— Και συ τι λες: ρώτησα το γέροντα.
— Εγώ τι να ειπώ; αποκρίθηκε σηκώνοντας τους ώμους· δίκιο έχει κι η κόρη, δίκιο και το παιδί. Το φταίξιμο το έχουμε μεις οι γονοί, που πάμε και σκλαβώνουμε τη ζωή των παιδιώ μας.
— Αμ σαν το ξέρτε, γιατί δεν το κόβετε; ρώτησε ο σύντροφός μου.
— Δεν το ξέραμε, καπετάνε! Πετάχτηκε τώρα ο νοικοκύρης. Έτσι το βρήκαμε μιας αρχής· έτσι παντρεύτηκα και γω κι οι γονοί μας κι οι γονοί τω γονιώ μας. Πρώτα σήμερα γίνεται ν' αρνηθούν τη σύβαση.
— Έτσι το είχατε, μα τώρα το χαλάμε μεις! είπε δυνατά, ανοίγοντας πρώτη φορά το στόμα ο Γιώργης.
— Και τώρα τι θέλτε από μένα; ρώτησε χαμογελώντας ο σύντροφός μου.
— Σαν ο Θεός σας έστειλε, καπετάνοι μου, είπε ο γέροντας με παρακαλεστική φωνή, να μας κάμετε χατήρι να ρθήτε και λόγου σας, σα θα πάμε τη νύφη στο σπίτι του γαμπρού. Εκείνοι λεν πως θα ρθούν να την αρπάξουν μέσ' από τους καλεσμένους· λεν να σκοτώσουν το γαμπρό· ξέρω τι κακό με βρίσκει; Λυσσασμένος σκύλος, όπου φτάση δαγκώνει. Σώσε μας, καπτάνε μ', και να γενούμε σκλάβοι σου.
— Καλά· σύρτε τώρα στο καλό. Αύριο τα λέμε πάλι· είπε με επιφύλαξη ο σύντροφός μου.
Την αυγή, που κατεβήκαμε στο μεσοχώρι, πρώτη δουλειά του καπετάνου ήταν να μάθη τι και ποιος αυτός ο Μήτρος Πάλλας και το συγγενολόγι του. Όχι αν ήταν μεγαλόσωμος και παλληκαράς ή αν βαστιότανε το συγγενολόγι του στο χωριό. Μα με τι κόμμα ήταν και ανάλογα να φερθή. Γιατί — να τα λέμε μεταξύ μας — ένας αποσπασματάρχης δεν πηγαίνει να τσακίζη τα κέρατά του στα κατσάβραχα, ούτε η υπερεσία στέλνει τον τυχόντα. Πάντα πηγαίνει εκείνος που θα φροντίση, βέβαια, για την τάξη, μα θα δουλέψη και τον ισχυρό της ημέρας. Και ο σύντροφός μου ήταν αλήθεια λαμπρός αξιωματικός, είχε όμως και κοινωνικές υποχρεώσεις ο άνθρωπος, σαν κάθε άνθρωπος. Αν δεν είχε τον κομματάρχη του, ποιος θα διώριζε, χάρη λόγου, τον αδερφό του στη μια θέση ή τον ξάδερφό του στην άλλη θέση; Ποιος θα φρόντιζε ν' αθωωθή από το κακούργημα ο γαμπρός του ή να πάρη «κατ' οίκον νοσηλεία» ο τάδε κατάδικος συγγενής του. Και ποιος θα έστελνε τον ίδιον αποσπασματάρχη να ξεκοκκαλίζη οψιγέννητα κατσίκια και να παίρνη τον καφέ του κάτω από τον πλάτανο, εδώ που οι χωριάτες τον παραστέκουν σαν τον Αβδούλ Κερίμ πασά; Έκραξε τον πάρεδρο και τον ρώτησε.
— Του Τσομάκη· ούλοι μονόβολο του Τσομάκη! Άτιμη φάρα! κακή γενιά! ούλοι του Τσομάκη ένε! αποκρίθηκε με αγανάχτηση εκείνος.
Ο καπετάνος εγνώριζε πως ο Τσομάκης ήταν αντίπαλος του Τσότρα, που είχε χρέος να συντρέξη. Πριν να φύγη από τη Λάρισα, πήγε πρώτα να πάρη διαταγές από τον αρχηγό του στρατού κι έπειτα ίσια στον αρχηγό της πολιτικής. Έμαθε ποιοι ήταν οι φίλοι, ποιοι οι εχτροί. Ποιόν θ' αφίνη ελεύθερο και ποιόν θα κατατρέχη. Ποια εντάλματα θα ενεργηθούν και ποια θα μείνουν. Άρα στην άτιμη αυτή φάρα του Πάλλα όλα έπρεπε να ενεργηθούν. Άνοιξε αμέσως το φύλακά του, διάβασε τα χαρτιά, μα κανένα δεν ήταν για τον Τασό και τους δικούς του. Κρίμα μεγάλο κρίμα!
— Δεν έκαμε τίποτα έτσι, που να πίνη νερό, να τον στείλουμε μέσα; ρώτησε πάλι τον πάρεδρο.
— Δεν έκαμε· είπε με μεγάλη του λύπη εκείνος· μα ένε αλογοσούρτης.
— Έκλεψε τώρα κοντά κανένα άλογο;
— Τώρα δεν έκλεψε, μα πάντα κλέβει…
Ο καπετάνος κούνησε το κεφάλι. Αν ήταν έτσι, έπρεπε να συλλάβη όλο το χωριό. Τίποτ' άλλο δεν έχει;
Έμειναν και οι δυο σκυφτοί, συλλογισμένοι απάνω στα πεζούλια, κι ο γεροπλάτανος άπλωνε τα κλαριά του και ίσκιωνε όλο το μεσοχώρι. Έξω από το καφενεδάκι οι στρατιώτες, λεροί και ξεκούμπωτοι, με το απαραίτητο λυτάρι στην ξιφολόγχη τους κουτσόπιναν τσίπουρο κι έπαιζαν την κοντσίνα. Οι χωριάτες μακρύτερα μπουλούκια — μπουλούκια κρυφομιλούσαν συνατοί τους και κοίταζαν με σεβασμό και ζήλεια τον πάρεδρο, που είχε τόσο τα πιστά του καπετάνου. Κάτω πρασίνιζαν τα δασωμένα πλάγια του βουνού και κατάμπροστα φάνταζε η κοιλάδα του Κισερλή με τα δάση και τα χωριά της και παραπέρα της Λάρισας ο κάμπος. Ζερβόδεξα τα σπίτια του χωριού, φτωχικά και σκουντουφλιάρικα, ροβόλαγαν να γκρεμιστούν στη λαγκαδιά κι απάνω ψήλωνε σουβλερή και κατάξερη του Κίσσαβου η κορφή.
Άξαφνα κάτω από το μονοπάτι ακούστηκαν φωνές, σα να μαλώνανε άντρες μαζί και γυναίκες και σε λίγο φανήκανε δυο χωριάτες κόκκινοι, ιδρωμένοι και πίσω τους πλήθος γυναικόπαιδα.
— Τι είνε μωρέ; τους φώναξε ο καπετάνος άγρια.
— Τι να σου ειπώ, καπτάνε μ' και κυρ καπετάνε! είπε ο ένας! Να, η Πάλλας η Τασός πάησε κι έκοψε πάγο από το μαγαζί μου να τον πουλήση στη Λάρσα.
— Έκοψε πεντέξι καντάρια πάγο! Άλλον έτριψε, άλλον πάτησε· μας
έχασε φτωχούς ανθρώπους η Τασός! πρόσθεσε ο άλλος.
— Για κάτου ένε τα φορτώματα, καπτάνε μ'· έλα να τα ιδής, φώναξαν
κι οι γυναίκες.
— Σιγά ν' ακούσω· πρόσταξε ο καπετάνος χαμογελώντας. Δεν έχει ο
Τασός μαγαζί;
— Έχει, πώς δεν έχει; απάντησε ο πρώτος. Και γω έχω κι η Τασός έχει
κι η Γιώργης κι η Διαμάντης κι όλοι.
— Τότε πού τον είδατε πως έκοψε απ' το δικό σας κι όχι απ' το δικό
του μαγαζί;
— Τον είδαμε· έχουμε ανθρώπους, που τον είδαν· αμ' πώς!
— Ποιοι είνε; φέρτε τους.
— Να η Στέργιος· ρε Στέργιο!…
Ο Στέργιος ήταν μπροστά του· μα κείνος δεν τον έβλεπε από το θυμό και τον ζητούσε ξέμακρα.
— Πες μου· τον είδες εσύ; ρώτησε αυστηρά ο καπετάνος τον μάρτυρα.
— Τον είδα, καπτάνε μ'· έκοβα ξύλα και τον είδα που διάηκε ίσα στο μαγαζί του Γκόλφη.
— Μοναχός ήταν;
— Όχι· ήταν κι η Τασούλας.
Δεν ήθελε περισσότερα ο ανακριτής. Αμέσως έδωκε διαταγή στους στρατιώτες και σε λιγάκι κουβάλησαν στο μεσοχώρι όλο το συγγενολόγι του Πάλλα. Ήταν γέροντες και νέοι και μισόκοποι, όλοι όμως στιβαροί και μελαψοί άντρες. Άρχισε την ανάκριση. Οι κατηγορούμενοι έλεγαν πως έκοψαν τον πάγο από το δικό τους μαγαζί και το συγγενολόγι όλο τους υποστήριζε με όρκο. Ο Γκόλφης όμως κι ο Στέργιος έλεγαν τ' αντίθετα και τους υποστήριζαν οι άλλοι κι οι γυναίκες έπαιρναν από μακριά το μέρος τους. Η ανάκριση έτσι κατάντησε συζήτηση μεταξύ τους. Ήρθαν στα λόγια, έπειτα στις βρυσές και τ' αγριοκοιτάγματα κι ήταν έτοιμοι ν' αρπαχτούνε στα χέρια. Ο καπετάνος έλυσε το βούρδουλά του, ρίχτηκε στη μέση και τους αλώνισε. Έπειτα τους κάλεσε πάλι, διώρισε τρεις να πάνε στα μαγαζιά και να φέρουν την αλήθεια. Τέλος φώναξε δυνατά και αυστηρά:
— Λοχία Κοτρώτσο!
— Παρών!
— Τον Πάλλα και λοιπούς να τους κλείσης στ' αχούρι του παρέδρου. Δε
θα βγουν, αν δεν καθαρίσουμε την υπόθεση.
Το σπίτι της νύφης ήταν στο Μισακό Μαχαλά. Όλες οι ετοιμασίες του
γάμου έγιναν την περασμένη βδομάδα μυστικά, από φόβο των Παλλαίων.
Αφού όμως πάτησε το απόσπασμα στο χωριό, ζωηρέψανε· και τώρα που ο
Τασός κι οι συγγενείς του κλείστηκαν στη φυλακή, βγήκαν [στα] φόρα.
Το απομεσήμερο κινήσαμε να πάρουμε τη νύφη. Ο σύντροφός μου άφησε κάθε πόζα. Ο πατέρας της νύφης ήταν φίλος του Τσότρα, καθώς κι ο γαμπρός και κείνοι που κατηγορούσαν τώρα τον Πάλλα. Ήταν λοιπόν μεγάλο συννενολόγι κι έπρεπε να το περιποιηθή, για να κεντήση των άλλων τη ζήλεια. Προσφέρθηκε μόνος του να γίνη και κουμπάρος. Ο πατέρας πάλι του γαμπρού, για να τιμήση τέτοιον κουμπάρο, πήρε κι ένα μονόματο μουσικό, που γύριζε στα χωριά με το κλαρίνο του και σήκωνε τον κόσμο στο ποδάρι.
Όταν φτάσαμε στο σπίτι της νύφης, έπεσε μια πιστολιά· χαιρετισμός του συμπεθεριού. Έπειτ' ανέβηκαν όσοι χωρέσανε απάνω, έγινε το μυστήριο κι έπειτα από την άλλη ράχη γυρίσαμε πάλι στο σπίτι. Ξέχασα να ειπώ, ότι στο δρόμο οι στρατιώτες παράστεκαν με τα όπλα τους κι έριχναν κάθε τόσο κι από μια μπαταριά. Οι συγγενείς πήγαιναν να φρενιάσουν από τη χαρά τους. Ας έρθουν τώρα οι Παλλαίοι να φοβερίσουν. Καπετάνος στεφανώνει! στρατιώτες πυροβολούν! Πού ξανακούστηκε τέτια τιμή στο χωριό!..
Η νύφη αληθινά ήταν όμορφη. Μια ομορφιά αγροτική από κείνες που δίνουν βάση για δυναμωμένα παιδιά και βαθιά γεράματα. Και καθώς είχε στραβά τον κεντητό κεφαλοδέτη και το στήθος μεστωμένο και τους ώμους πλατείς, με τ' ασημάρματα και την κόκκινη φουστανοποδιά της, έλεγες πως ήταν ανθισμένη οξιά — όχι γυναίκα. Μα κι ο Γιώργης δεν ήταν χειρότερός της. Ένας λεβέντης ως εκεί πάνω! με το μαυρομάντιλο στο κεφάλι, με την κεντητή γκιούρντα, με τα μεγάλα γλυκά του μάτια ήταν να τον χαίρεται κανείς. Αληθινά, μόνον ο Γιώργης μπορούσε να κυβερνήση ένα θεοκόριτσο σαν την Ασημώ.
Έπειτ' από λίγη ώρα νύχτωσε. Μέσα στον χαμηλόν οντά, απάνω από τις μάλλινες απλάδες έστρωσαν το μεσάλι και κάθισαν γύρω οι καλεσμένοι. Ο μουσικός έπαιζε τώρα, για τιμή του καπετάνου βέβαια. το Λυγερόν και κοπτερόν σπαθί μου! Την απάνω θέση είχε ο κουμπάρος· δεξιά του καθότανε ο γαμπρός κι αριστερά του εγώ για παρακουμπάρος. Έπειτα καθόντανε γύρω οι υπαξιωματικοί κι οι άλλοι καλεσμένοι. Γυναίκα δε φαινότανε στον οντά και οι φίλοι του γαμπρού είχαν όλη την κυβέρνια της τάβλας. Έκοβαν το ψητό και το έριχναν μπροστά στον καθένα. Γέμιζαν τα ποτήρια κρασί κι έπειτα έφερναν γύρω την πλόσκα. Όταν έφταναν στην άκρη και δεν είχαν τόπο να περάσουν, γυρίζανε ξυπόλυτοι απάνω στο μεσάλι.
Άξαφν' ακούστηκε μια φωνή από κάτω:
— Ζήτου η Τσότρας !…
Παραξενεύτηκα. Γύρισα να ρωτήσω το σύντροφό μου, μα δεν έδωκε καθόλου προσοχή. Τον είδα μόνον να χαμογελάση, να στρίψη αρειμάνια το μουστάκι του και να κεντήση με το γόνα το γαμπρό.
— Ζήτου η Τσότρας!… ακούω πάλι.
Ήμουν έτοιμος να δευτερώσω το ρώτημά μου, όταν άκουσα τριποδισμό στη σκάλα κι είδα σε λίγο να φανερωθούν στον οντά ο λοχίας πρώτος και όλοι οι φυλακισμένοι κατόπιν του.
— Ζήτου η Τσότρας!… φώναξαν άλλη μια. Και στρώθηκαν κατάχαμα.
— Έτσι ρε παιδιά· είπε ο καπετάνος γελαστός· τώρα σας χαίρουμαι. Να είστε μονιασμένοι. Ένα είνε το χωριό, ένα να χετε και το κόμμα· στην υγειά σας!
Τα λόγια του αυτά, καθώς και κάτι άλλο, που μου σφύριξε ο υπαξιωματικός, με φώτισαν. Εκείνοι, που πήγαν για τον πάγο, είπαν, φυσικά, πως ο Τασός ζήμιωσε φοβερά τον Γκόλφη και το σύντροφό του. Αμέσως ο καπετάνος ετοιμάστηκε να τους στείλη όλους δεμένους στη Λάρισα. Μπορεί η τιμωρία τους να μην ήταν και τόσο μεγάλη. Μα ποιος ξέρει τι άλλες δουλειές θα φύτρωναν στη μέση; Χρέη στον ταμία για επιτήδευμα και ποινικά κι άλλα χίλια δυο, που μπορούσε να μην έβγουν ποτέ από τη φυλακή και να ξοδέψουν τα μαλλοκέφαλά τους. Το ξέρουμε δα! Εύκολα μπαίνει κανείς στη φυλακή, μα πολύ δύσκολα βγαίνει. Μπορούσαν όμως να τ' αποφύγουν όλα, αν πήγαιναν με το κόμμα του Τσότρα. Δεν ήταν και τόσο δύσκολη απόφαση και την έκαμαν γρήγορα. Δεν είνε καλό να τα βάνη κανείς με το Δοβλέτι.
Τώρα καθισμένοι στο τραπέζι έτρωγαν λαίμαργα. Στα πρόσωπό τους καμιά δε φαινόταν συγκίνηση. Μόνον ο Τασός φαινότανε κίτρινος σαν θειαφοκέρι και συλλογισμένος· μα ήταν, υποθέτω, από φόβο παρά από ντροπή.
Όταν τέλειωσε το τραπέζι και σηκώθηκαν να φύγουν, είδα τον αποσπασματάρχη να κράζη το Μήτρο Πάλλα και τον πατέρα του γαμπρού παράμερα.
— Τι θα τους κάμης: τον ρώτησα.
Και κείνος, περήφανος για τα κατόρθωμά του, μου απάντησε.
— Αύριο τους στέλνω στη Λάρισα στο νέο κομματάρχη τους.
ΤΑ ΤΥΦΛΟΠΟΝΤΙΚΑ
— Αμ που λες, έκαμα και γω γιωργός· είπε απότομα ο αγωγιάτης μου, εκεί που κατεβαίναμε από το Κισερλή στη Λάρισα. Μα σ' αφίνει, μαθές, ο Θεός να πας μπροστά!
— Γιατί; τον ρώτησα με απορία.
— Γιατί έτσι· να γιατί! Τι τα ήθελε τα τυφλοπόντικα, δε μου λες;
Καλά τ' άλλα, αμ τα τυφλοπόντικα;
— Ποια τυφλοπόντικα!
— Άι — χού!… δεν είσαι ντόπιος, λέω; ρώτησε με θυμό.
— Όχι.
— Αμ για τούτο. Δεν ξέρεις το λοιπόν εσύ τα κακά, που έχουμε μεις οι καμπίσοι! Είνε, λέει, πλούσιος ο κάμπος. Πλούσιος είνε, μα ποιος τον χαίρεται; Άκουσε και λογάριασε: Πρώτος Θεός σε μας είνε ο αφέντης· δεύτερος ο επιστάτης, ο μπιστεμένος τ' αφεντός σε όλα, στο δώση και στο πάρη. Έπειτα έρχεται ο αρχιφύλακας, που στέκεται ολοχρονίς απάνω από το κεφάλι σου και δεν μπορείς ούτε να βήξης. Βάλε έπειτα τους αγροφύλακες, βάλε και τα ζα. Ακόμη βάλε τα όρνια, που κλέφτουν το σπόρο πριν καλοκάτση στη γη, και τις ακρίδες, που τ' αφίνουν θερισμένο κι αθέριστο. Τώρα θα σου έλεγα να βάλης τον γιωργό, αν δεν είχαμε τα τυφλοπόντικα, που καλύτερους θεριστάδες δεν είδα ποτέ μου. Ίδια θερίζουν, ίδια τα βάζουν στις αποθήκες τους. Και τι αποθήκες! Βαθειά λαγούμια, που δε φοβάνται το διαβολότερο κλέφτη να τα βρη.
— Κι έρχονται κάθε χρόνο;
— Αμ αν έρχονταν κάθε χρόνο, θα βλεπες ζωντανούς ανθρώπους στη Θεσσαλία; Μια φορά ήρθαν στη ζήση μου και να από γιωργό αγωγιάτη με κάνανε. Μωρέ χρόνια και κείνα! Ανατριχίλα με πιάνει σαν τα θυμηθώ.
Ήμουνα που λες γιωργός στο Τατάρι, στου Οσμάναγα το χωριό. Άπονος ήταν ο αγάς, μα πλούσιο το χώμα του. Και στη χειρότερη χρονιά το ένα δέκα θα έδινε. Έρχεται, αφέντη μ', το Εξηντατρία. Να τη μια χρονιά το κάμα μέσα στου Μαγιού τις δροσούλες· στρωσίδι χάμου τα σπαρτά. Να την άλλη τα όρνια σύγνεφο στον ουρανό· μπροστά πήγαινε η σπορά, πίσω κείνα τ' άθεα! Σπόρο έριχνες και σπόρο δεν ήβρεσκες. Από τα ίδια σου τα χέρια τον άρπαζαν! Να έπειτα οι ακρίδες! μας τέλεψαν. Τρία χρόνια πέρασαν κι είπαμε το ψωμί — ψωμάκι. Ο αγάς μάς έδινε άχερο, ο αγάς σιτάρι. Τι σιτάρι; Την ήρα μας έδινε για σιτάρι!
— Και την τρώγατε;
— Τι να κάνουμε: Γι' αρρώστια ρωτάς; Το αίμα πήγαινε ποτάμι! Θέρος έπεσε σε ανθρώπους και σε ζα. Μου θέρισε και μένα δυο παιδιά. Αμ ποιος λογιάζει τα παιδιά; Όλοι τα ζα μας κλαίγαμε, που ήταν η μοναχή κυβέρνια μας! Σαν έχεις ζα, και παιδιά έχεις· αμ σαν χάσης τα ζα, έχασες και τα παιδιά σου. Τι θα τους δώκης να φάνε;
Ως τόσο ήρθε το Εξηνταέξι κι ανασάναμε. Η χρονιά καλή· ο Απρίλης ολόδροσος· τα χωράφια μεστωμένα. Κάτι ακρίδες φανήκανε στο Νεμπεγλέρ· νά σου και τ' αγιοπούλια αποπίσω. Ξέρεις, για μας τ' αγιοπούλια είνε σαν το Τόξο, που προμηνάει την καλοσύνη του καιρού. Προμηνούν και κείνα ευτυχισμένη χρονιά στο καθετί· στα σπαρτά και στα μποστάνια, στα ζωντανά και στα κλήματα. Μα στην αρχή του Μαγιού κάτι άρχισε να ψιψιλίζεται. — Μωρέ μίλα καλά· τυφλοπόντικα στο Βελεστίνο! Δε γένεται· δε μπορεί να γένη τέτιο πράμα! Αδύνατο Κανείς μας δεν ήθελε να το πιστέψη.
Αχ! τα μαύρα μαντάτα αλήθεψαν σε λιγάκι. Ο αφέντης έρχεται τρεχάτος από τη Λάρσα. — Φανήστηκε τίποτα στο τσιφλίκι; — Όχι ακόμη.
Μα στο Βελεστίνο, στο Κισερλή, στο Δερελή, στον Τούρναβο θέριζε άπονα το ποντίκι. Περίγυρα μας έζωνε το κακό! Τι να κάνουμε; Είπαμε να τα βαρέσουμε χλωροθέρι. Αμ τι τ' όφελος; Άμα θεριστή άψητο το σιτάρι, γένεται δαυλίτης, σταχτώνει και πάει στ' ανάθεμα. Το αφήσαμε για λίγες μέρες. Μπορεί να μας λυπηθή ο Θεός, είπαμε. Στ' άλλα τσιφλίκια τις περασμένες χρονιές, κάτι άφιναν, κάτι έπαιρναν. Εμείς δε σηκώναμε τίποτα. Ήτανε το λοιπόν δίκιο ν' αφήκη και μας απείραχτους εφέτος.
Μα πού ν' ακούση ο Θεός δίκιο — ξεδίκιο! Σε πέντε μέρες να σου τα. Σαν ξεφλουδίσανε και τις μουριές του Καζακλάρ, ρίχτηκαν λιμασμένα απάνου μας. Στη θωριά τους ξυλιάσαμε, σαν να βλέπαμε το Σατανά. — Να θερίσουμε, λέει ο αγάς· να το κόψουμε όπως — όπως, κάτι να σώσουμε. Τα στάχυα ήταν στριμμένα κι άστριφτα. Μα τι να κάνουμε; Μαζωνομάστε όλοι, τσιφτσίδες, κουλουξίδες, χαβελέδες, ακόμη και παιδιά και γυναίκες. Τροχούμε αποβραδύς τις κοσιές και [ξημερωνομάστε] στα χωράφια. Μα τ' ήταν εκείνο, Θε μου και Κύριέ μου! Τα χωράφια ολόγυρα ξεντυμένα· ούτε στάχυ, ούτ' άχερο, ούτε αθέρας πουθενά! Έπεσαν οι κοσιές από τα χέρια μας κι όλοι, από το μικρό ως το μεγάλο κι ο αγάς μαζί, γονατίσαμε κι αρχίσαμε τα στηθοκοπήματα!…
— Μα τόσο πολύ!
— Τόσο πολύ! Απίστευτο σου φαίνεται, ε; Δεν άκουσες, λέω, τι φτιάσανε του Αβδούλ Κερίμ πασά; Ήταν τα Κρητικά τότες. Ήταν πασάς στο Μουλαλίκι κι είχε πολλούς νιζάμιδες να πάη στην Κρήτη. Βγαίνει μια ημέρ' από τη χώρα να κάμη γυμνάσια στον κάμπο κι έμεινε τη νύχτα όξου. Μα βγαίνουν, εφέντη μου, οι ποντικοί, ρίχνονται στ' ασκέρι και τ' ανάγκασαν ολονυχτίς να μπη τρεχάτο στη Λάρσα.
— Μα δεν κάνατε τίποτα γι' αυτούς τους ποντικούς;
— Να κάνουμε; και τι να κάνουμε! Θεοποντή, σου λέω, ακούς· θεοποντή! Να τα σκοτώσουμε; πού να τα βρούμε; Μηγάρις φαίνεται κανένα την ημέρα. Πηγαίνεις όξου και βλέπεις όλα καλά· τα χωράφια ανέγγιχτα. Μα σαν πάρη και βραδυάζει, ο κάθε σβώλος ποντίκι γένεται· η γη τ' αναβρύζει από τα σωθηκά της.
— Και δεν ξεχωνιάζετε τη γη να τα βρήτε;
— Ουφ!… μη με σκας, αφέντη μ', να ζήσης. Λογιάζεις πως κάθουνται και σε προσμένουν; Τη γη όλη αποκάτω την έχουν κούφια. Βγαίνουν βράδυ στο Γκερλή και την αυγή διάβηκαν στον Τούρναβο με όλα τα στάχυα και τα σάλματα του χωραφιού. Ή μη θαρρείς πως είνε θεόρατα: Μια μπουκιά και ούτε· η ουρίτσα τους μόλις ξεχωρίζει· το κεφάλι τους πλατύ, σαν να το πάτησε κανείς διαβάτης κι απόμεινε· έχουν σταχτιά τη ραχοκοκκαλιά, άσπρα τα στήθια. Μα σου έχουν και κάτι δόντια, που νεροπρίονο δεν τα φτάνει. Μπρε και λιτανείες κάναμε και τ' Άγια Λείψανα φέραμε από το μοναστήρι της Πέτρας· μα τίποτα! Ήρθε καιρός να μάθουμε πως οι Τούρκοι γροικιόνται καλύτερ' από μας τους Χριστιανούς. Είδαν κι απόειδαν, που λες, κουβεντιάσανε οι μπέηδες στη Λάρσα, [μαζεψάνε] δεκαπέντε χιλιάδες γρόσια και στέλνουν δυο Τούρκους στην Ανατολή μέσα. Δεν ξέρω, στο Μπαγδάτι, στη Μέκκα, που τους έστειλαν δε θυμάμαι. Πάνε, και σε δεκαπέντε μέρες γυρίζουν μ' ένα νερό θαματουργό.
Μωρέ, τι γίνηκε, σαν έφτασε κείνο το νερό στο Βόλο! Πήγαμε όλος ο ντουνιάς, Τούρκοι και Χριστιανοί. Τι να κάνουμε; Ο πνιμένος από τα μαλλιά του πιάνεται. Να σωθούμε θέλαμε, να μη χαθούμε από την πείνα κι ανάβαμε κερί του Σατανά!… Παίρνει που λες ο Κουρά εφέντης το άγιο νερό· απόκοντα οι μπέηδες κι η αρχοντιά πεζοί και πίσω ο λαός με δαρμούς και μυρολόγια. Φτάνουμε στο Γκερλή, καθόμαστε λίγο κι έπειτα ίσα στη Λάρσα. Το φέραμε και τ' απιθώσαμε στο Χασάνμπεη τζαμί. Ε, θα πιστέψης ένα πράμα; Σε δυο ημέρες ούτ' ένα ποντίκι δεν έμεινε στον Κάμπο!
Και τι λες πως έγινε; Τ' ήταν εκείνο, Μωχαμέτη! Όλα τα όρνια της Ανατολής απάνου μας τρογυροφέρνανε. Λελέκια, κάριες, πελαργοί, κάθε λογής αγριοπούλια χτυπούσαν τις σαγονιές τους, που σ' έπιανε τρόμος να τ' ακούς. Κι έπεφταν, μωρέ μάτια μου, από ψηλά στα χωράφια με θυμό, σαν να ήταν δασκαλεμένα και ξεσκίζανε τα τυφλοπόντικα. Σε δυο ημέρες πάνε και κείνα στην ευκή σαν καλοί καματάροι.
Μα τι τ' όφελος; Τα τυφλοπόντικα πρόκαμαν και τελέψανε τη δουλειά τους· δε μας άφηκαν ούτε κλωνί. Τα χωριά του κάμπου ρημάξανε· οι φαμήλιες σκορπίσανε σαν του λαγού τα παιδιά. Άλλοι πήραν το Πήλιο, άλλοι τον Έλυμπο, άλλοι τα Χάσια κι άλλοι τη Γκούρα. Όπου γύριζες, απάνταινες άντρες παιδιά, γυναίκες να τρέχουν από πόρτα σε πόρτα διακονεύοντας το ψωμάκι. Τι χρόνια! Περάσαμε τους Κραβαρίτες στην κακομοιριά! Τότε και γω σύναξα το σπίτι μου, μπήκα στη Λάρσα, παράδειρα νά, κατάντησα αγωγιάτης. Δε σου λέω, βγαίνει και τώρα το καρβέλι· μα κάλλιο είχα τ' αλώνι κι ένα στρέμμα χωράφι στο Τατάρι. Κάθε που έρχεται ο θέρος ομπρίζ' η καρδιά μου σαν το Μάτι του Καραδερέ!… Μωρέ ντε!…
Και ο καραγκούνης, για να κρύψη τη μεγάλη του συγκίνηση, άρχισε να ξυλίζη αλύπητα το ζώο του.
Η ΠΑΤΡΙΔΑ
Στη Ρούμελ' είν' η Λεβεντιά
και στο Μωριά είν' η γνώση.
— Μωρ' εσύ σαι, Πέτρο;
— Γιωργάκη, εσύ!
Και με το σπιθοβόλημα των ματιών, που έδειχνε την ελπίδα της ψυχής· με την αποφασιστική ροπή, που φανέρωνε την ανυπομονησία των νεύρων· με το τρεμούλιασμα της φωνής, που πρόδινε της σάρκας τη συγκίνηση, άνοιξαν οργιές τα χέρια και ρίχτηκαν στην αγκαλιά ο ένας τ' αλλουνού. Και από τον τόσο λαό, που περνοδιάβαινε έξω στο λιθοστρωμένο δρόμο της Σπηλιάς: τους Εβραίους, που ξυπόλυτοι κουβαλούσανε τ' ασκιά από τα Τελωνείο· του ψωμά και του μανάβη και του κουρέα, που έκραζαν με ξεφωνητά τους πελάτες· του σαράφη, που μπροστά στο τραπεζάκι του έπαιζε τα τάλληρα, βασανίζοντας με τον ήχο και τη λαμπρότη τους τον αντικρινό μπαλωματή, κανείς ούτε πρόσεξε, ούτε ήταν ικανός να αισθανθή τη λαχτάρα, που είχαν στο αγκάλιασμά τους οι δυο φίλοι.
Εδώ και πέντε λεφτά πριν ο ένας δε γνώριζε τον άλλον. Ο Γιωργάκης Λαμπρόπουλος καθότανε ανάμεσα στις πραμάτιες του, στα στρώματα και τα σκοινιά, τις στοίβες των κεφαλοτυριών και τους σωρούς των γυαλικών, τους ώμους στηρίζοντας στην κάσα του, το κεφάλι μισογυρμένο, τα μάτια μισοκλεισμένα, κάτω από την πλέχτρα των σκόρδων και του κεράτου, σαν πολεμιστής ανάμεσα στις δάφνες της νίκης του, κάτω από την αγαπημένη του σημαία. Καθώς όμως πάτησε στο κατώφλι ο Πετρολέτσος ψηλός, λεβεντόκορμος, ξεσαλιάρης μα μεγαλόπρεπος, ζητώντας ένα οβολό τυρί να κολατσίση, σαν να πλάκωσε ο ίσκιος του τον μπακάλη, σήκωσε το κεφάλι και η φωνή συγκλώνισε για μιας τ' αποκαρωμένα νεύρα του. Σαν αστραπή πέρασε στο νου του η υποψία πως κάπου τ' απάντησε το πρόσωπο εκείνο, κάπου την άκουσε κείνη τη φωνή, πως τ' αγάπησε άλλοτε κείνο το κορμί. Η φαντασία του άρχισε να πλέκη την κλωνά της φωτεινή στα περασμένα, παντού ψηλαφώντας και πασπατεύοντας, στα κλώσματα και τα παραστρατίσματα της εβδομηντάρικης ζωής του. Νεκρούς ξέθαψε από τα μνήματα, ξανάνιωσε γερόντους, έσυρε σε λύπες και σε χαρές, σε φιλίες και σ' έχθριτες, σε γάμους και σε νεκροπομπές. Μα δεν κατώρθωσε άλλο παρά να ζαλιστή και να πονέση για τα χρόνια που έφυγαν, για τα παθήματα που τον ήβραν.
Άξαφνα πέταξε μπροστά του ξαθομούστακος και γαλανομάτης παλληκαράς, ο Πετρολέτσος, ο φίλος του, ο αδερφός του! Και τώρα ανάμεσα στο μαγαζί οι δυο φίλοι, ψαρομάλλιδες, σαρακοφαγωμένοι, σφιχταγκαλιάζονται και γλυκοφιλιώνται με τα δάκρυα βροχή στα μάτια.
— Μωρ' εσύ 'σαι, Πέτρο;
— Γιωργάκη, εσύ!
Τέλος χωριστήκανε κι ο ένας κοίταξε τον άλλον με περιέργεια. Μεγάλη απορία ζωγραφήθηκε στα πρόσωπά τους, σαν να μη μπορούσαν να καταλάβουν πώς έγινε κι από τα σπαρταριστά νιάτα γκρεμίστηκαν για μιας στ' άχαρα γεράματα.
— Καημένε, γεράσαμε! είπε αργοκουνώντας το κεφάλι ο Λαμπρόπουλος.
— Γεράσαμε κι αλλάξαμε! πρόσθεσε ο Πετρολέτσος πικραμένος. Σωστός
Κορφιάτης μου φαίνεσαι.
Και σφουγγίζοντας με το μανικοπουκάμισο τα δακρυά του, κοίταζε και ξανακοίταζε το φίλο του, σαν να ζητούσε κάτω από το βαρύ εκείνο σώμα, το στρογγυλό κεφάλι, τα κρεμαστά φρεσκοξουρισμένα μάγουλα, και τον παχύ λαιμό, το λυγερό παλιό του σύντροφο σαν να ζητούσε κάτω από την υγρή και σουρτή μιλιά ν' ακούση τους στρογγυλούς μωραΐτικους ήχους· σαν να ήθελε να ιδή τον αλαφρό αέρα του κορμιού και των ματιών το σπιθοβόλημα και το διαβολικό γοργό παίξιμο του προσώπου, κάτω από το νυσταγμένο πρόσωπο ενού Κορφιάτη νοικοκύρη.
— Μωρ' εσύ 'σαι ο Γιώργος, που τα βαλες μ' όλους τους κοντοστάμπελους στην Οβριακή! φώναξε δυσκολόπιστος.
Ήρθε στο νου του άξαφνα η πρώτη φορά, που γνωριστήκανε μέσα στη Οβριακή, στο φοβερό καυγά. Ο Πετρολέτσος από μικρός στο νησί, όταν ο πατέρας του πέρασε συφάμελος από τ' Αργυρόκαστρο, φεύγοντας τη λύσσα του Αληπασά· ο Λαμπρόπουλος φευγάτος από τον Κάμπο της Γαστούνης για να γλυτώση από τους μαχαιράδες του δημογέροντα, ήταν αδύνατο να γνωριστούν στον ξένον τόπο, που τον έσφιγγε και κείνον τον Σουλτάν Θωμά η αλύγιστη παλάμη. Μα όσα φέρν' η ώρα δεν τα φέρνει όλος ο χρόνος. Ο Μωραΐτης στον καυγά εκείνο έδειξε φοβερή παλληκαριά. Ξαρμάτωτος, μ' ένα πόδι σκαμνιού στο χέρι ρίχτηκε στην αρματωμένη εξουσία, άνοιξε κεφάλια, τσάκισε κόκκαλα και τέλος τους σκόρπισε όλους. Ο Ρουμελιώτης από φυσικό του σεβασμό στην παλληκαριά, έκρυψε το Μωραΐτη στο μαγαζί του, χωρίς να συλλογιστή πως αν τον έβρισκαν, θα στέλνανε και κείνον στην κρεμάλα. Κατώρθωσαν όμως να μην ανακαλυφτούν κι έμειναν αιματωμένοι οι κοντοστάμπελοι και φίλοι αχώριστοι οι δυο νέοι. Μα τώρα πώς μπορούσε να πιστέψη ο Πετρολέτσος ότι το πιθάρι που κάθεται μπροστά του είνε κείνος ο παλληκαράς; Και πάντα ίδιος, όπως στα νιάτα και στα γεράματα, ετοιμάζεται να σωριάση θαυμαστικά για το ανδραγάθημα εκείνο. Η παλληκαριά όσα χρόνια κι αν περάσουν δεν παλιώνει.
Μα ο Λαμπρόπουλος του έκοψε τη φόρα:
— Ας τα τώρα, περάσανε· είπε. Παλαβομάρες παιδιάτικες· όλο παλαβομάρες!… Και συ πώς βρίσκεσαι; τι γένεσαι;
— Α! είπε με αδιαφορία μεγάλη· βουκόλος γυρίζω… Αμ' εσύ;
— Έχω τάλλαρα!…
— Τι λες! αλήθεια; φώναξε ο Πετρολέτσος με χαρά. Μπράβο! Μα πώς,
μωρ' αδερφέ, πώς!…
— Πώς; με αγώνες και κόπους… Για φαντάσου πόσα χρόνια είνε που
χωρίσαμε!
— Θυμάμαι και γω!… Σαν έφυγα για τον πόλεμο εσύ πουλούσες σαπούνι
στα καντούνια.
— Τι καλά που δε σε άκουσα να έρθω μαζί σου! Τι απόχτησες με τα
τρεχάματά σου; Πες μου· έχεις τίποτσι;
— Μπα· ό,τι φορώ κλέφτη δε φοβάμε.
Και μ' ένα βεργολύγισμα περήφανο, που δε θα το έκανε χρυσοφορεμένο βασιλόπουλο, έδειξε ο Ρουμελιώτης τα τρυπημένα του γουρνοτσάρουχα, τις ξηλωμένες κάλτσες του, τη λερή και ξεσκλισμένη φουστανέλλα του· τα ξεφτισμένα μεϊντανογέλεκα και το λιγδωμένο φέσι του. Έδειξε ακόμη στη μέση του το σιλάχι μαύρο, καταζαρωμένο, με το ξύγγι απάνω του σαν λέπια ψαριού, με το μαυρομάνικο λάζο μέσα και δυο — τρεις αλυσίδες, που βαστούσανε δεξιά τον ασημοσουγιά κι ένα λουρί μισολυωμένο αριστερά με τρεις τοκάδες — μοναχή αρματωσιά και στολίδια του.
— Και βαστιόσουνα καλά σαν έφυγες· είπε κουνώντας το κεφάλι ο Λαμπρόπουλος. Το ψωμάδικό σου στην Πόρτα Ριάλα έκανε δουλειά· είχες ούλη την Οβριακή απάνου σου. Αν βάσταγες κεφάλι, τώρα θα είχες μηχανές και θα τάιζες ούλη τη χώρα. Ψεσινός άθρωπος ο Μεϊντάνης κι έχει εκατομμύριο!…
— Και δε θα χανα τους γονιούς μου!… πρόσθεσε ο Πετρολέτσος, στυλώνοντας το βλέμμα στον κούφιον αέρα, σαν να διάβαζε τα περασμένα.
— Οι γονιοί σου! φώναξε ο Λαμπρόπουλος, οι γονιοί σου! Διακονιά βγήκανε! Το ξέρεις που βγήκαν διακονιά!… Ακούς ο Πετρολέτσος διακονιά! Ακούς η βαφτισημιά του Τζαβέλλα διακονιά!… Και στο τέλος ο πατέρας σου γύριζε παλαβός στο Μαντούκι, μπαίγνιο του κόσμου κι η μάννα σου έπεσε στη Γαρίτσα και πνίγηκε…
— Σώπα για όνομα Θεού! σώπα!… είπε ο Πετρολέτσος, κουνώντας τα χέρια και γυρίζοντας τα μάτια, λες κι ήθελε να διώξη φοβερό φάντασμα.
Μα ο Μωραΐτης, σα να τον έπιασε ο πειρασμός εκείνος της φυλής του να γελάση με την απελπισία του άλλου, να φανή πως είνε έξυπνος, πως όλα με την τσαχπινιά του τα καταφέρνει και πως οι άλλοι χαντακώνονται σε φαντασίες μόνον, άρχισε με περισσότερο θυμό:
— Τι τσώπα, μωρέ, τι τσώπα! Α δα δε σου τα λεγα, ο κακόρκος, από τότες; — Μωρέ, κάτσε και τήρα τη δουλειά σου! Καλά καθόμαστε δω· λευτεριά έχουμε με τσ' Εγγλέζους.
— Μα τ' αδέρφια μας… η Πατρίδα.. —
— Τι Πατρίδα; Πού σε είδε σένα η Πατρίδα; Πού την ξέρεις; Τάισε τσου γονιούς σου που πείνασαν;… Εσένα σε τάισε!… Μα να ειπής ήταν και το μυαλό — παιδιάτικο μυαλό! Πρόσθεσε μαλακώτερα ο Μωραΐτης. Να, εγώ που σου μιλώ έτσι, δε μπήκα στο καράβι με τσου Παργινούς να κατεβώ στη φωτιά;
— Α! έκαμε ο Πετρολέτσος, κοιτάζοντας το φίλο του κατάματα, σαν να έλεγε: Βλέπεις; Δεν έχω άδικο· η πατρίδα πάντα πατρίδα είνε· πονιέται!…
Ναίσκε· εξακολούθησε κείνος χωρίς να τον προσέξη· πήγε τότενες ο Κυριακούλης να βαρέση τσοι Αρβανιτάδες στο Φανάρι και πήγαμε να τσου δώκουμε βοήθεια. Μα ώστε να φτάσουμε κει τελείωσε ο πόλεμος. Οι Μανιάτες με το λείψανο του Κυριακούλη κατεβήκανε στο Μισολόγγι κι οι Αρβανιτάδες αφέντευαν σ' όλο το περγιάλι. Τότενες οι Παργινοί είπαν να κατεβούμε στο Μισολόγγι· μα εγώ κατάλαβα πως δεν ήμουν για πόλεμο και πέρασα ολονυχτίς στσου Παξούς. Από τότενες ήβρα την τύχη μου…
— Τότε που λες έκανα και γω τον πρώτο μου πόλεμο· τον έκοψε ο Ρουμελιώτης. Βαρέσαμε τους Τούρκους στο Μωριά. Ήταν άμετρη Τουρκιά και λιγοστοί εμείς, μα διαλεγμένοι. Βαστάξανε καλά οι οχτροί, στο τέλος τσακίσανε… Όρε, μάτια μου, θέρο που στον κάναμε!
Κι έριξε τα μάτια του μακριά πύρινα, λες κι ήθελε να φωτίση τα περασμένα. Είχε τα δασά του φρύδια σμιχτά· έσκαζε το ρουθούνι σαν να μυριζότανε τη μπαρούτη της μάχης· κουνούσε τα χέρια σαν να έδινε ζερβόδεξα σπαθιές θανατοφόρες κι έβλεπε τώρα να φεύγουν τους οχτρούς και νικήτριες την Πίστη και την Πατρίδα. Τα λόγια του φίλου του, το Φανάρι, ο Κυριακούλης, οι Αρβανίτες, λόγια αλησμόνητα στη ζωή του, γιατ' ήταν της ζωής του τ' όνειρο, στέγνωσαν ευθύς τα δάκρυά του, έδιωξαν από τα φυλλοκάρδια του το φαρμάκι και τον φέρανε πάλι στην πρώτη του θέση, που δεν ήθελε ν' αφήση παρά νεκρός.
Μα ο Λαμπρόπουλος, κλωθογυρίζοντας κι αυτός στα περασμένα, περήφανος για το κατόρθωμά του, εξακολούθησε χωρίς να τον προσέξη.
— Στσου Παξούς, που λες, ήβρα δυο καλούς συντρόφους. Άξιοι αθρώποι! Δε χάνονταν σε λόγια. Βρίσκουμ' ένα καϊκάκι και τραβούμε στα σκαλώματα του Μωριά και στα πόρτα τση Ρούμελης. Εκεί μας βοήθησε η τύχη στα γερά! Ήβλεπες στους έρμους κάβους και στα περγιάλια γυναίκες, άντρες, παιδιά, κατατρεγμένους από το τούρκικο ασκέρι. Άμα μας αγνάντευαν, αρχινούσαν τα σενιάλα να τους πάρουμε, να τους περάσουμε στα ξερονήσια του Κάλαμου. Κι έδιναν ό,τι είχαν: δαχτυλίδια διαμαντένια, ζουνάρια αξετίμωτα, μεταξωτά και λαχούρια, ό,τι άρπαξαν από τα σπίτια τους στην ώρα του φευγιού, τάδιναν ούλα για να σωθούν από το λεπίδι, από τη σκλαβιά και την ατιμία. Δε λέω πως δεν κάναμε κι αδικιές· χωρίς αδικιά βιος δε γένεται. Το καϊκάκι μας δεν έπαιρνε πολλούς και μεις βάναμε διαλεόνα. Μπαρκάραμε πρώτα εκείνους που έδιναν τα πολλά, κι αν έμενε τόπος, μπαρκάραμε κι από τη φτώχια· είτ' αλλιώς βουλώναμε τ' αφτιά μας στα μυρολόγια τους και κάναμε πανιά. Πολλές βολές θυμούμαι, πλάκωναν άξαφνα οι Τούρκοι και βλέπαμε τους έρμους να σκροπάνε και να γκρεμίζωνται από τους βράχους στη θάλασσα για να μας φτάσουν· να μας απλώνουν τα παιδιά τους στην ώρα, που βυθιζόντουσαν στα κύματα… Μα πολλουνώνε σώσαμε τη ζωή…
— Εγώ πήρα ζωές· μα τούρκικες ζωές! Έσπειρα κουφάρια στο διάβα μου, που χορτάσανε τα πετεινά κι αντρείεψε η γη μας… Μα δεν το πήρα τ' αλλουνού το πράμα. Ό,τι πήρα, το πήρα δίκαια, με το σπαθί μου!
— Κι εγώ δίκαια το πήρα. Στο Μισολόγγι…
— Έκαμες στο Μισολόγγι;
— Ναίσκε· έκαμα στους δυο μπλόκους και στην έξοδο.
— Μωρέ, τι λες! Εγώ τότες ήμουνα με τον Κώστα Μπότσαρη κι ήρθαμε γυρεύοντάς σας… Μωρέ, πες μου τ' αδέρφι, πολέμησες στο πλάι του Σιαδήμα! Είδες πώς γλύτωσε ο Μακρής· πώς χάθηκαν τα γυναικόπαιδα, πώς σκοτώθηκε ο Ραζικότσικας;
Ο Ρουμελιώτης, όπως όλοι του καιρού του, έτρεφε άλλου είδους θαυμασμό στου Μεσολογγιού την ιστορία. Έγιναν κι άλλες μεγάλες μάχες, μακελειά φριχτά στον πικρόν εκείνον εννιαχρονίτικον αγώνα· δοξαστήκανε κι άλλες πολλές φορές τα ελληνικά όπλα· μα ό,τι έγινε στο Μεσολόγγι, το νόμιζαν κάτι εξαιρετικό και κείνους, που πολέμησαν εκεί, τους πίστευαν θεούς. Τώρα εκεί που άρχιζε ν' αηδιάζη το Μωραΐτη, με μιας όλα τα λησμόνησε μπροστά στη σκέψη πως είνε αγωνιστής του Μεσολογγιού. Μα ο Λαμπρόπουλος γέλασε δυνατά.
— Τίποτσι δεν είδα' αποκρίθηκε με απάθεια. Είδα μονάχα που ήφερναν την άλλη μέρα τις Μεσολογγίτισσες αρμαθιασμένες στ' αράπικο στρατόπεδο!..
— Μώρ' με τους Τούρκους ήσουνα!
— Κιαμέ; Έδινα χούφτα καπνό στους Αρβανιτάδες, χούφτ' αφιόνι στους
Αραπάδες κι έπαιρνα χούφτα μάλαμα και χούφτ' ασήμι.
— Ου να μου χαθής! βροντοφώναξε με αηδία ο Πετρολέτσος.
— Να χαθώ; Εσύ χάθηκες, κακόρκε, με τα μυαλά που χες!… Τη βλέπεις
τούτη την καδένα; δεύτερη δε βρίσκεται στον κόσμο. Την πήρα για μια
Μισολογγιτοπούλα, που πούλησα στον πρόξενο της Αούστρίας στο
Τσηρίγο.
Ο Πετρολέτσος πήγαινε να φρενιάση από θυμό. Η ξετσιπωσιά του Μωραΐτη έφερνε το αίμα στα μάτια του και δυο — τρεις φορές σκέφτηκε να του στρίψη το καρύδι, για να πάψη να λέη τις ατιμίες του. Άξαφνα χωρίς λόγο, βράζοντας από γεροντικό θυμό, σήκωσε βιαστικά το δεξί μανίκι κι έδειξε στο μπράτσο του μια φοβερή σπαθιά.
— Τη βλέπεις τούτη; φώναξε φέρνοντάς το στα μάτια του Μωραΐτη· είνε σπαθιά! Την πήρα στο Κερατσίνι με τον Καραϊσκάκη. Ήμαστε λίγοι, στα δάχτυλα, όπως πάντα, κι οι Τούρκοι άμετροι. Με την πρώτη μπαταριά σκοτώνετ' ο Μπαϊραχτάρης: — «Πετρολέτσο, δικό σου!» φωνάζει ο καπετάνος, με τον κόκκινο ντουλαμά του λάμποντας σαν Άη Γιώργης απάνω στ' άλογό του. Με το λόγο τ' άρπαξα κιόλας. Μας έμπλεξαν εκεί, μας ζώσανε απ' ολούθε, μας στρίμωξαν σε μια φράχτη, μας πήραν τις πλάτες… Κολύμπησα στα αίματα, αχ το γλύτωσα το μπαϊράκι…
— Και τι απόχτησες; Πού είνε το σπίτι σου; Πού είν' οι γονιοί σου, πού είν' η φαμίλια σου;… Δε χάφτω μίγες εγώ, ακούς! Δε χάφτω μίγες!… Σαν τέλειωσε ο πόλεμος, γύρισα φορτωμένος εδώ. Μάζωξα τους γονιούς μου από τα Καλύβια και τους έβαλα αφεντάδες. Την αδερφή μου τη Ρήνη — θυμάσαι που της έκανες τα γλυκά μάτια κι έλεγα να σε κάμω γαμπρό; — την πάντρεψα με τιμές και δόξες και ζη αρχοντικά στον Πέλεκα. Εγώ παντρεύτηκα και πήρα μια κοντέσα. Ετούτο το σπίτι δικό μου είνε και τ' άλλο στα Μουράγια δικό μου και στη Σπιανάδα το ψηλό πάλε δικό μου. Εκείνος ο σαράφης είνε γιος μου, ο Νικολάκης· ακούς πώς παίζει τα τάλλαρα στο χέρι σαν να παίζη κομπολόι; Τον άλλο, το δικηγόρο θαν τον κάνουμε βουλευτή· ετούτο το μαγαζί το κρατεί ο μικρότερος. Το μεγάλο λιοτρίβι στη Γαρίτσα· ένα λιοστάσι στους Άγιους Δέκα, μια περβόλα στον Ποταμό, όλα δικά μου!…
Ο Ρουμελιώτης χολοταράχτηκε. Στην ορμητική κουβέντα του φίλου του είδε να συνεπαίρνωνται όλα του τα αισθήματα, όπως κάτω από το κατρακύλιμα του νερού ξεριζώνονται και τρίβονται και αφανίζονται τα δροσερά πολυτρίχια του βράχου. Και στη θέση τους ένιωσε να φυτρώση και να τον ενοχλή μια απορία πρωτόφαντη. Να αυτός, να κι ο φίλος του. Εκείνος αναπαύεται στους κόπους της νιότης του, τιμημένος από τον κόσμο, ευλογημένος από τους γονέους του, αγαπημένος από τους συγγενείς του. Προσμένει το θάνατο ήσυχος. Χέρια παιδιών θα του κλείσουν τα μάτια· μύριοι θα συναχτούν γύρω στο λείψανό του, να τον κλάψουν ειλικρινά και να βλογήσουν τη μνήμη του. Κι αυτός, που δεν αφιέρωσε ούτε ώρα της μακρινής ζωής του στη φροντίδα του εαυτού του, γυρίζει τώρα δίχως το τίποτε, περιφρονημένος από τον κόσμο, καταραμένος, βέβαια, από τους γονέους του, αποριμμένος από τους συγγενείς του. Και όταν κλείση τα μάτια, θα πάη σαν το σκυλί στ' αμπέλι. Ποιος λοιπόν είνε ο ίσος δρόμος, Θεέ μου!
Άξαφνα ο ερεθισμένος του λογισμός ύφανε εμπρός του εικόνα ολοζώντανη. Μια ασπροφόρα, με κορμί και πρόσωπο αγγελοκάμωτο, στεκότανε κοντά σε μια μεγάλη φωτιά. Γύρω στη φωτιά λίγος, μα εκλεχτός κόσμος ερχόταν κι έριχνε μέσα πλούτη, ονόματα, γονέους, παιδιά, αδέρφια, αγάπες, πόθους, όνειρα, φιλοδοξίες, πάθη. Η φωτιά τ' άρπαζε όλα, τα κατάπινε σαν φάρυγγας θεριού. Και η παρθένα με το πλάνο της χαμόγελο και το αυστηρό της βλέμμα, τους ζητούσε κι άλλα, «κι άλλα!» τους φώναζε πεισματάρα, απαιτητική, αχόρταγη. Και κείνοι, αφού έριχναν ό,τι κι αν είχαν μέσα, δίχως πίκρα, δίχως θυμό, έπεφταν τέλος κι οι ίδιοι και χάνονταν εκεί, όπως έσβυσε και χώνεψε πριν κάθε χαρά τους και κάθε τους απόχτημα. Και κάτι του έλεγε μυστικά πως η παρθένα, η λάμια η αχόρταγη, ήταν η Πατρίδα. Ανυπόμονα έριξε τα μάτια περίγυρα να έβρη την ελπίδα, την ανταπόδοση να βρη σε κείνο τ' ολοκαύτωμα· τίποτα!
— Έχεις δίκιο… δίκιο έχεις! εψιθύρισε με δακρυσμένα μάτια, με στήθος βαρύ, λες και καθότανε η Μόρα απάνω του.
Μα σύγκαιρα είδε την κόρη να τον κοιτάζη κατάματα και με το χέρι της να δείχνη μακριά. Γύρισε εκεί ο Πετρολέτσος κι είδε μια χώρα μεγάλη. Και μάντεψε αμέσως πως ήταν η Ελλάδα, ελεύθερη πέρα — πέρα, δοξασμένη, λαμπροφώτιστη. Είχε πρωτεύουσά της την Πόλη την Εφτάλοφη και λατρευτό ναό της την Αγιασοφιά. Του Κωσταντίνου τον τάφο άγιο λείψανο και των κλεφτών τ' αρμούτια φυλαχτάρια της. Και ήταν ο στρατός της τρόμος της γης και φρίκη της θάλασσας ο χιλιάρμενος στόλος της και δόξα της Δημιουργίας ο λαός της, ο ημίθεος! Μονώρας ένιωσε μια μυλόπετρα να κυλά από πάνω του· τα πύρινά του αισθήματα τ' απείκασε να χύνωνται πάλι και να ξανάφτουν το αίμα του. Να τη λοιπόν την ελπίδα και την ανταπόδοση!… Πήδησε αγέρωχος, αυστηρός, όπως την ώρα που στο Κερατσίνι αγωνιζότανε με τους οχτρούς για το μπαϊράκι και στο «τι απόχτησες» που του πρόβαλε μ' επιμονή ο Μωραΐτης,
— Την Πατρίδα μου! φώναξε χτυπώντας τα στήθη του δυνατά.
Ο Λαμπρόπουλος στην απροσδόκητη απάντηση έμεινε άλαλος. Ο Πετρολέτσος φαντάστηκε να στείλη και δεύτερη μπαταριά, να σαρώση τα κακομοιριασμένα λείψανα του οχτρού. Με φωνή μεγάλη, αφεντική, σαν να μιλούσε από μέρος όλου του λαού του Εικοσιένα, του αδικημένου και αμνημόνευτου, ξαναφώναξε πιο δυνατά.
— Ναι· έκαμα την Πατρίδα μου!
Η ΣΜΥΡΝIΑ
Περπατούσα μ' ένα φίλο μου στην πλακοστρωμένη ακρογιαλιά της Σμύρνης. Περπατούσα κι έβλεπα, αισθανόμουν κι αναγάλλιαζα. Όλες οι αίσθησες, οι πέντε γνώριμες στον πρωτόλουβο άνθρωπο κι οι νιες, που τώρα φανερώνονται με το ξετύλιμα του είδους, όλες έχασκαν ν' αποθηκέψουν στην ψυχή κάθε φανερό και κρυφό, για να κάμουν την αμβροσία της. Ολόγυρα προβαίνανε της αγέραστης Ιωνίας τα βουνά καλογραμμένα, το ένα πίσω από τ' άλλο, το άλλο ψηλότερο από τ' άλλο, ως που κατέβαιναν σε ακρωτήρια ήμερα και λούζονταν στα ξάστερα νερά.
Κάτω περικλεισμένος ο κόρφος με το λιμάνι γεμάτο από κάθε λογής πλεούμενο, από καπνοδόχους και καπνούς, από σκοινιά και κατάρτια, μόλις έδειχνε το καθρέφτισμα τ' ουρανού. Μπροστά με τα ψηλά χτίρια και τους ανθοσπαρμένους κήπους της ξετυλιγόταν η ακρογιαλιά πέρα — πέρα κάτασπρη. Κι απάνω της, όπως παρθένα χώρα στέλνει με τα ποτάμια της στη θάλασσα, στου άνθρωπου τη γνώση τ' αφάνταστα πλούτη της, έχυνε κι η Σμύρνη απ' τα στενοσόκακα, της μύριες ομορφιές που ανατρέφει στα σπλάχνα της! Και σαν να ήμουνα σε μουσείο ζωγραφικής, έβλεπα αρμονικό ανακάτωμα από φορέματα και χρώματα και λυγερά αναστήματα και μαλλιά μαύρα, ξανθά και καστανά, χείλη κοραλλένια και μάτι' αθάνατα, που λάμπουν, καθώς λάμπουν σε πέπλο αρχοντικό τα διαμάντια και τα ζαφείρια.
— Διές και το παλιάλογο, μου λέει άξαφνα ο σύντροφός μου. Το χουν για το θηριοτροφείο.
Αληθινά, στο δεξί φρύδι του δρόμου ήταν ένα παλιάλογο και κοντά ένας ξερακιανός χωριάτης κρατούσε το χαλινάρι του. Μα το ζώο είχε τέτοιο χάλι, που μολογούσε ότι κι ελεύθερο αν μείνη, ανάκαρα δεν έχει να κινηθή. Έσκυφτε κάτω με τ' αφτιά ριγμένα, τα μάτια σφαλιστά, τα ρουθούνια βρώμικα· η κοιλιά χώνευε στα πλευρά του· η ραχοκοκκαλιά, τα καπούλια, οι γοφοί, ο λαιμός, τα γόνατα, οι αρμοί όλοι φαίνονταν ξεκλειδωμένοι. Η ουρά του σπανή κι άπαστρη έπεφτε ανάμεσα στα πισινά του, ανίκανη να κινηθή για να διώξη τις χαλκόμυγιες. Τα κρέατά του έλεγες πως θα ρέψουν κάτω, όπως ρέβουν το χυνόπωρο τα μαραμένα φύλλα κι αφίνουν γυμνό και άσκημο το δέντρο. Αυτό το χάλι του κρατούσε γύρω κάθε τάξης και ηλικίας διαβάτη κι έλεγε καθένας το λόγο του και την αστεία του σκέψη.
Στάθηκα και γω με το φίλο μου· όταν, δεν ξέρω πώς, τα μάτια μου έπεσαν σ' ένα παραθύρι του αντικρινού σπιτιού. Ανάμεσ' από τα γυαλιά και τις κάτασπρες κουρτίνες, κόρη όμορφη και μαυρομάτα έβλεπε με προσοχή. Τα μαλλιά της κατάμαυρα, στη μέση χωρισμένα, έπεφταν δαχτυλίδια άταχτα στο φιλντισένιο μέτωπο και στα μελίγγια, στα ριζάφτια, πίσω στο χαριτωμένο της λαιμό κι έδιναν όψη άγουρου στο πρόσωπό της, που είχε το χρώμα δροσερής μοσκιάς. Και φανέρωνε θλίψη μεγάλη για κείνο το παλιάλογο. Μα τη θλίψη και την ψυχοπόνια, που φανέρωναν τα μάτια της, πως να την ιστορίσω; Μου φάνηκε πως έβλεπα τ' αθάνατο νερό να κυλάη από τα μάτια εκείνα, να περνά το γυαλί, να κατεβαίνη· θεϊκό χάρισμα στ' άλογο και να το περιχύνη απολούθε. Το είδα, λέει, να ποτίζη τα φυλλοκάρδια, να του δυναμώνη τα νεύρα, να του γυαλίζη την τρίχα, να του ξανάβη το θυμό. Και πίστεψα πως θα ιδώ να λαχτίση άξαφνα τη γη, ν' ανεμίση τη χήτη του, να ορθολυγίση την ουρά, να τινάξη το κεφάλι και με βαθύ χλιμίντρισμα να τρέξη στα λιβάδια πέρα, γαύρο κι αδάμαστο.
Παρέκει, ανάμεσα σε δυο χτίρια, ήταν μια φράχτη ψηλή από σανίδες. Απάνω στις σανίδες και γύρω στους τοίχους, χρωματιστές ρεκλάμες έλεγαν το τι γίνεται κάθε δειλινό πίσω αποκεί. Πόσων ειδών άγρια θερία είναι κλεισμένα· πως ο θεριοδαμαστής με τη θεατρική του φορεσιά μπαίνει, κρατώντας το βούρδουλα και το πολύκροτο στο χέρι και πως κατορθώνει να τα τρομάζη μόνον με τις ματιές του. Και θαρρείς, για να βεβαιώνουν τα λόγια τους, έρχονταν κάποτε φωνές και χτύποι και βρουχήματα, που έκαναν τους διαβάτες ν' ανατριχιάζουν. Μα ο χωριάτης αδιάφορος, κρατώντας πάντα το χαλινάρι στο χέρι, παζάρευε με τον εργολάβο το πράμα του. Από τα λόγια τους, από τ' αγριοκοιτάγματά τους φαίνονταν που παλαίβανε ποιος να γελάση τον άλλον.
— Εμ' αν είνε να τα πλερώσω τόσο, δεν παίρνω καλύτερα ένα βώδι; έλεγε ο εργολάβος γυρίζοντας τα κρύα ματάκια του γύρω στο λαό, να πάρη τάχα τη γνώμη του. Αν πάρω το βώδι, δε θα χω τουλάχιστο το φόβο να μου αρρωστήσουν τα θεριά, που μπορεί ναν το πάθω μ' αυτό το ψωφήμι.
— Ετούτο ψωφήμι; καλά, μπράτιμε! φώναξε ο χωριάτης αγαναχτώντας, που κατηγορήσανε το ζώο του. Το βλέπεις πιστεύω και δεν είν' ανάγκη να σου ειπώ, πως τ' άλογο έχει ψυχή να ζήση χίλια χρόνια. Μα τι να του κάνω που σακατεύτηκε στον αραμπά.
— Ρε ποιος σε ρωτάει για την ψυχή του! Τι να την κάμω γω την ψυχή; Κρέας έχει; Εγώ θέλω να χορτάσω τα θεριά μου· είπε ο εργολάβος με ολοφάνερη πείνα στα μάτια.
Εκεί που παζάρευαν εκείνοι, σήκωσα πάλι τα μάτια μου στο παραθύρι. Η λυγερή ήταν ακόμη εκεί, πάντα θλιμένη και πονετική. Τα μάτια της όλο και θόλωναν· τα μάγουλά της πότε άσπριζαν, πότε κοκκίνιζαν· το μεστωμένο στήθος της ανεβοκατέβαινε και το χνώτο της θάμπωνε το γυαλί όσο που την έχανα. Έχανε όμως και κείνη τη διασκέδασή της κι αμέσως το κρινοδάχτυλο χέρι έσερνε κεντητό τριανταφυλλί μαντιλάκι κι έπαιρνε τον αχνό και πρόβαινε πάλι το γλυκό πρόσωπο, σαν φεγγάρι μέσ' από τα σύγνεφα, που βούλεται να συντροφέψη στον ύπνο της τη γη. Και γω έχασκα στο παραθύρι, στο αισθαντικό κορίτσι μπροστά και δεν έβλεπα τίποτ' άλλο παρά ό,τι γινότανε πίσω από το γυαλί. Και λίγο — λίγο από τη συχνή προσήλωση, την άφαντη αλυσίδα που έδενε τον ψαρή με την κόρη, την κόρη με μένα, άρχισα ν' απεικάζω ένα καρδιοχτύπι για κείνο το σαράβαλο. Η κόρη με την αγάπη της, σαν τις νεράιδες των παραμυθιών, που ανασταίνουν ό,τι αγγίξουν, που ομορφαίνουν ό,τι ιδούν, που λαμπροστολίζουν ό,τι αγαπήσουν, άλλαξε στα μάτια μου το παλιάλογο και μ' έκαμε να το βλέπω ανεχτίμητο. Φαντάστηκα πως ο ψαρής εκείνος σπάρθηκε μέσα στου μαγιάπριλου το λιοπύρι από κανένα γοργογόνατο άτι της Αραπιάς. Είπα πως γεννήθηκε στα τροφαντά λιβάδια της Λυκίας, εκεί που άλλοτε βοσκήσανε οι φοράδες του Κύρου, και μεγάλωσε στ' αχούρια κανενός πασά. Πίστεψα πως καβαληκεύτηκε από λεβέντη πετροκαταλύτη να τον φέρη στην καλή του ή από οχτρών κουφάρια στη ζηλευτή δόξα του πολέμου και της νίκης. Και ψιχάλιζε η καρδιά μου γιατί τώρα που δε μπορεί να δουλέψη τον αφέντη του, ο αχάριστος, δεν το ψυχοπονεί. Δεν το βγάζει να το χλωρονομήση ελεύθερο, ως που να βρη το θάνατο με φούντα δροσερό τριφύλλι στα δόντια του. Δεν του φυτεύει ένα βόλι στο ριζάφτι, να πέση νεκρό στον τράφο, να λυώση κάτω από τον γλυκό ήλιο, εκεί που το χόρτο θα ηχά επάνω του κι οι πεταλούδες θα χαμοπετούν και τα μαμούδια θα βουίζουν και τα πουλιά θα κελαϊδούν· όταν τα νερά θα δροσίζουν τ' αφράτα χώματα και χιλιόχρωμ' άνθη θα μοσκομυρίζουν τον αέρα και μύριοι θ' ανασταίνωνται χάμω και ψηλά μικρόκοσμοι. Αχόρταγος θέλει ακόμη να κερδίση από τη νέκρα του και για εκατό γρόσια έρχεται να το παραδώση στα θεριά!