WeRead Powered by ReaderPub
Ο Βασιλιάς Ανήλιαγος cover

Ο Βασιλιάς Ανήλιαγος

Chapter 20: ΣΚΗΝΗ ΠΕΜΠΤΗ
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

The play unfolds in and around a castellated household where noble figures, their attendants, villagers and visiting horsemen intersect. Episodes move between fields, domestic routines and guarded interiors as peasants sing and gossip, servants exchange suspicions, and court officers receive urgent arrivals. Romantic longing, jealousy and social distance drive interactions, while the arrival of mysterious riders raises tension and prompts watchful manoeuvres. The drama balances lyrical folk songs and working-life scenes with formal court exchanges, building suspense through shifting perspectives and staged entrances that reveal competing desires and hidden intentions without resolving every question.

ΣΚΗΝΗ ΤΕΤΑΡΤΗ

ΚΥΡΑ - ΡΗΝΗ — Η ΜΟΙΡΑ

Η κυρά - Ρήνη, εστραμμένη και σκεπτική, δεν βλέπει κατ' αρχάς την Μοίραν. Όταν, στραφείσα, την βλέπη, την παρατηρεί επί τινας στιγμάς σιωπώσα).

ΡΗΝΗ
   Αυτά τα παραμύθια
   πούπες στο Φλώρο—κόπιασε κοντά—ποιος τάπε εσένα;
   πού τάκουσες; λέγε, από ποιόν;

ΜΟΙΡΑ
   Εγώ; από κανένα.

ΡΗΝΗ
   Από το νου σου τάβγαλες ;

ΜΟΙΡΑ
   Όχι απ' το νου· απ' τη γνώσι.
   Όσοι έχουν ζήσει, όπως εγώ, χρόνους ογδόντα, κι' όσοι
   τάχουν περάσει της ζωής όλα τα μονοπάτια,
   ξέρουν το τ' είδαν κι' άκουσαν. Τα γέρικα τα μάτια,
   αν δεν καλοθωρούν στο φως, βλέπουν στα σκότη.

ΡΗΝΗ
   Σκότη;
   Σκότη ποια λες;

ΜΟΙΡΑ
   Της πονηριές, που δεν της βλέπ' η νειότη.

ΡΗΝΗ
   Και τ' είδανε τα μάτια σου, αυτές η νυχτερίδες
   που βλέπουνε στα σκοτεινά;

ΜΟΙΡΑ
   Αυτά που εσύ δεν είδες.

ΡΗΝΗ
   Λέγε ν' ακούσω.

ΜΟΙΡΑ
   Τι να 'πω; χειροπιαστά δεν τάχει
   αυτά που βλέπει η γνώσι μας· λογιάζει τα μονάχη.

ΡΗΝΗ
   Τι ελόγιασεν η γνώσι σου, γρηά ξεμωραμένη ;
   Λέγε μιαν ώρ' αρχήτερα.

ΜΟΙΡΑ
   Ολημερίς πού μένει
   το ταίρι σου ο Ανήλιαγος;

ΡΗΝΗ (ανεγειρόμενη) Πού αλλού; μέσ' το παλάτι και κυβερνά τη χώρα του, είτε καβάλλα στ' άτι γυμνάζει στα πολεμικά και ένα νέο ιππότη, γιατ' έχει εχθρούς ολόγυρα.

ΜΟΙΡΑ (διακόπτουσα)
   Κυρά μου, εσ' είσαι η πρώτη
   που το πιστεύεις.

ΡΗΝΗ
   Και θαρρείς…

ΜΟΙΡΑ (διακόπτουσα)
   Όλος ο κόσμος ξέρει
   πως ούτε στο παλάτι του τον βρίσκει, ούτε στα μέρη
   πούν' ο στρατός του. Χάνεται. Τι γίνεται; πού τρέχει;
   πού πάει; κανείς δεν τώμαθε· Άλλοι είπανε πως έχει
   λαγούμια στο παλάτι του κι' απόκρυφα πηγαίνει
   σε κάποια αγαπημένη του, κι' άλλοι είπαν πως κρυμμένη
   την έχει μέσ' στα σκοτεινά του παλατιού του υπόγεια.

ΡΗΝΗ (με κάποιαν ταραχήν)
   Και συ πού τάκουσες αυτά;

ΜΟΙΡΑ
   Τα λέει ο κόσμος.

ΡΗΝΗ (με προσποιητήν αδιαφορίαν)
   Λόγια,
   λόγια του κόσμου.

ΜΟΙΡΑ
   Λέω κ' εγώ λόγια του κόσμου.

(Η Ρήνη την ατενίζει προς στιγμήν σιωπώσα· έπειτα βη - ματίζει σύννους και σταματά παρά το παράθυρον, έχουσα εστραμμένα τα νώτα προς την Μοίραν).

ΜΟΙΡΑ (πλησιάζουσα μυστηριωδώς την κυρά - Ρήνην)

   Αν όμως
   δεν είνε λόγια;

ΡΗΝΗ (στραφείσα οργίλως)
   Τι είπες;

ΜΟΙΡΑ
   Αν ..

ΡΗΝΗ (διακόπτουσα)
   Ποιος ωργισμένος δρόμος
   σ' έφερ' εδώ στο κάστρο μου φαρμάκι να σταλάξης
   μέσ' στης χαράς μου το κρασί; Ποιος σ' έβαλε ν' αλλάξης
   τη λίμνη μου σε πέλαγο; Φύγε!

ΜΟΙΡΑ (δειλώς)
   Κυρά …

ΡΗΝΗ
   Γκρεμίσου
   να μη σε βλέπω! Αν τ' άκαρδο, το γέρικο κορμί σου
   δεν ήταν σάκκος κόκκαλα, που αγκόμαχη τον σέρνει
   με κόπο η μαύρη σου ψυχή, τέτοια φουρτούνα φέρνει
   μέσ' στο μυαλό μου η όψι σου, που ..

(Ορμά κατ' επάνω της, αλλά συγκρατείται)

ΜΟΙΡΑ
   Ναι, κυρά μου, κτύπα,
   κτύπα με τη βαρειόμοιρη! Μα εγώ, κυρά, δεν είπα ..

ΡΗΝΗ (διακόπτουσα)
   Ναι, είπες αν.. τι αν; ε;

ΜΟΙΡΑ
   Αν…σούλαχε ν' αγαπήσης
   ένα που κι' άλλη ν' αγαπά;

ΡΗΝΗ
   Και πώς θε να με πείσης;
   Θέλω να ξέρω αληθινά! τ' ακούς;

ΜΟΙΡΑ
   Αν ίσως άλλοι
   στο 'πούν, και με το δίκηο σου δεν θα πιστέψης πάλι,
   μονάχα ο ίδιος αν σ' το πη …

ΡΗΝΗ
   Και πώς;

(Η Μοίρα σιωπά· βαίνει προς την μίαν θύραν, είτα προς
   την άλλην ως να θέλη ν' αντιληφθή μη θα την ακούσουν,
   έπειτα με ύφος μυστηριώδες πλησιάζει την κυρά - Ρήνην).

ΜΟΙΡΑ
   Ξέρω έναν τρόπο
   που δίχως ξεγελάσματα, δίχως κανένα κόπο
   μπορώ ν' ανοίξω και το πειο σφιχτοκλεισμένο στόμα.

ΡΗΝΗ
   Τι θες να πης;

ΜΟΙΡΑ
   Τα μαγικά δεν τ' άκουσες;

ΡΗΝΗ
   Ακόμα
   τι θες να πης; δεν σ' έννοιωσα.

ΜΟΙΡΑ
   Θε να σου δυναμώσω
   με μια μου λέξι μαγική τη θέλησί σου τόσο
   που θε να νοιώσης μια διπλή ψυχή μέσ' στο κορμί σου
   κι' ο Ανήλιαγος θα κοιμηθή μόλις του πης: κ ο ι μ ή σ ο υ.
   Θα κάνω μάγια μυστικά.

ΡΗΝΗ
   Δεν νοιώθω· τι θα κάνω
   Πες μου το πάλι.

ΜΟΙΡΑ
   Τη στιγμή που σ' αγκαλιάζει, απάνω
   στη φλόγα της αγάπης σας…

ΡΗΝΗ (διακόπτουσα)
   Ε! τότε;

ΜΟΙΡΑ
   Αγκάλιασέ τον
   σφιχτά, που να λησμονηθή.

ΡΗΝΗ
   Και τότε;

ΜΟΙΡΑ
   Φίλησέ τον
   στο στόμα μ' ένα ατέλειωτο μ' ένα βαθύ φιλί σου
   και λέγε πάντα με το νου τη λέξι αυτή : κ ο ι μ ή σ ο υ!
   Τα μάγια θα τα κάνω εγώ.

ΡΗΝΗ
   Και τότε;

ΜΟΙΡΑ
   Θε να γύρη
   σε ύπνο γλυκό, γλυκύτατο, σε ονείρων πανηγύρι
   και θε να βλέπη ό,τι ποθεί.

ΡΗΝΗ
   Και τότε;

ΜΟΙΡΑ
   Σκύψε αγάλι
   κ' ερώτησέ τον να σου 'πη, προτού ξυπνήση, αν κι' άλλη
   χώρια από σέναν αγαπά.

ΡΗΝΗ
   Και;

ΜΟΙΡΑ
   Τότε δίχως άλλο
   θα σου το πη.

(ακούεται καλπασμός ίππων)

ΡΗΝΗ (ταραχθείσα).
   Να· φθάσανε.

(ταχέως)

   Ό,τι στο νου μου βάλω
   να τον ρωτήσω;

ΜΟΙΡΑ
   Θα 'σ' το 'πη, χωρίς να περιμένη
   και παρακάλια.

ΡΗΝΗ

(δεικνύουσα την θύραν του βάθους)

Φύγε πεια.

(Η Μοίρα φθάνει μέχρι της θύρας εκείνης, αλλά σταματά στραφείσα)

ΡΗΝΗ
   Τι;

ΜΟΙΡΑ
   Κάποιος ανεβαίνει.

ΡΗΝΗ (με ταραχήν)
   Αυτός θε νάνε. Κρύψου εκεί.

(Την λαμβάνει από της χειρός, την σύρει βιαίως και την εξάγει διά της δεξιάς θύρας, την οποίαν σφαλά· έπειτα τακτοποιεί την κόμην της και έρχεται αναμέ - νουσα παρά την θύραν του βάθους).

ΣΚΗΝΗ ΠΕΜΠΤΗ

(Εισέρχεται περιχαρής ο Ανήλιαγος και αρπάζει μετά παραφοράς αμφοτέρας τας χείρας της κυρά - Ρήνης, η οποία φαίνεται ταραγμένη. Ο Ανήλιαγος αλλάσσει αποτόμως ύφος· προσηλώνει τα μάτια του εις τα ιδικά της και σιωπά επί τινας στιγμάς).

ΑΝΗΛΙΑΓΟΣ
   Του κάκου ο νους μου ψάχνει
   να' βρη μέσα στα μάτια σου τους λογισμούς σου. Πάχνη
   σκεπάζει απόψε θαμπερή τα λαμπερά σου αστέρια.
   Γιατ' είνε κρύα σαν μάρμαρο τα τορνευτά σου χέρια ;
   Γιατί το χαμογέλιο σου, στα χείλη πλανεμένο,
   φαίνετ' απόψε σαν αχνό, σαν βιαστικό, σαν ξένο;
   γιατί;

ΡΗΝΗ
   Μήπως τα μάτια σου τώχουν αποξενώσει
   και δεν το βλέπουν σήμερα μ' όσην αγάπη, μ' όση
   λαχτάρα ως τώρα τώβλεπαν μόνη χαρά του κόσμου ;
   Γλυκέ μου, μήπως σήμερα δεν είσαι πεια 'δικός μου;

ΑΝΗΛΙΑΓΟΣ
   Τόσο 'δικός σου, όσο το φως 'δικό του έχει το λύχνο.
   Εγώ είμαι λύχνος άφωτος, εσύ το φως που δείχνω.
   Ρήνη, γιατί η ανάσα σου κι' αυτή σαν κομπιασμένη
   από βαθειά, πολύ βαθειά, τόσο βαθειά ανεβαίνει
   που μοιάζει μ' αναστεναγμό;

ΡΗΝΗ
   Η αγάπη μου την πνίγει
   στην τρικυμία του πόθου μου· τόσο η ζωή είνε λίγη
   για τέτοια αγάπη πούχω εγώ. Το ό,τ' είπα και το ό,τ' είπες
   έλα να το ξεχάσωμε, γλυκειά μου ελπίδα· η λύπες
   ταιριάζουνε στο χωρισμό· μα στην αντάμωσί μας
   μόν' η χαρά είνε ταιριαστή· γιατ' η ζωή η μισή μας
   —ώρες πικρές του χωρισμού, τρυγόνες δίχως ταίρι—
   ζωή δεν είν' αληθινή, είνε ζωής καρτέρι,
   ναι, της ζωής που καρτερώ κοντά σου.

ΑΝΗΛΙΑΓΟΣ
   Και για μένα
   αυτή είν' η μόνη μου ζωή· την καρτερώ ολοένα.

ΡΗΝΗ
   Δόσε μου το σπαθί σου.

ΑΝΗΛΙΑΓΟΣ (δίδων το ξίφος του)
   Να' τη δύναμί μου αφίνω
   στ' αδύνατα χεράκια σου.

ΡΗΝΗ
   Και το μανδύα.

(Ο Ανήλιαγος δίδει τον μανδύαν. Η Ρήνη δεικνύει τον πίλον του)

   Κ' εκείνο
   τ' αχνοκαμάρωτο φτερό που ανάλαφρα ανεμίζει
   και που σε δείχνει σαν αητό κι' άθελα μου θυμίζει
   πως θα πετάξης σαν αητός να φύγης.

(Αποθέτουσα επί του ανακλίντρου το ξίφος, τον μανδύαν και τον πίλον)

   Τώρα, μείνε
   σκλάβος μέσα στο κάστρο μου, ξαρμάτωτος.

ΑΝΗΛΙΑΓΟΣ
   Αν είνε
   σκλαβιά η χαρά, ποιος άμυαλος, στρέφοντας προς τη λύπη,
   θε να ζητήση ελευθεριά;

ΡΗΝΗ
   Εκείνος, που ώρες λείπει
   μακρυά απ' αυτήν που λέει χαρά.

ΑΝΗΛΙΑΓΟΣ (πειραχθείς)
   Που λέει;

ΡΗΝΗ
   Που θέλει
   να την νομίζει για χαρά.

ΑΝΗΛΙΑΓΟΣ
   Με τα χρυσά σου βέλη
   μη με πληγώνης άδικα.

ΡΗΝΗ
   Μηδέ φτερό της μυίγας
   δεν θέλω να σ' αγγίξη. Ναι, το ξέρω ότι σαν ρήγας
   μέσ' στο μυαλό σου έχεις πολλά…

ΑΝΗΛΙΑΓΟΣ (διακόπτων)
   Μέσ' στην καρδιά μου εσένα
   Και του μυαλού μου τα πολλά για μένα είν' όλα ξένα·
   έννοιες για πόθους που περνούν, αχάριστες φροντίδες.
   Νάξερες, Ρήνη!… Είδες π ώ ς ζω κοντά σου, μα δεν είδες
   πώς μακρυά από σένα ζω.

ΡΗΝΗ
   Γιατί να μην το ξέρω
   κι' αυτό το πώς;

ΑΝΗΛΙΑΓΟΣ
   Γιατί; γιατί δεν ήρθα να σου φέρω
   τ' αγκάθια μου· τα ρόδα μου σου φέρνω. Εσύ στολίσου
   μ' αυτά τα ρόδα της χαράς, την ταιριαστή στολή σου,
   κι' άφισ' όλα τ' αγκάθια των για μένα.

ΡΗΝΗ
   Μη χωρίζης
   τα ρόδα από τ' αγκάθιά των, χρυσέ μου. Αν μου χαρίζης
   μόνο χαρές, τι είν' η χαρές σ' όποιον δεν ξέρει λύπες;

ΑΝΗΛΙΑΓΟΣ
   Τι τυραννείς τι σκέψι σου! Μονάχη σου δεν είπες
   πως όταν είμαστε μαζί μόν' η χαρά ταιριάζει;
   Εκεί που η λύπη φαίνεται κάθε χαρά μεριάζει
   για να της κάνη θέσι.

ΡΗΝΗ
   Ναι. Συμπάθησε μια τρέλλα
   της άμυαλης αγάπης μου, γλυκεία μου αγάπη, κ' έλα
   να λησμονήσωμε κ' οι δυο…

(διακόπτεται)

ΑΝΗΛΙΑΓΟΣ
   Τι;

ΡΗΝΗ
   Μήτ' εγώ δεν ξέρω·
   τους ίσκιους του ήλιου της χαράς και το ζηλιάρη γέρο
   το χρόνο, που διαβαίνοντας τη σέρνει σαν κουρέλι
   και τη ζωή μας πίσω του. Η αγάπη μας τι θέλει
   για να μας δώση τη χαρά που λησμονεί το χρόνο ;
   Ξέρεις τι θέλει η αγάπη μας ; Τίποτα· αυτό το θρόνο
   που θα καθήσης βασιλιάς,

(τον φέρει να καθήση επί του εδωλίου)

και το σκαμνάκι εκείνο που θα καθήσω σκλάβα σου.

(Φέρει το σκαμνίον και κάθηται παρά τους πόδας του)

ΑΝΗΛΙΑΓΟΣ
   Αν ήτανε να μείνω
   έτσι κοντά σου ως τη στιγμή που των ματιών μου η κόρες
   θα χάσουν της ζωής το φως, ας γίνουν χρόνια η ώρες,
   τα χρόνια αιώνες ας γενούν - κι' ώρες και χρόνια κ' αιώνες
   ας σμίξουνε κι' ας μαζευτούν κι' ας γίνουνε δυο μόνες
   στιγμές: η πρώτη, που άνοιξα τα μάτια στην αλήθεια
   της ωμορφιάς σου, κ' η στερνή, που ασάλευτη στα στήθια
   θα παύση να κτυπά η καρδιά.

ΡΗΝΗ
   Τέτοια κ' εγώ την νοιώθω
   του κόσμου τούτου τη ζωή· μ' ένα μονάχα πόθο,
   με μια μονάκριβη χαρά. Όλη της γης η σφαίρα,
   όλα τα πέρατα της γης, ο κόσμος πέρα ως πέρα
   στην αγκαλιά μας κλείνεται, κι' ό,τι απομένει απόξω
   δεν είνε κόσμος.

(Ανοίγει τας αγκάλας της)

Άνοιξε και συ το ουράνιο τόξο, παρηγοριά στη συννεφιά του νου μου να προβάλη, έτσι όπως τ' άνοιξα κ' εγώ για ν' αγκαλιάσω πάλι τον ουρανό του πόθου μου με τον παράδεισό του. Αγκάλιασέ με, αγάπη μου,

(εναγκαλίζονται)

κι' ας μείνωμ' έτσι ωσότου η δυο καρδιές μας ανεβούν στα δυο μας χείλη απάνω και γίνουν μια μ' ένα φιλί.

ΑΝΗΛΙΑΓΟΣ
   Χάνω το νου μου, χάνω
   το ε γ ώ που νοιώθω μέσα μου.

(Φιλούνται. Η κυρά - Ρήνη φαίνεται προσπαθούσα να παρα - τείνη το φίλημα, καταβάλλουσα αντιληπτήν δύναμιν θελή - σεως. Μετά τινας στιγμάς ο Ανήλιαγος κλίνει αδρανής την κεφαλήν και αποκοιμάται. Η κυρά - Ρήνη αποσύρει την κε - φαλήν της και τον ατενίζει).

ΡΗΝΗ
   Κοιμήθηκε· κοιμάται
   σαν το πουλί, κ' η όψι του γελάει σαν να θυμάται
   της πειο μεγάλες του χαρές.

(Εγείρεται, ανορθούσα την κεφαλήν του)

Σαν το βαρύ μολύβι βαρύ είνε το κεφάλι του.

(Φέρει από του ανακλίντρου έν μικρόν προσκέφαλον, το το - ποθετεί επί του ερεισινώτου του εδωλίου και επ' αυτού την κεφαλήν του Ανήλιαγου).

Και τώρα; ό,τι κι αν κρύβη, ό,τι κι' αν έχη μέσα του, θα μου το 'πη.

(Τον πλησιάζει και κύπτει παρά το ους του, αλλά πάλιν αποσύρεται)

   Μα αν όμως
   άλλο όνομ' απ' τα χείλη του ξεφύγη ; Αν ίσως… Τρόμος
   με συνεπαίρνει σύσσωμη !… Τι θε ν' ακούσω; εμένα
   θα κράξη μέσ' στον ύπνο του, μέσα στα μαγεμένα
   και γελαστά του ονείρατα, ή κάποιαν άλλη βλέπει
   κι' αναγαλιάζ' η όψι του και λάμπει;

(Μετά τινα σιγήν, αποφασιστικώς)

   Κι όμως πρέπει,
   πρέπει να μάθω !

(Τον πλησιάζει και τον ατενίζει)
   Τι ώμορφος!

(Κύπτει παρά το ους του)

Πες μου, γλυκέ μου, πάλι πως μόνο εμέναν αγαπάς.

(Μετά τινα σιγήν).

Σωπαίνεις; μήπως κι' άλλη μέσ' στην καρδιά σου εχώρεσε; δεν είμαι μόνη ;

(Ακούεται κυνηγετικόν κέρας. Η κυρά - Ρήνη εγείρεται έξαλλος)

   Νάτη!…
   Είν η φωνή της. Έρχεται λαχανιαστή, τρεχάτη
   να μου τον πάρη η άπονη !

(Στρεφόμενη προς το μέρος που ηκούσθη το κέρας)

Το κάλεσμά σου εκείνο θα το σκορπίση ο άνεμος απόψε. Δεν τον δίνω, μη τον προσμένης άδικα!

(Ακούεται εκ δευτέρου το κέρας)

Κράξε όσο θέλεις! όχι, δεν σου τον δίνω· δεν ακούς; Η μοίρα σου δεν τώχει να γίνης όμοια κ' ίση μου, να μοιρασθής μ' εμένα την ευτυχία του πόθου του! Μην κράζης στα χαμένα, μη τον προσμένης άδικα!

(Τρέχει και τον εναγκαλίζεται)

Κάνεις δεν θα τον βγάλη μέσ' από την αγκάλη μου !

(Κύπτει παρά το ους του)

Αχ! πες μου· μήπως κι' άλλη μέσ' στην καρδιά σου εχώρεσε; δεν είμαι μόνη;

(Κρούεται παταγωδώς η κάτω θύρα του πύργου. Η κυρά - Ρήνη ταράσσεται· τρέχει προς την θύραν του βάθους, επιστρέφει, τρέ - χει προς το παράθυρον, επιστρέφει και πάλιν. Ο Ανήλιαγος αφυπνίζεται αποτόμως).

ΑΝΗΛΙΑΓΟΣ (αλλόφρων)
   Τ' είνε;

ΡΗΝΗ
   Δεν ξέρω … τίποτα, γλυκειά μου αγάπη !

(Ο Ανήλιαγος ορμά προς την θύραν του βάθους)

ΡΗΝΗ (συγκρατούσα και σύρουσα αυτόν) Αχ! μείνε. μη φύγης ! όχι!

(Η κάτω θύρα κρούεται ισχυρότερον)

ΑΝΗΛΙΑΓΟΣ (αλλόφρων, ωσεί κατεχόμενος ακόμη υπό του ύπνου)

Θάν' εχθροί, πούρχονται να πατήσουν το κάστρο σου, και σκλάβο τους εμένα να κρατήσουν και σένα για γυναίκα τους!…

(Τρέχει προς το παράθυρον, το οποίον ανοίγει με ορμήν.

Ακτίνες ηλίου εισδύουν από του παραθύρου. Ο Ανήλιαγος κλονίζεται και καλύπτει τους οφθαλμούς δι' αμφοτέρων των χειρών. Κατ' αρχάς οπισθοχωρεί ολίγα βήματα, αμέσως όμως, ως να ελκύεται υπό ισχυράς δυνάμεως, φέρεται και πάλιν προς το παράθυρον και τείνει τας χείρας προς τον ήλιον εν στάσει ικεσίας. Την στιγμήν αυτήν εισέρχεται διά της δεξιάς θύρας η Μοίρα. Ο Ανήλιαγος και η Ρήνη, εστραμμένοι προς το παράθυρον, δεν την βλέπουν. Η Μοίρα ανορθούται, απο - καλύπτεται και υψοί ανοικτόν το ψαλίδι της, ως να ετοιμάζε - ται να κόψη κάποιον αόρατον νήμα).

ΘΥΡΣΗΣ (κάτωθεν του πύργου)
   Κρύψου! Προβάλλει εμπρός σου..

ΑΝΗΛΙΑΓΟΣ (διακόπτων)
   Όχι

ΡΗΝΗ

(σπεύδουσα προς τον Ανήλιαγον)

Ποιος κράζει;

ΑΝΗΛΙΑΓΟΣ (χωρίς να στραφή)
   Αχ! Ρήνη μου !

ΘΥΡΣΗΣ (κάτωθεν, συνεχίζων)
   … ο ακτινωτός εχθρός σου!

ΑΝΗΛΙΑΓΟΣ (εν εκστάσει)
   Ήλιε, χρυσέ μου θάνατε ! τόσο ώμορφο ποτέ μου
   δεν σ' εφαντάστηκα, ποτέ! Λάφυρο του πολέμου
   του χάους με τη θεία βουλή, δείχνεις τη νίκη εκείνης
   και στη λαχτάρα της ζωής ζωή απ' το φως σου δίνεις
   και μέσ' από τη λάμψι σου σκορπάς το χρώμα. Τώδα
   το χρώμα που ελαχτάριζα. Του κήπου όλα τα ρόδα,
   ωραία τα ρόδα κι' ώμορφα κι' οι κρίνοι ωραίοι, ωραίοι
   κ' η χλόη ωραία και το νερό που μέσ' τ' αυλάκι ρέει,
   ωραία κ' η γη κι' ο ουρανός και τα βουνά κ' οι κάμποι,
   μα απ' όλα πειο ώμορφος εσύ ! Το πρόσωπό σου λάμπει
   τόσο, που μάτια δεν βαστούν να το κυττάζουν!…

(Στρεφόμενος προς την Ρήνην)

   Ρήνη!…
   τώρα είσ' ωραία αληθινά. Να τα τα ρόδα, οι κρίνοι,
   να τη η ζωή η σπαρταριστή, να τη η ωμορφιά σου ακέρια,
   τ' αληθινά τα μάτια σου. Όχι, δεν είνε αστέρια!
   Τ' είνε τ' αστέρια; τίποτα· σπίθες· τα δυο σου μάτια
   τον ήλιο αντιφεγγίζουνε· λες κ' είνε δυο κομμάτια
   του ήλιου· διπλός καθρέφτης του. Την ωμορφιά του δείχνει
   μέσ' στο καθένα χωριστά.

(Στρεφόμενος προς το παράθυρον)

Το φως!… Χιλιάδες λύχνοι,

τι λέω; φεγγάρια αμέτρητα, τα φώτα όλου του κόσμου τ' είνε μπροστά σου; σκοτεινιά !

(Κλονίζεται. Η κυρά - Ρήνη τον εναγκαλίζεται).

Ήλιε, το φως σου δος μου!

ΡΗΝΗ
   Ανήλιαγε!…

ΑΝΗΛΙΑΓΟΣ (τραυλίζων)
   Το φως σου! Να, να τη ζωή μου, κι' ό,τι
   ποθεί η ζωή μου, πάρε το, χρυσή κι' αιώνια νειότη!
   Σου παραδίνω το είνε μου !…

(Η Μοίρα κλείνει το ψαλίδι της ως να κόπτη νήμα. Ο Ανή -
   λιαγος εκλύεται και πίπτει άπνους. Η κυρά - Ρήνη, προσπα -
   θούσα να τον υποβαστάση, γονυπετεί).

ΡΗΝΗ (κλαίουσα)
   Ένα φιλί σου, αχ! ένα!

ΜΟΙΡΑ (υπερηφάνως ολόρθη)
   Αδάκρυτα τα μάτια μου, στείρα η καρδιά μου εμένα.

(Η αυλαία πίπτει βραδέως)