WeRead Powered by ReaderPub
Παλιές Αγάπες cover

Παλιές Αγάπες

Chapter 9: Η ΜΑΝΝΑ
Open in WeRead

About This Book

A sequence of short narratives portrays village life through stark, often tragic episodes that examine lingering affections, family obligations, jealousy, and the clash between human frailty and natural forces. Each story moves between intimate domestic moments and communal ritual, using realist detail and folkloric touches to render speech, custom, and environment. The tales reveal moral ambiguity and social pressure, showing how stubbornness, betrayal, or chance produce sudden violence, loss, or quiet endurance. Together they form a mosaic of popular life, alternating poignant interior scenes with scenes of harsh consequence and communal response.

ΚΡΥΦΟΣ ΚΑΗΜΟΣ

Η μάννα μου ήταν καλή και αγαθή, όπως όλες οι γυναίκες του καιρού της. Γλυκειά ημέρα ως τόσο δεν είδε με τον πατέρα μου γιατί — λες κι έφταιγε η δόλια! — έκανε όλο κορίτσια. Ξέρεις τι θα ειπή φτωχός και κορίτσια! Έξω απ' αυτό ακόμη ώριζαν Τούρκοι στο Μωριά κι ήταν καλύτερο να μην απόχταε κανείς παιδί παρά ν' αποχτήση θηλυκό. Κάθε νοικοκύρης που έβλεπε να πηγαίνη το σπίτι του μπροστά θλιβότανε περισσότερο από κείνον που δεν είχε τίποτα. Για τούτο κι ο πατέρας μου δεν έπαυε κάθε τόσο να της χτυπάη, κάπως στα χωρατά, μα πάντα πικραμένα:

— Μωρέ γυναίκα· δεν κάνεις και συ ένα σερνικό!…

Μια βραδειά μπήκε στο σπίτι ολόχαρος.

— Τέλειωσε, Καλομοίρα· είπε μόλις πάτησε στην πόρτα. Ό,τι παιδί κάνεις — ήταν ετοιμόγεννη η μάννα μου — θέλω να είνε σερνικό.

Σε λίγο γεννήθηκα εγώ. Όταν πήγαν να του πάρουν τα συχαρίκια, στέναξε βαθιά. — Ο γέρο Βαρσάμης, σκέφτηκε, οχτώ ντουφέκια· ο Βασίλης πέντε· ο κουμπάρος μου ο Ανέστης τέσσερα — και τι; — ένα κι ένα! Εγώ τίποτα για το Γένος! Εμείς θέλουμε άνθρωπους για σπαθί κι η γυναίκα μου γεννάει για τη ρόκα!… Και με το γρόθο του έδωκε μια κι έσπασε το τραπέζι.

— Μα δεν πειράζει· είπε σε λίγο. Εγώ θα το κάμω σερνικό. Θα γένη καλύτερο από σερνικό.

Το είπε κι έγινε. Μόλις μεγάλωσα λίγο, μου φόρεσε αντρίκια και μ' έλεγε Χρύσαντο από Χρυσή που ήταν τ' όνομά μου. Στη μάννα μου, σε όλους έτσι έλεγε να με φωνάζουν. Από μικρή με έμαθε στ' άρματα. Μέρα — νύχτα με δασκάλευε να παίζω το σπαθί, να λυγίζω το κορμί, να ρίχνω στο σημάδι. Την καθεμερνή μ' έπαιρνε στο χωράφι· τη γιορτή στο κυνήγι να κυνηγούμε τους λύκους και τ' αγριογούρουνα στη Δροσελή.

— Θέλω…να περνάς το βόλι απ' το δαχτυλίδι· μου έλεγε.

Πέρασαν έτσι κάμποσα χρόνια. Οι ραγιάδες άρχισαν κάπως ν' ανακατώνονται. Στις εκκλησιές διαβάζανε κάτι παράξενα τροπάρια για τους Αγαρηνούς. Οι χαλκιάδες κι οι τουφεξήδες νύχτα δούλευαν τα σύνεργα το πολέμου. Τα παλληκάρια γυμνάζονταν στ' άρματα, έχυναν βόλια, τραγουδούσαν τα κλέφτικα. Α! πώς έγινε και κείνο το αγουροξύπνημα! Την παραμονή του Βαγγελισμού — Πέφτη θυμούμαι ήταν — βλέπουμε κατά το κοντόβραδο το Σισίνη από τη Γαστούνη, το Σταματόπουλο από τα Λεχαινά και τον καπετάν Αντωνάκη από τη Μανωλάδα με καμιά τρακοσαριά παλληκάρια. Ο πατέρας μου είχε ρεματισμούς και δε μπορούσε να σηκωθή από το κρεβάτι. Με φώναζε να πάω κοντά, μου έζωσε τα σπαθί, μου έδωκε το καρυοφύλλι στο χέρι και·

— Σύρε με την ευκή μου· λέει. Ξέρεις, δεν είσαι γυναίκα, είσαι άντρας· πρέπει να είσαι άντρας! Πέφτε άφοβα στη φωτιά· σκότωνε όσους άπιστους μπορείς. Ο παπά Δημήτρης λέει, όσο περσότερους σκοτώνεις τόσα κρίματα συχωριώνται.

Η μάννα μου και τα κορίτσια παράμερα κρυφόκλαιαν. Εγώ ήθελα να κρατηθώ, μα τα έρμα μάτια μου ψιχάλιζαν. Η ώρα του μισεμού ανάστησε στην καρδιά μου κάτι που δεν το ένιωθα πριν. Το σπίτι με τράβαε. Έβλεπα τα στρωσίδια του κρεβατιού, τον αργαλειό, την ανέμη, τ' άλλα του σωθέματα και πίστευα πώς ήταν δικά μου εργόχειρα. Έβλεπα τις γυναίκες και κάτι μέσα μου μ' έσπρωχνε να τρέξω, να τυλιχτώ στα φουστάνια τους, φυλαχτό να τα βάλω στην τρέλλα του πατέρα μου. Α! το σπιτικό πουλί κι αν το φερε η μοίρα να κρεμάση αϊτού φτερά, πάντα τρομάζει να πετάξη στα κορφοβούνια! Κρύος ίδρωτας με τσάκισε και το κορμί λάγκευε κάτω από τ' άρματά μου. Σαν να το μάντεψε ο γέροντας, πήδησε από το στρώμα του, μ' έσπρωξε στην πόρτα και με φίλησε.

— Σύρε στο καλό, λέει με τρεμουλιαστή φωνή! Σα φύγουν οι Τούρκοι από το Μωριά, τότε να γυρίσης και συ.

Η Γαστούνη εκείνον τον καιρό ήταν κεφαλοχώρι. Εκεί καθότανε ο βόιβοντας, ο κατής, άλλοι μεγάλοι Τούρκοι κι ο Σισίνης που ήταν Μορογιάνης του Σουλτάνου. Ανήμερα του Βαγγελισμού την πατήσαμε. Οι Τούρκοι υποψιάστηκαν και δεν ήβραμε ψυχή από δαύτους. Εκεί να έβλεπες το ρωμαίικο τ' ασκέρι! Ρίχτηκαν στα τούρκικα κονάκια, άρπαξαν ασημικά, άρπαξαν ρούχα, τα φόρτωσαν στ' άλογα και δρόμο για τα χωριά τους.

 — Σταθήτε, μωρέ παιδιά· εμείς ήρθαμε να πολεμήσουμε! τους φώναζαν
οι καπετανέοι.

Πού εκείνοι! Σε λίγη ώρα μαθαίνουμε πώς οι Τούρκοι γύριζαν πίσω.
Πήγαν να περάσουν στου Λάλα, μα στο Στενό τους χτύπησε ο καπετάν
Βιλαέτης με τους Πυργιώτες και τους ανάγκασε να πισωπατήσουν

— Τι θα κάνουμε τώρα; ρωτάει ο Σισίνης,

— Τι θα κάνουμε! Θα τους βαρέσουμε· λέει ο καπετάν Αντωνάκης.

Όσοι μείναμε κινήσαμε να βαρέσουμε τους Τούρκους. Τους απαντήσαμε ανάμεσα Ροβιάτα και Σαβάλια. Καθώς μας είδαν έβαλαν τα χαρέμια στη μέση και με φωνές χύθηκαν απάνω μας. Σκορποχώρι εμείς.

Ούτε του πατέρα μου τα λόγια συλλογίστηκα ούτε ντροπή. Άκουα το άλα! άλα! των Τούρκων πίσω μου, τ' άγρια ποδοβολητά τους κι έλεγα τώρα το βόλι θα χωθή στην πλάτη μου. Πήδαγα τράφους, χαντάκια, αγριάγκαθα, χωρίς να σκέφτομαι άλλο παρά πώς να ξεφύγω τη λύσσα τους. Άξαφνα βλέπω μπροστά μου το Σταματόπουλο. Ήταν γέρος και παχύς· μόλις μπορούσε να κουνηθή. Το κοπέλι του με το πρώτο τσάκισμα καβάλικε τ' άλογό του κι έφυγε.

 — Σώσε με, παλληκάρι, ν' αγιάσουν τα πεθαμένα σου· φωνάζει
αγκομαχώντας. Ντροπή στα νιάτα ν' αφίνουν πίσω τα γεράματα…

Σταμάτησα. Χωρίς να ειπώ λέξη, γονάτισα, τον πήρα στον ώμο και τραβώ για τη Γαστούνη. Μα οι Τούρκοι σε λίγο μας έφτασαν.

 — Τώρα, γέρο μου, του λέω, κάμε το σταυρό σου· Η Παναγιά ας βάλη το
χέρι της.

Τον απίθωσα χάμω και στάθηκα μπροστά του με το καρυοφύλλι. Σε λίγο έριξα, μα δεν ξέρω αν σκότωσα κανένα. Ένιωσα μια κοπανιά στο κεφάλι· τα μάτια μου θαμπώσανε και σωριάστηκα χάμω.

Τι έγινε ύστερα δεν ξέρω· για το γέρο Σταματόπουλο δεν άκουσα τίποτα. Όταν συνήρθα, ήμουν ξαπλωμένη στο κρεβάτι κι ένα όμορφο παλληκάρι έστεκε απάνω από το κεφάλι μου.

Ήταν καλή καρδιά ο Δήμος ο Βαρόσης· εκείνος μ' έσωσε από τα χέρια των Τούρκων. Από τότε γινήκαμε φίλοι· νύχτα — ημέρα μαζί. Θα πήγαινε κείνος στη βάρδια; Κοντά και γω. θα μ' έστελναν με τον καπετάν Λάππα να στρατολογήσω στα χωριά; Κοντά εκείνος. Ο πικρός σίφουνας που άρχισε την ημέρα του Βαγγελισμού όσο πήγαινε και δυνάμωνε. Πόλεμος στου Λάλα, στην Πάτρα, στο Σανταμέρι, στο Χλιμούτσι! Αίματα, φωτιά, δάκρυα, εκδίκησες! Ο ραγιάς άλλαξε· σήκωσε [καφάλι] και κοίταζε άφοβα τον αγά, τον προεστό και το θάνατο.

Έτσι λίγο — λίγο άλλαξα και γω. Ό, τι δεν έκαμαν τα λόγια του πατέρα μου, έκαμε ο κίντυνος κι η κακοπάθεια. Δε με τρόμαζαν πια οι σκοτωμένοι και τα αίματα ούτε με συγκινούσαν τα δάκρυα, ο χωρισμός, η ορφάνια. Σ' ένα μονάχα δε μπόρεσα ν' αλλάξω, στη ματιά του Δήμου μου. Αχ, το κακοθήλυκο! Το κακοθήλυκο! Τι να κάμουν τ' άρματα και τα φορέματα; Τι να κάμη το θέλημα του γονιού; «Θέλω να είσαι άντρας!» Ε καλά! Και γω το ήθελα· μα πώς; Πού θα βρεθή η ασημόβεργα της μάγισσας ν' αλλάξη τη γυναίκια φύση, όπως αλλάζει σε κάρβουνα τους θησαυρούς στα παραμύθια; Ωχ! τι αγρύπνιες μέσα στον κάματο και τι φαρμάκια στη χαρά της νίκης! Πόσες φορές την αγάπη μου την έπνιξα σε θυμούς και πικρά λόγια εναντίον του! Ήρθαν στιγμές που σήκωσα ν' αδειάσω την πιστόλα στα στήθη του, να σβήσω στο αίμα του τη λαύρα που με δαιμόνιζε. Δοκίμασα να φύγω από κοντά του, να πάω με άλλον καπετάνιο. Μα τα πόδια μου μ' έφερναν πάλι πίσω, όπως το τυφλάλογο στο πράσινο λιβάδι.

Μια ημέρα λίγο έλειψε να προδοθώ μοναχή μου. Όσο τη θυμούμε κείνη τη μέρα, ανατριχιάζω. Ο Σισίνης μας έστειλε μ' εκατονπενήντα παλληκάρια στον Κολοκοτρώνη. Είμαστε στα Δερβενάκια κι είχαμε καρτέρι του Δράμαλη, που γύριζε για την Κόρθο. Εμείς με το Νικηταρά είχαμε τον Άη Σώστη. Οι Αλωνιστιώτες το Αγριλόβουνο, ο Αντωνάκης Κολοκοτρώνης το Ζυγό. Εγώ κι ο Δήμος είμαστε γονατιστοί πίσω απόνα πουρνάρι και καρτεράγαμε να μπούνε οι Τούρκοι στη ρεματιά. Εκείνος με κοίταζ' έτσι γονατιστή και θάμαζε. Εγώ — ξέρεις — μη με τηράς τώρα· τότε ήμουν όμορφη, πολύ όμορφη! Έχωνα στην τραχηλιά το λαιμό μου, έκρυβα τα χέρια, έσφιγγα τα στήθη μου, άλλαζα τη φωνή μου, μα πού! Τα κατακαημένα νιάτα φαίνονται, βλέπεις!

— Όρε αδερφέ Χρύσαντε, τι χεράκια είνε φτούνα; μου λέει άξαφνα. Δεν κάνουν για σπαθί παρά για βελόνι.

Αλαφιάστηκα· έριξα τα μάτια χάμω και μ' έπιασε σύγκρυο.

— Μα το σταυρό, λέει πάλι· αν δε σε γνώριζ' από καιρό, θα λεγα πως είσαι γυναίκα. Και πώς σ' αγάπησα! όχι άλλον άνθρωπο δεν αγάπησα έτσι!…

Ξύπνησε μέσα μου το φίδι! Τα λόγια του ανάδεψαν στα φυλλοκάρδια μου τον αμαρτωλό σπόρο της Εύας. Γύρισα τα μάτια ψηλά· κόντευε να βασιλέψη ο ήλιος. Τ' απόσκια πέφτανε στη ρεματιά! Εκείνο το σιγαλό μουρμούρισμα του νερού, το παθητικό τσιτσίρισμα των πουλιών κι η μοσκοβολάδα, που έβγαινε από τα θυμάρια, όχι, δεν ήθελαν πόλεμο· έκραζαν την αγάπη. Άναψαν τα μάγουλά μου και τα μάτια μου μισόκλεισαν. Έτρεμα ολόκορμη· τα μέλη μου έγιναν βαρειά και μαλακά σαν προζύμι. Ένιωθα κατιτί στυφό στο λάρυγγά μου, που δε με άφινε να πάρω ανάσα. Σήκωσα τα μάτια να τον ιδώ, και τα χείλη του, τα κόκκινα χείλη του, με τραβούσαν στην Κόλαση.

— Μπαμ! βρόντηξε μια ντουφεκιά.

Πήδησα ορθή. Έπεσε το πρώτο ντουφέκι κι ακούστηκε η φωνάρα του Κολοκοτρώνη. Οι Τούρκοι μπήκανε στη ρεματιά· οι καπεταναίοι τους χτύπησαν και τους έστειλαν απάνω μας. Τους χτυπήσαμε και μεις· τα έχασαν, θέλουν να πισωπατήσουν, μα δεν έχουν πούθε να κάνουν κι άλλοι γκρεμίζονται και τους συνεπαίρνει το ρέμα, άλλοι σκοτώνονται συνατοί τους. Τι φονικό που γίνηκε! Ακόμη σωροί κοίτονται τα κόκκαλά τους εκεί.

Ο Δήμος ήταν μαζί μου στην αρχή· μα τον έχασα. Τον γύρεψ' αποδώ, αποκεί, φώναξα. Πού ν' ακουστής μέσα στην ανακατοσούρα και την αντάρα! Έβλεπες το σπαθί και χτύπαε στο κόκκαλο και πέταε σπίθες. Δυο ώρες βάσταξε το πελέκι. Όσοι γλύτωσαν, έφτασαν κακοί κακώς στην Κουρτέσα. Τα παλληκάρια τότες ρίχτηκαν για λάφυρα.

Εγώ είχα μια σπαθιά στο κεφάλι και το αίμα μού θάμπωνε τα μάτια. Έκατσα σ' ένα κοτρώνι να ξεκουραστώ. Το φεγγάρι ξετύλιγε χλωμά σάβανα στο μακελειό. Άλογα έτρεχαν χλιμιντρίζοντας και φτερνοκοπώντας τα χαλίκια· άλλα έσερναν ακόμη στη σέλλα νεκρά τ' αφεντικά τους. Ίσκιοι φάνταζαν στα πλάγια πελώριοι· κάπου άστραφτε μια πιστολιά. Αναστενάγματ' αποδώ, κλάματ' αποκεί, που ήταν να φρίξη κανείς.

Άξαφνα θυμήθηκα το Δήμο κι ανατρίχιασα. Τάχα τι να γίνηκε; Τινάχτηκ' απάνω κι έτρεξα πέρα — δώθε πατώντας τους σκοτωμένους και φωνάζοντας. Φώναζα, ούρλιαζα και γω δεν ξέρω τι έκανα. Σε λίγο απόστασα και στάθηκα. Φωνάζω πάλι· μάτα φωνάζω. Ούτε φωνή ούτε ακρόαση. Το αίμα έτρεχε από την πληγή μου. Κατάλαβα πως θα λιγοθυμούσα κι έπεσα σ' ένα θυμάρι. Εκεί ακούω σαν σιγαλό βογγητό πίσω μου. Γυρίζω, βάζω φωνή·

— Δήμο! Δήμο μου!

— Χρύσαντε, αδερφέ μου!…

Πήρα το κεφάλι του στην αγκαλιά μου, κόλλησαν τα χείλη μου στα δικά του. Αχ! τον έφαε το βόλι το πικρό. Τι δε θα δινα για να του δώκω ζωή! Τι δε θα κανα για να γνωρίση τι λογίς ήταν η αγάπη μου!

— Άκου, Δήμο μ'! άκου. καλέ μου! έκραζα μεγαλόφωνα στ αφτί του.

Ήθελα με το μυστικό μου να του σταματήσω το θάνατο. Του κάκου! Παίξανε τα ματόφυλλα μια στιγμή κι οι κόρες του στυλώθηκαν απάνω μου. Κι είχαν κάτι σαν ξάφνισμα και σαν παράπονο. Το άκουσε τάχα; Τάχα λυπήθηκε, όπως εγώ, που δεν το έμαθε προτήτερα: Ποιος ξέρει. Μα τι φταίω και γω; Άλλοι τότε ήταν οι καιροί και κείνο που έχτιζε η αγάπη γρήγορα το χάλαε η καταδρομή. Για τούτο και γω δεν πάτησα το θέλημα του πατέρα μου. Έγινα κι έμεινα άντρας.

Τι κακομοιριές κι οι δικές μας!

Η ΜΗΤΡΙΑ

Είνε κάπου είκοσι χρόνια κλειστά. Είκοσι χρόνια στο μνήμα το άραχνο ο Βασίλης· άλλα τόσα στο μνήμα των ζωντανών, στη φυλακή εγώ. Τώρα με τρώγ' η ψείρα κι η κακομοιριά· μα θυμούνται ακόμη στο χωριό τα καλά του Θανάση Βρυσώτη και δείχνουν τα σπίτια του στους ξένους.

Αχ, τι χρόνια και κείνα! τι ζωή βασανισμένη στους τέσσερους τοίχους της φυλακής, στους χίλιους μέσα και χωρίς συντροφιά!… Μα τι λέω χωρίς συντροφιά; Είχα το καποτάκι του παιδιού μου, που κάθε ώρα ψήλωνε βουνό μπροστά μου κι έδειχνε το Βασίλη με τα βόλια στο ριζάφτι. Τι λέω χωρίς συντροφιά; Είχα στα στήθη μου κάπιο πράμα που σφύριζε βουβά κι αδιάκοπα, σαν άγρυπνη κουρούνα: φονιά! φονιά!… Και σαν σφάλιζα τα έρμα μου τα μάτια κι έγερνα το κεφάλι να πάρω λίγον ύπνο, έβλεπα τη Ζωίτσα με τα νυφιάτικα και τα λυτά μαλλιά της, χλωμή καθώς ήταν την ώρα που την απιθώσαμε στο μνήμα, να μου φωνάζη δυνατά:

 — Σκυλί! τι έκαμες το παιδί μας; Πού είν' ο αρρεβώνας που σ'
άφηκα;… Καταραμένος να ήσαι!…

Και γω τιναζόμουν απάνω σαν το λάφι και γονατιστός της γύρευα συχώρεση, Όχι! δεν ήθελα, να είμαι καταραμένος!…

Λένε πως το χειρότερο κακό να κάμη ο άνθρωπος, άμα μετανιώση, άμα με τα δάκρυά του γεμίση ένα δισκοπότηρο, ο Θεός τον συχωράει. Εγώ χιλιάδες, ναι, χιλιάδες δισκοπότηρα γέμισα από τότε! Και όμως, και όμως τι; Τ' αγλύκαντο νερό δε θέλει να ξεπλύνη τα μαύρα γράμματα! Α, ναι, το πιστεύω· δίχως το θέλημα Θεού μήτε πουλί στο βρόχι. Ποιος ξέρει τι αμαρτίες είχα και με παιδεύουνε τώρα; Ποιος θυμάται, αν τότε, μέσα στα καλά μου, συλλογιζόμουνα κανένα;

Ο πατέρας μου ήταν παπάς. Εμένα με είχε αναγνώστη κι έλεγα τον Απόστολο κάθε Κυριακή στην εκκλησιά του χωριού μας. Εκείνος, όταν ήταν παιδί, έκανε τα δικά του. Για τούτο εμένα που μ' έβλεπαν από μικρό, ήσυχο και ταπεινό, έλεγαν οι χωριανοί; από ρόδο βγαίνει αγκάθι κι απ' αγκάθι βγαίνει ρόδο.

Ο πατέρας μου βιάστηκε να με παντρέψη.

 — Μπορεί να κλείσω καμιά μέρα τα μάτια και να μην ιδώ τις χαρές του
γιου μου· έλεγε.

Έξω απ' αυτό ήθελε να με παντρέψη για να με κάμη παπά και να με αφήση στο πόδι του σαν πεθάνη.

Έτσι ούτε το σπίτι έχανε τ' όνομά του, ούτε μας έπαιρνε άλλος στο χωριό τα πρωτάτα. Εγώ, σαν μου το είπε, δε δυσκολεύτηκα, γιατί μου έδινε γυναίκα της καρδιάς μου. Μα από την πρώτη μέρα, την ημέρα του γάμου, φάνηκε πώς δεν ήταν με θέλημα Θεού. Το θυμούμαι τώρα κάποτε και σηκώνονται τα μαλλιά μου. Τρεις φορές τα στέφανα έπεσαν από της νύφης το κεφάλι στο χώμα! Κακό σημάδι! Η άμοιρ' η Ζωίτσα γύρισε και με κοίταξε με βλέμμα παραπονιάρικο, σαν να ήθελε από τη στιγμή του ταιριαμού μας, να μου θυμήση την ώρα του παντοτινού χωρισμού. Κι έπειτα όταν έμπαινε σπίτι — ακούς, αδερφέ! — μέσα στη βιασύνη, ούτ' ένα κομμάτι σίδερο δε βρέθηκε να βάλουν στα πόδια της. Όλοι ένιωσαν πως το αντρόγυνο δεν ήταν στερεωμένο. Και να που έγινε αλήθεια! Απάνω στο χρόνο η Ζωίτσα πέθανε από τη γέννα… Κακομοίρα γυναίκα· η τύχη η δική μου σε συνεπήρε!…

Ο κόσμος άρχισε αμέσως τα δικά του:

— Κλαίω εκείνη που πέθανε νια και παρανιά· αμ' τι; — το Θανάση! Εκείνος ήταν τυχερός που έζησε το παιδί και θα κρατήση την προίκα! έλεγαν.

Μα δεν είν' έτσι. Κλαίγε τον όποιου πεθάν' η γυναίκα και τ' αφήση και μικρό παιδί. Τι να κάμω; Πώς να τ' αναθρέψω εκείνο το παιδί; Ήθελε βυζί· ήθελε συγύρισμα. Στο τέλος άκουσα τα λόγια των δικών μου και παντρεύτηκα πάλι.

Μα κάλλιο να τρωγε το κεφάλι της η συμπεθέρα, που τα φτιασε να μπάσω την Ακριβή στο σπίτι μου. Φωτιά έπεσε αμέσως και μας έκαψε. Ακούς, αδερφέ, ν' αλυχτήση τη μάννα μου, όταν μπήκε νύφη! Τ' άκουσαν οι συμπεθέροι που το είπε: «Χαμ, χαμ, πεθερά! — νάμπω γω νοικοκυρά!» Κι η δόλια μάννα μου πού το ήξερε να πάη να κρυφτή; Νύφη, σου λέει, μπάζω δεν μπάζω οχιά! Και μήπως το βράδυ; Το βράδυ, η σκύλα, έκατσε κι έφαε. Ο κόσμος βούιξε;

— Η νύφη του παπά έφαε, θαν τη φάη την παπαδιά.

Κι αλήθεια· σε τρεις μήνες πέθανε η μάννα μου. Σε λίγο πάει απόκοντα κι ο πατέρας μου!

Τώρα δεν απόμεινε άλλο ν' αγαπάω στον κόσμο παρά ο Βασίλης, το παιδί της Ζωίτσας. Πόσα πέρασα όσο να τ' αναθρέψω και κείνο!… Η Ακριβή από την ώρα που μπήκε στο σπίτι άρχισε δικό της λογαριασμό. Το παιδί τής καθότανε παλούκι στο μάτι· όλο με το φου! και με το φου! το πήγαινε. Και μήπως μπορούσα να της μιλήσω; Μ' έβανε μπροστά και πού να τα βγάλω με τη γλώσσα της! Δεν έκανα άλλο παρά να θυμούμαι τη συχωρεμένη τη Ζωίτσα και να κλαίω. Τι γλυκομίλητη! Τι ταπεινούλα γυναίκα! Κι όσο θυμούμαι που έσπασα το πιάτο στο κεφάλι της μια μέρα. Ποιος ξέρει; Μπορεί από κείνο να πήγε παράκαιρα στο μνήμα, η δόλια!

Μα τι κακή ψυχή και κείνη η Ακριβή! Φαινότανε από το πρόσωπο. Τα μαλλιά της ήταν χοντρά, άγρια και κόκκινα· τα μάτια της γαλάζια και τ' ασπράδι τους κίτρινο, λες και είχε χρυσή· η μύτη της γυριστή ως τα χείλη και τα χείλη της φουσκωτά και μπλάβα σαν μελιτζάνα… Άμα θύμωνε, λύκος έμοιαζε. Ωχ, π' ανάθεμά την! Μ' έκαμε κι έγινα με όλο τον κόσμο οχτρός. Κάθε ημέρα σήκωνε τη γειτονιά στα ποδάρι. Κατάντησε τα σπίτι μου να βγάλη το χειρότερο όνομα. Ο Θεός να φυλάη από τέτια γυναίκα! Ως τόσο ο Βασίλης, άξενε κι ομόρφαινε.

— Ε, να του ζήση εκείνο το παιδί, έλεγαν οι χωριανοί. Σ' ένα — δυο χρόνια θαν το 'χη δεξί του χέρι..

Και πώς έμοιαζε της μάννας του! σαν δυο σταλαματιές νερό. Άμα με κοίταζε με κείνα τα μεγάλα και μαύρα — μαύρα μάτια του, μου φαινόταν πώς είχα τη Ζωίτσα μπροστά μου. Έκαμα κι άλλα παιδιά με την Ακριβή, μα να ειπώ την αμαρτία μου, ούτε ήθελα να τα βλέπω. Σιχάθηκα τη μάννα, σιχάθηκα και τα παιδιά. Για κείνο κι η Ακριβή θύμωνε.

— Κουρούνη! δεν τηράς και τ' άλλα σου παιδιά! Δεν ξέρω τι βρίσκεις σ' αυτό τα τιποτένιο! έβριζε.

Έτσι διάβαιναν τα χρόνια. Ο Βασίλης έφτασε δεκαπέντε χρονών· — παιδί παλληκάρι! Σου πάταγε δουλειά για μεροκάματα. Μα η Ακριβή δεν έπαυε τις γρίνιες της.

— Να σου ειπώ, Ακριβή· της λέω μια μέρα που έλειπε το παιδί. Τ' έχεις και τρώγεσαι με το Βασίλη; Τώρα το παιδί μεγάλωσε· καταλαβαίνει την προσβολή. Έπειτα οι σπιούνοι δε λείπουν από τον τόπο. Μπορεί να το κάμουν να θυμώση και να μας πετάξη όξ' από το σπίτι!

— Όξ' από το σπίτι!…

 — Ναι· το σπίτι είνε της μάννας του. Τα χωράφια, τ' αμπέλια, όλα
της μάννας του είνε. Από σένα δεν πήρα τίποτα.

 — Δεν πήρες τίποτα, μα πήρες γυναίκα που δε σου πρεπε· μ' έκοψε
κείνη θυμωμένη.

Ορίστε! μίλα της τώρα.

— Όλα καλά τα λόγια που λες, γυναίκα· μ' αν θυμώση ο Βασίλης, μας πετάει όξω και περπατούμε γδυτοί, εμείς και τα παιδιά μας.

Ωχ! σαν της είπα έτσι. Άναψ' ο γιαλός και κάηκαν τα ψάρια.

— Να πάρη το σπίτι! Να περπατήσουν γδυτά και πεινασμένα τα παιδιά μου! Το φαρμακώνω! φώναξε η σκύλα.

Εγώ τρόμαξα, καθώς την είδα έτσι. Κρύος ίδρωτας μ' έπιασε σαν άκουσα να ειπή: το φαρμακώνω! Μα τα λόγια μου έκαμαν τη δουλειά τους. Από τότε κλειδωνιά έβαλε στο στόμα της. — Βασίλη μου από δω — Βασίλη μου από κει, το πήγαινε. Έπαψε τις φωνές, έπαψε τις γρίνιες και άρχισε να καλοπιάνη και μένα… Πήγε η καρδιά στη θέση της. Α! δεν είνε άλλο καλύτερο από την ομόνοια μέσα στο σπίτι.

— Δόξα νάχη ο Θέος! έλεγα που φαγα γλυκό ψωμί. Και λησμόναγα τα παλιά μου τα βάσανα.

Αχ! που να ήξερα πως τα λόγια της ήταν γεμάτα φαρμάκι. Σε λίγο, σαν κατάλαβε πως μ' έφερε στα νερά της, άρχισε να μου καλαναρχά τα λόγια που της είπα εγώ προτήτερα:

— θα μας πάρη το βιος μας· θα μείνουμε γδυτοί και πεινασμένοι εμείς και τα παιδιά μας!

Μωρέ ας βγαίνη ο ήλιος κι ας βγαίνη στα βουνά! Ας ζη το παιδί μου κι ας κάμη ό,τι θέλει· έλεγα μέσα μου. Μα εκείνη τη δουλειά της· μέρα — νύχτα τριβέλι με πήγαινε.

— Να· εγώ το σκοτώνω, σα δεν έχεις καρδιά εσύ! Σα δεν πονείς τ' άλλα σου παιδιά!

Δεν είχα καρδιά! δεν πονούσα τα παιδιά μου! Αμ για κείνα τα παιδιά είνε που κάνει τόσα και τόσα ο άμοιρος ο γονιός. Κλέφτης γίνεται, άδικος, ψεύτης, φονιάς και πάντα για τα παιδιά του. Τι το θέλεις· μ' έφαγε κείνη η γλώσσα! Όσο μπόρεσα βάσταξα· δεν μπόρεσα πια!

Ήταν θυμούμαι στα καλαμπόκια. Αποβραδίς ήρθαν δυο — τρεις γειτόνοι και λέγαμε παραμύθια για να περάσ' η ώρα. Είχαμε και λίγο κρασί και κουτσοπίναμε. Έβλεπα την Ακριβή που με συχνοκερνούσε με γέλια και χαρές· μα που να ξέρω το φίδι που με δάγκωνε στην καρδιά! Σαν έφυγαν οι γειτόνοι πήγαμε και μείς να πλαγιάσουμε στην καλύβα. Ο Βασίλης, δεκάξι χρονών παλληκάρι, κοιμότανε στ' αλώνι, στο σωρό κοντά. Η Ακριβή άρχισε πάλι τη δουλειά της. Μου πιπίλισε το μυαλό με τα λόγια της. Εγώ ήμουνα σκοτισμένος από το κρασί. Δεν ήμουν πια ο Θανάσης Βρυσιώτης, ο προκομμένος του χωριού παρά ένα ζωντόβολο. Η Ακριβή το κατάλαβε και βάσταξε το σκοπό της. Και μέσα στο χάραμα, χωρίς να ξέρω τι κάνω, μ' έβαλε στον τράφο, με γονάτισε, μου δωκε το ντουφέκι στο χέρι, κι έριξα!

Αχ! ανάθεμα που ακούει γυναίκας λόγια!… Πάει το παιδί μου, χάθηκε! Θυμούμαι στο αχνό φως του φεγγαριού, ένα μαύρο πράμα να κατρακυλά και να δέρνεται στ' αλώνι! Και μέσα στο αλύχτημα των σκυλιών, άκουσα ένα ωχ! Εκείνο το ωχ! με πάγωσε. Όταν σε λίγο έτρεξαν οι χωριανοί, με ήβραν εκεί καρφωμένον, με το ντουφέκι ακόμη στο χέρι να τους κοιτάζω άλαλος.

Έξι μήνες έχω που βγήκ' από τη φυλακή· μα δε μου βαστά η καρδιά να πατήσω στο χωριό. Αλήθεια μια φορά πήγα νύχτα να ιδώ και να φιλήσω το μνηματάκι του γιου μου· μα πού!…Τα κυπαρίσσια έγειραν να με δείρουν με τις κορφές τους και άκουσα να μου φωνάζουν:

— Πίσω φονιά! πίσω!…

Λάκισα· και γυρίζω τώρα χωρίς ελπίδα, χωρίς παντοχή, μακριά από το σπίτι μου, δίχως φίλους και δικούς.

Αλίμονο του που ακούει γυναίκας λόγια! Μα έγνοια σου και κείνη· έμαθα την κατάντια της. Κακή κακώς ξεψύχησε!…

Η ΜΑΝΝΑ

Πλάγιασα εκείνη τη νύχτα — φοβερή νύχτα, του Δεκέβρη — μέσα σ' ένα ανεμόμυλο του Τρουμπέ. Πλάγιασα, μα δεν κοιμήθηκα. Ο δρόλαπας έξω σάρωνε απ' άκρη σ' άκρη τον Κάμπο κι έκανε τους δρόμους αδιάβατους. Χίλιες φωνές και μύριοι χτύποι άλλαζαν στο λεφτό. Μόλις ξεθύμαινε το αστραπόβροντο, άρχιζε ο βόγγος του ανέμου κι έπειτα των κεραμιδιών ο θρήνος και των δέντρων ο δαρμός. Και στο αναμεταξύ πηδούσε άξαφνα αιματοπήχτρα η φωνή της κουκουβάγιας, και κείνη πλάκωνε ανάρια — νάρια η κλαγγή της καμπάνας. Κατά τη χαραυγή όμως ησύχασαν τα πάντα και όταν σηκώθηκα, ήβρα το μυλωνά στον προσηλιακό, κοντά στη σταχτερή γάτα του, να μπαλώνη ένα τρυπημένο σακκί.

— Καλή νυχτιά κι απόψε· ε; του είπα μόλις τον καλημέρισα.

— Θαρρείς πως μια γυναίκα θα κανε λιγότερο, αν της άρπαζαν το παιδί; με ρώτησε κείνος, κοιτάζοντας περίεργα.

Τον κοίταξα και γω περίεργα, χωρίς να καταλαβαίνω τι έχει να κάμη μια νύχτ' αγριεμένη με μια γυναίκα που της αρπάζουν το παιδί. Μα ο Γιαννάκης Ξηνταράς, ο μυλωνάς, βρέθηκε πρόθυμος να μου αποδείξη πως έχει και παράχει και μου διηγήθηκε την ακόλουθη ιστορία:

— Κοίτα δεξιά τους βράχους του Σανταμεριού· κοίτα και ζερβά το κάστρο του Χλιμούτσι. Και τα δυο κάστρα τα έχουν χρόνους τώρα και καιρούς δυο νεράιδες αδερφάδες. Μα κι οι δυο τους είχαν μια χαρά και μια λύπη. Εκείνη που πήρε το Χλιμούτσι χαιρότανε γιατ' ήταν όμορφη και λυπόταν γιατί δεν είχε παιδιά. Η άλλη που πήρε το Σανταμέρι λυπόταν γιατ' ήταν άσκημη και χαιρόταν γιατ' είχε παιδιά. Τα παιδιά, βλέπεις, είνε η μοναχή ευτυχία στα σπίτι. Όταν τα έβλεπε, το ένα να κυλιέται στο πάτωμα, τ' άλλο να πηδά και να γελάη χωρίς αιτία, το άλλο να θέλη με το καλάμι να φτάση το Θεό, λησμονούσε την ασκημιά της και όλα. Αν τηραζότανε καμιά φορά στον καθρέφτη κι έβλεπε το σύζαρο πρόσωπό της, τραβιότανε πίσω κι έλεγε χαμογελώντας:

— Τα νιάτα μου τάδωκα στα παιδιά μου.

Κι αλήθεια είχε πέντε σερνικά όμορφα σαν αχτίνες.. Είχε κι ένα κοριτσάκι ίδια η Πεντάμορφη!

Μα η άλλη νεράιδα, που είχε το Χλιμούτσι, τι να ειπή και πώς να παρηγορηθή! Τι κι αν ήταν γαλανομάτα κι όμορφη; Τι κι αν έδινε το βιος του για να την κάμη ταίρι ο Αράπης της Αυλακιάς: Τι κι αν τα Ξωτικά του Λίντζη χαλούσανε τον κόσμο με τα ταμπουρλονιάκαρα, την ομορφιά της τραγουδώντας; Όταν θυμόταν — και τα θυμότανε κάθε λίγο και λιγάκι, η δόλια! — πως ήταν μοναχή, καταμόναχη στο κάστρο της· πως οι αυλές κι οι πόρτες και τα δώματα έμεναν έρημα, βουβά, ανατριχίλα την έπιανε κι έπεφτε του θανατά. Κι όλο έκλαιε, έκλαιε, Γιατί τάχα και κείνη να μην έχη ένα παιδί; Γιατί Θε μου, γιατί διάτανε! να μην έχη ένα παιδάκι, μικρό, παχουλό, ροδοκόκκινο παιδάκι, να κλώθη τα σγουρά του μαλλιά με τα δάχτυλά της, να δένη στο λαιμό της τα μικρά χεράκια του, να γελάη με το αθώο του γέλιο, να παίζ' η γλωσσίτσα του λέγοντας αδιάκοπα:

— Μάννα, μαννούλα μου γλυκειά!…

Μια μέρα που πήγε στην αδερφή της και γνώρισε την ευτυχία που χαρίζουν τα παιδιά, κόντεψε να τρελλαθή από τη θλίψη της.

 — Να σου ειπώ, καημένη· δε μου δίνεις και μένα ένα παιδάκι; της
είπε με τα δάκρυα στα μάτια.

— Τι το θες;

— Να το χω συντροφιά. Γένουμε τόσο κακά μοναχή μου! Αρρωσταίνω.

— Ου καημένη! Δε δοξάζης το Θεό, που σε φύλαξε από δαύτα!

Η άσκημη έκανε τάχα πως είνε βαργομισμένη από τα παιδιά.

— Πάρε όποιο θες· είπε τέλος στην αδερφή της.

Έτσι κι έγινε. Όταν έφυγε το βράδυ, πήρε μαζί της και το καμάρι του
Σανταμεριού, την όμορφη κόρη της άσκημης νεράιδας.

Πέρασαν μήνες και καιροί, μα ούτε την αδερφή ούτε την κόρη της είδε πια η άσκημη. Χάνει μια ημέρα την υπομονή, κινάει και πηγαίνει στο Χλιμούτσι. Μα βρίσκει το κάστρο έρημο και βουβό, τις πόρτες μανταλωμένες, χορταριασμένα τα δώματα. Χτυπάει τις πόρτες, δέρνει τους τοίχους, φωνάζει, κλαίει, μα τίποτα. Η νεράιδα η όμορφη με την όμορφη κόρη παίζει μέσα και γελάει και κάνει πως δεν ακούει τη μάννα, τη θλιβερή μάννα, που χτυπιέτ' έξω και δέρνεται για την κόρη της, για την ίδια της την ομορφιά!…

Ο γέρο Ξηνταράς έκοψε εδώ το λόγο του, έκλεισε άλλη μια τρύπα του σακκιού του και με κοίταξε κατάματα. Βέβαια ο μυλωνάς κάπου ήθελε να καταντήση· μα περίμενε πρώτα να τον παρακινήσω. Έτσι και τα βώδια γνωρίζουν το τέλος του δρόμου τους, μα στέκονται κάθε τόσο προσμένοντας το κεντρί του ζευγολάτη.

— Έτσι; τον ρώτησα.

— Ναι· είπε· και ξακολούθησε αμέσως. Από τότε η άσκημη δεν έχασε την ελπίδα να πάρη πίσω την κόρη της. Κάθε τόσο κινάει και πηγαίνει στο κάστρο. Μα πριν κινήση στολίζεται με τα καλύτερα ρούχα της· βάνει τα λαμπρότερα διαμαντικά και παίρνει μαζί όλες τις δούλες και τις βάγιες της με βιολιά και λαγούτα. Και σαν κινήση, όλα περίγυρα ψυχωμένα κι άψυχα αναγαλλιάζουν. Ο ουρανός λάμπει ασυννέφιαστος· η θάλασσα στέκει ακυμάτιστη· ο πλατύς κάμπος ανθίζει και μοσχοβολεί, όλα τα ζωντανά γλυκοζευγαρώνουν, πυρώνουν τα δεντρικά και στα χωριά ζεχειλίζ' η χαρά, λες κι είνε Λαμπρή. Κι από το ένα βουνό ως το άλλο, φυσά στο διάβα της έν' κεράκι, γεμάτο από μύριες αηδονόστομες λαλιές.

Μα όταν φτάση στο κάστρο και το ιδή σιδερομανταλωμένο κι άφωνο, παίρνει ολόγυρα τους πύργους κι αρχίζει με φωνή θλιμμένη και παρακαλεστική να ζητή την κόρη από την αδερφή της. Την ζητεί και της τάζει το Σανταμέρι με τους μεγεμένους κήπους και τ' αεροκάμωτα παλάτια· με τις βρύσες τις διαμαντένιες και τις μαργαριταρένιες σκάλες και τις ολόχρυσες αυλές και τις ψηφιδωτές πόρτες και τους τοίχους τους σκαλιστούς. Και τέλος της τάζει να είνε κείνη κυρά κι αφέντρα ν' αφεντεύη και τούτη να γίνη δούλα της να τη δουλεύη και πλύστρα της να την πλένη· να τρώη τ' αποφάγια της, να πίνη τ' απονιψίδια της, φτάνει να έχη μαζί την κόρη της τη χαϊδεμένη.

Τέτια κι άλλα της τάζει. Μα κείνη κάνει πως δεν ακούει της αδερφής τα λόγια. Τότε απελπισμένη από την αδερφή γυρίζει γλυκομίλητη στην κόρη της και της τάζει. Της τάζει άντρα της Κάτω γης το γιο — διαμάντι το ρουμπίνι, που είνε τρανός και δυνατός σαν δράκος κι είν' η γενιά του μεγάλη και πλατειά κι η μάννα του βαθύπλουτη και φοβερή.

Όμως από μέσα δεν απαντούν παρά τραγούδια κι όργανα, γέλια και χαρές, που μεγαλώνουν την οργή της. Και τότε αρχίζει να καταριέται τη σκύλα και παράνομη αδερφή. Τσαλαπατεί τα ρούχα και τα διαμαντικά της, σκίζει με τα νύχια τα μάγουλα, ξεπλέκει τα μαλλιά της, σκούζει και ρυάζεται σαν ρύσος. Στηθοχτυπά τους τοίχους, γροθοκοπεί τις πόρτες, αδράζει με τα δόντια της τ' αγγωνάρια, δέρνει και κλωτσά τ' άψυχο χτίριο ως που πέφτει ξερνώντας αίμα και αφρούς. Οι δούλες τότε τη σηκώνουν να τη φέρουν στο Σανταμέρι. Μα στο γυρισμό της δεν είνε η χαρούμενη μάννα, που πάει να πάρη το παιδί της. Είνε οργισμένη νεράιδα, δρόλαπας αρματωμένος με νερά και χαλάζι και σιφούνους. Η θάλασσα δέρνεται και βογγά σαν να νιώθη της μάννας τον καημό. Ο ουρανός σκοτεινιάζει· θολώνουν τα τρεχούμενα νερά. Τα δεντρικά στρώνονται κοψομεσασμένα στο χώμα. Οι φοράδες απορίχνουν και κακό θανατικό πλακώνει τα χωριά. Και απ' άκρη σ' άκρη του κάμπου φυσά ο δρόλαπας αγριεμένος, χιλιόχρονα ρουπάκια ξερριζώνει, χτίρια γκρεμίζει, ξυλοκεράμιδα συνεπαίρνει, βίσαλα και λιθάρια σαρώνει κι ακούεται στον άλλον κόσμο το κλάμα της.

Μωρέ! δεν είδα να μην έφαγε και τις φτερωτές του μύλου!…»

Και ο Γιαννάκης Ξηνταράς, ο μυλωνάς, πήδησε από το κάθισμά του και πήγε να ιδή μην έφαγε ο δρόλαπας τις φτερωτές του μύλου του.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ

Ένας άγουρος από το Σέχη αποφάσισε να πάρη γυναίκα. Την ήθελε τίμια και καλή, σαν τίμιος και καλός που ήταν κι ατός του. Το γύρισε αποδώ, το γύρισε αποκεί, σκέφτηκε το γέρο Μήτρο Γκιζώτη, που είχε δυο θυγατέρες. Καλός, σου λέει, ο πατέρας, καλά θα είνε και τα παιδιά. Κινάει μια σκόλη και προσκυνάει το γέροντα και του λέει το σκοπό του.

— Σαν είνε από το Θεό, παιδί μου, θα γένη· του απαντά εκείνος. Δυο [δυχατέρες] έχω. Για τη μια θέλω εκατό φλωριά· για την άλλη δίνω εκατό φλωριά. Διάλεξε.

Ο άγουρος έμεινε δίβουλος.

— Να σκεφτώ· είπε.

— Σκέψου.

Σκέφτηκε πολύ, μα πάντα δίβουλος ήτανε. Κινάει και πάει σ' έναν πατρικό του φίλο στα Φάρσαλα να του πάρη γνώμη.

— Ήρθα να μου πης τη γνώμη σου, του λέει. Θέλησα να πάρω γυναίκα. Γύρεψα μια από τις δυχατέρες του γέρο Μήτρου Γκιζώτη, μα μου δωκε απόκριση παράξενη. Για τη μια, λέει, δίνει εκατό φλωριά· για την άλλη παίρνει εκατό φλωριά. Τι να κάμω;

— Τίποτα να μην κάμης, του λέει εκείνος, παρά να κινήσης να πας στην Καρδίτσα, να πάρης γνώμη από τον αδερφό μου το μεγαλύτερο.

Μια και δυο ο άγουρος πάει στην Καρδίτσα. Ρωτώντας αποδώ, ρωτώντας αποκεί, βρίσκει τον αδερφό του φίλου του, το Φώτη. Ο Φώτης του φάνηκε μικρότερος από το Γιώργη, μα δεν είπε τίποτα· Μπορεί να έχω λάθος, σου λέει.

 — Το και το, διηγέται στο Φώτη. Πήγα στον αδερφό σου και με στέλνει
σε σένα. Τι να κάμω;

 — Τίποτα να μην κάμη ς, του λέει και κείνος, παρά να κινήσης να πας
στα Τρίκκαλα, να πάρης γνώμη από τον αδερφό μου τον πιο μεγαλύτερο.

Κινάει ο άγουρος και πάει στα Τρίκκαλα. Ρωτώντας αποδώ, ρωτώντας αποκεί βρίσκει τον αδερφό του φίλου του, τον Πάνο. Ο Πάνος του φάνηκε πιο μικρότερος κι από το Φώτη κι από το Γιώργο· μα δεν είπε λέξη.

— Το και το, λέει στον Πάνο. Τι να κάμω;

 — Εύκολο πράμα γύρεψες, είπε κείνος. Πάμε απάνου στον οντά και θα
σου ειπώ.

Πήγαν απάνω στον οντά, κάθισαν σταυροπόδι στο πέφκι, η νοικοκυρά έφερε τσίπουρο να τους κεράση, έφερε κι ένα πεπόνι για σαλατικό.

 — Τι πεπόνι είνε τούτο, ορέ γυναίκα! λέει ο Πάνος θυμωμένος· φέρε
μας άλλο.

Πήγε κι ήρθε η γυναίκα, έφερε άλλο.

— Δεν είνε καλό, καημένη! είπε ο Πάνος· φέρε μας άλλο.

Έτσι την παίδεψε κάμποση ώρα. Εκείνη το παιρνε το πεπόνι κι έφερνε άλλο· μα κανένα δεν άρεσε του νοικοκύρη. Στο τέλος κράτησε ένα κι έδιωξε τη γυναίκα του.

— Σαν πόσα πεπόνια λες πως έχω στα κελάρι; ρωτάει τον άγουρο.

— Ξέρω και γω· θα έχης πολλά.

— Ένα μοναχά. Μα ιδές τι γυναίκα την έχω! Πήγε κι ήρθε είκοσι — τριάντα βολές και άχνα δεν έβγαλε να με δυσαρεστήση. Τα αδέρφια μου σού είπαν πως είνε μικρότερά μου, κι αλήθεια είνε μικρότερά μου. Μα για να έχουν δύσκολες γυναίκες γεράσανε γλήγορα· εγώ για να έχω καλή στέκω πάντα νιος. Πήγαινε, δόσε τα εκατό φλωριά και πάρε γυναίκα να σου κυβερνάη το σπίτι.

Τρέχει ο άγουρος στο Σέχη, βρίσκει το γέρο Μήτρο Γκιζώτη.

 — Πάρε τα φλωριά και δος μου τη γυναίκα με την ευκή σου, του λέει.
Μα άφησε και μένα λίγα να κάμω τους γάμους.

 — Πάρε τα δέκα φλωριά, πάρε και τη γυναίκα με την ευκή μου· λέει ο
γέρος.

Πήρε τη γυναίκα ο άγουρος, έκαμε τους γάμους, έφαγε τα φλωριά· σε δέκα ημέρες έμεινε γκαλντερίμ τσελεπής! Κάθεται και συλλογέται πώς θα γυρίση το σπίτι του. Τον είδε η γυναίκα του στενοχωρεμένο· το έφερνε αποδώ, το έφερνε αποκεί να τον ρωτήση, μα ντρέπουνταν. Δέκα μερώνε νύφη! σου λέει. Τέλος παίρνει την απόφαση, πάει και τον προσκυνάει.

 — Με τους ορισμούς σου, άντρα μου, και κάτι να σε ρωτήσω, του λέει.
Τ' έχεις κι είσαι συλλογισμένος; Τα δωκες όλα τα φλωριά του γέρου;

— Όλα.

— Και δεν έχουμε να πορέψουμε;

— Λεφτό τσακισμένο.

— Εγώ να σου δώκω.

Βγάνει και του δίνει μια στάμπα.

— Να ετούτη τη στάμπα να πας στα Αμπελάκια να την πουλήσης· — έτσι έδινα και του πατέρα μου. Αν δε σου δώκουν διακόσια γρόσια να μην τη δώκης.

— Ούτ' εκατόν πενήντα;

— Ούτε· διακόσια σωστά.

— Καλά.

Κινάει εκείνος και πάει στ' Αμπελάκια. Τότε τ' Αμπελάκια ήταν μεγαλύτερα κι από τη Λάρισα. Δείχνει στον έμπορο τη στάμπα· εκείνος τη βρίσκει καλή.

— Πόσο την πουλάς;

— Διακόσια γρόσια.

— Να σου δώκω εκατό… εκατονπενήντα… εκατονογδόντα;

— Όχι, διακόσια μου είπε η γυναίκα μου.

— Να διακόσια. Μα δε μου λες, ό,τι σου ειπή η γυναίκα σου θα κάμης;

— Ό,τι θέλω γω! λέει εκείνος θυμωμένος· όχι ό,τι μου ειπή η γυναίκα μου.

— Μα να τώρα στη στάμπα.

— Στη στάμπα άλλο· μα ό,τι θέλω γω κάνω.

— Και το δέχεται η γυναίκα σου;

— Το δέχεται.

— Έλα να βάλουμε στοίχημα.

— Τι στοίχημα:

— Πήρες τώρα διακόσια γρόσια. Να τα ξοδέψης όλα στα λοβώτερα πράματα· να πάρης και μας μουσαφιρέους, κι άμα ειπή «καλά έκαμες» να μου παίρνης το μαγαζί.

— Δέχουμαι.

— Αλλιώς να σου παίρνω τη γυναίκα.

— Πάλι δέχουμαι.

— Αρχίνα από τώρα.

Βγαίνει ο άγουρος στο παζάρι, βλέπει έν' άλογο.

— Πόσο θες στ' άλογο;

— Διακόσια γρόσια.

— Πάρ' τα.

Καβαλάει τ' άλογο. — Πάμε, λέει στους ξένους του. Βγαίνουν παρόξω, φτάνουν στη Λάρισα, απαντούν ένα με το γομάρι του.

 — Ρε με το γομάρι, λέει ο άγουρος· μου το δίνεις να σου δώκω τ'
άλογο.

— Πάρ' το.

Δίνει τ' άλογο παίρνει το γομάρι. Πάνε παρακάτω, απαντούν μια γυναίκα, που είχε τρία γαλιά. Δίνει το γομάρι ο άγουρος παίρνει τα γαλιά. Τραβούν, φτάνουν με το ηλιόγερμα στο Σέχη.

— Έλα, γυναίκα κι έχουμε ξένους απόψε· φωνάζει στη γυναίκα του και της δίνει τα γαλιά.

— Πούλησες τη στάμπα;

— Την πούλησα.

— Κοπιάστε στον οντά και γω τοιμάζω.

Ανέβηκαν εκείνοι στον οντά. Η γυναίκα έσφαξε τα γαλιά, τα τοίμασε, έστρωσε το σοφρά και κάλεσε τους ξένους να καθίσουν. Εκεί που τρώγανε, γυρίζει ο έμπορος και λέει της γυναίκας:

— Ξέρεις τι σου φτιασε ο άντρας σου;

— Σαν τι;

— Πούλησε τη στάμπα διακόσια γρόσια.

— Τόσα του είπα.

— Μα τα δωκε όλα και πήρε άλογο.

— Πάλι καλά· πώς να ρθή πεζός απ' τ' Αμπελάκια;

— Μα δεν είν' αυτό μονάχα. Έδωκε τ' άλογο και πήρε γομάρι.

 — Καλά κι άγια. Τι να κάμη, σου λέει, τ' άλογο στο χωριό; Καλύτερα
το γομάρι, που κάνει όλες τις δουλειές και ζη όπως κι όπως.

 — Μα που έδωκε στο τέλος το γομάρι για να πάρη τρία γαλιά; λέει ο
έμπορος αγαναχτισμένος από την καλοσύνη της.

 — Τι να κάμη; Σαν είδε και του κολλήσατε να σας πάρη μουσαφιρέους,
το γομάρι τι το ήθελε; Γομάρι θα τρώγατε!

— Άιντε μωρέ! λέει ο έμπορος τραβώντας τα γένεια του.

Έτσι πήρε ο άγουρος το μαγαζί με την άξια τη γυναίκα του κι έμεινε ο έμπορος γκαλντιρίμ τσελεπής.

Ο ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑΡΧΗΣ

Ακολουθούσα κάποιο απόσπασμα στου Κίσσαβου τα χωριά. Μόλις φτάσαμε στη Σπηλιά, ο απόσπασματάρχης μοίρασε στα κονάκια τους στρατιώτες και μεις πήγαμε στου πάρεδρου το σπίτι. Η νοικοκυρά, καλοδέματη γυναίκα, με το «καλώς κοπιάζετε» ήρθε κι έριξε μπροστά μας το σοφρά και καθίσαμε σταυροπόδι χάμω, μαζί με το νοικοκύρη, που μας φίλευε. Το τραπέζι ήταν καλό και πλούσιο. Ο σύντροφός μου με τα ορθά μουστάκια του, το ηλιοψημένο πρόσωπο και τον τσουχτερό βούρδουλά του εφρόντιζε πάντα να δείχνη πως δε χωρατεύει με το φαγί. Ένα οψιμογέννητο κατσίκι βρισκότανε ροδισμένο στο ταψί· ένα καρβέλι από νιο σιτάρι άχνιζε και πεντοβολούσε στο σοφρά· ένα κλειδοπίνακο με τυρί χιονάτο κι η πήτα έμεναν στο παραθύρι για κάθε χρεία. Ακόμη καμάρωνε στο πλευρό του νοικοκύρη η πλόσκα με κρασί της Ράψανης, που τραβούσε από μακριά κάθε κρασοπατέρα.

Η νοικοκυρά έφερε το πισκίρι, τ' απλώσαμε στα γόνατα κι άρχισε η δουλειά. Βαρειά δουλειά το φαγί, τι τα θέλεις! Φαντάσου να κάθεται κανείς κάπου μια ώρα, να κουνή ζερβόδεξα τα χέρια του, να χτυπάη απάνω — κάτω τα σαγόνια του, να πασαλείφη τα μουστάκια και να έχη μονάχη φροντίδα την παλιοκοιλιά του! Δεν ξέρω· μα για μένα το φαγί μου φαίνεται βαρύτερο κι από του λιναριού τα πάθη.

Η αλήθεια είνε πως δεν έχουν όλοι την ίδια ιδέα. Τρανή απόδειξη έχω το νοικοκύρη, που ξεκοκκάλιζε αλύπητα το ψητό, και το σύντροφό μου, που άρπαζε απ' όλα και κει που έριχνε στο στόμα του, σύνωρα πετούσε κρέατα και ψωμί στα σκυλιά, χωρίς να φροντίζη για τις φλοκοτές κουβέρτες που στρώνανε το πάτωμα. Καπετάνος, σου λέει. κι ό,τι θέλει κάνει· σε σκοτώνει και σε πληρώνει!

Άξαφν' ακούστηκαν αλυχτήματα στην αυλή και βαριά πατήματα στη σκάλα και σιγαλινές φωνές. Ο πάρεδρος σηκώθηκε να ιδή τι τρέχει και σε λιγάκι έμπασε δυο χωριάτες. Ήταν ένας γέροντας ψηλός και λιγνός κι ένας νέος ομορφοκαμωμένος.

— Καλώς τα χαιρώστε! ευχήθηκαν κι οι δυο, φέρνοντας το δεξί χέρι στο στήθος.

— Καλώς τους· απάντησε ο καπετάνος, καθίστε.

Έδειξαν πως ντρέπονται, ζήτησαν με το βλέμμα γύρω τη θέση και στρώθηκαν σταυροπόδι κατάχαμα. Ο πάρεδρος τους έδωκε την πλόσκα κι έπιαν απόλιγο, αφού χαιρέτισαν μ' ένα:

 — Στην υγειά σας. καπετάνοι· να χαιρώστε τα γαλόνια σας κι άλλα να
κερδίστε.

 — Τι είνε, ρε παιδιά; Πώς ήταν κι ήρθατε; τους ρώτησε ο σύντροφός
μου, παίζοντας με τα κεφάλια των σκυλιών του.

— Με το συμπάθειο, καπετάνε, έχουμε κάτι να μιλήσουμε· είπε ο γέροντας ξαναχαιρετώντας. [Η] Γιώργης, το παιδί αποδώ, έχει να πάρη τη θυγατέρα μου, το Ασημό γναίκα. Αύριο, που ξημερώνει Κυριακή, λέμε να κάνουμε τα στέφανα. Ήρθαμε το λοιπό να σας παρακαλέσουμε να κοπιάστε στη χαρά μας.

 — Εύκολο πράμα· είπα εγώ αμέσως. Να ζήσης, Γιώργη· θα ρθούμε δίχως
άλλο.

Ο Γιώργης κοκκίνησε, χαμήλωσε το κεφάλι στενοχωρημένος και δεν απάντησε.

— Δεν είν' αφτό μονάχα, εξακολούθησε ο γέροντας· έχουμε κι άλλα να μιλήσουμε. Εγώ, καπτάνε μ', καθώς το συνηθάμε στον τόπο μας, είχα αρρεβωνιασμένη από μικρή το Ασημώ μου με τον Τασό, του Μήτρου Πάλλα τον υγιό. Είμαστε φίλοι παλαιοί με το Μήτρο· οι φαμίλιες μας νταμ — παπαντάμ συγγενολογιόνται. Σαν έκλεισε τα δυο χρόνια το Ασημώ μου ήρθε η Μήτρος να τη συβάση για τον Τασό του. Το θυμάμαι σαν να ήταν σήμερα. Μόλις απόλυσε η εκκλησιά — Κυριακή ήταν — μια και δυο στο σπιτικό μου. Πήρε το Ασημώ στα γόνατά του, του βαλε στα χέρι ένα μετζήτι και λίγα στραγαλάκια, το φίλησε και του είπε: Σε συβάζω με το υγιό μου τον Τασό. Εκείνο το σιχαμένο έβαλε κάτι γέλια!…

— Το χαμόθελε φαίνεται· είπα εγώ γελώντας.

— Μπα· δεν καταλάβαινε το ζλάπι! εσυμπέρανε ο γέροντας. Μα θα πης ποιος το ξέρει κι όλα; Θηλυκό ήταν άντρα του δίναν· ποιος λέει πως δεν τ' αρέσει το μέλι; Ως τόσο ήταν συβασμένο το Ασημώ μου με τον Τασό. Όσο μεγάλωναν, τόσο γνωριζόντανε καλύτερα. Τα συγγενολόι του Μήτρου έκραζε νύφη του το Ασημώ· και το δικό μου συγγενολόι έκραζε γαμπρό του τον Τασό. Όλο το χωριό το ήξερε. Δεν είμαστε δα και πολλοί κι ο ένας κρύβεται πίσω από τον άλλον…

— Ως εδώ καλά πάμε· είπε ο καπετάνος, καλοξαπλωμένος σε μια προσκεφαλάδα.

— Χμ!… έκαμε ο νοικοκύρης, κουνώντας δισταχτικά το κεφάλι.

— Καλά· μα τώρα να που βάλθηκε τούτος ο σατανάς και ξεμυάλισε τη δυχατέρα μου· είπε ο γέροντας δείχνοντας το παιδί. Δε σου λέω, πρόσθεσε· το φταίξιμο το έχει [η] Τασός που έγινε ένας κουτοβόμπιρας. Μπορεί εκείνος να κυβερνήση ένα θεοκόριτσο σαν το Ασημώ μου; Είδε, που λες, η κόρη τούτο το ελάτι, πού να σκύψη να ιδή τα γαϊδουράγκαθο! Η οξιά με το γαϊδουράγκαθο μαθές πάει;

 — Βέβαια όχι αποκρίθηκα. Η οξιά θέλει το ελάτι· κάνουν αντιρίμια
αντρειωμένα.

Το παιδί γύρισε τα μεγάλα μάτια του απάνω μου, βέβαια θέλοντας να μ' ευχαριστήση.

— Α, ντε! το ίδιο λέω και γω. Μα [η] Τασός δεν ήξερε να ειπή το ίδιο. Έκαμε αρχή από τα δάκρυα και τις παρακάλιες. Μα σαν είδε την κόρη, που ήταν έτοιμη να τον καταχερίση με τον κόπανο, λύσσαξε. Λύσσαξε μαζί και το συγγενολόι του και φοβερίζουν να κάψουν και να σκοτώσουν.