είναι για τους αιώνες. Ρωμαίικα να γράψω, λειτουργώ. Σέβουμαι και την αθάνατη γλώσσα και μένα τον ίδιο που τη γράφω.

Κ' έτσι κατωρθώσαμε πράματα μεγάλα. Το θάνατο σκοτώσαμε.

Να σκοτώναμε τώρα λιγάκι και τους δασκάλους, καλό θάτανε. Από κει βγαίνει ζωή.

Ο πρόθυμός σας.

Παρίσι, 9 του Απρίλη, μέρα Κεριακή, 1893.

ΑΘΗΝΑΙΚΟ ΙΝΤΕΡΒΙΟΥ {104}

Όταν έφτασα στην Αθήνα, στα 1893, ερχάμενος από τη Θεσσαλία, μόλις κατέβηκα στη Βιχτώρια και παρουσιάστηκε την άλλη μέρα ο Μποέμ, να μου κάμη ιντερβιού. Συνήθεια δεν είναι να δημοσιέβη κανείς τις ιντερβιούδες που γράφουν οι άλλοι για σένα. Μα θέλησα να το βάλω κι αφτό στο βιβλίο μου για κάμποσους λόγους, που θαρρώ κ' έχουνε κάποιο βάρος. Πρώτη φορά τότες από τα 1886, γύριζα στην Αθήνα. Έμεινα κάμποσο, την είδα, την αγάπησα πολύ. Όλα τάβλεπα μ' άλλα μάτια παρά στον καιρό του Ταξιδιού , μου φαίνουνταν πως άνοιγε ο νους μου, πως άλλαζε η ζωή μου, και νομίζω πως και στο ιντερβιού αφτό ακούει κανένας σαν αντιλαλιά κρυφή απ' όσα έννοιωθα κι άρχιζα να ονειρέβουμαι για την Ελλάδα σε κείνη την εποχή. Κάμποσα είπα και για τη γλώσσα, που θα μου άρεζε να μην πάνε χαμένα όλους διόλου, τουλάχιστο για να καταλάβουνε πως τάλεγα κι από τότες. Μα υπάρχει κι άλλος λόγος που τα ξανατυπώνω. Όσο μιλούσα, ο Μποέμ σημείωνε τα λόγια μου. Δεν το κατώρθωσε όμως, όχι τάχα πως είχε τότες κακή θέληση, μα γιατί καθότανε σε μιαν καρέγλα κ' έγραφε στα γόνατά του, κ' έτσι δεν πρόφταινε, αφού πιο γρήγορις από το κοντύλι τρέχει πάντα η κουβέντα. Έβαλε το λοιπόν κάτι πράματα, που δεν τα είπα στη ζωή μου, όπως θα το καταλάβη ο καθένας από μερικούς τύπους που θα μου τους δάνεισε ο Μποέμ, γιατί εγώ δεν τους συνηθίζω. Μα ο Μποέμ πάσκισε ναπομιμηθή και το ύφος της κουβέντας. Και σ' αφτό δεν πέτυχε, γιατί δεν μπήκε στο νόημα. Σαν έρχεται κανείς για ιντερβιού, τυχαίνει συχνά ή να του πης ένα λόγο, για να τον αποσώση εκείνος, όταν τα στρώση με την ησυχία του στο χαρτί για τον τύπο, ή να πης και δυο φορές ένα πράμα — για να το νοιώση καλήτερα. Ο Μποέμ, σαν του τάλεγα δυο φορές, τάβαζε δυο φορές κι αφτός. Τέτοιο σύστημα έχουνε μερικοί ρεπορτέρηδες, και δεν είναι σωστό, γιατί έτσι δε σου δίνουν ιδέα σωστή για τον άθρωπο που τους μίλησε· δίνουνε συνάμα ιδέα λυπητερή και κείνου που άκουγε και που δεν καταλάβαινε, όσο κι αν του τα κοπάνιζες. Κι αλήθεια πολλά δεν κατάλαβε, είτε γιατί είτανε γλωσσολογικά, καλλιτεχνικά και δύσκολα, είτε γιατί δεν πήγαινε ο νους του στα σοβαρά που του ξηγούσα, και τάπαιρνε όλα παίζοντας και για χωρατά. Έτσι στο ιντερβιού εκείνο με βάζει άξαφνα και λέω μερικά πράματα, που μοιάζει σα να τάλεγε κανένας τρελλός. Δε θέλησα λοιπόν, αν το διαβάσουνε κατόπι, να θαρρέψουν πως εγώ είπα όσα είπε ο Μποέμ. Θυμούμαι και τότες πως ο μακαρίτης ο θειος μου, ο Μιχαλάκης ο Μελάς, σάστισε που ωνόμασα τον Ηρόδοτο reporter. Το είπα, ναι, μα… όχι όπως το είπε ο Μποέμ. Το ίδιο και για κάτι άλλα, που είναι κι άτοπα, γιατί με βάζει και μιλώ για την Ελλάδα και για τα ταξίδια μου μ' έναν τρόπο που όποιος διάβασε το Ταξίδι μου το ίδιο, ξέρει πως δεν μπορεί νάναι ο τρόπος ο δικός μου.

Τα ξαναπέρασα όλα με προσοχή. Άφησα όσο μπόρεσα το ύφος της κουβέντας. Τα διώρθωσα όμως κ' ελπίζω να φαίνουνται πιο υποφερτά, και τουλάχιστο να λεν εκείνο που ήθελα να πω, και που το λέω ακόμη και σήμερις. Τα δικά του έμειναν ανάλλαχτα.

9 του Σταβρού, 1901.

— Είστε ρεπόρτερ, κύριε;

— Μάλιστα.

— Πού γράφετε, στο Άστυ;

— Μάλιστα.

— Εσείς ήρθατε να μου κάνετε ιντερβιού· μα τώρα που σας έχω, θα σας ιντερβιουβάρω εγώ πρώτα.

— Εις τας διαταγάς σας.

— Ποιες φημερίδες εδωπέρα πουλιούνται περισσότερο;

— Η «Ακρόπολις», η «Ν. Εφημερίς», το «Άστυ»…

— Γράφετε πολλοί σ' αφτό;

— Πολλοί.

— Πώς γράφετε; ο καθένας χωριστά γράφει, ή ο καθένας απ' όλα;

— Ο καθένας χωριστά.

— Εσείς, τι γράφετε;

 — Εγώ; … «συνελήφθη ο διαβόητος λωποδύτης»… «Ο δραστήριος
αστυνόμος κατέσχε χθες»…

 — Καλά … έχουμε και στη Γαλλία και στην Αμερική ρεπορτέρηδες, μα
στην Ελλάδα πρωτοβγήκαν αφτοί.

Η χειρ μου ακουσίως εφέρθη προς τον μύστακά μου, αλλά ο κ. Ψυχάρης μου έκοψε το… χέρι.

 — Και βέβαια! Πρώτος reporter, που λένε σήμερις, στάθηκε στον κόσμο
ο Ηρόδοτος.

— Ο Ηρόδοτος!

— Και τι άλλο είτανε παρά ρεπορταρία η δουλειά που έκανε, να ρωτά και να γράφη; Για τούτο μάλιστα ωνόμασε τα βιβλία του ιστορία. Ένας φίλος μου στο Παρίσι έπιασε να μεταφράση τον Ηρόδοτο γαλλικά· του είπα, σα γυρέβει σωστή μετάφραση, να βάλη τίτλο Les enquêtes d'Hérodote, γιατί αφτό σημαίνει το ρήμα ιστορέω , γυρέβω να μάθω ξετάζω, ερεβνώ {105}. Βλέπετε, λοιπόν είδος ρεπορταρία.

Πάλιν η χειρ μου υψώθη προς τον μύστακα μου, αφού την φοράν ταύτην τουλάχιστον, αν δεν εξελαμβανόμην εφευρέτης του ρεπορτάζ, εγινόμην όμως ίσος με τον Ηρόδοτον, αλλ ο κ. Ψυχάρης εξηκολούθησε.

— Και τώρα τι γυρέβετε από μένα; Πρόθυμος να το κάμω. Θυμούμαι τον πεθερό μου το μακαρίτη που μας έλεγε πάντα, πως όλοι μας έχουμε το δικαίωμα να κερδίζουμε και να ζούμε, κ' έτσι σωστό δεν είναι, όπως καμώνουνται μερικοί, να μη θέλουνε τάχατις να τους ιντερβιουβάρουνε. Μάλιστα, γιατί στο Παρίσι είναι λογιώ λογιώ ρεπορτόρηδες, έλεγε χωρατέβοντας πως όταν παρουσιάζουνταν ένας, συλλογιούνταν αν τον πλερώνανε στη φημερίδα του με το μιστό ή με τη γραμμή, και κανόνιζε τα λόγια του. Το λοιπόν αν πλερώνεστε με τη γραμμή, να σας τα πω και πιο μπόλικα.

Εθεώρησα συμφέρον μου να απαντήσω με την γραμμήν και ο κ. Ψυχάρης ετοποθετήθη παραπλεύρως μου μειδιών, υπομονητικός κτλ. κτλ.

Αι εντυπώσεις του

— Ήρθα, εδώ κ' ένας μήνας, από τη Γαλλία, σταλμένος από τη γαλλική κυβέρνηση στη Θεσσαλία και στα Κυκλαδικά νησιά. Θα το ήθελα πολύ, θάπρεπε μάλιστα να μπορούσα να σεργιανίσω όλη την Ελλάδα. Μα μόνο στη Θεσσαλία κατώρθωσα να πάω· άβριο πάλε φέβγω και πηγαίνω στα νησιά. Ελπίζω να μείνω κάνα χρόνο στην Ελλάδα, να δω τον κάθε τόπο. Πρέπει κανείς όλα να τα συνάξη, για να βγη μια ιστορία της γλώσσας μας, μια ιστορική γραμματική. Πρέπει κανείς να πάη στην Κρήτη — αχ! τι θησαβρούς δε θα βρη στην Κρήτη! — να πάη στην Κύπρο, στην Τραπεζούντα, στη Μικρασία.

Στη Θεσσαλία, είδα πολλά και περίεργα. Εκείνο το Πήλιο, τι λαμπρό που είναι! Αμέ τα βουνά που, όταν είναι κάτω κανένας, μέσα στη ρεματιά, σου φαίνεται κι ανεβαίνουν από κάθε μέρος σα θεόρατος τοίχος. Μου θυμίζουν εκείνα τα δημοτικά, τα παραμύθια, που κάθεται ένας δράκος και φυλάει θησαβρούς. Το ίδιο κ' η Θεσσαλία. Πλούσιος τόπος χωρίς δρόμους· παλάτι μάλαμα γεμάτο, μα που είναι από μέσα κλειδωμένο.

Ποίηση και δέντρα όσα θέλετε. Ταξιδέψαμε νύχτα με τη γυναίκα μου· μεσάνυχτα φύγαμε από τη Ζαγορά, και δεν ξέρετε τι μαγεφτικά που είτανε με το φεγγάρι. Πουθενά δεν είδα τέτοιο θέαμα μοναδικό· βουνά και θάλασσα μαζί, πελώρια και τα δυο. Τάχει αφτά μόνο η Θεσσαλία. Καλός ο τόπος κ' η φιλοξενία χρυσή. Τώρα, σα γυρίσω από τα Νησιά, θα μείνω ακόμη ένα μήνα στην Αθήνα, και στο μεταξύ θα πάω δεκαπέντε μέρες στη Ρούμελη, μαζί με το Δροσίνη…

Η δημώδης

— Για την δημώδη τι θα μου πήτε, κ. Ψυχάρη;

— Μήπως δεν τάπαμε πολλές φορές;

— Ας πούμε λίγα και σήμερα…

— Να σας πω κάτι λοιπόν και να το σημειώσετε, γιατί θαρρώ πως έχει πολύ να κάνη. Να το γράψετε όπως σας το λέω. Το λοιπόν, αφτοί που κάθουνται ήσυχα στο γραφείο τους και σας φτειάνουνε λέξες, λόγου χάρη, εργοστάσιον των πίλων κι άλλα τέτοια, ή που βγήκανε άξαφνα και μας είπανε η οδός, της οδού , αντίς ο δρόμος, του δρόμου , που ξέρει ο λαός, αφτοί που μας βγάζουν τάχα ελληνικά ονόματα για το κάθε πράμα, τι σκοπό είχανε; Είχαν εννοείται το σκοπό να μάθη ο λαός τις λέξες, τα ονόματα που φτειάνουνε, είχαν το σκοπό να κάμουνε γλώσσα εθνική. Δεν είναι έτσι; Αφτά που μας κανονίσανε στο γραφείο τους δεν είναι προσδιορισμένα για τους φιλοσόφους, φιλοσοφία δεν είναι· εκείνοι που πήγαν και ξεσκάλισαν τη λέξη και την κλίση, την είπανε η οδός, της οδού, για να τη λέη ο αμαξάς, για να τη λέη το έθνος· όλο το έθνος έχει το δικαίωμα ναρπάξη τη λέξη, να την κάμη δική του. Βέβαια! Το εργοστάσιον των πίλων είναι καμωμένο για τους καπελλάδες, για να το μάθουνε και να το λεν οι καπελλάδες. Δεν μπορεί να είχαν οι δασκάλοι παρά τέτοιο σκοπό.

Τι κατώρθωσαν όμως; Δυο πράματα μεγάλα, μα την αλήθεια. Χάλασαν την αρχαία, χάλασαν και τη δημοτική. Πώς χαλνούν τη δημοτική; Τη χαλνούν, αφού της σηκώνουν τον κανονικό της τύπο, τη λέξη δρόμος, δρόμου , και παρατηρήστε, σας παρακαλώ, πως είναι αρχαία κ' η λέξη, αρχαίος κι ο τύπος. Τώρα όμως, αντίς αφτόνα, τι άλλον τύπο της μαθαίνουν της δημοτικής; Η οδός, της οδού . Νομίζετε ποτέ ο ελληνικός λαός, νομίζετε το ρωμαίικο να μάθη ποτέ να κλίνη η οδός, της οδού, αι οδοί, τας οδούς ; Αφτό ποτέ. Κ' έτσι χάλασαν και την αρχαία, γιατί ο αμαξάς, ο βαρκάρης τι θα κάμουνε; Την κλίση η οδός, της οδού δεν μπορεί να τη μάθουνε, και τότες ακούτε άξαφνα καμιά γενική της οδούς ή καμιά αιτιατική πληθυντική τας οδάς (Ο Πάλλης άκουσε και τους οδούς ) . Τότες όμως τι κερδίσανε οι δασκάλοι; Τίποτις. Και γιατί τάχα τίποτις; Γιατί, βλέπετε, αφτοί όλοι που φτειάνουνε γλώσσα με τα βιβλία, κάθουνται στο καμεράκι τους κ' έχουν ολόγυρα στους τοίχους, μέσα στη βιβλιοθήκη τους, γραμματικές, λεξικά λογιώ λογιώνε. Και θαρρούνε πως φτάνει. Έχουνε λάθος μεγάλο. Δε βγήκαν αφτοί όξω στο δρόμο, να δούνε και το φως. Είναι σωστοί καλαμαράδες. Πραχτικά κεφάλια δεν είναι. Από τίποτις δεν ξέρουν αφτοί, μήτε από δρόμους, μήτε από ουρανό, μήτε από ζωή. Νομίζουν ίσως πως όλο το έθνος θα περπατή με τη γραμματική στο χέρι, θα ψάχνη στα βιβλία πώς λέγεται η γενική της οδού! Αν είναι όμως όλο το έθνος να βαδίζη με τη γραμματική στο χέρι, δεν υπάρχει έθνος. Μήτε αγρονομία τότες υπάρχει, μήτε στρατός, μήτε τίποτις! Γραμματισμένο έθνος δε φάνηκε ποτέ. Ο άθρωπος πάντα μιλεί φυσικά. Τώρα θα δήτε τι θα γίνη… γιατί, να το ξέρετε, ο ουρανός να πέση, αφτός ο όμορφος ουρανός της Αθήνας, η δημοτική θα ζήση· μπορεί να μη ζήσουμε μεις· αφτή θα ζήση… το λέγαμε σήμερις και με τον Παλαμά… Λοιπόν, ελάτε τώρα να δήτε τι θα γίνη. Απ' αφτούς τους δασκαλικούς τύπους που λέγαμε, ο λαός παίρνει μερικούς, μα τους ξεχνάει αμέσως. Δεν είπαμε εργοστάσιον πίλων; Μήπως ο λαός, ο αμαξάς, το ξέρει αφτό; όχι. Καπελλάδικο το ξέρει· στο καπελλάδικο θα σας πάη. Το εργοστάσιον των πίλων , είναι γραμμένο στο χαρτί από το δάσκαλο. Μα ο λαός, τα τέτοια, τα φορτώνει στον πετεινό.

Άλλα πάλε δεν τα ξεχνάει με τον ίδιο τρόπο· τακούει και τα θυμάται. Τι να κάμη; Ο άθρωπος πεινάει, πεινάει για μάθηση, για γλώσσα· του φέρνετε άξαφνα εσείς ένα πιάτο φαγί. Πρέπει να το φάη· μα πρέπει και να το χωνέψη. Και να παρατηρήστε, παρακαλώ, πως είναι κάτι λέξες που, θέλει δε θέλει, αναγκάζεται να τις καταπιή, ας υποθέσουμε τη λέξη οδός, αφού κάθε μέρα του την κοπανίζετε — ή τη λέξη ο βουλεφτής, που την έχει ανάγκη. Του κάκου, πρέπει να τη μάθη όλος ο λαός, αφού ο καθένας, ως κι ο αγράμματος ο χωρικός, άμα γίνη είκοσι ενός χρονώ, άμα πάρη ψήφο, χρειάζεται τη λέξη. Ως εδώ, καλά. Μα τι του κάμνετε του χωρικού; Του μαθαίνετε, μαζί με τη λέξη, μια κατάληξη που μπορούμε να την πούμε ξένη, την κατάληξη - αι, βουλευταί . Ο λαός δεν την ξέρει· την ξέρει -ες , αφού σήμερις η ονομαστική ώραι πολύ ταχτικά κ' αιώνα τον αιώνα, έγινε ώρες .Το ίδιο, δεν ξέρει ο λαός και καμιά κατάληξη -ου της γενικής, στα θηλυκά, της οδού . Ο λαός το λοιπόν τι θα κάμη; Τη γενική οδού θα την ταιριάξη με τη γραμματική τη δική του και θα σας την πη της οδός , όπως τακούμε κάθε μέρα. Να δούμε τώρα και την ονομαστική βουλευταί , τι γίνεται αφτή. Ο λαός σας το κάνει βουλευταί-οι , γιατί κατάληξη -οι ξέρει πολύ καλά. Το βουλευταί- οι , που σας λέω, τάκουσα στη Θεσσαλία. Θα μου πήτε, τάκουσα σε κανένα χωριό. Και τι έχει να κάνη; Μήπως το χωριό δεν είναι κι αφτό λαός; Μήπως το χωριό δεν ψηφίζει; Μήπως, αφού θέλουν εθνική γλώσσα, το χωριό, έθνος δεν είναι; Ας ταφήσουμε όμως, σα δε θέλετε· την ονομαστική βουλευταί παντού τη διορθώνει ο λαός και την κάνει πότε βουλευτές , πότε βουλευταίοι , πότε βουλευτάδες . Το λεν ακόμη κ' οι γραμματισμένοι, σα μιλούνε φυσικά και τους ξεφέβγει. Πολύ σωστά το λέει ο λαός, γιατί ξένη δεν του είναι η κατάληξη -άδες · την έχει κλερονορημένη από τους αρχαίους, αι λαμπάδες {106}. Είναι κατάληξη αρχαία, γιατί τώρα που ταξιδέβω, ακούω συχνά ένα πράμα, που κάθε φορά που θα τακούσω, θα θυμώσω. «Να πας στο τάδε νησί, στο τάδε βουνό, στο τάδε το χωριό, μου λέει ο ένας κι ο άλλος. Εκεί θακούσης αρχαία γλώσσα.» Εγώ του λέω· Το στόμα σου νανοίξης, κι ό τι πης είναι αρχαίο. Ό τι κι αν πης, αρχαίο είναι! Το δεν , που κάθε μέρα το συνηθίζεις, αρχαίο, πολύ αρχαίο κι αφτό. Τόχει κάπου ο Όμηρος αντίς ουκ , εκεί που λέει· «άριστον Αχαιών ουδέν έτισε», πάει να πη ουκ έτισε . Πηγαίνουνε μερικοί στην Τραπεζούντα κι ακούνε πως λένε στην Τραπεζούντα, κ' έχω , δηλαδή ουκ έχω . Φωνάζουνε αμέσως· Εκεί πια είναι αρχαία γλώσσα! Μα τι αρχαία γλώσσα; Πιο αρχαίο είναι τάχατις το ουκ από το ουδέν; Καλέ, δεν προσέχουνε στη γλώσσα, και τα λεν. Τώρα, πώς χάθηκε το ουκ στην κοινή και γιατί χάθηκε, έχει το λόγο του· κάθε πράμα, που χάνεται σ' αφτό τον κόσμο, δε χάνεται χωρίς το λόγο του· εμείς συχνοτυχαίνει να μην τον ξέρουμε· μα τι πειράζει; Αφτός υπάρχει. Όλα στη γλώσσα μας έχουνε τον ιστορικό τους το λόγο, έχουνε τη σειρά τους. Δεν είπαμε πως ο λαός ξεχνάει τόσα και τόσα που του μαθαίνουν οι δασκάλοι; Θαρρείτε πως δεν έχει το λόγο του κι αφτό; Έχει το λόγο του, και σαν τα ξεχνούνε και σαν τα διορθώνουνε. Κ' έτσι πάντα και πάντα θα είναι, και δε γίνεται, δε γίνεται αλλιώς. Δε γίνεται!