The Project Gutenberg eBook of Διηγήματα του Γυλιού
Title: Διηγήματα του Γυλιού
Author: Andreas Karkavitsas
Release date: February 28, 2010 [eBook #31445]
Language: Greek
Credits: Produced by Sophia Canoni
Produced by Sophia Canoni
·Note: Bold words have been included in &&. The tonic system has been changed from polytonic to monotonic. The spelling of the book has not been changed otherwise.
Σημείωση: Έντονοι χαρακτήρες περικλείονται σε &&. Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου.
Α. ΚΑΡΚΑΒΙΤΣΑ
ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΓΥΛIΟΥ
Μαζί κι εγώ στους κόπους σου μαζί και στη χαρά σου Και στο καλό το γύρισμα λεβέντη μου κοντά σου.
ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕIΟΝ "ΕΣΤΙΑ,, 1922
Τ Ο Π Α Ρ Σ Ι Μ Ο Τ Η Σ Π Ο Λ Η Σ 29 ΜΑΪΟΥ 1453
Σύρτε χαμπέρια στη Φραγγιά, στη Μοσκοβιά μαντάτα
Πήραν την Πόλη πήραν την οπ' ήταν ξακουσμένη!
Πήρανε και το Γαλατά, πήραν και το Φανάρι
Πήραν και την Αγιά Σοφιά το μέγα μοναστήρι
Με τετρακόσια σήμαντρα μ' εξηνταδυό καμπάνες,
Κάθε καμπάνα και παπάς κάθε παπάς και διάκος
Με πεντακόσες καλογριές και χίλιους καλογέρους.
Τούρκοι χιλιάδες μπήκανε στου Ρωμανού την Πόρτα
Κι ο Κωνσταντίνο — Δράγασης με το σπαθί στο χέρι
Τρέχει χτυπάει την Τουρκιά που μετρημούς δεν έχει.
Κλάψτε αδέρφια Χριστιανοί και μαύρα να ντυθήτε!
Το βασιλιά μας σκότωσαν αυτόν τον Παλαιολόγο!
Που είχε καρδιά του λιονταριού και δύναμη του δράκου
Τρέξετ' αδέρφια Χριστιανοί στον Άγιον Πατριάρχη
Ναρθή με τ' άγια θυμιατά να κάμωμε το ξώδι.
Γιρούσι έκαμ' η Τουρκιά κι' αυτοί οι Γιανιτσάροι
Κι ο Αμηράς επρόσταξε να κόψουν τους Ρωμαίους
Τρεις μέρες μας εκόβανε και άλλες τόσες νύχτες.
Εκόψαν και το Νοταρά μ' όλη τη φαμελιά του.
Έπεσ' η Πόλη στη σκλαβιά στ' Αγαρηνού τα χέρια
Βόηθα Χριστέ και Παναγιά τη Χριστιανωσύνη!…
Τ Ζ Α Κ
— Ωχ, κακό που μας ηύρε! κακό που μας ηύρε! …
— Μπα που να πάη και να μην έρθη!
— Να είχε καή η ώρα που τον έβγαλε!
— Να πνιγόταν το βαπόρι που τον έφερνε.
Πλατύς κύκλος από γυναίκες της γειτονιάς είχε σχηματισθή εμπρός εις την αυλόπορτα της κυρά — Γερασιμίνας. Η δεσποινίς Κατερινιώ η δασκάλα του Βατραχονησιού· η Χρίστενα η παχουλή και δροσερή γυναίκα του μανάβη· η Μαρή του φούρναρη και άλλες που αντιπροσώπευαν όλας τας ηλικίας και όλους τους χαρακτήρας του γυναικείου φύλου, ήσαν μαζεμένες εκεί και συνομίλουν θορυβωδώς και πολυτρόπως. Και δεν είνε βέβαια σπάνιαι αι συναθροίσεις και αι θορυβώδεις συνομιλίαι των γυναικών κατά τα μέρη εκείνα. Αλλά τόρα είχαν γίνη πολύ συχνώτεραι. Γιατί θέμα της ομιλίας των ήτο ο Τζακ, ο φοβερός του Λονδίνου αντεροβγάλτης.
Από μηνός αι εφημερίδες έγραφαν ότι ούτος είχε βαρεθή τας μεγαλοπόλεις της Ευρώπης και κατέβη εις Αθήνας διά να συνεχίση τα φοβερά κατορθώματά του. Από εφημερίδα εις εφημερίδα και από στόμα εις στόμα, από τον γραμματισμένον εις τον αγράμματον διεδόθη σε λιγάκι εις όλας τας τάξεις της κοινωνίας. Εφοβήθηκαν πολύ οι άνδρες, ετρόμαξαν τα παιδιά αλλά προ παντός έπαθαν πανικόν αι γυναίκες. Και με το δίκιο τους. Όλες αι διαδόσεις έλεγαν ότι αυτάς και μόνον καταδιώκει ο κακούργος. Μόλις ιδεί γυναίκα, σαν να τον πιάνη το δαιμόνιο τραβά το μαχαίρι του και την ξεκοιλιάζει άψε — σβήσε. Και μήπως τον γνωρίζει κανείς να προφυλαχθή. Λέγουν πως είνε νέος, μόλις είκοσι τριών χρονών, με μαύρα μάτια και μαύρο μουστάκι. Τουλάχιστον έτσι τον παρέστησε το τελευταίον θύμα του πριν ξεψυχήση. Αλλά μήπως ένας και δυο είνε οι νέοι με τα μαύρα μάτια και το μαύρο μουστάκι!
Αι γυναίκες τόρα ανατρίχιαζαν εις το όνομά του αλλά και δεν έπαυαν να ζητούν την αιτίαν που τον ηνάγκασε να κυνηγά τόσον άγρια το φύλον των.
— Εγώ βάζω το κεφάλι μου πώς κάποια του έκαψε την καρδιά!… είπε με
ακλόνητη πεποίθησι η κυρά Γερασιμίνα.
— Έρωτας είνε στη μέση! . . . έρωτας χωρίς άλλο! επρόσθεσε η κυρά Φρόσω, καλοθρεμμένη χήρα, με μαύρα ρούχα ξεβαμμένα από την πολυκαιρία και κόκκινα μάγουλα ζωηρά από το φκιασίδι.
— Δεν τον αφίνεις τον κακούργο! εφώναξεν η δασκάλα με αποστροφήν.
Αιμοβόρος άνθρωπος!… Αποφόλιον τέρας!. . .
— Αχ! και να τον έπιαναν! Πώς θάτρεχα να τον ιδώ — είπε ανυπόμονη η
Μαρή.
— Ποιος να τον πιάση, καλέ! Δεν τον πιάσανε άλλες κι' άλλες αστυνομίες και θα τον πιάση η δική μας, η φαγοκοιμίστρα! επρόσθεσε με αγανάκτησιν η Φρόσω. Δεν μπόρεσαν να πιάσουν τον κλέφτη της μπουγάδας μου και θα πιάσουν τον Τζακ.
— Τι άγριο όνομα! Τζακ! Λες και σου δίνει τη μαχαιριά.
— Θεός φυλάξει, παιδί μου! είπε η Γερασιμίνα ανατριχιάζουσα σύγκορμη.
— Και δεν ακούς καλότυχη πώς τις ξεκοιλιάζει· επρόσθεσεν η κυρά
Θοδωριά καταζαρωμένη εξηντάρα, κάμνουσα διαφόρους μορφασμούς.
Και εξήγησε με λεπτομέρειαν τον τρόπον με τον οποίον ο φοβερός κακούργος δολοφονεί τα θύματά του. Τα μόνα του όπλα, ακούς, είνε ένας πλατής δίκοπος λάζος κι ένα μπουκαλάκι με υπνωτικό. Εκεί που πηγαίνει στο δρόμο της το κορίτσι — η Ελένη σου να πούμε, μακρυά από λόγου της, κυρά Γερασιμίνα μου — πλησιάζει με τέχνη ο Τζακ της ακουμπά στη μύτη το μπουκαλάκι, εκείνη εν τω άμα — ακούς! — εν τω άμα υπνωτίζεται και εκείνος με το λάζο του της ανοίγει την κοιλιά σαν πετάλι.
— Μήσθητί μου, Κύριε! Ο άδης τον έβγαλε!… εψιθύρισε σταυροκοπούμενη η Γερασιμίνα.
Και αι άλλαι γυναίκες εφρικίων από κεφαλής μέχρι ποδών, και συνεταράσσοντο κατάχλωμοι, με τα μάτια ολάνοικτα ως να έβλεπαν εμπρός των τον φοβερόν κακούργον.
— Και κυνηγάει όλο τις χήρες…
— Τις ανύπαντρες!
Βέβαια η Μαρή το είπε για να φοβήση την κυρά Φρόσω. Αλλά εκείνη το ανταπέδωκε αμέσως. Γιατί ναι μεν ήταν χήρα η Φρόσω, αλλά προ πολλού είχε αγαπητικό έναν πλούσιο φοιτητή από την Σύρα, ο οποίος άμα έδιδε εξετάσεις θα την έπαιρνε. Επίστευε λοιπόν ότι από καιρού δεν ελογαριάζετο πια με τις χήρες και δεν είχε να φοβηθή τίποτα από τον Τζακ.
— Τι τις χήρες; όλο τα κοριτσάκια τ' ανύπαντρα κυνηγάει· εφώναξε η
Θοδωριά. Όποια έχει ανύπαντρα ας βρη γαμπρούς!
Και εκοίταξε κατάματα την Γερασιμίνα σαν να τις έλεγε: Για σε τα λέω και άκου τα.
Η Γερασιμίνα ήτο σαραντάρα και πλέον, ξερακιανή, με άσπρα μαλλιά εις το κεφάλι και μέτρια καμπούρα εις την ράχη. Ήτο δεκαπέντε χρόνια χήρα και δεν είχε από τον άντρα της παρά ένα σπιτάκι σε κεντρικό μέρος της συνοικίας και μια κόρη την Ελένη. Από το νοίκι του απάνω πατώματος είχε εισόδημα τριανταπέντε δραχμές και από την Ελένη πολλές σκοτούρες.
Ότι όμως υπέφερε τόσα χρόνια όλα τα ελησμόνει όταν έβλεπε την κόρη της. Τόρα εδούλευαν και οι δύο. Η Γερασιμίνα έπλυνε τα ασπρόρουχα· η Ελένη ειργάζετο εις μοδιστράδικο με μεροκάματο μιας δραχμής. Είνε αλήθεια μικρά και τιποτένια η πληρωμή, αλλά τι να γίνη; Με αυτήν και τις οικονομίες της θα κατόρθωνε σιγά — σιγά να κάμη την προίκα της και να αποκατασταθή. Και εις αυτόν τον συλλογισμόν, κύμα θερμόν ευφροσύνης έτρεχεν εις όλην την ύπαρξιν της Γερασιμίνας και μισογελούσαν τα χείλη ενώ εκοκκίνιζαν τα μαραμένα μάγουλα.
Αλλά τόρα εις τους λόγους της γειτόνισας ότι ο Τζακ μαχαιρώνει κατά προτίμησιν τα κορίτσια τα ετοιμόγαμα, ετινάχθη από την πέτραν όπου εκάθητο ορθία και την εκοίταξε ερωτηματικά.
— Ποιος σου το είπε;
— Τι ποιος μου το είπε; Δε ρωτάς οποίον θέλεις …. Δε ρωτάς το Γιάννη μου….
Αλλά τι ανάγκη να ερωτήση τον Γιάννη η Γερασιμίνα; Ενθυμείτο τόρα ότι το είχε ακούσει και από άλλους πριν. Και ο μπακάλης της το είπε και ο παπάς της ενωρίας και ο μανάβης χθες ακόμη, όταν επήγε ν' αγοράση λάχανα, την εκοίταξε κατάματα και της είπε σοβαρά:
— Τήραξε γρήγορα να παντρέψης την Ελένη.
Τόρα η πτωχή μητέρα έτρεμεν από φόβον.
Εσκέφθη ότι η κόρη της δεν είχεν έλθει ακόμη από την μοδίστρα και άρχισε να βάνη με τον νουν της χίλια κακά. Από την ανυπομονησίαν της άφησε την συντροφιάν και αργά βαδίζουσα έφθασε εις την γέφυραν του Ιλισσού και εκοίταξε με περιέργειαν γύρω.
— Μα πώς δε φαίνεται ακόμη! εψιθύρισε με αδημονίαν.
Και κάτι της έσφιγγε τον λαιμόν. Η καρδιά της εβροντοκτύπα από προσδοκίαν, ενώ δύο δάκρυα ανέβαιναν από τα γεροντικά μάτια της έτοιμα να κυλισθούν κατά γης.
Ο ήλιος είχε δύσει από αρκετής ώρας, και μόλις αι ανταύγειαί του διετηρούντο ακόμη επάνω εις τα ξανθά μάρμαρα της Ακροπόλεως. Τα άστρα είχαν αναφανή ένα με το άλλο εις τον γαλανόν ουρανόν· οι φανοί του φωταερίου ανάψανε εις την πλατείαν του Ζαππείου· ένα προς ένα εφωτίζοντο ως λαμπρά σκαλοπάτια τα σπίτια που εσκάλωναν εις τους γύρω λόφους, οι περιπατηταί έγιναν αραιοί και μόνον οι φωνές μιας συντροφιάς παιδιών ηκούοντο συγχεόμεναι με τον αδιάκοπον και βαθύν θόρυβον της πόλεως. Και όσον επροχωρούσε η νύχτα τόσον περισσότερον ανησυχούσεν η Γερασιμίνα. Είνε αλήθεια ότι και άλλοτε αργούσε η Ελένη, όταν είχαν βιαστική δουλειά εις το κατάστημα και ηναγκάζετο να πηγαίνη η ιδία προς αναζήτησίν της. Αλλά τόρα, έπειτα από τόσες διαδόσεις θα ήτο δυνατόν να εβράδυνε χωρίς κακό το κορίτσι της;
— Μπα! Δεν είνε για καλό! εψιθύρισε σταυροκοπουμένη.
Και σχεδόν μισοκλαίουσα απεφάσισε να πάη έως το κατάστημα να πληροφορηθή. Μόλις όμως έκαμε ολίγα βήματα από την γέφυραν και διέκρινε μακράν από το καμαρωτόν περπάτημά της. την κόρην σπεύδουσαν με το δέμα εις την μασχάλην. Πλησίον της όμως είδε να βαδίζη και άλλην σκιάν ανδρικήν αυτήν, και ελαχτάρισε φαντασθείσα ευθύς τον Αντεροβγάλτην.
— Έλα κορίτσι μου, τόρα! εφώναξε δυνατά.
— Εδώ είσαι, καλέ! απάντησε η κόρη.
Αλλ' ούτε η ταραγμένη φωνή της, ούτε η κίνησις του συντρόφου της, που εστάθη παράμερα διέφυγε την γριάν. Το εναντίον μάλιστα. Η Γερασιμίνα εγνώρισεν ότι ήτο ο Γιάννης, ο γιος της γειτόνισσας, τον οποίον της εσύσταιναν να ερωτήση διά τον Τζακ. Και έτσι όμως δεν ησύχασε, αλλά περισσότερον δυσαρεστήθη.
— Μπα! συντροφιά μούρχεσαι! είπε με θυμόν εις την θυγατέρα της.
Και όλον τον δρόμον ως που έφθασαν εις το σπίτι, δεν έπαυσε να ψιθυρίζη βρισές εναντίον του συντρόφου της Ελένης. Διότι η Γερασιμίνα εγνώριζε από καιρόν ότι η κόρη της ησθάνετο την καρδιά της κλίνουσαν προς τον Γιάννη.
Και δεν ηπατάτο καθόλου η Γερασιμίνα. Ο Γιάννης ήτο κοντόχοντρος νέος, είκοσι χρονών, τσαγκάρης το επάγγελμα και κούτσαβος κατά συνήθειαν. Μυτερά παπούτσια, πλατύ πανταλόνι, κόκκινο ζωνάρι και ρεπούμπλικα κάτω της οποίας προς το μέτωπον, επρόβαλαν λαδωμένες αφέλειες. Τις καθημερινές εδούλευε μεροκάματο, και τις γιορτές εχόρευε με την λατέρνα εις την πλατείαν της συνοικίας. Η Θοδωριά η μάννα του τον εκαμάρωνε περισσότερο για τον χορόν του παρά για την δουλειά του. Ώρες καθόταν και τον κοίταζε να γυρίζη σαν σβούρα στις μύτες των παπουτσιών του, όταν εχόρευε το χασάπικο και συχνά έλεγε με περηφάνεια εις τις άλλες γυναίκες.
— Τι ελεύθερος, καλέ γειτόνισές μου! τι ελεύθερος! Δε χορεύει· πετάει σα γεράκι.
Όμως από αυτά κι αυτά η Γερασιμίνα καθόταν στα κάρβουνα. Δεν το ήθελε το γεράκι κοντά εις την περιστέρα της. Ο Γιάννης, εκτός που ήταν καυγατζής και σκορποχέρης, είχε μητέρα να θρέψη και μιαν αδελφή να υπαντρέψη. Και δεν είχε τίποτα άλλο από τα δυο του χέρια. Εις το σπίτι εκάθοντο με νοίκι. Όταν την αυγήν ο Γιάννης επήγαινε εις την πόλιν να πιάση δουλειά, με το τσιγάρο εις το στόμα και τα χέρια εις τις τσέπες του πανταλονιού, ετύχαινε πολλές φορές και η Ελένη να πηγαίνη με το δεματάκι της εις την μασχάλην. Και όταν το βράδυ εγύριζεν ο ίδιος εις το σπίτι, νωθρά σύρων τα παπούτσια του εις τον δρόμον και συρίζων τραγουδάκια του παλκοσένικου, ετύχαινε να γυρίζη και εκείνη με το υπόπτερον βάδισμα της, ωσάν βιαζομένη να φθάση εις την μητέρα της. Τότε εις τα συναπαντήματα εκείνα εγνωρίσθηκαν αμοιβαίως. Και επειδή η νεότης έχει πάντα την καρδιά εις το χέρι και πρόθυμα ανταποδίδει την φιλίαν, οι δύο νέοι γρήγορα εφιλιώθησαν τόσον, ώστε δεν άργησε ο ένας να ομολογήση εις τον άλλον, τον πόθον που είχαν και οι δύο, να πηγαίνουν μαζί εις την εργασίαν και μαζί να γυρίζουν το βράδυ εις το σπίτι τους. Επειδή δε πρώτη ομολογία του έρωτος είνε η προσπάθεια που καταβάλει καθένας για να κρύψη από τον άλλον τα αισθήματά του, οι δύο νέοι εγνωρίσθησαν περισσότερον όταν εσυμφώνησαν να φυλάσσωνται από τους γονείς των.
Αλλά με το πέρασμα του χρόνου και η αγάπη τους έγινε περισσότερη. Μέχρις ου ο Γιάννης το είπεν εις την μάνα του και εκείνη έπειτα από μερικούς δισταγμούς απεφάσισε να το προτείνη εις την κυρά Γερασιμίνα. Αλλά η γριά αμέσως έδειξεν ότι ούτε ν' ακούση ήθελε τέτοιο γάμο. Την κόρη της αυτή δεν την είχε για τον Γιάννη· ας το βγάλη από τον νουν του! . . . Και σήμερα τα ίδια εξηκολούθει να καλαναρχά εις την θυγατέρα της, θυμωμένη που την είδε πάλιν με τον νέον υποδηματοποιόν.
— Συντροφιές ε! Δεν μπορείς, βλέπεις, νάρθης μοναχή σου! — έλεγε και
ξανάλεγε η γριά.
— Μοναχή μου, βέβαια! είπε μιξοκλαίουσα η Ελένη. Δεν ακούς τι γίνεται
με τον αντεροβγάλτη.
Εις το όνομα του κακούργου η Γερασιμίνα έπαυσεν αμέσως τις φωνές της. Ο θυμός της κατέπεσε διά μιας όπως μετά ψυχρολουσίαν και το ρίγος επέρασε πάλιν όλον της το σώμα.
— Τι άκουσες νυφούλα μου; ερώτησε σιγά την θυγατέρα της. Αλήθεια πως
κυνηγάει τα κορίτσια;…
— τα ετοιμόγαμα· εσυμπλήρωσεν αμέσως η κόρη. Βέβαια. Δεν άκουσες που
ξεκοίλιασε ένα στη Βάθεια.
— Πότε;
— Ψες — όχι, σήμερα το μεσημέρι.
— Τι λες;
— Εκείνο που λέω. Και ήταν αρραβωνιασμένο. Την Κυριακή θα γινόταν ο
γάμος της.
— Ωχ αλοίμονό μου της άμοιρης! . . . εφώναξεν η γριά κοιτάζουσα
φοβισμένη την θυγατέρα της.
— Αμ βέβαια! εψιθύρισεν η κόρη δειλά. Ο ένας δεν της αρέση, ο άλλος
της βρωμάει. Να μη μας χαιρετίση κανείς! να μη μας συντροφέψη κανένας!
Η νύχτα είχε προχωρήσει αλλά ο ύπνος δεν εκάθιζε εις τα βλέφαρα της κυρά Γερασιμίνας. Τα λόγια της μάνας του Γιάννη, η συμβουλή του μανάβη, τα λόγια του παπά που έφτυσε τρις και έκαμε τον σταυρό του εις το όνομα του κακούργου ως να επρόκειτο περί του Οξαποδώ, εγύριζαν κι εξαναγύριζαν εις το κεφάλι της γριάς διασταυρούμενα μεταξύ των ως αστραπαί εις νεφελώδη ουρανόν. Αλλά προ πάντων η Γερασιμίνα εσκέπτετο τα λόγια που της είπε η θυγατέρα της απόψε. Η μητρική της στοργή εύρισκε μέσα εις αυτά κάποιαν διαμαρτυρίαν, κάποιο παράπονο της δροσεράς νεότητος και της ζωής εν γένει, που εκινδύνευε. Και εύρισκεν ότι εκινδύνευεν όχι διά τίποτ' άλλο αλλά διά την μωράν επιμονήν της, να μη δεχθή ως γαμπρόν της τον Γιάννη, το παιδί της Θοδωριάς.
Αλλά μήπως και αυτή το έκαμε για κακό! εσυλλογίζετο τόρα η Γερασιμίνα, θέλουσα να δικαιολογηθή εις τον εαυτόν της. Κάθε γονιός για το καλό του παιδιού του φροντίζει. Ήθελε να πανδρέψη την κόρη της· αλλά ήθελε να της δώση άνδρα, από τον οποίον να μη στερηθή τουλάχιστον το ψωμάκι. Αλήθεια ο Γιάννης ήτο καλός· ψυχή μάλαμα· αλλά τι να τον κάμης που ήτο πτωχός· είχε και συνάλλαγμα να εξοφλήση — την αδελφή του. Ενώ ο διπλανός μπακάλης, που είχε παραμεστωμένον από εμπορεύματα το μαγαζί του, εφαίνετο πολύ προτιμώτερος. Ήτο βέβαια ηλικιωμένος, είχε περάσει τα πενήντα αλλά είχε γεμάτο το πουγγί. Ότι είχε και αυτός την ιδέα του για την Ελένην, δεν υπήρχεν αμφιβολία. Όταν η Γερασιμίνα επήγαινε εις το μαγαζί του της έκανε τόσες περιποιήσεις και την ερωτούσε συχνά πυκνά για την κόρη της. Όταν λοιπόν μια μάνα έχει τόσες καλές ελπίδες για την τύχην της κόρης της, βέβαια δεν μπορεί να βιασθή να την δώση σε χειρότερα.
— Μπόραγα να κάμω αλλιώς; ερωτούσε μονάχη της.
Αλλά τόρα παρεδέχετο και αυτή ότι έπρεπε να βιασθή. Ο μπακάλης δεν έλεγε ούτε ναι ούτε όχι. Και όμως η Ελένη της είχεν ανάγκην από προστασίαν, ισχυράν προστασίαν. Άσε που μπορεί να κλείση έξαφνα και εκείνη τα μάτια της και να την αφήση εις τους πέντε δρόμους! Και τόσο ζωντανή εφάνη εις την φαντασίαν της η ερημιά της κόρης της ώστε άρχισε σιγά σιγά να αλλάζη την ιδέα που είχε πριν διά τον Γιάννη. Καλό παιδί και αυτός! γερός, δουλευτής. Πώς είνε μαχαιροβγάλτης; Αλλά τάχα και αυτό δε χρειάζεται εις τους καιρούς που ζούμε; Ας πάρη τα μούτρα του ο κύριος Τζακ να φανή μπροστά του. Έπειτα την αγαπάει την Ελένη.
— Δος μου την Ελένη κι ας είνε με το πουκάμισο! της είχε ειπή κάποτε για να δείξη πως εκείνη αγαπά και όχι την προίκα της.
Ε! Αφού αγαπιώνται ας ζήσουν τα παιδιά της· κατέληξεν η γριά. Και άμα μέσα εις τις σκέψεις της αυτές ετύχαινε να καταβάλλεται η γεροντική της κράσις και να βυθίζεται εις νάρκην, ο Αντεροβγάλτης πελώριος με μακρυά μαύρα μουστάκια και γενειάδα δασείαν, με δυο μάτια φλογερά και μεγάλα ως άστρα, εφαίνετο έξαφνα να μπαίνη από τις χαραμάδες της πόρτας, με γιγάντια μάχαιρα εις το ένα χέρι και παμμεγίστη μποτίλια εις το άλλο. Και τίποτε δεν εζήτει εκεί ο κακός άνθρωπος παρά να ξεκοιλιάση την θυγατέρα της. Τότε η γριά ετινάζετο εις το στρώμα έξαλλος και άπλωνε τα χέρια προς τ' αριστερά όπου εκοιμάτο η Ελένη και για πολλήν ώραν εκοίταζε το πρόσωπόν της, θέλουσα εις το αμυδρόν φως που έχυνε επάνω της η κανδύλα του εικονίσματος να καμαρώση τα χαρακτηριστικά της. Και έξαφνα τα μητρικά της αισθήματα εκυρίευσαν τόσον την καρδιάν της, ώστε έσφιξε την κόρην εις τους κόλπους της σπασμωδικώς χύνουσα άφθονα δάκρυα.
— Τι έχεις μαμάς ερώτησε η κόρη εξυπνώσα κατατρομαγμένη.
— Τίποτα κόρη μου! τίποτα νυφούλα μου . . . είπε η γριά τρυφερά. Ναι αύριο θα σε δώσω του Γιάννη . . . τ' απεφάσισα.
Μόλις εξημέρωσεν η κυρά Γερασιμίνα ήτο στο πόδι. Περισσότερον ανυπομονούσε τόρα αυτή παρά η Ελένη. Την εύρισκε μάλιστα τόσον φυσικήν την απόφασίν της που δεν ημπορούσε να εξηγήση πώς εμπόδισε τόσον καιρόν αυτόν τον γάμον, αφού επρόκειτο να ευτυχήσουν όχι μόνον οι δύο νέοι, αλλά και αυτή η ιδία. Και η ανυπομονησία της έγινε μεγαλύτερη όταν ανοίξασα την πόρτα της είδε της γειτόνισσας κλειστήν ακόμη. Γούστο είνε να έφυγαν πρωί πρωί και να περιμένη ως το βράδυ. Και αν δεν έρθουν το βράδυ κι αν δεν έρθουν ούτε αύριο; Και πού να πήγαν: Μην επήγαν στον Περαία; Μην άλλαξαν κατοικία; Μην τον πάντρεψε σώγαμπρο πουθενά τον Γιάννη η κυρά Θοδωριά; Όλα γίνονται. Ο διάβολος άμα θέλει να χαλάση μια δουλειά όλα τα καταφέρνη… Η Γερασιμίνα έπινε τον καφέ της, εσυλλογίζετο και όσο που δεν έκλαιε.
Τέλος άνοιξε η απέναντι πόρτα και η Θοδωριά εχαιρέτισε πρώτη. Η Γερασιμίνα ήθελε να πετάξη μια στιγμή, να κάμη την πρότασί της και να τελειώσουν μια ώρα αρχήτερα. Αλλά πράγμα παράδοξον — κάτι της έσφιξε την καρδιά και εδίστασε. Η ιδέα της παλαιάς της διαγωγής, ο πρόστυχος τρόπος με τον οποίον άλλοτε απέρριψε αυτή τας προτάσεις των, ήλθε τόρα και την εκάρφωσε εις το κατώφλι της. Δεν ήτο τάχα δίκαιο να της φερθούν έτσι κι εκείνοι τόρα;
— Καλημέρα, θειά Γερασιμίνα;
Ο Γιάννης επέρασε κοντά και την εχαιρέτισε με πολύν σεβασμόν. Και η μητέρα του που ήρχετο από πίσω με την στάμνα, την εχαιρέτισε και εκείνη με μαλακό και γλυκό χαμόγελο.
— Καλημέρα κι από κοντά, γειτόνισσα. Πώς πέρασες απόψε;
Η Γερασιμίνα εμαγεύθη από την καλοσύνη και των δύο. Καρδιές μια φορά! Ρουμπίνια να βάλης δε ζυγιάζονται. Επήρε τέλος θάρρος, έσφιξε τον εαυτό της και τους έκραξε με τόνομα.
— Γιάννη! κυρά Θοδωριά!… κοπιάστε μέσα μια στιγμή!
— Ελυπήθηκ' η καρδιά σου επί τέλους! εφώναξε με χαρά η Θοδωριά.
Η Γερασιμίνα έκαμε πως δεν άκουσε. Εμπήκε πρώτη εις το σπίτι, άναψε το καμινέτο, έβαλε νερό εις το μπρίκι και το ετοποθέτησε απάνω. Έπειτα εσυμπλήρωσε την πρόσκλησί της:
— να πάρτε έναν καφέ …
Μάνα και γιός εκοιτάχθηκαν με απορία. Γι' αυτό τους κάλεσε! να πάρουν έναν καφέ; Τάχα δεν έχουν καφέ στο σπίτι τους; Η Θοδωριά ετοιμάζετο να ζήτηση εξηγήσεις, αλλά εμπήκεν η Ελένη δροσερή και χαρούμενη και άρχισε να φιλή την γειτόνισσά της σαν να είχε να την ιδή χρόνους. Σύγκαιρα τα μάτια της λαμπερά και γελαστά έπαιζαν του νέου, δίνοντας του υπόσχεση πως όλα ετελείωσαν πια.
Εκείνη την στιγμή ακούστηκε έξω δυνατή φωνή:
— Εφημερίδες! και η σύλληψη του Άντεροβγάλτη! . .
— Τι, τι, τι; έκαμε η Γερασιμίνα.
— Α! το τέρας!… εφώναξε η Ελένη
— Τον έπιασαν τέλος πάντων! είπε με ανακούφισιν η Θοδωριά.
Ο Γιάννης εβγήκεν εις την πόρτα, αγόρασε την εφημερίδα και αφού εκοίταξε εδώ κι εκεί, άρχισε να διαβάζη δυνατά:
— Τέλος απηλλάγη η πόλις μας — τι λέγομεν η πόλις μας, ο κόσμος όλος και ιδία ο γυναικείος — απηλλάγη ενός εφιάλτου. Ο Τζακ, ο φοβερός Τζακ ο αντεροβγάλτης δεν θα διαπράξη πλέον τα στυγερά αυτού κακουργήματα. Ο πέλεκυς της Δικαιοσύνης τάχιστα θα επιπέση βαρύς επί του τραχήλου του…
— Δόξα σοι ο Θεός!… εστέναξε η Γερασιμίνα.
— Γειτόνισσα, πάει ο καφές!… εφώναξε βιαστικά η Θοδωριά.
Αληθινά η γριά τόσον είχεν αφαιρεθή από τα νέα της εφημερίδας, ώστε δεν επρόσεχε καθόλου εις το μπρίκι. Ο καφές εφούσκωσε, εχύθη και έσβυσε το καμινέτο.
— Ω! έκαμεν η γριά με θλίψιν. Να βάλω άλλον.
— Όχι, δεν είνε ανάγκη, θειά Γερασιμίνα· είπε ο Γιάννης. Ώρα να πηγαίνω.
— Να μην πάρτε έναν καφέ!… Δε γίνεται! επέμενε η γριά.
— Δεν είνε καιρός, μητέρα· είπε στενοχωρημένη και η Ελένη. Πες ότι
έχεις να ειπής και να πηγαίνη.
— Άργησα μάλιστα και θα φάω πρόστιμο· είπε ο Γιάννης, παίζοντας
νευρικά τη ρεμπούπλικα στο χέρι του.
— Βγάλε τον πια το λόγο σου και δε θα σε κρεμάσουν! … είπε με γέλοιο
και αγανάκτηση μαζί η Θοδωριά.
Η κυρά Γερασιμίνα βρέθηκε στενοχωρημένη. Αλήθεια τι είχε να τους ειπή; Ο αντεροβγάλτης επιάστηκε· δεν τον εφοβόταν πια. Ο μπακάλης ήταν εκεί με το εμπορικό του τίγκα. Γιατί να βιαστή; Απόφευγε όσο ημπορούσε τα μάτια της κόρης της. Γύρισε σαν να ζητούσε κάτι και τέλος έσκυψε, έβγαλε από το πόδι της μια μισολυωμένη παντόφλα και την παρουσίασε στο Γιάννη.
— Είπα γιε μ' κάνε μου τη χάρη να την μπαλώσης. Το βράδυ που θα γυρίσης μου τη φέρνεις. Δεν έχω άλλη και θα βάλω τα καλά μου σήμερα όλη μέρα. Κι ότι κάνει θα σε πληρώσω…
Ο νέος άπλωσε μηχανικά επήρε την παντόφλα και εστάθη ακίνητος εκεί, κατάχλωμος, με τα χείλη τρέμοντα, τα μαλλιά σηκωμένα. Η Ελένη εκοίταζε πότε αυτόν πότε τη μάνα της και πότε τη Θοδωριά κατάπληκτη κι εκείνη και όλο εψιθύριζε σαν αποβλακωμένη.
— Τι λέει! τι λέει! τι λέει!…
Και η κυρά Θοδωριά έπαθε την ίδια κατάπληξη· αλλά συνήλθε αμέσως. Γρήγορα ένοιωσε την μεταβολή της γειτόνισσάς της και την αφορμή που την εγέννησε.
— Πήγαινε, παιδί μου· είπε εις τον γιο της ήσυχα πέρνοντας την εφημερίδα από τα χέρια του. Πήγαινε. Δεν είνε λόγος να χάσης το μεροκάματο σήμερα.
— Μαμά!… εφώναξε με παράπονο η κόρη.
Η Γερασιμίνα εφαίνετο αφωσιωμένη εις το να σφογγίζη τους καφέδες από το τραπέζι και ούτε εγύρισε να ιδή την κόρη της.
— Μα τι μας διάβασες παιδί μου! είπε έξαφνα η Θοδωριά παίζοντας
ταυτοχρόνως το μάτι και εις τους δυο νέους. Δεν είδες παρακάτω;
Και άρχισε να διαβάζη δυνατά και χτυπητά: «Κατά δυστυχίαν όλα είνε ψεύματα. Ο φοβερός Άγγλος και πάλιν ελεύθερος. Εκεί που τον ωδηγούσαν εις την ανάκρισιν εξέφυγε από τας χείρας του χωροφύλακα — κουλαμάρα ντε! — φόρα την κάμα και ανοίγει σαν πετάλι την κόρη του Διαφεντή — ετοιμόγαμη κοπέλλα είκοσι χρονών.»
— Έλα Χριστέ και Παναγιά! . . . διέκοψεν η Γερασιμίνα.
— Μπα το τέρας! . . . είπε η Ελένη κοιτάζοντας με κρυφή χαρά τον τρόμον της μάνας της.
— Τον έπιασαν το ελάχιστον; ερώτησεν ο Γιάννης
— Μπα! δεν ακούς τι λέει; έκαμε η Θοδωριά και άρχισε πάλι το διάβασμα. Η εξουσία ετράπη προς καταδίωξί του. Λέγεται ότι ο κακούργος διευθύνεται στο Βαθρακονήσι….
— Πωπωπωπώ! . . . ηκούσθη η φωνή της Γερασιμίνας. Και συγχρόνως ώρμησε
και έκλεισε δυνατά την πόρτα με τον σύρτη.
— Δεν έχεις να πας πουθενά, κορίτσι μου· είπε τρέμουσα ολόκορμη. Δεν
θα βγης από την πόρτα μας βήμα.
— Και βέβαια! είπε η Θοδωριά, Καλέ τι τούτο που μας ηύρε! Να μην
ωρίζουμαι τα παιδιά μας!..
Οι δύο νέοι την εκοίταζαν με θαυμασμόν: Πώς τα καταφέρνει, καλέ!
— Εγώ θα φύγω ως τόσο· είπε ο Γιάννης. Δε θα γλυτώσω, φοβάμαι το πρόστιμο.
— Θα μας αφήσης μονάχες! . . . εψιθύρισεν η Ελένη τρομασμένη τάχα.
Ο Γιάννης εκίνησε να φύγη, έφτασε εις την πόρτα και κοντοστάθηκε.
— Λοιπόν, θειά Γερασιμίνας ερώτησε με χαμόγελο· ποια θες να πάρω να μπαλώσω;
— Την παντόφλα ή την… κυρά Λένη; επρόσθεσε γελαστή η Θοδωριά.
Η γριά τον εκοίταξε με αγωνίαν. Έρριξε τα μάτια εις όλα γύρω, έμψυχα και άψυχα σαν να τους εζητούσε συμβουλή και τέλος απάντησε σαν να παραμιλούσε:
— Πάρτες και τις δυο! πάρτες με την ευχή μου!…
Σ Τ Ρ Α Τ Ι Ω Τ Η Σ 1912 — 1922
Έβγα μανούλα να με ιδής έβγα να μ' αγνατέψης.
Το πώς γυρίζω την Τουρκιά όλα τα βιλαέτια,
Το πώς γιαλίζ' η λόγχη μου, πώς λάμπει το ντουφέκι
Κι αυτό το καταυχένι μου στις πλάτες ανεμίζει!
Κι η μάνα του του μίλησε κι η μάνα του του λέει:
Με τι ποδάρια να σταθώ να βγω να σ' αγναντέψω;
Γέρασα η μαύρη γέρασα κι ακόμα παντυχαίνω
Ν' ακούσω πως τα πάτησες της Πόλης τα Μπουγάζια!…
ΝΑΥΜΑΧΙΑ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ 29 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1824
Εις του Γέροντα τον κάβο καραντί κάνει μεγάλο.
Μια φρεγάδα βόλτα — βόλτα φοβερίζει τα μπουρλότα.
Μπουρλότα τής μολύσανε στην πρύμνη το κολλήσανε.
Άλλο ένα της μολάρουν και στην μπάντα την τρακάρουν.
Επήρ' ο τσιμπχανές φωτιά και φοβηθήκαν τα σκυλιά.
Μώρ' απόψε θα μας κάψουν όλους σκλάβους θα μας πιάσουν..
Χάιντε γεια σου μώρ' ναβέτα πούκαμες τις μπάλες νέτα.
Νάταν δυο σαν το Μιαούλη καίγαν την αρμάδα ούλη.
Νάταν άλλη μια ναβέτα κάναν την αρμάδα νέτα.
Φ Ρ Α Γ Κ Α Β Ι Λ Λ Α 29 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1824
Ήσαν ψηλές και λιγερές σαν το κυπαρίσι, ωραίες σαν την Αφροδίτη, χαρούμενες και γελαστές όπως θέλουν την Αμαριλίδα. Και είχαν τα αυτά χαρακτηριστικά: Μεγάλα γαλανά μάτια με μακριές βλεφαρίδες· χείλη λεπτά και κόκκινα σαν το λουλούδι της ροδιάς· μαλλιά χρυσά και τόσο μακρυά που όταν έπεφταν εις την λίμνη εσκέπαζαν όλο της το πρόσωπο σαν χρυσοπλεγμένο δίχτυ.
Την μία την έλεγαν Ροδιά και την άλλη Τριανταφυλλιά.
Μιαν αυγή ανοιξιάτικη κατέβηκαν εις την λίμνη και αφού έβγαλαν τα πέπλα τους έπεσαν εις το νερό, που με ανατριχίλα και αυτό άρχισε να γλείφη το άσπρο τους κορμί.
— Είνε άλλη καλήτερη από μας; ερώτησεν έξαφνα η Ροδιά την αδελφήν της.
— Είσαι και συ, είμαι κι εγώ· μα είνε κι η Νεράιδα της λίμνης που λέει: φέξε ήλιε μου τι εγώ θα φέξω.
— Και είνε καλήτερη από με;
— Είνε, βέβαια.
— Αμή δε… Σα θέλη ας έβγη και θα ιδούμε.. είπε με θυμό η Ροδιά.
Αλλά δεν επρόφθασε να τελειώση τον λόγον της και η κοιλάδα εφωτίσθη από μαγικήν λάμψιν. Μαύρα ως άσφαλτος μαλλιά πλεγμένα κατά την αρχαίαν ελληνικήν συνήθειαν απάνω σε κεφάλι κανονικό και έπειτα πάγκαλον και απαλόν στήθος εφάνησαν επάνω από το νερό. Ήτο η Νεράιδα. Αι δύο αδελφαί έκλεισαν τα μάτια τους από την λάμψιν.
— Ιδές με, είπε στη Ροδιά η Νεράιδα· είμαι καλήτερή σου;
— Είσαι, κυρά… είπεν εκείνη, τρέμουσα ως το φυλλοκάλαμον.
— Τότε, θα σε πάρω στο παλάτι μου, να γένης δουλεύτρα μου. Θα σε κλείσω εκεί να μαραθούν τα κάλη σου και να μη καυχηθής πια.
Και έσυρε μέσα εις την λίμνη χωρίς να θέλη την Ροδιάν.
Όταν έμεινε μόνη η Τριανταφυλλιά έκλαιε και δεν ήθελε να αφήση το μέρος όπου ετάφη ζωντανή η αδελφή της. Έφερε μελόπητες από τις σπηλιές και γάλα από τα γίδια και ξανθό μαλλί από νεογέννητο αρνί και τα έρριξε εις την λίμνην για να μαλακώση την Νεράιδα. Αλλά δεν κατώρθωνε τίποτα.
Κάποια ημέρα, εβαρέθηκε τα κλάματά της και εβγήκε η Νεράιδα.
— Τι θέλεις εδώ Τριανταφυλλιά; της είπε με θυμό.
— Κυρά, είπεν εκείνη δειλά, δος μου την αδερφή μου ή πάρε κι εμένα
μαζί… Εκείνη δεν έμαθε να δουλεύη· είμαι καλήτερη δουλεύτρα εγώ.
— Δεν σε θέλω εσένα. Αν θες την αδερφή σου κόψε και δος μου τα μαλλιά
σου.
— Τα μαλλάκια μου; είπε με ανατριχίλα η Τριανταφυλλιά.
Δεν εδίστασεν όμως, αλλ' ευθύς έκοψε και έρριξεν εις την λίμνην τα χρυσά της μαλλιά. Τότε εφάνη επάνω από τα νερά ένα κλωνί ροδιάς· αλλά δεν τον επρόσεξε η κόρη, γιατί περίμενε να ιδή την αδελφήν της. Και άρχισε πάλι τα κλάματα.
Την άλλην ημέραν εφάνη πάλιν η Νεράιδα.
— Γιατί κλαις Τριανταφυλλιά; της είπε, με χαρούμενο γέλιο.
— Είσαι κακή και σκληρή· η αδερφή μου δεν εφάνηκε πουθενά.
— Εφάνηκε, αλλά δεν μπορείς να την γνωρίσης… Δος μου τα μάτια σου και θα την αποκτήσης.
— Ω! τα μάτια μου!… είπε με πόνο η κόρη.
— Δεν θέλεις; είπεν η Νεράιδα τότε…
Και εκινήθη να φύγη.
— Ω, στάσου! στάσου! είπε με δάκρυα και δένουσα παρακλητικά τα χέρια η κόρη. Δε θέλεις άλλο από τα μάτια μου; Έχει πολύ χρυσάφι ο πατέρας και η μάνα μου, διαμάντια και μπριλάντια που λάμπουν σαν τον ήλιο. Θέλεις να σου φέρω από κείνα;
— θέλω τα μάτια σου· μου τα δίνεις; είπεν απειλητικά η Νεράιδα.
— Τα μάτια μου!… είπε με φρίκην η κόρη. Να, πάρε κι αυτά και δος μου την αδερφή μου… Ορκίσου όμως πως θα μου τη δώσης.
— Ορκίζομαι να πεθάνω και να μη ξαναζήσω πια. Τα χείλη μου να σκεπάσουν τ' αγριαγκάθια και το νερό μου να γίνη βρωμερό· είπεν η Νεράιδα.
— Να πεθάνης και να μη ξαναζήσης ποτέ. Τα χείλη σου να σκεπάσουν τ'
αγριαγκάθια, και το νερό σου να γίνη βρωμερό· ξανάειπε η Τριανταφυλλιά.
Και με την άκρη του βούρλου εκέντησε τα μάτια της και τα έχυσε μέσα εις την λίμνην.
— Να η αδελφή σου, ηκούσθη ευθύς η φωνή της Νεράιδας.
Η δυστυχής τυφλή, αργοβατούσα και σφάλλουσα, άπλωσε τα χέρια, αλλά μόνον αγκάθια έσφιγγεν εις τα στήθη της.
— Ω! δος μου την! έλεγε με πόνον ψυχής· δος μου την …
— Σφίξε την αγκαλιά σου και θα την εύρης, είπεν η Νεράιδα.
Εκείνη έσφιξε πρόθυμα την αγκαλιά της, αλλ' αντί το σώμα της αδελφής της, αγκάθια ροδιάς ένοιωσε να τρυπούν το σώμα της.
— Ω! με γέλασες! είπε με πόνον και έπεσε κάτω λιπόθυμος.
Και δεν έννοιωσεν ότι η ροδιά που αγκάλιαζε ήτο η μεταμορφωθείσα αδελφή της.
Η Τριανταφυλλιά όταν συνήλθε αργότερα, εσηκώθη και ηθέλησε να βαδίση, αλλά εσκόνταβε εις κάθε βήμα… Έλειπαν τα γαλανά και μαγευτικά μάτια της. Το φως εκείνο, δίχως του οποίου και ο ήλιος χάνεται και αυτή η θεία και φεγγοβόλος στήλη θα καταντούσε περιτή εις τους υιούς του Ισραήλ, είχε σβύση διά αυτήν.
— Μου έλεγαν τις Νεράιδες κακές και φθονερές· μα δεν το πίστευα τόσο !… Έκοψα τα μαλλιά μου, τα χρυσά μαλλιά μου και της τα έδωκα… Έπειτα της έδωκα τα μάτια μου. «Τι με μέλλει, έλεγα, αφού θα μου δώση την αδερφή μου; Εκείνη θα με παίρνη από το χέρι, θα μου μιλή, θα γελούμε μαζί και θα τα λησμονώ όλα» μα τόρα;
— Αχ!… Είπε, και άρχισε τα δάκρυα.
Άκουσε τότε φωνές ανθρώπων και γαυγίσματα σκύλων. Ένας άνθρωπος επλησίαζε προς αυτήν· εμαζεύθη πίσω από τα βάτα όπως η Άρτεμις προ των περιέργων βλεμμάτων του Ακταίωνος.
— Κόρη μου!… εφώναξεν ο άνθρωπος μόλις την είδε.
— Πατέρα μου!… είπεν εκείνη εις την φωνήν και έπεσε εις την αγκαλιά
του.
Αλήθεια ήτο ο δύστυχος πατέρας, που είχεν έβγει εις αναζήτησιν των θυγατέρων του.
Ο γέρος έμαθε τα πάντα. Εφώναξε τους υπηρέτας του, άδειασαν την λίμνην, και εις τον πάτον αυτής εύραν μια πλάκα στακτιά.
— Από κάτω από αυτήν είνε η κόρη μου είπε και διέταξε να την σηκώσουν.
Αλλά εις το πρώτον κτύπημα, φωνή τρομώδης ηκούσθη. Οι εργάται ετράπησαν εις φυγήν. Η λίμνη εγέμισε πάλι νερό και μια φωνή γλυκεία, αλλά μελαγχολική ηκούσθη να λέγη.
— Του κάκου ζητείς να με σώσης, πατέρα … Πάρε την άλλη σου κόρη και φύγε … Εδώ είνε τόπος κακός. Μη θελήσης να βγάλης την πλάκα, γιατί αμέσως θα πηδήση νερό που θα πνίξη τον κόσμο… Δεν είνε σωστό για μια ψυχή όσο αγαπητή κι αν είνε, να θυσιάζη κανείς τη ζωή των άλλων…
Η φωνή εσιώπησεν. Ο γέροντας και η τυφλή εκυριεύθησαν από φρίκην, έφυγαν μακρυά. Ο γέροντας θλιμένος έφερε την τυφλήν θυγατέρα του εις τον πύργον και έμεινεν η κοιλάδα ήσυχη και η Ροδιά δίχως την aδελφήν της…
Αλλά η τυφλή δεν θέλει να λησμονήση. Όπως ο Αλφειός την Αρέθουσαν, ο Παν την Σύριγγα, ο Ωρίων τας Πλειάδας και η Γη τον Ουρανόν, έτσι και αυτή ποθεί το μέρος όπου η αδελφή της μένει κλεισμένη. Κάποτε εξέφυγε από τους φύλακάς της κατέβηκε εις τον κήπον και τρέχει εκεί που είχαν φυτεύσει με την αδελφήν της μίαν ροδιάν. Έκοψε ένα μικρό κλωνάρι πιστεύουσα ότι τούτο, επειδή από εκείνην εφυτεύθη, θα ωδήγει τα βήματά της, όπως ο χρυσόφυλλος κλάδος τον Αινείαν εις τα δάση του Αόρνου, και θα αντικαθίστα τα σβυσμένα μάτια της προς ανεύρεσιν της Ροδιάς. Και τόρα κρατούσα αυτό εις το αριστερόν χέρι, και εις το δεξιόν οζώδη ράβδον και ακολουθουμένη υπό μικράς λευκομάλλου ελάφου, επέρα βραδυπορούσα φάραγκας και δρυμούς, διευθυνομένη προς το μέρος όπου ήλπιζεν ότι ήτο η αδελφή της.
Μετά καιρόν έφθασεν εις μέρος όπου ο Πηνειός εκύλιε με πάταγον τα ψυχρά και θολά νερά του, ανάμεσα εις πέτρες και κορμούς δένδρων.
Δεν εδίστασεν. Καθόλου δεν την τρομάζει ο βρόντος των νερών. Έκραξε την πιστήν της έλαφον και καθήσασα επάνω της, πέφτει εις τον ποταμόν. Αλλά το ρεύμα είναι ορμητικόν· η έλαφος αγωνίζεται, φθάνει εις το μέσον, και μόνον το μικρόν και ωραίον κεφάλι της φαίνεται απάνω από τα νερά. Ο άνεμος φουσκώνει τα φορέματα της τυφλής, σκορπίζει τους αναπτυχθέντας χρυσούς βοστρίχους της και εκείνοι ραπίζουν ελαφρά το ωχρόν, πλην γαλήνιον πρόσωπόν της. Εις τα χείλη της που έχουν το χρώμα μαραμένου κρίνου κάθηται πικρία, τα βλέφαρά της κινούνται, ως να θέλουν να δείξουν εις αυτήν τον κίνδυνον. Έχει σταυρωμένα εις το στήθος τα χέρια και εις το ένα κρατεί την ροδιάν, μόνην της ελπίδα. Φαντάζεται την έκτασιν, τον ποταμόν που περνά, τα χαλίκια και τας όχθας του και τας ιτέας, αλλά γνωρίζει ότι δεν ημπορεί να ίδη, και κρατεί την κεφαλήν της ίσα προς το μέρος όπου η έλαφος διευθύνεται.
Ο Πηνειός, νομίσας αυτήν ως την αγαπητήν του νύμφην Κρέουσαν, κρατεί το ρεύμα του και η έλαφος αποθέτει εις την όχθην την τυφλήν. Σηκώνεται εκείνη και εξακολουθεί, μέσα από αγκάθια και τριβόλους, τον δρόμον της· βάτα ξεσχίζουν τα φορέματά της και τα αγκάθια τους πόδας της, αλλά αδιαφορεί.
— Ω! αν είχα τα μάτια μου! λέγει. Και σπεύδει, σπεύδει εκεί, όπου ταχύτερος έχει φθάσει ο λογισμός της.
Σε λιγάκι ακούει κοντά εις τα πόδια της άλλα νερά ορμητικώς θραυόμενα, αλλά συγχρόνω, και γλυκείαν φωνήν, περιπαθώς ψάλλουσαν ένα απελπιστικό τραγούδι, όπως το τραγούδι ισοβίου καταδίκου:
Ο ήλιος έσβυσε,
Παν τα λουλούδια,
Φύγαν τα όνειρα,
Χαρές, τραγούδια·
Η γη σκοτείνιασε,
Χάθη τ' αηδόνι,
Βοριάς εχύμηξε,
Πλακώνει χιόνι…
Νιάτα περήφανα,
Περίσσια κάλλη
Όλα χαθήκανε…
Ανεμοζάλη,
Τα πήρε κι έφυγε…
Αχ! έλα, Χάρε,
Κι εμέ την άμοιρη,
Μαζί σου πάρε…
Εγνώρισε την φωνήν της αδελφής της και συγκινημένη και κατάκοπος από την οδοιπορίαν εκάθησε κοντά εις την ρίζαν πολυφύλλου πλατάνου.
— Ω αδερφή μου, που ήσαι; έλεγε η Ροδιά. Με άφησες λοιπόν και συ… Όταν ήμεθα μικραί, εσύναζα τα λουλουδάκια κ' έπλεκα με αυτά τα μαλλιά σου … Σου έφερνα νεράκι κρύο από την πηγή και την πρωτομαγιάτικη δροσιά για να νίβης το πρόσωπό σου … Τόρα με λησμόνησες… Αχ! με λησμόνησες και συ!…
Η τυφλή ηθέλησε ν' απαντήση, αλλά δεν ηδυνήθη. Εσηκώθη τότε και ηθέλησε να περάση τον ποταμόν αλλά μόλις επροχώρησεν ολίγον εις το νερό εφοβήθη και εβγήκε.
Αλλά η φωνή της Ροδιάς ηκούσθη πάλιν.
— Μη φοβήσαι το νερό, αδερφή μου. Θα γνωρισθούμε από τους χτύπους της καρδιάς μας. Έλα· εσύ με την αγκαλιά σου θα μου δώσης ζωή κ' εγώ με τα φιλήματά μου τα μάτια σου.
— Δεν θέλω τα μάτια μου, φθάνει να σε αποκτήσω· είπεν η τυφλή.
Και ερρίφθη ασυλλόγιστα εις το νερό.
Αλλά το ρεματάκι που τόρα μόλις κυλά κάτω από τα χόρτα, τότε εχύνετο με ορμήν και μανίαν. Η τυφλή σηκώνει ψηλά τα χέρια για να ζητήση βοήθειαν· αλλ' ούτε η καλλίσφυρος Λευκοθέα έρριξεν εις αυτήν τον πέπλον της, ούτε κανένα δένδρον έγειρε τα κλαδιά του, για να πιασθή και να σωθή.
Επνίγη. Και τα καλάμια εις την όχθην άρχισαν πάλιν τους θρήνους των και ο νυκτοκόρακας ηκούσθη επάνω εις το κυπαρίσσι.
Την άλλην ημέραν μικρή τριανταφυλλιά εφάνη κοντά εις την ρίζαν του πλατάνου. Παρεκάλεσεν αυτόν να την πάρη εις το ψήλωμά του και αυτός έγειρε και εσκάλωσε εις τον κορμόν του η τριανταφυλλιά. Αλλά όλο και εστέναζεν.
— Τι έχεις τριανταφυλλιά μου; την ερώτησε κάποτε ο πλάτανος.
— Εκεί εις την αντικρυνή όχθη, είνε η αδελφή μου. Ο ποταμός με εμπόδισε να την ιδώ όταν εζούσα. Τόρα αδύνατη δεν μπορώ να την φτάσω και να την φιλήσω, καθώς πρώτα· είπε με στεναγμόν.
Ο πλάτανος εσυγκινήθηκε· άπλωσε ένα του κλαδί, έκαμε τόξον απάνω από το νερό, ετυλίχθη εκεί η τριανταφυλλιά και έπειτα έσκυψε το κλωνάρι της, ακριβώς απάνω από την ροδιά. Όταν ο άνεμος φυσήξη ταλαντεύει το κλωνάρι της τριανταφυλλιάς και η άκρη της φιλεί την ροδιάν τρυφερά. Τότε τα καλάμια συρίζουν ηδονικά, τα πουλιά γλυκοκελαδούν, τα φυτά στολίζονται με τα ευωδέστερα άνθη, το ρυάκι κελαρύζει, και αι δύο αδελφαί ανταλλάσουν τα άνθη των και δεν παύουν να ψιθυρίζουν τον όρκον της Νεράιδας.
— Να πεθάνης και να μη ξαναζήσης ποτέ. Τα χείλη σου να σκεπάσουν τ'
αγριαγκάθια και το νερό σου να γίνη βρωμερό.
Και αληθινά. Από τότε το νερό της λίμνης εβρώμησε και τα βούρλα εσκέπασαν το πρόσωπό της.