Δεν πρέπει να νομίζουμε και να λέμε πως μόνο στην Ελλάδα ακολουθούνε αφτά. Αφτά παντού ακολουθούνε, και το ξέρει όλος ο κόσμος πως αλλάζουνε οι γλώσσες· κρυφό δεν είναι, δεν είναι δω κανένας μάγος, μαγική καμιά δε θέλει, να τα μάθη ο καθένας. Όπως η αστρονομία θα ξετάση πώς τρέχουν και γυρίζουν ταστέρια, έτσι κ' η γλωσσολογία κοιτάζει πώς αλλάζουνε, πώς μορφώνουνται οι γλώσσες. Αφτά το λοιπόν που μαθαίνουνε στο λαό, εργοστάσιον των πίλων, η οδός , όχι μόνο δεν αξίζουνε, μα είναι κακό μεγάλο, γιατί χαλνούνε το νόμο το γλωσσολογικό. — Άλλο κακό είναι που δε διαβάζουνε, δεν προσέχουνε κ' έτσι αδύνατο να καταλάβουνε. Βλέπω εδώ κάτι πολύ μπόσικα πράματα…
Και μου έδειξε την υπό ημερομηνίαν 24 Αυγούστου 1893 «Ακρόπολιν» εν η περιείχετο μία ανταπόκρισις εκ Παρισίων κάποιου κ. Φραγκούδη.
— Διέτε τώρα τι λέει αφτός· «Πρέπει κατά τον κ. Ψυχάρην να λέγωμεν το δωμάτι αντί το δωμάτιον {107}». Εγώ ποτέ μου δεν είπα το δωμάτι, μήτε μπόρεσα να πω στη ζωή μου πώς πρέπει να το λέμε! Αν έλεγα τη λέξη, θα την έλεγα δωμάτιο, καθώς θα την πη όποιος τη συνηθίζει. Για να πιστέψη κανείς πως ένας γλωσσολόγος τόβαλε με το νου του να θελήση τέτοιο ανόητο πράμα, θα πη πως από τίποτα δε νοιώθει· δεν κατάλαβε και το ζήτημα ποιο είναι. Μα πώς το λέει αφτό, αφού μήτε δωμάτι, μήτε δωμάτιον, μα μήτε και δωμάτιο δε γράφω· εγώ έγραψα πάντα κάμαρα. Κι αφτό είναι το σωστό· είναι το σωστό, αφού έτσι το λένε, και σώνει. Είναι όμως και πολύ αρχαίο. Ταρχαίο είτανε καμάρα το πήραν οι Ρωμαίοι και τόκαμαν κάμερα (camera)· από κει το ξαναπήραμε εμείς — γι' αφτό είναι και παροξύτονο.
— Και είναι σωστό, κ. Ψυχάρη;
— Όσο γίνεται σωστό, και βέβαια!
Τι περίεργο ρώτημα! Παρατηρήστε, σας παρακαλώ, πως σε κανένα μέρος του κόσμου, δε ρωτά ο λαός, μα μήτε κι ο γραμματισμένος, την ώρα που πάει να πη μια λέξη και προτού την πη· «Σωστό είναι αφτό που θα πω; Και γιατί και πώς είναι σωστό;» Τα λέει ο καθένας, επειδής έτσι τα βρήκε· τα βρίσκει έτοιμα και τα λέει. Μόνο στην Ελλάδα μιλούνε πάντα με τη γραμματική στο χέρι. «Είναι το τάδε σωστό; Όχι! Είναι ξένο. Λοιπόν, πώς πρέπει να το λέμε;» Αφήστε το λαό να μιλήση όπως θέλει· αγκαλά, ούτε προσέχει σ' αφτά, ούτε τα ξέρει. Όσα του μαθαίνουν οι δασκάλοι, τα κανονίζει και πάει, γιατί έχει μέσα του τον κανόνα.
Εμείς όμως που γράφουμε, που κάνουμε ρομάντσα, πρέπει να συλλογιστούμε καλά τη δουλειά, να την πιάσουμε αλλιώς, γιατί εμείς δασκάλοι δεν είμαστε· δε ζούμε στο γραφείο μας, περπατούμε στους δρόμους, γράφουμε για όλους, γράφουμε για τη ζωή, κ' έτσι πρέπει νακολουθούμε το λαό, το λαό και μόνο. Γι' αφτό είπα, και γω κι άλλοι μαζί μας, πως από τη φιλολογία θα βγη φως…
Αισθητικαί θεωρίαι
— Επί ποίων φιλολογικών βάσεων στηρίζεται το νέον σας ρομάντζο το «Δώρον του Γάμου;» Ημπορείτε να μου ειπήτε συντόμως την αισθητικήν σας;
— Το ζήτημα θα σας το πω με δυο λόγια. Θαρρώ πως δεν πρέπει κανείς, σα βάζει πρόσωπα σ' ένα ρομάντζο, να προσέχη μόνο στον τόπο που βρίσκουνται τα πρόσωπα, στα σπίτια, στις κάμαρες, στους μπερντέδες, στα χαλιά, μα να προσέξη πολύ περισσότερο στην ψυχή, τόσο μάλιστα να προσέξη που να ξεχάση τον τόπο και να βλέπη την ψυχή μονάχα. Τι πειράζει πού και σε τι μέρος βρίσκεται κανένας, άμα βρίσκεις την ψυχή; Αντίς άξαφνα κανένας να πάη στη Νάξο, νανεβή απάνω στο βουνό, να κοιτάζη από κει πέρα τη θάλασσα, τον κάμπο, και να τα περιγράψη όλα, κάλλια να καθήση κανείς, που να πούμε, μέσα στην ψυχή του αθρώπου κι από κει, από την ψυχή του, να κοιτάζη θάλασσα, κάμπο, βουνά, κι αφτά να περιγράφη. Έτσι μπορεί κανείς πολύ καλά να κάμη ρομάντζο, δίχως να σας πη όχι μόνο σε τι σπίτι, μα μήτε και σε τι μέρος του κόσμου βρίσκουνται τα πρόσωπα. Τι να σας πω; Μου φαίνεται πως γίνεται τότες το μυθιστόρημα πιο γενικό, με πιο γενική ψυχολογία, με πιο γενικό νόημα, που μπορεί αμέσως πιο έφκολα να το καταλάβη κι ο Άγγλος κι ο Γάλλος κι ο Ρωμιός, γιατί παντού το κάτω κάτω είναι ίδια η ψυχή, δε μοιάζουν όμως οι τόποι, δε αρέσουνε σ' όλους, δε διαβάζουν όλοι τις περιγραφές, μα η αθρώπινη ψυχή, στους θυμούς της, στην αγάπη της, στους καημούς της, στα πάθια της, που όλους το ίδιο μας τυραννούνε, όλους θα μας συναρπάξη, κι αφτά τα διαβάζουνε όλοι. Τι θαρρείτε; Σήμερις στο Παρίσι, ως και του Λοτή, ως και του Ζολά τις πολλές τις περιγραφές, αρχίζουμε λιγάκι και τις βαριούνται. Αφτό που σας λέω δε θα πη, όπως μπορεί κανένας ίσως να το πιστέψη στην Ελλάδα, πως μιλώ από μίσος ή πως τάχω κακά με το Ζολά. Διόλου. Δεν είμαι και τίποτις, για να τάχω ή καλά ή κακά μαζί του. Έγραψα μάλιστα, καθώς και πολλοί άλλοι, ένα μικρό άρθρο για το υστερνό του το μυθιστόρημα — Docteur Pascal — και τα μισοείπα κι αφτά. Φαίνεται πως άδικο δεν είχα, αφού ο ίδιος ο Ζολάς μου έστειλε γραμματάκι, να μου μηνήση πως μίλησα για το βιβλίο του ίσα ίσα όπως του άρεζε και πως βρέθηκε να είμαι ο μόνος που είπε όσα κι αυτός ήθελε νακούση, γιατί έλεγα πως στον Πασκάλ περιγραφές έχει πολύ πιο λίγες, κ' είναι σωστός συβολισμός όλο του το βιβλίο. Πάει να πη πως το πρόσωπο μπορούσε να ζήση και σε κάθε άλλο μέρος του κόσμου, πάντα θα πάθαινε τα ίδια. Δεν είναι πρόσωπα πια, είναι ιδέες, είναι ψυχές. Κ' έτσι μου φαίνεται πως αχαμνό διόλου δε θάτανε νάγραφε κανείς, που να πούμε, τη γεωγραφία της ψυχής. Αφτό να κάνουμε ρωμαίικα. Ο Ρωμιός έχει μέσα του ζωή, πολλή ζωή, λαμπρό είναι το έθνος, και ποιος μυθιστοριογράφος βγήκε να μας δείξη την ψυχή της Ρωμιοσύνης; Αφτά και στο Παρίσι τα θέλουνε, γιατί κανείς δεν τα ξέρει, και κει αρέσουν τα καινούρια, όσα δεν είπε κανείς ακόμη, όχι να καταφρονούμε άδικα και μπόσικα τα ρωμαίικα και τους Ρωμιούς. Αφτά πρέπει να γίνουνε και στην Ελλάδα, γιατί αφτά είναι κι ο σκοπός ο μεγάλος, αφτή κ' η μεγάλη μας η δουλειά.
Το «Κρινάκι της Αμμουδιάς»
— Τόρα θα γράψετε τίποτε άλλο;
— Ναι! Έχω στο νου μου πολλά, ένα μάλιστα που του βρήκα τόνομά του, μα που ακόμη δεν τόγραψα. Το λέω· Το Κρινάκι της Αμμουδιάς . Κάπου στη Θεσσαλία, σε μιαν αμμουδιά, φυτρώνουνε κάτι άσπρα κι αδύναμα κρινάκια. Είναι πολύ νόστιμα. Συλλογιούμαι να το κάμω ρομάντσο, και θα το κάμω με πόθο, γιατί μου αρέσει ο τίτλος. Ό τι κάνει κανείς, πρέπει να το κάνη με πόθο, με αγάπη {108}
— Πώς θα το γράψετε;
— θα το γράψω ρωμαίικα κ' ύστερα θα το μεταφράσω.
— Ούτω γράφετε πάντοτε;
— Πολύ συχνά έτσι το κάνω. Κάποτε μάλιστα, σα δυσκολέβουμαι να πω τίποτις γαλλικά, σα δε μου φαίνεται να το είπα με την ταιριαζούμενη τέχνη, το λέω πρώτα ρωμαίικα, και να δήτε πως από το ρωμαίικο στο γαλλικό έρχεται καλούτσικα, γιατί σαν προσπαθήση κανένας να το φέρη με τρόπο, και το ύφος το γαλλικό άξαφνα ξανανιώνει, μοιάζει σαν πιο καινούριο, σαν πρωτόφαντο· έχει κάποια μυρουδιά ρωμαίικη, που έχει το γούστο της. Τα ρωμαίικα είναι λαμπρή γλώσσα, πλούσια, καθάρια και δροσάτη σαν το κρύο το νερό. Θυμηθήτε πως ο Chenier τέτοιο σύστημα είχε· μα εκείνος μετάφραζε από ταρχαία τα ελληνικά· εμείς θαρρώ κάτι θα κατορθώσουμε μεταφράζοντας, ή παραφράζοντας από τα σημερνά μας. Και τώρα τι άλλο να σας πω;
Ο βίος εν Παρισίοις
— Ό τι θέλετε. Πώς περνάτε στο Παρίσι;
— Στο Παρίσι; Μα πολύ καλά, και βέβαια! Είμαι, καθώς θα ξέρετε, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο, είμαι πολίτης Γάλλος και τόχω για τιμή μου. Αφτά και στο Ταξίδι μου τα είπα {109}. Τη Γαλλία την αγαπώ και την έχω σαν πατρίδα μου. Πολλά της χρωστώ, πολλά της χρωστάει κ' η Ελλάδα, και καλά θα κάμουνε να μην το ξεχνούνε με το παραπάνω. Δεν είμαι όμως από κείνους που φέβγουν και ξαπολνούν την Ελλάδα· δε θέλησα ποτέ μου να της πω· «έχε γεια και σώνει!», αφού γι' αφτήνα δουλέβω πάντα και πολεμώ. Το θάρρεψα χρέος μου να κάμω για την Ελλάδα όσο μπορώ κ' είναι στη δύναμη μου· γι' αφτό βγήκα και γω να γράφω ρωμαίικα. Μα κι αφτά τα είπα πολλές φορές{110}. Μερικοί εδώ σα να το πήραν όμως πολύ άσκημα που βρέθηκε στο τέλος ένας να γράψη και τα ρωμαίικα. Δεν ξέρουνε και φωνάζουνε.
— Δημοσιογραφείτε τακτικώς ή εκτάκτως στο Παρίσι;
— Κάποτε ταχτικά, κάποτες όχι· έτσι κ' έτσι.
— Πού γράφετε;
— Σαν κάμη κανείς τάρθρο του, όπου ταιριάζη, εκεί το βάζει. Για τον
Καρκαβίτσα έγραψα στο Χρόνο. Γράφω και στο Φιγκαρό, στο Βολταίρο.
Αι φιλολογικαί Συνεντεύξεις
— Τώρα, δια τους συγχρόνους Έλληνας συγγραφείς δεν θα μου πήτε την
γνώμην σας;
— Α! όχι — όσα είχα να πω, τα είπα· έστειλα κιόλας γράμμα στο Άστυ.
Εσείς δεν είσαστε ο Μποέμ;
— Μάλιστα!
— Κάματε πολύ κακά να τις γράψετε τις ιντερβιούδες σας, έτσι. Ό τι σας έλεγαν, το γράφατε. Μα πήγατε και κρυφά σε μερικούς. Όσα όμως λέει κανείς ενός φίλου του, δεν τα καταστρώννει και στο χαρτί. Εγώ στο γράμμα μου εκείνο που μπήκε στο Άστυ, είπα κάτι και για σας, δηλαδή για το Χατζόπουλο· σαν έμαθα πως ο Χατζόπουλος κι ο Μποέμ, είναι το ίδιο, θύμωσα κ' είπα να σβήσω το μέρος που μιλούσα για τα δηγήματά σας. Μα θα πούνε, συλλογίστηκα, πως τόσβησα ίσως από πάθος, κ' έτσι τάφησα. Δε μου αρέσανε διόλου οι ιντερβιούδες όλες αφτές. Τι διάβολο! Πρέπει κανείς νάχη μέσα του και λίγη δύναμη, να δείχνη και κάποιο θαμασμό για κείνα που γράφουνε κ' οι άλλοι, όχι να βρίζη, να χτυπά, όπως έκαμαν τότες όλοι μας οι πεζογράφοι και ποιητάδες. Δε λέω πια τι είπανε και τι δεν είπανε για μένα, πως δεν ξέρω τη γλώσσα κτλ. Μερικοί βλέπουνε στα βιβλία μου δυο τρεις τύπους που δεν τους παρατήρησαν ίδιοι τους στο λαό — γιατί ποιος προσέχει στου λαού τη γλώσσα; — κ'έπειτα βγαίνουνε κι αποφασίζουνε πως ο λαός δεν το λέει! Το κάτω κάτω, δεν τους μέλει και πολύ, φτάνει να βρουν τίποτις, ό τι κι αν είναι, να κατηγορούνε. Θαρρώ πως πρέπει ξεναντίας να χαίρεται κανένας για ό τι καλό γράφεται. Σα δω τίποτις τέτοιο, καμαρώνω και λέω· «Μπράβο του! Να που ο τάδες έβγαλε κ' ένα καλό βιβλίο. Προτιμώ μάλιστα να βρέθηκε κανένας άλλος να το γράψη, κι ο ίδιος να γλυτώσω από τον κόπο.»
Διά τας κυρίας
— Και πώς την ευρήκατε την Αθήνα;
— Όμορφη — όμορφη!
— Τι σας ήρεσε περισσότερον;
— Όλα· ο ουρανός, οι δρόμοι, τα σπίτια. Μα δεν είναι κ' η Ακρόπολη; Αφτό πια θα έφτανε και μόνο του. Εγώ και στους δρόμους σεργιανίζω, πηγαίνω, τρέχω, τώρα μάλιστα που είναι και λίγη δροσιά. Πολύ μ' αρέσει. Δε διαβάζουν όμως εδώ. Το κακό αφτό είναι. Διαβάζουνε τίποτις βιβλία, ρομάντζες;
— Διαβάζουν σατυρικάς εφημερίδας πολύ.
— Δε διαβάζουνε λοιπόν και ρομάντζες; Έχουν άδικο. Εμείς για τις κυρίες γράφουμε. Πρέπει εκείνες να μας διαβάζουνε. Δεν το λέω για μένα μονάχα· το λέω για όλους μας. Την Αμαρυλλίδα του Δροσίνη, μήπως δεν έπρεπε όλος ο κόσμος να τη διαβάζη, όπως κι όλα τάλλα τα ρωμαίικα τα έργα; Για ποιους δουλέβει, και κοπιάζει κανείς; Για τις γυναίκες. Το είπε αφτό κι ο μεγάλος ο Gœthe. Γράφουμε, για να διαβάζουν οι κυρίες. Δε λέω· είναι μερικές που κάπως διαβάζουνε· μα ίσως καλό θάτανε να διάβαζαν περισσότερα, να είταν και περισσότερες.
Στη Γαλλία, διαβάζει, δουλέβει ο κόσμος. Στη Γαλλία, παίρνει κατάκαρδα κανένας ό τι δουλειά κι αν πιάση· ό τι γράψη, ρομάντζα, στίχους, θα χύση μέσα την ψυχή του. Δε θα καθήση να γράψη κανείς για ό τι του κατέβη, για όλα τα μπόσικα, μάνι μάνι. Εκεί, το να γράφη κανείς, τόχουνε δουλειά και τέχνη. Άθρωπος εκεί δεν είναι που να μη δουλέβη και πολύ μάλιστα. Έτσι και το σωστό. Για να γράψη κανείς ρομάντζο, καθώς και να βγη άξαφνα γλωσσολόγος, χρειάζεται πρώτα να προετοιμαστή, να μάθη, να ιδρώση. Άμα πιάση κανείς κοντύλι στο χέρι, θα πη πως τόκαμε απόφαση πια να βάλη τα δυνατά του όλα, όχι μισά μισά να τα φτειάνη κι όπως τύχη. Για τούτο και γω σας λέω, αφήστε τις μισοδουλειές και δε θα τα βγάλουμε πέρα, γιατί μισή τέχνη δεν υπάρχει, δεν υπάρχει μισή ψυχή — δεν υπάρχει και μισή γλώσσα{111}.
ΝΗΣΙΩΤΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑΚΙΑ
I Η ΑΚΡΟΠΟΛΗ {112}
Από μακριά την αποχαιρετούσα την Ακρόπολη, το βράδυ, όσο έτρεχε το τραίνο και κατέβαινα στον Περαιά, να με πάρη το βαπόρι που με πήγε στην Τήνο. Την αποχαιρετούσα την Ακρόπολη και λυπούμουν. Ανοίγει η καρδιά μου, άμα τα πατήσω τα χώματα εκείνα, τάγια χώματα της Αθήνας. Έλεγα μέσα μου· «Πού αλλού στην Ελλάδα θα βρω τέτοιους ρεπορτέρηδες; Πού τόσους φίλους και φημερίδες τόσες; Πού θα γελούν οι δρόμοι όπως γελούνε στην Αθήνα;»
Μ' άρεσαν όλα και τα καμάρωνα όλα. Αμέ τα βουνά εκείνα της Αττικής, που τάβλεπα πρώτη φορά στην Κηφισιά και δεν μπορούσα να τα χορτάσω, πού θα τα χαρούν τα μάτια μου τώρα που φέβγω; Όταν ο ήλιος βασιλέβει, πέρα πέρα, τα βουνάκια ροδοσκοτεινιάζουν αράδα αράδα, το ένα πίσω από τάλλο, λες πως πλαγιάζουνε να κοιμηθούνε· το τελεφταίο το βουνάκι, κάτω κάτω, που φαίνεται μόλις, τόχει ψιλή καταχνιά κουκκουλωμένο και δεν μπορείς να καταλάβης αν είναι σύννεφο, αν είναι βουνό. Πήγαινε να το διής και δεν έχεις ανάγκη να διαβάσης μυθολογία μήτε κανένα βιβλίο που γράφει για τους αρχαίους θεούς. Το βλέπεις κι ανατριχιάζεις. Δες αμέσως πως εκεί, μέσα στο σύννεφο και στην καταχνιά, εκεί θα κάθουνται θεοί.
Τέτοια θυμούμουν όταν ανέβηκα στο βαπόρι, κ' είμουν πολύ συλλογισμένος. Είχα μεγάλο καημό. Την καινούρια την Ακρόπολη, στοχάζουμουν τώρα, ποιος και πού θα μας τη χτίση; Τους καινούριους μας τους θεούς σε τι βουνό, σε τι μέρος θα τους διούμε!
Ταξίδεψα μ' έναν παππά. Πολύ άξιος, προκομμένος παππάς, σπουδασμένος, με τρόπους ωραίους, δάσκαλος στη Σαντορίνη, ήξερε κι από δημοτική. Γνώρισα κ' έναν άλλο παππά σ' ένα χωριό της Τήνος· είναι φιλόξενα ανοιχτόκαρδα της Τήνος τα χωριά (της χώρας τη φιλοξενία άλλη μέρα πρέπει να την πούμε). Το πρόσωπο εκείνου του παππά έλαμπε από ξυπνητάδα· τα μάτια του γλυκά γλυκά και γελαστά· είχαν όμως και την πονηριά τους. Περιοδικά, φημερίδες, εβρωπαϊκά βιβλία, τα παρακολουθούσε, τα διάβαζε όλα. Τον είδα και τον αγάπησα εκείνο τον παππά. Τι περιποίηση που μου έκαμε! Δε μ' άφινε να φύγω· πρώτα να μου χαρίση και το κομπολόγι του.
Το κομπολόγι σου, παππά μου, θα το φυλάξω και μη σε μέλη. Θα σε συχνοθυμούμαι. Βγήκα στο ταξίδι με την ιδέα πως στην Ελλάδα όλα θα μου φανούν όμορφα κι ωραία. Μα μη νομίζης πως σου κάνω τον έπαινο, μόνο και μόνο, γιατί αποφάσισα να παινέσω τον καθέναν και το καθετί. Όχι! Εσύ τιμάς τον ελληνισμό. Και δεν πρέπει αμέσως κι απαρχής να το πούμε; Θρησκεία και πατριωτισμός το ίδιο είναι στην Ελλάδα. Τη θρησκεία την αφίνω ήσυχη· ήσυχους και τους παππάδες. Μόνο οι δεισιδαιμονίες με πειράζουν και δεν τις θέλω. Για τούτο μ' αρέσει πολύ να ταξιδέβω με παππάδες. Τόχουν άλλοι για κακό, εγώ τόχω για καλό, όταν είναι καλός ο παππάς και ξέρει να κουβεντιάση, που να περάση η ώρα.
Οι δεισιδαιμονίες αφτές δε ρωτώ πότε θα τελειώσουνε, ρωτώ μόνο πότε θα λιγοστέψουν; Ο Ρωμιός, τώρα που τον είδα σε κάμποσα μέρη της Ελλάδας, σα να είναι παντού ο ίδιος· ο ελληνικός λαός — μαζί λογαριάζω και τους πλουσίους και τους προκομμένους — μου φαίνεται σαν ένα λαμπρό παλληκάρι, που κάτι άφαντες αρίφνητες μικρούτσικες κλωστίτσες τον έχουν από παντού σφιχτοδεμένο, και δεν μπορεί να κουνήση. Δεν μπορεί να κουνήση, γιατί πρώτα πρέπει να συλλογιστή τι μέρα θα φύγη· αν τύχη να είναι τρίτη, χάθηκε ο κόσμος. Αν άξαφνα το πρωί, εκεί που τρέχει στη δουλειά του, ανταμώση στο δρόμο έναν παππά, γυρίζει πίσω. Κάθεται και πάει να σηκωθή· στέκεται και πάει να καθήση· λέει — Τι θέλει ο Θεός, να σηκωθώ ή να καθήσω; Κάνει βίζιτα ενός φίλου του· μα σκουντάφτει στη σκάλα· θα πη πως κάτι θα πάθη. Πέφτει κι αρρωστά· φωνάζει το γιατρό· μέσα του όμως φωνάζει κ' έναν άγιο. Όλη του η ζωή είναι σαν ένα θάμα παντοτεινό. Μοναχός του τίποτα δεν κατορθώνει. Τις κλωστίτσες εκείνες θαρρεί πως κάποιος κάπου τις βαστά και πότε τη μια τραβά, πότε την άλλη· έτσι κι ο Ρωμιός πότε καλά, πότε κακά, πότε χαίρεται, πότε λυπάται. Μόνο την έννοια του έχει ο ουρανός.
Οι δασκαλισμοί τώρα και κείνοι μου φαίνουνται πως είναι ένα σωρό κλωστίτσες. Κάθε δασκαλισμός και δεισιδαιμονία. Γιατί να διήτε τι τρέχει. Ο Ρωμιός που ταξιδέβει με παππά, τι νομίζει; Λέει πως θάχη φουρτούνα. Τη φουρτούνα ο παππάς θα τη φέρη. Θαρρεί δηλαδή πως φουρτούνα και μπουνάτσα δεν είναι δουλειά της μετεωρολογίας, δεν είναι πράματα φυσικά, μα πως ένας άθρωπος μπορεί ναλλάξη και μάλιστα να χαλάση τους νόμους που κυβερνούν τον κόσμο. Κι ο δάσκαλος πάλε τι λέει; Λέει πως εκείνος μπορεί ναλλάξη και να χαλάση τη γλώσσα του λαού, που πήρε δικό της δρόμο και που έχει νόμους δικούς της.
Έπειτα, όλο να φωνάζουμε πως είναι πρόστυχη η γλώσσα, μήπως δεν είναι και τούτο δεισιδαιμονία και πρόληψη; Πρέπει να λέμε το εναντίο. Αχ! πόσο θα μ' άρεζε να τόλεγαν πρώτα πρώτα οι κυρίες! Για κείνες πολεμούμε, για να μας διαβάζουν εκείνες, πότε να γελούν, πότε και να δακρίζουν. Την ψυχή μας βγάζουμε για να διασκεδάσουνε μια ώρα και να μη βαρεθούν τα δύστυχά μας τα βιβλία. Στα βιβλία μας μέσα, και το νου μας θα χύσουμε και την καρδιά μας, ώςπου να γίνη ζωή το χαρτί μας. Οι κυρίες πρέπει μαζί μας να είναι. Δεν το είπαμε κι αλλού; Από τη μάννα θα μάθη το παιδί, και για κείνες θα γράφουν τα χρυσά βιβλία της αγάπης, που σαν της άνοιξης τα ρόδα θα μυρίζουν. Η φιλολογία μας θα είναι δική τους και να το ξέρουν. Τι ωραία που φιλονικούν οι κυρίες! Μα γιατί να φιλονικούν; Είδα μια πολύ νόστιμη στην Αθήνα, που ήθελε και καλά την καθαρέβουσα. Τάκουσα και πόνεσε η καρδιά μου. Τι θα κάμουμε τώρα εμείς; Θαρχίσουμε να συζητούμε κάθε τόσο με τις κυρίες, να τις μιλούμε για επιστήμη και γλωσσολογία, να τις δώσουμε να καταλάβουν πως η γλωσσολογία κ' η επιστήμη καθαρέβουσα δεν ξέρουν και πως μόνο εθνική γλώσσα γνωρίζουν; Όχι! Δεν ταιριάζει να τις το λέμε. Εγώ ντρέπομαι να μιλώ για γλωσσολογία και γραμματική με τις κυρίες, γιατί θα μοιάζω δάσκαλος και δεν είναι και δουλειά τους. Παιδιά, άλλο πρέπει να τις πούμε.
Να τις πούμε πως γράφουμε τη δημοτική, γιατί έτσι μας αρέσει. Και γιατί τάχατις έτσι να μας αρέση; Μας αρέσει έτσι, γιατί πολύ πιο δύσκολο είναι να γράφουμε τη δημοτική. Την καθαρέβουσα ο καθένας μπορεί να τη γράψη, και κατάντησε τόσο πρόστυχη γλώσσα, που είναι αηδία. Εμείς όμως είμαστε λίγοι. Κατωρθώσαμε πράματα μεγάλα. Ποια είναι αφτά; Τούτα δα, που γράφουμε την εθνική γλώσσα, εκείνη τη γλώσσα που ο λαός όλος την ξέρει και τη μιλεί δίχως λάθος, κι όμως γενήκαμε ένα είδος αριστοκρατία. Τώρα μάλιστα βγήκαμε και της μόδας. Μαζί μας το λοιπόν πρέπει να είναι οι κυρίες, οι καλές, οι προκομμένες, που δε θέλουνε να είναι σαν τους άλλους, να μοιάζουνε με όλο τον κόσμο, που τόχουν καημό και στενοχωριούνται, άμα διούν πως η καθεμιά φορεί το φουστάνι και το καπέλλο που φόρεσαν πρώτες εκείνες. Έτσι και το δικό μας το δημοτικό το καπελλάκι, ο καθένας δεν μπορεί να το φορέση.
Και σαν πώς να είναι αφτό μας το καπελλάκι; Όμορφο πολύ και πολύ απλό, γιατί πρέπει να πούμε κι άλλο ένα στις κυρίες· όσο πιο πολιτισμένος, όσο πιο καλλιεργημένος είναι κανείς, όσο πιο ξεβγενισμένος ο νους του, τόσο περισσότερο θέλει απλή γλώσσα και τέχνη απλή.
Νύχτωσε και τρέχει το βαποράκι. Κάθουμαι στο κατάστρωμα κι αποχαιρετώ την Αθήνα. Αποκοιμήθηκα ή όχι, ποιος το ξέρει; Μου φαίνεται τώρα πως βλέπω μιαν Ακρόπολη καινούρια, πως βλέπω καινούριους θεούς. Στου Παρθενώνα μας τα σκαλοπάτια κάθουνται γυναίκες πολλές αραδιασμένες· τις προσκυνούν οι καινούριοι θεοί και τις φέρνουν κάτι λουλούδια, που μοιάζει πως αναποδογυρίζει ο ουρανός από μοσκοβολιά.
ΙΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΗΝΟ {113}
Όταν είμουνα στη Ζαγορά της Θεσσαλίας, παραπονιούμουν κάθε τόσο για τα καλντερίμια . Ο Δροσίνης κάμποσες φορές άκουσε τα παράπονά μου και θα τα θυμάται. Τάκουσαν όμως και τα καλντερίμια — τάκουσαν και τα θυμούνται. Αχ! εκείνοι οι δρόμοι που ανεβοκατεβαίνουνε σαν τα κύματα, μα σαν κάτι κύματα πέτρινα και κοφτερά! Τα καλντερίμια με κυνηγούν. Τώρα που βγήκα πάλε στο ταξίδι, και κείνα κατόπι μαζί μου. Καλντερίμια βρίσκω και στην Τήνο. Δε λέω για τους δρόμους, γιατί σε κάτι χωριά που πήγα, δεν ήταν και τόση κακοτοπιά. Τα καλντερίμια εδώ έγιναν κρεββάτι, και σε τέτοιο κρεββάτι έπεσα να κοιμηθώ στις τέσσερεις ήμισυ το πρωί, που έφτασα στην Τήνο, αφανισμένος από το ταξίδι. Δεν είτανε στρώμα· είταν ανήφορος και κατήφορος όλο πέτρα.
Ας είναι! δεν πειράζει· κοιμούμαι και σε πέτρα — φτάνει να είμαι μόνος. Έλα δα που στο κρεββάτι που πλάγιασα είταν ένα σωρό κόσμος μαζί μου. Πολέμησα τρεις ώρες. Σκότωσα μερικούς και μερικές, όσους κι όσες μπόρεσα. Οι άλλοι κ' οι άλλες μ' έφαγαν. Οι πέτρες είταν από μέσα κούφιες και κατοικημένες. Νόστιμοι μικρούτσικοι κάτοικοι, με του μελιού το χρώμα. Το αίμα μου στην Τήνο απόμεινε όλο.
Για να προκόψη η επιστήμη, για να μάθη χωριανές γλώσσες, τι δεν κάνει ο γλωσσολόγος; Αφίνει το σπιτικό του, ως και στης Τήνος τα ξενοδοχεία πάει να καθήση. Δυο νύχτες με την αράδα κοιμήθηκα λαμπρά στην τραπεζαρία του ξενοδοχείου, απάνω σ' ένα ξύλινο τραπέζι, μάλιστα απάνω σε δυο, γιατί έχω και μπόι. Μεσημέρι και βράδυ με σερβίριζε ο ξενοδόχος το ξακουστό το τηνιακό το κρέας. Αλήθεια, πιο μαλακό, πολύ πιο τρυφερό από το κρέας είταν το ξύλο του τραπεζιού. Κρασί έπινα ξύδι. Όταν έφυγα, πλέρωσα και δωμάτιον . Έτσι έγραφε ο λογαριασμός του ξενοδόχου. Ο ξενοδόχος εκείνος δεν μπορούσε να καταλάβη γιατί δε θέλησα να πλαγιάσω στο δωμάτιον . Του φάνηκε πολύ παράξενο. Είναι, φαίνεται, συνηθισμένος· πιο παστρικό κρεββάτι, λέει, δεν υπάρχει. Θύμωσε, φώναξε, μ' έβρισε στο δρόμο, λυσσιασμένος, φρενιασμένος· μου είπε πως είμουν κ' ιδιότροπος.
Τους Τηνιακούς για τέτοια πράματα δεν τους μέλει. Τι καλότυχοι που είναι οι Τηνιακοί! Έχουν την Παναγια που τους γιατρέβει. Άκουσα μάλιστα πως γιατρέβει και τους τρελλούς. Ησύχασα και γω μ' αφτό. Εκεί που κόντεβα να τρελλαθώ από τα κρεββάτια, τα τραπέζια και τα φαγιά, ήξερα πως η Παναγια θα με γιατρέψη.
Τι καλό πράμα να τα γιατρέβη όλα η Παναγιά! Ρώτησα δυο Τηνιακούς, δυο χαριτωμένα παιδιά, αν είναι στην Τήνο γιατροί και τι ανάγκη τους έχουν. Αφού έγινε γιατρός η Παναγιά, στη θάλασσα αμέσως να πετάξουμε τα γιατρικά και τους γιατρούς μαζί.
Πολύ φρόνιμα μου είπαν οι δυο μου Τηνιακοί πως η Παναγια δυο φορές μόνο το χρόνο γιατρέβει, Άβγουστο στις δεκαπέντε και Μάρτη στις είκοσι πέντε. Λοιπόν έχουν τους γιατρούς για όλο τάλλο διάστημα. Η Παναγια δε θέλει να κάνη θάματα κάθε μέρα. Για τούτο τους είδα σα λίγο συλλογισμένους τους Τηνιακούς· τα λόγια τους μετρημένα, κατεβασμένα τα προσώπατά τους. Μόλις τους βλέπεις. Ή πολύ σοφοί θα είναι ή θα τους καίη τόντις την καρδιά η τεμπελιά της Παναγιάς.
Τηνιακοί, συλλογισμένα μου παιδιά, ένα λόγο να σας πω. Συμπαθώ πολύ μαζί σας. Μου κακοφαίνεται και μένα που δε σας γιατρέβει κάθε μέρα η Παναγιά. Έμαθα μάλιστα πως μόνο τους ξένους γιατρέβει, και τους ντόπιους τους αφίνει κατά πως είναι. Μου κακοφαίνεται και τούτο. Παιδιά μου, έναν άλλο λόγο να σας πω. Αν είμουν Παναγιά, άλλη δουλειά δε θα είχα παρά να σας γιατρέβω. Θα γιάτρεβα μάλιστα όλο τον κόσμο όλη μέρα. Ο κόσμος ο κακόμοιρος πονεί. Δεν πονεί μόνο δυο φορές το χρόνο. Έχει βάσανα δίχως σκόλη. Δε σας βάρεσαν την ψυχή τα δάκρια που χύνει; Εμένα, η δική μου η ψυχή αναστενάζει και την έπνιξαν τα κλάματα του κόσμου.
Αχ! παιδάκια μου, να είμουν Παναγιά, τι καλό θα σας έκαμνα όλους! Και τους ντόπιους θα γιάτρεβα και τους ξένους. Και δε θα γιάτρεβα μόνο τους τρελλούς, τους στραβούς και τους παράλυτους. Αμέ τι; Να είμαι Παναγιά και να φέρνουμαι σαν τους γιατρούς, που ο ένας είναι για τα δόντια, ο άλλος για ταφτιά, ο άλλος πάλε για κάτι άλλα! Δεν ταιριάζει. Ποιος θα με βαστούσε εμένα, αν είμουνα Παναγιά; Και τι τάχα; Τέτοιες αρρώστιες θα γιάτρεβα μόνο; Θα γιάτρεβα, παιδιά μου, και τις αρρώστιες της ψυχής.
Θα γιάτρεβα πρώτα πρώτα την καημένη μας την ψυχή, την ψυχή του αθρώπου που το βράδυ, όταν ο ήλιος βασιλέβει, λύπη γιομίζει και θάνατο συλλογιέται, τη δύστυχή μας την ψυχή που όλο θέλει κι όλο δεν μπορεί, την ψυχή μας που έχει χάλια, γιατί είναι καλή και γενναία ψυχή κι όμως είναι περιωρισμένη. Αν είμουν Παναγιά, δε θα μπορούσε κανείς να μετρήση τα θάματά μου. Αφού θα είχα τη δύναμη να κάνω το ένα, θα είχα τη δύναμη να κάνω κι όλα τάλλα. Έπειτα, χάρισμα θα τάκαμνα, παιδιά. Θα είμουν Παναγιά, θα είμουν όμως και ποιητής. Για να γιατρέψω, δε θα γύρεβα πρώτα να με πιστέβη ο άρρωστος ή να πιστέβη πως θα γιατρεφτή. Ο ποιητής τέτοιες έννοιες δεν έχει. Σκορπάει τα διαμάντια του απάνω στη γις, πιστέβεις ή δεν πιστέβεις, κ' έτσι καμιά μέρα, και στραβός να είσαι, θα καταλάβης πως εκεί μπροστά σου κάτι λάμπει, κ' ίσως ανοίξουν τα μάτια σου μοναχά τους, για να διής και το φως.
Κρίμας, αλήθεια, να μην είμαι Παναγιά. Σας το λέω, παιδιά μου, θα τάπαιρνα όλα ένα ένα και θα τα γιάτρεβα όλα. Θα γιάτρεβα τα καλντερίμια, θα γιάτρεβα τα τηνιακά ξενοδοχεία, τους τηνιακούς ξενοδόχους, τα κρεββάτια, τα τραπέζια και τα φαγιά. Θα γιάτρεβα όλους τους Τηνιακούς — θα γιάτρεβα και την Παναγια την ίδια που δεν μπορεί όλα να τα γιατρέψη.
Τέτοια έλεγα τους Τηνιακούς, μα σα να μην τους πολύ άρεζαν τα λόγια μου. Έχουνε δίκιο οι Τηνιακοί. Δε μιλούμε την ίδια γλώσσα. Ίσως για τούτο και τα λόγια μου δεν τους αρέσουν.
Εμένα πάλε μ' αρέσει η Τήνο με το παραπάνω, όταν κάθουμαι ήσυχα στην Αθήνα, στο βιβλιοπωλείο της «Εστίας», με τον καλό τον Κασδόνη, που είναι και κείνος Τηνιακός, και μου λέει για την Τήνο. Στου Κασδόνη μαζέβουνται ταπόγεμα κάθε μέρα όσοι γράφουν ή στίχους ή παραμύθια. Βιβλία κανείς δεν αγοράζει. Τι να τα κάμη, αφού διαβάζει ο καθείς τα δικά του και τα δικά του μόνο, κάποτε και μόνος; Έχω ιδέα που καμιά ώρα αφτό το βιβλιοπωλείο θα γίνη Ακαδημία. Γιατί οι Ακαδημίες έτσι γίνουνται. Γίνουνται μοναχές τους, και κει που δεν ξέρεις πως θα γίνουν. Είναι σαν τα λουλουδάκια του κάμπου· άξαφνα φυτρώνουν και μεγαλώνουνε, φτάνει να είναι και το χώμα. Κάτι θα κατορθώσουν όλα αφτά τα παλληκάρια. Για κάθε πράμα θα σου μιλήσουνε, για γλώσσα, για ποίηση, για ρομάντζα, για φιλολογία· μόνο Ακαδημία δε βάνουνε στο νου τους, κ' ίσια ίσια για τούτο παίρνει δρόμο λίγο λίγο η μικρή Ακαδημία του Κασδόνη.
Δημοτική, εθνική Ακαδημία! Άμα φανερωθή, δίχως να είναι και Παναγιά, θα γιατρέψη πια και τους δασκάλους.
III ΣΤΑ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΑ {114}
Να μην είταν οι παππάδες, τι θα γίνουμουν και γω δεν τοξέρω. Όπου πήγα, πρώτος φίλος μου κι ο παππάς. Πολύ τους αγαπώ τους παππάδες. Είναι προκομμένοι, είναι καλοί, είναι κ' έξυπνοι, είναι έξυπνοι κι αθώοι. Τους βλέπω και καμαρώνω. Αφτοί βάσταξαν τον ελληνισμό και σήμερις ακόμη, σε μέρη πολλά, αφτούς έχει πατρίδα η Ρωμιοσύνη. Τι περίεργο πράμα! Και μένα μ' αγαπούν οι παππάδες. Αλήθεια, δεν ταξίζω. Στο Παρίσι, που λέω πια την ιδέα μου παστρικά, και μιλώ για τα θρησκεφτικά ζητήματα μ'όλο το θάρρος, δεν μπορείτε να φανταστήτε τι ωραία που τα πηγαίνουμε με τους παππάδες. Τι να πω τώρα για τους δικούς μας; Βέβαια θα διάβασαν το Ταξίδι μου και θα είδαν πως τη θρησκεία, δεν την πειράζω, μάλιστα πως λέω και τα καλά της. Για κάτι άλλα θυμώνω, για κάτι δεισιδαιμονίες, για κάτι συνήθειες, ίσως για τα τηνιακά Καταστήματα, γιατί έτσι λεν εκεί την εκκλησιά, όχι όμως για την Παναγιά, που δε μου έκαμε και κανένα κακό.
Οι παππάδες το κατάλαβαν και για τούτο παντού με φιλοξένισαν και θα με φιλοξενίσουν ακόμη. Και γω πάλε, άμα διώ παππά, ξανοίγει η καρδιά μου. Και κει που βλέπω παππάδες, αμέσως ξέρω πως θα καλοπεράσω. Στη Σύρα ως τόσο δεν είδα παππά· καλοπέρασα όμως και στη Σύρα. Τωραίο, ταγαπημένο το νησί! Τόβαλα στην καρδιά μου. Είναι το πρώτο ελληνικό χώμα, ή, να το πούμε πιο σωστά, η πρώτη ελληνική πέτρα που πάτησα τότες, όταν ήρθα στην Ελλάδα. Και τώρα πόσο πιο όμορφη μου φάνηκε ακόμη! Έφτασε νύχτα το βαπόρι. Με τα φέσια της όλα έμοιαζε η Σύρα, από μακριά που την είδα, σαν ένας μικρούτσικος στρογγυλός χρυσοκεντημένος ουρανός, γεμάτος άστρα πηχτοκαρφωμένα. Τι θαρρείτε; Έχει κ' η Σύρα αστερουδάκια δικά της. Ξέρουν εκεί τι θα πη επιστήμη, σου φτειάνουν κάτι λαμπρούς γεωγραφικούς χάρτες, γράφουν ιστορικά σπουδαία βιβλία και χτυπούν ένα χάζι τον Περραιβό, σου κάμνουν και κωμωδίες. Κι από το πρωί ως το βράδυ φιλονικούνε για ό τι θέλεις, και για τον Ίπσεν και για μένα.
Στη Σύρα πολύ μ' άρεσε κι ο ξενοδόχος. Δε μοιάζει διόλου του ξενοδόχου της Τήνος. (Αχ! Τήνο, Τήνο, δυστυχισμένο μου νησί, πού να το ξέρης σε ποιανού γλώσσα θα πέσης!) Ο ξενοδόχος της Σύρας δεν είναι ξενοδόχος· είναι φίλος. Είναι μάλιστα πατέρας· έχει την έννοια σου· ρωτά πώς είσαι. Αν άξαφνα σου πονεί το στομάχι, θα σου παραγγείλη ο ίδιος το φαγί που σου χρειάζεται. — «Εγώ, λέει, αφτό νομίζω καλό, εσύ τώρα να διατάξης. Σαράντα χρόνια ξενοδόχος, είμαι και γιατρός. Να διώ τη γλώσσα σου!». Απαράλλαχτος ο γέρος ο Bressant, όποιος τον πρόφταξε. Κ' η πετσέττα που βαστά στο χέρι να σε σερβίρη, έχει αξιοπρέπεια και κείνη. Να πάτε δίχως άλλο στη Σύρα, μόνο και μόνο για το γέρο Μάτση. Ακούτε με κι αξίζει.
Πολύ όμως δυσαρεστήθηκα στη Σύρα, όταν κατέβηκα στην πλατέα και δεν είδα παρά τάγαλμα του Μιαούλη. Πρόσμενα πως θα είταν και του Βικέλα. Του έπρεπε, αφού είναι Συριανός. Κάμποσο θα μ' άρεζε νάβλεπα το Βικέλα μαρμαρένιο, με τα μεγάλα τα πανωβράκκια σαν του Μιαούλη, με το καππότο, με το γελέκι και το καζακί, με το ζουνάρι, τις κάρτσες και τα παππούτσια, να βαστά το κανοκιάλι στο ένα του το χέρι και με τάλλο να βαστά τη λαγουδέρα. Θα μου θύμιζε τον πρώτο μου το Βικέλα, που χτυπούσε τους δασκάλους, που έγραφε στίχους δημοτικούς και δεν ήξερε παρά δημοτική. Δεν είχε ακόμη δασκαλέψει το Σαικσπείρο και φόρτωνε στον πετεινό όλα τα τελικά τα ν. Αφού ξέχασε τα βρακκάδικα και δεν τα θέλει, ελάτε να του κάμουμε άγαλμα εμείς με τα βρακκιά, να τα φορέση.
Τώρα που τάγραψα αφτά, κάθουμαι και συλλογιούμαι· «Λέτε να πειραχτή;» Και τι να πειραχτή; Δε με ξέρει; Για να γελάσω μια στιγμή, τι δε γράφω; Γράφω όμως δίχως κακία. Το κάτω κάτω, πώς να θυμώση, αφού κι άγαλμα θέλω να του κάμω;
Ωραία ταγάλματα κ' η τέχνη ωραία. Σαν την ωραιότητα της φύσης τίποτε όμως δεν είναι. Κ' η τέχνη, για ναξίζη, τη φύση πρώτα πρέπει να μιμηθή. Δεν πιστέβω ποτέ στη ζωή μου να είδα ό τι είδα στη Σύρα, μήτε να το είδε κανένας. Τη νύχτα, με το φεγγάρι, δεν υπάρχει πράμα στον κόσμο που νάχη της Σύρας την ομορφιά. Για να το καταλάβης, πρέπει νανεβής απάνω τη στράτα, ώςπου να διής έναν καφενέ που έχει όνομα «Ορφεύς»… Εκεί, σε κείνον τον καφενέ, εννόησα πρώτη φορά, κοντέβουν τώρα εφτά χρόνια, με τι τρόπο και με τι σύστημα, ήσυχα και κανονικά, ο λαός διορθώνει τους δασκαλισμούς, γιατί ο λαός ή «Ορφές» θα το κάνη πολύ σωστά, όπως ένας μου το είπε, ή θα το λέη νέττα σκέττα καφενές. Εσένα μη σε μέλη για τους δασκαλισμούς· πήγαινε ίσια το δρόμο σου. Άμα είναι ησυχία κι αγεράκι δε φυσά, θώρειε τη θάλασσα πέρα πέρα που γιαλίζει σα γιάλινος απέραντος κάμπος. Κοίταξε και τους βράχους που γκρεμνούνε και παν κάτου ως το γιαλό, ολόλαμποι βράχοι που στράφτουνε σαν τασήμι. Ανέβα ακόμη πιο αψηλά· άξαφνα στρίβει ο δρόμος και λες πως μπαίνει μέσα στα βουνά, στη ρεματιά μέσα. Τα βουνά μοιάζουνε σα να είταν από ατσάλι καμωμένα κι αχτινοβολούνε. Κάτασπρη η στράτα. Περπατείς και το βήμα σου δεν τακούς. Σωπασιά μεγάλη παντού μεριά. Πού είσαι, και συ πια δεν το ξέρεις· ξεχνάς πως υπάρχει ζωή, θαρρείς πως είσαι φάντασμα, και που βαδίζεις μέσα στο φεγγάρι, στα βουνά του και τους γκρεμνούς του, μέσα στο φως του.
Και ποιο νησί στην Ελλάδα δε σε μαγέβει; Η Άντρο πάλι έχει και τη θάλασσα μαγεμένη. Πρέπει να διής τις αμμουδιές εκείνες, βαθιά μέσα στο λιμάνι, με τα βουνά γύρω γύρω. Έρχουνται τα κύματα, φαρδιά φαρδιά με τον αφρό τους, έρχουνται και απλώνουνται, ξαπλώνουνται και φωνάζουν της αμμουδιάς· «Έλα, έλα μαζί μας, εσύ που μας μαγέβεις και μας τραβάς, έλα να σε τραβήξουμε και μεις, έλα να σε πάμε πέρα στανοιχτά.» Μου φάνηκε σα να είταν το τραγούδι της αγάπης. Εσύ που κοιμάσαι στην ακρογιαλιά, έλα, φωνάζει κ' η αγάπη, έλα νανοίξη ο ουρανός, νανοίξη κ' η ψυχή σου.
Η Άντρο έχει πανώρια βουνά. Τα βλέπεις δεξιά και σου γελούνε· είναι γιομάτα πρασινάδες, λουλούδια γιομάτα· τα βλέπεις αριστερά και τρομάζεις· είναι σαν ντουβάρια από γιγάντους χτισμένα· πέτρες και γκρεμνά· μήτε φύλλα, μήτε κλαδί. Η Άντρο τέτοια είναι, ταντρειωμένο, τόμορφο νησί· έχει δύναμη και χάρη. Οι αμμουδιές της είναι χαριτωμένες, τα κύματά της φοβερά, οι ανερούσες εκείνες που σε παίρνουν και σε παρασέρνουν και δε σ' αφίνουνε πια. Κ' η αγάπη τέτοια είναι· έχει αμμουδιές κι ανερούσες. Θέλω κ' η ποίηση να είναι τέτοια, θέλω να μοιάζη της Άντρος, να είναι χαρά και τρομάρα.
Άλλη πάλε είναι της Πάρος μου η νοστιμιά. Η Πάρο βουνά δεν έχει· έχει ραχούλες. Μήτε κρύο πολύ κάνει στην Πάρο, μήτε πολύ ζέστη· τα σοκάκια της είναι μικρά, όπως και τα σπιτάκια. Όλα της είναι ήσυχα, φρόνιμα, καλούτσικα, γελαστά, όλα της έχουν κάποιο μέτρο και κάποιο γούστο. Κ' η θάλασσα στην Πάρο δεν ξέρει από φουρτούνες· εκεί, κάθε χρόνο, το καλοκαίρι, έρχουνται τα σφουγγαράδικα και ψαρέβουνε δίχως φόβο. Κατεβαίνει ο βουτηχτής κάτω στης θάλασσας τον πάτο· μέσα σ' ένα λάστιχο κατεβαίνει μαζί του κι ο γλυκός ο Παρειανός αέρας· κάποτες βλέπεις μια φούσκα, μιαν ασπράδα που ανεβαίνει· θα πη πως ο βουτηχτής πήρε την αναπνοή του, κ' έτσι μπορείς να καταλάβης σε τι μέρος βρίσκεται ο βουτηχτής. Τα ίδια και μεις όλοι· γυρέβουμε, ψάχνουμε, πολεμούμε, καμιά αλήθεια να φανή, να πάρουμε την αναπνοή μας, να διή ο κόσμος από τι μέρος βγαίνει ασπράδα. Όλα τάλλα η θάλασσα τα σκεπάζει.
Από την Πάρο βαστώ και γω. Παρκιώτης είταν της μητέρας μου ο πατέρας. Από την Πάρο βαστώ κι ας πα να λεν οι δασκάλοι. Το μέτρο μ’ αρέσει και πολύ μέτριος είμαι. Νομίζουν πως στη γλώσσα που γράφω τα τόλμησα πια όλα. Δεν τόλμησα όσα τολμά ο λαός· όχι γιατί τα φοβούμαι, μα γιατί δεν είναι καιρός ακόμα· όσα σήκωνε ο καιρός ο δικός μας, τόλμησα μόνο και θα το καταλάβουν κατόπι οι άλλες γενεές.
Από την Πάρο στην Αξιά πήγα με καΐκι κι από τη Χώρα πήγα ίσια στα χωριά. Ποιος είδε κάμπους αθεόρατους, κάμπους μέσα στη μέση του βουνού; Στα βουνά της Αξιάς θα διής κάμπους δεντροφορεμένους και θαπορήσης όσο θαπορούσες, αν έβλεπες άξαφνα θάλασσα ψηλά μέσα στη μέση του νησιού. Θα μάθης τόνομα κάθε βουνού, το Καναβάρι, το Σταβρομενίτη, τη Βουκολόμαντρα, τον Καλυβά, τη Μονόπετρα, το Παχύ Γκρεμνάρι, τον Ανεμόμυλο και τον Καρκό. Κάθουνται τα βουνά και καμαρώνουν τ' Απεράθου, τωραιότερο απ' όλα τα χωριά. Η φύση όλη το καμαρώνει· ο ήλιος το γλυκοφιλά κ' οι αχτίδες του, σαν ερωτεμένες, χαδέβουν ταμπέλια τ' Απεραθιού. Λες πως πλαγιάζουν και χουζουρέβουν και πως τις βάζει ο ήλιος να κοιμηθούν· «Εδώ μ' αρέσει, αχτίδες μου χρυσές, εδώ μ' αρέσει να σας βλέπω· αφανίζεστε όλη μέρα απάνω στις κορφές, στα καλντερίμια, στις κοφτερές τις πέτρες· εδώ κάτω να ξεκουραστήτε· έχετε στρώμα κι απακκούμπι.»
Ένα πρωί, από τ' Απεράθου, είδα και την Αμοργό. Είταν ψιλούτσικη καταχνιά, μια περίεργη καταχνιά, σα φωτολουσμένη. Πού και πού άσπριζε μια χαραμάδα, πολύ μακριά, — συννεφούδι, κυματάκι, ποιος ξέρει; Δεν ξεχώριζες θάλασσα κι ουρανό· σα ροδάκινο μεγάλο, στο χνούδι του τυλιμένο, έμοιαζε πως κρέμουνταν η Αμοργό στάπειρο μέσα.
Θα του κάμουμε ένα άγαλμα λαμπρό Εκεινού που θα βγη να μας πρωτοπή την ομορφιά της Ελλάδας, γιατί μου φάνηκε πως έχουν τέτοιο παράπονο τα νησιά. Ποιος γυρίζει να τα διή; Αντίς να διαβάζετε ξένα και να γράφετε ξένα, τρεχάτε, παιδιά, στα νησιά, τρέχατε και στη στεριά. Ρωμαίικα ρομάντζα προσμένουμε από σας όλους, προσμένουμε ρομάντζα που ρωμαίικο χώμα να μυρίζουν. Από σας όλους να μάθουμε θέμε τα κάλλη κάθε χώρας, το μυστικό κάθε ψυχής. Πολύ θα μ' άρεζε και μένα, παιδιά, να μπορούσα κάτι να καταφέρω. Μα δεν αδειάζω· έχω άλλες δουλειές. Κάποιος τώρα πρέπει να φανή. Το ροδάκινο που κρέμεται στον αέρα ψηλά, ποιος θα το κόψη; Ποιος θα ξεχωρίση θάλασσα κι ουρανό; Ποιος θα ζωντανέψη και τις πέτρες; Εκείνος θα γίνη «άλλος Ορφές». Ομπρός το λοιπόν, και μη φοβάστε. Άγαλμα θα του φτειάσουμε, σας λέω. Φέρνουμε και μάρμαρο από την Πάρο.
IV ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΑΚΙ {115}
Γιατί βγήκα στο ταξίδι και τι γυρέβω, δεν το κατάλαβα ακόμη.
Κοριτσάκι μου, εσύ που προβαίνεις στο παράθυρό σου, αντίκρυ στην κάμερή μου, και με κοιτάζεις κι απορείς και δεν ξέρεις γιατί άξαφνα σηκώνουμαι και περπατώ, άξαφνα κάθουμαι και γράφω, γιατί ξεσκίζω κάθε τόσο μια κόλλα χαρτί και ξαναρχίζω, γιατί κάποτε χαμογελώ και κάποτε πάλε στέκουμαι ώρες και συλλογιούμαι, κοριτσάκι μου εσύ, να σου πω τα ιστορικά μου· δυο πράματα σιχαίνουμαι στον κόσμο, δυο είναι που μου φέρνουν αηδία, να ταξιδέβω και να γράφω. Να γράφω και να ταξιδέβω στην Ελλάδα έγινε τώρα η δουλειά μου. Από κει να καταλάβης.
Αν τύχη και διαβάζεις το Άστυ, μη βλέπης που λέω τόσα για τα νησιά και που τρελλάθηκα για την ομορφιά τους. Θέλεις να μάθης την αλήθεια; Βλαστημώ την ώρα που ήρθα. Εμένα μ' αρέσει να μην το κουνώ από το σπιτικό μου, το χειμώνα ήσυχα να δουλέβω, το καλοκαίρι να σκυλοχουζουρέβω. Το μουλάρι, με σκοτώνει· το κεντιστήρι δεν το νοιώθει το μουλάρι· το στομάχι μου το νοιώθει και γίνεται τρύπα. Τρέχα απάνω στα βουνά, τρέχα με τον ήλιο και το βοριά μαζί, τρέχα στα μονοπάτια, που ξεφέβγουν τα πόδια σου από τις σκάλες στις αγκίστρες του βουνού, τρέχα σε δρόμους στενούς, ντουβάρια αριστερά, και δεξιά ντουβάρια, που χτυπάς, ξεγδέρνεις και πηγαίνεις· βάστα την ομπρέλλα με το ένα χέρι, βάστα με τάλλο το καπέλλο σου, με τάλλο βάστα το καπίστρι, με το τέταρτο βάστα την ψυχή σου. Ανάθεμάν τα!
Και για τι σκοπό, για τι όφελος τα βάσανα κι ο κόπος; Για νακούσης την προφορά, για να σου πουν παραμύθια, και κει που σου τα λένε να τους φέβγη η ομιλία, να τρέχουν τα λόγια μάνι μάνι και συ να ταρπάζης. Και μήπως έφκολο είναι να το καταφέρης; Καλήτερα ψήφους να μαζώνης παρά να μαζώνης παραμύθια! Πρέπει σαν το βουλεφτή να ρητορέβης, όλο τα ίδια να κοπανίζης και να μην κουράζεσαι ποτέ. Σε μερικά χωριά ντρέπουνται και τραβιούνται· κάποτε μ' ένα φράγκο ή και με μια δεκάρα πάει η ντροπή και τότες πια δε γλυτώνεις. Σ' άλλα χωριά πάλε άλλες ιστορίες. Με πονοκέφαλο, με θέρμη, με βήχα και με συνάχι, κατεβαίνεις από τ' Απεράθου στους Βόθρους· όχι! δεν κατεβαίνεις· κατρακυλάς· το μουλάρι λέει να πατήση και φοβάται· φυσά βοριάς, παλληκάρι, και σου σπάνει τη μούρη· από την άκρη του βουνού, μπροστά σου, απάνω από τα βράχια και τους γκρεμνούς, σαν άσπρες φοράδες, μπρούμυτα κάτι σύννεφα πετιούνται και θαρρείς πως θα σε πλακώσουν. Ας είναι! Δεν πειράζει. Οι Βόθροι δεν είναι μακριά· ας διούμε και κει πώς μιλούνε. Νύχτωσε. Πρέπει ακόμη να κάμης κουράγιο, ώςπου να φτάσης κάτω στη ρεματιά, γιατί εκεί κάτω είναι οι Βόθροι, ανάμεσα σε δυο βουνά. Άξαφνα, το ένα βουνό ζωντανέβει και στη μέση του βουνού βλέπεις φώτα αναμμένα, σα να είχε μάτια, χίλια μάτια το βουνό, σα να είτανε σπηλιές κ' η κάθε σπηλιά φλόγα — είναι τα παράθυρα του χωριού που λάμπουν ένα ένα· χαίρεσαι και συλλογιέσαι· Εδώ θα λεν παραμύθια πολλά, θα λεν παραμύθια και στους Βόθρους. Να κ' η ρεματιά, να κ' οι Βόθροι!
Σου ανοίγει την πόρτα του ένας χωρικός και μπαίνεις μέσα. Σε καλοδέχεται. Του είπες τι γυρέβεις και γιατί ήρθες· είναι πρόθυμος να κάμη ό τι θέλεις. Θα μείνης λίγες ώρες, απόψε πρέπει να γίνη η δουλειά κι άβριο το πρωί. — Μάλιστα, θα γίνη! — Εκεί που το πιστέβεις με τα σωστά σου, γυρίζεις και τι βλέπεις; Ο νοικοκύρης έφυγε· ο μεγαλήτερός του γιός έπεσε απάνω σε δυο σάκκους πίτερα και ρουχαλίζει· η κόρη του ξαπλώθηκε στο κρεββάτι και κοιμάται, είκοσι χρονώ γυναίκα· μια άλλη, δεκαπέντε χρονώ, καμώνεται πως νυστάζει. Βουβάθηκαν όλοι. Μόνη της η γριά, καλή γριά, προσπαθεί να θυμηθή κανένα παραμύθι. Οι άλλοι ξέρουνε, μα τι τους μέλει; Αδιαφορία και για τον κόπο το δικό σου και για την επιστήμη που σ' έφερε ως εκειδά. Ναγόραζες σμυρίγλι, θα τους βαστούσες όλη νύχτα στο ποδάρι.
Θέλεις να φύγης, να πας σ' άλλο νησί. Βαπόρι δεν έχει. Οι ώρες σου είναι μετρημένες· ο σκοπός σου είναι να διής πολλά νησιά, να τα πάρης ένα ένα· θα είταν καλό, θα είταν ωραίο να τάβλεπες όλα. Αδύνατο! Βαπόρι δεν έχει. Κι ας μην έχη! Τι πειράζει; Να μη σου κακοφανή, να μην πικραθής, να μη σου κάψη ο πόνος την καρδιά. Το κάτω κάτω γιατί ήρθες; Για να σπουδάσης τη γλώσσα ενός τόπου, παιδί μου, που για τέτοια σπουδή έχει περισσότερη αδιαφορία κι από τους Βόθρους· και γνωστός να είσαι, δε φαίνεται να ξέρη καλά καλά σε τι καταγίνεσαι τόσα χρόνια. Για τέτοια πράματα φροντίζουμε καλήτερα αλλού. Παραίτα λοιπόν ήσυχα τη μελέτη και γράφε να ξεθυμάνης. Γράφε, και πού; Όπου τύχη κι όπου βρεθής. Με την πέννα και το καλαμάρι στην τζέπη, τράβα, εσύ από το ένα στάλλο χωριό, και στο δρόμο, κάθου απάνω στο μουλάρι, να συλλογιέσαι για επιστήμη και για τέχνη!
Εφτυχισμένο κοριτσάκι που δε γράφεις, πόσο σε ζουλέβω! Όσες ανοησίες κι αν ακούσης, ό τι κι αν πουν οι δασκάλοι, εσένα δε σε νοιάζει. Και γω θα γίνω τώρα σαν και σένα. Να χολοσκάνη κανείς, δεν αξίζει. Τι λέει το τραγούδι; Σου κρένω, δε μου κρένεις. Έτσι να κάμουνε είναι και πιο σωστό. Να μην τους δίνουμε απάντηση τους δασκάλους. Τι βγαίνει από τα πολλά τα λόγια; Οι δασκάλοι κάθε τόσο φωνάζουν πως άλλη γλώσσα μιλούνε στη Θεσσαλία, άλλη γλώσσα στα νησιά, στο Μοριά άλλη γλώσσα, πως δεν ξέρει κανείς ποια απ' αφτές να πρωτογράψη, πως δεν μπορεί ο ένας να καταλάβη τον άλλονα, και πως για τούτο πρέπει να γράφουμε την καθαρέβουσα, που ο καθένας την καταλαβαίνει! Είναι τάχατις ανάγκη να τους δείξουμε πως ίδιοι τους δεν καταλαβαίνουν τι τρέχει, δε βλέπουν και δεν ακούνε; Φτάνει κανείς να πάη σε δυο χωριά ή σε τρία, και να θελήση να μάθη την ντόπια γλώσσα του χωριού, τα βέρα χωριάτικα, που λεν, τα χοντρά , για να του φανερωθή η αλήθεια. Πολύ δύσκολα θα μάθη τα χωριάτικα αφτά, γιατί χάνουνται και πάνε. Παντού η κοινή γλώσσα βασιλέβει· δεν τη μιλούνε πάντα αναμεταξύ τους, μα την καταλαβαίνουν όλοι, και με τους ξένους αφτήνα μιλούν, την κοινή, την πανελλήνια γλώσσα, την πανελλήνια δημοτική.
Την άκουσα παντού και παντού τη μίλησα και γω· με καταλάβαιναν πολύ καλά και τους καταλάβαινα. Έπρεπε να τους παρακαλέσω, για να μου πουν τα χοντρά. Δε θα κάμουν οι δασκάλοι, αφτή η γλώσσα να μην υπάρχη, αφού υπάρχει, ακόμη κι αν τους αρέσει να φωνάξουν πως δεν υπάρχει γλώσσα. Και τώρα που την έχει ο λαός, θέλουνε να του τη σηκώσουν και να του καθίσουνε μιαν άλλη με το ζόρι, που μήτε ίδιοι τους δεν τη μιλούνε, μήτε ο λαός μπορεί να την καταλάβη.
Αφτή τη γλώσσα, κοριτσάκι μου, ναγαπάς — αφτή τη γλώσσα να γράφουμε, για να μας διαβάζης.
Γρήγορα θα γλυτώσω κι απ' αφτόνα τον μπελά, κι από τα γραψίματα κι από τα ταξίδια· ακόμη ένα γραμματάκι, και σώνει πια. Ας είναι οι φίλοι καλά που παντού και σ' όλη την Ελλάδα με περιποιήθηκαν, και με είχανε σαν παιδί του σπιτιού. Να πω τώρα για τη Ζαγορά; Εκεί δεν είτανε σπίτι, μα παλάτι, παλάτι και φιλοξένια βασιλική. Και πόσα άλλα θέλω να πω! Δεν έχω λόγια. Εδώ στο Δαμαριώνα, στην Αξιά, που κάθουμαι τώρα και γράφω, ήρθα προψές ταπόγεμα, η ώρα μια· πήγα στου βουλεφτή· δε με γνώριζε διόλου· του είπα τι γυρέβω. Αμέσως, στην ίδια στιγμή, γέμισε το σπίτι παιδιά, παραμύθια — και φαγιά.
Όλοι, όσους είδα πάντα και παντού έβαλαν τα δυνατά τους, να μ' εφκολύνουν τη δουλειά· ήξεραν πολύ καλά τι σπουδάζω, τι αξίζει η σπουδή, σε τι καταγίνουμαι τόσα χρόνια. Έκαμα και δυο τρεις γλωσσολόγους. Γλωσσολογικές κουβέντες — κουβέντες κι όχι φιλονικίες — είχαμε κάτω στα χώρα της Αξιάς, κάθε βράδυ στο τραπέζι, με τον καλήτερο απ' όλους τους Χωρεσιανούς. Γνωριστήκαμε στη Σύρα, στο ξενοδοχείο. Πήγαινα στην Πάρο, εκείνος στην Αξιά. Κοίταζε από το παράθυρο και πρόσμενε όλη μέρα να με φέρη το καΐκι, μην τύχη κ' έρθω και δεν πάω στο σπίτι του.
Πρόθυμος, ανοιχτόκαρδος ο κόσμος εδώ. Ο δήμαρχος -όχι της Χώρας - του Χαλκιού της Τραγαίας, το βράδυ, στις εννιά, του παρουσιάστηκα, πρόσταξε κρεββάτι και τραπέζι, προτού να του πω και τόνομά μου! Να μην ξεχάσω τους παππάδες! Τι δε μου έκαμε ο Νάξιος ο Δεσπότης! Τι δε μου έκαμε στις Μέλανες, εδώ, ένας φτωχός παππάς! Ξεπέζεψα μια στιγμή και κάθησα στον καφενέ· ήρθε ο παππάς να μου κουβεντιάση κι αμέσως να μου δώση ροδάκινα, ρόδια, βασιλικό. Το χρέος μου, λέει, είναι ναγαπώ τους αθρώπους.
Να μην ξεχάσω και τις γριές. Από την Παρκιά έφυγα πολύ πρωί για τη Σάντα Μαρίνα· πείνασα στο δρόμο. Μπήκα σ' ένα χαμηλό πρόστυχο σπιτάκι. Μου σερβίρισε η γριά ό τι είχε, ψωμί, τυρί, σταφύλι και καφέ. Κάθησα σ' ένα σκαμνί· είταν και δυο γατίτσες· είταν κ' ένα σκυλάκι· τους έρριχτα μια ψίχα πού και πού· έρχουνταν και τρεις όρνιθες και τσιμπούσαν, πολύ φιλικά, πολύ συντροφικά, όλα τους μαζί. Η πόρτα είταν ανοιχτή· έβλεπα μπροστά μου την Αξιά, τη θάλασσα και τον ουρανό· ησυχία μεγάλη· σα νανουρίσματα έμοιαζαν τα λόγια της γριάς, και μια στιγμή κόντεψα ναλησμονήσω πως ταξιδέβω και πως γράφω.