WeRead Powered by ReaderPub
Ιφιγένεια εν Ταύροις: Δράμα σε πράξεις πέντε cover

Ιφιγένεια εν Ταύροις: Δράμα σε πράξεις πέντε

Chapter 14: ΠΡΑΞΗ ΤΕΤΑΡΤΗ ΣΚΗΝΗ Α'
Open in WeRead

About This Book

The play follows a displaced royal woman who, having been spared death, serves as a temple priestess among a foreign people and longs for her homeland. When two familiar men arrive as captives under a ritual that requires human offerings, a process of recognition and moral reasoning unfolds: the parties confront the tension between violent custom and humane restraint, leading to refusal of sacrifice, the revelation of identities, and a path toward reconciliation and return. Themes include mercy over vengeance, the dignity of individuals, and the power of compassionate law over ritual brutality.

ΠΡΑΞΗ ΤΡΙΤΗ

ΣΚΗΝΗ Α'

Ιφιγένεια, Ορέστης.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Δυστυχισμένε, τα δεσμά σου λύνω μοίρας πιο θλιβερώτερης σημάδι. Η λευτεριά που δίνει το ιερό είναι, σαν της ζωής την τελευταία λάμψη στο βλέμμα του βαριά άρρωστου, θανάτου μηνυτής. Δεν μπορώ, ούτε θέλω ακόμα να πιστέψω πως είσαστε χαμένοι! Με χέρι φονικό πως θα μπορούσα να σας τάξω στο θάνατο! Κι όσο είμαι ιέρεια γώ της θεάς, κανένας, όποιος κι αν είναι, δεν μπορεί την κεφαλή σας να γγίξη. Αλλά κι αν αρνηθώ το χρέος, που ο βασιλιάς άγρια απαιτεί, διαλέγει μιαν άλλη απ τις παρθένες μου και τότε μένει η θερμή μου ευχή μόνος βοηθός σας. Τιμημένε συντοπίτη! Αν κι ο δούλος, που έχει τους πατρικούς θεούς αγγίξη στη γωνιά μας, καλόδεχτος μας είναι στον ξένον τόπο, εγώ με ποια χαρά μου πρέπει εσάς να δεχτώ, που την εικόνα των ηρώων, που έχω μάθει απ τους γονιούς μου να σέβουμαι, μου φέρνετε και μέσα την καρδιά μου δροσίζετε με νέα κι όμορφη ελπίδα!

ΟΡΕΣΤΗΣ. Επίτηδες σωπαίνεις γνωστικά γένος κι όνομα; Ή μπορώ να μάθω ποια θεόμοιαστη αντικρύζω;

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Θα με γνωρίσης. Τώρα λέγε μου ό τι μισά απ τον αδερφό σου άκουσα μόνο. τα τέλος εκεινών, που από την Τροία γυρνώντας, στο κατώφλι τους βουβά σκληρή, αδόκητη μοίρα τους εδέχτη. Μικρή με φέραν στο ακρογιάλι τούτο, μα τη δειλή ματιά καλά θυμούμαι, που με φόβο και ξάφνισμα είχα ρίξει σ' αυτούς τους ήρωες. Ξεκινούσαν σάμπως νάνοιγε ο Όλυμπος και νάστελνε κάτω τις μορφές του λαμπρού πανάρχαιου κόσμου, του Ιλίου φοβέρα, και πιο απ' όλους ήταν θαυμαστός ο Αγαμέμνονας. Ω πες μου! Στο σπίτι του πατώντας, από δόλο της συμβίας του έχει πέσει και του Αιγίσθου;

ΟΡΕΣΤΗΣ. Το είπες!

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Αλί σου, δύστυχη Μυκήνα! Έτσι έσπειραν τα εγγόνια του Ταντάλου κατάρα σε κατάρα με γεμάτα άγρια χέρια! Κι ολέθρια, ως τα ζιζάνια, κεφάλια σειώντας, και χιλιάδες σπόρους τινάζοντας, φονιάδες συγγενείς σε τέκνα τέκνων γέννησαν για αιώνιο αλληλοσπαραγμό! — Φανέρωσέ μου εκείνο που απ τους λόγους του αδερφού σου γοργά το σκότος μου έκρυψε του τρόμου. Πώς ο γιός ο στερνός του τρανού γένους, το γλυκό τέκνο, που έχει να εκδικήση τον πατέρα του, ο Ορέστης πώς εσώθη τη μέρα της σφαγής; Μην όμοια τύχη στου θανάτου τον τύλιξε τα δίχτυα; Γλίτωσε: Ζη; Ζη η Ηλέκτρα;

ΟΡΕΣΤΗΣ. Ζουν.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Χρυσέ ήλιε, τις πιο όμορφές σου αχτίδες δάνεισέ μου, για χάρη απίθωσε τις μπρος στο θρόνο του Δία! Γιατί φτωχή εγώ κι άφωνη είμαι.

ΟΡΕΣΤΗΣ. Με τη βασιλική γενιά αν σε δένουν φιλοξενίας δεσμοί ή στενώτεροι άλλοι, καθώς η ωραία χαρά σου το προδίνει, τότε δάμασε, κράτα την καρδιά σου! Γιατί σκληρό για έναν που χαίρεται είναι το ξαφνικό το κύλημα στη λύπη. Μονάχα του Αγαμέμνονα το τέλος ξέρεις, βλέπω.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Μην τούτο δε μου φτάνει;

ΟΡΕΣΤΗΣ. Έμαθες μόνο τη μισή τη φρίκη.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Τι να σκιαχτώ άλλο; Ο Ορέστης ζη κ' η Ηλέκτρα.

ΟΡΕΣΤΗΣ. Και για την Κλυταιμνήστρα δε φοβάσαι;

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Ούτ' ελπίδα ούτε φόβος τη λυτρώνει.

ΟΡΕΣΤΗΣ. Κι αυτή άφησε τον τόπο της ελπίδας.

   ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Μετανιωμένη, το αίμα της μονάχη
λυσσώντας έχυσε;

   ΟΡΕΣΤΗΣ. Όχι, από το ίδιο
το αίμα της ωστόσο βρήκε τέλος.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Καθαρώτερα μίλει, μη μ' αφήνης να συλλογιούμαι. Το άγνωστο τα μαύρα φτερούγια χιλιοπανωτά χτυπά στη φοβισμένη κεφαλή μου γύρω.

ΟΡΕΣΤΗΣ. Διαλέξαν οι θεοί λοιπόν εμένα για μηνυτή μιας πράξης, που ποθούσα μες στο βασίλειο το άφωνο της νύχτας να κρυβόταν; Χωρίς το θέλημά μου με βιάζει το γλυκό σου στόμα. Ωστόσο και θλιβερά αν ζητήση, θα τα λάβη. Σαν έπεσε ο πατέρας, για να σώση τον αδερφό της έκρυψε η Ηλέκτρα κι ο θειος του ο Στρόφιος πρόθυμα τον πήρε, τον ανάθρεψε πλάι με το δικό του γιό, τον Πυλάδη, που έπλεξε τριγύρω στο νιόφερτο δεσμούς φιλίας ωραίους. Κι ως μεγαλώναν, μέσα τους κι ο πόθος μεγάλωνε, το φόνο να εκδικήσουν του βασιλιά. Ανεπάντεχοι, ντυμένοι ξενικά, στη Μυκήνα φτάνουν, τάχα το μήνυμα πως φέρνουν του θανάτου του Ορέστη με τη στάχτη του. Η βασίλισσα τους δέχεται και μπαίνουν. Στην Ηλέκτρα ο Ορέστης φανερώνεται και κείνη του φυσά της εκδίκησης τη φλόγα, που η ιερή της μητέρας παρουσία την έπνιξε. Κρυφά τον πάει στον τόπο που είχε ο πατέρας πέσει, που του αιμάτου του αδιάντροπα χυμένου παλιό χνάρι με αχνές έβαφε αράδες, υποψία γεμάτες, τις συχνά πλυμένες πλάκες. Του ιστορά με την πύρινή της γλώσσα πως το μιαρό κακούργημα είχε γίνει, την άθλια και δουλόπρεπη ζωή της, των προδοτών των τυχερών το θράσος και ποιοι τ' αδέρφια κίντυνοι προσμέναν από τη μάνα που έγινε μητριά τους• εδώ του δίνει το παλιό λεπίδι, που φρύαξε στο γένος του Ταντάλου, κ' η Κλυταιμνήστρα πέφτει από γιού χέρι.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Αθάνατοι, που πάντα σε νέα νέφη μακάριοι ζήτε την καθάρια μέρα, για τούτο με χωρίσατε απ τον κόσμο τόσα χρόνια, κοντά σας με φυλάτε τόσο, το παιδικό μου δώσατ' έργο την πύρα της ιερής φωτιάς να τρέφω, την ψυχή μου, παρόμοια με τη φλόγα, σε αδιάκοπη θεόσεβη λαμπράδα μου σύρατε ψηλά στα δώματά σας, μονάχα για να νιώσω του σπιτιού μου πιο αργά και πιο βαθιά τις φρίκες; — Λέγε για τον άμοιρο! Πες για τον Ορέστη!

ΟΡΕΣΤΗΣ. Ω ας είχα να σου πω το θάνατό του! Πώς βράζοντας απ το αίμα της σφαγμένης ανέβηκε το πνεύμα της μητέρας και στις πανάρχαιες της νυχτιάς τις κόρες κράζει: «Ο φονιάς της μάνας μη σας φύγη! Στον κακούργο χιμάτε! Είναι ταμένος σε σας!» Ακούν αυτές κ' η βαθουλή τους ματιά με δίψα αϊτού κοιτάζει γύρω. Ταράζονται στις μαύρες τις σπηλιές τους κι απ τις γωνιές αγάλια οι σύντροφοί τους, ο Δισταγμός και το Μετάνιωμα, έξω σέρνονται. Απ τον Αχέροντα ανεβαίνει μπρος τους καπνός και μες στο ανταριασμένο στριφούλισμά του ο στοχασμός της πράξης γυρνά άκοπα συγχύζοντας του ενόχου το κεφάλι. Κι αυτές, που το χαμό έχουν έργο, πατούν τη γη τη θεοσπαρμένη, όθε παλιά τις έδιωξε κατάρα. Το γλήγορό τους πόδι το φευγάτον κυνηγά και του δίνουν ησυχία μονάχα για να τον τρομάξουν πάλι.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Άθλιε και συ είσαι σε παρόμοια θέση και νιώθεις τι τραβά ο δυστυχισμένος.

ΟΡΕΣΤΗΣ. Τι μου λες; Ποιά ονομάζεις όμοια θέση;

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Του αδερφού σε βαραίνει και σε ο φόνος• το ξέρω απ το μικρότερο αδερφό σου.

ΟΡΕΣΤΗΣ. Δεν το βαστώ, ω ψυχή μεγάλη, νάσαι με τον ψεύτικο λόγο απατημένη. Ένας ξένος στο δόλο μαθημένος, ύφαμα ας πλέκη πλανερό στα πόδια του ξένου για παγίδα: Ανάμεσό μας αλήθεια ας είναι! Είμ' ο Ορέστης και το ένοχο κεφάλι γέρνει στον τάφο και ζητά το θάνατο: μ' όποια μορφή κι αν θέλη, καλώς νάρθη! Όποια κι αν είσαι, λυτρωμό και σένα και του φίλου μου θέλω• εμέ όμως όχι. Χωρίς να θέλης, φαίνεται, εδώ μένεις• τρόπο φυγής ζητάτε, εμέν' αφήστε. Το κορμί μου νεκρό ας ριχτή απ το βράχο, ως τη θάλασσα το αίμα μου ας αχνίση, στο βάρβαρο γιαλό κατάρα ας φέρη! Μα εσείς γυρίστε στην ωραία Ελλάδα, μια νέα ζωή χαρούμενη ν' αρχίστε! (Κάνει πέρα).

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Ω πληρωμή, του πιο τρανού πατέρα κόρη πιο ωραία, μου κατεβαίνεις τέλος! Πώς στέκεσαι θεόρατη μπροστά μου! Μόλις σου φτάνει η ματιά μου τα χέρια, που με στεφάνια και καρπούς γεμάτα τους θησαυρούς του Ολύμπου φέρνουν κάτω Καθώς ο βασιλιάς από το πλήθος γνωρίζεται των δώρων — γιατί του είναι λίγο ό τι γι' άλλους χίλιους είναι πλούτος — έτσι και σεις, θεοί, απ τα φυλαγμένα, ετοιμασμένα με καιρό και γνώση χαρίσματα γνωρίζεστε. Τι μόνο σεις το καλό μας ξέρετε• το κράτος του μέλλοντος το διάπλατο θωρείτε, όταν τη θέα μας κρύβη κάθε βράδυ ο πέπλος της αντάρας και των άστρων. Ακούτε ατάραχοι, όταν σας ζητούμε παιδικά το γληγόρεμα των πόθων μα το χέρι σας άγουρους δεν κόβει τους ουράνιους χρυσούς καρπούς• κι αλί του, που ακράτητος στο πείσμα σας τους φάει ξινούς για θάνατό του. Ω μην αφήστε την ευτυχία, που χρόνους καρτερούσα, κι ούτε τη στοχαζόμουν, σαν τον ίσκιο του πεθαμένου φίλου να μου φύγη κούφια, αφήνοντας τρίδιπλο τον πόνο!

ΟΡΕΣΤΗΣ (πηγαίνοντας πάλι κοντά της). Αν τους θεούς για σε και τον Πυλάδη καλής, μη μελετήσης τ' όνομά μου! Τον κακούργο, που σμίγεις, δεν τον σώζεις• συμφορά μόνο παίρνεις και κατάρα.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Στη μοίρα σου είν' η μοίρα μου δεμένη.

ΟΡΕΣΤΗΣ. Όχι! Μόνο, ασυντρόφευτο άφησέ με να πάω στους πεθαμένους! Κι αν ακόμα το φονιά με τον πέπλο σου σκεπάσης, από των πάντα ακοίμητων το μάτι δεν τον φυλάς, κ' η παρουσία η δική σου, ω ουράνια, μόνο απόμερα τις σπρώχνει, δεν τις διώχνει. Τ' αδιάντροπα χαλκά τους πόδια το άγιο το δάσος να πατήσουν δεν τολμούν• όμως ακούω μακρόθε κει και δω το άγριο τους γέλιο• Έτσι προσμένουν λύκοι γύρω απ το δέντρο, όπου ο διαβάτης σκαρφάλωσε. Εκεί απόξω μονιασμένες ησυχάζουν μα αν βγω απ' αυτό το δάσος. τότε, τα φιδωτά κεφάλια σειώντας κι ολούθε σκόνη υψώνοντας, πετιούνται και χιμούνε στο θύμα τους.

   ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Μπορείς,
Ορέστη, ένα γλυκό ν' ακούσης λόγο;

ΟΡΕΣΤΗΣ. Για ένα φίλο των θεών φύλαξέ τον.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Αυτοί σου δίνουν φως ελπίδας νέας.

ΟΡΕΣΤΗΣ. Σε καπνό μέσα βλέπω το αχνό θάμπος του Αχέροντα στον Άδη να μου φέγγη.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Μιαν αδερφή έχεις μόνο, την Ηλέκτρα;

ΟΡΕΣΤΗΣ. Γνώρισα μόνο αυτή• η καλή της μοίρα, που εμάς φριχτή μας φάνηκε, την πρώτη απ του σπιτιού μας τα δεινά νωρίς την πήρε. Ω μη ρωτάς, και συ μη σμίγης τις Ερινύες! Φυσούν απ την ψυχή μου χαιρέκακα τη στάχτη• δεν αφήνουν τα στερνά δαυλιά μέσα μου να σβήσουν της πυρκαϊάς του γένους μας. Αιώνια, επίτηδες λοιπόν συδαυλισμένη και θρεμμένη με θειάφι από τον Άδη, θα καίη η φωτιά μαρτύριο στην ψυχή μου;

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Φέρνω γλυκό θυμίαμα στη φλόγα. Ω, της αγάπης την αγνή πνοή σιγοφυσώντας, άφησε του στήθους να σου δροσίση τη φωτιά! Ακριβέ μου, Ορέστη, δεν μπορείς ν' ακούσης; Σου έχει τόσο στις φλέβες το αίμα σου ξεράνει η συνοδεία των τρομερών δαιμόνων; Περνά, ως απ το κεφάλι της Γοργόνας το κορμί σου γητειά και το πετρώνει; Αν το χυμένο μητρικό αίμα κράζη με μουγκή φωνή κάτω προς τον Άδη, της αγνής αδερφής η ευχή δεν πρέπει βοηθούς θεούς από ψηλά να κράξη;

   ΟΡΕΣΤΗΣ. Κράζει! Κράζει! Τον όλεθρο μου θέλεις;
Μην κρύβεται καμιά Ερινύα σε σένα;
Ποια είσαι συ, που η φωνή σου μου ταράζει
τόσο φριχτά στα βάθη τους τα σπλάχνα;

   ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Της καρδιάς σου τα τρίσβαθα το λένε:
Ορέστη, εγώ είμαι! Δες την Ιφιγένεια!
Ζω!

ΟΡΕΣΤΗΣ. Συ;

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Αδερφέ μου!

ΟΡΕΣΤΗΣ. Ω, άφησέ με! Φύγε! Άκουσέ με, μη γγίξης τα μαλλιά μου! Φωτιά άσβηστη αποπάνω μου πετιέται, σαν απ της Κρέουσας τον πέπλο. Άφησέ με Σαν ο Ηρακλής, θέλω γώ ο ανάξιος, μόνος θάνατο ντροπιασμένο να πεθάνω.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Δε θα χαθής! Ω να μπορούσα μόνο νάκουα από σε ήσυχο ένα λόγο! Ω λύσε το δισταγμό μου, ασφάλισε και μένα την ευτυχία, τη χρόνια ικετεμένη. Ένας τροχός από χαρά και θλίψη στην ψυχή μου γυρνά. Απ τον ξένον άντρα η φρίκη με μακραίνει• μα τα σπλάχνα ορμητικά στον αδερφό με σέρνουν.

ΟΡΕΣΤΗΣ. Ναός του Βάκχου εδώ είναι και μανία την ιέρεια αχαλίνωτη κυριεύει;

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Ω άκου με! Ω δες πως ύστερ' από τόσο καιρό στην ευτυχία η καρδιά μου ανοίγει, του πιο ακριβού, που έχει για μένα ακόμα ο κόσμος, το κεφάλι να φιλήσω, στην αγκαλιά, που απλωνόταν στους άδειους τους ανέμους, να σφίξω εσέ! Ω άφησέ με! Τι τόσο λαγαρή απ τον Παρνασσό δεν τρέχει η βρύση η αστέρευτη στους βράχους προς τη χρυσή πηδίζοντας κοιλάδα, όσο η χαρά αναβρύζει απ την καρδιά μου κι ως θάλασσα ευτυχίας με πλημμυρίζει. Ορέστη! Ορέστη! Αδερφέ μου!

ΟΡΕΣΤΗΣ. Ωραία νύμφη, σε σένα και στα χάδια σου δε δίνω πίστη. Η Άρτεμη σεμνές ιέρειες θέλει• το ντροπιασμένο το ιερό εκδικιέται. Το χέρι σου από μένα πάρε! Αν θέλης ένα νέο ν' αγαπήσης σώζοντάς τον και τη γλυκεία ευτυχία να του προσφέρης, την καρδιά σου στο φίλο μου ας γυρίσης, τον άξιο! Κάπου εκεί στο μονοπάτι του βράχου τριγυρνά• πήγαινε βρες τον και δείξε του το δρόμο• εμέ λυπήσου!

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Ησύχασε, αδερφέ, και γνώρισέ με! Της αδερφής την καθαρή κι ουράνια χαρά σαν πόθο ανίερο μην τη βρίζης! Ω πάρτε του την πλάνη απ τ' άγρια μάτια, η στιγμή της χαράς της πιο μεγάλης να μη μας κάνη δύστυχους τριπλά! Η αδερφή σου η χαμένη χρόνους είμαι. Απ το βωμό μ' έχει η θεά αρπαγμένη και δω μ' έχει γλιτώσει στο ιερό της. Εσύ σκλάβος, φερμένος για θυσία, στην ιέρεια απαντάς την αδερφή σου.

ΟΡΕΣΤΗΣ. Δυστυχισμένη! Ας δη λοιπόν ο ήλιος τις τελευταίες φρίκες του σπιτιού μας! Δεν είναι η Ηλέκτρα εδώ; Ν' αφανιστή κι αυτή μαζί με μας κ' έτσι η ζωή της για πιο βαριά δεινά να μη μακραίνη! Έ, ιέρεια! Στο βωμό σ' ακολουθώ. Ο φόνος του αδερφού είναι πια συνήθεια αρχαία του παλιού γένους• και σας έχω χάρη, θεοί, γιατί με χάνετε άτεκνο. Κι άκου, μην αγαπάς πολύ τον ήλιο, μήτε και τ' άστρα• έλα μαζί μου κάτω στο σκοτεινό βασίλειο! Σαν τους δράκους τους γεννημένους σε θειαφένια βάλτα, που πολεμώντας τη γενιά τους ένας τον άλλον τρώει, χάνεται μόνο τ' άγριο γένος• μαζί μου έλα άτεκνη κι αθώα! Με σπλάχνος με κοιτάς; Μη, μη! Με τέτοιες ματιές ζητούσε η Κλυταιμνήστρα δρόμο στου γιού της την καρδιά• μα το υψωμένο χέρι του ήβρε το στήθος της. Η μάνα έπεσε! — Έβγα, ωργισμένο πνεύμα! Κύκλο κλείστε, Ερινύες, ολόγυρα και δέτε το ευφρόσυνο το θέαμα, το στερνό, το φριχτότερο που έχετε ετοιμάσει! Δεν της τροχίζει εκδίκηση και μίσος το μαχαίρι• η γλυκειά αδερφή άθελά της με θυσιάζει. Μην κλαις! Δε φταις! Δεν έχω από παιδί άλλο τίποτε αγαπήσει, ως θα μπορούσα ν' αγαπήσω εσένα. Σήκωσε το μαχαίρι, μη λυπάσαι, σκίσε τα στήθη αυτά κι άνοιξε δρόμο στα ποτάμια που βράζουν εδώ μέσα!

(Πέφτει λιποθυμισμένος.)

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Τόση ευτυχία και τόση συμφορά μόνη δεν τη βαστώ. Πού είσαι, Πυλάδη; Ακριβέ, τη βοήθεια σου πού νάβρω;

(Φεύγει ψάχνοντας.)

ΣΚΗΝΗ Β'

ΟΡΕΣΤΗΣ (ενώ ξυπνά από τη ζάλη του κι ανασηκώνεται). Ένα ακόμα! Απ τα κύματα της Λήθης το στερνό δροσισμού ποτήρι δος μου! Ο σπασμός της ζωής από το στήθος ξεπλένεται σε λίγο• στην πηγή της Λησμονιάς σε λίγο αφιερωμένο το πνεύμα μου τρέχει ήσυχο σε σας σκιές, μες στην αιώνια αντάρα. Αφήστε καλόβολες να βρη στη σιγαλιά σας δροσιά της γης ο γιός ο πλανεμένος! — Ποιο ψιθύρισμ' ακούω μέσα στους κλώνους; Ποια βοή από το θάμπωμα εκεί φτάνει; Βγήκαν κιόλα να δουν το νιοφερμένο! Ποιοι είν' αυτοί που γελούνε μεταξύ τους, λαμπροί, σα συναγμένο βασιλιάδων γένος; Ειρηνικά πηγαίνουν γέροι και νιοι, γυναίκες μ' άντρες• με αθανάτων και μεταξύ τους όμοιες είναι οι ειδές τους. Ναι, οι πρόγονοι του γένους μου είναι. — Ο Ατρέας με το Θυέστη φιλικά μιλώντας πάει• γύρω του χαδεύονται τ' αγόρια. Έχτρα εδώ πια δεν είναι ανάμεσό σας; Η εκδίκηση ως το φως του ήλιου έχει σβήσει; Τότε και γώ καλόδεχτος σας είμαι και να σμίξω μπορώ με τη γιορτή σας. Γεια σας πατέρες! Σας κράζει ο Ορέστης. απ τη γενιά σας άντρας στερνός• ό τι εσείς σπείρατε έχει θερίσει: βαριοκατάρατος κατέβη εδώ. Μα εδώ αλαφρότερα είναι τα βάρη: Πάρτε τον, πάρτε τον στη συντροφιά σας! — Σε, Ατρέα, τιμώ και σε, Θυέστη: Σβήστηκε απ' όλους μας η έχτρα εδώ. — Πού είν' ο πατέρας μου, που μια μονάχα φορά τον είδα; — Συ είσαι, πατέρα; με τη μητέρα μαζί μιλείς; Της Κλυταιμνήστρας το χέρι αν πιάνης, μπορεί κι ο Ορέστης να πάη κοντά της και να της πη: Το γιό σου δες! — Δέτε το γιό σας! Καλώς σας ήρθε! Στη γη στο σπίτι μας το σύνθημα ήταν πάντα του φόνου ο χαιρετισμός, και τις χαρές του πέρ' απ τη νύχτα έχει το γένος του αρχαίου Ταντάλου. Με χαιρετάτε και με καλείτε! Στον πρώτο φέρτε με, στον πρόγονό μου! Ναι, πού είναι ο γέροντας; Να τον ιδώ, το πολυσέβαστο, άξιο κεφάλι, που συνεδρίαζε με τους θεούς. Σα να διστάζετε, γυρνάτε κείθε; Τι είναι; Ο θεόμοιαστος μην υποφέρη; Οϊμέ! οι υπερδύναμοι του έχουν χαλκέψει στ' αντρεία τα στήθη σκληρά μαρτύρια με σιδερένιες σφιχτά αλυσίδες.

ΣΚΗΝΗ Γ'

Ορέστης, Ιφιγένεια, Πυλάδης.

ΟΡΕΣΤΗΣ. Τι, κατεβήκατε κιόλα και σεις; Γεια σου, αδερφή! Μας λείπει η Ηλέκτρα! Να μας την έστελνε κάποιος θεός με γλυκά βέλη γοργά και κείνη! Μόνο εσέ θλίβομαι, άμοιρε φίλε! Πάμε! Στου Πλούτωνα το θρόνο πάμε, τους νιοφερμένους να δη ο άρχοντάς μας!

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Αδέρφια εσείς, που απ τα πλατιά [τα ουράνια στους ανθρώπους φωτάτε μέρα νύχτα και στους νεκρούς η λάμψη σας δεν πρέπει, λυτρώστε εμάς τ' αδέρφια! Πλέον απ' όλα όσα η γης και τα ουράνια σου προσφέρουν, το γλυκό αγαπάς, Άρτεμη, αδερφό σου, και την παρθενική σου ειδή με πόθο γυρνάς ήσυχο στ' άσβηστο το φως του. Ω, μην αφήνης το μονάκριβό μου, που τόσο αργά τον βρήκα, στο σκοτάδι να δέρνεται της τρέλας! Κ' η βουλή σου, που εδώ μ' έχεις κρυμμένη, αν επληρώθη, κ' είναι το θέλημά σου να βοηθήσης εμέ μ' αυτόν κι αυτόν με μένα, λύσ' τον απ τους δεσμούς εκείνης της κατάρας, του λυτρωμού ο καιρός να μη μας φύγη!

ΠΥΛΑΔΗΣ. Δε γνωρίζεις εμάς και το άγιο δάσος κι αυτό το φως, που σε νεκρούς δε φέγγει; Της αδερφής, του φίλου σου τα χέρια, που ζωντανόν σε σφίγγουν, δεν τα νιώθεις; Άδραξέ μας! Δεν είμαστε ίσκιοι κούφιοι. Άκου τι λέω! Έλα στα φρένα σου! Είναι κάθε στιγμή ακριβή κι ο γυρισμός μας κρεμιέται από ψιλές κλωστές, που μοίρα καλόβουλη, όπως φαίνεται, τις κλώθει.

ΟΡΕΣΤΗΣ. Πρώτη φορά στην αγκαλιά σου ας έβρω μ' ελεύτερη καρδιά χαρά καθάρια! θεοί, που με ορμή πύρινη περνάτε και τα βαριά σας λιώνετε τα νέφη, και τη βροχή, καιρό που σας γυρεύαν, σπλαχνικά σοβαροί στη γη σκορπάτε σε μπόρες άγριες με βροντές κι ανέμους, μα σε λίγο τον τρόμο των ανθρώπων γυρνάτε σ' ευτυχία, και το δειλό τους το ξάφνισμα το αλλάζετε σε βλέμμα φαιδρό και χάρη, αφού στων νιολουσμένων φύλλων τις στάλες λάμψη ο νέος ήλιος, και γελαστή, πολύχρωμη, με χέρι ανάλαφρο σκίση η Ίριδα τον πέπλο το σταχτερό των υστερνών συννέφων — κ' εμέ : στης αδερφής τον κόρφο αφήστε, στου φίλου μου το στήθος ν' απολάψω μ' ευγνωμοσύνη αυτό που μου δωρείτε! Λυέται η κατάρα, μου το λέει η καρδιά μου. Τις Ευμενίδες τις ακούω που φεύγουν στα Τάρταρα και πίσωθέ τους κλείνουν τις πόρτες τις χαλκές μακροβροντώντας. Η γη δροσιστική ευωδιά αναδίνει και με καλεί στους κάμπους της χαρά ζωής κ' έργα μεγάλα να γυρέψω.

   ΠΥΛΑΔΗΣ. Μη χάνετε καιρό που λίγος μένει!
Ο αέρας που φουσκώνει το πανί μας,
τη χαρά μας στον Όλυμπο ας πάη πρώτα.
Ελάτε! Γοργή απόφαση εδώ πρέπει.

ΠΡΑΞΗ ΤΕΤΑΡΤΗ

ΣΚΗΝΗ Α'

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ (μόνη). Αν βρίζουν οι ουράνιοι γεννημένου στη γη πολυτάραχες μέρες, κι αν τον ρίχνουν μεμιάς απ το γέλιο στο κλάμα κι απ το κλάμα στο γέλιο με βαριούς σπαραγμούς: Ύστερα του αναθρέφουν ή στη χώρα κοντά, ή σε γιαλό μακρινό, στης ανάγκης τις ώρες να του φέρη βοήθεια έναν ήσυχο φίλο. θεοί, ευλογάτε τον Πυλάδη μας κι ό τι αυτός καταπιάνεται! Του νέου το χέρι είναι στη μάχη, και το μάτι το φωτεινό του γέρου στα συνέδρια: Τι είν' ήσυχ' η ψυχή του• της γαλήνης το αστέρευτο ιερό αγαθό φυλάγει και γνώμη και βοήθεια από βαθιά της στους ταραγμένους δίνει. Αυτός με πήρε απ του αδερφού το πλάγι• τον θωρούσα και τον ξαναθωρούσα ξαφνισμένη χωρίς την ευτυχία μου να πιστεύω, και δεν τον παρατούσα απ την αγκάλη, μη νιώθοντας ποιος κίντυνος μας ζώνει. Τώρα παν το σκοπό τους να τελειώσουν στο γιαλό, που το πλοίο με τους συντρόφους, σ' έναν κόρφο κρυφτό, σημείο προσμένει. Και μένα λόγο γνωστικό μου μάθαν, τι ν' απαντήσω δίδαξαν, αν στείλη ο βασιλιάς και τη θυσία προστάξη βιάζοντάς με. Αχ το βλέπω καλά, πρέπει ν' αφήσω σαν παιδί να με οδηγούνε. Δεν έμαθα να κρύβω• ούτε κανέναν ν' απατώ δόλια. Αλί! Ω αλί στο ψέμα! Δεν αλαφρώνει το στήθος σαν κάθε αληθινά ειπωμένος λόγος• θάρρος δε δίνει, μόνο βασανίζει εκείνον, που κρυφά το χαλκεύει και σα βέλος ριγμένο και κρουσμένο πίσω από έναν θεό, γυρνά και βρίσκει τον τοξότη. Έννοιες απάνω σ' έννοιες μου σαλεύουν στο στήθος. Μη στο ανάγιαστο το μέρος του γιαλού οι Ερινύες αρπάξαν πάλι τον αδερφό αγριεμένες; Μην τους πιάσαν; θαρρώ κι ακούω ωπλισμένους να σιμώνουν! Να! — Ο μηνυτής του βασιλιά με βήμα γοργό φτάνει. Η καρδιά χτυπά, η ψυχή μου θολώνει, ως βλέπω τη θωριά του ανθρώπου, που θα τον απαντήσω μ' ένα ψέμα.

ΣΚΗΝΗ Β'

Ιφιγένεια, Αρκάς.

ΑΡΚΑΣ. Τάχυνε, ιέρεια, τη θυσία! Προσμένει ο βασιλιάς και λαχταρά ο λαός.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Το χρέος μου θάκουα και το μήνυμά σου, αν δεν έμπαινε ανέλπιστα ένα εμπόδιο το πλήρωμα της πράξης να ταράξη.

ΑΡΚΑΣ. Και τι εμποδά του βασιλιά το λόγο;

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Η τύχη, που κανείς δεν την ορίζει.

   ΑΡΚΑΣ. Πες μου το, ευθύς να πάω να το μηνήσω!
Το θάνατο των δυο έχει αποφασίσει.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Δεν τον αποφάσισαν κ' οι θεοί. Ο πιο μεγάλος απ' αυτούς χυμένο συγγενικό του έχει αίμα κ' οι Ερινύες τον κυνηγούν. Τον έπιασε η μανία μες στο ναό και τον αγνόν τον τόπο η παρουσία του μόλυνε. Πάω τώρα μαζί με τις παρθένες μου στο κύμα του γιαλού τη θεϊκή να ράνω εικόνα μ' αγιασμό μυστικό. Μη μας ταράξη κανένας την αμίλητη πομπή μας!

ΑΡΚΑΣ. Το νέο το εμπόδιο να μηνήσω αμέσως στο βασιλιά πηγαίνω• μην αρχίσης το έργο το ιερό, πριν άδεια δώση.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Αυτό το ορίζει μόνη της η ιέρεια.

ΑΡΚΑΣ. Το σπάνιο ας μάθη το άκουσμα και κείνος.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Τίποτε η προσταγή του δεν αλλάζει.

ΑΡΚΑΣ. Ο δυνατός ρωτιέται για τα μάτια.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Σε ό τι έχω χρέος ν' αρνηθώ μη βιάζης!

ΑΡΚΑΣ. Ό τ' είναι για καλό σου μην αρνήσαι!

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Το δέχομαι, αν μονάχα δεν αργήσης.

ΑΡΚΑΣ. Πάω γοργά με το νέο στο βασιλιά και γοργά με τα λόγια του γυρίζω. Να του έλεγα ας μπορούσα κάτι ακόμα, που όλα θα τάλυνε όσα μας συγχύζουν! Δεν έχεις του πιστού τη γνώμη ακούσει.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Με προθυμία έχω κάμει ό τι μπορούσα.

ΑΡΚΑΣ. Ακόμα είναι καιρός ν' αλλάξης γνώμη.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Αυτό δεν είναι στο δικό μας χέρι.

ΑΡΚΑΣ. Θαρρείς αδύνατο ό τι σε κοπιάζει.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Για σένα δυνατό το κάνει ο πόθος.

ΑΡΚΑΣ. Θα κιντυνέψης ήσυχη τα πάντα;

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Στο χέρι των θεών τα έχω όλα αφήσει.

ΑΡΚΑΣ. Ανθρώπινα αυτοί σώζουν τους ανθρώπους.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Από το θέλημά τους κρέμονται όλα.

ΑΡΚΑΣ. Σου λέω είναι στο χέρι σου. Μονάχα του βασιλιά τα φρένα τ' αγριεμένα τον πικρό δίνουν θάνατο στους ξένους. Καιρό ο στρατός απ τις σκληρές θυσίες έχει ξεσυνηθίσει την καρδιά του. Μάλιστα κάποιοι, που μια ενάντια μοίρα στην ξενιτιά τους πήγε, νιώσαν μόνοι πως σα θεός στα σύνορα τα ξένα τον έρημο απαντά τον πλανεμένο γελούμενη όψη ανθρώπου. Ω μη μας παίρνης ό τι στο χέρι σου ήταν να μας δώσης! Εύκολα εκείνο που άρχισες τελειώνεις. Γιατί η γλυκάδα, που με ανθρώπινη όψη κατεβαίνει απ τα ουράνια, αλλού δε χτίζει βασίλειο πιο γοργά παρά όθες ένας θαμπός κι άγριος λαός καινούριος, όλος ζωή, δύναμη, θάρρος, στον εαυτό του και σε δειλή υποψία παρατημένος, της ζωής τα τρανά τα βάρη σέρνει.

   ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Μη μου ταράζης έτσι την καρδιά μου,
που δεν τη σέρνεις με το θέλημά σου.

   ΑΡΚΑΣ. Όσο μένει καιρός, δε χάνει κόπο
κανείς λόγο καλό να ξαναλέη.

   ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Και συ κοπιάζεις και για μένα πόνους
ξυπνάς. Του κάκου και τα δυο. Άφησέ με!

   ΑΡΚΑΣ. Αυτούς τους πόνους κράζω για βοήθεια.
Είναι φίλοι• καλό σου συμβουλεύουν.

   ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Ορμητικά κυριεύουν την ψυχή μου.
μα την αποστροφή της δεν τη σβήνουν.

   ΑΡΚΑΣ. Και νιώθει αποστροφή μια ωραία ψυχή
για το αγαθό, που ένας γενναίος προσφέρει;

   ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Ναι, όταν αυτός γυρεύη ό τι δεν πρέπει,
αντί για ευγνωμοσύνη, εμέ την ίδια.

ΑΡΚΑΣ. Συμπάθεια όποιος δε νιώθει, δεν του λείπει μια πρόφαση ποτέ. Στο βασιλιά θα πω το τι έχει τρέξει. Ω, να θυμόσουν μες στην ψυχή σου, πως γενναία σου εφέρθη απ την ημέρα του ερχομού σου ως τώρα!

ΣΚΗΝΗ Γ'

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ (μόνη). Μεμιάς από τα λόγια [αυτού του ανθρώπου αισθάνομαι την ώρα που δεν πρέπει ν' αλλάζη η καρδιά μέσα μου. Τρομάζω! — Καθώς με γοργοφούσκωμα το κύμα πληθαίνοντας, τους βράχους κατακλύζει στον άμμο του γιαλού: έτσι μια πλημμύρα χαράς μέσα μου σκέπασε τα σπλάχνα. Το αδύνατο κρατούσα στην αγκάλη. Ήταν σαν ένα σύννεφο ν' απλώθη πάλι απαλά τριγύρω μου, κι απάνω με σήκωσε απ τη γης, κοιμίζοντάς με στον ύπνο εκείνον, που η καλή θεά μου είχε τυλίξει γύρω στο κεφάλι, σα μ' άδραξε το χέρι της και μ' έσωσε. — Τον αδερφό με ορμή η καρδιά είχε αρπάξει: Μόνο του φίλου του άκουγα το λόγο• να τους σώση η ψυχή ποθούσε μόνο. Κι ως με χαρά γυρνά την πλάτη ο ναύτης σ' ενός έρμου νησιού τους βράχους, έτσι πίσω άφηνα τους Ταύρους. Τώρα πάλι με ξυπνά του πιστού του αντρός ο λόγος, πως και δω αφήνω ανθρώπους μου θυμίζει. Διπλομίσητη μου είν' η απάτη. Μείνε ατάραχη ψυχή μου! Να διστάζης, να κλονίζεσαι αρχίζεις; Τη στεριά πρέπει ν' αφήσης της ερμιάς σου! Πάλι στο καράβι τα κύματα σε αρπάζουν και σε κυλούν δειλή και ζαλισμένη, δε νιώθεις τον εαυτό σου και τον κόσμο.

ΣΚΗΝΗ Δ'

Ιφιγένεια, Πυλάδης.

   ΠΥΛΑΔΗΣ. Πού είναι την; Με γοργά να της πω λόγια
του λυτρωμού μας το φαιδρό το νέο!

   ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Με βλέπεις, νοιαστική εδώ περιμένω
τη βέβαιη παρηγοριά που μου τάζεις.

ΠΥΛΑΔΗΣ. Ο αδερφός σου γιατρεύτηκε! Τους βράχους και τον άμμο του ανάγιαστου γιαλού πατήσαμε φαιδρά μιλώντας. Δίχως να νιώσουμε περάσαμε το δάσος. Και λαμπρή και λαμπρότερη ολοένα έκαιε της νιότης η ώρια φλόγα γύρω στη σγουρή κεφαλή• θάρρος κ' ελπίδα του πύρωναν το μάτι, κ' η καρδιά του η ελεύτερη όλη δόθηκε στον πόθο τη σώτειρά του εσέ και με να σώση.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Ευλογημένος νάσαι κι απ τα χείλη, που τέτοιο είπαν καλό, ποτέ του θρήνου και της θλίψης ο αχός ας μην ηχήση!

ΠΥΛΑΔΗΣ. Φέρνω κι άλλο• τι ωραία συνωδεμένη, σα βασιλιάς, πάντα η ευτυχία σιμώνει. Και τους συντρόφους βρήκαμε. Το πλοίο στους βράχους σ' έναν κόρφο είχαν κρυμμένο και θλιμμένοι προσμένοντας κάθονταν. Τον αδερφό σου ως είδαν, σηκωθήκαν αλαλάζοντας όλοι και ικετεύαν του μισεμού την ώρα να ταχύνη. Το κουπί λαχταρά κάθε παλάμη και με γλυκό μουρμούρισμα ένα απόγειο τ' ανάλαφρα φτερά σαλεύει, απ' όλους ακουστό. Ας μην αργούμε, οδήγησέ με στο ναό νάμπω μέσα και να γγίξω με σεβασμό των πόθων μας το τέλος! Της θεάς την εικόνα μπορώ μόνος στους γυμνασμένους ώμους να σηκώσω• πώς λαχταρώ το ποθητό το βάρος!

(Με τα τελευταία λόγια πηγαίνει προς το ναό δίχως να προσέξη πως η Ιφιγένεια δεν τον ακολουθεί• τέλος στρέφει πίσω).

Σταματάς και διστάζεις! — Πες! — Σωπαίνεις! Ταραγμένη είσαι! Μήπως αντιστέκει στην ευτυχία μας νέο κακό; Για λέγε! Στο βασιλιά τον μήνησες τα λόγο το γνωστικό, όπως τόχαμε ειπωμένο;

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Τον μήνησα, ακριβέ• μα θα μαλώσης. Μου ήταν βουβή κατάκριση η ματιά σου! Του βασιλιά ήρθε ο μηνητής, κι ως μου είχες το λόγο υπαγορέψει, έτσι τον είπα. Ξαφνίστηκε κι απαίτησε το σπάνιο να μηνήση αγιασμό στο βασιλιά αμέσως και ν' ακούση τη βουλή του• και τώρα τον προσμένω να γυρίση.

ΠΥΛΑΔΗΣ. Αλί μας! Στο κεφάλι μας κρεμιέται ο κίντυνος και πάλι• πώς δεν πήρες για σκέπη το ιερό δικαίωμά σου;

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Για πρόφαση ποτέ μου δεν το πήρα.

ΠΥΛΑΔΗΣ. Τότε, ω αγνή ψυχή, και τον εαυτό σου αφανίζεις και μας. Γιατί από πρώτα να μην το στοχαστώ να σε οδηγήσω πως κι απαίτηση τέτοια να ξεφύγης!

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Μάλωσε μόνο εμέ! Δικό μου σφάλμα είναι, το νιώθω• μα αλλιώς δεν μπορούσα στον άντρα να φερθώ, που λογικά και σοβαρά μου απαίτησ' ένα πράμα που ορθό το λέει η καρδιά μου.

ΠΥΛΑΔΗΣ. Πιο στενά ο κίντυνος μας κλει• μα ας μη δειλιάζουμε κι από αστόχαστη βια ας μην προδοθούμε. Πρόσμενε ήσυχη ο κήρυκας ναρθή, κι ό τι κι αν φέρη, σταθερή εσύ μείνε! Ο βασιλιάς δε στέκει να προστάξη τέτοιο αγιασμό, πάρεξ η ιέρεια μόνο. Κι αν σου απαιτήση ίσως να δη τον ξένο, που η τρέλα τον βαραίνει, μην το στρέξης. Πες πως μας έχεις και τους δυο κλεισμένους μες στο ναό και τον καιρό έτσι δώσ' μας, από τον άγριο αρπάζοντας κι ανάξιο λαό το άγιο κειμήλιο, βιαστικά να φύγουμε. Τα πιο καλά σημάδια ο Απόλλωνας μας στέλνει• πριν τον όρο πληρώσουμε μ' ευλάβεια, αυτός πληρώνει το τάμα του θεϊκά. Γιατρεύτη ο Ορέστης, λευτερώθηκε! — Ω φέρτε μας μαζί με το λευτερωμένον, πρίμοι άνεμοι, στο νησί με τους Βράχους, του θεού την κατοικία! Και κείθε στη Μυκήνα, να ζωντανέψη αυτή, κι από τη στάχτη της σβησμένης γωνιάς ν' αναστηθούνε οι πατρικοί θεοί φαιδροί, κι ωραία φωτιά τα δώματα τους να λαμπρύνη! Από χρυσά ποτήρια ας τους σκορπίση θυμίαμα, πρώτο το δικό σου χέρι. Ζωή ξανά σε κείνο το κατώφλι και χαρά εσύ θα φέρης, την κατάρα θα λύσης και μ' ανθούς ζωής καινούριους, δροσερούς θα στολίσης τους δικούς σου.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Σ' ακούω, ακριβέ, κι όπως γυρίζει τ' άνθος κατά τον ήλιο, κ' η ψυχή γυρίζει, χτυπημένη απ του λόγου σου τη λάμψη, προς τη γλυκειά παρηγοριά. Του φίλου ο βέβαιος ο λόγος πόσο αξίζει, ενώ όποιος μόνος ζη, τη δύναμή του τη θεία στερείται και το θάρρος χάνει. Γιατί σκέψη και τόλμη αργά ωριμάζουν στο στήθος του κλειστές, ενώ του φίλου η παρουσία γοργά τις ξεβλασταίνει.

ΠΥΛΑΔΗΣ. Σ' αφήνω και πηγαίνω να ησυχάσω τους φίλους, που προσμένουν με λαχτάρα. Ξανάρχομαι γοργά και δω κρυμμένος μες στα θάμνα σημάδι περιμένω. Τι συλλογιέσαι; Ξάφνω κρύα θλίψη στο ξάστερο το μέτωπο κρεμιέται.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Συμπάθα με! Ως περνούν μπροστά απ τον ήλιο αλαφρά νέφη, έννοια αλαφρή και δείλια περνά από την ψυχή μου.

ΠΥΛΑΔΗΣ. Μη φοβάσαι. Δόλια στενά συμμάχησαν ο φόβος κι ο κίντυνος• κ' οι δυο τους σύντροφοι είναι.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Γενναία την έννοια λέω που δε με αφήνει να κλέψω δολερά το βασιλιά, που δεύτερος μου στάθηκε πατέρας.

ΠΥΛΑΔΗΣ. Τον που τον αδερφό σου σφάζει φεύγεις.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Ο ίδιος είναι, που καλό μου έχει κάμει.

ΠΥΛΑΔΗΣ. Δεν είναι αχαριστία, αν προστάζ' η ανάγκη.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Τέτοια απομένει• η ανάγκη ας το δικιώνη.

ΠΥΛΑΔΗΣ. Εσέ βέβαια σε θεούς μπρος κι ανθρώπους.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Μονάχα την καρδιά δε μου αναπαύει.

ΠΥΛΑΔΗΣ. Έπαρση κρύφια είναι η πολλή αυστηρότη.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Δεν εξετάζω, αισθάνομαι μονάχα.

ΠΥΛΑΔΗΣ. Αν αισθάνεσαι ορθά. σου πρέπει σέβας.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Μονάχα αγνή καρδιά είν' αναπαμένη.

ΠΥΛΑΔΗΣ. Τέτοια έχεις στο ιερό και συ απομείνει. Λιγώτερο αυστηροί με τον εαυτό μας και με τους άλλους νάμαστε, η ζωή μας μαθαίνει• και σε θα σου το μάθη. Περίεργα είναι πλασμένο αυτό το γένος, μπερδεμένο, περίπλοκα δεμένο, που αγνός κανείς κι ασύγχυστος να μείνη και μόνος δεν μπορεί και με τους άλλους. Κι ούτε κριτές μας βάλαν του εαυτού μας: Το δρόμο του να πάη και μπρος να βλέπη είναι το πρώτο πρώτο χρέος του άνθρωπου: Τι σπάνια κρίνει ορθά το τι έχει κάμει, και το τι κάνει πες ποτέ δεν ξέρει να το κρίνη.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Κοντεύεις να με πείσης.

ΠΥΛΑΔΗΣ. Θέλει πειθώ, όπου δεν είν' άλλος τρόπος; Τον αδερφό σου, εσέ την ίδια κ' ένα φίλο να σώσης ένας είναι ο δρόμος• αν θα τον πάρουμε, είναι να ρωτήσης;

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Να διστάζω άφησέ με! Και συ ο ίδιος τέτοιο άδικο δε θάκανες σε κείνον, που θάνιωθες πως χάρη του χρωστούσες.

ΠΥΛΑΔΗΣ. Μα αν χαθούμε, κατάκριση θα σ' έβρη πιο σκληρή, που θα φέρη απελπισία. Στο χαμό φαίνεσαι άμαθη πως είσαι, αφού απ τη συμφορά για να γλιτώσης έναν ψεύτικο λόγο δε θυσιάζεις.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Αχ, ας είχα καρδιά μέσα μου αντρίκεια! που κάποιο τολμηρό σκοπό όταν τρέφη, σε κάθε άλλη φωνή κλειστή απομένει.

ΠΥΛΑΔΗΣ. Άδικα αρνείσαι• το χαλκό το χέρι της Χρείας προστάζει κ' είναι το αυστηρό της το νεύμα νόμος ύψιστος, που εμπρός του κ' οι ουράνιοι γέρνουν. Της αιώνιας Μοίρας αμίλητη η κουφή αδερφή δεσπόζει. Ότι κι αν σου φορτώνη, βάστα το! Ότι προστάζει, κάμε! Τ' άλλα τα γνωρίζεις. Γυρνώ σε λίγο απ το ιερό σου χέρι του λυτρωμού να πάρω τη σφραγίδα.

ΣΚΗΝΗ Ε'

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ (μόνη). Χρωστώ να τον ακούσω• γιατί βλέπω τους καλούς μου σε κίντυνο μεγάλο. Μα αχ! κ' η δική μου μοίρα με τρομάζει πάντα πιότερο. Ω, πρέπει να μη σώσω την κρύφια ελπίδα, που είχα θρέψει ωραία στην ερημιά μου: Πρέπει να δεσπόζη για πάντα αυτή η κατάρα; Αυτό το γένος δεν πρέπει να υψωθή ποτέ του πάλι με νέα ευλογία; — Ωστόσο σβήνουν όλα! Η πιο γλυκειά ευτυχία, της ζωής η δύναμη η πιο ωραία στερνά αποστένουν! Γιατί όχι κ' η κατάρα; Ώστε του κάκου έχω ελπίσει πως εδώ φυλαγμένη, χωρισμένη απ τη μοίρα της γενιάς μου, με χέρι αγνό κι αγνή καρδιά μια μέρα θα εξιλέωνα το σπίτι το βαριά κριματισμένο! Μόλις ο αδερφός μου γοργά και θαυμαστά στην αγκαλιά μου απ το άγριο το κακό γιατρεύτη, μόλις ένα πλοίο, ικετεμένο χρόνια, φτάνει στο πατρικό λιμάνι να με φέρη, διπλό κακό μου ρίχνει η κουφή Χρεία με χαλκό χέρι: τη θεϊκή να κλέψω εικόνα, τη σεβάσμια, τη σε μένα μπιστεμένη, και κείνον ν' απατήσω, που του χρωστώ και μοίρα και ζωή. Ω ας μη φυτρώση μέσα μου στο τέλος αποστροφή• το μίσος των Τιτάνων, των παλαιών θεών, προς σας, Ολύμπιοι, με νύχια γερακιού το απαλό στήθος ας μην αδράξη! Σώστε με και σώστε την εικόνα σας μέσα στην ψυχή μου! Στ' αφτιά μου το παλιό αντηχά τραγούδι — τόχα ξεχάσει, με χαρά ξεχάσει — των Μοιρών το τραγούδι, που με τρόμο τραγουδούσαν αυτές σαν είχε πέσει απ τη χρυσή του ο Τάνταλος καθέδρα. Πονούσαν το γενναίο τους φίλο κ' ήταν αγριεμένο το στήθος τους, φριχτή η φωνή τους. Στα χρόνια τα μικρά μας σε με το τραγουδούσε η παραμάνα και στ' αδέρφια• το φύλαξα στο νου μου. Φοβού τους θεούς, ανθρώπινο γένος! Βαστούνε το κράτος σε αθάνατα χέρια, καθώς τους αρέσει με αυτό κυβερνούν.

Διπλά ας τους φοβάται ο που τον υψώσουν! σε βράχους και νέφη τραπέζια προσμένουν με ολόχρυσους θρόνους.

Αν έρθη διχόνοια, αισχρά οι καλεσμένοι γκρεμίζονται κάτω στα βάθη της νύχτας, και μάταια προσμένουν δεμένοι στα σκότη τη δίκαιη τη δίκη.

Μα αυτοί σε τραπέζια χρυσά καθισμένοι γιορτάζουν αιώνια. Απ το ένα πηγαίνουν βουνό στο άλλο πέρα: και κάτω απ τα βάθη τους φτάνει η πνοή πνιγμένων Τιτάνων, σαν κνίσσα θυσίας, ανάλαφρο νέφος.

Γυρνούν οι δεσπότες το ίλεο το βλέμμα απ' όλο το γένος• δε θέλουν στο εγγόνι να δούνε την ίδια μορφή του προγόνου, που αγάπησαν πρώτα.

Αυτά οι Μοίρες ψέλναν κι ακούει ο διωγμένος στα μαύρα τα σπήλαια, ο γέρος θυμάται παιδιά του κ' εγγόνια και σειεί το κεφάλι.

ΠΡΑΞΗ ΠΕΜΤΗ

ΣΚΗΝΗ Α'

Θόας, Αρκάς.

ΑΡΚΑΣ. Συγχυσμένος το λέω, πως δε γνωρίζω την υποψία μου καταπού να στρέψω. Οι σκλάβοι μελετούν κρυφά να φύγουν, ή τάχα η ιέρεια τους βοηθά; Πληθαίνει η φήμη πως το πλοίο που εδώ φερμένους τους έχει σ' έναν κόρφο είναι κρυμμένο. Και του ενός η μανία, ο αγιασμός τούτος, της άργητας η πρόφαση η ιερή, την υποψία καλούν και την προφύλαξη πιο δυνατά.

ΘΟΑΣ. Εδώ ας έρθ' η ιέρεια αμέσως! Στο γιαλό τρεχάτ' έπειτα και ψάχτε απ το ακρωτήριο ως της θεάς το δάσος! Τα ιερά του τα βάθη σεβαστήτε! Στοχαστικά παγίδες στήστε κι όπου τους πιτύχετε, πιάστε τους, σαν πάντα!

ΣΚΗΝΗ Β'

ΘΟΑΣ (μόνος). Φριχτά μου ανάβει η οργή το στήθος, μ' αυτή, γιατί τόσο άγια τη θαρρούσα, στερνά μ' εμέ, γιατί με τη γλυκάδα και το καλό την έκαμα προδότρα. Στη σκλαβιά κανείς εύκολα μαθαίνει και στην υποταγή, τη λευτεριά αν του πάρουν ολότελα. Ναι, αν είχε και κείνη πέση στα σκληρά τα χέρια των προγόνων μου, κ' η άγια οργή αν την είχε λυπηθή, θα χαιρόταν τον εαυτό της να σώση μοναχά, μ' ευγνωμοσύνη θα γνώριζε τη μοίρα της, και ξένο χύνοντας αίμα στο βωμό τη χρεία θα την έλεγε χρέος. Τώρα η δική μου γλυκάδα της ξυπνά στο στήθος πόθο παράβολο. Μαζί της να ενωθώ του κάκου έλπισα. Αυτή ζητά δική της μοίρα. Με κολακεία μου έχει κερδίσει την καρδιά• αφού της αντιστέκω, θέλει να βρη με απάτη δρόμο και παλιό της χτήμα την καλοσύνη μου νομίζει.

ΣΚΗΝΗ Γ'

Ιφιγένεια, Θόας.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Με ζητάς! Στο ιερό μας τι σε φέρνει;

ΘΟΑΣ. Τη θυσία αργοπορείς• το λόγο πες μου.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Όλα ξάστερα τα είπα στον Αρκά.

ΘΟΑΣ. Από σε ήθελα πιότερα ν' ακούσω.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Διορία η θεά να στοχαστής σου δίνει.

ΘΟΑΣ. Φαίνεται συ να χρειάζεσαι διορία.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Αν η καρδιά σου μένη στη σκληρή της απόφαση, δεν έπρεπε δω νάρθης! Ο βασιλιάς, που απάνθρωπα γυρεύει, δούλους θα βρη, που με μισθό και χάρες παίρνουν της πράξης τη μισή κατάρα κ' έτσι άσπιλη του μένει η παρουσία. Σε μαύρο νέφος μελετά το φόνο, κ' οι μηνυτές του φέρνουν στο κεφάλι του άμοιρου πύρινο όλεθρο• μα εκείνος ατάραχος θρονιάζει στα ψηλά, πάντα θεός ασίμωτος στην μπόρα.

ΘΟΑΣ. Άγριο τραγούδι ηχεί από τ' άγια χείλη.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Δεν είμαι ιέρεια, του Αγαμέμνονα είμαι κόρη μόνο. Της άγνωστης το λόγο τιμούσες, να προστάξης με βία θέλεις του βασιλιά την κόρη; Όχι! Ν' ακούω από μικρή έχω μάθει, τους γονιούς μου στο πρώτο, μια θεά έπειτα, και πάντα πιο ελεύτερη αισθανόμουν την ψυχή μου με την υποταγή• στο σκληρό λόγο, στην άγρια απόφαση όμως ενός άντρα να υποταχτώ ούτε κει ούτε δω έχω μάθει.

ΘΟΑΣ. Όχι εγώ, αρχαίος νόμος σε προστάζει.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Άπληστα αδράζουμε ένα νόμο, αν όπλο για το πάθος μας γίνεται. Σε με μιλεί ένας άλλος νόμος, πλέον αρχαίος, ν' αντισταθώ σε σένα, ο νόμος όπου του είναι ιερός ο κάθε ξένος.

ΘΟΑΣ. Δείχνεις πολύ να συμπονής τους σκλάβους• τι απ τη συμπάθεια αυτή ξεχνάς τον πρώτο της φρονιμάδας λόγο, πως δεν πρέπει τον ισχυρό κανένας να ερεθίζη.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Μιλώ ή σωπαίνω δω, μπορείς να ξέρης τι είναι και μένει πάντα στην καρδιά μου. Το θύμημα όμοιας μοίρας δεν ξυπνά και σε καρδιά κατάκλειστη το σπλάχνος; Πόσο πλέον στη δική μου! Σ' αυτούς βλέπω τον εαυτό μου. Τρεμούλιασα και γώ μπρος στο βωμό και κει γονατισμένη γιορτερός με τριγύρισε ο παράωρος θάνατος. Είχε αστράψει το μαχαίρι να σκίση τ' ολοζώντανο το στήθος• τα σπλάχνα μου σπαρτάρησαν• εσβήστη η ματιά μου και — βρέθηκα σωσμένη. Ότι μας δώσαν σπλαχνικά οι θεοί, στους άμοιρους και μεις δεν το χρωστούμε; Το ξέρεις, ποια είμαι ξέρεις, και γυρεύεις να με βιάσης!

ΘΟΑΣ. Το χρέος σου άκου κι όχι τον άρχοντα!

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Άφησέ το! Μη σκεπάζης τη βία, που στη γυναίκεια αδυναμία χαίρεται. Ελεύτερη είμαι γεννημένη σαν τον άντρα. Αν αντίκρυ σου στεκόταν του Αγαμέμνονα ο γιός και του ζητούσες άπρεπο κάτι — ένα σπαθί και χέρι έχει κι αυτός, του στήθους του το δίκιο να προστατέψη. Εγώ έχω μόνο λόγια, κ' ένας γενναίος άντρας πρέπει νάχη στης γυναικός το λόγο σέβας.

ΘΟΑΣ. Του έχω πιότερο απ' ό τι στου αδερφού το ξίφος.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Των όπλων άστατη είναι η τύχη. Φρόνιμος πολεμιστής δεν αψηφά κανένας τον εχτρό του. Γιατί και τον αδύνατο δεν τον άφησε αβόηθητον η φύση στη βία και στη σκληράδα. Του έχει δώσει του δόλου τη χαρά, του έμαθε τέχνες πώς να γλιστρά, ν' αργή και να ξεφεύγη. Αξίζει του ισχυρού να τ' αντιτάζουν.

ΘΟΑΣ. Στο δόλο η προσοχή σοφά αντιστέκει.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Κ' η αγνή καρδιά τη χρεία του δεν έχει.

ΘΟΑΣ. Ξέφρονα μη δικάζης τον εαυτό σου.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Ω νάβλεπες πώς μάχεται η ψυχή μου να διώξη θαρρετά στην πρώτη ορμή την άγρια μοίρα που κοντά της τρέχει! Στέκω λοιπόν ανήμπορη αντικρύ σου; Την ικεσία, τον πρόσχαρο τον κλάδο, που δυνατώτερα είναι στης γυναίκας το χέρι από σπαθί κι απ' όπλα, εσύ μακριά τα διώχνεις. Τι λοιπόν μου μένει; με τι να υπερασπίσω την καρδιά μου; Απ τη θεά ένα θάμα να ζητήσω; Δεν έχει καμιά δύναμη η ψυχή μου;

ΘΟΑΣ. Καθώς φαίνεται, η μοίρα των δυο ξένων σε κάνει νοιαστική. Πες, ποιοι είναι τούτοι, που ορμητικά το νου σου αναταράζουν;

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Είναι — φαίνονται — για Έλληνες τους έχω.

ΘΟΑΣ. Συντοπίτες σου; Κ' έχουν ξανανιώσει του γυρισμού την ώρια εικόνα εντός σου;

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ (ύστερα από σιωπή). Είναι λοιπόν του αντρός δικαίωμα μόνο τ' ανάκουστα έργα; Σφίγγει αυτός μονάχα τ' αδύνατα στο βίαιο αντρείο στήθος; Τι λεν μεγάλο; Την ψυχή τι υψώνει του ιστορητή μ' ευλάβεια, τι άλλο πάρεξ του τολμηρού τ' άθλα τ' απίστευτα; Όποιος τη νύχτα σ' εχτρικό στρατό μονάχος γλιστρά σα φλόγα ξαφνική, με λύσσα στους κοιμισμένους πέφτει και σε κείνους που ξυπνούν, ώσπου απ' όσους πήραν θάρρος σπρωγμένος, σ' εχτρικά άλογα καβάλα με λάφυρα γυρίζει ωστόσο, εκείνος δοξάζεται μονάχα; Μόνον όποιος καταφρονώντας σίγουρο ένα δρόμο, παράβολος γυρνά βουνά και λόγκους να καθαρίση απ τους ληστές μια χώρα; Σε μας δε μένει τίποτε; Μην πρέπει το φυσικό της δίκιο ν' αρνηθή μια τρυφερή γυναίκα; Με τους άγριους άγρια να γίνη, σαν τις Αμαζόνες το δίκιο του σπαθιού να σας αρπάξη, το σκλάβωμά της να εκδικήση μ' αίμα; Τόλμημα μέγα μέσα μου σαλεύει: Κατάκριση δεινή δε θα γλιτώσω και βαρειά συμφορά, αν δε μου πιτύχη. Στα γόνατά σας όμως το απιθώνω! Αν είστε αληθινοί, όπως σας ομνούνε, βοηθώντας με ας το δείξετε και δω μ' εμέ ας δοξάστε την αλήθεια! — Ω μάθε βασιλιά, πως χαλκεύεται μια απάτη κρυφή• τους σκλάβους άδικα γυρεύεις• φευγάτοι είναι, τους φίλους πάνε νάβρουν που με το πλοίο προσμένουν στο ακρογιάλι. Ο πιο μεγάλος απ' αυτούς, που εδώ η μανία τον είχε πιάσει και γιατρεύτη τώρα — είναι ο αδερφός μου ο Ορέστης, κι ο άλλος παιδικός, μπιστεμένος του ο Πυλάδης. Απ τους Δελφούς ο Απόλλωνας τους στέλνει με προσταγή θεϊκή στο γιαλό τούτο, της Άρτεμης να κλέψουν την εικόνα και να του παν την αδερφή, και τάζει γι' αυτό απ τις Ερινύες να ελευτερώση τον ένοχο του φόνου της μητέρας. Τώρα στα χέρια σου έχω παραδώσει εμάς τους δυο που μένουμε απ το γένος του Ταντάλου : Αν τολμάς — αφάνισέ μας!

ΘΟΑΣ. Λες ο σκληρός, ο βάρβαρος ο Σκύθης τη φωνή πως θ' ακούση της αλήθειας και της φιλανθρωπίας, που δεν την έχει ακούσει ο Ατρέας, ο Έλληνας;

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Καθένας, σ' όποιο ουρανό αποκάτω κι αν γεννήθη, την ακούει, σαν του τρέχη της ζωής αγνή η πηγή ανεμπόδιστα στο στήθος. — Ω Βασιλιά, σιωπώντας τι μου κλώθεις μες στην ψυχή σου; Αφανισμός αν είναι, θανάτωσ' εμέ πρώτα! Γιατί τώρα, που λυτρωμός πια δε μας μένει, νιώθω σε τι κίντυνο μέγα με τη βια μου τους καλούς μου έχω ρίξει! Οϊμένα, εμπρός μου θα τους ιδώ δεμένους! Με ποιο βλέμμα θα χωριστώ στερνά απ τον αδερφό μου που σκοτώνω! Ποτέ δε θα μπορέσω στα μάτια να τον δω τ' αγαπημένα!