WeRead Powered by ReaderPub
Παλιές Αγάπες cover

Παλιές Αγάπες

Chapter 6: Η ΚΑΚΗ ΑΔΕΡΦΗ
Open in WeRead

About This Book

A sequence of short narratives portrays village life through stark, often tragic episodes that examine lingering affections, family obligations, jealousy, and the clash between human frailty and natural forces. Each story moves between intimate domestic moments and communal ritual, using realist detail and folkloric touches to render speech, custom, and environment. The tales reveal moral ambiguity and social pressure, showing how stubbornness, betrayal, or chance produce sudden violence, loss, or quiet endurance. Together they form a mosaic of popular life, alternating poignant interior scenes with scenes of harsh consequence and communal response.

The Project Gutenberg eBook of Παλιές Αγάπες

This ebook is for the use of anyone anywhere in the United States and most other parts of the world at no cost and with almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included with this ebook or online at www.gutenberg.org. If you are not located in the United States, you will have to check the laws of the country where you are located before using this eBook.

Title: Παλιές Αγάπες

Author: Andreas Karkavitsas

Release date: February 28, 2010 [eBook #31444]
Most recently updated: July 30, 2010

Language: Greek

Credits: Produced by Sophia Canoni

*** START OF THE PROJECT GUTENBERG EBOOK ΠΑΛΙΈΣ ΑΓΆΠΕΣ ***

Produced by Sophia Canoni

Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic. The spelling of the book has not been changed otherwise. Unusual words that could be considered mistakes have been included in [].

Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Ασυνήθιστοι λεκτικοί τύποι που μπορεί να εκληφθούν ως λάθη, περικλείονται σε [].

Α. ΚΑΡΚΑΒΙΤΣΑ

ΠΑΛΙΕΣ ΑΓΑΠΕΣ

ΕΚΔΟΣΙΣ ΔΕΥΤΕΡΑ ΕΠΙΔΙΟΡΘΩΜΕΝΗ

Ο ΕΒΥΘΟΣ. — ΔΥΟ ΣΚΕΛΕΘΡΑ. — Η ΚΑΚΗ ΑΔΕΡΦΗ. ΚΡΥΦΟΣ ΚΑΗΜΟΣ. — Η ΜΗΤΡΥΙΑ. — Η ΜΑΝΝΑ. — Η ΓΥΝΑΙΚΑ. — Ο ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤAΡΧΗΣ. ΤΑ ΤΥΦΛΟΠΟΝΤΙΚΑ, — Η ΠΑΤΡΙΔΑ. — Η ΣΜΥΡΝΙΑ. — ΗΡΩΩΝ ΤΕΚΝΑ. — ΤΟ ΠΑΛΑΙΜΑ. — Η ΘΥΣΙΑ. — ΘΕΟΣ ΑΘΑΝΑΤΟΣ.

ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΕΚΔΟΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Δ. ΚΟΛΛΑΡΟΣ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ «ΕΣΤΙΑΣ» 44 — ΕΝ ΟΔΩ ΣΤΑΔΙΟΥ 44 — 1919

ΠΑΛΙΕΣ ΑΓΑΠΕΣ

Ο ΕΒΥΘΟΣ

Ήταν της Παναγίας της Καψοδεματούσας τον Αλωνάρη. Η παπαδιά αποβραδίς είδε όνειρο κακό. Ξημέρωνε Κυριακή και της Κυριακής τ' όνερο ίσαμε το μεσημέρι ξεδιαλύνει. Το έλεγε του παπά της κι έτρεμε σαν το φυλλοκάλαμο η φτωχή. Μα ο παπάς δεν έπαιρνε από τέτια·

— Σώπα, βλοημένη, με τα όνειρά σου! της έλεγε.

— Πώς να σωπάσω. παπά μου; Το είδα ολοφάνερο: Το σπίτι έπεσε, εσύ σκοτώθηκες, εγώ έμεινα έρμη κι απομόναχη. Γύριζα μέσα στα κρύα του χειμώνα ξώζαρκη και μάζωνα μπουκιά σε μπουκιά το ψωμί…

Κι έτσι λέγοντας δερνότανε κι έκλαιγε η παπαδιά.

Νταγκ — νταγκ!… Νταγκ — νταγκ!… ακούστηκε κείνη την ώρα η βραχνιασμένη φωνή του σήμαντρου πέρα, στου Μάζη. Ήταν ώρα για τη λειτουργιά.

Ου να μου χαθήτε, τσακάλια, που θέλτε κι εκκλησιά! είπε με περιφρόνηση ο παπάς ετοιμάζοντας τα σύνεργα της δουλειάς.

 — Πήγαινε στη λειτουργιά σου, παπά μου· τέτια ημέρα σήμερα δεν
κάνει να πιάσης δουλιειά· του είπε μισοκλαίοντας η παπαδιά.

— Άφινέ με, παπαδιά, ήσυχο· σήμερα τα ήβρα τ' άλογα, σήμερα θ' αλωνίσω κι ας είνε και Λαμπρή! Τον καιρό δεν τον έχουμε πάντα στο χέρι· μόνο βάλε ψωμί στο τράστο και σώπα!

 — Σκιάζουμαι, παπά μου· το είδα ολοφάνερο τ' όνειρο. Το σπίτι
έπεσε, εσύ σκοτώθηκες…

 — Μωρ' βάλε ψωμί στο τράστο κι άσεμε μη βλαστημήσω! την έκοψε άγρια
ο παπάς.

Και τα ξανθά του τα γένεια έτρεμαν από το θυμό. Εκείνη κατάπιε τα δάκρυά της και δεν είπε τίποτα. Ήταν καλή γυναίκα η καημένη· λόγο δεν ήξερε να γυρίση στον άντρα της.

Ως τόσο εκείνος ετοιμάστηκε για καλά. Φόρεσε τα κοντά του τα ράσα, έβαλε ένα μάλλινο σκουφάκι στο κεφάλι, έδεσε μ' ένα σκοινί τη μέση του, κρέμασε το τράστο με το φαγί στον ώμο του, πήρε το χοντρό ραβδί του κι έφυγε χωρίς ούτε «γεια σου» να ειπή στην παπαδιά, που τον έβλεπε με θλιμένη ψυχή.

Ο Παπαβασίλης ήταν από τα χωριά της Γαστούνης, από την Κελεβή, την πατρίδα του Παρασκευά του αρχιληστή. Πριν ρασοφορέση, ήταν άνθρωπος του σκοινιού και του παλουκιού. Τα χωριά έτρεμαν στ' όνομά του. Έδερνε κι έγδυνε, έγδυνε κι έδερνε ολημερίς. Ακόμη και τη γυναίκα του, αρχοντοθυγατέρα με τ' όνομα, την πήρε κλεφτή. Άξαφνα του βουλήθηκε να γίνη παπάς. Οι φρόνιμοι το βλεπαν σαν δύσκολο, μα εκείνος·

— Ποιο; έλεγε κουνώντας το κεφάλι· σε λίγες μέρες τα βλέπετε.

Και αληθινά· εκατό τάλλαρα και δυο ζευγάρια χήνες στο Δεσπότη και τέλειωσε τη δουλειά του. Ο Παπαβασίλης διωρίστηκε εφημέριος σε τέσσερα χωριά: Ζόγγα, Ζουλάτικα, Μάζη και Ρετούνη. Κάθε Κυριακή λειτούργαε και σ' ένα χωριό. Οι χωριάτες, διψασμένοι από παπά, έκαναν όλα του τα θελήματα. Μα εκείνος δεν ήταν για τέτιο αξίωμα. Περίπαιζε θεούς και ανθρώπους. Γιορτή καθεμερνή ένα το είχε.

Τώρα καθώς έφτασε στ' αλώνι, έπιασε και λαιμάριασε τ' άλογα. Έξι άλογα φαλάγγια! Έπειτα τα έδεσε στο στυγερό. Γύρω τα χερόβολα ήταν απλωμένα κι έτοιμα για των αλόγων τις οπλές.

— Άπλα!… άπλα!… άπλα!… φώναξε. Κι έσκασε στον αέρα το μακρύ καμουτσίκι του.

Τ' άλογα στη φωνή του αντρειεύτηκαν, έσπρωξε ένα τ' άλλο κι έπειτα ρίχτηκαν όλα μπροστά. Γύριζαν και πατούσαν τα στάχυα με τα πόδια τους.

Και κείνος από πίσω, έσκαε το καμουτσίκι και φώναζε άγρια:

— Άπλα!… άπλα!… άπλα!…

Το αλώνι έτρεμε στο πάτημα των αλόγων· ο κάμπος βούιζε στην φωνή του παπά.

Ο ήλιος ανέβηκε μεσουρανίς. Μα τι ήλιος! Αβγό έψηνες στην αντηλιάδα του. Τ' άλογα ήρθαν κι απόκαμαν. Το πετσί τους έλαμπε καθρέφτης στον ίδρωτα· το ρουθούνι τους φυσομάναε σαν φυσερό· φρούμαζαν, χλιμιντρούσαν κι έτρεχαν γύρω στο στυγερό. Το άχερο τριβότανε κάτω από τα πόδια τους· το σιτάρι πεταγόταν ολόγυρα σαν σκλήθρες χρυσάφι. Και ο παπάς με το καμουτσίκι στο χέρι, πότε έτρεχε πίσω από τ' άλογα, πότε στεκότανε ανασαίνοντας βαριά και κοπιασμένα. Η σκούφια τού φυγε από το κεφάλι και τα δασόμαλλα έπαιζαν με τον άνεμο τρελλά και τα μακριά γένεια του έσταζαν ρουνιά τον ίδρωτα. Μα εκείνος πάντα έτρεχε φωνάζοντας:

— Άπλα!… άπλα!… άπλα!…

Και άμα έβλεπε κανένα άλογο να κοντοστέκεται, άρχιζε αμέσως τις βλαστήμιες. Κατέβαζε, ο άθεος, όλα τα καντήλια.

Από το κάμα και την πολλή κούραση, σκάνε σε λίγο δυο άλογα. Ωχ! εκεί να έβλεπες τον παπά! Ούρλιαζε σαν λύκος· γύριζε τ' άγριά του μάτια εδώ και κει, ποδοπάταε τη γη. Άξαφνα σηκώνει τα χέρια και φασκελώνει τον ουρανό.

— Θες δε θες, Παναγιά, λέει τρέμοντας από λύσσα, εγώ θ' αλωνίσω σήμερα και θα ξεσηκωθώ. Δεν είμαι γυναίκα να φοβηθώ τα όνειρα!

Κι έσπρωξε έξω από το αλώνι τα σκασμένα τ' άλογα. Έπειτα έπιασε ο ίδιος την άκρη του σκοινιού και σκάζοντας το καμουτσίκι άρχισε να γυρίζη μαζί με τ' άλλα.

— Άπλα!… άπλα!… άπλα!… ούρλιαζε αδιάκοπα.

Μα δε γύρισε πολύ. Άξαφν' ακούστηκε μια βουή τρομακτική. Γυρίζει και βλέπει μακριά κάτι, σαν κοπάδι πρόβατα κάτασπρα. Όλα ερχόνταν τρεχάτα απάνω του. Και η βουή γινόταν δυνατώτερη, σαν φουσκοθάλασσα που στέλνει τα κύματά της να χτυπήσουν το βράχο. Σε λίγο κατάλαβε ο παπάς πως δεν ήταν πρόβατα παρά νερό κι ερχόταν μανισμένο απάνω του· έζωνε τ' αλώνια. Άρπαξε το φκιάρι και άρχισε λιχνιστά να μαζώνη το σιτάρι στο στυγερό. Μα σαν είδε πώς το νερό ζύγωνε ολούθε και τ' άλογα τρομαγμένα κλωτσούσαν τη γη κι ήθελαν να κόψουν το σκοινί, τα χρειάστηκε.

— Ήμαρτον, Θε μου! ψιθύρισε κι έπεσε στα γόνατα. Μα ο Θεός δεν τον άκουε τώρα· δεν ήταν καιρός!

Τ' αλώνι κουνιότανε σαν βάρκα στη θάλασσα· το νερό πλάκωνε περίγυρα· μια πήχη τόπος έμενε γύρω στον παπά. Τώρα δεν ανέβαινε με βία· βούιζε μοναχά και ψήλωνε σιγαλινά σαν νεκροθάλασσα. Εκείνος κατάχλωμος το κοίταζε και τα μάτια του κοκκίνισαν. Τώρα το νερό του έβρεξε τα πόδια. Ξαφνίστηκε· γύρισε εδώ και κει τα μάτια, απελπίστηκε τέλεια. Κλώτσησε τη γη, δάγκωσε τα χείλη, ξέσχισε τα ράσα του. Έκαμε να λύση τ' άλογα και να καβαλίκη να φύγη· πού να τον αφήσουν τ' άλογα να σιμώση! Είδε κι απόειδε, ανέβηκε απάνω στο στυγερό. Έλπισε πως δε θα έφτανε εκεί το νερό.

Μα το νερό ανέβαινε, ανέβαινε δίχως βουή τώρα, δίχως φλοίσβιμα, με κάποιο κρύο κίνημα φαρμακερού σερπετού. Έφτασε το στυγερό κι άρχισε ν' ανεβαίνη ως που έβρεξε πάλι τα πόδια του παπά. Τ' άλογα φοβισμένα φρούμαζαν, κλωτσούσαν, πάλαιβαν και ψηλώνοντας το κεφάλι κατά τον κάμπο πέρα χλιμίντριζαν θλιβερά, σαν να ζητούσαν βοήθεια. Τέλος κατώρθωσαν να κόψουν το σκοινί, ρίχτηκαν στο πέλαγο και βγήκαν πέρα, παραιτώντας έρμο κι απελπισμένο τον παπά.

Ως τόσο το νερό έφτασε στη μέση, έπειτα στα στήθια, έπειτα στους ώμους του. Εκείνος κοίταζε με ζηλιάρικο μάτι τον κάμπο μακριά. Εκεί δεν ήταν νερό. Έβλεπε τα λιβάδια πράσινα, τον ουρανό ασυγνέφιαστο, τα βουνά ήσυχα. Άκουε τα κοπάδια που γύριζαν στις στάνες, τη φλογέρα του βοσκού, το γαύγισμα των σκυλιών τα γέλια, τις φωνές, τις χαρές, όλα τ' άκουε. Τα πουλάκια που πήγαιναν να φωλιάσουν πέρναγαν τσιτσιρίζοντας απάνω από το κεφάλι του.

Νταγκ — νταγκ!.. νταγκ — νταγκ!.. νταγκ — νταγκ!.. ακούστηκε πάλι το σήμαντρο του Μάζη που σήμαινε τον Εσπερινό. Ο παπάς το άκουσε κι ανατρίχιασε· του φάνηκε πώς νεκροσημαίναν για δαύτονε. Μα δεν έμεινε και πολύ στο βάσανο. Το νερό έφτασε στο στόμα, έπειτα του έκλεισε τα μάτια. Ένα κύμα ήρθε μουγκρίζοντας και τον έριξε κάτω από το στυγερό. Τ' άχερα και το σιτάρι απλώθηκαν για σάβανο απάνω από το υγρό μνήμα του παπά.

Έτσι έσβυσε η κολασμένη του ψυχή. Μα εγώ δε λυπούμαι τον παπά, παρά την παπαδιά τη φτωχή. Την ίδια ημέρα έπεσε το σπίτι· τα γίδια ψόφησαν, εκείνη τρελλάθηκε. Παράδειρε κάμποσον καιρό ως που ήβρε μια πιθαμή τόπο και άπλωσε το βασανισμένο της κουφάρι. Μα εκεί που πνίγηκε ο παπάς, κάθε χρόνο, της Παναγιάς της Καψοδεματούσας τον Αλωνάρη, ακούονται χλιμιντρίσματα και ποδοβολητά και η Φωνή του παπά να ουρλιάζη αδιάκοπα:

— Άπλα!… άπλα!… άπλα!…

ΤΑ ΔΥΟ ΣΚΕΛΕΘΡΑ

Με λένε Νικόλα· το Παρανόμι μου είνε Βρίζας — Νικόλας Βρίζας. Αλήθεια τώρα σαραβαλιάστηκα σαν το γέρικο τ' άλογο, μα ήμουνα και γω μια φορά νιος. Την καθεμερνή δουλειά, τη σκόλη γλέντι.

— Τι λεβέντης! Θάμαζαν οι γυναίκες που με βλέπανε.

Και μου στελναν προξενιές από πολλά σπίτια και με το έχει τους. Εγώ πήρα φτωχή, μα κείνη που ήθελε η καρδιά μου.

Τώρα γέρασα· — έτσι θα ειπή καθένας σαν ιδή το ζαρωμένο πρόσωπό μου, τα ψαρά μου τα γένεια και το ασπρόμαλλο κεφάλι μου. Αχ! δε γεράνε τον άνθρωπο τα χρόνια, όχι! Άμα χάση κανείς ό,τι αγαπάει· άμα θάψη στη μαύρη γη γυναίκα κι έξι παιδιά που έλεγε να του κλείσουν τα μάτια, άμα δεν έχη έν' ακκουμπιστήρι στον κόσμο… ναι, τότε ασπρίζουν τα μαλλιά, τότε η ράχη καμπουριάζει, τότε η καρδιά χτυπάει απρόθυμα σαν να δουλεύη χαράμι.

Είπα πώς έχασα έξι παιδιά. Ναι, το ένα ύστερ' από τ' άλλο τα πήγα όλα, έσκαψα το χώμα και τ' απίθωσα κοντά στη μάννα τους την άμοιρη Γιαννούλα. Απ' ώρα σ' ώρα θα με απαντήση ο Χάρος στο δρόμο του και μένα. θα με πάρη στο στερνό μου κρεβάτι και τότε μήτε Νικόλας Βρίζας θα βρίσκεται, μήτε θα θυμάται κανείς πως ήταν μια φορά. Το νεκροταφείο μας είνε μικρό. Λίγα κυπαρισσάκια εδώ, μια ροδιά εκεί, σανίδια μπηγμένα στα μνήματα — σταυρός πουθενά! Τα βάτα, ο γούλιερος και το μαμούδι πνίγουν την αγριοτριανταφυλλιά και το δεντρολίβανο που φυτρώνει στο μνήμα. Σε λίγα χρόνια για να θάψουν κανένα σαν και μένα φτωχόν και κακομοίρη, θα πάνε να σκάψουν στα δικά μου μνήματα. Εκεί θα βρουν και μια κάσα να έχη δυο σκέλεθρα.

— Ποιανού ήταν αυτό το μνήμα; θα ρωτήσουν.

Ακούστε την ιστορία του.

Ήταν στα εβδομήντα το Δεκέβρη. Τότε πέθανε η κόρη μου η Αννέτα. Κακόμοιρο κορίτσι! Το συλλογίζομαι και θλίβετ' η καρδιά μου. Όση λύπη τράβηξα για τ' άλλα όλα, τράβηξα για κείνη μονάχα. Θα μου ειπήτε γιατί; Τ' άλλα δεν ήταν παιδιά σου; Δεν είνε όλα τα παιδιά ένα; Αλήθεια· όλα τα παιδιά έναν πόνο έχουν, μα είνε άλλο που με βασανίζει μέρα και νύχτα. Εγώ ναι, εγώ κι η κακομοίρα η Γιαννούλα — πού να είχε το ξέραμε! — είμαστε η αιτία να μη χαρή τον Απάνω Κόσμο η Αννέτα μας. Εμείς την πεθάναμε από τόνα κι η τύχη της η κακή από τ' άλλο.

Αν εμείς δε φερνόμαστε έτσι, μπορεί και να ζούσε τώρα το κορίτσι μου· θα είχα και γω αγγονάκια, θα τους έλεγα παραμύθια στο παραγώνι το χειμώνα· το ένα με τα χεράκια του θα τραβούσε τα ψαρά μου τα γένεια, το άλλο θα χόρευε στα γόνατά μου, άλλο θ' ανέβαινε στη ράχη μου και θα μου φώναζαν όλα με την ψιλή φωνίτσα τους: παπούλη! παπούλη! Και γω θα γλύτωνα από τις πίκρες που με βασανίζουνε τώρα και τρέμω μη με πάρουν ακλούθα και στο μνήμα.

Αχ! στερνή μου γνώση να σ' είχα πρώτα! Τώρα κι αν βαρώ το κεφάλι μου, τίποτα δεν κάνω. Το καημένο το κορίτσι έσβυσε σαν το κερί.

Πάσα μέρα άλλο δεν έχω στο νου μου παρά μια σκέψη μονάχα. Πώς είμαστε οι άνθρωποι φτιαγμένοι. Αν είνε να κάνουμε κάτι που μας αρέσει, πιστεύουμε πώς όλοι θα το παινέψουν. Αν το κάμη άλλος, θα το γυρίσουμε αποδώ, θα το παίξουμε αποκεί κι έπειτα θα ειπούμε: δεν είνε καλό πράμα. Απάνω σ' αυτό θα σας μιλήσω. Εγώ αγάπησα τη Γιαννούλα. Χωρίς να ρωτήσω κανένα, χωρίς να σκεφτώ πώς αν έπαιρν' άλλη θα παιρνα και προίκα, την πήρα τη Γιαννούλα κι όλοι πίστεψα πως με παίνεψαν. Όταν η κόρη μου η Αννέτα αγάπησε τον Αντώνη, εγώ δεν είπα το ναι. Και γιατί; Ξέρω και γω; Μα τι κέρδισα; Τι απόχτησα με την κακογνωμιά μου; Δάκρυα μονάχα.

Πήρα δυο ψυχές στο λαιμό μου· έστειλα δυο ζωές παράκαιρα στον Άδη.

Ο Αντώνης ήταν δεκάξι χρονών παλληκάρι κι η Αννέτα δεκαπέντε, όταν πιάσαν την αγάπη. Κανείς δεν το ήξερε, γιατί δεν έκαναν τρέλλες. Όταν έφτασε τα δεκαφτά — κι ήτανε μια ομορφονιά!… — τη γύρεψαν από καλά σπίτια, μα εκείνη δεν έλεγε το ναι. Σε λίγο έμαθα τον έρωτά της. Αν θέλτε, στην αρχή δε μου βαρυφάνηκε. Το παιδί είχε δυο στρέματ' αμπέλι, λίγη σταφιδούλα κι ένα σπιτάκι. Μα τον ίδιο χρόνο πάντρεψε την αδερφή του — μια είχε — και της τα δωκε όλα. Βλέπεις κάθε πατέρας φροντίζει για το καλό του παιδιού του. Όταν είδα πως ο Αντώνης δεν είχε τίποτα, ηθέλησα να το ξεκόψω. Κάθε βράδυ με τη γυναίκα μου φέρναμε το λόγο στον άγουρο και τον βρίζαμε· τον λέγαμε χαρτοπαίχτη, μεθύστακα, μαχαιροβγάλτη, ψωμόλυσσα. Όλα άδικα, γιατί ήταν καλός, με τ' όνομα στο χωριό. Η άφτουρη όμως δεν έβγαζε μιλιά ούτε σηκωνότανε να φύγη από κοντά μας. Έβανε το κεφάλι κάτω, έπλεκε την κάλτσα και κάποτε άκουα ένα μικρό αχ! να βγαίνη από τα στήθη της.

— Σιγά και θα καταφέρουμε να τον λησμονήση· λέγαμε οι κουτοί.

Να μην τα πολυλογώ είδα κι απόειδα, έκαμα στανικά εκείνο που δεν ήθελα να γίνη με θέλημά μου. Το κορίτσι δεν πήγαινε καλά· μαράθηκε το χειλάκι του. Στα κρύα του χειμώνα σηκωνότανε την κονταυγή, βουτούσε την μπόλια στο νερό του αυλακιού και την έβανε στα στήθη της να ποντιάση. Έπρεπε ν' αποφασίσω ή να χάσω το παιδί μου ή να το δώσω του Αντώνη. Μια μέρα έκατσα και σκέφτηκα μοναχός μου: Τ' είν' ο κάβουρας τ' είν' το ζουμί του; τ' είμ' εγώ τ' είν' το έχει μου; Τίποτα δεν είχα παρά μια κούρνια σπίτι που μπορούσε να το πουλήση ο δανειστής. Έπαιρνα καμιά σταφίδα μισακή, σήκωνα χρήματα για καλλιέργεια και για το σπίτι, να ντυθούμε και να ποδεθούμε ολοχρονικίς. Αν πήγαινε καλά η χρονιά και πούλαγα τη σταφίδα, πλέρωνα τον έμπορο. Αν όχι, έμενα χρέος και πάλι τα ίδια. Η ζωή του οξωμάχου τέτια είνε πάντα· ως που να πεθάνη, δουλεύει για τους άλλους. Έπειτα είχα και μια φαμελιά στη ράχη μου. Ο Αντώνης ήταν γερό παιδί, δουλευτής καλός· άρχισε κάπως να μου αρέση. Εμείς οι φτωχοί δεν πρέπει να ζητάμε και πολλά πράματα.

Έτσι σκέφτηκα κι αποφάσισα να του τη δώσω την Αννέτα. Το είπα της γυναίκας μου, της ξυνοφάνηκε στην αρχή, μα έπειτα είδε και κείνη το σωστό κι αποφάσισε. Το Μάρτη κάναμε τους αρρεβώνες. Τα παιδιά πέταγαν από τη χαρά τους. Έτρεχαν με δάκρυα να φιλήσουν πότε τα χέρια τα δικά μου, πότε της γυναίκας μου. Κακόμοιρα παιδιά!

 — Αν πάη καλά ο Άγουστος, τον Άη Δημήτρη θα κάνουμε τους γάμους·
είπα.

Από τότε κι η Αννέτα άρχισε, με τα λεφτά που είχε από τα ξεδούλεια της, να φτιάνη κανένα ρουχαλάκι.

Η χρονιά πήγαινε καλή· έγινε σιτάρι, αραποσίτι, κριθάρι, όλα τέλος τα σπαρτά, τα μποστάνια καλά πήγαιναν. Οι χωριάτες είχαν να κάμουν με τον καιρό.

— Σαν καλός ο Άγουστος εφέτος, ε;

— Ναι· αν βαστάξη έτσι. καλά θα πάμε.

Και όλα για τη μαύρη σταφίδα!

Εγώ σήκωνα χρήματα από το γέρο Γιάννη το Συρεγγέλα. Τώρα πέθανε· σαν με ξεπουπούλιασε μένα, πέθανε. Ήταν κολασμένη ψυχή· αλίμονο σε κείνον που έπεφτε στα χέρια του· το ένα άλλο έπαιρνε. Εγώ τον ήξερα, μα βρέθηκα στην ανάγκη. Τον περασμένο χρόνο αρρώστησα βαριά· δεν είχα που να δανειστώ, γύρεψα του γέρο Γιάννη. Μου έδωκ' εκατό δραχμές να του δώκω σε δυο μήνες εκατονπενήντα. Τι να κάμω; Τις πήρα.

Όταν σηκώθηκα από την αρρώστια, πήρα τη μισακιά σταφίδα. Για καλλιέργεια σήκωσα πάλι από το Συρεγγέλα. Του έβαλα υποθήκη το σπίτι και κάναμε συμβόλαιο για χίλιες δραχμές. Μαζί πηγαίνανε και μετρητά και ψώνια και ο ψήφος μου.

Στο τέλος του Αλωνάρη άρχισε ο τρύγος. Θέρος τρύγος — πόλεμος! Η εξοχή γεμάτη. Φωνές εδώ, τραγούδια εκεί, γέλια παρέκει. Πανηγύρι γίνεται!

Εδώ είνε σημαδεμένο. Άμα πέση η σταφίδα στ' αλώνι, αρχίζουν και τα σύγνεφα στον ουρανό. Τότε αρχίζει και το δικό μας καρδιοχτύπι. Όλοι στον ουρανό έχουμε καρφωμένα τα μάτια μας.

 — Να βαστάξη να σηκώσουμε το πρώτο χέρι και το δεύτερο… ο Θεός ας
κάμη το θέλημά του· λέμε άμα ρίξουμε το πρώτο χέρι.

 — Αχ! να βάσταγε να σηκώσουμε και το δεύτερο στεγνό!…
παρακαλούμε, άμα ρίξουμε και το δεύτερο.

Έτσι περνούμε όλη μας τη ζωή για τη μαυρισμένη τη σταφίδα που να είχε λείψει.

Ως τόσο ο καιρός πήγε καλός. Η σταφίδα ξεράθηκε· την τρίψαμε, τη σωριάσαμε, την κάναμε έτοιμη για τον έμπορο. Όλοι δοξάζαμε το Θεό που τη σηκώσαμε στεγνή. Οι τιμές ακούγονταν καλές κι απ' ώρα σ' ώρα περιμέναμε να τη δώσουμε. Οι δυο αρρεβωνιασμένοι μετρούσαν τις ημέρες στα δάχτυλα. Άμα έμπαινα στο σπίτι από την αγορά, στα μάτια με κοίταζαν.

 — Ακόμα… μη βιαζόσαστε! τους έλεγα: Η σκύλα από τη βιασύνη της
κάνει στραβά τα κουτάβια.

Μια μέρα που γύρις' από τα μύλο με κράζει παράμερα η γριά μου και μου σφυρίζει στ' αφτί.

— Ο γέρο Γιάννης έστειλε να πάρη τη σταφίδα.

— Να πάρη τη σταφίδα! Πώς θα πάρη τη σταφίδα!…

Πηγαίνω και τον βρίσκω στο μαγαζί, του πέφτω στα πόδια, τον παρακαλώ να μ' αφήση να πουλήσω το πράμα μοναχός μου και να του δώσω τα λεφτά του.

— Όχι, επιμένει· δε γίνεται, θα την ρίξης στην αποθήκη, θα την πουλήσω γω.

— Μα, γέρο Γιάννη…

 — Δεν ξέρω· θέλω να μαζώξω τον παρά μου! Αν δεν τη φέρης, θα την
κατασκέσω σήμερα.

Τι να κάμω; Την έβαλα στα κάρρα και την πήγα ο ίδιος στην αποθήκη του τοκιστή.

Πέρασε ο Άη Δημήτρης, ήρθε ο Δεκέβρης. Πούλησε τη σταφίδα ο έμπορος, μα δεν έλεγε να κάμη λογαριασμό. Κινάω και πάω μοναχός μου.

 — Δε θα κάνουμε, γέρο Γιάννη, λογαριασμό, να μου δώκης ό,τι μένει,
να πορέψω το σπίτι μου;

— Να σου δώκω ή να μου δώκης! φωνάζει αγριεμένος εκείνος. Να μου δώκης ακόμη τρακόσες δραχμές. Να τις φέρης γλήγορα, γιατί θα σου πουλήσω την κούρνια!…

Σπασμοί μ' έπιασαν· πάνε οι κόποι μου χαμένοι!.. Και τα δόλια τα παιδιά; Πάω στο σπίτι.

— Ε, τι έκαμες, πατέρα;

— Κλάψτε, κλάψτε, κακόμοιρα και σεις!

Αρχίσαμε όλοι τα δάκρυα. Μα ο κολασμένος το έκαμε το ψυχικό. Μου πούλησε το σπίτι μισοτιμίς και μ' έριξε χειμώνα καιρό στους πέντε δρόμους. Έπειτ' από τέτια ποιος είχε όρεξη για γάμο. Κι αν είχαμε όρεξη, δεν είχαμε τον παρά. Από τον Αντώνη δεν έβγαινε τίποτα.

— Δεν πειράζει, πατέρα, μου είπε· τον αφίνουμε για του χρόνου. Να δουλέψουμε μαζί εφέτο τη σταφίδα.

— Ήταν της μοίρας μας· είπε με πικρό χαμόγελο κι η Αννέτα.

Έτσι άρχισα την καλλιέργεια του άλλου χρόνου με τον Αντώνη μαζί. Άλλο ανάποδο πράμα από τη σταφίδα δεν είνε· ολοχρονικίς δε θέλει να λείψη ο άνθρωπος από μέσα. Άμα ξεσηκωθή ο καρπός από τ' αλώνι, αρχίζει ο κλαδοκάθαρος.

Εκείνη τη χρονιά πήγα σε άλλο δανειστή. Του έκαμα συμβόλαιο για εξακόσες δραχμές· ψώνια, θιάφες, ημεροδούλια, όλα αποκεί. Εγώ, ο Αντώνης κι οι γυναίκες, δε βγάλαμε πεντάρα· όλοι μέσα στη μισακή παλαίβαμε. Ο Μάης ήρθε με δροσούλες. Το λέμ' εδώ: Τον ποντισμένο τον καιρό, το Μάη το μήνα βρέχει· κακή χρονιά! Μα η σταφίδα πήγαινε καλά· έγιναν γουλές — γουλές και μαύρες· ήταν όψιμες εκείνη τη χρονιά. Ήρθε ο Άγουστος, έστρωσε ο καιρός. Ο τρύγος άρχισε στα γεμάτα. Το πρώτο χέρι το ρίξαμε χάμου. Ο καιρός καλός — βλέπεις τον καιρό δεν τον έχει κανείς στο χέρι — ρίχνουμε και το δεύτερο. Δεν έμειναν στα κλήματα παρά οι τσαμπίδες.

Μια μέρα άρχισα να γραβαλίζω για να σωριάσω το πρώτο χέρι· μα είχε ακόμη ρόγα. Έν' αλωνάκι μονάχα έκανα τηγάνι. Όταν νύχτωσε, φάγαμε ψωμί, ήρθαν και κάτι γειτόνοι και το ρίξαμε στο τραγούδι. Εμείς οι φτωχοί δε θέλουμε και πολύ για να κάνουμε κέφι· φτάνει να έχουμε να γυρίζουμε το σπίτι. Τα παιδιά, ο Αντώνης κι η Αννέτα, κρυφομιλούσαν σε μιαν άκρη όλο για το γάμο τους και χαρχατούριζαν. Εγώ τα έβλεπα χαμογελώντας κι έκανα νόημα να τα βλέπη κι η προεστή μου.

Όταν έπεσα να κοιμηθώ, ήταν αστροφεγγιά. Την αυγή που σηκώθηκα μ' έφαγαν τα φίδια. Κοιτάζω γύρω, συγνεφιά! Αλήθεια, το καλοκαίρι το νερό στρατεύει. Μπορεί να βρέχη στο ένα χτήμα και στ' άλλο όχι. Μα είδες που λέει· σαν χορεύει η αρκούδα στου γειτόνου σου την αυλή, θα χορέψη και στη δική σου. Τι να κάνω; Λέω με τον Αντώνη να μαζέψουμε το πρώτο χέρι· μα θα την χάλαγα χειρότερα. Ο ουρανός πήγαινε και μαύριζε. Τα σύγνεφα έτρεχαν εδώ και κει σαν βουνά κινούμενα. Η εξοχή βούιζε· φωνές, κακό, τρεχάματα σε όλον τον κάμπο! Στους δρόμους καβαλάριδες έφερναν σκεπάσματα για τους σωρούς. Τα σπίτια άδειασαν μονώρας. Έβλεπες παπλώματα, σεντόνια, τραπεζομάντιλα, ακριβούς και βαρυπλερωμένους ρουχισμούς, που δεν έβγαιναν από τ' αρμάρια παρά σε πίσημη γιορτή ή να δείξουν την προκοπή της νύφης στην προικοπαραλαβή, τώρα να σέρνωνται σαν κωλόπανα στους δρόμους, να ποδοκυλιώνται στις λάσπες και τις σβουνιές! Στο ένα χτήμα σώριαζαν ξερό και σύχλωρο τον καρπό· στο άλλο μακινάριζαν· στο άλλο φώναζαν μονάχα και σταυροκοπιόνταν. Εγώ, ο Αντώνης, οι γυναίκες τρέξαμε καταμεσίς στ' αλώνι χωρίς να ξέρουμε γιατί.

— Πατέρα, στράφτει στο Στενό! μου λέει ο Αντώνης.

Γυρίζω· αλήθεια το Στενό άστραφτε. Σύγκαιρα χοντρές ραντίδες έπεσαν πρώτα με ορμή κι έπειτ' άρχισε δαρτό το νερό. Μείναμε εδεκεί ξεροί· άλλος με το φκιάρι, άλλος με το γράβαλο, άλλος με τη σαρωματιά στο χέρι. Δεν κάναμε τίποτα παρά βλέπαμε το νερό που έβρεχε τη σταφίδα. Τη ζωή μας, την παντοχή μας, ενός χρόνου κόπους, όλα τα χάναμε για μια στιγμή! Ά, δε θες άλλο χειρότερο! Να βλέπη το αίμα της καρδιάς σου να χύνεται και να μη μπορής τίποτα να κάμης. Σε ποιον να ξεσπάσης; Τι να ειπής; Με ποιον να τα βάλης;

Το νερό, έπεφτε κι έπεφτε! Μας έβρεξε ως το κόκκαλο και ούτε το νιώθαμε. Τα μικρά μας κυλιόντουσαν στη λάσπη, βρέχονταν, έκλαιαν και κανένας δεν έλεγε να τα σηκώση αποκεί. Τέσσερες ώρες βάσταξε ο έμπος· οι τράφοι πλημμύρισαν. Απάνω από τ' αλώνια και τ' αυλάκια έπλεκαν οι σταφίδες και μεις βλέπαμε να τις παίρνη το ρέμα, να τις ροφούν τ' αυλάκια ακίνητοι. Τέλος πρώτος ο Αντώνης κι έπειτα οι άλλοι ριχτήκαμε να τσαλαβουτούμε στα νερά και να τις κυνηγάμε σαν τα σκυλιά τα ξεροκόμματα.

Τώρα τι πρώτο να σκεφτούμε; για γάμο ή πώς να περάσουμε τη χρονιά; Άμα δε βγάλης το χρέος, δύσκολα σου δίνουν άλλο. Όση σταφίδα μαζέψαμε την πήρε ο δανειστής μας να βγάλη ρακί.

Πέρασαν δυο — τρεις μήνες, τα παιδιά μαράζωσαν. Μια ημέρα βλέπω τον
Αντώνη κι έρχεται στο σπίτι.

 — Πατέρα, δος μου την Αννέτα κι όπως είνε της τύχης μου θα ζήσω· δε
μπορώ πια τέτια ζωή να την υποφέρω!

Τι να ειπώ και γω; Αποφάσισα μια βραδειά να κάνω το γάμο. Ακούς! σαν χήρα θα πάντρευα το κορίτσι μου. Τι να κάμω; Πες τα της τύχης. Μα ούτε έτσι ήταν γραφτό να τελειώση. Η Αννέτα αρρώστησε στα καλά· είχε παρμένη πούντα. Τα κρύα πανιά που έβανε στα στήθη της και το νερό που την περόνιασε τον Άγουστο, ξέσπασαν τώρα στα καλά. Ο Αντώνης αρρώστησε και κείνος από την κακοπάθεια κι έπεσε στο σπίτι του γαμπρού του. Ρωτούσε για την Αννέτα και του έλεγαν πως ήταν καλά πάντα. Ένα πρωί — ήταν της τύχης, βλέπεις, γιατί μπορούσε να σωθή το παιδί — ακούει να νεκροσημαίνουν. Άμα το άκουσε, υποψιάστηκε. Τρέχει, ρίχνει το καπότο απάνω του και πηδάει κάτω από το σπίτι.

Η Αννέτα ψυχομαχούσε κείνη την ώρα. Εμείς καθόμαστε γύρω με σταυρωμένα χέρια.

 — Μίλα μας, κυρά μου· έλεγε η κακομοίρα η μάννα της. Άνοιξε τα
ματάκια σου να μας ιδής.

Μιλιά εκείνη.

Ο Αντώνης μπαίνει μέσα βιαστικά, πέφτει, αγκαλιάζει, κολλάει στα χείλη της αγάπης του. Σε λίγο που τα χωρίσαμε, ήταν νεκρά και τα δυο τα παιδιά.

Ε, τι τα θες τα πολλά λόγια; Τον Αντώνη τον πήρε και τον συγύρισε ο γαμπρός του· εμείς συγυρίσαμε το κορίτσι μας και τα πήγαμε στο νεκροταφείο. Την ώρα που θα τα βάναμε στο μνήμα, ο γαμπρός του Αντώνη μου λέει:

— Ετούτα τα παιδιά αγαπήθηκαν τόσο πολύ, μα η τύχη δε θέλησε να τ' ανταμώση. Δεν τα βάνουμε σ' ένα μνήμα, να λεν τους πόνους και τα βάσανά τους;

Έτσι κάμαμε. Τα βάλαμε αγκαλιά το ένα σιμά στο άλλο και θυμούμαι καλά μέσ' από τα δάκρυά μου πως είδα τα χείλη τους να χαμογελάνε.

Τ' άμοιρα! ακόμη, εκεί μέσα βρίσκονται. Ο νεκροθάφτης που θ' ανοίξη τον τάφο τους, θα έβρη τα σκέλεθρά τους αγκαλιασμένα. Τον παρακαλώ να τα θάψη πάλι και να μην τα χωρίση. Όχι, ας μην τα χωρίση!…

Η ΚΑΚΗ ΑΔΕΡΦΗ

Ο αυγερινός ανέβαινε από τη ράχη του βουνού, όταν τα κορίτσια κίνησαν για την πλύση.

 — Δεν κολατσίζετε τίποτα, [δυχατέρες]; τα ρώτησε η γριά Στάθαινα η
μυλωνού.

— Ε, ας πάρουμε μια μπουκιά για το πουλί· απάντησε η Κίσσα.

Ήταν εποχή που κατεβαίνουν τα τρυγόνια στον Κάμπο. Μπορούσε ν' ακούσουν χήρας τρυγόνας λάλημα νηστικά και να μην ιδούν προκοπή για τρία — τέσσερα χρόνια. Έβαλαν δυο μπουκιές στο στόμα τους, έκαμαν το σταυρό τους και ξεκίνησαν.

Στου Μπάστα έφτασαν την ώρα που έσκαε ο ήλιος. Έτρεξαν αμέσως, πήραν και νίφτηκαν για να είνε δροσερά κι άσπρα ολοχρονικίς. Έπειτα σηκώσανε τις ποδιές τους κι άρχισαν την πλύση. Το νερό άσπριζε σαν το γάλα· η ρεματιά βούιζε από τον κόπανο.

Όταν απόπλυναν, άπλωσαν τα ρούχα τους στα θυμάρια να στεγνώξουν και σκόρπισαν στο λιβάδι. Σύναξαν λογιών λουλούδια, έκαμαν στεφάνια, έπλεξαν τα μαλλιά τους κι έπειτα στήσαν το χορό.

Άξαφν' ακούστηκε στο σύλλογο η φλογέρα του βοσκού. Τα κορίτσια έπαψαν το τραγούδι τους και στάθηκαν σαν τα κουνέλια, που άμ' ακούσουνε χτύπο, σηκώνουν τα κεφάλι και τηράνε με φόβο τριγύρω. Μα δεν ήταν βοσκός. Έν' αγένειο κι όμορφο παλληκάρι πρόβαλε πίσω από μια πικροδάφνη· τα μαλλιά του σαν το χρυσάφι χύνονταν στις πλάτες του· τ' αργυρά του άρματα κι η ολόχρυση φορεσιά του σπιθοβολούσανε στον ήλιο. Τα κορίτσια σκόρπισαν να κρυφτούν στα θυμάρια και μοναχή απόμεινε η Αυγή. Δε μπορεί να φύγη εκείνη· ρίχνει μια ματιά στο παλληκάρι και νιώθει την καρδιά να φτερουκάη στα στήθη της· τα μάγουλά της κοκκινίζουν σαν τα ροδοκάλια· η γη στριφογυρίζει στα πόδια της. Το παλληκάρι την κοιτάζει με χαμόγελο· ζυγώνει και της βάνει ένα διαμαντένιο δαχτυλίδι στο δάχτυλο.

Όταν με το ηλιοβασίλεμα γύρισαν τα κορίτσια στο χωριό, ο βασιλιάς έστειλε προξενιά να πάρη γυναίκα του την Αυγή. Ποιος διώχνει τέτια τύχη; Η γριά Στάθαινα πετούσε από τη χαρά της.

— Δόξα σοι ο Θεός· έτσι κι η άλλη μου τσούπα· έλεγε μέσα της.

— Τι καλορίζικη η Αυγή! πάει κι όπου καλό μου θέλει· ψιθύριζαν μία με την άλλη οι γειτόνισσες.

Μα η τύχη της λυγερής δεν ήταν δύσκολο να κάμη τις γυναίκες να ζηλέψουν και ν' αρχίσουν την κακογλώσσα. Για τούτο κι η γρια δε θέλησε να χάση καιρό. Την ίδια βδομάδα έριξε τ' αλέσματα· δίπλωσε γαρύφαλα σε άσπρο χαρτί κι έστειλε κάλεσμα στους δικούς της. Ο γάμος έγινε την Κυριακή και οι καλεσμένοι τραγούδησαν με την καρδιά τους:

    Τρία χρυσά γαρύφαλα
    σ' έν' ασημένιο τάσι.
    Τ' αντρόγυνο που γίνηκε
    να ζήση να γεράση…

Μα η Κίσσα άναψε και κάηκε με την ανεπάντεχη τύχη της αδερφής της.
Ακούς εκεί να παντρευτή πρώτη η μικρότερη! Και τι; Να πάρη βασιλιά!
Άκουσε κάποτε τη γιαγιά της να λέη, πώς τη βραδειά που γεννήθηκαν,
είδε τις Μοίρες που ήρθαν να μοιράνουν τα βρέφη.

— Ετούτη θα πάρη βασιλιά· είπε η ασπροφόρα κι έδειξε την Αυγή.

— Όχι βασιλιά, γιατί θα θελήση κι η άλλη· είπε η μαυροφόρα.

— Ε, ας πάρη και τούτη βασιλιά· είπε η τρίτη με τα πράσινα.

Μα τώρα ποιόνε βασιλιά θα πάρη η Κίσσα; Όλο τέτια συλλογίζεται και κάνει όρκο και σταυρό να μην πατήση στο παλάτι της αδερφής της.

Μια ημέρα ακούστηκε πώς ήρθε η Χάρμαινα, η μάγισσα στο χωριό. Ήταν φημισμένη πως ήξερε όλου του κόσμου τα μυστικά· τα λόγια της και τα ξόρκια της αλάθευτα. Καθένας που ήθελε να παντρευτή. πρώτα έπρεπε να πάη να τη φιλέψη για να μη τον αμποδέση ή να μη ρίξη τη γρίνια στο αντρόγυνο. Η Κίσσα κίνησε και πήγε να την έβρη· μα μόλις την είδε φοβήθηκε. Ήταν αδύνατο να ιδή κανείς τη Χάρμαινα και να μη τρομάξη. Είχε μια μισολυωμένη γκιούρντα στις πλάτες της· ένα σακκούλι μάλλινο γεμάτο ξεροκόμματα στον ώμο της· ένα γιορντάνι από ψεύτικες λίρες και κόκκινες χάντρες στο λαιμό της και στα μαλλιά της, ξέπλεκα και κολλημένα, το χρυσοκέντητο σκουφάκι. Τα πόδια της έβγαιναν κατάμαυρα κάτω από τα κοντά της φουστάνια· στα χέρια της που ήταν σαν αδράχτια, κρατούσε ένα καλάμι· τα δάχτυλά της ήταν γεμάτα δαχτυλίδια. Όποιος ήθελε να γνωρίση την Πανούκλα, έπρεπε να ιδή τη Χάρμαινα. Όταν άκουσε πώς η Κίσσα θέλει να ιδή τη μοίρα της, την έβαλε κι έκατσε κοντά της. Γέμισε ένα ποτήρι νερό, έριξε μέσα της κόρης το δαχτυλίδι, σκέπασε το ποτήρι μ' ένα κόκκινο μαντίλι και άρχισε το ξόρκι.

— Βάλε, κυρά μου, στην αμασκάλη μου το χέρι σου· της λέει με βραχνιασμένη φωνή. Έτσι. Κοίτα με τώρα κατάματα.

Έσφιξε καλά στα μαντίλι το ποτήρι και άρχισε να το γυρίζη απάνω από το κεφάλι της λυγερής. Το έφερνε στα δεξιά της, το γύριζε από πίσω, το άφινε χάμω, πάλι το άρπαζε, το αναποδογύριζε και σταλιά νερό δε χυνότανε. Και το στόμα της δεν έπαυε να μουρμουρίζη. Δυο ώρες βάσταξε το ξόρκι. Η Κίσσα έτρεμε· τα χέρια της ξύλιασαν, τα μάτια της θάμπωσαν κοιτάζοντας μέσα στα γουρλωμένα μάτια της Χάρμαινας, τα γόνατα της λύγισαν και γονάτισε.

— Βράζει, κυρά μου; της λέγ' η μάγισσα φέρνοντας στ' αφτιά της το ποτήρι.

— Ναι, βράζει· απαντά με τρομάρα εκείνη.

Έβγαλε το μαντίλι και φάνηκε το νερό που χόχλαζε αληθινά. Η Χάρμαινα το κοίταξε καλά στον ήλιο κι έπειτα γύρισε και είδε την Κίσσα.

 — Είσαστε δυο αδερφάδες, είπε. Η μία ζη μέσα στ' άχερα κι η άλλη
στα χρυσάφια.

Εκείνη κοκκίνησε και χαμήλωσε τα μάτια.

— Μπα, κυρά μου!… αδικήθηκες εσύ, ξανάειπε η μάγισσα. Την τύχη σου την έκλεψε η αδερφή σου… Μα δεν πειράζει, κοκόνα μου· θαρρώ πώς είνε το ίδιο· τι εσύ τι η αδερφή σου; Και κοίταξε πάλι με πονηρό χαμόγελο την κόρη.

— Όχι! δεν είνε το ίδιο, γριά! πετάχτηκε κείνη ωργισμένη· δεν είνε το ίδιο…

— Ναι, δεν είνε το ίδιο, άπορη!…

Το νερό πάντα χόχλαζε, σαν να ήταν το ποτήρι απάνω σε φωτιά. Η μάγισσα τσάκισε έν' αβγό από μαύρη κόττα και το έχυσε μέσα. Το αβγό κάθισε στον πάτο· το νερό πάντα έβραζε.

Η Κίσσα με πιασμένη αναπνοή ακολουθούσε όλα τα κινήματα της γριάς. Σε κείνο το νερό ήταν η τύχη της· εκείνο την ήξερε και τώρα θα την έλεγε. Μα αν η τύχη της δεν ήταν καλή κι αν το νερό της έδειχνε πώς σε τούτο φταίει η αδερφή της, τι θα έκανε;

— Ούτε κολλόνες· ούτε δεντράκι είπε η Χάρμαινα κουνώντας το κεφάλι… Αχ! σ' έκλεψαν, άμοιρη. Κανείς δε θ' αγκαλιάση τα κορμί σου. Πάντα καταφρονεμένη θα ζης!

Η κόρη τινάχτηκε απάνω αγριεμένη.

 — Πώς! φώναξε· καταφρονεμένη! Όχι, δε θα ζήσω καταφρονεμένη. Έλα,
γριά· ό,τι θες σου δίνω. Δος μου την τύχη μου πίσω!

Η Χάρμαινα έβαλε ένα παράξενο γέλιο, που πάγωνε τα αίμα του ανθρώπου.

— Καλά, νυφούλα μου, κάτι θα κάνουμε· είπε.

Πέρασε αρκετός καιρός. Η Κίσσα ήρθε κι έμεινε πετσί και κόκκαλο από τη ζήλεια της. Τα μάτια της γούβωσαν, τα μάγουλά της μαράθηκαν, τα χείλη της άσπρισαν. Την έφαγαν τα λόγια της Χάρμαινας· όλο συλλογισμένη καθότανε.

Ως τόσο η Αυγή ζούσε ευτυχισμένη στα παλάτια της. Τα μάγια τίποτα δεν της έκαναν. Ο βασιλιάς ξεψύχαε γι' αυτήν. Μια ημέρα διαλαλήθηκε στη χώρα πως η βασίλισσα γέννησε παιδί. Χαρές, ξεφαντώματα στο παλάτι. Μα απ' όλους πιο πολύ χάρηκε η Κίσσα.

— Τώρα θα βρω αφορμή να πάω να τελειώσω τη δουλειά μου· είπε.

Και κίνησε να πάη στο παλάτι. Στο δρόμο η καρδιά της χτύπαε δυνατά· τα πόδια της ήταν κρύα και το κορμί της έτρεμε. Δυο φορές έκαμε να γυρίση πίσω και πάλι μετάνιωσε.

Και πήγε.

Η Αυγή σαν είδε την αδερφή της, την αγκάλιασε, τη φίλησε και την έβαλε να καθίση κοντά της απάνω στο κρεβάτι. Από τη χαρά της δεν είδε ούτε τη χλωμάδα ούτε το άγριο βλέμμα της. Σήκωσε το τουλουπάνι, κεντημένο όλο με πούλιες και τιρτίρια κι έδειξε το βασιλόπουλο, που κοιμότανε στη χρυσή του κούνια.

— Σ' αρέσει, αδερφούλα μου, το παιδί μου; ρώτησε κοιτάζοντας το μικρό τρυφερά.

— Ουμ! να σου ζήση και καλός γαμπρός· ευχήθηκε κείνη.

Μα τα μάτια της σπιθοβόλησαν από θυμό

— Καλή σου μοίρα, αδερφούλα μου!

Η Αυγή έσκυψε και τη φίλησε στα μάτια. Η Κίσσα και το φιλί το πήρε για κακό. Είδε τα χρυσάφια και τα φαρφουριά, τα στόφινα σεντόνια και τα μεταξωτά προσκέφαλα και ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι της.

— Δε θα ήταν όλα δικά μου: Εγώ δε θα ζούσα εδώ μέσα; συλλογίστηκε.

Η Αυγή, αδύνατη ακόμη από τη γέννα, ακούμπησε το κεφάλι στα γόνατα της αδερφής της και σιγά — σιγά λάρωσε σαν αρνάκι που δε συλλογίζεται το λύκο. Ποιος ξέρει τι καλά όνειρα έβλεπε για το παιδί της, η μάννα!

Η Κίσσα θυμήθηκε τα λόγια της μάγισσας. Ναι, η Αυγή της έκλεψε τη μοίρα της· θα ζη τώρα καταφρονεμένη· θ' αγωνίζεται στις αργατιές το καλοκαίρι· το χειμώνα με το καμουτσίκι στο χέρι θα οδηγή τ' άλογο να γυρίζη το μύλο· το σιτάρι θα τρίβεται κάτω από το λιθάρι· το μυλολίθι θα χτυπιέται, τα ξύλα και οι ρόδες θα τριζοβολούν και κείνη ανασκουμπωμένη, αλευρωμένη θα παιδεύεται για τα αλέσματα του ενός και του άλλου. Α, δε γίνεται! Δεν είνε αδερφή εκείνη, που θέλει να βασανίζετ' έτσι η άλλη αδερφή!… Το αίμα ανέβηκε στο κεφάλι της· τα μηλίγκια της σφυροκοπούσαν, η όψη της άλλαξε χίλια χρώματα. Με λαχτάρα τραβάει άξαφνα μια βελόν' από τα στήθη της και τη χώνει στο κεφάλι της αδερφής της. Ένα σιγαλό παράπονο ακούστηκε, κάτι έτριξε και πάει χάθηκε η Αυγή. Η Κίσσα σάστισε. Έτρεχε δώθε — κείθε μέσα στην κάμαρη σαν τρελλή. Σε λίγο θυμάται τις οδηγίες της Χάρμαινας, φορεί τα ρούχα της αδερφής της και πέφτει στο κρεβάτι.

Όταν το βράδυ γύρισε από το κυνήγι ο βασιλιάς, έσφιξε στην αγκαλιά του την Κίσσα αντί για την Αυγή.

Ξημέρωσε ο Θεός την ημέρα και τα πουλάκια άρχισαν να πετούν και να κελαϊδούν στα δέντρα του βασιλικού περιβολιού. Ένα πουλάκι, με χρυσά φτερά και αργυρό σκουφούνι στο κεφάλι, εκείνο μόνο δε χαίρεται και δεν παίζει με τ' άλλα. Ολογυρίζει στο παραθύρι της βασίλισσας, ρίχνει δυο — τρεις ματιές μέσα και φεύγει, σαν να φοβάται κανένα κυνηγό. Έπειτα πάει και κάθεται στο κλαρί και λέει με ανθρωπινή φωνίτσα:

  — Περβολάρη! περβολάρη!…
    Ρέει — ρέει το βυζί μου,
    Κλαίει — κλαίει το παιδί μου.
    Κι αν δεν το ειπής του βασιλιά,
    Να μαραθούν τα λάχανα,
    Να ξεραθούν τα δέντρα!.

Και το κελαϊδεί με τέτιον πόνο, που τα δέντρα μαραίνονται αμέσως· τα φύλλα κιτρινίζουν και τινάζονται στη γη. Το πουλάκι φεύγει αποκεί και πηγαίνει παραπέρα, στα χλωρά δέντρα και στα πράσινα κλαριά. Κάθεται και κει και αρχίζει το ίδιο του κελάιδημα, που χύνει όλη τη λαύρα της καρδιάς του:

  — Περβολάρη! περβολάρη!…
    Ρέει — ρέει το βυζί μου,
    Κλαίει — κλαίει το παιδί μου.
    Κι αν δεν το ειπής του βασιλιά,
    Να μαραθούν τα λάχανα,
    Να ξεραθούν τα δέντρα!…

Πέρασαν μερικές μέρες και το περιβόλι όλο [ράπισε]. Κάηκαν τα λαχανικά, ξεράθηκαν τα δέντρα, χώνεψαν τα μοσχομύριστα φυτά, σαν να τα έδειρε αδρύ χαλάζι. Μόνον μπροστά στο παραθύρι της βασίλισσας έμεινε λίγη πρασινάδα και κει φώλιαζαν τα πουλάκια κι έχυναν την ευωδιά τους τα λούλουδα. Ο περιβολάρης έπεσε σε διπλή έγνοια. Έβλεπε του περιβολιού την κατάσταση και δεν ήξερε πώς να δικαιολογηθή στο βασιλιά. Άκουε και τα λόγια του πουλιού και δεν έβρισκε πώς να τα παραστήση. Κάθε πρωί ανέβαινε στα παλάτι και πάλι κατέβαινε τρομάζοντας την οργή του βασιλιά. Τέλος μια ημέρα, που ο βασιλιάς κατέβαινε να λαφοκυνηγήση, πήγε μπροστά, γονάτισε και με δάκρυα στα μάτια τα διηγήθηκε όλα.

Μπα! σαν τι πουλί είνε και λαλεί ανθρωπινά; είπε με παιζογέλασμα εκείνος.

Να! άκου το· λέει ο περιβολάρης.

Ο βασιλιάς γύρισε και είδε απάνω σε μια λεμονιά το χρυσό πουλί. Καθόταν στο ψηλότερο κλαρί και κοιτάζοντας τον άρχισε να κελαϊδή παραπονεμένα:

  — Βασιλιά μου πολυχρονεμένε
    Και καλέ κι αγαπημένε.
    Ρέει — ρέει το βυζί μου
    Κλαίει — κλαίει το παιδί μου.
    Κι αν το ήξερ' η μαννούλα του
    Χρυσή κουνίτσα τόφτιανε
    κι αργύρα κουνιστήρια!…

Ο βασιλιάς συγκινήθηκε· του φαίνεται πως δεν ακούει πρώτη φορά τη φωνή· πως και άλλοτε είδε αυτό το πουλί· πως τ' αγάπησε μια φορά. Αλαφροπατώντας πηγαίνει κάτω από τη λεμονιά και του λέει ήμερα και παρακαλεστικά:

— Κατέβα παρακάτου, πουλάκι μου.

Εκείνο τον κοιτάζει σα μαγεμένο, κατεβαίνει σε χαμηλότερο κλαρί και αρχίζει πάλι με γλυκύτερη φωνή:

— Βασιλιά μου πολυχρονεμένε Και καλέ κι αγαπημένε. Ρέει — ρέει το βυζί μου Κλαίει — κλαίει το παιδί μου. Κι αν το ήξερ' η μαννούλα του χρυσή κουνίτσα τόφτιανε, κι αργύρα κουνιστήρια.

— Κατέβα παρακάτου, πουλάκι μου· του ξαναλέει ο βασιλιάς.

Και κείνο κατεβαίνει, κατεβαίνει ακράτητα, σαν να το σέρνη μαγνήτης, όσο που πέφτει στην αγκαλιά του.

Ο ήλιος ήταν βασιλεμένος. Σε λίγο όλοι κοιμήθηκαν στο παλάτι.

Μόνον το πουλί δεν μπορεί να κοιμηθή. Μέσα στο χρυσό κλουβί, που το έκλεισε ο βασιλιάς, φτερουκάει χαρούμενο, βγάνει τη μυτίτσα του στα σύρματα και κοιτάζει τρυφερά, σαν να φιλή με τα μάτια την κούνια του βασιλόπουλου. Έπειτα πλαγιάζει το κεφάλι και αρχίζει ένα σιγαλό και αποκοιμιστικό νανούρισμα:

    Κοιμάται αστρί, κοιμάται αυγή, κοιμάται νιο φεγγάρι.
    Κοιμάται το παιδάκι μου απάν' στο μαξιλάρι!…

Η Κίσσα στην ίδια κάμαρη κοιμότανε βαθιά. Άξαφνα βγάνει ένα βογγητό· κρύος ίδρωτας την τσακίζει· τα χέρια της κινούνται σαν να θέλουν κάπου να πιαστούν. Αχ! τι όνειρο που βλέπει η δόλια! Ήταν, λέει, μέσα σ' ένα μεγάλο σπίτι, γεμάτο από χρυσάφι και μάλαμα, από διαμάντια και ρουμπίνια. Ήταν σκοτάδι, βαθύ σκοτάδι· ησυχία, που άκουε την ανάσα του κανείς! Και η Κίσσα έπαιρνε χρυσάφια, έπαιρνε ρουμπίνια, έχωνε αποδώ αποκεί, στις τσέπες, στο στόμα της… Πάει, θα διώξη τη φτώχια, δε θα ξενοδουλεύη πια! Θα γίνη και κείνη μεγάλη αρχόντισσα! Άξαφνα το σπίτι φωτίζεται· ακούονται γέλια, χαρές, τραγούδια… Πού να πάη να κρυφτή; Να, ακούονται πατήματα· κάποιος την πιάνει από το χέρι. Είνε η αδερφή της, η πεθαμένη αδερφή της, η Αυγή!… — Τι θέλεις εδώ; της λέει· τ' ήρθες να κάμης; Εκείνη θέλει να μιλήση, ανοίγει το στόμα της, μα δε μπορεί ούτε ν' ανασάνη… Και η αδερφή της δεν τη γνωρίζει… — Ήρθε να κλέψη· λέει μια άλλη γυναίκα, μαύρη, κατάμαυρη, απαράλλαχτη σαν τη Χάρμαινα. Ναι· ήρθε να κλέψη! Και γελώντας την αρπάζει στα δυνατά μπράτσα της και την πετάει κάτω από το παραθύρι… Η Κίσσα ξύπνησε με τρομάρα.

 — Ωχ! τι όνειρο! λέει, τρίβοντας με το χέρι το μέτωπό της. Τι
όνειρο!

Άξαφνα ακούει το νανούρισμα του πουλιού και της φαίνεται πως ακούει τη φωνή της αδερφής της. Ανατριχιάζει όλη, τινάζεται από το στρώμα.

— Α! λέει, εδώ θα ξεδιαλύνη τόνειρο; Όχι! δε θα ξεδιαλύνη.

Αρπάζει ένα μαχαίρι και τρέχει στο κλουβί. Μα την ίδια ώρα η πόρτ' ανοίγει και μπαίνει ο βασιλιάς. Και κείνος είδε απόψε τρομερό όνειρο· είδε πώς κιντύνευε το χρυσό πουλάκι του. Έτρεξε γοργά στο κλουβί, πήρε το πουλί στο χέρι και άρχισε να το φιλή λέγοντας τρυφερά λογάκια. Η Κίσσα μαζωμένη στη γωνιά έβλεπε πότε το βασιλιά, πότε το πουλί και κρύος ίδρωτας την τσάκιζε. Όσο και αν προσπαθούσε να κρατήση την καρδιά της, αδύνατο. Έκρυβε το λεπίδι μέσα στα φουστάνια της· μα τι που είχε φανερά λεπίδια τα δυο μάτια της, που έσφαζαν κατάκαρδα με το άστραμμά τους.

Άξαφνα το χέρι του βασιλιά ήβρε κάτι απάνω στο κεφάλι του πουλιού.

— Μπα! τ' είνε τούτο; λέει με απορία.

Χύθηκε απάνω του η Κίσσα.

— Μην τη βγάλης· μη για το Θεό! φωνάζει με λαχτάρα.

Ώστε να το ειπή εκείνη, ο βασιλιάς έβγαλε τη χρυσή βελόνα. Ωχ! ακούστηκε σύνωρα, ένα ωχ! τόσο παραπονιάρικο, που ράγισαν για μιας όλα τα μάρμαρα και τα τζάμια του παλατιού. Τίναξε τα φτερά του το πουλί και πήδησε νεράιδα χρυσοφορεμένη στο πάτωμα η Αυγή. Ο βασιλιάς έμεινε αφωνάλαλος. Γύριζε κι έβλεπε τις αδερφάδες και δεν ήξερε ποια από τις δυο ήταν η γυναίκα του.

— Εκείνη που σου λέγ' η καρδιά σου, εκείνη είνε η γυναίκα σου· του λέγ' η Αυγή.

Όσο θέλεις δούλευε κι όσο θέλει ο Θεός θα σου δώση. Όσα έκαμε η Κίσσα, τίποτα δεν κέρδισε. Ο βασιλιάς έμαθε τα έργα της κι απάνω στα θυμό του έχωσε την ίδια βελόνα στο κεφάλι της.

Η κακή αδερφή έγινε αμέσως πουλί. Μα όχι πουλί με χρυσά φτερά κι άργυρο σκουφούνι στο κεφάλι. Δεν κελαϊδεί γλυκά και πονετικά, που να μαραίνη τα δέντρα και τα λούλουδα. Έγινε όνομα και πράμα κίσσα, μαύρο πουλί, όπως ήταν η ψυχή της. Αλλάζει λογιών — λογιών φωνές και πάντα βρίσκεται στις ρεματιές κρυμμένη.