WeRead Powered by ReaderPub
Υπεράνθρωπος: Διήγημα cover

Υπεράνθρωπος: Διήγημα

Chapter 5: Τ Ε Λ Ο Σ
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

A student preparing for exams is visited by a restless cousin fresh from a sea voyage with a cargo of tobacco; the cousin alternates between commercial schemes and grandiose poetic impulses. Over coffee and cigarettes he reads a hastily composed lyric, declares trade to be akin to poetry, and leads the narrator through cafés and streets of the city where they cross paths with a known literary figure. The narrative sketches the cousin’s mercurial temperament, physical frailty, and romanticized views of life, framing a tension between practical commerce and artistic longing within vivid urban episodes.

Θα είχε περάσει καμιά βδομάδα, όταν απάντησα στο δρόμο το γέρο
Πετροδίκη.

«Τι έγινες, βρε αδερφέ;» μου φώναξε· «να μη σε ξαναδούμε».

«Έλειπα· πήγα να ψηφίσω», δικαιολογήθηκα μπερδεμένος λιγάκι.

«Το στοχαστήκαμε, για να μη σε δούμε. Την πάθατε ε; Δεν μπορέσατε να βγάλετε το δικό σας. Γι' αυτό δεν έρχεσαι, μη σου κρεμάσουμε τον τενεκέ;»

Το είχα λησμονήσει πως έχασε ο υποψήφιος, που πήγα να του δώσω ψήφο. Ο γέρο Πετροδίκης, σα με είδε πως δεν είχα πάρει κατάκαρδα τον τοπικό χαμό, άρχισε να μου ξεχύνη τη χαρά του για το γενικό θρίαμβο του κορδονιού και πήγαμε έτσι ένα διάστημα μαζί.

«Ε, δεν έρχεσαι μεθαύριο την Κυριακή να φάμε σπίτι και να τα πούμε καλήτερα;» μου είπε άμα θα χωρίζαμε.

Του το έταξα και την Κυριακή πήγα. Η Θάλεια με δέχτηκε πρόσχαρα. Με ρώτησε πότε έφυγα, πότε ήρθα, πώς πέρασα, μου κρέμασε τον τενεκέ, είπαμε με αυτή και τη μητέρα της αδιάφορες κουβέντες, όσο που ήρθε κι ο πατέρας της και καθήσαμε στο τραπέζι. Κατέβηκε κι ο Βελαδράπας από τη σοφίτα απάνω που έγραφε, και ξαφνίστηκε σα με είδε. Δεν του είχε πει κανένας, είπε, πως θαρχόμουνα να φάω. Αυτό έκαμε τη μάννα του να φανερώση πως ο γέρο Πετροδίκης είχε ξεχάσει να τους πη πως με είδε και με προσκάλεσε να φάμε. Μόλις την Κυριακή πρωί το θυμήθηκε κ' έτσι δεν το άκουσε ο Βελαδράπας.

Φάγαμε, μιλήσαμε, γελάσαμε, η Θάλεια κάθησε στο πιάνο, ο Βελαδράπας γρατσούνισε μαζί της το βιολί του, όσο που η ώρα πέρασε κι ο γέρο Πετροδίκης μου ζήτησε συμπάθιο κ' έφυγε.

«Πάμε και μεις όξω;» είπα σε λίγο του Βελαδράπα.

«Καρτερώ το Νίκο· θαρθή στις πέντε», μου απάντησε.

Κάθησα λιγάκι κ' έπειτα σηκώθηκα.

«Τι, φεύγετε;» με ρώτησε η Θάλεια.

«Έχω να πάω κάπου· να με συμπαθάτε».

Χαιρέτησα, ευχαριστώντας κι αυτή και τη μητέρα της. Με συνεβγάλανε στη σκάλα: «Να σας ξαναδούμε», μου είπανε κ’ οι δυο.

Ο Βελαδράπας αποφάσισε ναρθή μαζί μου λίγο όξω: «Έχω καιρό· ως τις πέντε θάμαι δω», είπε της Θάλειας.

Μου ήρθε όρεξη να τονέ διώξω κι αυτόν από κοντά μου και να μείνω μόνος. Είχα μετανοιώσει πια που γύρισα από τον τόπο μου κι αυτό συλλογιζόμουνα όλη την ώρα, που ο Βελαδράπας μου μιλούσε για ένα νέο δράμα που έγραφε. Μου είπε πως σπάνια πια βλέπει τους συναδέρφους του, εξόν από το Νίκο. Μου είπε ακόμα πως ο Κλεαρέτης έφυγε και πως ο Θέμης Φλοίσβος είναι ερωτεμένος με την Κλεαρέτη στα γερά κ' έγραψε ένα άρθρο γι' αυτή στο Μηνύτορα.

«Τι κάνει αυτή εδώ;» τονέ ρώτησα.

«Γράφει μια φιλοσοφική μελέτη».

«Και πώς ζει;»

«Γυρεύει να βρη να δίνη μαθήματα στη μουσική και σε ξένες γλώσσες».

«Ξέρει γλώσσες;»

«Πολλές. Δεν ξέρεις τι μόρφωση έχει! Και το παίξιμο της! Μεταρσιώνει!»

Μου είπε διάφορα άλλα, όσο που μ' άφησε.

Είδα πια πως το φρονιμώτερο είτανε να μην ξαναδώ ούτε τη Θάλεια ούτε κανέναν από τους δικούς της. Αν μπορούσα μάλιστα, θάφευγα. Μα πού να πήγαινα; Στο σπίτι μου είταν αδύνατο να παρουσιαστώ δίχως την άδεια. Η Θάλεια δεν είταν η μοναχή στον κόσμο. Πήρα την απόφαση και προσπάθησα να την ξεχάσω με τη δουλειά στο γραφείο μου. Γύρεψα άλλες συντροφιές κι απόφευγα να φαίνουμαι σε κάθε μέρος που μπορούσα να την απαντήσω. Ωστόσο η σύμτωση την έφερε μπροστά μου. Μια μέρα την απάντησα με κάποια φιλενάδα της, καθώς έβγαινα στην Ομόνοια. Πρόφτασα κ' έκαμα πως δεν την είδα. Μιαν άλλη μέρα καθώς πήγαινα να μπω σ' έναν καφενέ, να την πάλι με τον αδερφό της και με το Νίκο στο άλλο πεζοδρόμιο. Καλά και δε με είδε ο Βελαδράπας και δε χαιρέτησα. Ο Νίκος έκαμε πως δε με πρόσεξε και κείνη γύρισε επίτηδες αλλού τα μάτια.

8

Πέρασαν έτσι καναδυό βδομάδες, όταν άξαφνα μια μέρα είδα το Βελαδράπα νάμπη στο γραφείο μου. Είτανε σοβαρός και κάθησε, αφού με ρώτησε αν αδειάζω.

«Έχω να σου πω κάτι σπουδαίο», μου είπε σιγά· «σου το λέω σα φίλος και θέλω νακούσω τι λες κ' εσύ».

Άφησα το γράψιμο κ' ετοιμάστηκα να τον ακούσω.

«Διάβασε αυτό εδώ», μου είπε.

Είταν ένα γράμμα χωρίς υπογραφή και τον ειδοποιούσε πως ο Νίκος σχεδιάζει να του κλέψη την αδερφή.

Δεν ξέρω γιατί χάρηκα μέσα μου. Σα να μούφυγε από την καρδιά μεγάλο βάρος. Δίπλωσα το γράμμα και του το ξαναέδωσα.

«Το πιστεύεις;» με ρώτησε.

Δεν απάντησα.

«Τι μου λες να κάμω;»

Σήκωσα τους ώμους αδιάφορα.

«Το πιστεύεις να το κάμη αυτό ο Νίκος;» με ξαναρώτησε.

«Το πιστεύω», είπα.

Έσκυψε το κεφάλι: «Τότε είμαι ναυτοχτονήσω. Η μαμά κι ο μπαμπάς θα τα βάλουνε με μένα».

«Μπορώ να σε ρωτήσω και γω;» του είπα· «εσύ δε βάζεις υποψία; δεν είδες τίποτες;»

Με κοίταξε σουφρώνοντας τα χείλια και μαζεύοντας τους ώμους. Έπειτα ξανάσκυψε το κεφάλι. Τονέ λυπήθηκα.

«Δεν ξέρω τι να κάμω», είπε πάλι.

«Να του κλείσης την πόρτα και να ειδοποιήσης τη μαμά σου».

«Εγώ έλεγα καλήτερα να το πω της Θάλειας».

«Τι θα ωφελήση;»

«Να του κόψη το θάρρος που τούδωσε. Και να τον παρακαλέσω κι αυτόνε να μην ξαναρθή σπίτι».

«Καλά, κάμε έτσι·».

«Εσύ δεν μπορείς να του πης τίποτες; Δεν ξέρεις πως θα με υποχρέωνες.
Σε μένα ξέρεις πέφτει δύσκολο. Θα μ' έσωζες».

«Αδύνατο», του είπα σε τρόπο που δεν τόλμησε να με ξαναπαρακαλέση.

Κάθησε λίγο κ' έφυγε έπειτα.

Έχασα όλη τη χαρά και μ' έπιασε βαθειά θλίψη, όταν έμεινα μονάχος. Ένοιωσα πάλι βάρος μέσα μου σα να είμουνα εγώ η αιτία που έφτασε ως εκεί το πράμα. Τώρα έβλεπα πως φέρθηκα κουτά από την αρχή, πως έπρεπε, μόλις είδα νάμπη μέσα ο Νίκος, να ειδοποιήσω το γέρο Πετροδίκη να λάβη τα μέτρα του. Δεν έγραφα κάνε εγώ τότε ένα ανώνυμο γράμμα, αφού δεν είχα την τόλμη να το πω! Άρχισα να ξανασυλλογίζουμαι τι έχασα, ενώ είμουνα στο δρόμο να το λησμονήσω.

Την άλλη μέρα περίμενα από περιέργεια μην έρθη ο Βελαδράπας και μου πη τι έκαμε. Μα πέρασε κ' η άλλη και δεν ήρθε. Το άλλο το απόγεμα τους είδα και τους τρεις που ανεβαίνανε στο Σύνταγμα. Και κείνος, που έκαμε πρώτος πως δε μ' είδε, είταν ο Βελαδράπας. Νόμισα πως με ντράπηκε, που τον είδα να είναι πάλι με το Νίκο και την αδερφή του μαζί, έπειτα από το γράμμα που έλαβε. Σε δυο τρεις μέρες όμως τον ξαναπάντησα μονάχο του κ' έκαμε πάλι πως δε μ' είδε. Δεν ξέρω τι μ' έσπρωξε μέσα μου κ' έτρεξα και τον έπιασα.

«Κάνεις πως δε με βλέπεις;»

«Δε ντρέπεσαι να με ζυγώνης», μου είπε θυμωμένα.

«Γιατί;»

«Ξέρεις γιατί».

Ξαφνίστηκα.

«Εσύ τόγραψες το γράμμα. Αυτό λέγεται ατιμία», μου είπε αγριωπά.

Μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι· μου ήρθε να του σπάσω το μουσούδι.

«Έπρεπε νάχης το θάρρος να μου το πης. Όχι να συκοφαντής ανώνυμα. Όσα είχες εσύ στο νου σου τάρριξες στους άλλους. Φταίω εγώ που σου άνοιξα την πόρτα μου», φώναξε τόσο δυνατά, ώστε κάποιοι που περνούσανε σταματήσανε και μας κοίταξαν.

Έκαμα να ξαμώσω απάνω του, μα σαν είδα πως θα μάζευα τον κόσμο, τον άφησα κ' έφυγε. Φαντάστηκα πως ο Νίκος θα τάρριξε σε μένα για να γλυτώση, κι αποφάσισα να πάω να βρω το γέρο Πετροδίκη να του πω τι τρέχει, να εξιλεωθώ σε κείνον κάνε.

Κίνησα και πήγα στον καφενέ, που περνούσε τις ώρες του. Μα δεν τον βρήκα παρά μόνο την άλλη μέρα, που ξαναπήγα. Καθότανε μαζί με άλλους. Με δέχτηκε χαρούμενος, φώναξε και μου φέρανε καφέ, με σύστησε στους φίλους του και μου έκαμε παράπονα γιατί δε με ξαναείδανε σπίτι τους. Τον είδα τόσο ανίδεο από καθετί, τόσο δίχως υποψία και τόσο γκαρδιακό μαζί μου, που δεν έλαβα το θάρρος να τον πάρω στο άλλο το τραπέζι και να του πω ό, τι λογάριαζα. Γιατί να ταράξω την καρδιά κι αυτουνού με πράματα, που δεν είχα πια κανένα όφελος να τανακατέψω; Κάθησα καμπόσο και σηκώθηκα κ' έφυγα, αφού του έταξα πως θα πάω την Κυριακή σπίτι του. Εννοείται πως όχι μόνο δεν πήγα, μα και φρόντισα να μην ξαναπαντηθώ μαζί του.

9

Μου γράψανε από το σπίτι μου να πάω εκεί τα Χριστούγεννα κ' έτσι βρήκα αφορμή να λείψω πάλι λίγο από την Αθήνα. Σε λίγες μέρες μας ήρθε το μήνυμα πως ο Νίκος αρρεβωνιάστηκε με τη Θάλεια. Το έγραψε της μητέρας μου η μητέρα του Νίκου και της έλεγε με μεγάλη χαρά πως κοντά στις πενήντα χιλιάδες που του δίνανε προίκα, ο πεθερός του φρόντισε και του βρήκε θέση σε κάποια τράπεζα. Άκουσα με απάθεια πια το νέο κ' έκαμα κατά διαταγή του πατέρα μου τα συχαρητήρια τηλεγραφήματα της οικογένειάς μας στο θειο, στο Νίκο και στην οικογένεια της νύφης. Ωστόσο δε μου άρεσε να ξαναγυρίσω αμέσως στην Αθήνα. Κατάφερα τον πατέρα μου να πιστέψη κι αυτός πως είναι καλήτερο να μείνω λίγους μήνες σπίτι και να πάω στην Αθήνα, άμα θα σίμωνε ο καιρός να δώσω εξέτασες για την άδεια.

Είχα ξεχασμένη ολότελα τη Θάλεια όταν πήγα. Έδωσα εξέτασες, τόβαλα στην εφημερίδα, τύπωσα μπιλιέτα με το νέο τίτλο μου και τόρριξα στο γλέντι λίγες μέρες. Άμα σωθήκανε τα χρήματα κ' ετοιμαζόμουνα να φύγω πάλι, θυμήθηκα ένα μπαούλο με βιβλία κι ασπρόρρουχα, που είχα αφήσει στην παλιά νοικοκυρά μου και πήγα να το πάρω.

«Άντε να το βρης μαζί με τα δικά μου χρήματα», μου είπε η κυρά Αμαλία, όταν της το γύρεψα.

Και μου διηγήθηκε πως ύστερα από κάνα μήνα που έφυγα, πήγε ο ξάδερφος μου και της γύρεψε αν είχε κάμαρα για μια κυρία που είχε μαζί του. Σαν της είχα γράψει εγώ πως δε θα ξαναγύριζα, τους έδειξε τη δική μου. Της άρεσε της κυρίας και την έπιασε. Μια και γνώριζε τον ξάδερφό μου, δεν έβαλε κακό στο νου της. Αφού της είπε μάλιστα πως είτανε ξαδέρφη και των δυο μας ούτε ρώτησε περσότερα. Τον πρώτο μήνα της τον πληρώσανε. Το τι γινότανε όμως εκεί μέσα δεν περιγράφεται. Μαζεύονταν ένα σωρό, ένας κ' ένας, όλοι τους παράξενοι, άλλοι ξυρισμένοι, άλλοι με μακριά μαλλιά, και χαλούσανε τον κόσμο. Κοντέψανε να της φύγουν όλοι οι άλλοι νοικάρηδες. Πολλές φορές τους παρακάλεσε να κανουνε σαν άνθρωποι, έκαμε καυγάδες με δαύτους, αποφάσισε να πάη και στην αστυνομία να τους βγάλη με το στανιό, μα λογάριαζε πάντα πως θάχανε όχι μοναχά τα νοίκια που της χρωστούσε η κυρία, μα μαζί με αυτά και τα πλυστικά και τα λεφτά για το φαγί που παράγγελνε συχνά και της φέρναν από το μαγέρικο του αντρός της. Πράματα δεν είχε μπόλικα να της κρατήση. Μια φορά που τη στενοχώρεσε, της πλήρωσε ένα μέρος κ' έτσι με την ελπίδα πως μπορεί να πάρη και τάλλα και με το τάξιμο του ξάδερφού μου, πως θα πληρώση αυτός, αναγκάστηκε να μην τη διώξη όσο που τη βδομάδα που πέρασε έφυγε κρυφά τη νύχτα. Ένας από κείνους που ερχόντανε στην κάμαρά της συνεννοήθηκε με το διάκο, που καθότανε στην αποκάτω κάμαρα, και κατέβασαν από το παράθυρο τα πράματα με το σκοινί στην κάμαρα του διάκου κι αποκεί από τάλλο το παράθυρο τα βγάλανε στο δρόμο. Μαζί με αυτά πήγε και το δικό μου μπαούλο, που είχε μείνει σε μια γωνιά, αφού είπε η κυρία πως δεν την πείραζε να μένη. Η κυρά Αμαλία άκουσε τη φασαρία στην κάμαρα του διάκου, μα όσο να ντυθή να πάη να δη τι τρέχει, είτανε πια αργά. Τα πράματα είτανε φευγατισμένα. Κ' η κυρά Αμαλία άρχισε να μου λέη τι είπε και τι έψαλε του διάκου.

«Και την κυρία πώς τη λέγανε;» ρώτησα.

«Μαριγώ μας είπε πως τη λέγανε και κυρά Μαριγώ την κράζαμε. Μα κείνοι που πηγαίνανε κ' ερχόντανε τη λέγανε κάπως αλλιώς. Σαν και τους έπαιρνες λογαριασμό;»

Δεν είχα πια δισταγμό ποια είτανε. Μα το ανακάτωμα του Νίκου σε όλη αυτή την ιστορία μου φάνηκε λίγο παράξενο.

«Ερχότανε συχνά ο ξάδερφός μου;» ρώτησα την κυρά Αμαλία.

«Κάθε μέρα δω είτανε».

«Ως τώρα τελευταία;»

«Το απόγεμα πρι να γείνη άφαντη η κυρία, μ' εκείνονε βγήκε όξω».

«Κι ο φίλος μου με το μακρύ ζακέ; τονέ θυμάσαι; ερχότανε κι αυτός;»

«Εκείνος με τα κόκκινα μαλλιά; Πώς δεν ερχότανε! Τώρα κοντά μια νύχτα που πήγα και τους έβαλα τις φωνές γιατί κάνανε ανησυχία, εκείνος βγήκε κάτι να μου πη και τον πήρα με τις σπρωχτιές».

Μου κεντήθηκε η περιέργεια. Έπρεπε να μάθω περσότερα γι' αυτή την ιστορία. Χαιρέτησα την κυρά Αμαλία και το απόγεμα την ίδια μέρα έφερα ένα γύρο τους καφενέδες, που ήξερα πως φώλιαζαν οι μαλλιαροί, πέρασα κι από την μπίρα, μα δεν μπόρεσα να δω κανέναν. Τότε θυμήθηκα το απόμερο καφενεδάκι του Κολονακιού. Είχε πιάσει καλοκαίρι και στοχάστηκα πως θα μαζεύουνται εκεί όξω στη δροσιά. Πήρα ένα φίλο μου για συντροφιά, δίχως να του πω τίποτες, και τον τράβηξα κατά κείνα τα μέρη. Από μακριά ξαγνάντισα τα κόκκινα μαλλιά του Βελαδράπα. Καθόταν πλάι στον ποιητή Βιδούρη. Μαζί τους είταν κάποιοι από τους παλιούς μου γνώριμους και κάποιοι νέοι που τους έβλεπα πρώτη φορά. Πίσω από τον ποιητή Βιδούρη ξανακαθότανε στο άλλο το τραπέζι ο αξιόπρεπος κύριος, που έμοιαζε σαν απόστρατος αξιωματικός. Σαν είδα πως δεν είταν εκεί ο Νίκος, είπα του συντρόφου μου να καθήσουμε λιγάκι στη δροσιά και μεις. Καθήσαμε κι όταν ο ποιητής Βιδούρης γύρισε κατά μας τα μάτια, του έβγαλα το καπέλο. Με χαιρέτησε κι αυτός. Οι άλλοι γύρισαν και κοιτάζανε κι ο Βελαδράπας μου φάνηκε πως ξαφνίστηκε, σα με παρατήρησε. Σε λίγο τον είδα μπήκε μες το καφενείο και κάτι είπε στο παιδί. Άμα ήπιαμε τον καφέ μας, σηκωθήκαμε να φύγουμε. Δεν είχαμε κάμει πολλά βήματα, όταν το παιδί του καφενέ έτρεξε και με σταμάτησε:

«Ένας κύριος εκεί θέλει να σε σμίξη και γυρεύει να του πης πού κάθεσαι», μου είπε.

Του είπα το ξενοδοχείο μου κ' έφυγα.

Την άλλη μέρα, όταν είχα σηκωθή, χτύπησε η πόρτα και παρουσιάστηκε ο
Βελαδράπας.

«Έρχουμαι με ντροπή μου», είπε, «μα χρωστώ να σου πάρω συμπάθιο για την προσβολή που σου έκαμα τότε. Εκείνος ο άτιμος με κούρτισε».

«Ποιος;» ρώτησα κι ας τον κατάλαβα.

«Εκείνος ο μπαγαπόντες, μα καλά τα πλήρωσα και γω».

Τον κοίταξα ξαφνισμένος.

«Τι δεν τα ξέρεις;» μου είπε.

«Τι να ξέρω;»

«Πως έγινε άφαντος ο — ».

«Πού να το ξέρω;»

«Ο μπαμπάς μου τόγραψε στο σπίτι του, στο θειο σου. Δεν τόμαθες;»

Τονέ βεβαίωσα πως δεν είχα είδηση.

«Άκου να σου τα πω λοιπόν», είπε.

Φώναξα και μας φέρανε καφέ κι ο Βελαδράπας διηγήθηκε στο μεταξύ:

«Τότε που έλαβα το γράμμα που σου έδειξα, αντίς να κάμω καθώς με συμβούλεψες, στάθηκα ανόητος και το έδειξα του Νίκου. Μου είπε πως είναι συκοφαντίες δικές σου, πως εσύ έβαλες κάποιον κ' έγραψε το γράμμα. Στην αρχή δεν το πίστεψα, μα μ' έβαλε να ρωτήσω και τη Θάλεια, αν είναι αλήθεια ή όχι».

«Τι αν είναι αλήθεια;» ρώτησα.

Μπερδεύτηκε: «Δηλαδή αν ένοιωσε το Νίκο νάχη κακό σκοπό κι αν εσύ είχες ιδέα για τη Θάλεια. Τι τα θέλεις· έτσι με κατάφερε και σου φέρθηκα όπως δεν έπρεπε». Σταμάτησε, σα νάχασε τη σειρά.

«Έπειτα;» ρώτησα.

«Έπειτα το γράμμα μ' έκανε κ' εμέ να προσέξω κ' είδα πράματις πως η Θάλεια τονέ συμπαθούσε. Έγραφα ένα δράμα τότες — το είδες που το τύπωσα; — και δε μου περίσσευε καιρός να χάσω γι' αυτό το πράμα. Είναι αλήθεια πως δεν το πήρα για σπουδαίο, όσο που μια μέρα η μαμά τους έπιασε στη σκάλα όξω από την κάμαρά μου. Δεν την είχε δει η Θάλεια πως είτανε στην ταράτσα και — ».

«Τι και;»

«Τέλος παντων — τον πέταξε όξω αμέσως, πήρε να δείρη τη Θάλεια, τάβαλε με μένα που τον έφερα στο σπίτι, τάκουσε η υπερέτρια, γίνανε ένα σωρό φασαρίες. Έπειτα έπιασε πάλι η μαμά ένα γράμμα του Νίκου. Εκείνος μ' έβαλε εμέ να μεσιτέψω, η Θάλεια φοβέριξε τη μαμά πως θα φύγη κρυφά μαζί του, όσο που την ανάγκασε και το είπε του μπαμπά. Αυτός δεν ήθελε ούτε νακούση, έγινε έξω φρενών το ξέκοψε της Θάλειας πως δεν τη δίνει σε άνθρωπο, που δεν κάνει καμιά δουλειά, και τάβαλε κι αυτός με μένα. Δεν ξέρεις τι τράβηξα από όλους εκεί μέσα. Τέλος πείσαμε το μπαμπά πως ο Νίκος είναι δικηγόρος, ρώτησε κι ο ίδιος κ' έμαθε πως η μητέρα του έχει καλή περιουσία κι άμα τέλος δέχτηκε κι ο Νίκος να τονέ διορίσουνε στην Τράπεζα, αφού του έπεσε του μπαμπά κ' η Θάλεια στα πόδια, είπε το ναι κι αρρεβωνιαστήκανε. Στην αρχή κανένα μήνα πήγε ήσυχα το πράμα κι όλοι είμαστε ευχαριστημένοι. Ο μπαμπάς αποφάσισε να τους αγοράση ένα σπίτι που το βρήκε φτηνό και να γίνη ο γάμος. Μα έπειτα ο Νίκος άρχισε να ρεμπελεύη. Έλειπε συχνά από το γραφείο του και μια μέρα, που ειδοποιήσανε τον μπαμπά από την Τράπεζα, θύμωσε κ' έκαμε παρατήρησες του Νίκου. Μα κι ο Νίκος θύμωσε κι αυτός και δεν ήρθε ολότελα δυο βδομάδες σπίτι. Έμπλεξε με την παρέα όξω, με την Κλεαρέτη, ξενυχτούσε, τάμαθε η Θάλεια, ζήλευε και παρόμοιες αηδίες».

«Και συ πήγαινες όξω μαζί του;» τονέ ρώτησα.

«Τι νάκανα; έμπλεξα», απάντησε κοκκινίζοντας λίγο· «κοίταξα να τονέ μαζέψω και το κατάφερα να τονέ φέρω πάλι σπίτι. Τα ξαναφτιάσανε με τη Θάλεια. Ο μπαμπάς πήγε στην Τράπεζα και κατάφερε με κάποιο φίλο του να τον περάσουνε για άρρωστο τις μέρες που έλειψε. Έγινε πιο ταχτικός στο γραφείο του, μα τώρα άρχισε να γυρεύη από τη Θάλεια να μην καθήσουν εδώ άμα θα παντρευόντανε, αλλά να πάνε στη Γερμανία, λέγοντας του μπαμπά πως πάει να τελειοποιηθή ο Νίκος στην επιστήμη του. Η Θάλεια δεν ήθελε να πάη. Την κατάλαβα πως είχε μετανοιώσει που αρρεβωνιάστηκε, όταν γνώρισε πια ποιος είταν ο Νίκος. Είχε κιόλας πάντα υποψίες πως έχει φιλίες με την Κλεαρέτη, το είπε μάλιστα και της μαμάς και ξαναγίνανε νέες σκηνές κι ο Νίκος έπαψε πάλι νάρχεται στο σπίτι. Ο μπαμπάς κ' η μαμά σκεφτήκανε να διαλύσουν αυτοί το συνοικέσιο, το είπανε της Θάλειας, μα εκείνη — ».

Ο Βελαδράπας σώπασε μια στιγμή.

«Δεν ήθελε, ε;»

«Μην τα ρωτάς. Η ατιμία του δεν έχει όρια. Μπήκα στη μέση και ξανασυμβίβασα το πράμα. Ο Νίκος ξαναήρθε σπίτι και φαινόταν ήσυχος λίγον καιρό. Μα πάλι του άναψε ο καημός της Γερμανίας και ξανάρχισε να γκρινιάζη τη Θάλεια να πη του μπαμπά να του δώση χρήματα. Η Θάλεια δεν του έλεγε τίποτε κι ο Νίκος μια θύμωνε, μια ξεθύμωνε μαζί της, πότε ερχότανε ταχτικά καμπόσες μέρες, πότε χανότανε καμπόσες πάλι, όσο που την περασμένη βδομάδα τονέ χάσαμε ολότελα. Είμουν άρρωστος τρεις μέρες και δεν μπορούσα να βγω να δω τι γίνεται. Μα μ' έβγαλε από τον κόπο ο Θέμης Φλοίσβος. Ήρθε αγριεμένος σπίτι και μου είπε πως ο Νίκος έφυγε με την Κλεαρέτη».

«Για πού;»

«Κανείς δεν ξέρει. Μπορεί νάναι και δω πουθενά κρυμμένοι».

Δεν μπόρεσα να μη γελάσω.

«Και μηδά φτάνει αυτό;» ξακολούθησε ο Βελαδράπας θυμωμένος, «μα έκαμε κι άλλη ατιμία. Έβαλε την υπογραφή του μπαμπά και τράβηξε από την Τράπεζα τρεις χιλιάδες δραχμές».

«Πάνε κι αυτές με τα δικά μου ασπρόρρουχα», ξαναγέλασα.

«Αυτές δεν πάνε ακόμα. Ο μπαμπάς έγραψε του πατέρα του να τις πληρώση, αλλιώτικα θα τον καταγγείλη η Τράπεζα. Δεν είναι αστεία τρεις χιλιάδες δραχμές· γιατί να τις πληρώσουμε μεις; Μας φτάνουν τάλλα».

Ξανασώπασε μια στιγμή.

«Βλέπεις τι άνθρωπος είταν ο ξάδερφος σου!» είπε έπειτα και σηκώθηκε.

«Υπεράνθρωπος», χαμογέλασα.

Έσκυψε το κεφάλι.

«Ε, πάμε τώρα λιγάκι όξω», του είπα σε λίγο και τονέ χτύπησα παρηγορετικά στην πλάτη.

«Ξέρεις, η μαμά σαν άκουσε πας είσαι δω, γύρεψε να σε δη· μου είπε να σε πάρω να πάμε», με παρακάλεσε.

«Ντρέπουμαι νάρθω», του απάντησα.

Και δεν πήγα. Τι να έκανα να πάω; Μα το απομεσήμερο ήρθε και με βρήκε πάλι ο Βελαδράπας. Η μαμά του ήθελε σώνει και καλά να με δη.

Αναγκάστηκα και πήγα. Τη βρήκα μοναχή της στην τραπεζαρία. Με ήθελε να πω και γω του αντρός της να μην καταγγείλη το Νίκο. Φοβότανε πως με την καταγγελία δε θα βγάλη τίποτε, παρά θα γίνη μεγαλήτερο το σούσουρο. Μπορεί κιόλας ο Νίκος να το μετανοιώση στο μεταξύ και να γυρίση.

«Να τη στεφανωνότανε μονάχα κ' ύστερα ας έφευγε να πάη όπου θέλει», μου είπε και δάκρυσε.

Της έταξα πως θα το κάμω κ' έφυγα. Η Θάλεια δε βγήκε κι ας κάθησα κοντά μια ώρα. Η μαμά της ούτε καν την δικαιολόγησε γιατί δε βγήκε.

Δεν έλαβα καιρό ούτε να σκεφτώ αν έπρεπε να πάω να σμίξω το γέρο Πετροδίκη, γιατί περνώντας από το ξενοδοχείο μου βρήκα τηλεγράφημα του πατέρα μου να φύγω αμέσως για την Πάτρα, να περιμείνω τη μητέρα μου, που θάφτανε κει με το βαπόρι την άλλη μέρα. Απάνω κάτω μάντεψα τι θάτρεχε κι όταν την έσμιξα, έμαθα πως χτύπησε αποπληξία την αδερφή της κ' έτρεξε να την προφτάση ζωντανή. Φύγαμε βιαστικά και το βράδι σταματήσαμε με το αμάξι στην αυλόπορτα της θειας μου.

Η Μαρία έτρεξε κάτω άμα μας άκουσε.

«Είναι λίγο καλήτερα», είπε σιγαλά, σα να φοβότανε μην την ακούση απάνω η άρρωστη: «Να μη σας δη απόψε. Ο γιατρός διάταξε ησυχία».

Ανεβήκαμε σιγά τη σκάλα και μπήκαμε σιγότερα στην τραπεζαρία που είταν ο θειος. Άμα μας είδε, έπεσε κλαίοντας στην αγκαλιά μας. Την άρρωστη την είχανε στην κάμαρα του Νίκου και κοντά της είτανε μονάχα η κόρη της, που είχε φτάσει πρωτήτερα από μας.

Στην τραπεζαρία είταν ακόμα μια αδερφή του θειου κ' οι τέσσερες καθόμαστε σαν πετρωμένοι, τρομάζοντας μην τρίξη και το κάθισμα.

Η Μαρία μόνο πήγαινε κ' ερχότανε ανάλαφρα σαν ίσκιος, πατώντας ξεπόδετη στα νύχια και κάθε φορά που ο θειος ξεχνιούμενος σήκωνε τη φωνή περσότερο, παρουσιαζότανε στην πόρτα με το δάχτυλο στα χείλη. Είτανε κατάχλωμη και τα μάτια της βαθουλωμένα.

Διηγήθηκα του θειου ό, τι γνώριζα από την ιστορία του γιου του και του είπα πως μόνη σωτηρία είναι να πληρωθή η Τράπεζα και να σκεπαστή το πράμα.

«Πού να βρω τα χρήματα, παιδί μου;» μου απάντησε: «Βρήκα κάποιονε να μας δανείση με υποθήκη το χτήμα της θειας σου, μα στην κατάσταση που είναι αυτή πώς να υπογράψη; Αυτή δεν μπορεί να κουνηθή. Φοβούμαστε ακόμα και να της το πούμε, μην της έρθη και δεύτερη».

Η μητέρα μου έσκυψε λίγες στιγμές το κεφάλι της συλλογισμένη.

«Πιάσε και γράψε του πατέρα σου να βρη τα χρήματα· πες του όπως κάμη να τα βρη», μου είπε έπειτα.

Η Μαρία μου έφερε χαρτί κ' έκαμα το γράμμα. Έκαμα κ' ένα άλλο του γέρο Πετροδίκη, παρασταίνοντας τη θέση της μητέρας του Νίκου και παρακαλώντας τον να περιμείνη ακόμα λίγες μέρες. Λογαριάζαμε πως το πολύ σε τέσσερες μέρες θα είχαμε απάντηση από τον πατέρα μου.

Την άλλη μέρα μπήκε η μητέρα μου στην αδερφή της και κείνη φάνηκε σα να τη γνώρισε. Την τρίτη είπε ο γιατρός πως ξέφυγε τον κίνδυνο για την ώρα. Η ανησυχία είτανε τώρα τι θαπαντήση ο πατέρας μου. Η μητέρα μου ήθελε να του τηλεγραφήσω. Μα ξέροντας το χαραχτήρα του και τη λίγη σκοτούρα, που είχε για τους δικούς της γυναικός του, είπα πως του τηλεγράφησα, δίχως και να το κάμω.

Το άλλο πρωί σαν ξύπνησα, η Μαρία μαζί με τον καφέ μου έφερε ένα γράμμα και μιαν εφημερίδα. Άνοιξα το γράμμα. Είταν από το Βελαδράπα και μου έλεγε πως το δικό μου γράμμα στον πατέρα του έφτασε αργά. Η Τράπεζα είχε λάβει από μέρες πια τα μέτρα της κ' η γερμανική αστυνομία έπιασε το Νίκο στο Μόναχο, που πήγε με την Κλεαρέτη. Ο Θέμης Φλοίσβος μάλιστα για να τους εκδικηθή έκαμε το φευγιό τους και τη σύλληψη του Νίκου ανάγνωσμα στο Μηνύτορα. Μου έστελνε το φύλλο να το δω και γω.

Ο θειος έλειπε από το σπίτι και πήγα κ' έκραξα τη μητέρα μου και της διάβασα το γράμμα.

«Κοίταξε μην το μάθη η θεια», της είπα καθώς έφευγε.

«Τι να μη μάθη η θεια;» άκουσα άξαφνα από πίσω μου τη φωνή της Μαρίας, που είχε μπη στην κάμαρα κι απόδετη όπως περπατούσε, δεν την κατάλαβα.

«Τίποτες», μουρμούρισα.

«Πώς τίποτες; Είταν το γράμμα απ' τον πατέρα σου; Δεν μπορεί να κάμη τίποτες;*

Δεν της απάντησα.

«Αλήθεια δεν μπορεί να κάμη τίποτες;» με ξαναρώτησε.

«Τι να κάμη; Είναι πια αργά».

«Τι αργά;» είπε χλωμαίνοντας.

«Τον τσακώσανε το Νίκο».

Ακούμπησε το χέρι της στον τοίχο και με κοίταξε μια στιγμή. Έπειτα δίχως να πη λόγο βγήκε από την πόρτα.

Άνοιξα την εφημερίδα να διαβάσω τι έγραφε ο Θέμης Φλοίσβος. Μα άξαφνα στοχάστηκα πως η εφημερίδα μπορή να ήρθε και στον καφενέ και να το μάθη ο θειος ξαφνικά στην αγορά. Σηκώθηκα να πάω να τον προλάβω. Καθώς βγήκα αγάλια στο σαλότο, από τη μισοανοιγμένη πόρτα της κουζίνας είδα τη Μαρία σωριασμένη στο τραπέζι με το κεφάλι σκυφτό στα χέρια της — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — —

Ο φίλος μου, που μου διηγήθηκε την ιστορία, σώπασε.

«Κ' ύστερα;» τονέ ρώτησα.

«Τι ύστερα;»

«Τι απογίνανε;»

«Ποιοι τι απογίνανε; Ο Νίκος κάθησε καναδυό χρόνια φυλακή και τώρα δεν τον ξέρω και γω πού βρίσκεται. Ο φίλος μου ο Βελαδράπας έκοψε τα μαλλιά, άφησε το μουστάκι του και τα δράματα, και κάθησε και διάβασε. Πήρε το δίπλωμά του και σημέρα είναι δικαστής. Κάνει και φιγούρα κιόλας»,

«Κ' η Θάλεια;»

«Πολλά ζητάς. Μη θες να ξέρω τι έγινε κ' η Κλεαρέτη;» μου απάντησε και δεν ξαναμίλησε.

Τ Ε Λ Ο Σ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΜΕΝΟΙ από όλους τους λογογράφους μας ΟΛΟΙ ΟΙ ΑΡΧΑΙΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ εις 120 τόμους δεμένους αξίας δραχ 315 με 10 Δραχ. κατά μήνα

ΕΞΕΔΟΘΗΣΑΝ

ΑΙΣΧΥΛΟΥ
Πέρσαι, Μεταφρ. Ιωάννου Ζερβού 1,50
Αγαμέμνων, Μεταφρ. Ι. Γρυπάρη 1,50
Ευμενίδες, Μετάφρασις Ιω. Γρυπάρη 1,50
Χοηφόροι, Μεταφρ. Ιω. Γρυπάρη 1,50
Προμηθεύς Δεσμώτης, Μετ. Ι. Ζερβού 1,50
Επτά επί Θήβας, Μετ. Ιω. Γρυπάρη 1,50
Ικέτιδες, Μεταφρ. Μ. Αυγέρη 1,50
Ολόκληρος ο Αισχύλος εις 7 τόμους 10,50

ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ
Αντιγόνη, Μετάφρ. Κ. Χρηστομάνου 1,50
Τραχίνιαι, Μετάφρ. Α. Καμπάνη 1,50
Οιδίπους Τύραννος, Μετ. Α. Καμπάνη 1,50
Φιλοκτήτης, Μετάφρ. Α. Καμπάνη 1,50
Αίας, Μετάφρασις Κ. Βάρναλη 1,50
Ηλέκτρα, Μετάφρ. Μ. Αυγέρη 1,50
Οιδίπους επί Κολ. Μ. Ηλ. Βουτιερίδου 1,50
Ολόκληρος ο Σοφοκλής εις 7 τόμους 10,50

ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ
Ιφιγένεια η εν Ταύρ. Μτ. Κυπαρίσση 1,50
Ιππόλυτος ο Στεφαν. Μτ. Α. Τανάγρα 1,50
Φοίνισσαι, Μετάφρ. Ν. Ποριώτη 1,50
Άλκηστις, Μετάφρ. Γ. Τσοκοπούλου 1,50
Βάκχαι, Μετάφρ. Κ. Βάρναλη 1,50
Μήδεια, Μετάφρ. Α. Τανάγρα 1,50
Ικέτιδες, Μετάφρ. Ν. Ποριώτη 1,50
Κύκλωψ, Μετάφρ. Γ. Τσοκοπούλου 1,50
Ίων, Μετάφρ. Π. Δημητρακοπούλου 1,50
Ανδρομάχη, Μετάφρ. Γ. Τσοκοπούλου 1,50
Ηλέκτρα, Μετάφρ. Α. Τανάγρα 1,50
Ηρακλής μαινόμενος, Μετ. Κ. Βάρναλη 1,50
Ιφιγένεια η εν Αυλίδι, Μτ. Ι. Φραγκιά 1,50
Ηρακλείδαι, Μετάφρ. Κ. Βάρναλη 1,50
Ρήσος, Μετάφρασις Α. Καμπάνη 1,50
Ορέστης, Μετάφρ. Ιω. Ζερβού 1,50
Εκάβη, Μετάφρασις Ν. Ποριώτη 1,50
Τρωάδες, Μετάφρασις Α Καμπάνη 1,50
Ολόκληρος ο Ευριπίδης εις 19 τόμους 28,50

ΘΕΟΚΡΙΤΟΥ
Ειδύλλια, Μετάφρασις Ιω. Πολέμη 2

ΟΜΗΡΟΥ
Ιλιάς, Μτ. έμμετρ. Ι. Ζερβού, τομ 4; 8;
Οδύσσεια, Μτ. έμμ. Ι. Πολυλά, τομ.4; 6;

ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΟΥΣ
Εκκλησιάζουσαι, Μτ. Π. Δημητρακοπ. 2
Όρνιθες, Μετ. Π. Δημητρακοπούλου 3;
Βάτραχοι, Μετ. Π. Δημητρακοπούλου 3
Λυσιστράτη, Μετ. Π. Δημητρακοπούλου 2
Νεφέλαι, Μετ. Π. Δημητρακοπούλου 2
Αχαρνής, Μετάφρ. Μ. Αυγέρη 2,50
Ιππής, Μετάφρασις Μ. Αυγέρη 2,50
Σφήκες, Μετάφρασις Μ. Αυγέρη 2,50
Ειρήνη, Μετάφρασις Μ. Αυγέρη 2,50
Πλούτος, Μετάφρασις Μ. Αυγέρη 2,50
Θεσμοφοριάζουσαι, Μετ. Μ. Αυγέρη 2,50
Ολόκληρος ο Αριστοφάνης εις 11 τόμους [*]

ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ
Απομνημονεύματα, Μετ. Κ. Βάρναλη
Κύρου Ανάβασις, Μ. Αναστασ. τομ. 3;

ΘΕΟΦΡΑΣΤΟΥ
Χαρακτήρες, Μετάφρ. Μ. Σιγούρου

ΘΟΥΚΥΔΙΔΟΥ
Πελοπονν. πόλεμ. Μτ. Ι. Ζερβου τ.4

ΛΟΥΚΙΑΝΟΥ
Άπαντα Μτ. Ιω. Κονδυλάκη, τομ. 6

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ
Αθηναίων Πολιτεία, Μετ. Ιω. Ζερβού
Ηθικά Νικομάχεια, Μετ. Κ. Ζάμπα
Περί ψυχής, Μετάφρ. Π. Γρατσιάτου
Μικρά Φυσικά, Μετ. Π. Γρατσιάτου

ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥς
Οι Τρεις Ολυνθιακοί, Μτ. Ν. Γκινοπούλου
Ο περί στεφάνου λόγος, Μ. Γκινοπούλου
Οι τέσσερες φιλιππικοί, Μτ. Γκινοπούλου

ΠΛΑΤΩΝΟΣ
Ευθύφρων, Μετ. Αλ. Μωραϊτίδου
Απολογία Σωκράτ, Μτ. Α. Μωραϊτίδου
Κρίτων, Μετάφρ. Ν. Γκινοπούλου
Φαίδων, Μετάφρ. Αρ. Χαροκόπου
Κρατύλος, Μετάφρασις Κ. Ζάμπα
Θεαίτητος, Μετάφρασις Κ. Ζάμπα
Σοφιστής, Μετάφρασις Κ. Ζάμπα
Πολιτικός, Μετάφρασις Κ. Ζάμπα
Παρμενίδης, Μετάφρ. Π. Γρατσιάτου
Φίληβος, Μετάφρασις Κ. Ζάμπα
Συμπόσιον, Μετ. Ν. Κουντουριώτου
Φαίδρος, Μετάφρασις Κ. Γούναρη
Αλκιβιάδης Α' και Β', Μτ. Καζαντζάκη
Ίππαρχος-Αντερασταί, Μετάφρασις Κ. Κωνσταντινίδου
Χαρμίδης, Μετάφρασις Α. Καμπάνη
Λάχης, Μετάφρασις Α. Καμπάνη
Λύσις, Μετάφρασις Α. Καμπάνη
Ευθύδημος, Μετάφρ. Ιω. Γρυπάρη
Πρωταγόρας, Μετάφρ Α. Χαροκόπου
Γοργίας, Μετάφρ. Αλ. Φιλαδελφέως
Μένων, Μετάφρ. Χ. Παπαντωνίου
Ιππίας μείζων και ελάσσων Μτ. Ζάμπα
Μενέξενος, Μετάφρ. Ιω. Ζερβού
Πολιτεία, Μετ. Ιω. Γρυπάρη, τόμοι 2
Τίμαιος, Μετάφρ. Π. Γρατσιάτου
Κριτίας, Μετάφρ. Α. Χαροκόπου
Νόμοι και Επινομίς, Μετ. Ζάμπα τόμ 4;
Ερυξίας-Αξίοχος-Αλκυών, Μτ. Μάνε
Δημόδοκος - Σίσυφος-Κλειτοφών-
Ίων-Μίνως, Μετ. Ν. Καζαντζάκη
Θεάγης - περί Δικαίου-περί Αρετής,
Μετάφρασις Λυμπεροπούλου
Επιστολά και Όροι, Μετ. Κ. Ζάμπα
Ολόκληρος ο Πλάτων εις 33 τόμους

ΗΡΟΔΟΤΟΥ
Μούσαι Μετ. Α. Σκαλίδου τομ 4

ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΥ
Βίοι Παράλληλοι, Μτ. Α. Ραγκαβή

ΕΠΙΚΤΗΤΟΥ
Εγχειρίδιον, Μετ. Α. Καμπάνη

Δια τους αγοράζοντας όλην την σειράν των Αρχαίων Ελλήνων
Συγγραφέων το δέσιμον εκάστου τόμου υπελογίσθσ λεπτά 50.
Δια τους αγοράζοντας τόμους χωριστά το δέσιμον εκάστου
τόμου δραχ. 1.-

[* Εφ' εξής πολλές από τις τιμές είναι δισδιάκριτες, οπότε δεν τις αναγράφω]