WeRead Powered by ReaderPub
Ιφιγένεια εν Ταύροις: Δράμα σε πράξεις πέντε cover

Ιφιγένεια εν Ταύροις: Δράμα σε πράξεις πέντε

Chapter 7: ΣΚΗΝΗ Β'
Open in WeRead

About This Book

The play follows a displaced royal woman who, having been spared death, serves as a temple priestess among a foreign people and longs for her homeland. When two familiar men arrive as captives under a ritual that requires human offerings, a process of recognition and moral reasoning unfolds: the parties confront the tension between violent custom and humane restraint, leading to refusal of sacrifice, the revelation of identities, and a path toward reconciliation and return. Themes include mercy over vengeance, the dignity of individuals, and the power of compassionate law over ritual brutality.

The Project Gutenberg eBook of Ιφιγένεια εν Ταύροις: Δράμα σε πράξεις πέντε

This ebook is for the use of anyone anywhere in the United States and most other parts of the world at no cost and with almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included with this ebook or online at www.gutenberg.org. If you are not located in the United States, you will have to check the laws of the country where you are located before using this eBook.

Title: Ιφιγένεια εν Ταύροις: Δράμα σε πράξεις πέντε

Author: Johann Wolfgang von Goethe

Translator: Kostantinos Chatzopoulos

Release date: February 27, 2010 [eBook #31435]
Most recently updated: January 6, 2021

Language: Greek

Credits: Produced by Sophia Canoni

*** START OF THE PROJECT GUTENBERG EBOOK ΙΦΙΓΈΝΕΙΑ ΕΝ ΤΑΎΡΟΙΣ: ΔΡΆΜΑ ΣΕ ΠΡΆΞΕΙΣ ΠΈΝΤΕ ***

Produced by Sophia Canoni

Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic. The spelling of the book has not been changed otherwise.

Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Η ορθογραφία του βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει ως έχει.

ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ

Τραγούδια της ερημιάς, Αθήνα 1898 Δρ 2.50
Τα ελεγεία και τα ειδύλλια, Αθήνα 1898 1.50
Αγάπη στο χωριό, Αθήνα 1910 0.80
Goethe: Ιφιγένεια εν Ταύροις, μετάφραση 1η έκδοση,
Τοβίγκη(1) 1910 2.00
Ο πύργος του ακροποτάμου, Λογοτεχνική Βιβλιοθήκη
Φέξη, Αθήνα 1915 3.00
Υπεράνθρωπος, Λογοτεχνική Βιβλιοθήκη Φέξη, Αθήνα 1915,3.00
Geigerstam: Το βιβλίο του μικρού αδερφού, μετάφραση
Αθήνα 1916 2.50

ΤΥΠΩΝΟΝΤΑΙ ΣΕ ΛΙΓΟ
Τάσω κι άλλα διηγήματα
Goethe: Φάουστ, μετάφραση
Hofmannsthal: Ηλέκτρα, μετάφραση

1) [Η λέξη δεν διαβάζεται καλά]

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΥ ΟΜΙΛΟΥ ΑΡΙΘ. 1

ΓΚΑΙΤΕ
ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ ΕΝ ΤΑΥΡΟΙΣ
ΔΡΑΜΑ ΣΕ ΠΡΑΞΕΙΣ ΠΕΝΤΕ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΚΩΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ ΕΚΔΟΣΗ Β' ΑΝΑΘΕΩΡΗΜΕΝΗ

ΑΘΗΝΑ, 1916 ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟ ''ΕΣΤΙΑ,,

ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΣΤΟΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ ΘΕΟΤΟΚΗ

ΠΡΟΣΩΠΑ

Ιφιγένεια
Θόας, βασιλιάς των Ταύρων
Ορέστης
Πυλάδης
Αρκάς

Η σκηνή στο δάσος εμπρός στο ναό της Άρτεμης.

Για τη σκηνή η μετάφραση θεωρείται χειρόγραφο.

ΠΡΑΞΗ ΠΡΩΤΗ

ΣΚΗΝΗ Α'

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Στους ίσκιους σας ασίγαστες κορφές του παλαιού, ιερού, πυκνόφυλλου άλσους, καθώς και στης θεάς το ατάραχο άδυτο, νιώθω ακόμα την ίδια ανατριχίλα, πρώτη φορά που τα πατώ σα νάταν, κι ο νους μου εδώ δε συνηθίζει. Τόσους χρόνους κρυμμένη με κρατεί εδώ τώρα μια θέληση υψηλή, που εμπρός της σκύβω• μα πάντα μένω ξένη, όπως στο πρώτο. Τι αχ! με χωρίζει απ τους καλούς μου η θάλασσα, και μακρές μέρες στέκω στο ακρογιάλι, με την ψυχή ζητώντας των Ελλήνων τη χώρα• και το κύμα μόνο κούφια βογκώντας μου απαντά στους στεναγμούς μου. Αλί του, από γονιούς μακριά κι αδέρφια που έρμη ζωή περνά! Του τρώγ' η λύπη την πιο γλυκειά χαρά μπροστά στα χείλη. Πάντα πίσω πετούν οι στοχασμοί του στις πατρικές στοές, όπου το πρώτο τον ουρανό τού άνοιξε μπρος του ο ήλιος, όπου τ' αδέρφια, παίζοντας, ολοένα πιο σφιχτά με γλυκούς δεσμούς δένονταν. Με τους θεούς δεν πιάνομαι• όμως είναι αξιολύπητη η θέση της γυναίκας. Στο σπίτι και στον πόλεμο ο άντρας άρχει, και στα ξένα δε χάνεται• τον πλούτο αυτός χαίρεται, αυτόν δοξάζ' η νίκη! και τιμημένο τέλος τον προσμένει. Πόσο στενή είναι η τύχη της γυναίκας! Απότομο άντρα να υπακούη της είναι παρηγοριά μαζί και χρέος• αλί της αν τη ρίξη στα ξένα ενάντια μοίρα! Κ' εμέ εδώ ο Θόας, άντρας γενναίος, μ' έχει σε σοβαρά, ιερά δεσμά σκλαβώσει. Ω, με ποια μου ντροπή, θεά, το λέω πως απρόθυμα μέσα μου δουλεύω τη σώτειρά μου εσέ! Με θέλησή μου έπρεπε τη ζωή μου να σου τάξω. Πάντα έλπισα σ' εσέ κ' ελπίζω ακόμα σ' εσέ, Άρτεμη, που εμένα τη διωγμένη κόρη του βασιλιά του πιο μεγάλου στην ιερή, απαλή σου αγκάλη πήρες. Ναι, του Δία κόρη, αν τον τρανό τον άντρα, που παίδεψες την κόρη του απαιτώντας, αν το θεϊκό Αγαμέμνονα, που σου έχει προσφέρει στο βωμό το πιο ακριβό του, από της Τροίας τα γκρεμισμένα τείχη στην πατρίδα τον γύρισες με δόξα, τη συμβία, την Ηλέκτρα και το γιο, τους θησαυρούς του αν του έχης φυλαγμένους: γύρνα και μένα εκεί και λύτρωσέ με, ως μ' έχεις απ το θάνατο λυτρώσει, κι απ' αυτή τη ζωή, θάνατον άλλο.

ΣΚΗΝΗ Β'

Ιφιγένεια. Αρκάς.

ΑΡΚΑΣ. Να χαιρετήσω ο βασιλιάς με στέλνει της Άρτεμης την ιέρεια. Αυτή είν' η μέρα, που οι Ταύροι ευχαριστούνε τη θεά τους για θαυμαστές καινούριες νίκες. Τρέχω μπροστά απ το βασιλιά κι απ το στρατό, να μηνήσω: ο ένας φτάνει, ο άλλος σιμώνει.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Με προθυμία θα τους δεχτούμε, ως πρέπει• κ' η θεά μας προσμένει μ' ίλεο βλέμμα καλόδεχτη θυσία απ του Θόα το χέρι.

ΑΡΚΑΣ. Της ιέρειας και γώ ας έβρισκα το βλέμμα, της τιμημένης κι άξιας, το βλέμμα σου, πιο ξάστερο, πιο φωτεινό, άγια κόρη, οιωνό καλό σ' όλους εμάς! Ακόμα η θλίψη όλη μυστήριο σου σκεπάζει τα βάθη• μάταια χρόνους καρτερούμε απ το στήθος σου λόγο εμπιστεμένο. Όσο στο μέρος τούτο σε γνωρίζω, είναι το βλέμμ' αυτό, που εμπρός του πάντα τρέμω• και σα με σίδερα η ψυχή σου μένει δετή στα τρίσβαθα του στήθους.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Στην ορφανή κ' εξόριστη όπως πρέπει.

ΑΡΚΑΣ. Λοιπόν εδώ ορφανή κ' εξόριστ' είσαι;

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Μπορούν πατρίδα να γενούν τα ξένα;

ΑΡΚΑΣ. Μα εσένα ξένη σου έγινε η πατρίδα.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Γιαυτό κ' η ματωμένη μου καρδιά δε γαίνει. Ότι η ψυχή στα πρώτα νιάτα με πατέρα, μητέρα και μ' αδέρφια εδέθη, ότι τα νέα βλαστάρια, ταίρι γλυκό, από των παλιών κορμών τη ρίζα τον ουρανό να φτάσουν θέλαν, ξένη αχ! μ' άδραξε κατάρα, απ τους καλούς μου με χώρισε, τον όμορφο δεσμό με σιδερένιο έσπασε χέρι. Πάει της νιότης η χρυσή χαρά, παν τ' άνθια των πρώτων χρόνων. Κι αν λυτρώθηκα, ήμουν ίσκιος μου μόνο• ο δροσερός ο πόθος της ζωής δεν ανθεί μέσα μου πάλι.

ΑΡΚΑΣ. Δυστυχισμένη τόσο αν λες πως είσαι, αχάριστη μπορώ να σ' ονομάσω.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Χάρη σας έχω πάντα.

ΑΡΚΑΣ. Όχι την τέλεια, που η ευεργεσία ζητά• το φαιδρό βλέμμα, που μαρτυρά ζωή ευχαριστημένη και πρόθυμη καρδιά στον ευεργέτη. Όταν μια μοίρα όλη βαθύ μυστήριο στο ναό σ' είχε φέρει εδώ και χρόνια, σ' εδέχτη ο Θόας με σέβας και μ' αγάπη, σα μια σταλμένη απ τους θεούς, και τούτος ο γιαλός, που των ξένων τρόμος ήταν, σ' εσέ καλός, φιλόξενος εστάθη. Πριν σου κανείς δεν πάτησε τον τόπο χωρίς θυσία, κατά συνήθεια αρχαία, στης Άρτεμης να πέση το ιερό.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Ζωή δεν είναι μόνο ν' ανασαίνης. Ζωή είν' αυτή, που στο ιερό θλιμμένη περνώ, σα γύρω από τον τάφο του ίσκιος; Και να την πω ζωή χαρούμενη, όταν κάθε μια μέρα, σε όνειρα χαμένη, για τις θαμπές μας ετοιμάζει εκείνες μέρες, που, λησμονώντας τον εαυτό του, των πεθαμένων το θλιμμένο πλήθος στης Λήθης το γιαλό γιορτάζει; Μάταιη ζωή είναι τέλος πρώιμο• αυτή είν' η μοίρα της γυναικός και πιο πολύ η δική μου.

ΑΡΚΑΣ. Τη γενναία σου την έπαρση, ο εαυτός σου να μη σου αρκή, τη συχωρώ, όσο κι αν σε κλαίω, που τη χαρά να ζης σου κλέβει. Τίποτ' εδώ δεν έκαμε ο ερχομός σου; Του βασιλιά ποιος φαίδρυνε τη θλίψη; Ποιος με γλυκειά πειθώ χρόνο με χρόνο την παλιά σκληρή εμπόδισε συνήθεια, κάθε ξένος ν' αφήνη στο βωμό της Άρτεμης θυσία τη ζωή του, κι από το βέβαιο θάνατο τους σκλάβους συχνά έστειλε στον τόπο τους και πάλι; Μην η θεά, αντίς ωργισμένη νάναι, που οι 'ματερές παλιές θυσίες της λείψαν, την πράα σου δέηση δεν ακούει περίσσια; Μη γελαστή δε φτερουγίζ' η νίκη στο στρατό γύρω; εμπρός δεν τρέχει κιόλα; Και τύχη πιο καλή δε νιώθουμ' όλοι απ τον καιρό που ο βασιλιάς, που χρόνια με αντρεία μας κυβερνά και φρονιμάδα, και τη γλυκάδα χαίρεται σιμά σου κι απ της βουβής υπακοής το χρέος μας αλαφρώνει; Μάταιη είν' η ζωή σου σε χίλιες άλλες βάλσαμο σα στάζη; Σα στο λαό, που ήρθες θεόσταλτη, είσαι αστέρευτη πηγή ευτυχίας καινούριας, και στο άξενο ακρογιάλι του θανάτου σώζεις και δίνεις γυρισμό στον ξένο;

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Τα λίγα χάνοντ' εύκολ' απ το μάτι, που εμπρός κοιτάζει πόσα ακόμα μένουν.

ΑΡΚΑΣ. Ώστε παινάς τον που αψηφά ό τι κάνει;

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Τον που υψώνει ό τι κάνει κατακρίνουν.

ΑΡΚΑΣ. Και τον που γαύρα δεν τιμά ό τι αξίζει και τον που μάταια ψεύτρα αξία σηκώνει. Πίστεψέ με, άκουσ' έναν, που πιστός σου είναι και τίμιος. Σήμερα αν μιλήση ο Βασιλιάς μαζί σου, ευκόλυνέ τον εκείνο να σου πη που έχει στο νου του.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Με κάθε καλό λόγο με τρομάζεις• συχνά την πρόταση του έχω ξεφύγει.

ΑΡΚΑΣ. Σκέψου τι κάνεις κι όφελός σου τι είναι. Απ τον καιρό, που ο βασιλιάς το γιο του έχασε, λίγους πια από τους δικούς του μπιστεύεται, κι αυτούς όχι σαν πρώτα. Με ζήλια βλέπει κάθε νέο από γένος κληρονόμο του κράτους του• φοβάται αβόηθητα γεράματα, έρμα κ' ίσως παράβολη ανταρσία και πρώιμο τέλος. Δεν ξέρει ο Σκύθης τη χάρη του λόγου, ο βασιλιάς πιο λίγο. Μαθημένος μονάχα να προστάζη και να πράττη, του λείπ' η τέχνη απόμακρα να στρίβη μια ομιλία σιγαλά προς το σκοπό του. Ας μην του φέρη εμπόδιο η άρνησή σου κ' η παρανόηση η σκόπιμη! Μ' αγάπη σύρε μεσοδρομίς κι απάντησέ τον!

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Να ταχύνω το τι με φοβερίζει;

ΑΡΚΑΣ. Φοβέρα λες το πως συμβία σε θέλει;

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Για μένα η τρομερώτερ' είν' απ' όλες.

ΑΡΚΑΣ. Στη συμπάθεια του δώσε πίστη μόνο.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Την ψυχή μου απ το φόβο αν λύση πρώτα.

ΑΡΚΑΣ. Γιατί κρύβεις το γένος σου από κείνον;

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Γιατί στην ιέρεια το μυστήριο αρμόζει.

ΑΡΚΑΣ. Στο βασιλιά δεν έπρεπε μυστήριο τίποτε νάναι• κι αν δεν το γυρεύη, βαθιά το νιώθει στην τρανή ψυχή του προσεχτικά πως κρύβεσαι από κείνον.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Τρέφει θυμό λοιπόν για με και κάκια;

ΑΡΚΑΣ. Έτσι δείχνει. Σωπαίνει και για σένα• από κάποια όμως λόγια του πιστεύω πως του έχει την ψυχή κυριέψει ο πόθος να σε αποχτήση. Μη, ω μην τον αφίνης στον εαυτό του μόνο! η οργή στο στήθος μην του ωριμάση και σου φέρη τρόμο, κι αργά θα θυμηθής μετανιωμένη τα πιστά μου τα λόγια.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Πώς; Στο νου του ο βασιλιάς βάζει ό τι γενναίος άντρας, που αγαπά τ' όνομά του και στο σέβας των ουράνιων το στήθος του δαμάζει, δε θάβαζε ποτέ; Λέει να με σύρη απ το βωμό στην κλίνη του με βία; Τότε όλους τους θεούς καλώ και πρώτη την τολμηρή την Άρτεμη, που σκέπη της ιέρειας της θα δώση κ' η παρθένα θα σώση με χαρά μια άλλη παρθένα.

ΑΡΚΑΣ. Ησύχασε! Και νέο ορμητικό αίμα το βασιλιά σε πράξη δεν τον σπρώχνει παράβολη ως αυτή. Απ το στοχασμό του κάποια άλλη σκληρή απόφαση φοβούμαι, που ακράτητος στο πλήρωμα της θάναι: γιατί στεριά είναι, αλύγιστη η ψυχή του. Για τούτο σε ικετεύω, δώσ' του πίστη, δείξε του χάρη, αν άλλο δεν μπορής.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Ω πες ό τι άλλο ξέρεις.

ΑΡΚΑΣ. Απ τον ίδιον μάθε το! Έρχεται, βλέπω, ο βασιλιάς. Τον τιμάς, κ' η καρδιά σου σε προστάζει να τον δεχτής γλυκά κ' εμπιστεμένα. Σ' ένα γενναίον άντρα ανοίγει δρόμους της γυναίκας καλός λόγος. (Φεύγει.)

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ (μένη). Δε βλέπω πως του πιστού τη συμβουλή ν' ακούσω. Μα πρόθυμα υπακούω στο χρέος, λόγο γλυκό να πω του βασιλιά για ό τι καλό μου έκαμε. Κ' είθε να μπορούσα να πω με αλήθεια του ισχυρού ό τι ορέγεται.

ΣΚΗΝΗ Γ'

Ιφιγένεια, Θόας.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Βασιλικά αγαθά η θεά ας σου δίνη! Ας σου χαρίζη νίκη, δόξα, πλούτο και την ευδαιμονία των δικών σου! Κάθε ευλαβή σου πόθο ας τον ακούση! Συ, στους πολλούς που μ' έννοια βασιλεύεις, και πιο πολλή να χαίρεσαι ευτυχία.

ΘΟΑΣ. Μου φτάνει αν ο λαός μου με δοξάζη: Ό τι κέρδισα εγώ, το χαίροντ' άλλοι περσότερο από με. Πιο ευτυχισμένος, ή βασιλιάς ή ο τελευταίος, είναι την προκοπή στο σπίτι του όποιος έχει. Συμπόνεσες τη μαύρη θλίψη μου, όταν των εχτρών το σπαθί απ το πλάι το γιο μου το στερνό, τον καλύτερο, μου πήρε. Όσο είχα την εκδίκηση στο νου μου, την ερμιά του σπιτιού δεν αισθανόμουν μα τώρα ησυχασμένος που γυρίζω, το κράτος τους ερείπια, εκδικημένος ο γιος μου, τι στο σπίτι θα μ' ευφράνη; Η φαιδρή υπακοή, που τη θωρούσα μια φορά να κοιτά από κάθε μάτι, τώρα έσβησε απ την έννοια και τη θλίψη. Ο καθένας στοχάζεται το μέλλον και στον άτεκνο ακούει μόνο από χρέος. Και τώρα στο ναό αυτόν μπαίνω, που ήρθα συχνά για νίκη να δεηθώ, ή για νίκη να ευχαριστήσω. Παλιόν πόθο τρέφω μέσα στο στήθος, που άγνωστος και σένα δε σου είναι, ούτε ανεπάντεχος. Ελπίζω για καλό του λαού μου και δικό μου, στην κατοικία μου νύφη να σε φέρω.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Ω βασιλιά, στην άγνωστη προσφέρεις πολλά. Μπροστά σου με ντροπή η φευγάτη στέκει, που εδώ άλλο δε ζητά απ τη σκέπη και τη γαλήνη, που της έχεις δώσει.

ΘΟΑΣ. Πως στο μυστήριο πάντα του ερχομού σου σκεπάζεσαι από με, ως κι απ τον καθέναν, δε θα τόλεγε ορθό λαός κανένας. Ο γιαλός τούτος σκιάχτρο είναι των ξένων: Ο νόμος το απαιτεί κ' η ανάγκη. Μόνο από σε, που καλόδεχτός μας ξένος, κάθε ιερό δικαίωμα απολαβαίνεις και τις μέρες σου χαίρεσαι όπως θέλεις, μια εμπιστοσύνη πρόσμενα, που η πίστη του φιλοξενητή τολμά να ελπίζη.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Αν έκρυψα γονιούς και γένος, ήταν στενοχώρια μου κι όχι κακή πίστη, ω βασιλιά! Τι αν ήξερες ποια στέκει μπρος σου, ποια κεφαλή καταραμένη τρέφεις και σκέπεις, την τρανή καρδιά σου τρόμος και φρίκη θάπιανε κι αντί να με καλής στο θρόνο πλάι, θα μ' είχες από καιρό απ το κράτος σου διωγμένη• ίσως πριν φτάσ' η πρόσχαρη ώρα, που είναι δωσμένο να γυρίσω στους δικούς μου κ' η πλάνησή μου να σωθή, θα μ' είχες στη δυστυχία πετάξει, που προσμένει ολούθε κρύα και τρομερή καθέναν πλανεμένο, απ το σπίτι του διωγμένο.

ΘΟΑΣ. Η βουλή των θεών όποια κι αν είναι για σε, κι ό τι κι αν γράφουν της γενιάς σου και σένα, όσο όμως είσαι δω μαζί μας και χαίρεσαι ιερή φιλοξενία, η ευλογία τ' ουρανού δε μου έχει λείψει. Δύσκολα θα πειστώ πως προστατεύω σ' εσέ κεφάλι αμαρτωλό.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Ευλογία σου φέρν' η καλοσύνη σου, όχι ο ξένος.

ΘΟΑΣ. Σε μιαρούς ό τι κάνουμε ευλογία δε φέρνει. Να σωπαίνης και ν' αρνιέσαι πάψε! Δεν το απαιτεί άδικος κανένας. Στα χέρια μου σ' έχει η θεά δωσμένη• όπως γι' αυτή, ιερή ήσουν και για μένα. Το νεύμα της και τώρα ας μου είναι νόμος: Στο σπίτι σου αν ελπίζης να γυρίσης, από την κάθε απαίτηση σε λύνω. Μα αν ο δρόμος σου κλείστηκε για πάντα κ' η γενιά σου είν' εξόριστη ή από κάποια μεγάλη συμφορά σβησμένη, τότε δική μου είσ' από κάθε νόμο. Μίλει ελεύτερα! το ξέρεις, κρατώ λόγο.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Πρόθυμα η γλώσσα απ τον παλιό δεσμό της δε λυέται τέλος πια, να ξεσκεπάση ένα μυστήριο φυλαγμένο χρόνια. Τι ως βγη στο φως, αγύριστα πια αφήνει το άσυλο που είχε στης καρδιάς τα βάθη, βλάφτει ή ωφελεί, όπως οι θεοί το θέλουν. Άκουσε! Είμ' απ το γένος του Ταντάλου.

ΘΟΑΣ. Ξεστομίζεις ατάραχη μεγάλο λόγο. Ονομάζεις πρόγονό σου εκείνον, που μια φορά για πάρα αγαπημένον απ τους θεούς τον ξέρει ο κόσμος; Είναι ο Τάνταλος εκείνος, που στα δείπνα και στα συμβούλια τον καλούσε ο Δίας, και στα σοφά, πολύπειρά του λόγια, σα σε χρησμούς, οι ίδιοι οι θεοί ευφραίνονταν;

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Αυτός είναι• οι θεοί δεν έπρεπε όμως με ανθρώπους, όπως μ' ίσους τους, να ζούνε• το γένος των θνητών αδύναμο είναι σε ασύνηθο ύψος ζάλη να μη νιώθη. Δεν ήταν αγενής, ούτε προδότης• μόνο τρανός για δούλος και για φίλος του μεγαλόβροντου άνθρωπος μονάχα. Και το έγκλημά του ανθρώπινο• δεινή ήταν η κρίση τους και ψέλνουν ποιητές: Έπαρση κι απιστία απ του Δία τα δείπνα στου αρχαίου Ταρτάρου την ντροπή τον ρίξαν. Και το μίσος τους πήρε όλ' η γενιά του.

ΘΟΑΣ. Του προγόνου ή δικό της κρίμα πήρε;

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Του στήθους την ορμή και των Τιτάνων η δύναμη την πήραν κλήρα γιοί του κ' εγγόνια• μα ο θεός στο μέτωπό τους γύρω έζωσε χαλκό στεφάνι. Μέτρο, στοχασμό, υπομονή και φρονιμάδα απ τη δειλή, θολή έκρυψε ματιά τους. Κάθε ορμή τους λύσσα έγινε, κ' η λύσσα ακράτητη ξεσπάζει γύρω. Πρώτος ο Πέλοπας, σφοδρός στη θέλησή του, ο γιος ο αγαπημένος του Ταντάλου, με προδοσία κερδίζει και με φόνο την Ιπποδάμεια, την πιο ωραία γυναίκα, του Οινόμαου κόρη. Αυτή στου αντρός τους πόθους δύο τέκνα, τον Ατρέα και το Θυέστη φέρνει. Με φτόνο βλέπουν τούτοι πάντα να γέρνη η αγάπη του πατρός στον πρώτο γιό απ' άλλη κλίνη. Το μίσος τους δένει και μυστικά τολμούν την πρώτη πράξη στο φόνο του αδερφού. Ο πατέρας ρίχνει στην Ιπποδάμεια το έγκλημα, αγριεμένος το γιό απ' αυτή ζητά, και κείνη μόνη της σκοτώνεται —

   ΘΟΑΣ. Σωπαίνεις; Διηγήσου!
Μη μετανιώνης γιατί άρχισες! Λέγε!

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Χαρά στον, που στη μνήμη τους προγόνους φέρνει ευχάριστα, ευφραίνεται τις πράξες, το μεγαλείο τους να ιστορά, και βλέπει με χαρά κρύφια στην ωραία να σμίγη σειρά κι αυτός! Τι αμέσως ένα γένος δε γεννά τον ημίθεο ή το τέρας• μια σειρά φαύλων ή καλών θα βγάλη τέλος τον τρόμο ή τη χαρά του κόσμου. — Σαν πέθανε ο πατέρας, ο Θυέστης κι ο Ατρέας μαζί βασίλεψαν στην πόλη. Μα δεν μπόρεσε η ομόνοια να βαστάξη καιρό. Σε λίγο ο Θυέστης ατιμάζει την κλίνη του αδερφού. Ο Ατρέας τον διώχνει για εκδίκηση απ το κράτος. Δόλια, πράξες βαρειές στο νου ο Θυέστης μελετώντας, ένα γιό του αδερφού είχε πριν κλεμένο κι αναθρεμμένο σα δικό του. Λύσσα κ' εκδίκηση τα στήθη του γεμίζει και στη βασιλική τον στέλνει πόλη, τον πατέρα για θειο του να σκοτώση. Του νέου ο σκοπός μαθεύεται. Σκληρά ο βασιλιάς τον ένοχο παιδεύει γιό του αδερφού θαρρώντας πως σκοτώνει. Αργά το ακούει ποιος μπρος στα μεθησμένα τα μάτια του πεθαίνει μαρτυρώντας• και για να σβήση μέσα του τη δίψα της εκδίκησης θρέφει με το νου του πράξη ανάκουστη. Αδιάφορος, πραεμένος, ήσυχος δείχνει ότ' είναι και πλανεύει τον αδερφό με τους δυο γιους του πίσω στο κράτος, πιάνει τα παιδιά, τα σφάζει, και το φριχτό, σιχαμερό φαγί το βάζει στον πατέρα εμπρός, στο πρώτο δείπνο. Κι αφού απ τη σάρκα του ο Θυέστης χόρτασε, θλίψη πιάνει την ψυχή του, για τα παιδιά ρωτά και κει που ακούει, θαρρεί, το βήμα, τη φωνή τους πίσω στην πόρτα, ο Ατρέας σαρκάζοντας του ρίχνει των σκοτωμένων κεφαλές και πόδια. — Γυρνάς με φρίκη, ω βασιλιά, την όψη: Έτσι έστρεψε κι ο ήλιος τη θωριά του και το άρμα απ τον αιώνιο δρόμο. Αυτοί είναι της ιέρειας σου οι πρόγονοι. Και μοίρες ολέθριες των αντρών πολλές, και πράξες πολλές του συγχισμένου νου σκεπάζει η νύχτα με βαριά φτερά κι αφήνει να δούμ' ένα φριχτό θάμπωμα μόνο.

ΘΟΑΣ. Με τη σιγή και συ ας τις κρύψης! Φτάνει η φρίκη! Πες μου τώρα με ποιο θάμα βγήκες εσύ από το άγριο αυτό γένος.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Του Ατρέα γιός πρώτος ήταν ο Αγαμέμνων πατέρας μου αυτός είναι. Τολμώ ωστόσο να πω πως είδα από μικρή σε κείνον του τέλειου αντρός τον τύπο. Πρώτο αγάπης βλαστό του έφερε μένα η Κλυταιμνήστρα, κατόπι την Ηλέκτρα. Κυβερνούσε ήσυχα ο βασιλιάς και στου Ταντάλου το γένος είχ' έρθει η χαμένη ειρήνη. Απ των γονιών την ευτυχία ένας μόνο γιός έλειπε, μα ο πόθος σαν πληρώθη κι ανάμεσα στις δυο αδερφές ο Ορέστης μεγάλωνε ο μονάκριβος, νέο τώρα περίμενε δεινό το ήσυχο σπίτι. Σας ήρθε η φήμη του πολέμου, που όλους τους ηγεμόνες των Ελλήνων γύρω συνάθροισε στην Τροία, για να εκδικήσουν την αρπαγή της πλέον ωραίας γυναίκας. Την πόλη αν πήραν, αν εκδικήθηκαν, δεν τόμαθα. Ο πατέρας μου ωδηγούσε το στρατό των Ελλήνων. Στην Αυλίδα πρόσμεναν μάταια αέρα πρίμο: Η Άρτεμη, με τον τρανό αρχηγό τους ωργισμένη, τους βιαστικούς εμπόδιζε απαιτώντας με του Κάλχα το στόμα τη μεγάλη κόρη του βασιλιά. Με τη μητέρα μας κράξαν στο στρατόπεδο• με σύραν μπρος στο βωμό και στη θεά αφιερώσαν αυτή την κεφαλή. — Ήταν πραεμένη : Δε μου ήθελε το αίμα και σε νέφος, σώζοντάς με, με τύλιξε• σε τούτον το ναό στη ζωή ήρθα πάλι. Εγώ είμαι, η ίδια η Ιφιγένεια, η εγγονή του Ατρέα, του Αγαμέμνονα η κόρη, της θεάς το χτήμα, που μιλώ μαζί σου.

ΘΟΑΣ. Πίστη και προτίμηση πιότερη δε δίνω στου βασιλιά την κόρη από την άγνωστη. Ό τ' είπα στην αρχή σου λέω και πάλι: Έλα μαζί μου και μοιράσου ό τι έχω.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Ω βασιλιά, πώς να τολμήσω τέτοιο βήμα; Μόνη η θεά, που μ' έχει σώσει, την ταμένη ζωή μου δεν ορίζει; Δε διάλεξε αυτή το άσυλο για μένα κ' ενός πατέρα με φυλάει, που μόνο για τα μάτια πολύ τον παίδεψε, ίσως για πιο γλυκειά χαρά των γηρατειών του; Ίσως ο γυρισμός μου κοντά νάναι και γώ άσεβη στο δρόμο της, εδώ να δεσμευτώ εναντίο στο θέλημά της; Σημείο της γύρεψα αν να μείνω πρέπη.

ΘΟΑΣ. Το σημείο είναι πως μένεις εδώ ακόμα. Πρόφαση νάβρης μην παλεύης! Ένας που θέλει ν' αρνηθή, του κάκου χάνει λόγια πολλά, ο άλλος το όχι μόνο ακούει.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Δεν είναι λόγια αυτά να σε πλανέσουν• σου έχω ανοίξει το βάθος της καρδιάς μου. Και δεν το νιώθεις μόνος με τι τρόμο πρέπει να λαχταρώ για τον πατέρα, τη μητέρα, τ' αδέρφια; Στις αρχαίες στοές, που κάπου κάπου μόνο η θλίψη σιγολέει τ' όνομά μου — σαν τριγύρω σε νεογέννητη νάπλεκε από στύλο σε στύλο τα πιο ωραία η χαρά στεφάνια. Ω αν μ' έστελνες εκεί μ' ένα σου πλοίο, θάδινες νέα ζωή σε με και σ' όλους!

ΘΟΑΣ. Τότε γύρνα! Ότι λέει η καρδιά σου κάμε• μην ακούς τη φωνή της φρονιμάδας! Γυναίκα ας είσαι σ' όλα, στην ορμή παραδώσου που ακράτητα σε αρπάζει και δω και κει σε σέρνει! Όταν τους καίη στα στήθη η επιθυμιά, ιερός κανένας δεν τις κρατεί δεσμός απ τον προδότη, που απ την πιστή, δοκιμασμένη αγκάλη του αντρός ή του πατέρα τις πλανεύει. Μα σα σιγά στα στήθη η γοργή φλόγα, η χρυσή γλώσσα της πειθώς του κάκου βάζει πιστά τη δύναμή της όλη.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Το γενναίο σου το λόγο, ω βασιλιά, θυμήσου! Έτσι την πίστη μου ανταμείβεις; Έτοιμος ήσουν να τ' ακούσης όλα.

ΘΟΑΣ. Ν' ακούσω ανέλπιστα έτοιμος δεν ήμουν έπρεπε όμως κι αυτά να τα προσμένω: δεν ήξερα γυναίκα ότ' είχα μπρος μου;

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Ω βασιλιά, μη βρίζης το φτωχό μας γένος! Όχι λαμπρά, σαν τα δικά σας, μα κι αγενή δεν είναι της γυναίκας τα όπλα. Πίστεψέ με, το καλό σου μπορώ κάλλιο από σε να το γνωρίζω. Θαρρείς, δίχως εσέ ούτ' εμέ να ξέρης, ένας δεσμός στενώτερος μπορούσε σ' ευτυχία να μας ένωνε. Όλος θάρρος και θέληση καλή απαιτείς να στρέξω• μα οι θεοί χάρη ας έχουν, που μου δώσαν τη σταθερότη αντίσταση να φέρω σ' ένα δεσμό, που εκείνοι δεν τον θέλουν.

ΘΟΑΣ. Δε μιλούν οι θεοί, μιλεί η καρδιά σου.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Με την καρδιά μας μόνο μας μιλούνε.

ΘΟΑΣ. Να τους ακούω δικαίωμα εγώ δεν έχω;

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Την απαλή φωνή την πνίγ' η μπόρα.

ΘΟΑΣ. Η ιέρεια τάχα μόνη την ακούει;

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Ο βασιλιάς ας την προσέξη πρώτος.

ΘΟΑΣ. Τ' άγια σου χρέη και το δικαίωμα, πούχεις κληρονομιά στου Δία τα δείπνα, πλέον σιμά σε φέρνουν στους θεούς παρά έναν της γης άγριο γιό.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Έτσι μου πληρώνεις μια εμπιστοσύνη με τη βία παρμένη!

ΘΟΑΣ. Είμ' άνθρωπος• και κάλλιο να τελειώνουμε. Τούτη είναι η απόφασή μου: Ιέρεια μείνε της θεάς, καθώς σ' έχει διαλεγμένη. Αλλά η θεά και μένα ας συχωρέση, που μ' άδικο και βάρος στην ψυχή μου της κρατώ τις παλιές θυσίες ως τώρα. Ξένος κανείς εδώ άβλαβος δε φτάνει• παλαιόθε ο θάνατος του βέβαιος ήταν. Μα εσύ με μια γλυκάδα, που χαιρόμουν βαθιά σ' αυτή να βλέπω μια της κόρης αβρή στοργή, μια της μνηστής αγάπη κρύφια, εσύ, σα να μ' έδεσες με μάγια, το χρέος μου μ' έχεις κάμει να ξεχάσω. Νανουρισμένα είχες τα φρένα μου. ώστε το γογγυσμό δεν άκουα του λαού μου• τώρα το κρίμα για το πρώιμο τέλος του γιού μου κράζουν δυνατώτερα όλοι. Πια δεν κρατώ για χάρη σου το πλήθος, που βιαστικά γυρεύει τη θυσία.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Ποτέ δεν τόχω χάρη μου απαιτήσει• τους ουράνιους δε νιώθει όποιος νομίζει πως διψούν αίμα• μόνο τις δικές του σκληρές ορμές τους δίνει. Δε με πήρε μόνη η θεά απ τον ιερέα; Της ήταν το έργο μου πιο ωραίο απ το θάνατό μου.

ΘΟΑΣ. Την ιερή συνήθεια δε μας πρέπει με άστατη γνώμη κι ως το θέλει ο νους μας να κυβερνούμε κ' εξηγούμε. Κάμε το χρέος σου, εγώ θα κάμω το δικό μου. Δυο ξένοι είναι στα χέρια μου, που μέσα στις σπηλιές του γιαλού ήβραμε κρυμμένους και που καλό στον τόπο μου δε φέρνουν. Μ' αυτούς ξανά η θεά την πρώτη ας πάρη δίκια θυσία της, που καιρό της λείπει. Εδώ τους στέλνω• το έργο το γνωρίζεις.

ΣΚΗΝΗ Δ'

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ (μόνη). Σύννεφα έχεις, ω [δέσποινα σώτειρα, να σκεπάζης διωγμένους αθώους, κι απ τα χάλκινα χέρια της μοίρας στους αέρηδες, πέρα απ το κύμα κι απ της γης τα μακρύτατα πλάτη, όπου θέλεις εσύ να τους φέρνης. Και σοφή είσαι και βλέπεις τα μέλλοντα• περασμένα για σε δεν περάσαν• στους δικούς σου ησυχάζει το βλέμμα σου, ως το φως σου, ζωντάνια της νύχτας, ησυχάζει στη γης και δεσπόζει. Ω απ το αίμα τα χέρια μου φύλαξε! Ευτυχία και γαλήνη δε φέρνει κ' η θωριά του τυχαία σκοτωμένου θάναι σκιάχτρο στις μαύρες τις ώρες του φονιά του θλιμμένου κι αθέλητου. Τι αγαπούν των ανθρώπων οι αθάνατοι τα σπαρμένα παντού αγαθά γένη• του θνητού με χαρά του μακραίνουν τη γοργή τη ζωή, τους αρέσει τ' ουρανού τους του αιώνιου ν' αφήσουν τη χαρούμενη θέα έναν καιρό ν' απολάψη και κείνος μαζί τους.

ΠΡΑΞΗ ΔΕΥΤΕΡΗ

ΣΚΗΝΗ Α'

Ορέστης, Πυλάδης.

ΟΡΕΣΤΗΣ. Του θανάτου είναι ο δρόμος που πατούμε: Σε κάθε βήμα πιο η ψυχή ησυχάζει. Του Απόλλωνα όταν γύρεψα να πάρη τη φριχτή συνοδεία των Ερινύων από κοντά μου, φάνηκε να τάζη με λόγια θετικά, γεμάτα ελπίδα λυτρωμό και βοήθεια στο ναό της ακριβής της αδελφής του, που άρχει στους Ταύρους• κι αληθεύει τώρα, κάθε πόνος μαζί με τη ζωή μου σβήνει. Πώς εύκολα, σαν ένα χέρι θείο μου σφίγγει την καρδιά, το νου πρααίνει, τ' όμορφο φως του ήλιου μπορώ ν' αφήσω! Αν στα εγγόνια δε δόθηκε του Ατρέα νάβρουν στη μάχη τέλος δοξασμένο, και γώ, ως οι πρόγονοί μου κι ο πατέρας, θύμα να πέσω αν πρέπη άθλιου θανάτου: Ας γίνη! Κάλλιο στο βωμό εδώ, πάρα σε γωνιά κολασμένη, όπου τα δίχτυα συγγενής δολοφόνος στήνει. Ως τότε αφήστε μου γαλήνη, ω καταχθόνιες, που, σα σκυλιά στο αγρίμι, μανιωμένες χιμάτε στο αίμα, που απ τα βήματά μου σταλάζοντας, το πέρασμά μου δείχνει, Αφήστε με! σε λίγο κατεβαίνω σε σας• και με και σας το φως της μέρας δεν πρέπει να θωρή. Της γης τ' ωραίο, χλωρό λιβάδι για στοιχειά δεν είναι. Κάτω εκεί θα σας έβρω: εκεί όλους δένει όμοια μοίρα σ' αιώνια θαμπή νύχτα. Μονάχα εσέ, Πυλάδη, σύντροφέ μου αθώε στο κρίμα και στην εξορία, πώς άθελα σε παίρνω στο θλιμμένον τόπο πρώιμα! Η ζωή είτ' ο θάνατός σου μου δίνουν μόνο ελπίδα ή φόβο ακόμα.

ΠΥΛΑΔΗΣ. Σαν εσέ, δεν είμ' έτοιμος, Ορέστη, στο βασίλειο των ίσκιων να κατέβω. Ζητώ απ τα μπερδεμένα μονοπάτια, που δείχνουν να οδηγούν στη μαύρη νύχτα, πώς στη ζωή και πάλι ν' ανεβούμε. Δε σκέφτομαι το θάνατο• γυρεύω να βρω μην οι θεοί τρόπο και δρόμο για κάποια ποθητή φυγή ετοιμάζουν. Ο θάνατος, ή τον φοβάσαι είτ' όχι, φτάνει ακράτητος. Κι όταν θα σηκώση το χέρι η ιέρεια αγιάζοντας να κόψη την κόμη μας, μονάχη σκέψη θάχω το λυτρωμό μας. Ύψωσε απ τη θλίψη την ψυχή σου! τον κίντυνο ταχύνεις διστάζοντας. Ο Απόλλωνας μας είπε πως στο ιερό της αδερφής βοήθεια, παρηγοριά και γυρισμός προσμένουν. Διπλόγνωμα δεν είναι των θεών τα λόγια, ως τα φαντάζεται ο θλιμμένος.

ΟΡΕΣΤΗΣ. Τη μαύρη σκέπη της ζωής τριγύρω στο νιο κεφάλι μου άπλωσε η μητέρα. κ' έτσι μεγάλωνα, ο ίδιος ο πατέρας, και το βουβό μου βλέμμα ήταν πικρή κατάκριση εκεινής και του εραστού της. Πόσες φορές, σαν η αδερφή μου η Ηλέκτρα στη φωτιά κοντά αμίλητη καθόταν μες στη βαθειά στοά, στην αγκαλιά της χιμούσα φοβισμένος και με μάτια ξαφνισμένα την κοίταζα να κλαίη πικρά. Τότε πολλά για το μεγάλο πατέρα μας μιλούσε κείνη. Πόσο ποθούσα να τον δω, νάμουν κοντά του! Μια ήθελα γώ να πάω στην Τροία, μια εκείνος νάρθη. Ήρθε η μέρα —

ΠΙΛΑΛΗΣ. Ω άφησε για κείνη την ώρα να μιλούν στοιχειά στον Άδη! Το θύμημα καιρών πιο ωραίων ας δίνη νέα δύναμη σε μας για άθλα καινούρια. Οι αθάνατοι έχουν χρεία κάποιους ανθρώπους καλούς, στην πλατειά γη να τους δουλεύουν. Και σένα σε χρειάζονται• για τούτο συνοδειά δε σε δώσαν του πατέρα, σαν κατέβηκε αθέλητα στον Άδη.

ΟΡΕΣΤΗΣ. Ω, αδράζοντας το φόρεμά του, νάχα κοντά του πάει!

ΠΙΛΑΔΗΣ. Για με νιαστήκαν όποιοι σε φύλαξαν• γιατί και γώ δεν ξέρω τι θα γινόμουν, αν δε ζούσες• όταν με σένα και για σένα απ τα μικρά μου χρόνια ζω μόνο και να ζήσω θέλω.

ΟΡΕΣΤΗΣ. Μη μου θυμάς τις μέρες τις ωραίες, που ήβρα άσυλο στο σπίτι σου• με αγάπη και φρονιμάδα ο γενναίος σου ο πατέρας πήρε κοντά του τ' άνθος το φρυμένο, ενώ φαιδρός συ πάντα σύντροφός μου, σαν πεταλούδα πλουμιστή τριγύρω σε σκοτεινό λουλούδι, κάθε μέρα με νέα ζωή φτερούγιζες, σκορπούσες μες στην ψυχή μου τη χαρά σου, τόσο που ξεχνώντας τη μοίρα μου, μαζί σου σ' ένα όνειρο γοργής σερνόμουν νιότης.

ΠΙΛΑΔΗΣ. Αφότου σε αγαπώ αρχινά η ζωή μου.

ΟΡΕΣΤΗΣ. Η συμφορά μου πες, και λες αλήθεια. Το πιο φριχτό της μοίρας μου είναι τούτο: Σα μολυσμένος, που παντού τον διώχνουν, πόνο κρυφό και θάνατο στα στήθη φέρνω• κι όπου γερόν πατήσω τόπο, τριγύρω οι ανθερές μορφές αμέσως τη θλιβερή όψη αργού θανάτου παίρνουν.

ΠΥΛΑΛΗΣ. Ο θάνατος αυτός θάβρισκε πρώτον,
Ορέστη, εμέ, αν φαρμάκωνε η πνοή σου.
Δεν είμ' ακόμα όλο όρεξη και θάρρος;
Και η όρεξη κ' η αγάπη τα φτερά είναι
σ' έργα μεγάλα.

ΟΡΕΣΤΗΣ. Έργα μεγάλα; Ναι, ήταν καιρός, που εμπρός μας τάχαμε! Όταν κυνηγούσαμε σ' όρη και λαγκάδια τ' αγρίμια, λαχταρώντας πως στο στήθος και στη γροθιά με τους τρανούς προγόνους μια μέρα ίσοι, με ρόπαλο και ξίφος στους ληστές και στα τέρατα θα ορμούμε• και στο γιαλό όταν γέρναμε το βράδυ, ένας στον άλλον ήσυχα ακουμπώντας, και στα πόδια μας έπαιζε το κύμα και πλατύς ανοιχτός άπλων' ο κόσμος μπροστά μας, στο σπαθί το χέρι ωρμούσε και μέλλοντ' άθλα χύνονταν σαν τ' άστρα τριγύρω μας αμέτρητα απ τη νύχτα.

ΠΥΛΑΔΗΣ. Είν' άπειρο το έργο, που μας βιάζει την ψυχή ο τελειωμός του. Καθεμιά μας πράξη εξαρχής τη θέλαμε μεγάλη τόσο, όπως γίνεται όταν με τα χρόνια σε τόπους και γενιές λαών τη σέρνει των ποιητών το στόμα υψώνοντάς τη. Ηχεί γλυκά ό τι έκαμαν οι πατέρες, όταν γερτός στο βραδινό ίσκιο ο νέος με τους αχούς της άρπας το ρουφάει• κι ό τι εμείς κάνουμε είναι, ως και για κείνους ήταν, άπλερος μάταιος κόπος! Έτσι, το ό τι μας φεύγει κυνηγούμε, το δρόμο που περνούμε μην ψηφώντας, και πλάι μόλις το βήμα των προγόνων θωρούμε και τα χνάρια της ζωής τους. Στον ίσκιο τους κοντά τρέχουμε πάντα, που στεφανώνει ισόθεος στη μακρότη σε σύννεφα χρυσά τα κορφοβούνια. Δεν έχω ιδέα μεγάλη για όποιον τρέφει στο νου, πώς ο λαός να τον υψώση: Μα εσύ, νέε, των θεών ας χρωστάς χάρη, που με σε τόσο πρώιμα τόσα έκαμαν!

ΟΡΕΣΤΗΣ. Όταν αυτοί στον άνθρωπο δωρίζουν ευχάριστο έργο, από δεινά να σώση τους δικούς του, το κράτος του ν' αυξήση, ν' ασφαλίση τα σύνορα κ' εχτροί παλιοί να πέσουν ή να φύγουν τότε να ευχαριστή! που ένας θεός την πλέον μεγάλη της ζωής του έδωσε χάρη. Μα εμένα μ' έχουν για φονιά διαλέξει της σεβαστής πάντα μητρός μου, μ' έχουν, με το νόημά τους να εκδικήσω ανόσια μιαν ανομία, στον όλεθρο σπρωγμένον. Πίστεψε, πείσμα τόβαλαν στο γένος του Ταντάλου• και γώ, ο στερνός, δεν πρέπει αθώος, δεν πρέπει τίμια να χαθώ.

ΠΥΛΑΔΗΣ. Στο γιό οι θεοί δεν εκδικούν τις πράξες των πατέρων• καλός, κακός, καθένας τα έργα του πληρώνει• των γονέων κληρονομιέται η ευχή κι όχι η κατάρα.

ΟΡΕΣΤΗΣ. Εμάς, θαρρώ, δε φέρνει εδώ η ευχή τους.

ΠΥΛΑΔΗΣ. Η βουλή των τρανών θεών ωστόσο.

ΟΡΕΣΤΗΣ. Ώστε η βουλή τους είναι που μας χάνει.

ΠΥΛΑΔΗΣ. Κάμε ό τι σε προστάζουν και καρτέρει! Την αδερφή του Απόλλωνα αν του φέρης και στους Δελφούς κ' οι δυο είναι, λατρεμένοι από ένα λαό μ' αίσθημα γενναίο, γι' αυτή την πράξη σου ίλεο θα σου γίνη το θείο ζευγάρι, κι απ των καταχθόνιων τα χέρια θα σε σώση. Τώρα κιόλα καμιά τους δεν τολμά εδώ στο άγιο δάσος.

ΟΡΕΣΤΗΣ. Τουλάχιστο έτσι ήσυχο τέλος θάχω.

ΠΥΛΑΔΗΣ. Αλλιώς εγώ στοχάζομαι και δένω όχι άκριτα το τι έγινε με το ό τι μέλλεται, κ' έτσι ο νους μου το εξηγεί: Καιρό ίσως να ωριμάζη η τρανή πράξη στη βουλή των θεών. Η Άρτεμη θέλει να φύγη απ το ακρογιάλι των βαρβάρων κι απ τις σκληρές ανθρώπινες θυσίες. Σε μας ήταν δωσμένο τ' όμορφο άθλο, σε μας έπεσε ο κλήρος κι από θάμα τώρα εδώ είμαστ' αθέλητα φτασμένοι.

ΟΡΕΣΤΗΣ. Πλέκεις μαζί σοφά με σπάνια τέχνη τους πόθους σου και των θεών τη γνώμη.

ΠΥΛΑΔΗΣ. Τι είναι η σοφία τ' ανθρώπου, αν δεν ακούη των ουράνιων το θέλημα με σέβας; Σε δεινή πράξη ένας θεός καλεί το γενναίον άντρα που έσφαλε, τον βάζει ό τι θαρρούμε αδύνατο να κάμη. Ο αντρείος νικά• πληρώνοντας το κρίμα, θεούς και κόσμο με τιμή δουλεύει.

ΟΡΕΣΤΗΣ. Να ζήσω αν πρέπη και να πράξω κάτι, ένας θεός ας πάρη απ το βαρύ μου το μέτωπο τη ζάλη, που στο δρόμο το γλιστερό, απ το μητρικό βρεγμένον αίμα, με σέρνει στους νεκρούς. Με σπλάχνος ας ξεράνη τη βρύση, που πηδώντας μπρος μου απ της μάνας τις πληγές, με μιαίνει παντοτινά.

ΠΥΛΑΔΗΣ. Πιο ατάραχος καρτέρει! Πληθαίνεις το κακό κι ο ίδιος παίρνεις των Ερινύων το έργο. Ήσυχος μείνε, να στοχαστώ άφησέ με. Κι όταν τέλος σμιχτή χρειαστή δύναμη, σε κράζω κ' οι δυο μαζί στοχαστικά τολμούμε την πράξη.

ΟΡΕΣΤΗΣ. Λέω κι ακούω τον Οδυσσέα.

ΠΥΛΑΔΗΣ. Μη χλευάζης! Καθένας ας διαλέγη τον ήρωά του κι ας γυρεύη απάνω στα χνάρια του τον Όλυμπο. Το λέω: δε βρίσκω νάναι ο στοχασμός κι ο δόλος ντροπή για κείνον που τολμά μεγάλα.

ΟΡΕΣΤΗΣ. Εγώ τιμώ όποιον είναι αντρείος κ' ίσιος.

ΠΥΛΑΔΗΣ. Γιαυτό και δε σου γύρεψα τη γνώμη. Το πρώτο βήμα έχει γίνει. Ως την ώρα πολλά έμαθα απ τους φύλακές μας. Ξέρω πως μια ξένη, θεόμοιαστη γυναίκα τον άγριο νόμο τον κρατεί δεμένον. Αγνή καρδιά και δέηση και λιβάνι προσφέρει στους θεούς. Πολύ εγκωμιάζουν την αγαθή. Πιστεύουν απ το γένος των Αμαζόνων είναι κ' έχει φύγει για να σωθή από συμφορά μεγάλη.

ΟΡΕΣΤΗΣ. Η φωτεινή της βασιλεία έχει χάσει τη δύναμη άμα σίμωσε ο κακούργος, που πίσω του, ως πλατειά νυχτιά, η κατάρα τρέχει και τον σκεπάζει. Η ιερή δίψα του αιμάτου λύνει την παλιά συνήθεια απ τα δεσμά της για όλεθρό μας. Τ' άγριο του βασιλιά το πνεύμα μας σκοτώνει• δεν μπορεί να μας σώση μια γυναίκα.

ΠΥΛΑΔΗΣ. Τύχη μας νάναι αυτή γυναίκα! Ο άντρας κι ο πιο καλός, το νου του τον μαθαίνει στη σκληράδα και τέλος κάνει νόμο και κείνο που μισεί• γίνεται ωμός, αγνώριστος σχεδόν από συνήθεια. Μόνο η γυναίκα σταθερή στη γνώμη μένει. Κάλλιο βασίζεσαι σε κείνη σε καλό και κακό. — Σώπασε! Να την• άσε μας μόνους. Ποιοι είμαστε δεν πρέπει αμέσως να της πω, να φανερώσω τη μοίρα μας αφύλαχτα. Εσύ φύγε, και πριν με σέ μιλήση αυτή, σε σμίγω.

ΣΚΗΝΗ Β'

Ιφιγένεια, Πυλάδης.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Πούθε έρχεσαι, πούθε είσαι, ω ξένε, λέγε. Θαρρώ πως πιο πολύ μ' Έλληνα μοιάζεις παρά με Σκύθη. (Του λύνει τα δεσμά.) Η λευτεριά, που δίνω εγώ, κίντυνος είναι• κι ας θελήσουν οι αθάνατοι απ αυτόν να σας λυτρώσουν!

ΠΥΛΑΔΗΣ. Γλυκειά φωνή! Της μητρικής μου γλώσσας καλοπρόσδεχτε αχέ στον ξένον τόπο! Τα γαλανά βουνά του πατρικού μου λιμανιού ξαναβλέπω ο σκλαβωμένος ευφρόσυνα μπροστά μου. Ας σε ασφαλίση αυτή η χαρά πως Έλληνας και γώ είμαι! Για μια στιγμή το έχω ξεχάσει πόση ανάγκη σου έχω και το νου μου μόνο στο λαμπρό δράμα γύρισα. Ω για πες μου, αν τα χείλη σου κάποιο πεπρωμένο δεν τα σφαλή, από ποια από τις φυλές μας η ισόθεη κρατεί καταγωγή σου;

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Μαζί σου μιλεί η ιέρεια, που την έχει διαλέξει κι αφιερώσ' η ίδια η θεά της. Τούτο ας σου φτάση• πες μου, εσύ ποιος είσαι και ποια τύχη με ολέθρια βουλή σ' έχει εδώ φερμένον με το σύντροφό σου;

ΠΥΛΑΔΗΣ. Εύκολο να σου πω με τη βαρειά του συντροφιά ποιο δεινό μας κυνηγά. Τόσο εύκολα ας μπορούσες να μας δώσης και συ το φαιδρό βλέμμα της ελπίδας! Από την Κρήτη είμαστε, γιοι του Αδράστου. Είμ' ο νιώτερος, Κέφαλο με λένε. κι ο άλλος Λαοδάμας, πρωτογεννημένος. Ανάμεσό μας ένας τρίτος, άγριος και τραχύς τη χαρά και την ομόνοια από μικρός χαλούσε στα παιγνίδια. Τη μητέρα υπακούγαμε ήσυχα όσο πολεμούσε ο πατέρας μας στην Τροία• μα όταν με πλούσια λάφυρα ήρθε πάλι και πέθανε σε λίγο, ευθύς τ' αδέρφια τα χώρισε η διχόνοια για το κράτος και για το θρόνο. Εγώ του πρώτου μέρος πήρα. Τον αδερφό σκότωσε κείνος. Για το φόνο οι Ερινύες εδώθε κείθε τον κυνηγούν με ορμή. Μ' ελπίδα ωστόσο ο δελφικός ο Απόλλωνας μας στέλνει στον άγριο αυτό γιαλό. Στης αδερφής του το ιερό να προσμείνουμε βοήθεια μας πρόσταξε. Μας πιάσαν και μας στείλαν εδώ σε σένα για θυσία. Το ξέρεις.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Έπεσε η Τροία; Ακριβέ, βεβαίωσέ με

ΠΥΛΑΔΗΣ. Έπεσε! Ω ασφάλισέ μας σωτηρία! Τάχυνε τη βοήθεια, που μας έχει ταμένη ένας θεός. Τον αδερφό μου σπλαχνίσου τον! Καλό ένα λόγο πες του! Μα πρόσεχέ τον, σα μιλής μαζί του, το ικετεύω θερμά: Τι μ' ευκολία από χαρά και θύμηση και πόνο κυριεύεται, ανταριάζεται η καρδιά του. Η μανία τον ξανάβει κ' η ψυχή του η ελεύτερη κι ωραία στις Ερινύες παραδίνεται σκλάβα.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Όσο μεγάλη κι αν είναι η συμφορά σου, σε ικετεύω, λησμόνα την κι απάντησέ μου πρώτα.

ΠΥΛΑΔΗΣ. Η τρανή πόλη, που αντιστάθη δέκα χρόνους στο στράτεμα όλο των Ελλήνων, είναι σωρός, πια δε σηκώνεται. Όμως κάποιοι των πιο καλών μας τάφοι κράζουν στο βάρβαρο γιαλό το νου μας. Κείτεται εκεί ο Αχιλλέας με τον ωραίο του φίλο.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Θεϊκές μορφές και σεις γίνατε σκόνη!

ΠΥΛΑΔΗΣ. Κι ο Παλαμήδης κι ο Αίας ο Τελαμώνιος δεν ξανάειδαν τον ήλιο της πατρίδας.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ (μόνη της). Σιγά για τον πατέρα μου, δε λέει με τους πεσμένους τ' όνομά του. Ναι! Ζη ακόμα! θα τον δω! Καρδιά, έχε ελπίδα!

ΠΥΛΑΔΗΣ. Μα μακάριοι οι χιλιάδες, που πεθάναν τον πικρόγλυκο θάνατο απ το χέρι του εχτρού! Γιατί άγριους τρόμους και θλιμμένο τέλος, αντί για θρίαμβο, έχει ετοιμάσει σ' όσους γυρίσαν ένας ωργισμένος θεός. Η ανθρωπινή φωνή δε φτάνει σε σας; Όσο μακριά αυτή πάει, τη φήμη σπέρνει ανάκουστων έργων, που έχουν γίνει. Η συμφορά, που τις στοές γεμίζει της Μυκήνας με θρήνους δίχως τέλος, κρυφή σου μένει εσένα; — Η Κλυταιμνήστρα με τη βοήθεια πλάνεψε του Αιγίσθου τον άντρα της, την ίδια την ημέρα που γύρισε τον σκότωσε! — Το γένος του βασιλιά αυτού θα τιμάς! Το βλέπω, το στήθος σου του κάκου με το λόγο, τον τρομερό ανεπάντεχα, παλεύει. Κόρη είσαι φίλου του; είσαι γεννημένη γειτονικά σ' αυτήν τη χώρα; Μην το κρύβης και σε μένα μην το ρίξης, που πρώτος σου μηνώ τη φρίκη τούτη.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Λέγε, πως η δεινή έχει γίνει πράξη;

ΠΥΛΑΔΗΣ. Την ίδια μέρα που ήρθε ο βασιλιάς, απ το λουτρό όπως βγήκε δροσισμένος κ' ήσυχος, απ το χέρι της συμβίας το φόρεμα γυρεύοντας, χιτώνα που τεχνικά πολύδιπλος μπλεκόταν η ολέθρια απάνω του έρριξε στους ώμους, στο ευγενικό κεφάλι γύρω• κι όπως να ξεμπλεχτή του κάκου πολεμούσε σαν από δίχτυ, εκεί ο προδότης Αίγισθος τον χτύπησε, και πήγε σκεπασμένος στους νεκρούς ο μεγάλος βασιλιάς.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Και πληρωμή ποια πήρε ο συνωμότης;

ΠΥΛΑΔΗΣ. Το κράτος, και την κλίνη που είχε πρώτα.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Ώστ' έσπρωξε στο κρίμα άχρειος πόθος;

ΠΥΛΑΔΗΣ. Κ' εκδίκησης παλιάς μεγάλο πάθος.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Και πώς την είχε ο βασιλιάς προσβάλει;

ΠΥΛΑΔΗΣ. Με δεινή πράξη, που αν ο φόνος είχε δικιωμό, θα τη δίκιωνε. Με δόλο στην Αυλίδα την έκραξε και κει, όταν κρατούσε τα πλοία των Ελλήνων κάποια θεά με ορμητικούς ανέμους, την Ιφιγένεια, την πρώτη του κόρη, μπρος στο βωμό της Άρτεμης θυσία την πρόσφερε για χάρη των Ελλήνων. Αποστροφή της άφησε αυτό, λένε, βαθιά μες στην καρδιά, ώστε παραδόθη του Αιγίσθου και τον άντρα της στου ολέθρου τον τύλιξε τα δίχτυα μοναχή της.

   ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ (σκεπάζοντας το κεφάλι).
Ω, φτάνει! θα με ξαναδής.

ΠΥΛΑΔΗΣ. Σα νάναι απ της βασιλικής γενιάς τη μοίρα βαθιά συγκινημένη. Όποια κι αν είναι, το βασιλιά θάχη γνωρίσει βέβαια, και για καλό μας από μέγα σπίτι την πούλησαν εδώ. Σώπα, καρδιά μου, και στο άστρο της ελπίδας που μας λάμπει στοχαστικά χαρούμενοι ας στραφούμε!